Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Πεζά 

Επαμεινώνδας, Το 'Ατυχο Χελωνάκι Ή Ένας Αδικοχαμένος Έρως

 

      Αυτή που θα διηγηθώ παρακάτω, είναι μια μικρή, πικρή, πονεμένη ιστορία και πέρα για πέρα αληθινή. Φυσικά οιαδήποτε ομοιότης με πρόσωπα, πράματα, φυτά, ζώα ή τέλος πάντων, με συγγενείς, φίλους, απλούς γνωστούς κι άγνωστους, είναι τελείως συμπτωματική.
     Αρχή του κουβαριού είναι μια δυνατή γνωριμία δυο ανθρώπων -αντιθέτου φύλου φυσικά- σε κάποιο μέρος να πούμε, ουδέτερο, μιας και κανείς τους δε κατοικούσε κει. Έτυχε λοιπόν να συναντηθούνε και μάλιστα θεωρήσαν εαυτούς εξαιρετικά τυχερούς, γιατί αυτό το χαμογελάκι της τύχης, το βρήκανε πλατύ, ευχάριστο και πολύ του γούστου τους, ενώ ίσως ήτανε πονηρό, σαρκαστικό κι υποχτόνιο. Γιατί το λέω αυτό; Γιατί συμβαίνει να ξέρω το τέλος αυτής της ιστορίας. Βέβαια, το σωστό να πούμε, είναι πως γνωριστήκανε λίγο πριν αναχωρήσει κείνος για την ιδιαίτερη πατρίδα του, πάνω από πεντακόσια χιλιόμετρα απόσταση, από τη δική της -άντε, λίγο λιγότερο, όταν εκείνος σκεφτότανε τις... λίγες, πλην όμορφες στιγμές που περάσανε μαζί. Επίσης, η τύχη το 'χε φέρει έτσι, ώστε να μη ξεμοναχιαστούν αρκούντως, ώστε να συμβεί το... Ωγλυκομουμυστικοεπιτελουςσεανακαλύπτω, αν με πιάνετε τί εννοώ. Αλλ' ας τα πιάσουμε με τη σειρά.
     Τέλειωμα καλοκαιρινών διακοπών σε κάποιο νησάκι του Αιγαίου. Ο άντρας -ας τονε πούμε Μήτσο, (όνομα και μη χωριό) καμιά σαρανταπενταριά χρονώ- είχε σκυλοβαρεθεί. Δεν απέχω πολύ από το να πιστέψω, πως ουσιαστικά δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει στον τόπο του και να ξαναρχίσει τις παλιές του συνήθειες. Βέβαια, αλλιώς το 'χε ξεκινήσει. Πιθανόν να του 'χανε σφυρίξει τίποτα επιτήδειοι, επιστήθιοι φίλοι, πως τα καλοκαίρια στα νησιά μας, το μουνί πετά στον αγέρα, εντελώς ελευθέρας βοσκής, κι ότι αυτός άλλο δεν έχει να κάνει, παρά να βγάλει όξω το πουλί του, αφού του 'χει εξασφαλίσει μιαν αξιοπρεπή στύση, κι αμέσως θα 'ρθει, το δίχως άλλο, κάποιο πετάμενο να καρφωθεί με ζέση και με βιάση, πάνω του. Ποιός ξέρει; Σε τούτο το κοσμάκι, όλα είναι πιθανά. Άγνωσται αι συμ-βουλαί των κολλητών. Ξέρετε, αυτό είναι ένα θέμα που θα το πιάσω κάποιαν άλλη φορά... Προς το παρόν ας πάμε παρακάτω...
     Έλεγα λοιπόν πως δε του 'χανε κάτσει βολικά τα πράματα. Δεν είχεν ίσως και την ευχέρεια, κι είχε σκυλοβαρεθεί. Του μένανε δυο μερούλες ακόμα για να γυρίσει στο μαγγανοπήγαδο, όπου όλα... κι όταν λέω όλα εννοώ... ΟΛΑ, τα πράματα, βρίσκονται -θενξ γκαντ- στη κανονική τους θέση. Έτσι βγήκε να πάει να κοπανήσει κανά σφηνάκι, τώρα που 'χε χωνέψει καλά, πως οι ...ουρανοί στο νησί τούτο ήτανε καθαροί. Κι ακούτε-ακούτε, διάλεξε ένα μπαράκι που δεν είχε πάει καθόλου, όσο έμενε στο νησί κι ο λόγος ήτανε... τ' όνομά του: T O R T O I S E ! Ο καημένος, ίσως δεν ήξερε πως αυτό σήμαινε χελώνα και φοβότανε πως θα τουρτουρίσει, μιας κι είναι τόσον ...αραιά τα γράμματα... Κείνην όμως τη νύχτα, δε μασούσε τίποτα. Πήγε να τα πιει, αν και βαθιά μέσα του διατηρούσε μια μικρή ανησυχία.
     Η κοπέλα από την άλλη μεριά, -ας τη πούμε Βαγγελίτσα, (οικογένειες δε θίγουμε), καμμιά σαρανταριά χρονώ- είχε σκυλοβαρεθεί επίσης, στις διακοπές της, γιατί δεκαεφτά μέρες τώρα, άλλο πράμα δεν έκανε, παρά ν' αποκρούει... ιπτάμενους πούτσους! ( Τί ειρωνεία όμως ε; Τελικά, άλλο ήτανε το... ιπτάμενο σε τούτο το νησί). Δηλαδή και με το παρδόν, δε κοτούσε να ξεμυτίσει απ' το σπίτι κι αμέσως είχε συνοδειά. Στη καλύτερη δυο, στη χειρότερη, άστα να πάνε στο διάολο. Για να πούμε την αλήθεια όμως, και τούτο το κακόμοιρο, για την ίδια με του Μήτσου, δουλειά ήρθε στο νησί, αλλά βρε αδερφέ!!! Βρε αδερφέ!!! Αμάν! Ήτανε πολύ προκεχωρημένων αντιλήψεων κι όχι κανά παρλιακό του κερατά: και το στρινγκάκι της το φορούσε και τα λογάκια της δε μασούσε και το κεφάκι της γουστάριζε να κάνει χωρίς να κάθεται να το ψειρίζει και ξώβυζη έκανε το μπανάκι της, αλλά ρε παιδάκι μου, δε ξέρω, δω στο νησί την είχε δει ρομαντικιά κι έτσι. Σιγά-σιγά ίσως να πιάνετε το νόημα για κείνο το χαμογελάκι της ...τύχης. Και που 'στε ακόμα...
     Έτσι λοιπόν η Βαγγελίτσα, είχε κι αυτή σκυλοβαρεθεί, έστω και για διαφορετικούς λόγους, από του Μητσάρα. Τώρα που είπα 'Μητσάρας', θυμήθηκα κι άλλο θέμα και δε μπορώ, θα το θίξω.  Ρε παιδιά δηλαδής, όλοι όσοι γράφουν ιστορίες, δίνουνε στους ήρωές τους κάτι ονόματα, μα κάτι ονόματα! Τί να πεί κανείς; "Η Ρωξάνη, είπε στον Αριστομένη, πως ο Ερρίκος κι η Βιολέτα θα πηγαίνανε στης Αφροδίτης να πάρουνε τη Θάλεια και τον Ορέστη!" μη χέσω δηλαδή! Χαθήκανε ρε τα απλά κι όμορφα ονόματα; Τί έχουν αυτά; Κόρυζα; Άσε το άλλο: να χουμε ιστορίες με πάνω από πενήντα πρόσωπα και χώρια τους δεύτερους ρόλους και να μη διπλώνει όνομα; Και να μαστε σε μια χώρα που αν ποτέ πλησιάσεις μια ξένη να τη φλερτάρεις, ή Μήτσο θα σε πει, ή Γιώργο θα σε πει, ή Γιάννη θα σε πει ή Κώστα και θα νομίζει με κλειστά μάτια, πως έπεσε μέσα! Όσο για τις κοπέλες, αν φωνάξεις στο δρόμο: Κατερίνα, ή Ελένη, ή Μαρία, θα γυρίσουν όλες! Δηλαδή ο Ερρίκος Κατακουζηνός κι ο Ροβέρτος Κατσενελεβόνγκεν, έχουνε μετακομίσει από την μεσαιωνική μας ιστορία, στα ελληνικά σενάρια. Ήμαρτον δηλαδή, ήμαρτον! Άσε δε το ρατσισμό! Αν το στόρι έχει έναν αριστοκράτη κι ένα μεροκαματιάρη χειρώνακτα, ο μεν θα λέγεται, στη χειρότερη: Κωνσταντίνος Χρυσοβέργης κι ο δε στη καλύτερη: Βαγγέλας Τράμπουκας. Έλεος! Αλλά ξέφυγα πάλι. Παρασύρθηκα από αγανάκτηση κι επιστρέφω στην ουσία.
     Η Βαγγελίτσα λοιπόν είχεν αποφασίσει, όντας σκυλοβαρεμένη και πιθανότατα με ωορρηξία, κείνο το βράδυ να μη πάει στα γνωστά της στέκια κι όχι μόνον αυτό: είχε σκεφτεί σήμερα να το ρίξει ...όξω! Να ενδώσει δηλαδή στο πιο χαλαρό, στη πρώτη κάπως αξιοπρεπή προσέγγιση. Ε πώς να το κάνουμε; Κι οι γυναίκες άνθρωποι δεν είναι, με υγιείς ανάγκες κι ορέξεις; Ε κι εκείνο το κακόμοιρο! Τζάμπα δηλαδή ξεβρακωνότανε κάθε μέρα και ξεβυζωνότανε; Τέλος πάντων! Σκέφτηκε να πάει λίγο πάρα πέρα και νάσου το σημαδιακό μπαράκι: T O R T O I S E! Σημαδιακό το θεώρησε γιατί αγαπούσε πολύ τα ζώα, -σε βαθμό... κακουργήματος θα 'λεγα- κι είχε κι ένα χελωνάκι σπίτι -κι άραγε ποιός ξέρει; Θα της το προσέχει η γειτόνισσα ή θα τη πάρει ο διάλος;- και χωρίς να χάσει καιρό μπήκε μέσα. Είχε φορέσει και κάτι πολύ σένια ρουχαλάκια -φορέσει δηλαδή μη το πάρετε τοις μετρητοίς- και μπήκε φουριόζα και με αγέρα πρωταθλητού.
     Ο Μητσάρας είδε τη Βαγγελίτσα (ε λοιπόν όσο πάει όλο και πιο πολύ γουστάρω που ονόμασα τους ήρωές μου έτσι και σημειωτέον: μήτε ο ένας ήτανε ...βοηθός σιδερά, μήτε κείνη κορδελιάστρα φασόν! Αντίθετα, ήτανε και μορφωμένοι σχετικά, ιδιαίτερα η κοπέλα, ευκατάστατοι σχετικά, ιδιαίτερα η κοπέλα, κι εμφανίσιμοι σχετικά, ιδιαίτερα η κοπέλα, παρ' ότι είχανε περάσει τα σαράντα!) σχεδόν με το που μπήκε και του φύγαν εξηνταδύο τσιμπούρια από το μουστάκι (Αχ αγαπημένε Τσιφόρε, σου κλέβω τη φράση) σε τέτοιο βαθμό που κόντεψε να πηδήξει πάνω στη μπάρα και να κάνει το γορίλα σ' έκσταση. Μετά σκέφτηκε πως αυτό δε πιάνει, κι άρα καλύτερα να ορμήξει, να της κοπανήσει μια μ' ένα ρόπαλο στη καφκάλα και να τη κόψει στον ώμο, να τη σούρει πίσω του, να τη πάει στη σπηλιά του, να της δείξει το νταβάνι και τα πλαϊνά, αφού πρώτα εξοντώσει όλα τα λοιπά σερνικά της περιοχής. Βέβαια ρόπαλο δεν είχε, αλλά είχε μια μπουκάλα που της ξηγιόταν αλλιώτικα τόσην ώρα, και γρήγορα θυμήθηκε πως δε ζούμε πια σε κείνη τη χρυσήν εποχή, βλέποντας και τ' άλλα σερνικά που 'ταν αρκούντως ψωμωμένα κι όχι και τόσο του χεριού του, στράφηκε ξανά σε κείνη και συνέχισε να της πίνει το εντόσθι! "Ασιχτίρι... δυο μέρες μείναν ακόμα", είπε από μέσα του, "και θα γυρίσω στα γνωστά μου λημέρια!" και σήκωσε το ποτήρι, χωρίς μάλιστα να δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον στη νιόφερτη. Με μια φράση: αποσύρθηκε ξανά στο μετερίζι του ...σκυλοβαρέματος, -ωστόσο χωρίς να το ξέρει είχε καθορίσει τη τύχη του κι είχε γράψει ιστορία! Τούτη την ιστορία που σας λέω, αυτή η στιγμή την έγραψε, όχι εγώ! Αχ άτιμη τύχη και πως χαμογελάς λοξά όταν στήνεις τις φάρσες σου!
     Η Βαγγελίτσα με το που μπήκε στο μπαρ, που δεν ήταν ακόμα πολύ γεμάτο, -σε κείνο το νησί ξυπνάνε αργά το πρωί... κατά τις δέκα το βράδυ- κι ένιωσεν αμέσως την ατμόσφαιρα να ...ηλεκτρίζεται. Είδε δυο τύπους αριστερά της, που πριν τη δούνε, ξύνανε τ' αχαμνά τους, να συνεχίζουνε να τα ξύνουνε αλλά τώρα να τη κοιτάνε με νόημα! Ένας άλλος που προσπαθούσε ν' ανάψει τσιγάρο, έχασε το τσιγάρο, του 'πεσε το τσαχμάκι κι όλο το πακέτο και τα λοιπάααα... Επίσης, μ' αυτή τη μια και μόνη περιφερειακή ματιά -ματιά που μόνον οι γυναίκες διαθέτουνε, το σωστό να λέγεται- είδε και το Μητσάρα να της ρίχνει μια ματιά και μετά να γυρνά πλάτη, σα να μην έτρεχε τίποτα, και πολύ της κακοφάνηκε. "Γιατί ρε ο τζες; Εγώ δηλαδή κι εφόσον ...και καλά; Γιατί;" σκέφτηκε μέσα της αναστατωμένη και πάει και κάθεται η δικιά σου, ακριβώς δίπλα του και παραγγέλνει ένα μπλάντι Μαίρη -κι ας τη λέγανε Βαγγελίτσα! "Μόνον αν τρώει το συκαλάκι με τα κουκούτσα, ειδάλλως θα τονε κάνω να πει το Δεσπότη αδέσποτο!" ξανασκέφτηκε!
     Άτιμο πράμα η γυναίκα ρε κουμπάροι! Της τη πέφτεις; Στα χώνει! Δε της τη πέφτεις; Πάλι στα χώνει! Τέλος πάντων! (Μη χαμογελάς εσύ Κερά-Τύχη!). Ο Μητσάρα στη κοσμάρα, με τη βοτκάρα! Σου λέει δηλαδή -και πολύ λογικά- εδώ δε σόδειασα όταν καλλιέργησα κι έσπειρα και θα θερίσω τώρα; Άστη να πάει στο διάολο! Η ώρα έντεκα και κάτι, είχε αρχίσει να χαλαρώνει και σημασία στη Μπλάντι Βαγγελίτσα! Τί τις μασχάλες της σήκωσε να τονε ψεκάσει φερορμόνες, τί τάχαμου δεν είχε φωτιά ν' ανάψει τσιγάρο -τότε ακόμα το επιτρέπανε στους δημόσιους χώρους, πανάθεμα τον πατέρα τους που το απαγορέψανε- τί το καλσόν της μάσησε, τίποτα ο Μητσάρας! Ήρθε κι αλλοιθώρισε! Όταν είδε κι αποείδε, πως ο μοναδικός άντρας που γουστάρισε μια νύχτα μαγεμένη σαν αυτήν, ήταν ο μόνος που δε τη φλερτάρει σ' ολάκερο τον κόσμο ίσως, αποφάσισε να πάρει το γκέμι!
 -"Εε φίλε ακατάδεχτε... πρρρρρ εσένα μιλάω βρε!", το δεύτερο μπλάντι είχε πάει άπατο κι έτρεχε το τρίτο με καλή πορεία.
 -"Σε μένα μιλάτε;" λέει η τέταρτη βότκα ξεπατωμένη κι ευλόγως παραξενεμένη! Μπόσικη απάντηση κι ευκαιρία για τη σφιχτή μαχαριά από τη Βαγγελίτσα!
 -"Δε βλέπω κανέναν άλλον εδώ μέσα"!
 -"Μα... πώς..." και πιάνει να μετρήσει ο ηλίθιος τους θαμώνες, -θα πρέπει να του αναγνωρίσουμε ελαφρυντικά, γιατί ο αιφνιδιασμός ήτο καίριος! "Τους βρίσκω καμμιά σαρανταριά... αλλά βέβαια μπορεί να πλανώμαι... με μπερδεύει κείνη η κολώνα αριστερά", σώνει κάπως τη παρτίδα στο τέλος.
 -"Η κολώνα αριστέρα μπερδεύει εσένα, εμένα με μπερδεύει η ...κολώνα δεξιά μου" του πισωγυρνά μαχαίρι!
 -"Μια βότκα ακόμα παρακαλώ" λέει στον μπάρμαν και γυρνά προς τη κοπέλα: "Είσαι σίγουρη πως δε κοιμάμαι τώρα";
 -"Αν κοιμάσαι, τότε βλέπουμε το ίδιο όνειρο..." του χαμογελά.
 -"Πωπώ! Τί κάνει η βότκα!!!" λέει φανερά -και καλά- έκπληχτος αυτός. "Κοιμηθήκαμε μαζί και δεν έχω πάρει χαμπάρι" και ξαναστρέφεται στη βότκα.
 -"Ε καλά, την επόμενη φορά, είμαι βέβαιη πως δε θα ...ξεχάσεις τίποτα" του αμολάει καλούμπα.
 -"Ενδιαφέρον!" της απαντά αδιάφορα, χωρίς καν να τη κοιτά. Μάλιστα χασμουριέται κιόλας.
     Αυτό την αποκαρδιώνει για λίγο, αλλά μετά ανασυντάσσεται κι εφορμά:
 -"Θέλω, εδώ και τώρα, να μου εξηγήσεις ποια είναι η τοποθέτησή σου στο κρίσιμο παγκόσμιο θέμα της υφαλοκρηπίδας", η Βαγγελίτσα ξιφουλκούσα!
 -"Θαρρώ πως έχω σπίτι μου, κάπου, μια συλλογή από δαύτες", της απαντά μετά από πολλή σκέψη, αυτός και την αποτελειώνει!
 -"Τί πράμα";
 -"Συλλογή λέω... έχω συλλογή. Σ Υ Λ Λ Ο Γ Η!" της φωνάζει μισομεθυσμένα.
 -"Τί... συλλογή";
 -"Με πεταλούδες! Πεταλούδες δεν είπες; Αφου δε το σηκώνεις, τί το πίνεις το ρημάδι; Κόφτο να πάει στο διάλο"!
     Η Βαγγελίτσα έμεινε πέντε ολόκληρα λεπτά άφωνη, προσπαθώντας να χωνέψει τις νέες εξελίξεις. Μετά το χώνεμα στρέφεται στον μπάρμαν:
 -"Τσάκο μια γύρα ακόμα για μένα και το φίλο μου από δω, το... συλλέχτη!" και γυρνώντας στο Μήτσο: "Κερασμένα από μια φανατική σου Οπαδό"!
 -"Θα δεχτώ... αλλά με δυο όρους..." ξεθαρρεύει αυτός.
 -"Θα τους δεχτώ αν δε ...πονέσω, ξηγημένοι να 'μαστε".
 -"Πρώτον: θα δεχτείς μετά κι εσύ να κεράσω μια γύρα-"
 -"Δεχτόν! Άλλο";
 -"-και δεύτερον θα 'ρθεις μετά να σου δείξω τη ...συλλογή μου"!
 -"Φιλαράκι, ντόμπρα πράματα, πίστεψέ με, πίστεψα πως δε θα μου το πρότεινες ποτέ.." μεθυσμένα λόγια, ύποφτα χαμόγελα.
 -"Πράμα που σημαίνει;" ο στόκος!
 -"Εεε να! με βαριά καρδιά, και πολύ κόπο... είμαι αναγκασμένη να δεχτώ τους ... σκληρούς σου όρους. Να το ξέρεις όμως, με βρίσκεις σε μεγάλη μποσικούρα..."
     Έτσι απλά, καθημερινά και συνηθισμένα, ξεκίνησε το πράμα. Αλλά μη θαρρείτε πως συνέχισαν μ' αυτή τη γλώσσα. Όχι! Κάθε άλλο! Μετά -κάποια μαλακισμένη ατάκα- η συζήτηση έγινε ήπια, ενδιφέρουσα, ζεστή κι οικεία. Σα να γνωρίζονταν καιρό, ένα πράμα δηλαδή. Ήγουν, έφυγε το πράμα από το ταβάνι και τα ντουβάρια κόντρα και πήγε και στη τέχνη, μεταξύ άλλων. Βρήκανε να μιλήσουνε για το 'να, για τ' άλλο, ξεδιψάσανε με ποτό όλη τη βαρεμάρα των περασμένων ημερών, γίνανε κουνουπίδι και χωριστήκανε, χωρίς κανείς τους να σκεφτεί να δώσει όνομα, διεύθυνση στο νησί και φυσικά έτσι καταπώς εξελιχτήκανε τα πράματα, ούτε λόγος γι' αρπαχτή. Είχε τσουλήσει αλλού η φτιάξη!
     Την άλλη μέρα ξυπνήσανε κι οι δυο με μια κεφάλα ίσα μ' ένα καζάνι. Αφού κώπασεν ο κουρνιαχτός του νου κι ήρθανε στα συγκαλά τους, ήρθανε κι μνήμες. Χαμογελούσανε κι οι δυο στην αρχή, μετά βαλθήκανε ν' αυτοχαστουκίζονται γιατί δε ξέρανε που έμενε ο άλλος. Σκεφτήκανε το μόνο πράμα που τους έμενε. Να ξαναπάνε στο ίδιο μαγαζί, αλλά έλα όμως που η Βαγγελίτσα ήρθε και ζορίστηκε με το χωνεμένο, πλην όμως ουδόλως καταχωνιασμένο μπλάντι Μαίρη: στομάχι χάλια, έντερο χάλια και πισινός σαν αυτό το ύποφτο χαμογελάκι της τύχης. Πάει λοιπόν άδοξα η προτελευταία μέρα. Ο Μήτσος πήγε βέβαια στο T O R T O I S Ε, αλλά τζίφος. Αφού στο τέλος άρχισε να πιστεύει, πως όντως το 'χε ονειρευτεί όλο τούτο.
     Τη τελευταία νύχτα λοιπόν, πήρε σβάρνα όλα τα μπαρ του νησιού μπας και τη πετύχει. Του κάκου. Άτιμο νησί! Πολλά μπαρ! Βάλε από ένα τουλάχιστον ποτηράκι στο καθένα και θα δεις τί σούμα βγάζει. Κατέληξε στο T O R T O I S E, όπου μια εξίσου μεθυσμένη Βαγγελίτσα, -που προς τιμή της, δεν είχε κάνει όλη τη γύρα: τα 'χε πιει όλα εκεί!- αμυνότανε του ...πατρίου εδάφους. Μόλις τον είδε, κόντεψε να χοροπηδήξει από τη χαρά της.
 -"Πού 'σαι ωρέ παληκάρι και περιμένω δω από το πρωί;" του φώναξε μεθυσμένα. Αυτός έβαλε τα χάχανα και την αγκάλιασε αδέξια, καθόσον κι αυτός τύφλα σχεδόν, μέχρι που τρακάρανε τις γκλάβες τους και παραλίγο να τις σπάσουνε και να γιομίσει το μπαρ οινόπνευμα 98%, με 2% αίμα και πίτουρο! Ευτυχώς που δε πετάξανε κανά σπινθήρα γιατί θα γινότανε το μπαρ, μπαρλότο. Μετά τα: -"Κι εγώ έφαγα όλο το νησί να σε βρω" και τα ρέστα, αυτή τη φορά ανταλλάξανε τηλέφωνα, διευθύνσεις παντού -μέχρι μιας θείας του που πήγαινε μια φορά στη δεκαετία της έδωσε- και φυσικά συστηθήκανε κανονικά. Βέβαια, ψιλοχαλαστήκανε που δε μένανε στην ίδια πόλη ή έστω κάπως κοντύτερα, αλλά τέτοιαν ώρα, τέτοια λόγια. Ποιός το σκέφτεται αυτό πάνω στις γλύκες; Της είπε πως το επόμενο απομεσήμερο, θα 'μπαινε στο καράβι της επιστροφής και πόσο θα 'θελε να 'μενε ακόμα μια μέρα, μιας κι αυτή του 'πε πως θα 'φευγε τη παράλλη, αλλά... όλα κι όλα! Ο Έρως τέτοια εμποδιάκια δε κοιτά. Ο Έρως σκίζει τη γης, στήνει γιοφύρια, λυώνει σίδερα και σιγά μη μασήσει για πεντακόσια -περίπου- ψιλοχιλιομετράκια! Πφ...
     Χωριστήκανε συγκινητικά, ανταλλάσσοντας όρκους αιώνιας πίστης -τί λέω τώρα ε;- και πάλι δεν ετέθη θέμα... χούφτωστη-χούφτωστη -αχ πού 'σαι να το δεις Διονύση;- λόγω που 'τανε κι οι δυο τους ντεχνέκι στο πιώμα. Μάλιστα θα μπορούσε να εκληφθεί κι ως θαύμα το πως βρήκανε τα κρεβάτια τους έκαστος! Κι εδώ τελειώνει το πρώτο μέρος αυτής της συγκινητικής ιστορίας. Αυτό το κομμάτι ήταν αγνό, καθάριο οινοπνευματούχο κομμάτι και μάλιστα όπως είπαμε με γράδο 98%! Στο επόμενο κομμάτι η ιστορία μας μπαίνει στον ...πολιτισμό, στους ταχείς ρυθμούς των μεγάλων πόλεων. Στους συνεχείς κι ενοχλητικούς θορύβους και στην απουσία του έναστρου ουρανού. Δεν υπάρχει πια η παραλία, με τον ήρεμο λικνιστικό παφλασμό, του συνεχούς κύματος. Αλλά σιγά! Προς τί η μελαγχολία; Ο Έρως είπαμε δε τα στέργει αυτά. Ήτανε της τύχης το χαμογελαστό γραφτό, να βρεθούνε, έτσι όπως βρεθήκανε, και ν' αγαπηθούνε πολύ, έτσι καταπώς αγαπηθήκανε, προς μεγάλην ευχαρίστηση των εταιρειών κινητής κι ακίνητης τηλεφωνίας, των διαδικτυακών συναναστροφών με πύρινα λόγια, που λυώσανε χιλιόμετρα και χιλιόμετρα καλωδίων.
     Οι δουλειές τους δεν τους επιτρέπανε να βρεθούνε άμεσα. Χωθήκανε στα γρανάζια, με μόνο φωτάκι στο τούνελ, τις κουβέντες τους στα τηλέφωνα και στο chat. Κι όλο φούντωνε το πράμα κι όλο και τέντωνε το λάστιχο κάθε βράδυ. Τελικά χρειάστηκε να φτάσει Νοέμβρης και μάλιστα στα τέλη του, για να μπορέσει να οριστεί η μεγάλη συνάντηση, στην έδρα της Βαγγελίτσας. Ο Μήτσος θα 'φτανε Παρασκευή απόγευμα και θα 'φευγε αργά το βράδυ της Κυριακής. Λίγο, θα πει κάποιος και θα συμφωνήσω, αλλά σκέφτομαι και τον τόσο καιρό που δεν είχανε τίποτα και τώρα ξαφνικά, θα 'χαν επιτέλους κάτι... και τί κάτι; Πωπώ τι προεμηνύετο να διημειφθεί!!! Τρέμω στη σκέψη!
     "Σαράντα -και βάλε- μέρες όλο εμέτραε τα μίλια" που λέει κι ο Καββαδίας κι ήρθεν επιτέλους η Μεγάλη Μέρα! Ξεκινά ο δόλιο-Μήτσος -που σημειωτέο ξανά, δεν ήταν οξυγονοκολλητής- κατά τις μία παρά από τη πόλη του, να βρει τη Βαγγελίτσα -που δεν ήτανε μαθητευομένη μοδιστρούλα- κι είχε χαρά μεγάλη. Έβλεπε τώρα πια το χαμόγελο της τύχης να πλαταίνει και να γλυκαίνει. Έβλεπε το ιπτάμενο μουνάκι -καλός τίτλος θα 'ταν αυτός για διήγημα ΕΦ αν και λιγάκι πρόστυχος- να 'ρχεται σιγά-σιγά κεντραρισμένο, να προσγειωθεί-καρφωθεί στη βάση του οσχέου του κι ήτανε πια καιρός, γιατί είχε φλωμώσει στο χειρογλύκανο. Χαμογελούσε σ' όλη τη διαδρομή και ξερόγλυφε τα μουστάκια...
     Χαμογελούσε ακόμα κι όταν αντιμετώπισε μερικές δυσκολιούλες στη πορεία. Ε σιγά μη πτοήσουνε το ...σηκωμένο του ηθικό κάτι τέτοια ψιλά! Χαμογελούσε ακόμα κι όταν έφτασε τελικά βράδυ, αντί γι' απόγευμα, στη πόλη της αγάπης του, -σχεδόν δέκα και μισή. Κάτι μικροβλάβες, κάτι ψιλοτρακαρίσματα και κάτι πορειούλες στην Εθνική δε κατορθώσανε να ρίξουνε μήτε πόντο το ανήθικο ηθικό του. "Τί διάλο ρε; Τώρα που πάω γω, βρήκανε να γίνουν όλ' αυτά;" Ξεπατώθηκε στο οδήγημα ο δόλιος. Να σκεφτεί κανείς πως φούσκωσε γάγγλιο στο μέσα μέρος του αριστερού του καρπού, από τη κούραση, έβρεχε κι όλας, όλο το δρόμο, βράστα κι άστα! Δεν έβγαλε γάγγλιο στο δεξί από τη μαλακία, τόσο καιρό, και το 'βγαλε οδηγώντας μέσα σε κάτι λίγο από δέκα ώρες. Αυτά έχει η γκαντεμιά!
     Τέλος πάντων έφτασε όπως έφτασε, κάπως στραπατσαρισμένος είναι αλήθεια, αλλά ανέβηκε η ψυχολογία του καθώς είδε επιτέλους τη καλή του, στο προκαθορισμένο σημείο του ραντεβού. Αγκαλιαστήκανε σφιχτά, μα τόσο σφιχτά, που τονε ρώτησε τί τάχα έχει στη τσέπη του. Αχ ο Έρωτας που όλα τ' αλλάζει, όλα τα θεραπεύει, όλα τα σφάζει, όλα τα μαχαιρώνει! Αμέσως μετά το κούνημα της ουράς τους από χαρά, τραβήξανε για -πού αλλού;- το σπίτι της. Μόνο που δε τη σήκωσε στα χέρια να τη μπάσει στο κατώφλι. Το γάγγλιο το άτιμο, είχεν ήδη κάνει τη ζημιά του!
     Μπήκανε μέσα κι ενώ έπρεπε να πάνε αμέσως στο κρεβάτι, θεωρήσανε πως δεν είναι ...πρέπον, πως έχουν ώρα -τρομάρα τους- και πως να πιούνε κανά ποτηράκι πρώτα, να σπάσουνε τα τυχόν εναπομείναντα τσόφλια της κουταμάρας. Όταν έφερε τα ποτά η Βαγγελίτσα, πήγε να βάλει κάτι πιο ανάλαφρο πάνω της κι ο Μήτσος ο καραμπουζουκλής σήκωσε το ποτήρι να πάρει κουράγια για τη συνέχεια. Καθώς το σήκωνε να το φέρει στο στόμα -από κύλικος έως χειλέων, πολλά πέλει- είδε τον Επαμεινώνδα! Βέβαια τότε ακόμα, δεν ήξερε τ' όνομά του, δεν ήξερε τί τού 'μελλε να πάθει, τη τύφλα του δεν ήξερε κι έτσι, πέραν από 'να στιγμιαίο ξάφνιασμα, δεν έδωσε πιότερη σημασία. Τράβηξε μια καλή γουλιά από το ποτό του, άναψε τσιγάρο κι έγειρε πίσω στο καναπέ να κάνει σχέδια για το εγγύς, εγγύτατο, μέλλον, περιμένοντας την επιστροφή της.
     Τί εστί Επαμεινώνδας; Η Βαγγελίτσα, όπως είπαμε στην αρχή, είναι φιλόζωη κι ήθελε να 'χει ένα pet. Αλλά όχι κάτι δύσκολο, που να θέλει πολύ νταραβέρι, πολύ ξεσκάτισμα, πολύ φροντίδα. Είπαμε, φιλόζωη, όχι μαλακισμένη. Να κάνει το καθήκον της, αλλά χωρίς να της βγαίνει δα κι η πίστη ανάποδα! Έτσι διάλεξε ένα μικρό χελωνάκι, πριν λίγα χρόνια και τ' ονόμασε, άγνωστο γιατί, Επαμεινώνδα! Δηλαδή, να επανέλθω στο θέμα των ... σεναριογράφων: όνομα βγαλμένο από τα ...σήριαλ με ήρωες αριστοκράτες και ζάπλουτους και τα ρέστα. Τόσο τεράστιο όνομα για τόσο μικρό κορμάκι, φαντάζει τρομερό κι αστείο συνάμα. Δεκαπέντε εκατοστά πλάτος, είκοσι μήκος και εφτά πάχος, είχε γίνει πλέον ο Παμείνος, αλλά και πάλι τ' όνομά του φάνταζεν απείρως μεγαλύτερο. Στα μάτια του Μήτσου, έμοιαζε μικρός αντίπαλος, δεδομένης και της κορμοστασιάς του, πάνω από ένα κι ογδόντα μπόι και καμμιά εκατοστή κιλά. Έτσι παρέβλεψε το παρείσαχτο και συνέχισε να πίνει και να φουμέρνει αρειμανίως.
     Ο Επαμεινώνδας, από την άλλη μεριά, είχε πικράν πείραν από τους επισκέπτες. Αν δε τονε πατούσανε, τονε κλωτσούσανε -κατά λάθος βέβαια τάχα, ή τουλάχιστον αυτό ισχυρίζονταν, μα αυτός διατηρούσε τις επιφυλάξεις του- πράματα ας πούμε υποφερτά, κάνανε και το χειροτερότερο: Μονοπωλούσανε το ενδιαφέρον της αγαπημένης του Βαγγελίτσας, πράμα, για κείνον, δυσβάσταχτο. Να τέτοιες στιγμές, βλαστημούσε τη τύχη του, που τον έκαμε τόσο μικρόσωμο. Άτιμη τύχη! Ε λοιπόν δε θ' άφηνε το ψηλολέλεκα να κάνει ό,τι γουστάρει. Κοντολογής, δε θα τον άφηνε από τα μάτια του. Το θέμα σ' αυτές τις περιπτώσεις, είναι να παίρνεις τη κατάσταση στα χέρια σου ή εν προκειμένω στο καβούκι σου. Έτσι ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι, με πολύ κακούς σκοπούς, από την ακρούλα του σαλονιού, στα πόδια του Μήτσου.
     Ο οποίος απολάμβανε το ποτό, είχε αρχίσει να χαλαρώνει και ν' αδημονεί από την αργοπορία της Βαγγελιώς κι ήδη σκεφτότανε διάφορες ...ποινές και το πως θα της τις ... εφάρμοζε. Η οποία Βαγγελιώ μπήκε σα μια μικρή θύελλα -με τη καλήν έννοια- στο δωμάτιο, φορώντας μόνον ορισμένα απολύτως απαραίτητα και ξυπόλητη. Πήγε κι έκατσε δίπλα στο Μήτσο, του πήρε το ποτό από τα χέρια, το ακούμπησε στο τραπεζάκι και τον αγκάλιασε, δίχως να δει τον Επαμεινώνδα. Ο οποίος είχε φτάσει, σιγά-σιγά, κοντά στα πόδια του εχτρού κι ετοιμαζόταν να του στείλει δυο μεραρχίες κατάρες και μια ψεκασά κατούρημα. Όπως όμως όρμηξε η Βαγγελίτσα, τον ανάγκασε να μετακινήσει κάπως τα πόδια του, για να τη κρατήσει αγκαλιά και χωρίς να το θέλει -τράβα πες το αυτό στον Επαμεινώνδα- τονε κλώτσησε πάρα πέρα. Και βέβαια δεν έφαγε τη παραμύθα και το πήρε μάλιστα προσωπικά. Ο θόρυβος που 'κανε το καβούκι του, ψύλλιασε τη κυρά του, που πετάχτηκε πάνω έντρομη, παρατώντας δηλαδή την ήδη ξεκινημένη ...διαδικασία κι ο δόλιο-Μήτσος έμεινε με τη γλύκα!
 -"Πωπώ! Ο καημένος ο Επαμεινώνδας!" ξεφώνισε.
     Ο Μήτσος θορυβήθηκε, ταράχτηκε και στο τέλος τρόμαξε! "Βρε δε θες να 'ναι παντρεμμένη και να γύρισεν ο άντρας της;" σκέφτηκε και πετάχτηκε κι αυτός πάνω.
 -"Ο ποιός;" είπε προσπαθώντας να μη φανεί πανικόβλητος, αλλά όχι και με ιδιαίτερην επιτυχία, ανεξαρτήτως που η Βαγγελίτσα κοιτώντας αλλού, δε το πήρε χαμπάρι.
 -"Ο Επαμεινώνδας καλε! το χελωνάκι μου. Το τσατσόμοιρο το κλώτσησες" είπε με φωνή που κλιμακωτά έφτασε το μπεμπέκισμα, χάριν της ...στοργής της προς το ζωντανό.
 -"Σιγά που χέστηκε" είπε ο Επαμεινώνδας, αλλά στη γλώσσα του.
     Ο Μήτσος άργησε λιγάκι να πιάσει το νόημα, αλλά όταν το 'πιασε, ανακουφίστηκεν αμέσως. Του 'ρθε να βρίσει, μα το κατάπιε.
 -"Εγώ; Πότε; Πού; Πώς";
 -"Έλα, εντάξει δε το θελες, εγώ φταίω που δε σου τονε σύστησα. Έλα δω Επαμεινώνδα, έλα να σου γνωρίσω ένα καλό μου φίλο".
 -"#$%#%#"! (δε θα μεταφράσω την απάντησή του από τα χελωνικά γιατί θα τινάξω το γραπτό στον αέρα και θα κοπεί).
 -"Πούσαι βρε Επαμεινώνδα;" είπε κι ο Μήτσος, τί να κάνει, κι έκανε να τονε χαηδέψει. "Με λένε Μήτσο".
 -"Χέστηκα!" είπε ο Επαμεινώνδας "κι έννοια σου ψηλέα, θα τα πούμε"!
 -"Χάρηκα πολύ Επαμεινώνδα", είπεν ο Μήτσος συνεχίζοντας, αν κι άρχιζε ν' αμφιβάλλει κάπως για την όλη κατάσταση. "Σόρρυ που σε κλώτσησα, δε το 'θελα!" συνέχισε να μπαίνει σε ζόρικους δαιδάλους και σημειωτέον, η στύση του είχε πάει σεριάνι.
 -"#$~#$%%#^$#$&#
μουρμούρισε τσατισμένος ο Παμείνος, μα πάλι δε θα βάλω υπότιτλους.
     Η Βαγγελίτσα που λάτρευε το χελωνάκι της σχεδόν όσο και τον εαυτό της -και πιο κάτω, σαφώς πιο κάτω, το Μήτσο- πήρε το ζωάκι στα χέρια της και το πήγε στην άλλη άκρη. Αν βλέπατε το χαμόγελο του Επαμεινώνδα, την ώρα που τονε κράτησε στα δάχτυλά σας και μετά τη πικρή του απογοήτευση, όταν τονε πήγε μακρυά, θα παθαίνατε πλάκα. Έπειτα ξαναγύρισε τον καλό της, φουριόζα.
 -"Πού είχαμε μείνει αγαπούλα μου;" τονε ρώτησε παθιασμένα, καθήμενη στα πόδια του.
 -"Εκεί που μου σύστηνες τον Επαμεινώνδα", της απάντησε χολωμένος αυτός.
 -"Έλα κακούλη μου, τόσο καιρό περιμέναμε..." τον αγκάλιασε με θέρμη. "Εσύ δε θα μου συστήσεις το ...Μητσάκο σου";
     Του Μήτσου, πολύ του κακοφάνηκε το υποκοριστικούλι, μα η αγκαλιά της, η μυρωδιά της, το θαύμα του Έρωτα, που τόσο αργεί μα που δε περιμένει, κάνανε το θαύμα τους. Όρμηξε στα γιομάτα. Τον έκοψεν όμως αυτή, ρουθουνίζοντας.
 -"Αγαπούλα μου, βρωμάς και ζέχνεις. Δε πας να κάνεις ένα μπανάκι; Τόσες ώρες οδήγημα, ιδρώτας... άντε χαρά μου να χαρείς".
     Πολύ του κακοφάνηκε το νέο κόψιμο, άρχισε να παίρνει προμήνυμα πως κάποιο κακό γραφτό τον έρριξε σ' αυτή τη περιπέτεια, αλλά η σκέψη πως είχε μπει πια για τα καλά στο χορό κι έπρεπε να χορέψει ως το τέλος, πού ίσως στο άμεσο μέλλον του επιφυλάξει κάτι πολύ καλό, τον έκανε να δώσει τόπο στην οργή και σηκώθηκε να πάει στο μπάνιο. Εκείνη τον ακολούθησε και του δωσε δυο πετσέτες κι ένα μεγάλο μπουρνούζι και τον άφησε. Πολύ του κακοφάνηκε του Μήτσου η ύπαρξη τόσο μεγάλου μπουρνουζιού, αλλά το κατάπιε κι αυτό και χώθηκε στη μπανιέρα. Εκεί, χαλάρωσε πάρα πολύ κι αφέθηκε στις σκέψεις που πετούσανε παντού, ακριβώς σα τις νυχτερίδες στην έναστρη νύχτα...
 -"Έι... τί έγινες καλέ, πνίγηκες;" τονε ξύπνησεν απότομα η φωνή της από μέσα. Ήτανε καιρός. Το νερό είχε κρυώσει κι ο μάγκας έτρεμε κιόλας. Πετάχτηκε πάνω, γλύστρησε κι έπεσε με το ισχίο στη μπανιέρα. Μουρλάθηκε στο πόνο. Ωστόσο δεν έβγαλε κιχ. Όταν κώπασαν οι πόνοι, ξεπλύθηκε, σκουπίστηκε και φόρεσε το -μη χέσω- μπουρνούζι. Βλαστήμησε μέσα του γιατί ο ..."μακαρίτης" ήτανε πολύ πιο μεγαλόσωμος κι ο γοφός του πονούσε. Παρολαυτά, πήρε μια βαθειάν ανάσα και ξεκίνησε για το μακρύ ταξίδι της μέρας, μέσα στη νύχτα. Ο Έρως βλέπετε και τα ...ρέστα.
     Ήτανε ξαπλωμένη στο κρεβάτι, τυλιγμένη μέχρι το σαγόνι. Αυτό τονε κόλλησε λιγάκι, στο να ξεντυθεί κι έτσι σκέφτηκε τη διπλωματικήν οδό: να πλησιάσει από τη δική της μεριά και να τη φιλήσει, ώστε μετά να γίνουν όλα ...αυτόματα. Μα κι αυτή ρε παιδιά, γυμνόστηθη στις παραλίες, εδώ βρήκε να τη πιάσει σεμνοτυφία! Αλλά πριν να ξεκινήσει προς τη μεριά της, τονε σταμάτησε κι άλλη μια φορά:
 -"Δε ξυρίστηκες λιγάκι βρε ματάκια μου; Το δέρμα στη κοιλίτσα μου είναι πολύ ευαίσθητο... θα με γεμίσεις κοκκινίλες!" του 'πε με νάζι και σκέρτσο και μειλίχια... αλλά τί να το κάνεις; Το σκατό, όσο κι αν το αρωματίσεις, το γλασάρεις, το πασπαλίσεις με ζάχαρι άχνη, πάλι σκατό παραμένει.
     Πολύ του κακοφάνηκε του Μήτσου, η νέα αυτή απόκρουση! Αχ Έρωτα που ξαγρυπνάς στα μάγουλα της νεάνιδος και που καταχτάς τον κόσμο, ρίξε μια ματιά κι εδώ κάτω, στο σπλάχνο σου που υποφέρει... Ο Μήτσος γύρισε στο λουτρό να ξυριστεί. Ας εκμεταλλευτούμε το χρόνο που κείνος θα ξυρίζεται και να πάμε να δούμε τί κάνει η Βαγγελίτσα. Όχι, αλλά πρέπει να 'μαστε τίμιοι περικαλώ.
     Με το που μπήκε στη διαδικασία ν' αφαιρέσει τα ρούχα της και να προχωρήσει σε φάση ζευγαρώματος, ανάκτησε όλα κείνα που στρώνουνε χαλί το δρομάκι αυτό. Αλλά, πρώτα η μύτη της, έπεσε πάνω στο σκόπελο της δεκάωρης οδήγησης και τσίνισε, μη δίνοντας έγκριση. Πολύ τη χάλασε αυτό. Μα κι αυτός ρε παιδάκι μου να μη σκεφτεί... Εεεπ όχι, δε θα τονε σφάξουμε κιόλας,αλλά καναδυό γυμνάσια θα του τα κάνει. Άλλωστε παίζει στην έδρα μου. Έπειτα, έκανε μιαν ώρα στο μπάνιο ο αχρείος και δε ξυρίστηκε κιόλας! Πολύ τη χάλασε αυτό. Όχι φυσικά πως έχει ευαίσθητη κοιλίτσα. Άσε το άλλο! Στην αρχή της γνωριμίας τους, της έκανε το βαρύ πεπόνι! Τέλος πάντων, ας αφήσουμε τα σχόλια, γιατί το παλικάρι ξυρίστηκε κι έρχεται...
     Νάσου ο Μήτσος εκ λουτρού, ξυρισμένος κι ολόφρεσκος, τυλιγμένος στη μπουρνουζάρα -κύκλωπας και βάλε πρέπει ναταν ο συχωρεμένος-, να μπαίνει στη κρεβατοκάμαρα, χαϊδεύοντας επιδεικτικά, τα μάγουλά του χαμογελώντας. Ξαναβάζει μπροστά το σχέδιο της δικής της πλευράς και του φιλιού. Σκύβει και της προτείνει το μάγουλό του για φιλί κι αφήνει, φυσικότατα, το μπουρνούζι ν' ανοίξει όσο του καπνίσει. Ωστόσο, νάσου πάλι στα πόδια του ο ...Επαμεινώνδας!!! Νέα κλωτσά -κατά λάθος και καλά, αλλά δε μας πείθεις ρε κακεντρεχή- κι Μήτσος κόντεψε να πέσει!
 -"Πρόσεχε που πατάς ρε κανάγια!", ο εξαγριωμένος Επαμεινώνδας.
     Πετάγεται πάνω η Βαγγελίτσα έκπληχτη κι έντρομη -και φανερώνει ένα καταπληχτικό ζευγάρι βυζιά, που παρόλο το ξάφνιασμα, μάγεψε το Μήτσο- και σκύβει να δει, φανερώνοντας κι άλλα... τιμαλφή, προς μεγάλη μα συγκρατημένη ευχαρίστησή του.
 -"Βρε χριστιανέ μου, 
πρόσεχε που πατάς;" έξαλλη η ολόγυμνη Βαγγελίτσα!
     Ήρεμη και ντυμένη ή έξαλλη και γυμνή, ιδού ω φτΈρωτα, η μεγάλη απορία!
 -"Μα... γιατί τον έφερες εδώ;" της απαντά ηλίθια ο... ένοχος, εξ αιτίας του παρουσιαστικού της. Το ό,τι τη τρώει με τα μάτια, αγνοώντας τα τεκταινόμενα, τη διαολίζει ακόμα πιότερο!
 -"Εγώ τον έφερα; Ώρες είναι να μου πεις τώρα, πως είμαι και βιτσιόζα"!
 -"Καθήκι!" Ο Επαμεινώνδας παρεμβάλλει και τη δική του φραστικήν επίθεση.
 -"Παραφέρεσαι. Δε φταίω γω. Σάματι τον είδα";
 -"Βέβαια εγκληματία! Δε φταίς εσύ: Φταίω γω που δε σε φτάνω να σου κόψω μια δαγκανιά στ' αχαμνά σου, που μας τα περιφέρεις φόρα-παρτίδα!" λέει φανερά αναστατωμένος ο Επαμεινώνδας. Ευτυχώς, τουλάχιστον, αυτός τα λέει, αυτός τ' ακούει.
 -"Τέλος πάντων. Κάτσε να τονε πάω μέσα κι έρχομαι. Και ...μάζεψε το πουλί σου, μη βγάλει κανείς κανά μάτι..." του λέει πειραχτικά κι αστεία η Τσιτσίδω-Βαγγελιώ.
     Ο Μήτσος βγάζει το μπουρνούζι και πάει να μπει κάτω από τα σκεπάσματα, με βιάση. Τραβά κατά λάθος μια καλή κλωτσά στη κόχη του κρεβατιού και βλαστημά με πόνο. Φήμες λένε πως μέσα ο Παμείνος το πανηγύρισε δεόντως, αλλά εγώ δε πιστεύω στις φήμες. Όταν η Βαγγελιώ γύρισε πίσω, η θέα της τον αντάμειψε για τους πόνους. Αμέσως ένιωσε να μαλακώνει μέσα του και να σκληραίνει ...έξω του. (Αυτή η στύση δε σας φαίνεται πως πάει να γίνει ασανσέρ;).
     Η Βαγγελίτσα έκλεισε τη πόρτα της κρεβατοκάμαρας, θέλοντας προφανώς να προστατέψει τα ματάκια του Επαμεινώνδα από τα πορνοθεάματα, το κορμάκι του από τις επίβουλες κλωτσές του καθενός και τον επερχόμενο οργασμό της, που ήδη τον έκοβε... αμφισβητούμενο. Έτρεξε να χωθεί στα σκεπάσματα. Μη ξεχνάμε πως πλησιάζε Δεκέμβρης, η ώρα θα 'χε πάει σίγουρα δώδεκα και, η θέρμανση της πολυκατοικίας είχε κλείσει και το κορμάκι της είχεν αρχίσει να παγώνει. Αμέσως πιαστήκαν αγκαλιά για να ζεσταθούνε κι αυτό έφερε τ' άλλο και πάει λέγοντας... Δηλαδή θα πήγαινε αν ο ...Επαμεινώνδας... Γκντούπ - γκντούπ - γκοντούπ, στη πόρτα. Σταθερά και με παλμό, μα τον τοξοβόλο θεό, σας μιλάω.
 -"Τί είναι αυτό;" ρώτησεν ο Μήτσακλας παραξενεμένος.
 -"Ο Επαμεινώνδας..." απάντησεν αυτή μελαγχολικά.
 -"Άνοιξε πρόστυχε, να σου σκίσω τις φτέρνες", ο Παμείνος απ' όξω: Γκντούπ-Γκντούπ-Γκντούπ.
 -"Δεν είναι δυνατόν!" ο Μήτσος, ηλίθια.
 -"Κι όμως, είναι..." η Βαγγέλω με συγκαταβατικό ξεφύσημα.
 -"Άνοιξε ρε σκατόπραμα να σου κατουρήσω το μετατάρσιο" Γκντούπ-γκντούπ-γκντούπ ο απόξω πικραμένος.
 -"Μα... καλά... δε θα κοιμηθεί;" τελείως χαζεμένος και πια με ξαναπεσμένο... ηθικό, ο Μήτσος.
 -"Ναι. Σε κάνα μήνα... χειμέρια νάρκη θαρρώ..."
 -"Τί μου λες";
 -"Όπως σε βλέπω και με βλέπεις".
 -"Η αλήθεια είναι πως... δε σε βλέπω", της λέει παιγνιδιάρικα και χώνεται στα σκεπάσματα με σαφείς... επιθετικούς προσανατολισμούς.
 -"Σιγά... σιγά παιδάκι μου..." γελώντας αυτή χαχανιστά! "Θα με φας"!
 -"Άστηνε κάτω ρε παλιοχαραχτήρα!", γκντουπ-γκντούπ-γκντούπ ο Παμείνος.
 -"Δε πας να τονε βάλεις κάπου ήσυχα;" βγάζει το κεφάλι από τη ...κατσαρόλα με το σορόπι, ο Μήτσακλας!
 -"Το κακό σου τον καιρό ρε!" ο Παμείνος που μυρίστηκε τα βρώμικα. Γκντούπ-γκντούπ-γκντούπ.
 -"Άσε, θα το χειριστώ..." ξανασηκώθηκε η Βαγγελιώ, με τις ρώγες της να βγάζουνε μάτια. Ο φουκαράς ο Μήτσος πήρε πάλι το ασανσέρ για υπόγειο κι άρχισε να φοβάται πλέον ξεκάθαρα, πως το χαμόγελο της τύχης ήτανε φάλτσο.
     Όταν ξαναμπήκε μέσα η Βαγγελίτσα, ο Μήτσος κόντευε να τονε γλυκοπάρει.
 -"Ώστε έτσι ε; Λίγες δυσκολιούλες και τη κάνουμε γυριστή;" του 'πε λάγνα.
 -"Έλα δω να σου δείξω κι εγώ ...κάτι!" της είπε, άλλα όχι με σίγουρο τόνο.
     Αλλά δυστυχώς ο γοφός του τονε πόνεσε ζόρικα τώρα που 'χε χαλαρώσει και κρυώσει και με τη κίνηση που 'κανε να τη περιαδράξει, τονε σούβλισε δυνατά. Σταμάτησε σα κεραυνόπληχτος.
 -"Τί έπαθες;" τονε ρώτησεν ανήσυχα, αλλά και με μια κατασταλαγμένη, πλέον, πεποίθηση πως η νύχτα τούτη είχε πια τελειώσει.
 -"Άσε με λιγάκι... θα συνέλθω...", πράμα που δε το καλοπίστευε μήτε κείνος.
     Όλη η κούραση, όλο το σπάσιμο, το γάγγλιο, ο γοφός, η κλωτσά στη κόχη και το ... ασανσέρ τον είχανε καταβάλλει. Θείε Έρωτα, ας τον αφήσουμε με αναστολή, λόγω αμφιβολιών. Σε λιγάκι τον είχε πάρει ο ύπνος, ροχαλίζοντας τρανταχτά. Η Βαγγελίτσα πέρασε μαύρη νύχτα, κυριολεχτικά!
     Εδώ τελειώνει το δεύτερο κομμάτι αυτής της πονεμένης ιστορίας. Παρόλο που 'χε σαν κυριώτερον ήρωα τον Επαμεινώνδα, θα το βάφτιζα: "Τα Πρώτα Σύννεφα". Το κομμάτι αυτό που 'χε πολύ νύχτα, ελάχιστο αλκοόλ, πολλή ταλαιπωρία -τίμιοι να 'μαστε- πολλές ανατροπές και πολλή πίκρα. Θα περιμένουμε να ξημερώσει και να περάσουμε στο... τραγικό τρίτο μέρος αυτού του ερωτικού δράματος. Προς το παρόν, ησυχία!
     Χάραξε το πρωινό και καλοχάραξε κι ο Μήτσος ξύπνησε πρώτος. Δηλαδή όχι ακριβώς ο ίδιος ο Μήτσος, ένα μέρος του Μήτσου.
     Ο Επαμεινώνδας που δεν είχε κοιμηθεί καθόλου όλη νύχτα, είχε βρει πάλι τρόπο να προσεγγίσει τη πόρτα, παρά το: "θα το χειριστώ" της Βαγγελίτσας, και χτυπούσε... διακριτικά: Γκντούπ-γκντούπ-γκντούπ.
     Ξυπνώντας το Μήτσο, που διαπίστωσε πως ο... Μητσάκος είχε ξυπνήσει πρώτος και διεκδικούσε τα δικαιώματά του. Αυτός, σκέφτηκε τότε ν' απλώσει το χέρι του και να χαηδέψει την ευαίσθητη κοιλίτσα της Βαγγελίτσα κι αμ' έπος, αμ' έργον. Απαλά-απαλά, μη τη ξυπνήσει, την άγγιξε, τόσον απαλά δε, που στην ουσία τη γαργάλισε.
     Εκείνη με μιαν ενστικτώδη κίνηση, τίναξε το χέρι της και του 'σφιξε ένα γερό μπάτσο στο μάγουλο, πιάνοντας και λίγο μύτη και λίγο μάτι.
     Ο Μήτσος αλλοιθώρισε στον πόνο. Σηκώθηκε, πήγε στο μπάνιο κι άδειασε τη κύστη του. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, είδε τη μελανιά στο ζυγωματικό κοντά στο μάτι, είδε το μώλωπα στο γοφό, το πρησμένο κότσι στο πόδι, είδε και το πουλί του να 'χει χαλαρώσει εκνευρισμένο και ψέλλισε στον καθρέφτη:
 -"Θεέ μου φτερωτέ και σβέλτε, κάνε να βγω ζωντανός απ' αυτή τη περιπέτεια κι ας μη γαμήσω καθόλου!" και χαμογέλασε... δηλαδή μόρφασε, γιατί τονε πόνεσε το χτύπημα. Ένιωσε κενός. Ντύθηκε και βγήκε από τη κρεβατοκάμαρα. Καθώς άνοιγε τη πόρτα, κλώτσησε πάλι το δύστυχο Παμείνο, που φυσικά τονε περιέλουσε μ' ένα κάρρο βρισίδια χελωνικής διαλέχτου.
 -"Σίχτιρι, κωλόπραμα!" του πέταξεν ο Μήτσος κι ετοιμάστηκε να του ρίξει κανονικό σουτ, αλλά ...πρυτάνευσε η λογική. Έξω είχε μια θαυμάσια χειμωνιάτικη λιακάδα. Άνοιξε τη μπαλκονόπορτα και βγήκε. Το διαμέρισμα βρισκότανε στον πέμπτο όροφο κι είχε πολύ καλή θέα. Έμεινε να τη χαζεύει, καπνίζοντας...
     Η Βαγγελίτσα ξύπνησε λίγο αργότερα, ψιλοχαλάστηκε που δεν τον είδε στο κρεβάτι, αλλά έδωσε τόπο στην οργή. Χαμογέλασε μόνη της, σχέδιασε το μοντέλο επίθεσης και σηκώθηκε, ντύθηκε κάπως ελαφρά για την εποχή και πήγε στη κουζίνα. Έφτιαξε δυο καφεδάκια φίλτρου, τα 'βαλε στο δίσκο, έρριξε και μερικά βουτήματα και βγήκε στο μπαλκόνι, που 'χε προσέξει πως ήταν ο καλός της. Τονε πλησίασε αθόρυβα από πίσω και του 'σκασε ένα φιλί στο σβέρκο κι έκατσε κει κοντά του.
     Κάτσανε κει, κάμποσην ώρα σιωπηλοί, απολαμβάνοντας καφέ, κάπνισμα, θέα και σιωπή. Βλέπετε ήτανε κι οι δυο του τύπου, πρωί σιγή, μέχρι να ξυπνήσουν όλα τα κύτταρα και μάλιστα καλά-καλά.
     Σε λίγο, όπως ήτανε φυσικό, αρχίσανε να μιλάνε, γενικά κι αόριστα στην αρχή, προσπαθώντας να κρατήσουνε μακρυά, όλες τις δυσχέρειες κι όχι πολύ αργότερα, πιάσανε τα χαμουρεματάκια και τις γλυκίτσες. Σα σπίθα σε ξερό φρύγανο, άναψε γοργά το πράμα, φούντωσε για τα καλά κι ορμήξανε μέσα να το συνεχίσουνε μακρυά από τα όμματα των δεκαοχτούρων κι άλλων τινων συναφών πετουμένων και μη. Δεν κλείσανε τη μπαλκονόπορτα, μες στη φούρια τους.
     Στη κρεβατοκάμαρα, καθυστερήσανε πολύ στα προκαταρκτικά, στα γδυσίματα και τα ρέστα, αλλά όσο κι αν το καθυστερείς, τόσο το πράμα φτάνει στο απερπάτητο. Πέσαν οι άμυνες, πέσαν οι αντιρρήσεις, πέσαν οι αναστολές, πέσαν όλα τα ρούχα και τα ρέστα, γιατί ως γνωστόν ο Έρωτας είναι αήττητος και παντοδύναμος -μεγάλη η Χάρη του.
     Ε! αφού πέσαν όλα τούτα, ο Μήτσος, σκαρφάλωσε στο Όρος της Αφροδίτης, άδραξε κι ανέβηκε τις Οροσειρές της Πήδου κι ετοιμάστηκε να εισβάλλει στη Σπηλιά του Νταβέλη να την σεξερευνήσει, νικητής πλέον και τροπεούχος. Μα όλοι τους, κι ο Μήτσος κι η Βαγγελίτσα, κι αυτός ακόμα-ακόμα ο Φτερωτός Θεός, λογαριάζανε χωρίς τον ξενοδόχο. Που εν προκειμένω δεν ήταν άλλος από τον Επαμεινώνδα!
     Την ώρα που τα στρατεύματα του Στρατάρχου Μήτσου, ετοιμαζόντουσαν να στήσουν Τρόπεος στη πρωτεύουσα της Βαγγελίτσας, ήτις είχε σηκώσει όλες τις μπάρες τόσο ψηλά, όσο την έπαιρνε ο θόλος του νου της, είχε υψώσει κάθε τί λευκό σε σημαία για παράδοση άνευ όρων και περίμενεν επιτέλους τους βαρβάτους-βαρβάρους να μπούνε, ένα μεγάλο γκντούπ ηκούστη και μετά το ηκολούθηξεν μεγάλη χλαπαταγή από κάτω. Φωνές, κακό, φασαρία!
 -"Αυτό το γκντούπ κάτι μου θυμίζει..." είπεν ηλίθια και καβλωμένα, ο πολλοστή φορά κομμένος προ κενής εστίας, Μήτσος!
 -"Τώρα που το λες... κι εμένα..." είπε ξανασασμένη από την αναμονή, κι η Βαγγελίτσα.
     Έμειναν για λίγο έτσι: ο Μήτσος ετοιμασμένος να καρφώσει κι εκείνη από κάτω να περιμένει τον ...πέλεκυν και τότε κάτι ξάστραψε στη λογική της, τώρα που 'χε καλμάρει κάπως. Έβγαλε μιαν απότομη κραυγή:
 -"ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ!!!!!!"
     Τί είχε συμβεί; Τα πιτσουνάκια μας όταν φύγαν από το μπαλκόνι, μέσα στις κάψες (το ψ με βλ), ξεχάσανε να κλείσουνε τη μπαλκονόπορτα. Ο Παμείνος, είδε λιακάδα και βγήκε κι αυτός. Προφανώς, -τί λέω; προφανέστατα- όταν είδε πως εκείνος ο αχώνευτος ψηλέας θα βάτευε τη κυρά του, το πήρε βαριά. Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει και διαπίστωσε το μάταιο της ύπαρξής του. Σκέφτηκε πως δε θα 'θελε να ζήσει κρατώντας αυτό το τεράστιο βάρος στο καβούκι του. Την ώρα που έφτασε στο χείλος του μπαλκονιού, ζύγισε καλά τα πράματα, σκέφτηκε μελαγχολικά, όλες τις στιγμές που 'ζησε με τη κυρά του ευτυχισμένα, κι όταν άκουσε τις ...ερεθισμένες κραυγούλες προσμονής της Βαγγελιώς, δεν άντεξεν άλλο και ρίχτηκε στο κενό, βρίζοντας το καθήκι και φωνάζοντας λόγια αγάπης στη κυρά του. Πέφτοντας έσκασε πάνω σ' ένα πανάκριβο αυτοκίνητο, που ο ιδιοκτήτης του, συνέβαινε να 'ναι μέσα και να ετοιμάζεται να βάλει μπρος. Χέστηκε από το φόβο του όταν το βαρύ κορμάκι του Παμείνου βούλιαξε με κρότο την οροφή του και πετάχτηκε έξω:
 -"Ρε! Ποιός μαλάκας εκεί πάνω πετάει χελώνες!" κραύγασε ηλίθια από την έκπληξη κι αμέσως μαζεύτηκε κόσμος περίεργος να δει και να μάθει...
     Τα παιδιά πάνω, βγήκαν από τη κρεβατοκάμαρα και τρέξανε στη μπαλκονόπορτα. Είδανε κάτω τον κόσμο μαζεμένο κι όλη τη φάση κι αμέσως κατεβήκανε κι αυτοί κάτω. Αυτή όλο αγωνία κι αυτός όλο τσατίλα, μα συμπαράσταση και καλά. Βλέπετε, είχε πάρει το μήνυμα, μα ακόμα διατηρούσε κάποιες αμυδρές ελπίδες. Η Βαγγελιώ εκνευρισμένη με το Μήτσο που δε πρόσεξε, εκνευρισμένη με τη πάρτη της που δεν έκλεισε τη πόρτα του μπαλκονιού, εκνευρισμένη με τον Επαμεινώνδα που ενήργησε ηλίθια και τέλος εκνευρισμένη που άλλη μια φορά δε πρόλαβε να παραδώσει τα ...κλειδιά της Ακρόπολής της και συντριμμένη επίσης γιατί το λάτρευε το ζωάκι της, έτσι ήταν αλλόφρων κι έξαλλη. Τον καημένο, τονε τρέξαν από δω, τονε τρέξαν από κει μα και τί μπορεί να κάνει κανείς σ' ένα τόσο δα χελωνάκι; Ζούσεν ακόμα μα του δίνανε λιγοστές ελπίδες με τα τραύματά του. Έτσι, τονε βάλανε σ' ένα μικρό κουτάκι, το ακουμπήσανε δίπλα στο κρεβάτι της, στο κομοδίνο και κάτσανε να το προσέχουνε.
     Εδώ να κάνω μια μικρή παρένθεση, να μιλήσω για λίγα πράματα που ξέρω για τις χελώνες και που θα τα βρει κανείς εύκολα με μιαν αναζήτηση στο θέμα. Ζούνε πάρα πολλά χρόνια, γύρω στα διακόσια, κι αυτό το χρεώνουν
οι επιστήμονες στην έλλειψη άγχους. Γιατί και το σπιτάκι τους το 'χουνε και τη τροφούλα τους τη βρίσκουνε καθημερινά και δε νιώθουνε πως κινδυνεύουν από κάποιον εχτρό. Όχι φυσικά πως δε κινδυνεύουνε... κινδυνεύουνε και μάλιστα πολύ κι από πολλούς εχτρούς-θηρευτές. Αυτές όμως δε το νογάνε, πράμα που 'ναι ίδιο σα να μη κινδυνεύανε διόλου. Θεωρούνε λοιπόν πως εκτός από εξασφαλισμένη στέγη, έχουνε κι εξασφαλισμένη προστασία. Έτσι λοιπόν έχουν αναπτύξει ένα πανίσχυρο ανοσοποιητικό -πράμα που σημαίνει πως όσο πιο λίγο άγχος έχει κανείς, τόσο πιο αλώβητο είναι το δικό του αμυντικό σύστημα- που τις προστατεύει από πάσα νόσο κι ιώσεις και τα ρέστα. Επίσης υποθέτουν πως ακριβώς αυτή η έλλεψη άγχους είναι που τους χαρίζει και τη μη φθορά των κυττάρων τους κατά το πέρασμα του χρόνου του γλύπτη. Έτσι, φτάνουνε σε πάρα πολύ μεγάλες ηλικίες, αν δε τους κάτσει καμμιά στραβή -καλή ώρα ή μάλλον... κακή ώρα- αν δε τους φάει κανέναν πρωτεύον αρπαχτικό. Κι η κυριώτερη αιτία φυσικού θανάτου τους είναι -άκουσον άκουσον- η ...πείνα! Μάλιστα, η πείνα! Γιατί;΄Γιατί μεγαλώνει ένα κερατάκι στο πάνω χείλος του ράμφους τους συνέχεια, ολάκερη τη μακριά ζωή τους και φτάνει σ' ένα σημείο, όπου κλείνει με το μέγεθός του το στόμα κι έτσι η χελώνα δε μπορεί να λάβει άλλη τροφή. Ποιός ξέρει, αν δε συνέβαινε αυτό, ως πόσα χρόνια θα μπορούσανε να ζούνε. Και το καλύτερο το άφησα για το τέλος: Από τη πρώτη μέρα της γέννησής τους μέχρι τη τελευταία μέρα της φυσιολογικής ζωής τους, είναι κι ικανές να κάνουνε σεξ αλλά και γόνιμες στο ν' αναπαραχθούν μέσω αυτού. Δηλαδή και διακοσίων ετών η χελώνα και σεξ κάνει κι αναπαράγεται... Μάλιστα κύριε! Είπατε κάτι; Τέλος της παρένθεσης κι ελπίζω τα όσα είπα να βοηθήσανε κάτι...
     Η Βαγγελίτσα -κι από κοντά αναγκαστικά κι ο Μήτσακλας- καθότανε στο ... προσκέφαλο του Επαμεινώνδα, όστις χαροπάλευε. Τί τηλέφωνα πήρε, τί στο δίκτυο έψαξε, και τί δεν έκανε, για να μάθει όλα όσα θα μπορούσε να κάνει για να τονε σώσει. Ο δε Μήτσος ο ΠαρολίγοΠορθητής, έκανε βέβαια κάποιες προσπάθειες να επαναφέρει τη φάση τη πρωινή, προ της απόπειρας αυτοκτονίας του Παμείνου, μα φυσικά προσέκρουσε σε κάβο... ναι... κάβο είπα... κάβο...
      Σε μιαν απ' αυτές, τονε πήρε απ' τα μούτρα:
 -"Τρελός είσαι; Και να μας βλέπει ο καημένος ο Επαμεινώνδας... δεν είναι σωστό..." είπε και κλαψούρισε.
 -"Να μη σου πω τί τον έχω τον καημένο τον Επαμεινώνδα!" της είπεν αγαναχτισμένος ο Μήτσος, αλλά ...από μέσα του φυσικά.
     Πέρασε η νύχτα, ήρεμα για το ζευγάρι, ανήσυχα για τον Επαμεινώνδα και ξυπνήσανε το πρωί, ο τραυματίας ακόμα ζούσε. Θέριεψε η ελπίδα μέσα της, πως ίσως τελικά τη σκαπουλάρει και θέριεψε η απελπισία μέσα του κι είπε να τη σκαπουλάρει.
     Με τα πολλά, με τα λίγα, αποφάγανε το μεσημέρι κι εκείνος είπε πως πρέπει να πηγαίνει.
 -"Θα με αφήσεις τώρα;" τονε ρώτησε μειλίχια.
 -"Ναι γλυκειά μου, πρέπει να φύγω. Τέτοιαν ώρα θα 'φευγα έτσι κι αλλιώς", της απάντησε, ευλογώντας τη -ποιός ξέρει ποιά- έμπνευσή του, να μη ξεκαθαρίσει εξ αρχής την ακριβή ώρα αναχώρησής του. Σκέφτηκε το αντίθετο, πως αν δηλαδή τα πράματα πηγαίνανε πολύ καλά, να 'μενε μια νύχτα παραπάνω και τελικά έτσι καταπώς πήγανε, καλόν είναι να φύγει νωρίς.
 -"Είσαι τελείως αναίσθητος!" του επετέθη ξαφνικά και με σφοδρότητα. "Σήκω-φύγε κι άσε με στον πόνο και στην αγωνία μου!" κι έβαλε τα κλάματα.
 -"Είσαι τελείως παλαβή! Λυπάμαι... λυπάμαι πολύ... και συγνώμη για  τις τυχόν ευθύνες μου", είπε και σηκώθηκε να μαζέψει τα πράματά του.
 -"Είσαι τελείως μαλάκας! Στα τσακίδια!" του πέταξε λίγο πριν του βροντήξει τη πόρτα πίσω του. Φήμες λένε πως στη φωνή της είχε προστεθεί κι εκείνη η ετοιμοθάνατη του Επαμεινώνδα, ωστόσο ελέγχονται πάρα πολύ για τη γνησιότητά τους κι η ιστορία μου είναι πολύ σοβαρή για να τις λάβει σοβαρά υπόψιν.
     Έτσι τελείωσεν άδοξα -Ω Φτερωτέ- τούτος ο μεγάλος έρως και λίγον αργότερα, ξεψύχησε νικητής ο φτωχός Επαμεινώνδας. Ο ήρωας νάνος που όρθωσε το μικρό του ανάστημα, σ' ένα κόσμο γιγάντων με νανοσυναισθήματα και συνετρίβη υπ' αυτών. Έτσι δηλαδή όπως συμβαίνει συνήθως. Εικασίες πως περίμενε να φύγει πρώτα ο Μήτσος για ν' αφήσει απ' τα δόντια, τη ψυχούλα του να πετάξει, επίσης ελέγχονται ως αβάσιμες...

                                                                       Δεκέμβρης '10

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers