Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Αισχύλος: Πατήρ Πάσης Τραγωδίας...

 

               Βιογραφικό

    
O Αισχύλος, δραματικός ποιητής, γεννήθηκε το 525-4 π.Χ. στην Ελευσίνα. Ήταν γόνος του ευγενή γαιοκτήμονα κι ιερέα Ευφοριώνα, που καταγόταν από μεγάλη γενιά ευπατριδών. Δε ξέρουμε από πιο γένος ευπατριδών καταγόταν, όμως οι ευπατρίδες ρύθμιζαν τις τελετουργίες των μυστηρίων και σίγουρα ήτανε γνώστης των Ελευσινίων Μυστηρίων.
     Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και την ανακήρυξη της Δημοκρατίας ζούσε στην Αθήνα. Τα Ελευσίνια Μυστήρια τονε βοήθησαν στην ανάπτυξη του θρησκευτικού συναισθήματος και στάθηκε ο αληθινός δημιουργός κι ο αναμορφωτής του αρχαίου θεάτρου. Η ευγενική καταγωγή, η αριστοκρατική ανατροφή, η δημοκρατική ελευθερία, το θρησκευτικό-μυστικιστικό περιβάλλον της Ελευσίνας (λατρεία Δήμητρας-Περσεφόνης) κι οι μεγάλοι εθνικοί αγώνες των Ελλήνων εναντίον των βαρβάρων, συντέλεσαν ώστε να διαπλαστεί ο ευσεβής και γενναίος χαρακτήρας και το υψηλό φρόνημα που τον διέκρινε. Για την υπόλοιπη οικογενειακή του κατάσταση γνωρίζουμε ακόμα, πως εκτός από τον Κυναίγειρο είχε κι άλλον αδερφό, τον Αμεινία.
     Για τη μόρφωσή του δεν έχουμε καμιά θετική πληροφορία. Αν κρίνει όμως κανείς από τα έργα του, πρέπει να 'χε βαθιά γνώση των "Επών" του Ομήρου, καθώς και των διδακτικών επών. Από τους λυρικούς, που φαίνεται να γνώριζε καλά, ο Σόλωνας επέδρασε ιδιαίτερα στην ποιητική του καλλιέργεια.
Με προθυμία πήρε μέρος σε όλους τους αγώνες εναντίον των Περσών. Στο Μαραθώνα (490 π.Χ.) με πολλά τραύματα, λιπόθυμος μεταφέρθηκε από τη μάχη, ενώ ο αδερφός του Κυναίγειρος με τον ηρωικό του θάνατο προκάλεσε το θαυμασμό όλων. (Ο Κυναίγειρος έμεινε γνωστός χάρη στον υπέροχο μύθο για την μάχη του Μαραθώνα, που τον θέλει να θυσιάζεται πάνω στο πάθος του να κρατήσει ένα περσικό πλοίο με τα δόντια, ενώ του έχουνε κόψει και τα δυο χέρια. Ο άλλος αδερφός του ο Αμεινίας θεωρήθηκε ο γενναιότερος πολεμιστής στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, γιατί εμβόλισε τη περσική ναυαρχίδα και σκότωσε τον Πέρση ναύαρχο). Επίσης πολέμησε στη Σαλαμίνα (480 π.Χ.) και στις Πλαταιές (479 π.Χ.). Ο Παυσανίας προσθέτει τη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο, χωρίς να μπορεί ν' αποδειχτεί ο ισχυρισμός αυτός.
     Πολλοί πιστεύουν ότι είχε μυηθεί στα Μυστήρια, με αφορμή σχετικό χωρίο του Αριστοτέλη. Δεν είναι βέβαιο τι ακριβώς εννοεί ο φιλόσοφος στα "Ηθικά Νικομάχεια" όταν αναφέρει πως ο Αισχύλος κατηγορήθηκε για αποκάλυψη των Μυστηρίων κι ότι στη σχετική απολογία του είπε ότι δε γνώριζε πως αυτά δεν έπρεπε να τα πει. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς γράφει πως αθωώθηκε γιατί απόδειξεν ότι δεν ήταν μυημένος. Πάντως η ψυχοσύνθεσή του ήταν βαθιά θρησκευτική και πατριωτική. Η επίδραση των μεγάλων ιστορικών γεγονότων της εποχής του είναι φανερή στη πεποίθησή του για την υπεροχή της δικαιοσύνης και στις ιδέες του σχετικά με το θείο.

     Παρουσιάστηκε νωρίς στους δραματικούς αγώνες, στην 70η Ολυμπιάδα (499-6 π.Χ.), σ' ηλικία 25 χρονών περίπου, όταν διαγωνίστηκε εναντίον των δραματικών ποιητών, ΦρυνίχουΠρατίνα και Χοιρίλου, που 'ταν παλιότεροι. Σύμφωνα με κάποιο θρύλο, ο Διόνυσος παρουσιάστηκε στο νεαρό Αισχύλο και τονε παρακίνησε να καταπιαστεί με την τραγωδία. Επί 15 χρόνια δε κατόρθωσε να πάρει καμία νίκη. Για λίγα χρόνια, όπως φαίνεται, δεν πήρε μέρος σε κανέναν αγώνα. Ίσως πάλαιψε να κατακτήσει τη Τέχνη του, να κυριαρχήσει στα μυστικά της, ν' αλλάξει ορισμένα πράγματα όπως θα δούμε. Ίσως πάλι και να 'θελε να κατασταλάξει μέσα του ο σάλαγος της πρώτης εκείνης μεγάλης νίκης του Ελληνισμού, δηλαδή των ελευθέρων ανθρώπων εναντίον του δεσποτισμού της Ανατολής, να βγάλει τ' αναγκαία συμπεράσματα και να παρακολουθήσει τις πολιτικές εξελίξεις που γίνονταν στην Αθήνα.
     Από τα επιγραφικά στοιχεία που διαθέτουμε, η του νίκη στους δραματικούς αγώνες των Μεγάλων Διονυσίων σημειώνεται το 484 π.Χ. Από τότε γίνεται ο κυρίαρχος της τραγικής σκηνής. Κερδίζει άλλες 12 φορές όσο ζει και 24 μετά το θάνατό του. Στο λεξικό Σουίδα αναφέρονται 28 νίκες, γεγονός που οδηγεί στην υπόθεση ότι έργα του κέρδισανε  θέση και μετά θάνατον, εφόσον βέβαια ο αριθμός 28 είναι σωστός. Το 472 π.Χ. νίκησε στην Αθήνα με του "Πέρσες". Το 468 π.Χ. διαγωνίστηκε με το νεαρό τότε Σοφοκλή, -που για πρώτη φορά συναγωνιζόταν στο θέατρο- και πήρε τη θέση, γιατί κριτές του αγώνα ήταν ο Κίμων κι οι 9 συστράτηγοί του, που 'χανε τότε γυρίσει από νικηφόρα εκστρατεία στη Θράκη κι όχι οι 5 αγωνοδίκες που κληρώνονταν.
     Ο αγώνας πάντως ήταν σκληρός και το κοινό είχε μοιραστεί σε δυο αντίπαλα στρατόπεδα. Αλλά τον επόμενο χρόνο (467 π.Χ.) νίκησε με τη Θηβαϊκή 3λογία και το σατιρικό δράμα, "Σφιγξ" και το 458 π.Χ. με την "Ορέστεια" και το σατιρικό δράμα "Πρωτεύς". Από τότε μοιράζονταν αλληλοδιαδόχως τις νίκες.


   "Επί άρχοντα Φιλοκλέους, Ολυμπιάδι ογδοηκοστή, πρώτος Αισχύλος Αγαμέμνονι, Χοηφόροις, Ευμενίσει, Πρωτεί σατυρικώ, εχορήγει Ξενοκλής Αφινδεύς".

     Στην ακμή της ζωής του ταξίδεψε στη Σικελία, στην αυλή του Ιέρωνα, ενός ισχυρού άρχοντα, φίλου των Γραμμάτων και των Τεχνών, που καλούσε μεγάλους καλλιτέχνες της εποχής του στις Συρακούσες. Εκεί πιθανολογείται ότι παρουσίασε φορά τους "Πέρσες". Ήτανε προσκεκλημένοι επίσης -κι αυτοί κατά τη συνήθεια της εποχής- ο Πίνδαρος κι ο Σιμωνίδης. Εκεί έγραψε τη τραγωδία "Αιτναίαι", προς τιμή της πόλης Αίτνας, που 'χεν ιδρύσει ο Ιέρωνας. Την έκτισε στα ερείπια της καταστραμμένης Κατάνης, απ' το ηφαίστειο Αίτνα.
     Ταξίδεψε και φορά στη Σικελία πιθανόν εξαιτίας της διαφωνίας του με το αθηναϊκό κοινό -όπως παρουσιάζεται σ' ένα χωρίο στους "Βατράχους" του Αριστοφάνη. Πιθανός λόγος που έφυγε, ήταν γιατί κατηγορήθηκε ότι αποκάλυψε τα Ελευσίνια Μυστήρια από τη σκηνή. Αθωώθηκε, βέβαια, γιατί δεν ήταν μυημένος σ' αυτά, όμως η πίκρα για την άδικη κατηγορία έμεινε. Λέγεται επίσης ότι έφυγε στις Συρακούσες, γιατί νικήθηκε από το Σιμωνίδη σ' αγώνα ελεγείας αφιερωμένης στους νεκρούς του Μαραθώνα -πράγμα απίθανο, αφού οι δυο ποιητές φιλοξενήθηκαν μαζί από τον Ιέρωνα- ή γιατί νικήθηκε από το Σοφοκλή σε δραματικό αγώνα -πράγμα που 'γινε αργότερα, όπως θα δούμε.
     Όταν νικήθηκε κάποτε σ' ένα δραματικό αγώνα, είπε ότι αναθέτει στο χρόνο τη κρίση, με τη πεποίθηση ότι θα του φέρει την πρεπούμενη τιμή κι αναγνώριση -τόσην εμπιστοσύνην είχε στην αξία της τέχνης του. Τέλος, η Σουίδα αναφέρει ότι σε μια παράσταση του, κατέρρευσαν τα σκηνικά κι υπήρξαν θύματα. Μια άλλη πιθανή εκδοχή είναι να διάλεξε το δρόμο της αυτοεξορίας γιατί είχε δυναμώσει πολύ η δημοκρατική παράταξη στην Αθήνα κι ως μετριοπαθής δημοκρατικός δεν άντεχε τις δημοκρατικές ακρότητες, ενώ αισθάνονταν πιο άνετα στην αυλή του φιλόμουσου Τυράννου Ιέρωνα.
     Πέθανε στη Γέλα το 456-5 π.Χ. σ' ηλικία 70 περίπου ετών. Στη πλάκα του τάφου του χαράχτηκεν επίγραμμα που 'χεν ετοιμάσει μόνος του, λίγο πριν πεθάνει, στο οποίο δεν κάνει καθόλου λόγο για το ποιητικό του έργο, γιατί πάνω απ' όλα έβαζε ότι πήρε μέρος στη μάχη κείνη που 'σωσε τον Ελληνισμό, δηλαδή βάζει πάνω απ' όλα τη πατρίδα και το καθήκον. Οι Αθηναίοι εξασφάλισαν την υστεροφημία του μεγάλου δραματικού ποιητή, ψηφίζοντας νόμο σύμφωνα με τον οποίο επιτρεπόταν όποιος ήθελε να συμμετάσχει στον διαγωνισμό μ' έργα του Αισχύλου.
     Οι δυο γιοι του Ευαίων κι Ευφορίων έγραψαν επίσης τραγωδίες, όπως κι ο Φιλοκλής, γιος της αδελφής του. Ο Ευφορίων φέρεται ότι νίκησε μάλιστα τον πατέρα του, τον Ευρυπίδη και τον Σοφοκλή στους δραματικούς αγώνες. 100 χρόνια μετά, στο θέατρο του Διονύσου,σ τήθηκε το χάλκινο άγαλμά του, φανέρωμα τιμής και μνήμης.
     Η ποίησή του χαρακτηρίζεται υψηλή. Οι ήρωές του παρουσιάζονται ως ατρόμητοι Μαραθωνομάχοι ή ως πλάσματα υπερφυσικά (Τιτάνες, Γίγαντες), όχι μόνο στις σωματικές διαστάσεις, αλλά και στο πάθος και στη καρτερία. Ανάλογη είναι κι η μεγαλοπρέπεια της γλώσσας του. Έχει τη κοινή αναγνώριση όλων των μεταγενέστερων. Το θαυμασμό όλων προς το έργο του συνοψίζει ο Β. Ουγκό:


   "... Είναι μεγαλόπρεπος και τρομερός, είναι βράχος απόκρημνος, χειμαρρώδης, βαραθρώδης και τόσο γιγάντιος που κάποτε γίνεται σωστό βουνό. Τονε πλησιάζεις και τρέμεις. Έχει τον όγκο και το μυστήριο... Ο Αισχύλος μεταβάλλει τον άνθρωπο σε γίγαντα".

     Ο ίδιος πιστεύει επίσης ότι μαζί με τους: ΌμηροΗσαΐα, ΙώβΔάντη και Σαίξπηρ, αποτελούν τη στοά των ακίνητων γιγάντων του ανθρώπινου πνεύματος στη λογοτεχνία. Τονε θαύμαζε και λάτρευε κι ο λόρδος Βύρων. Ο Γκαίτε κι ο Σέλλεϋ τον έχουνε για πρότυπο, όταν γράφουν κι αυτοί τραγωδία με θέμα τον Προμηθέα. Κατά τη σύγκρισή του με τους άλλους μεγάλους ομότεχνούς του, στον Αισχύλο αποδίδεται το ύψος, στο Σοφοκλή το κάλλος και στον Ευρυπίδη το πάθος. Στη δημιουργία του ύφους συμβάλλει η απουσία αναγνωρίσεων κι αντιθέσεων χαρακτήρων, που αντίθετα υπάρχουνε στο Σοφοκλή, η προβολή του όγκου της μεγαλοπρέπειας και του ηθικού σθένους.
     Είναι
δημιουργός της τραγωδίας και πράγματι καινοτόμος. Πρόσθεσε 2ο υποκριτή, ενώ ο Φρύνιχος χρησιμοποιούσε μόνον ένα. Οι ήρωές του δεν ήτανε λοιπόν καταδικασμένοι να καταστραφούν αναπόφευκτα, αλλά ελπίζανε στη θεϊκή μεγαλοσύνη. Μείωσε τα χορικά δίνοντας έτσι πρώτη θέση στο διάλογο κι έκανε μεγαλοπρεπέστερες τις ενδυμασίες των ηθοποιών κι η τραγωδία παίρνει την οριστική της μορφή.
     Η επιρροή του στο θέατρο συνεχίζεται μέσα από τους αιώνες μέχρι τις ημέρες μας. Είναι ο πρώτος που σκέφτηκε την σκηνογραφία και διακρίθηκε σα ποιητής, μουσικός, ηθοποιός, σκηνοθέτης, σκηνογράφος, δάσκαλος του χορού, αρχιτέκτονας, μηχανικός.
     Λέγεται ακόμη, ότι βελτίωσε τα σκηνικά μέσα της παράστασης (εκκυκλήματα, περιάκτους, μηχανές, εξώστρας, προσκήνια, βροντεία, κεραυνοσκοπεία, θεολογεία, γερανούς, κοθόρνους κι άλλα). Ο ίδιος εξάλλου ήτανε και μελοποιός (σύνθετε δηλαδή τη μουσική των έργων του) και δάσκαλος του χορού κι ηθοποιός. Πριν απ' αυτόν, οι τραγωδίες ήταν μικρά αυτοτελή δράματα. Αυτός κατόρθωσε να τις ενώσει, με το να αντιμετωπίζει και στις τρεις τραγωδίες της 3λογίας ένα πρόβλημα ηθικό κι έτσι τις βλέπει ο θεατής σαν ένα σύνολο. Έπαιρνε δηλαδή ένα μύθο που ήτανε γνωστός και πάνω σ' αυτό θεμελίωνε την υπόθεση και των τριών τραγωδιών του. Τέταρτο (4λογία) ήταν το σατιρικό δράμα, που είχε ως σκοπό να ξαναφέρει το γέλιο και τη χαρά στις ψυχές των ακροατών, που είχανε συγκλονισθεί από τη φοβερή τύχη των ηρώων στις τραγωδίες.

     Αθηναίος πολίτης που μετείχε σ' όλες τις μάχες της εποχής, απηχεί στον θεατρικό και ποιητικό στίβο αυτή ακριβώς την ιστορική στιγμή της πόλης, την ερμηνεύει ιδεολογικά, πολιτικοφιλοσοφικά κι ερμηνεύεται απ' αυτή. Στο έργο του συμπυκνώνεται η έννοια του δικαίου, καθώς κι η συνείδησή του ως μαχόμενου πολίτη. Σύμφωνα με τον G. Thomson, ήταν οπαδός του Πυθαγόρα και τα δράματά του είναι γεμάτα πυθαγορικές ιδέες. Η αισχυλική δραματουργία εξελίσσεται από τα πρώιμα στα ωριμότερα σωζόμενα έργα του. Οι καινοτομίες που εφάρμοσε θα μπορούσαν να συνοψισθούν ως εξής:

   * προσθήκη του δεύτερου υποκριτή (δευτεραγωνιστή),

  * μείωση των χορικών

  * έξαρση του λόγου

  * σύσταση της τριλογίας ενιαίου περιεχόμενου
  * δημιουργία μηχανών-σκηνικών θεάτρου

     Όλες αυτές οι διαφοροποιήσεις από τη πρώιμη γραφή του οδηγήσανε στη τελική ποιητική του περίοδο, που αποτυπώνεται στη μνημειώδη "Ορέστεια". Το βασικό χαρακτηριστικό της τέχνης του είναι το μεγαλείο. Τα έργα του κινούνται μέσα στο χώρο των θεών και των ηρώων και τα πρόσωπά τους δεν είναι ούτε όπως έπρεπε να είναι (Σοφοκλής) ούτε πως είναι πραγματικά (Ευριπίδης). Το ανάστημά τους ορθώνεται πάντα επάνω από το ανθρώπινο και επιβάλλεται με τη μεγαλοπρέπεια και των πράξεών τους και των αποτελεσμάτων. Η πλοκή δεν εξελίσσεται με σύγκρουση ανάμεσα στα πρόσωπα του έργου, αλλά με σύγκρουση του ανθρώπου και της Ειμαρμένης, που κυβερνά τον κόσμο. Εκπρόσωποί της είναι οι Θεοί. Ο άνθρωπος, λοιπόν, παλεύει με αυτούς και νικιέται πάντα. Αυτό δε θα πει βέβαια, ότι το έργο του κυριαρχείται από αφηρημένες ιδέες. Κάθε τραγωδία του (3λογία μάλιστα) αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα και προσπαθεί να το λύσει. Κι ο Αισχύλος ήταν από τους πιο φωτισμένους ανθρώπους του καιρού του, παρακολουθώντας τις πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις κι έλεγε τη γνώμη του πάντα από τη σκηνή. Ούτε πάλι ότι η πλοκή κι η δύναμη των προσώπων περιορίζονται, επειδή η σύγκρουση με την Ειμαρμένη είναι, κατά κάποιο τρόπο, προδικασμένη.
     Εδώ, άλλωστε, φανερώνεται κι η δύναμη της τέχνης του, γιατί πάνω από το γνωστό στον ακροατή μύθο, που παρουσιάζεται με αποκαλυπτικό τρόπο, στέκει το πρόβλημα, που δεν αντιμετώπισε ο μύθος (ηθικής πάντα μορφής), παρά με την απλοϊκή αντίληψη της εποχής που δημιουργήθηκε. Στα διαλογικά του μέρη ξέρει ο ποιητής να κρατά όλη την ένταση της δραματικότητας με τη συγκλονιστικότητα της δράσης, τις πλούσιες λυρικές περιγραφές, που αλλάζουν συνεχώς και την έντονη διαγραφή του χαρακτήρα κάθε πρωταγωνιστή. Είναι ένας οραματιστής, που ξέρει το μυστικό να ζωντανεύει τις αφηρημένες ιδέες και ένας στοχαστής που σκύβει επάνω από τους αρχαίους μύθους και δημιουργεί για να χαρίσει στους ανθρώπους ένα υψηλό ηθικό δίδαγμα. Ο Αισχύλος ήταν βαθύτατα θρησκευόμενος νους. Η στάση του όμως απέναντι στους θεούς ήταν μάλλον κριτική.
     Τα θέματα που απασχόλησαν τον Αισχύλο στις τραγωδίες του, έδωσαν πνευματική τροφή και σε νεότερους ποιητές. Ο πανανθρώπινος συμβολισμός πολλών ηρώων του και η μεγαλοπρέπεια των συλλήψεών του δεν ήταν δυνατό ν' αφήσουν ασυγκίνητο το πνεύμα μεγάλων Ευρωπαίων δημιουργών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο "Προμηθεύς Λυόμενος" του Σέλεϊ (Shelley). Βέβαια ο τρόπος που πραγματεύεται το λυρικό του δράμα, όπως τ' ονομάζει, είναι εντελώς πρωτότυπος αλλά είναι φανερό σε κάθε στίχο ότι την αφορμή για τη σύνθεση του έργου του την πήρε ο 'Αγγλος ποιητής από τον "Προμηθέα" του Αισχύλου. Ιδιαίτερα στις δυο πρώτες πράξεις, οι αισχύλιες απηχήσεις είναι ιδιαίτερα έντονες.
     Δεν είναι γνωστό πόσες ακριβώς τραγωδίες έγραψε. Σύμφωνα όμως με το βιογράφο του πρέπει να 'γραψε 70 τραγωδίες και 5 σατιρικά δράματα, ενώ το Σουίδα αναφέρει 92 έργα του, δηλαδή 23 4λογίες. Σήμερα σώζονται οι τίτλοι 77 έργων. Ολόκληρα όμως σώθηκαν μόνον 7, που σε μια σύντομη ανάλυση έχουν ως εξής:

   α) "Ικέτιδες" (προ του 472 π.Χ.). Είναι η πιο λυρική τραγωδία του. Αρχίζει με το χορό που εκφωνεί συνολικά περίπου τους μισούς στίχους όλου του έργου. Οι 50 κόρες του Δαναού, οι Δαναΐδες, καταδιώκονται από το γιο του Αιγύπτου και ζητούν άσυλο στο 'Αργος ως ικέτιδες. Φεύγοντας μαζί με τον πατέρα τους από την Αίγυπτο ζητούνε καταφύγιο στο 'Αργος, τη πατρίδα των προγόνων τους, για ν' αποφύγουνε το γάμο με τα ξαδέλφια τους (τους 50 γιους του Αιγύπτου). Ο βασιλιάς του 'Αργους καταφεύγει στη κρίση του Δήμου, που αποφαίνεται υπέρ της παροχής ασύλου στις 50 ικέτιδες. Ο Αιγύπτιος απεσταλμένος που 'ρχεται να τις πάρει δεν κατορθώνει να τις αποσπάσει από τους βωμούς που έχουνε καταφύγει. Το έργο τελειώνει με ύμνους των Δαναϊδών προς τους Θεούς για τη σωτηρία τους. Οι 50 κόρες που αποτελούν το χορό δίνουν και τ' όνομα στη τραγωδία. Εδώ, όπως και στους "Πέρσες", συγκρίνεται ο πολιτισμός των Ελλήνων με τη βία και την αλαζονεία των βαρβάρων.

   β) "Πέρσαι" (472 π.Χ.). Είναι η αρχαιότερη από τις σωζόμενες τραγωδίες και αποτελούσε το 2ο μέρος μιας 3λογίας. Τα άλλα 2 μέρη ήταν ο "Φινεύς" κι ο "Γλαύκος". Η υπόθεση του έργου δεν είναι παρμένη από μυθολογικές παραδόσεις αλλά από την ιστορία, μοναδική εξαίρεση σ' ολάκερη την αρχαία ελληνική τραγωδία. 'Αλλη ιδιοτυπία είναι το γεγονός ότι ενώ συνήθως τα μέρη μιας 3λογίας συνδέονται μεταξύ τους, αυτό δε συμβαίνει σ' αυτή τη περίπτωση. Πραγματεύεται το ιστορικό του θέμα με κάποια ελευθερία. Το πατριωτικό φρόνημα παίζει εδώ σημαντικό ρόλο ενώ η δράση διακρίνεται για την αρχαϊκή της απλότητα.  Ένας ύμνος της νίκης των Ελλήνων στη Σαλαμίνα. Το δράμα εκτυλίσσεται στα Σούσα. Το έργο αρχίζει με το χορό των Περσών συμβούλων που ανησυχούν επειδή δεν έλαβαν καθόλου ειδήσεις από την εκστρατεία του Ξέρξη στην Ελλάδα. Σε λίγο μπαίνει η μητέρα του Πέρση βασιλιά, 'Ατοσσα, που τους διηγείται ένα δυσοίωνο όνειρο. Ο αγγελιοφόρος έρχεται ύστερα για ν' αναγγείλει τη καταστροφή του στόλου στη Σαλαμίνα. Η επιστροφή του ταπεινωμένου Ξέρξη κι οι θρήνοι του χορού και του ίδιου του βασιλιά ολοκληρώνουν την εικόνα της εθνικής καταστροφής. Η επίκληση στο πνεύμα του Δαρείου δεν αποτελεί απλό εντυπωσιακό τέχνασμα, αλλά χρησιμοποιείται από το δραματουργό για να διατυπωθεί από το στόμα του γέρου μονάρχη ο υπέρτατος ηθικός νόμος.όπου ο αγγελιαφόρος διηγείται στη μητέρα του Ξέρξη και στο χορό, που αποτελείται από επιφανείς Πέρσες γέροντες, την ήττα του πολυάριθμου περσικού στρατού. Είναι έργο κατ' εξοχήν εθνικό και πατριωτικό.


   γ) "Επτά Επί Θήβαις" (467 π.Χ.). Είναι το 3ο μέρος μιας 3λογίας, που αναφέρεται στη μοίρα των Λαβδακιδών. Τ' άλλα 2 μέρη ήταν ο "Λάιος" κι ο "Οιδίπους". Η πλοκή είναι κι εδώ απλή, αλλά το έργο δεν αρχίζει με τον χορό παρά με μια προλογική σκηνή. Η τραγωδία προχωρεί βαθμιαία προς την κορύφωσή της: την απόφαση του Ετεοκλή να υπερασπίσει τη Θήβα εναντίον των 7 αρχηγών στους οποίους περιλαμβάνεται κι ο αδελφός του Πολυνείκης. Τελικά η κατάρα του Οιδίποδα φέρνει το φρικτό της αποτέλεσμα, τα δυο αδέλφια αλληλοσκοτώνονται, αλλά η πόλη σώζεται από την καταστροφή. Το νόημα της τραγωδίας είναι ότι η ακατάσχετη δύναμη της πατρικής κατάρας συντρίβει τα δυο παιδιά και μ' αυτό τον τρόπο φέρνει τον όλεθρο σ' όλο το γένος των Λαβδακιδών.

   δ) "Προμηθεύς Δεσμώτης" (μετά το 465 π.Χ.). 2ο μέρος μιας 3λογίας, που τραγωδία ήταν ο "Προμηθεύς Πυρφόρος" και ο "Προμηθεύς Λυόμενος". Σ' αυτήν, ο Προμηθέας κλέβει τη φωτιά από τον Όλυμπο και τη φέρνει στους ανθρώπους. Για την πράξη του αυτή τιμωρείται από το Δία, ο ευεργέτης αυτός της ανθρωπότητας, γιατί τόλμησε να παραβεί τις θεϊκές εντολές. Το έργο αρχίζει με τον Προμηθέα, δεμένο στον Καύκασο, να δέχεται τις επισκέψεις του χορού των Ωκεανίδων, του ίδιου του Ωκεανού, της Ηώς και τέλος του Ερμή, που προσπαθεί να του αποσπάσει κάποιο μυστικό που απειλεί την εξουσία του Δία. Η δράση είναι ελάχιστη και το μεγαλύτερο μέρος της τραγωδίας καλύπτεται από τις αφηγήσεις του Προμηθέα και τις προφητείες του. Το τραγικό μεγαλείο του έργου βρίσκεται στην αδιάκοπη αντιπαράθεση της ακατανίκητης δυνάμεως του Δία από το ένα μέρος και της απαρασάλευτης θέλησης του Προμηθέα από το άλλο. Στο τέλος ο ήρωας βυθίζεται στα Τάρταρα για να συνεχιστεί εκεί το μαρτύριό του.

   ε) "Αγαμέμνων". Μαζί με τις τραγωδίες "Χοηφόροι" κι "Ευμενίδες" αποτελεί 3λογία (458 π.Χ.). Πρόκειται για τη γνωστή "Ορέστεια", που μετά την "Ιλιάδα" και την "Οδύσσεια" θεωρείται το μεγαλοπρεπέστερο μνημείο των ελληνικών γραμμάτων. Η Κλυταιμνήστρα δολοφονεί το σύζυγό της, μόλις αυτός γυρνά από τη Τροία στις Μυκήνες. Η διαγραφή των χαρακτήρων εδώ είναι πιο πολύπλοκη. Η προσπάθειά της να μπει στο μοιραίο λουτρό διαγράφεται αριστοτεχνικά, ενώ ακόμη και τα λιγότερο σημαντικά πρόσωπα του έργου διαγράφονται πιο φυσικά, πιο ανθρώπινα.

   στ) "Χοηφόροι". Περιλαμβάνει μιαν αναγνώριση κι ένα δόλο. Κύριο θέμα εδώ είναι η εκδίκηση. Η Κλυταιμνήστρα κι ο Αίγισθος δολοφονούνται από τον Ορέστη, που έτσι εκδικείται τον άδικο θάνατο του πατέρα του. Με τη βοήθεια της αδελφής του Ηλέκτρας, που τον αναγνωρίζει, πετυχαίνει τελικά το σκοπό του. Γίνεται όμως συνάμα και μητροκτόνος. Ο χορός αποτελείται από Τρωάδες που φέρουν χοάς (σπονδές) στον τάφο του Αγαμέμνονα. Η πιο αριστοτεχνική σκηνή του έργου είναι όταν τα δυο αδέλφια, μαζί με το χορό, καλούνε σε βοήθεια το πνεύμα του νεκρού Αγαμέμνονα.

   ζ) "Ευμενίδες". Είναι ένα έργο θεών. Όλα τα πρόσωπα, ακόμη κι ο χορός, ανήκουν στον κόσμο των θεοτήτων. Η τραγωδία είναι γεμάτη από εντυπωσιακές κι εκπληκτικά ποικίλες σκηνές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο χορός των Εριννύων γύρω από τον Ορέστη, όταν τραγουδάνε τα μαγικά τους τραγούδια ή όταν, στο τέλος εμφανίζεται η Αθηνά στη δίκη που γίνεται στον 'Αρειο Πάγο. Αποτελεί τη κάθαρση. Ο δολοφόνος της μητέρας του Ορέστης καταδιώκεται από τις Εριννύες (τύψεις). Στους Δελφούς, όπου καταφεύγει, παραπέμπεται στον 'Αρειο Πάγο της Αθήνας. Στη δίκη οι δικαστές ισοψηφούν κι ο Ορέστης αθωώνεται με τη ψήφο της Αθηνάς, που 'ναι υπέρ του κατηγορουμένου, αλλά οι Εριννύες εξοργίζονται για την απόφαση αυτή, που ευνοεί το μητροκτόνο. Στο τέλος η Αθηνά εξευμενίζει τις περίεργες αυτές θεότητες που μεταβάλλονται σε Ευμενίδες.

                            Ρητά Του Αισχύλου


   "Μη προς κέντρα λακτίζειν". (Μη πας γυρεύοντας. "Αγαμέμνων")
   "Δεν υπάρχει χειρότερο κακό από τα ωραία λόγια που σε ξεγελάνε".
   "Νυν υπέρ πάντων αγών". ("Πέρσες")
   "Όταν κανείς ακούει μόνο τη μια παράταξη, δε μαθαίνει παρά μόνο τη μισή αλήθεια".
   "Σοφός είναι ο άνθρωπος που ξέρει χρήσιμα πράγματα όχι κείνος που ξέρει πολλά".

   "Το αισχρότερο ελάττωμα είναι να καλλωπίζετε τη σκέψη σας, με τη βοήθεια της αισχρότατης υποκρισίας".

   "Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει μνήμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας, αλκήν δι' ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος αν είποι και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος". ("Τον Αθηναίο Αισχύλο, γιο του Ευφορίωνα, σκεπάζει τούτο το μνήμα, που πέθανε στη σιτοφόρο Γέλα. Για την εξαιρετικήν ανδρεία του μάρτυρες, το Μαραθώνιον 'Αλσος κι ο πυκνομάλλης Πέρσης, που τη γνώρισεν απ' τη καλή").


--------------------------------------------------------------------------------------------
 

                                    Πέρσες                  472 π.Χ.

ΠΡΟΣΩΠΑ του ΕΡΓΟΥ

ΧΟΡΟΣ
Γέροντες άρχοντες της Περσίας)
ΑΤΟΣΣΑ : (Βασίλισσα, γυναίκα του Δαρείου, μητέρα του Ξέρξη)
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
ΦΑΝΤΑΣΜΑ του ΔΑΡΕΙΟΥ
ΞΕΡΞΗΣ

                                         ΥΠΟΘΕΣΗ του ΕΡΓΟΥ

     (Ο βασιλιάς των Περσών, Ξέρξης, έχει φύγει με όλο του το στράτευμα για να κατακτήσει την Ελλάδα. Έχει περάσει καιρός και επειδή δεν φτάνουν μηνύματα από την εκστρατεία, στην Περσία άρχισαν να ανησυχούν. Οι πρεσβύτεροι μαζεύονται έξω από τα ανάκτορα και υπολογίζοντας το μέγεθος του στρατού εκφράζουν και τους ενδόμυχους φόβους τους. Βγαίνει η βασίλισσα Άτοσσα, η μητέρα του Ξέρξη και τους ζητά συμβουλή για ένα τρομακτικό όνειρο που είδε το προηγούμενο βράδυ. Όμως την ίδια στιγμή εμφανίζεται ένας αγγελιοφόρος του περσικού στρατεύματος και επιβεβαιώνει με τον χειρότερο τρόπο τους φόβους όλων αρχίζοντας να διηγείται το μέγεθος της καταστροφής των Περσών στην ναυμαχία της Σαλαμίνας πρώτα και μετά στο δρόμο της επιστροφής για την χώρα τους..
    
Αξίζει να προσέξουμε τον ευγενικό τρόπο με τον οποίο ο Αισχύλος χειρίζεται το θέμα της μεγάλης νίκης των Αθηναίων και αντίστοιχα της μεγάλης ήττας των Περσών, χωρίς περιττούς κομπασμούς υπεροχής, αλλά με το μεγαλείο και την επίγνωση του άξιου και δίκαιου νικητή
).

ΧΟΡΟΣ
Είμαστε οι σεβάσμιοι γέροντες. Έμπιστοι του στρατού των Περσών, που εκστράτευσε στην Ελλάδα. Και οι φύλακες του θησαυρού του πλούσιου παλατιού. Ο ίδιος ο βασιλιάς Ξέρξης -ο γιος του Δαρείου- μας διάλεξε. Για να φροντίζουμε την χώρα. Όμως για την επιστροφή και του βασιλιά και του στρατού του χρυσαρμάτωτου τώρα τρέμει η ψυχή μου σαν να προαισθάνεται κακό. Αλαφιάζεται μέσα μου. Γιατί όλης της Ασίας η δύναμη έφυγε και για τα νιάτα αυτά αναστενάζω -κι ούτε πεζός ούτε ιππέας φέρνει νέα σ’ αυτήν εδώ την πόλη, την πρωτεύουσα της Περσίας. Τα Σούσα και τα Εκβάτανα και το Κίσσιο – το πανάρχαιο κάστρο όλοι τα άφησαν. Έφυγαν. Άλλοι Πεζοί, άλλοι. Ιππείς και άλλοι με καράβια. Σχηματίζοντας έναν πολυάριθμο στρατό. Έτσι κι ο Αρταφέρνης και ο Αρμίστρης, ο Μεγαβάτης και ο Αστάσπης, αρχηγοί των Περσών, υπακούοντας στον μεγάλο Βασιλιά μας, βασιλιάδες πιστοί, έγιναν αρχηγοί στρατιάς μεγάλης. Κινήσαν τοξοφόροι δεινοί και ιππείς. Φοβερό θέαμα να τους βλέπεις. Μαχητές μεγάλοι κι η καρδιά τους γεμάτη με τον πόθο της δόξας. Ο Αρτεμβάρης, με τα δυνατά του άλογα και ο Μασίστρης και των τοξοτών ο γενναίος Ιμαίος και ο Φαρανδάκης και ο Σοσθάνης που οδηγεί με τα γρήγορα άλογά του την πομπή αυτή. Και άλλους μας έστειλε ο μεγάλος Νείλος ο πολύτροφος. Ο Σουσικάνης και της Αιγύπτου ο βλαστός ο Πηγαστάτωνας και ο άρχοντας της ιερής Μέμφιδας ο μέγας Αρσάμης και της πανάρχαιας Θήβας ο Αριόμαρδος και μεγάλο πλήθος από άντρες – όλοι δεινοί κωπηλάτες. Και ακολουθούν αρίθμητοι καλοζωισμένοι Λυδοί και άλλοι λαοί, στεριανοί. Που οδηγούνται από τους αρχηγούς τους, τον Μητρογάβη και το γενναίο Αρκτέα – βασιλιάδες μεγάλους. Και οι πλούσιες, πολύχρυσες Σάρδεις πίσω τους. Ορμούν με δίζυγα και τρίζυγα άρματα. Θέαμα που σε γεμίζει τρόμο. Και του ιερού Τμώλου οι άντρες καυχιούνται πως θα βάλουν ζυγό σκλαβιάς στην Ελλάδα. Ο Μάρδων κι ο Θάρυβης – λόγχης αμόνια και ακοντιστές Μυσοί.. Και η Βαβυλώνα η πάμπλουτη στέλνει στρατό σαν ποτάμι βουίζοντας, οπλισμό καραβιών και τοξότες αλάθητους. Κι απ’ όλη την Ασία στρατοί σπαθοφόροι με τον βασιλιά τους. Το άνθος της χώρας ολόκληρο έφυγε. Η γη της Ασίας που τους ανάθρεψε αναστενάζει στην απουσία τους. Οι γονείς και οι γυναίκες τους μέρα τη μέρα μετράνε και αγωνιούν. Πέρασε πια ο βασιλικός στρατός μας, ο καστροκαταλύτης, στην απέναντι γείτονα χώρα, με γεφύρι σχοινόδετο τον Ελλήσποντο ζεύοντας, φτιάχνοντας ξυλοκάρφωτο πέρασμα στο σβέρκο του Πόντου. Της μεγάλης Ασίας ο ανίκητος άρχοντας σ’ όλη τη γη απλώνει το θείο στρατό του και από την στεριά με πεζούς και από τη θάλασσα με καράβια. Και για όλα είναι περήφανος. Σαν παιδί χρυσογέννας, σαν ισόθεος. Με άγρια μάτια σαν δράκου φονιά. Βλέποντας και στρατό και καράβια και έχοντας άρμα Σύριο. Σε δοξασμένους ορμάει σαν Άρης τοξευτής. Κανείς δεν θ’ αντέξει σ’ αυτή λαοθάλασσα του στρατού ενάντια να φράξει με οχυρά το ανίκητο πέλαγος. Των Περσών ο λαός κι ο στρατός ο δυνατός δε νικιέται. Του θεού την απάτη την άλυτη, ποιος θνητός θα τη λύσει; Ποιος με γερό πόδι πηδώντας θα ξεφύγει; Με τη γλυκειά της μορφή, στην αρχή τον ξεγελά η Άτη τον άνθρωπο. Και τον ρίχνει στα δίχτυα. Απ’ αυτά δεν υπάρχει διαφυγή για τον θνητό. Από τα πολύ παλιά χρόνια η Μοίρα από τους θεούς έχει ορίσει τους Πέρσες να είμαστε άριστοι ιππείς, να κυριεύουμε και να ρίχνουμε κάτω τα κάστρα. Και της πλατειάς θάλασσας έμαθαν ν’ ανεβαίνουν στα ψηλά από τον άγριο άνεμο κύματα. Σίγουροι για τα μεγάλα καράβια, και τα ξάρτια τους. Γι' αυτό τη ψυχή μου την παίρνει ο φόβος. Μήπως ηχήσει στα Σούσα τα έρημα
«Ωω! Ο στρατός των Περσών!». Και το Κίσσιο κάστρο αντηχήσει από το θρήνο. Και φωνάξουν αυτόν το θρήνο γυναίκες και μητέρες. Και στους κόκκινους τους χιτώνες αρχίσουν μπήγονται τα νύχια. Γιατί οι ιππείς και οι πεζοί σα σμάρι μελισσών με τον αρχηγό του έφυγαν. Πέρασαν το Στενό του πελάγου απλώνοντας γέφυρα. Τώρα τα κρεβάτια τους βρέχουν με τα δάκρυά τους οι Περσίδες αποζητώντας τα ταίρια του. Ξεπροβόδισαν όλες τους πολεμόχαρους άντρες τους. Και μένουν ολομόναχες. Αλλά ελάτε τώρα σεβάσμιοι γέροντες Πέρσες, εδώ στο αρχαίο προστύλιο ας ανταλλάξουμε την έγνοια μας με περίσκεψη -η ανάγκη το απαιτεί. Τι τύχη να έχει ο Ξέρξης ο βασιλιάς ο Δαρειογέννητος; Ποιο από τα δυο να νίκησε, της σαΐτας το τόξο ή της ατσάλινης λόγχης η δύναμη;

(Απ' τη πύλη των ανακτόρων βγαίνει η βασίλισσα Άτοσσα η μητέρα του Ξέρξη)

Α! Όπως το φως από μάτι του Θεού έρχεται η Μάνα του μεγάλου βασιλιά μας. Και δική μας Μάνα. Προσπέφτω. Σεβασμό της οφείλουν τα λόγια μας.

(Η Άτοσσα πλησιάζει)

Των όμορφων Περσίδων υπέρτατη Βασίλισσα. Σεβάσμια μάνα του Ξέρξη, Χαίρε, του Δαρείου γυναίκα. Ταίρι θεού. Και μάνα θεού. Αν η τύχη του στρατού μας ακόμα δεν άλλαξε.

ΑΤΟΣΣΑ
Γι’ αυτό άφησα του παλατιού τα χρυσοστόλιστα δωμάτια και του Δαρείου και τον δικό μου κοιτώνα και ήρθα εδώ. Έγνοια με τρώει. Μια προαίσθηση. Μήπως ο πλούτος κλωτσήσει και ρίξει κάτω την ευτυχία μας. Που με χέρι Θεού ο Δαρείος την έστησε. Γι’ αυτό η έγνοια μου είναι διπλή και ανείπωτη. Ούτε ο πλούτος αξίζει μόνος του είναι άχρηστος. Μήτε ο άνθρωπος λάμπει αντάξια δίχως αυτόν. Πλούτος υπάρχει στο παλάτι. Απείραχτος. Αλλά για το Μάτι του παλατιού φοβάμαι. Μάτι θεωρώ την παρουσία του Αφέντη. Γι’ αυτό θέλω την έμπιστη γνώμη σας. Στη γνώμη σας πατάει η σωστή μου απόφαση.

ΧΟΡΟΣ
Να το ξέρεις Βασίλισσα. Για λόγο ή έργο που θέλει τη γνώμη μου πρόθυμος είμαι. Και αυτός είναι ο ρόλος μου. Φίλοι και σύμβουλοι είμαστε. Πες.

ΑΤΟΣΣΑ
Με όνειρα ζω τις νύχτες. Συνέχεια. Από τότε που ο γιος μου πήρε στρατό και εκστράτευσε στη χώρα των Ιώνων να την κατακτήσει. Αλλά κανένα άλλο τόσο φανερό όσο αυτό – τη νύχτα που πέρασε – δεν είδα άλλο. Θα σας το πω. Είδα δυο γυναίκες μπροστά στολισμένες. Η μια με πέπλους Περσικούς, η άλλη με Δωρικούς και στο παράστημα και στη μορφή απ’ τις σημερινές ξεχώριζαν. Ήταν αδελφές από το ίδιο γένος. Στη μια τύχη κληρώθηκε πατρίδα την Ελλάδα να έχει, στην άλλη βαρβαρική χώρα. Αλλά κάτι είχαν μεταξύ τους, έβλεπα που μάλωναν, και τότε ο γιος μου, μαθαίνοντάς το, τις έπιασε, να τις βάλει υποζύγια στο άρμα του, και περνούσε χαλινάρια στους αυχένες τους για να ημερέψουν. Τότε η μια τα δέχτηκε τα χαλινάρια, καμάρωνε σα να ήταν στολίδια. Η άλλη χτυπιόταν άρπαξε του δίφρου τα εξαρτήματα και τον έσυρε αχαλίνωτο. Τον έσπασε στα δυο. Έπεσε ο γιος μου και ο πατέρας του ο τότε, ο Δαρείος, παραστέκονταν κι έκλαιγε και από την ντροπή του. Ο Ξέρξης μόλις τον είδε έσχιζε τα ρούχα του. Αυτά είδα τη νύχτα. Και το πρωί που σηκώθηκα πήρα νερό από την όμορφη πηγή και προσφορές κρατώντας και πήγα στο βωμό να θυσιάσω στους θεούς να αποτρέψουν τα κακά. Και τότε είδα να φεύγει αετός προς το βωμό του Φοίβου και έχασα τη φωνή μου. Κατατρομαγμένη έμεινα. Ύστερα είδα ένα γεράκι σαΐτα που όρμησε πάνω του και με τα νύχια τον μάδαγε κι αυτός μάζεψε τα φτερά του. Και στέκονταν. Φοβερά όσα είδα, και για σας που ακούτε. Να το ξέρετε όμως καλά. Ο γιος μου αν νικήσει θα γίνει ξακουστός. Αν νικηθεί όμως, δε θα δώσει λόγο. Το ίδιο θα την αφεντεύει τη γη αυτή. Φτάνει να γυρίσει.

ΧΟΡΟΣ
Οι συμβουλές μας, μητέρα, ούτε θα σε φοβίσουν ούτε θα σου δώσουν θάρρος. Αν είδες κακό σημάδι, πρόσπεσε στους θεούς και ζήτα να αποτρέψουν το κακό. Αυτό πρώτα. Να τα γυρίσουν όλα προς στο καλό. Για όλους. Έπειτα να κάνεις χοές στη γη και στους νεκρούς. Και ζήτα απ’ τον Δαρείο τον άντρα σου, που είδες, να σας στέλνει χαρές απ’ τον κάτω κόσμο και της ζωής σας τα ενάντια να τα αφανίζει. Αυτά η ψυχή μου συμβουλεύει. Ολόψυχα. Και τέλος να έχουν όλα καλό. 

ΑΤΟΣΣΑ
Είστε οι πρώτοι που ακούσατε το όνειρο και με συμβουλέψατε καλά για το παλάτι και το γιο μου. Ας έχουν όλα καλή έκβαση. Όλα όσα είπατε θα τα κάνω στους θεούς και τους νεκρούς όταν γυρίσω στο παλάτι. Όμως θέλω να μάθω κι αυτό, φίλοι μου... Σε ποια μεριά της γης είναι η Αθήνα; 

ΧΟΡΟΣ
Μακριά. Στη δύση. Εκεί που δύει ο βασιλιάς Ήλιος.

ΑΤΟΣΣΑ
Και τη λαχτάρησε ο γιος μου να τη κατακτήσει;

ΧΟΡΟΣ
Γιατί όλη τη Ελλάδα θα γίνει τότε υπήκοος του βασιλιά. 

ΑΤΟΣΣΑ
Έχουν κι αυτοί πολύ στρατό όσο εμείς; 

ΧΟΡΟΣ
Τέτοιο που έκανε δεινά στους Μήδους.

ΑΤΟΣΣΑ
Τόξα βαστούν;

ΧΟΡΟΣ
Κοντάρι κι ασπίδα. Και μάχονται σώμα με σώμα. 

ΑΤΟΣΣΑ
Κι έχουν πλούτη στα σπίτια τους;

ΧΟΡΟΣ
Φλέβα ασήμι υπάρχει σ’ αυτούς. Θησαυρός της γης. 

ΑΤΟΣΣΑ
Ποιος τους εξουσιάζει και κυβερνά το στρατό; 

ΧΟΡΟΣ
Κανενός άνδρα δεν ονομάζονται δούλοι ούτε υπήκοοι.

ΑΤΟΣΣΑ
Και πως στέκονται οι άνδρες και πολεμούν τους εχθρούς; 

ΧΟΡΟΣ
Όπως και στο στρατό του Δαρείου αντίκρυ έμειναν και του προκάλεσαν πολλές φθορές. 

ΑΤΟΣΣΑ
Τα λόγια σου είναι τρομακτικά και πληγώνουν την καρδιά της μάνας.

(Στην άκρη της σκηνής τρέχοντας εμφανίζεται Πέρσης Αγγελιοφόρος)

ΧΟΡΟΣ
Αλλά νομίζω ότι όλη την αλήθεια θα τη μάθουμε γρήγορα. Από αυτόν τον Πέρση άνδρα που έρχεται τρέχοντας και φέρνει τα νέα. Σίγουρα. Καλά ή κακά.

Αγγελιαφόρος φτάνει ταραγμένος μπροστά στο χορό)

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Της Ασίας ολόκληρης χωριά και πόλεις! Γη της Περσίας του πλούτου λιμάνι! Ένα χτύπημα τα σώριασε όλα. Το άνθος της Περσίας χάθηκε. Ωι είναι κακό να φέρνεις πρώτος τα νέα για τη συμφορά! Αλλά είναι ανάγκη να πω όλα τα παθήματα, Πέρσες. Όλος ο βαρβαρικός στρατός μας καταστράφηκε. 

ΧΟΡΟΣ
Μαύρα. Μαύρα δεινά. Και χαμός ανήκουστος. Ωι Πέρσες κλάψτε ακούγοντας.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Όλα. Όλα τελείωσαν. Και γω τον ήλιο ανέλπιστα βλέπω.

ΧΟΡΟΣ
Ω! Ήταν γραφτό να ζήσω πολλά χρόνια! Για να δω το χαμό. Τον αβάσταγο.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Ήμουν μπροστά του ο ίδιος! Δεν τ’ άκουσα. Θα σας πω πως μας βρήκαν οι συμφορές.

ΧΟΡΟΣ
Αλίμονο, μεγάλα δεινά! Των τοξοφόρων, αμέτρητα πλήθη απ’ τη γη της Ασίας Αχ πήγαν στην Ελλάδα. Για να πεθάνουν.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Γεμίζουν από δυστυχισμένους νεκρούς της Σαλαμίνας οι ακτές. Κι όλος ο τόπος!

ΧΟΡΟΣ
Ωι Ωι. Κυματοδαρμένα σώματα φίλων Πνιγμένα. Τυλιγμένα χιτώνες. Στον αφρό και Στα έγκατα.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Τα τόξα τους είναι άχρηστα. Όλους τους έπνιξαν των τριηρών τα έμβολα. 

ΧΟΡΟΣ
Κλάψτε φρικτά για τους δύστυχους με θρηνητική φωνή. Όλα των Περσών οι θεοί τα ανάτρεψαν. Καταστράφηκε ο στρατός μας.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Ωι Σαλαμίνα εχθρικό όνομα δεν θέλω να το ακούω. Φρικτή ανάμνηση της Αθήνας.

ΧΟΡΟΣ
Μισητή η Αθήνα στους δύστυχους! Στην ψυχή μου καρφώθηκε Τις Περσίδες ορφάνεψε από γιους κι από άντρες.

ΑΤΟΣΣΑ
Αυτή η συμφορά δεν έχει άλλη όμοια. Έμεινα άφωνη. Ούτε να σιωπήσω μπορώ αλλά ούτε να ρωτήσω τα πάθη μας. Όμως πρέπει οι θνητοί να τ’ αντέχουν αυτά που οι θεοί στέλνουν. Κράτα τώρα την καρδιά σου. Και πες. Ανιστόρησε. Ποιος σώθηκε; Ποιον αρχηγό να κλάψουμε που ταγμένος πρώτος, ο χαμός του τον στρατό μας αφάνισε;

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Ο Ξέρξης ο ίδιος ζει και βλέπει το φως...

ΑΤΟΣΣΑ
Φως ο λόγος στο παλάτι μας! Άσπρη μέρα σε θεοσκότεινη νύχτα αιώνια!

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Ο Αρτεμβέργης ο δυνατός αρχηγός με τα χίλια άλογα στις κοφτερές ακτές των Σιληνιών χτυποδέρνεται. Τον μεγάλο χιλίαρχο Δαδάκη κοντάρι τον πήρε απ’ το καράβι. Κι ο Τεναγώνας ο πρώτος των Βακτρίων στριφογυρνά στη θάλασσα της Σαλαμίνας του Αίαντα. Ο Λίλαιος κι ο Αρσάμης κι ο Αργήστης οι τρεις, στους βράχους του νησιού χτυπιώνται. Κι ο Φαρνούχος, του Νείλου ο γείτονας κι ο Αρκτέας κι ο Αδεύης κι ο Φερισεύης μαζί. Στο ίδιο καράβι μαζί βούλιαξαν. Ο Μάταλλος, δέκα χιλιάδες ορίζοντας, η πλούσια ξανθιά του γενειάδα χρωματίστηκε κόκκινη πέφτοντας. Κι ο Μάγος ο Άραβος και Αρτάβης ο Βάκτριος -ο αρχηγός των τριών χιλιάδων μαύρων ιππέων- στην ξέρα έπεσε κι εκεί θάφτηκε. Κι ο Αμίστρης κι ο Αμφιστρέας -παίκτης κονταριού αντροκτόνου κι ο γενναίος Αριόμαρδος που έριξε τις Σάρδεις στο πένθος, κι ο Σεισάμης των Μυσών κι ο Θάρυβης, αρχηγός πέντε φορές πενήντα καραβιών θρέμμα της Λύρνας -γερός κι ωραίος- κακήν κακώς πάει. Κάτω κείτεται. Κι ο Συένεσης, της Κιλικίας ο άρχοντας ο πρώτος στη τόλμη. Σε πλήθος ενάντια τρισδόξαστος έπεσε. Αυτά για τους άρχοντες. Όσα θυμήθηκα. Μύριες είναι οι συμφορές, τις λίγες σας είπα. 

ΑΤΟΣΣΑ
Ωι τα μεγαλύτερα κακά ακούω! Σπαραγμός και ντροπή μας τους Πέρσες! Πες όμως για τους Έλληνες. Τόσα καράβια είχαν, που τόλμησαν ν' αντιβγούνε στον περσικό στρατό; Μπήγοντας έμβολα;

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Αν ήταν για τον αριθμό, θα νικούσαμε, βασίλισσα. Όλα τους τα πλοία στα τριακόσια θα έφταναν -και τα δέκα ήταν τα καλύτερα. Ο Ξέρξης χίλια είχε κι άλλα διακόσια επτά που ήταν πολύ γρήγορα. Αυτοί ήταν οι αριθμοί. Δε χάσαμε όμως για τους αριθμούς. Κάποιος δαίμονας μας ρήμαξε. Τη χτύπησε τη ζυγαριά την έκλινε στο μέρος τους. Θεοί τη σώζουν την πόλη της Παλλάδας.

ΑΤΟΣΣΑ
Ακόμα η Αθήνα είναι απόρθητη;

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Άντρες άμα έχει, έχει κάστρο άπαρτο.

ΑΤΟΣΣΑ
Πες για τα καράβια.. Πως άρχισαν; Οι Έλληνες πρώτοι ή ο γιος μου σίγουρος για τον εαυτό του; 

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Πρώτος άρχισε, δέσποινα, με την οδηγία κάποιου κακού πνεύματος ή κάποιου θεού . Ήρθε απ’ το στρατό των Αθηναίων ένας στο γιο σου κι είπε:

«Όταν απλώσει η νύχτα το σκοτάδι θα ξεφύγουν οι Έλληνες. Θα πιάσουν τα κουπιά και κρυφά θα σκορπιστούν για να σωθούν. Όπως όπως».

Και μόλις τ’ άκουσε ο Ξέρξης, χωρίς να σκεφτεί δόλο του Έλληνα ή φθόνο θεού φώναξε τους ναύαρχους όλους και πρόσταξε:

«Όταν πάψει ο Ήλιος να καίει το χώμα και υψωθεί το σκοτάδι, να παρατάξτε τα καράβια σας να φράξετε το δρόμο σε τρεις σειρές. Πυκνά. Και μ’ άλλα να κυκλώσετε γύρω από το νησί του Αίαντα. Και να φυλάτε τα στενά και τα περάσματα. Αν απ’ τον κλοιό και το χαμό σωθούν οι Έλληνες βρίσκοντας δρόμο τα καράβια, πήρα απόφαση. Θα πεθάνετε».

Έτσι τους είπε. Βέβαιος κι ανύποπτος -δεν ήξερε οι θεοί τι μελετούσαν. Και την ίδια ώρα οι Έλληνες ήρεμα και πειθαρχημένοι ετοίμαζαν να φάνε. Οι ναύτες περνούσαν τα κουπιά στους σκαρμούς και μετά που έδυσε ο ήλιος κι η νύχτα ερχόταν πέρασαν όλα τα καράβια σε σχηματισμούς. Παρακινούσαν και κρατούσαν τη τάξη όπως ορίστηκε ο καθένας. Προχωρούσε η νύχτα και τελείωνε κι αυτοί πουθενά δε δοκίμασαν να φύγουν. Κι όταν ξημέρωσε, όταν ανέβηκε το άρμα της ημέρας τότε απ’ τα καράβια τους αντήχησε χαρούμενη βοή σαν τραγούδι και τα βράχια γύρω αντιλάλησαν. Φόβος μας έπιασε που γελαστήκαμε. Δεν ήταν το τραγούδι τους ήχος φυγής. Παιάνας ήταν. Να ορμήσουν. Κι οι σάλπιγγες τους φλόγιζαν τα κουπιά αμέσως τότε ακούστηκε το σύνθημα. Και τα καράβια ήρθαν γρήγορα μπροστά μας. Πρώτη προχώρησε η δεξιά πλευρά. Αλφαδιασμένα. Και όλα τα άλλα πίσω τους. Κι αντήχησε τότε μυριόστομο:

«Παιδιά της Ελλάδας προχωράτε, λευτερώστε την Πατρίδα. Λευτερώστε τα παιδιά, τις γυναίκες, τους βωμούς των πατρώων θεών, και των προγόνων τους τάφους. Τώρα είναι ο Αγώνας για όλα».

Τότε και μεις αρχίσαμε να φωνάζουμε δυνατά στα περσικά, απάντηση στην κραυγή τους. Και δεν υπήρχε ώρα για καθυστερήσεις. Οδηγήσαμε τα καράβια μας κοντά στα δικά τους. Το εμβόλισμα το άρχισε ένα Ελληνικό σ’ ένα Φοινικικό. Μπερδεύτηκαν κουπαστές και πρύμνες. Τα συνέτριψε. Και τότε έγινε ολοκληρωτική επίθεση. Στην αρχή άντεχαν οι γραμμές μας. Μα όταν πύκνωσαν τα καράβια στο στενό φράκαραν όλα. Έπεφταν το ένα στ’ άλλο. Άνοιγαν οι πρώρες σπάζαν τα κουπιά. Μεταξύ μας βυθιζόμασταν. Και τότε τα Ελληνικά έτρεχαν γύρω μας με τέχνη και γρηγοράδα. Μας χτυπούσαν. Άνοιγαν τα καράβια μας και θάλασσα δεν φαίνονταν. Γεμάτη κορμιά πνιγμένων και ναυάγια. Και σαν μυρμήγκια στις παραλίες οι νεκροί. Τότε όσα μας έμειναν άρχισαν να φεύγουν. Μα τότε αυτοί σα να καμάκιζαν τρεχόψαρα ή να’σερναν τρανή ψαριά μας χτυπούσαν με τα κουπιά τους και με κομμάτια άρμενα μας τσάκιζαν τις ραχοκοκαλιές και βογκούσε όλη η θάλασσα από τα κλάματα και τον πόνο. Όλη τη μέρα ώσπου νύχτωσε. Δέκα μέρες να μιλούσα για τα κακά που πάθαμε δε θα τα τέλειωνα όλα. Να το πω έτσι. Τόσοι νεκροί σε μια μέρα μέσα ποτέ δε ξανάγινε.

ΑΤΟΣΣΑ
Ωι ! Μεγάλο πέλαγος κακού χύθηκε πάνω στους Πέρσες και σε όλο το βαρβαρικό γένος!

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Ούτε τα μισά βασίλισσα δεν είπα. Η συμφορά που ακολούθησε ήταν τρισχειρότερη!

ΑΤΟΣΣΑ
Ποιο κακό μπορεί να είναι χειρότερο; Συνέχισε. Τι χτύπησε το στρατό μας με μεγαλύτερη δύναμη; 

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Όσοι από τους Πέρσες ήταν γεροί κι από γενιά με ψυχή και πιστοί στο βασιλιά απ’ τους πρώτους άδοξος φριχτός χαμός τους πήρε όλους.

ΑΤΟΣΣΑ
Ωι Ωι. Κατάντια τρισδύστυχη κακής συμφοράς! Πως ; Πες. Πως χάθηκαν; 

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Μπροστά στη Σαλαμίνα είναι ένα ξερονήσι χωρίς αραξοβόλι και στις ακτές του μόνο ο Πάνας βακχεύει. Σ’ αυτό ο Ξέρξης έστησε γενναίους πιστούς του ώστε όσοι από τους Έλληνες αράζουν ναυαγοί να τους σκοτώνουν έτσι ανίσχυρους και τους δικούς μας να τους σώζουν στα στενά τα παράλια. Δεν πρόβλεψε σωστά όμως. Τα αντίθετα έγιναν. Αυτοί με τη νίκη που τους έδωσαν οι θεοί στο χέρι έβγαιναν απ’ τα καράβια πάνοπλοι. Και πατούσαν στο νησί. Το κύκλωναν και οι δικοί μας δεν είχαν που να φύγουν. Οι σαΐτες και οι πέτρες τους χτυπούσαν. Τους χαντάκωναν και στο τέλος όρμησαν τους κομμάτιαζαν τις σάρκες και τους αφάνιζαν όλους. Και ο Ξέρξης τότε είδε τον μέγεθος της συμφοράς και έβγαλε φωνή -δίπλα στ’ ακροθαλάσσι κάθονταν, σ’ ένα ύψωμα, κι έβλεπε όλο το στρατό του. Έσκισε τα ρούχα του τα βασιλικά. Έβγαζε γοερές κραυγές. Και ξαφνικά πρόσταξε στο στρατό ξηράς να τραπεί σε φυγή. Και τράπηκε ο στρατός. Τέτοια είναι η συμφορά πάνω στην πρώτη. Για θρήνο.

ΑΤΟΣΣΑ
Ωι Άγριε Δαίμονα. Άγρια τους κατάστρεψες τους Πέρσες! Αχ Μαραθώνα! Ο χαλασμός σου δεν έφτασε! Γι’ αυτόν λογαριάζοντας ο γιος μου να πάρει εκδίκηση βουνά συμφορές σώριασε πάνω του. Πες όμως. Πες. Τα καράβια που σώθηκαν που τ’ άφησες; Ξέρεις να πεις;

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Όσα σώθηκαν πιάσαν ευνοϊκό αγέρα και φύγαν! Όπως όπως. Ο άλλος μας όμως στρατός στη Βοιωτία χανόταν. Άλλοι δίπλα στις βρύσες πριν ξεδιψάσουν. Άλλοι στο δρόμο. Απ’ την τρεχάλα τους ξέπνοοι. Περάσαμε μετά στη Δωρίδα και στον Μαλιακό, όπου ο Σπερχειός με τα γλυκά νερά του ποτίζει τον κάμπο. Κι από εκεί μας δέχτηκε η γη των Αχαιών κα τα χωριά της Θεσσαλίας. Πεινασμένους. Κι από πείνα και δίψα πολλοί πέθαιναν. Και τα δυο μας κυνηγούσαν. Μετά περάσαμε στη Μαγνησία, φτάσαμε στη Μακεδονία, στον Αξιό, και στους βάλτους και τις καλαμιές της Βόλβης και στο Παγγαίο όρος και στη γη της Ηδωνίδας. Εκεί τη νύχτα ο θεός ξαφνικά έριξε κρύο μεγάλο, ο Στρυμόνας πάγωσε και τότε εκεί όποιος δεν πίστευε θεό τώρα προσεύχονταν και προσκυνούσε και παρακαλούσε Ουρανό και Γη. Και όταν ο στρατός τέλειωσε τα προσκυνήματα άρχισε να περνά το ποτάμι. Πάνω στον πάγο. Και τότε όσοι πέρασαν πριν να σκάσουν οι ακτίνες του Ήλιου σώθηκαν. Αλλά του Ήλιου, οι ακτίνες του φλόγα έβγαζαν και έμπαιναν στου πάγου τα σπλάχνα έως μέσα. Τον έλιωναν. Και έπεφταν τότε ο ένας με τον άλλον και βούλιαζαν και όποιος πνίγονταν αμέσως ήταν τυχερός. Όσοι σωτηρία έτυχαν και πέρασαν στη Θράκη και γλίτωσαν κι απ’ αυτήν με τα πολλά -όχι πολλοί- αυτοί έφτασαν στην πατρική γη για να στενάζει η πατρίδα μας να λαχταρά τα αγαπημένα της χαμένα νιάτα. Αυτή είναι η αλήθεια Βασίλισσα. Και πολλά απ’ τα δεινά που σώριασε στους Πέρσες ο θεός αυτά δεν τα λέω. 

ΧΟΡΟΣ
Δαίμονα. Βαρύς με τα πόδια σου πήδησες πάνω στην Περσία όλη. Την καταπάτησες. 

ΑΤΟΣΣΑ
Χαραμίστηκε ο στρατός μας! Τελείωσε! Αχ! Της νύχτας μου όνειρα καθαρά τις συμφορές μου τις είπατε. Λάθος. Λάθος τα εξηγήσατε όλοι σας. Μου είπατε όμως τι να κάνω. Και θέλω να προσπέσω στους θεούς και να πάρω να φέρω προσφορές στους νεκρούς και στη γη μας. Ξέρω. Όλα αυτά είναι πράγματα τελειωμένα αλλά μακάρι στο μέλλον να μας έρθουν καλύτερα. Για όσα μας βρήκαν τώρα πιστοί στους πιστούς να σταθείτε. Και στο γιο μου -αν γυρίσει πριν έρθω- παρασταθείτε του. Συνοδέψτε τον μέσα μη προσθέσει συμφορά στις συμφορές μας.

(Η βασίλισσα Άτοσσα μπαίνει στα ανάκτορα)

ΧΟΡΟΣ
Δία Βασιλιά, τώρα της Περσίας της μεγάλης, περήφανης, το στρατό τον κατάστρεψες. Τα Σούσα και τα Εκβάτανα στο πένθος το μαύρο και βαρύ τα βύθισες. Οι Περσίδες τα πέπλα τους ξεσκίζουν και κλαιν και ποτάμι δάκρυα χύνουν χτυπώντας τα στήθια τους και μετέχοντας στο κοινό το πένθος. Οι νιόπαντρες τώρα που λαχταρούσαν να δουν τους συζύγους τους θα μείνουν μόνες. Της αγάπης την κλίνη -τη χαρά της ηδονόλατρης νιότης - τη χάσανε. Και κλαιν ατελείωτα. Κι εγώ το χαμό των χαμένων βαρύπενθα μοιρολογώ. Όλη η γη της Ασίας κλαίει και έχει ερημώσει. Τους πήρε ο Ξέρξης τους χάλασε ο Ξέρξης όλα ο Ξέρξης τα σώριασε άμυαλα. Πάνω στα πλοία! Μήπως κι ο Δαρείος ο τοξομάχος προστάτης τότε, τη χώρα δε σάρωσε; Τους πεζούς και τους ναύτες τα λινοφτέρουγα μαύρα καράβια τους έφεραν. Αχ! Τα καράβια τους χάλασαν. Αχ! Τα καράβια με τα έμβολα που τα πάντα ρημάζουν. Κι απ’ των Ιώνων τα χέρια ο βασιλιάς μας ο ίδιος μόλις που ξέφυγε στους κάμπους της Θράκης και στους δυσπέραστους δρόμους της. Κι όσους πρώτους, αλίμονο, τους άρπαξε μοίρα, στις ακτές της Κυχρείας αχ, ξεβράζονται. Στέναζε, σπάραζε. Γέμιζε θρήνο πικρό τα ουράνια. Αχ! Φώναξε, φώναξε με κραυγή σπαρακτική. Δαγκωμένους, από την άγρια θάλασσα, αλίμονο, τους σκίζουν κομμάτια φευ, τα σκυλόψαρα. Αχ, κλαίνε τους χαμένους τα έρημα τα σπίτια. Γονείς έμειναν χωρίς τα παιδιά τους. Πάθη μοιρόγραφτα. Αχ! Κλαίνε ακούγοντας τη φρίκη την τελειωτική. Οι λαοί της Ασίας σε λίγο δεν θα υπακούν την Περσία. Δεν θα πληρώνουν τους αναγκαίους φόρους Ούτε στη γη θα σκύβουν προσκυνώντας. Του βασιλιά η ισχύς όλη κατέρρευσε. Ούτε τη γλώσσα θα κρατούν οι θνητοί. Λύθηκε πια. Πάει. Θα φωνάζουν ελεύθερα. Σπασμένα ο ζυγός και τα χαλινάρια. Των Περσών τη δύναμη την κρατάει. του Αίαντα το φημισμένο νησί.

(Απ’ την πύλη βγαίνει η Άτοσσα. Κρατάει στα χέρια της χοές)

ΑΤΟΣΣΑ
Όποιος συμφορές είδε και γνώρισε ξέρει ότι όταν ξεσπά του κακού ο στρόβιλος όλοι είναι καχύποπτοι. Και μετά που ξαστερώνει η τύχη όλοι πιστεύουν ότι πρίμος θα πνέει πάντα ο άνεμος. Έτσι κι εγώ. Γεμάτη φόβο είμαι. Όλα τα βλέπω σημάδια κακού. Απ’ το θεό βόμβος κακής απειλής ηχεί μες στ’ αφτιά μου. Τέτοια ταραχή κακού με παίρνει. Γι’ αυτό τώρα πάω αυτές τις χοές -χωρίς πομπές και μεγαλεία όπως πρώτα- στον πατέρα του γιου μου. Να τον εξευμενίσω. Καλό άσπρο γάλα από άζευτη γελάδα, στάλες μέλισσας διάφανες και παρθένας πηγής τρεχούμενο νερό και καθαρό άμειχτο κρασί άγριας κληματίδας αμπελιού παλιού ξεφάντωμα, και καρπό μυρωδάτο ξανθής αγέραστης ελιάς και πλεχτές χουφτιές πάμφορης γης λουλούδια. Συνοδέψτε τώρα τούτες τις χοές με ευχές. Καλέστε ευμενικό το πνεύμα του Δαρείου. Εγώ θα δίνω τις χοές στους νεκρούς του Άδη.

(Καθώς γίνεται η ιεροτελεστία η Άτοσσα ραντίζει στον τάφο του Δαρείου τις χοές. Ο χορός ικετεύει κι εύχεται)

ΧΟΡΟΣ
Βασίλισσα Άτοσσα. Σεβαστή στην Περσία. Δίνε τις χοές στου Άδη τα δώματα και μεις θα δεηθούμε στους θεούς των νεκρών. Με το χέρι τους να προστατέψουν τη γη μας. Άγια Πνεύματα του Άδη, Γη και Ερμή και Άρχοντα του Άδη, στείλε μας – δεόμαστε – του Δαρείου το πνεύμα. Ξέρει καλύτερα από μας τι πρέπει να γίνει. Ποια γιατρειά χωρεί στα δεινά μας. Ξέρει. Θα μας πει. Άραγε ο νεκρός βασιλιάς ο ισόθεος ακούει τα καθαρά Περσικά πικρά γοερά μοιρολόγια; Τα δεινά τα πανάθλια θα διαλαλήσω. Μ’ ακούει; Γη και θεοί των νεκρών, την ψυχή την περήφανη, τον θεό των Περσών -γέννα της Σούσας- αφήστε τον να βγει απ’ το Σκότος στο φως. Στείλτε μας πάνω Αυτόν. Που όμοιο η Περσία δεν έθαψε! Βασιλιάς τιμημένος. Τιμημένος ο τάφος. Τιμημένο το πνεύμα που έκρυψε. Άδη. Στείλε μας, στείλε μας Άδη το σεβαστό βασιλιά μας Δαρείο! Το στρατό του ποτέ δεν παγίδεψε σε πολεμόχαρη Άτη. Θεόπνευστος λεγόταν. Θεόπνευστος ήταν το λαό του σοφά διοικούσε! Βασιλιά μας. Παλιέ Βασιλιά μας. Φτάσε. Έλα. Φανερώσου στον τάφο σου πάνω, σείσε την άκρη της βασιλικής σου πορφύρας τα κροκάτα σανδάλια σου σήκωσε. Έλα Δαρείε. Αγαθέ μας πατέρα! Του βασιλιά μας Βασιλιά. Τα νέα δεινά της Περσίας ν’ακούσεις. Έλα. Γιατί ένα σύννεφο θανάτου τα σκέπασε όλα. Όλος μας πια ο στρατός καταστράφηκε. Έλα αγαθέ μας Δαρείε Πατέρα! Ωι ωι! Ω Πολύκλαυστε! Αχ τα δεινά Βασιλιά. Βασιλιά μας. Τα δεινά τα διπλά. Τι μισθός αμαρτίας! Της Περσίας πνίχτηκαν όλα τα πλοία. Τα πλοία τα άπλοια.

(Εμφανίζεται το Φάντασμα του Δαρείου -πάνω στον τάφο του)

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Πιστοί των Περσών και της νιότης μου σύντροφοι. Γέροντες Πέρσες. Τι πόνος πονά την Περσία; Στενάζει και κλαίει η χώρα. Και σκίζεται. Τρέμω που τη βλέπω τη γυναίκα μου δίπλα και δίπλα της εσείς, γύρω στον τάφο μου. Με ξόρκια με κράζετε. Τις χοές με ευμένεια δέχτηκα. Χάρη απ’ τους θεούς ζήτησα. Επέμενα. Ήρθα. Δύσκολα ήρθα. Οι θεοί του Άδη μόνο να παίρνουν. Δύσκολα αφήνουν. Βιάσου να πεις. Δεν έχω καιρό. Τι κακό μεγάλο βρήκε τους Πέρσες;

ΧΟΡΟΣ
Με εμποδίζει να υψώσω τα μάτια. Ο παλιός σεβασμός μου με εμποδίζει να μιλήσω.

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Ήρθα το θρήνο και τα ξόρκια ακούγοντας. Σύντομα πρέπει τώρα. Ό,τι χρειάζεται πες. Όχι ντροπές. Και βιάσου.

ΧΟΡΟΣ
Τρέμω ν’ ακούσω. Τρέμω να μιλήσω μπροστά σου. Να πω στο βασιλιά τα ανείπωτα.

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Αφού ο παλιός σεβασμός σου αντιστέκεται πες εσύ, του κρεβατιού μου ταίρι, Αρχόντισσα Άτοσσα. Σταμάτα να κλαις και πες την αλήθεια. Συμφορές τους θνητούς τους βρίσκουν πολλές -κι απ’ τη στεριά κι απ’ τη θάλασσα- όσο μακροχρονίζει η ζωή τους.

ΑΤΟΣΣΑ
Ω! Που τους θνητούς η ευτυχία της μοίρας σου τους ξεπέρασε όλους! Που όσο ζούσες μακάριος ήσουν και σαν θεός στους Πέρσες ανάμεσα και ακόμα τώρα Μακάριο σε πήρε ο θάνατος πριν των συμφορών το βάθος γνωρίσεις. Δαρείε. Με λίγα θα μάθεις. Τα πάντα. Όλα των Περσών, όλα συντρίφτηκαν.

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Σάρωμα αρρώστιας. Πως έγινε; Η φόνος εμφύλιος; 

ΑΤΟΣΣΑ
Ο στρατός των Περσών στην Αθήνα συντρίφτηκε. 

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Ποιος απ’ τους γιους μου στρατήγησε; 

ΑΤΟΣΣΑ
Ο πολεμόχαρος Ξέρξης! Όλη τη χώρα άδειασε! 

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Με πεζούς ή καράβια την απόκαμε την τρέλα;

ΑΤΟΣΣΑ
Με τα δύο. Δυο στρατοί σε μάχες δυο.

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Και τόσο στρατό πεζό πως τον πέρασε;

ΑΤΟΣΣΑ
Τον Ελλήσποντο έζεψε. Έκανε δρόμο. 

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Τόλμησε! Έκλεισε τον μέγα τον Βόσπορο!

ΑΤΟΣΣΑ
Κάποιος δαίμονας τον κέντρισε! 

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Δαίμονας. Μέγας. Μέσα του είναι τρέλα. 

ΑΤΟΣΣΑ
Πρόφτασε. Είδε τι έκανε.

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Πες τη συμφορά που σας έκανε να δέρνεστε έτσι.

ΑΤΟΣΣΑ
Βούλιαξαν τα καράβια. Έπνιξαν το στρατό.

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Έτσι χάθηκε; Ολόκληρος!

ΑΤΟΣΣΑ
Και τα Σούσα όλα ερήμωσαν.

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Του στρατού η προστασία. Η βέβαιη.

ΑΤΟΣΣΑ
Ο λαός των Βακτρίων. Όλος γέροντες είναι μόνο. 

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Ωι ο δύστυχος! Τι δύναμη συμμάχων αφάνισε!

ΑΤΟΣΣΑ
Μόνο ο Ξέρξης! Αυτός με λίγους ακόμα απόμεινε.

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Πως κατάντησε! Που είναι; Σώθηκε;

ΑΤΟΣΣΑ
Πρόφτασε κι έφτασε στη γέφυρα που έζεψε.

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Πρόφτασε. Πέρασε; Είναι αλήθεια; 

ΑΤΟΣΣΑ
Όποιοι έφεραν μαντάτα, κανείς δεν λέει κάτι άλλο. 

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Οι ορισμοί των χρησμών. Αλήθεψαν. Γρήγορα. Το τέλος του Μοιραίου ο Δίας το κεραύνωσε πάνω στο γιο μου. Έλεγα θ’ αργήσουν οι θεοί, αλλά όταν το κακό το σπρώχνεις κι ο θεός βοηθάει. Άνοιξε τώρα των συμφορών μας η βρύση, του γιου μου η ανέμυαλη νιότη όμως δεν το ήξερε. Νόμισε θ’ αλυσοδέσει τον Ελλήσποντο. Σαν δούλο. Το πέρασμα θεού. Τη φύση ν’ αλλάξει! Να ζέψει τις άκρες του, δρόμο να κάνει για μεγάλο στρατό. Θνητός ήταν! Άμυαλα νόμισε θα νικήσει τους θεούς και τον Ποσειδώνα! Βλάβη μυαλού πήρε το γιο μου. Ο πλούτος που μάζεψα με κόπους λάφυρο τώρα έγινε φοβάμαι. Θα τον αρπάξουν. Όποιος προφτάσει.

ΑΤΟΣΣΑ
Πολεμόχαρος γιος μας. Κακοί τον προέτρεψαν. Ό,τι με πόλεμους μάζεψες και έκανες πλούτο μεγάλο για τους γιους σου να έχουν αυτοί. Του έλεγαν ότι μόνο στο σπίτι σέρνει σπαθί. Σα δειλός. Ότι τα πατρικά του πλούτη δεν τα περισσεύει. Τέτοιες προσβολές από κακούς ακούγοντας σχεδίασε το δρόμο και τον πόλεμο.

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Αυτοί τη φταιν τη συμφορά. Την αξέχαστη. Τέτοια που άλλη τα Σούσα δεν ρήμαξε, από τότε που ο Δίας έδωσε σε Έναν την τιμή να ορίζει την Ασία ολόκληρη. Πρώτα ο Μήδος. Ύστερα ο γιος του το έργο συνέχισε και τρίτος ο Κύρος, καλότυχος, βασίλεψε και χάρισε ειρήνη στους λαούς του και τιμονιέρη στα έργα του είχε το νου του και υπέταξε τους Λυδούς και τους Φρύγες. Και των Ιώνων τη χώρα έβαλε σε ζυγό. Σύνεση είχε και σε θεό δεν αντέσκοψε. Τέταρτος ύστερα του Κύρου ο γιος και πέμπτος ο Μάρδος που ντρόπιασε πατρίδα και θρόνο. Αυτόν, με σχέδιο -στο παλάτι- τον σκότωσε ο Αρταφέρνης, ο άξιος, με φίλους πιστούς. Και γω. Όπως έπρεπε. Και μου έδωσε ο κλήρος αυτό που το ήθελα και πήρα στρατό. Και πολέμησα. Μα τόσο κακό στη χώρα δεν έκανα. Όμως ο Ξέρξης άμυαλα πράττει η νιότη του και τις συμβουλές μου τις ξέχασε. Εμείς που βασιλέψαμε πριν, κανένας μας τέτοιο κακό δεν απόσωσε. 

ΧΟΡΟΣ
Βασιλιά μου Δαρείε. Που; Που καταλήγουν τα λόγια σου; Με τα τόσα δεινά πώς θα ευτυχήσουν πάλι οι Πέρσες;

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Να μην εκστρατεύσετε στην Ελλάδα. Ποτέ. Μήτε κι αν είναι ο στρατός μεγαλύτερος. Η ίδια η γη τους τους βοηθάει τους Έλληνες.

ΧΟΡΟΣ
Με ποιο τρόπο; Πως; 

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Η πείνα διώχνει τους περίσσιους.

ΧΟΡΟΣ
Θα στείλουμε στρατό διαλεχτό.

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Δε θα γυρίσει ούτε αυτός που απόμεινε.

ΧΟΡΟΣ
Τι ; Δεν! Δε θα φτάσει ο στρατός στον Ελλήσποντο; 

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΔΑΡΕΙΟΥ
Αν πιστέψει κανείς στις θείες μαντείες. Αν δει ό,τι έγινε… Θα καταλάβει ότι λίγοι θα φτάσουν. Δεν μπορεί άλλες να βγουν και άλλες όχι. Όλα θα γίνουν. Γι’ αυτό, με κούφιες ελπίδες, ορίζει τώρα, να μείνει στρατός χιλιάδες στις ροές του Ασωπού που τα νερά του καρπίζουν τη γη της Βοιωτίας. Όπου γραφτό τους είναι να πάθουν τα έσχατα. Να πληρώσουν την Ύβρη τους. Που εκστράτευσαν στην Ελλάδα. Και ανέβησαν. Σύλησαν. Έκαψαν ναούς βωμούς και αγάλματα θεών απ’ το βάθρο τους τα γκρέμισαν, πέτρες τα έκαναν στο χώμα. Γι’ αυτό έπαθαν όσα έπαθαν. Και άλλα θα πάθουν. Το βάθος της συμφοράς ανεβαίνει. Δε φάνηκε ακόμα. Στο αίμα θα κολυμπήσει η γη των Πλαταιών από λόγχες Δωριέων. Στοίβες νεκρών άφωνες θα δείχνουν στους αιώνες να μη περνά το μέτρο η έπαρση του θνητού. Όταν ανθίζει η έπαρση καρπίζει στάχυ θυμού. Συμφορά εσοδεύει. Αυτή είναι η πληρωμή. Και να θυμάστε την Αθήνα και την Ελλάδα. Να μην καταφρονεί κανένας όσα έχει. Να μη ποθεί τα ξένα και σκορπά τους σωρούς των δικών του. Τη μεγάλη περηφάνεια τσακίζει βαρύς δικαιοκρίτης ο Δίας. Η σωφροσύνη σας λοιπόν με λόγια γνωστικά να τον πείσουν. Ότι τυφλώνει το θράσος και καταστρέφει το μυαλό. Και συ Άτοσσα, καλή, σεβαστή μάνα του Ξέρξη, πήγαινε μέσα, πάρε την καλύτερη φορεσιά να τον προσμένεις, γιατί την κουρέλιασαν τη φορεσιά του οι συμφορές.Τα πολυκέντητα στολίδια πάνω του έρεψαν. Και πράυνέ τον ήρεμα. Θα σ’ ακούσει εσένα. Εγώ πάω πάλι στο σκοτάδι μου. Και σεις να χαίρεστε. Και μέσα στο κακό. Να ζείτε τη χαρά της κάθε μέρας. Όσο ζείτε. Νεκρούς τα πλούτη δεν σας ωφελούν.

(Το Φάντασμα του Δαρείου εξαφανίζεται) 

ΧΟΡΟΣ
Άκουσα. Σπάραξα για τις συμφορές που βρήκαν. Και για τις μέλλουσες.

ΑΤΟΣΣΑ
Δαίμονα σκληρέ. Πόνος με πλημμυρίζει και τούτος με δαγκώνει περισσότερο. Η ντροπή που άκουσα να ντύνει το γιο μου. Πάω. Θα πάρω στολίδια. Θα ψάξω να τον βρω. Δεν θ’ αφήσω όσους αγαπώ στη δυστυχία.

(Η βασίλισσα Άτοσσα μπαίνει στο παλάτι)

ΧΟΡΟΣ
Αχ. Η ζωή. Οι μεγάλες χαρές της πατρίδας που ζήσαμε. Όσο κυβερνούσε τη χώρα ο σεβαστός παντοδύναμος ο αγαθός κι ανίκητος Δαρείος. Ισόθεος. Στρατούς καμαρώναμε ένδοξους τότε, που γκρέμιζαν κάστρα και όλα τα κούρσευαν. Οι γυρισμοί απ’ τον πόλεμο, έφερναν σώους και άβλαφτους τους στρατιώτες στα σπίτια τα πλούσια. Χώρες κέρδισε χωρίς να περάσει τις όχθες του Άλη. Στο παλάτι του μένοντας. Του Στρυμόνα γειτόνισσες στις εκβολές χτισμένες, της Θράκης αγριότοπους. Και πέρα όσες βαθιά στη στεριά, ήταν ζωσμένες με πύργους στο Δαρείο μας άκουγαν, και δίπλα στης Έλλης το πέρασμα όσες υπήρχαν. Και η Προποντίδα στο βάθος. Και του Πόντου το άνοιγμα κι όσα νησιά στη γη μας αγνάντια, προεξοχές θαλασσόκλειστες, τη Λέσβο, τη λιόφυτη Σάμο, τη Χίο, την Πάρο, τη Νάξο, τη Μύκονο και την Τήνο αγγίζουσα, τη γειτόνισσα Άνδρο. Και τα άλλα ριγμένα στη θάλασσα ανάμεσα, τη Λήμνο, τον τόπο του Ίκαρου, τη Ρόδο, την Κνίδο και πόλεις της Κύπρου Πάφο και Σόλους και τη Σαλαμίνα, της μητρόπολης ομώνυμη, που έγινε τώρα του χαλασμού μας η αιτία. Και τις μεγάλες πλούσιες στην Ιωνία πόλεις των Ελλήνων, τις κέρδισε ο νους του κι ανίκητη δύναμη δίπλα μας έστεκε πλήθος συμμάχων. Και τώρα θεοί τα δεινά του πολέμου τούτα μας έστειλαν. Με χτυπήματα θάλασσας μεγάλα μας δάμασαν.

(Μπαίνει το άρμα του Ξέρξη. Κατεβαίνει με σχισμένα ρούχα και προχωρεί στη σκηνή)

ΞΕΡΞΗΣ
Αλίμονο σε μένα! Έπαθα. Σκληρή μοίρα βρήκα. Αναπάντεχα έπαθα! Δαίμονας κακός ανέβηκε. Χτύπησε τη γενιά των Περσών. Τι συμφορά έπαθα! Λυγούν που σας βλέπω τα πόδια μου. Μακάρι Δία και μένα να έπαιρνες.. Με τους άντρες που χάθηκαν. Του χαμού μου η μοίρα να μ’ έπαιρνε!

ΧΟΡΟΣ
Βασιλιά μας Αλίμονο. Ο στρατός μας παει Η μεγάλη τιμή της Περσίας το στόλισμα. Τα θέρισε το κακό πνεύμα. Κλαίει η γη μας τη νιότη που αφάνισε ο Ξέρξης. Που γέμισε Πέρσες τον Άδη. Σύρθηκαν άντρες. Στοιβάχτηκαν. Το άνθος της χώρας. Τοξότες. Πλήθος μυριάδες αμέτρητο. Ωχ που χάθηκαν. Χάθηκε η Δύναμη. Η γη της Ασίας. Βασιλιά της Ασίας πικρή ρημαγμένη γονάτισε.

ΞΕΡΞΗΣ
Εγώ. Εγώ! Ο ελεεινός Μαύρος στη γενιά και στη γη την πατρώα. Συμφορά της γεννήθηκα!

ΧΟΡΟΣ
Άγρια φωνή. Στριγγλή κραυγή. Θρηνητική. Κακοσήμαδη ιαχή θα σύρω. Στο γυρισμό σου καλωσόρισμα.

ΞΕΡΞΗΣ
Μοιρολόγι. Αρχίστε. Πικρό οδυρμό. Της συμφοράς ο δαίμονας ξαναρίχνεται πάνω μου.

ΧΟΡΟΣ
Θρηνώ και οδύρομαι του λαού τα πάθη, τα βάρη της θάλασσας της βαρύπενθης πατρίδας μου κτήματα. Θρήνος. Πάλι θρήνος. Ατέλειωτος.

ΞΕΡΞΗΣ
Των Ιώνων μας ρήμαξε. Των Ιώνων ο ναύφρακτος Άρης. Ο άνισος. Θέρισε τις ακτές. Θέρισε τη μαύρη άπλα της θάλασσας.

ΧΟΡΟΣ
Ωι, ωι! Θρήνησε και ρώτα. Που είναι ο στρατός σου; Που οι πιστοί σου; Ο Φαρανδάκης, ο Σούσας, ο Πελαγώνας, ο Αγαβάτης, ο Δόταμος, ο Ψάμμης, ο Σουσικάκης που τα Εκβάτανα άφησε.

ΞΕΡΞΗΣ
Πνίγηκαν. Τους άφησα. Απ’ το καράβι τους έπεσαν στις ακτές της Σαλαμίνας. Στους βράχους της κόβονται.

ΧΟΡΟΣ
Ωι ωι! Που ο Φαρνούχος; Ο γενναίος Αριόμαρδος; Που ο Σευάλκης, ο βασιλιάς ; Ο Λίλαιος άρχοντας, ο Μέμφις, ο Θάρυβης, ο Μασίστρος, ο Αρτεμβάρης, ο Υσταίχμος; Σε ρωτώ πάλι. Που είναι αυτοί;

ΞΕΡΞΗΣ
Αλίμονο! Γνώρισαν τη σκληρή πανάρχαια Αθήνα σ’ ένα χτύπημα. Όλοι τους. Αχ δύστυχοι! Αχ! Στη χώρα σφαδάζουν. 

ΧΟΡΟΣ
Και των Περσών τον άριστο. Το ακοίμητο μάτι, του Βατανώχου το γιο, τον Άλπιστη -με στρατό μυριάδες μύριους- και τον Σησάμη του Μεγαβάτη το γιο και τον Πάρθο και τον μέγα Οιβάρη Πες μας. Τους άφησες; Δύστυχε. Δύστυχε. Στους ένδοξους Πέρσες λες τα δεινά των δεινών τους.

ΞΕΡΞΗΣ
Τα δεινά των δεινών μου θυμίζεις. Τρέφεις. Ματώνεις τη λαχτάρα την άσβεστη για γενναίους συντρόφους. Φωνάζει. Χτυπιέται η καρδιά μου στο στήθος.

ΧΟΡΟΣ
Πες μας. Για άλλους. Για τον Ξάνθη τον πρώτο των μύριων Μάρδων τον πολεμόχαρο Αγχάρη, τον Αρσάκη και Δίαιξη -τους ίππαρχους. Για τον Ηγδαδάτη και Λυθίμνη. Πες για τον Τόλμα, της λόγχης αχόρταγο. Φρίκη. Φρίκη. Δεν ακολουθούν τη βασιλική σου αρμάμαξα.

ΞΕΡΞΗΣ
Έφυγαν. Του στρατού οι αρχηγέτες.

ΧΟΡΟΣ
Αδόξαστοι έφυγαν.

ΞΕΡΞΗΣ
Ωχ! Ωχ συμφορά μου!

ΧΟΡΟΣ
Αχ Δαίμονες, αχ! Μεγάλο κακό να αστράφτει μας έριξαν. Ολοφάνερη Άτη.

ΞΕΡΞΗΣ
Η Άτη μας έβαλε κάτω. Για πάντα.

ΧΟΡΟΣ
Ολοφάνερη Άτη. 

ΞΕΡΞΗΣ
Ξαφνική. Κι αγνώριστη.

ΧΟΡΟΣ
Στους Ίωνες ναύτες. Μπροστά. Κακότυχοι φτάσαμε. Άτυχο γένος του πολέμου, άτυχο.

ΞΕΡΞΗΣ
Άτυχο. Όλους τους έχασα!

ΧΟΡΟΣ
Τι απόμεινε, άρχοντα; 

ΞΕΡΞΗΣ
Τα λείψανα πάνω μου. Κοίτα!

ΧΟΡΟΣ
Τα βλέπω! Αλίμονο!

ΞΕΡΞΗΣ
Κι αυτή τη φαρέτρα.

ΧΟΡΟΣ
Μόνο!

ΞΕΡΞΗΣ
Βέλη απόμειναν...

ΧΟΡΟΣ
Απ’ τα πάντα. Το τίποτα.

ΞΕΡΞΗΣ
Τα χάσαμε. Όλα.

ΧΟΡΟΣ
Ο λαός των Ιώνων ο Ανίκητος!

ΞΕΡΞΗΣ
Έπαθα! Χτύπημα άγνωστο.

ΧΟΡΟΣ
Τα καράβια. Που βούλιαξαν!

ΞΕΡΞΗΣ
Τα ρούχα μου έσκισα βλέποντας.

ΧΟΡΟΣ
Αλίμονο!

ΞΕΡΞΗΣ
Δε φτάνει. Θρήνος πάνω στο θρήνο.

ΧΟΡΟΣ
Δεινά διπλά. Και τριπλά.

ΞΕΡΞΗΣ
Ανελέητα. Χαρά του εχθρού.

ΧΟΡΟΣ
Κομμάτια έγινε η δύναμη.

ΞΕΡΞΗΣ
Χωρίς φίλους έμεινα.

ΧΟΡΟΣ
Όλοι οι σύμμαχοι πάνε. Σαν τέρας τους πήρε η θάλασσα.

ΞΕΡΞΗΣ
Κλάψε το χαμό μας. Κλάψε. Έλα μαζί μου.

ΧΟΡΟΣ
Ωχ! Ωχ!

ΞΕΡΞΗΣ
Αντήχα το θρήνο μου.

ΧΟΡΟΣ
Φρίκη. Απ’ τους φρικτούς. Στους κατατρομαγμένους!

ΞΕΡΞΗΣ
Κλαίγε. Κλαίγε μαζί μου.

ΧΟΡΟΣ
Αλίμονο! Συμφορά να σε βλέπω. Συμφορά να σ’ ακούω. Και τούτο αβάσταχτο είναι.

ΞΕΡΞΗΣ
Έλα μαζί μου. Για χάρη μου στέναζε.

ΧΟΡΟΣ
Θρήνος ολόκληρος έγινα!

ΞΕΡΞΗΣ
Αντήχα τώρα το θρήνο μου.

ΧΟΡΟΣ
Κλάμα ολόκληρος άρχοντα.

ΞΕΡΞΗΣ
Κλάμα. Κλάψε δυνατά. Όσο έχεις.

ΧΟΡΟΣ
Ωχ! Ωχ! Μαύρος ο θρήνος.

ΞΕΡΞΗΣ
Χτύπα χτύπα τα στήθια σου. Κλαίγοντας.

ΧΟΡΟΣ
Χτυπιέμαι και δέρνομαι.

ΞΕΡΞΗΣ
Τα γένια ξερίζωνε.

ΧΟΡΟΣ
Σφίγγω. Σφίγγω τα δόντια. Ξεριζώνοντας.

ΞΕΡΞΗΣ
Φώναζε. Ξεριζώνοντας.

ΧΟΡΟΣ
Έτσι. Έτσι φωνάζοντας. Ωχ! Ωχ!

ΞΕΡΞΗΣ
Τράβα τα ρούχα. Τράβα τα. Σκίσε τα.

ΧΟΡΟΣ
Με τα νύχια μου τα σκίζω!

ΞΕΡΞΗΣ
Τα μαλλιά σου ξερίζωνε. Κλάψε το στρατό μας.

ΧΟΡΟΣ
Τα μαλλιά μου. Κι αυτά. Κλαίγοντας.

ΞΕΡΞΗΣ
Πλημμύρα το κλάμα.

ΧΟΡΟΣ
Πλημμυρίζοντας...

(Καθώς ανεβαίνει τις σκάλες να μπει)

ΞΕΡΞΗΣ
Αντήχα το κλάμα μου.

ΧΟΡΟΣ
Ωχ! Ωχ!

ΞΕΡΞΗΣ
Στο παλάτι μαζί μου μπες. Θρηνώντας.

ΧΟΡΟΣ
Ωχ Ωχ! Χώμα της Περσίας ! Αβάδιστο.

ΞΕΡΞΗΣ
Ωι Ωι! Να θρηνήσουν. Σ’ όλη την πόλη.

ΧΟΡΟΣ
Θρήνος. Θρήνος παντού.

ΞΕΡΞΗΣ
Κλαίτε. Βαδίζοντας.

ΧΟΡΟΣ
Ωι Ωι! Χώμα της Περσίας. Αβάδιστο.

ΞΕΡΞΗΣ
Ωι Ωι! Οι πνιγμένοι στα τρίστρατα. Οι πνιγμένοι παντού!

ΧΟΡΟΣ
Κλαίγε κι εσύ μαζί μου που κλαίω. Στους θρήνους σου γίνομαι σύντροφος.


                                                    Τ Ε Λ Ο Σ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers