-


Dali &









/




 
 

 

, '

      Αυτ που θα διηγηθ παρακτω, εναι μια μικρ, πικρ, πονεμνη ιστορα και πρα για πρα αληθιν. Φυσικ οιαδποτε ομοιτης με πρσωπα, πρματα, φυτ, ζα τλος πντων, με συγγενες, φλους, απλος γνωστος κι γνωστους, εναι τελεως συμπτωματικ.
     Αρχ του κουβαριο εναι μια δυνατ γνωριμα δυο ανθρπων -αντιθτου φλου φυσικ- σε κποιο μρος να πομε, ουδτερο, μιας και κανες τους δε κατοικοσε κει. τυχε λοιπν να συναντηθονε και μλιστα θεωρσαν εαυτος εξαιρετικ τυχερος, γιατ αυτ το χαμογελκι της τχης, το βρκανε πλατ, ευχριστο και πολ του γοστου τους, εν σως τανε πονηρ, σαρκαστικ κι υποχτνιο. Γιατ το λω αυτ; Γιατ συμβανει να ξρω το τλος αυτς της ιστορας. Ββαια, το σωστ να πομε, εναι πως γνωριστκανε λγο πριν αναχωρσει κενος για την ιδιατερη πατρδα του, πνω απ πεντακσια χιλιμετρα απσταση, απ τη δικ της -ντε, λγο λιγτερο, ταν εκενος σκεφττανε τις... λγες, πλην μορφες στιγμς που περσανε μαζ. Επσης, η τχη το 'χε φρει τσι, στε να μη ξεμοναχιαστον αρκοντως, στε να συμβε το... Ωγλυκομουμυστικοεπιτελουςσεανακαλπτω, αν με πινετε τ εννο. Αλλ' ας τα πισουμε με τη σειρ.
     Τλειωμα καλοκαιρινν διακοπν σε κποιο νησκι του Αιγαου. Ο ντρας -ας τονε πομε Μτσο, (νομα και μη χωρι) καμι σαρανταπενταρι χρον- εχε σκυλοβαρεθε. Δεν απχω πολ απ το να πιστψω, πως ουσιαστικ δεν βλεπε την ρα να γυρσει στον τπο του και να ξαναρχσει τις παλις του συνθειες. Ββαια, αλλις το 'χε ξεκινσει. Πιθανν να του 'χανε σφυρξει τποτα επιτδειοι, επιστθιοι φλοι, πως τα καλοκαρια στα νησι μας, το μουν πετ στον αγρα, εντελς ελευθρας βοσκς, κι τι αυτς λλο δεν χει να κνει, παρ να βγλει ξω το πουλ του, αφο του 'χει εξασφαλσει μιαν αξιοπρεπ στση, κι αμσως θα 'ρθει, το δχως λλο, κποιο πετμενο να καρφωθε με ζση και με βιση, πνω του. Ποις ξρει; Σε τοτο το κοσμκι, λα εναι πιθαν. γνωσται αι συμ-βουλα των κολλητν. Ξρετε, αυτ εναι να θμα που θα το πισω κποιαν λλη φορ... Προς το παρν ας πμε παρακτω...
     λεγα λοιπν πως δε του 'χανε κτσει βολικ τα πρματα. Δεν εχεν σως και την ευχρεια, κι εχε σκυλοβαρεθε. Του μνανε δυο μερολες ακμα για να γυρσει στο μαγγανοπγαδο, που λα... κι ταν λω λα εννο... ΟΛΑ, τα πρματα, βρσκονται -θενξ γκαντ- στη κανονικ τους θση. τσι βγκε να πει να κοπανσει καν σφηνκι, τρα που 'χε χωνψει καλ, πως οι ...ουρανο στο νησ τοτο τανε καθαρο. Κι ακοτε-ακοτε, διλεξε να μπαρκι που δεν εχε πει καθλου, σο μενε στο νησ κι ο λγος τανε... τ' νομ του: T O R T O I S E ! Ο καημνος, σως δεν ξερε πως αυτ σμαινε χελνα και φοβτανε πως θα τουρτουρσει, μιας κι εναι τσον ...αραι τα γρμματα... Κενην μως τη νχτα, δε μασοσε τποτα. Πγε να τα πιει, αν και βαθι μσα του διατηροσε μια μικρ ανησυχα.
     Η κοπλα απ την λλη μερι, -ας τη πομε Βαγγελτσα, (οικογνειες δε θγουμε), καμμι σαρανταρι χρον- εχε σκυλοβαρεθε επσης, στις διακοπς της, γιατ δεκαεφτ μρες τρα, λλο πρμα δεν κανε, παρ ν' αποκροει... ιπτμενους ποτσους! ( Τ ειρωνεα μως ε; Τελικ, λλο τανε το... ιπτμενο σε τοτο το νησ). Δηλαδ και με το παρδν, δε κοτοσε να ξεμυτσει απ' το σπτι κι αμσως εχε συνοδει. Στη καλτερη δυο, στη χειρτερη, στα να πνε στο διολο. Για να πομε την αλθεια μως, και τοτο το κακμοιρο, για την δια με του Μτσου, δουλει ρθε στο νησ, αλλ βρε αδερφ!!! Βρε αδερφ!!! Αμν! τανε πολ προκεχωρημνων αντιλψεων κι χι καν παρλιακ του κερατ: και το στρινγκκι της το φοροσε και τα λογκια της δε μασοσε και το κεφκι της γουστριζε να κνει χωρς να κθεται να το ψειρζει και ξβυζη κανε το μπανκι της, αλλ ρε παιδκι μου, δε ξρω, δω στο νησ την εχε δει ρομαντικι κι τσι. Σιγ-σιγ σως να πινετε το νημα για κενο το χαμογελκι της ...τχης. Και που 'στε ακμα...
     τσι λοιπν η Βαγγελτσα, εχε κι αυτ σκυλοβαρεθε, στω και για διαφορετικος λγους, απ του Μητσρα. Τρα που επα 'Μητσρας', θυμθηκα κι λλο θμα και δε μπορ, θα το θξω.  Ρε παιδι δηλαδς, λοι σοι γρφουν ιστορες, δνουνε στους ρως τους κτι ονματα, μα κτι ονματα! Τ να πε κανες; "Η Ρωξνη, επε στον Αριστομνη, πως ο Ερρκος κι η Βιολτα θα πηγανανε στης Αφροδτης να προυνε τη Θλεια και τον Ορστη!" μη χσω δηλαδ! Χαθκανε ρε τα απλ κι μορφα ονματα; Τ χουν αυτ; Κρυζα; σε το λλο: να χουμε ιστορες με πνω απ πενντα πρσωπα και χρια τους δετερους ρλους και να μη διπλνει νομα; Και να μαστε σε μια χρα που αν ποτ πλησισεις μια ξνη να τη φλερτρεις, Μτσο θα σε πει, Γιργο θα σε πει, Γιννη θα σε πει Κστα και θα νομζει με κλειστ μτια, πως πεσε μσα! σο για τις κοπλες, αν φωνξεις στο δρμο: Κατερνα, Ελνη, Μαρα, θα γυρσουν λες! Δηλαδ ο Ερρκος Κατακουζηνς κι ο Ροβρτος Κατσενελεβνγκεν, χουνε μετακομσει απ την μεσαιωνικ μας ιστορα, στα ελληνικ σενρια. μαρτον δηλαδ, μαρτον! σε δε το ρατσισμ! Αν το στρι χει ναν αριστοκρτη κι να μεροκαματιρη χειρνακτα, ο μεν θα λγεται, στη χειρτερη: Κωνσταντνος Χρυσοβργης κι ο δε στη καλτερη: Βαγγλας Τρμπουκας. λεος! Αλλ ξφυγα πλι. Παρασρθηκα απ αγανκτηση κι επιστρφω στην ουσα.
     Η Βαγγελτσα λοιπν εχεν αποφασσει, ντας σκυλοβαρεμνη και πιθαντατα με ωορρηξα, κενο το βρδυ να μη πει στα γνωστ της στκια κι χι μνον αυτ: εχε σκεφτε σμερα να το ρξει ...ξω! Να ενδσει δηλαδ στο πιο χαλαρ, στη πρτη κπως αξιοπρεπ προσγγιση. Ε πς να το κνουμε; Κι οι γυνακες νθρωποι δεν εναι, με υγιες ανγκες κι ορξεις; Ε κι εκενο το κακμοιρο! Τζμπα δηλαδ ξεβρακωντανε κθε μρα και ξεβυζωντανε; Τλος πντων! Σκφτηκε να πει λγο πρα πρα και νσου το σημαδιακ μπαρκι: T O R T O I S E! Σημαδιακ το θερησε γιατ αγαποσε πολ τα ζα, -σε βαθμ... κακουργματος θα 'λεγα- κι εχε κι να χελωνκι σπτι -κι ραγε ποις ξρει; Θα της το προσχει η γειτνισσα θα τη πρει ο διλος;- και χωρς να χσει καιρ μπκε μσα. Εχε φορσει και κτι πολ σνια ρουχαλκια -φορσει δηλαδ μη το πρετε τοις μετρητος- και μπκε φουριζα και με αγρα πρωταθλητο.
     Ο Μητσρας εδε τη Βαγγελτσα (ε λοιπν σο πει λο και πιο πολ γουστρω που ονμασα τους ρως μου τσι και σημειωτον: μτε ο νας τανε ...βοηθς σιδερ, μτε κενη κορδελιστρα φασν! Αντθετα, τανε και μορφωμνοι σχετικ, ιδιατερα η κοπλα, ευκατστατοι σχετικ, ιδιατερα η κοπλα, κι εμφανσιμοι σχετικ, ιδιατερα η κοπλα, παρ' τι εχανε περσει τα σαρντα!) σχεδν με το που μπκε και του φγαν εξηνταδο τσιμπορια απ το μουστκι (Αχ αγαπημνε Τσιφρε, σου κλβω τη φρση) σε ττοιο βαθμ που κντεψε να πηδξει πνω στη μπρα και να κνει το γορλα σ' κσταση. Μετ σκφτηκε πως αυτ δε πινει, κι ρα καλτερα να ορμξει, να της κοπανσει μια μ' να ρπαλο στη καφκλα και να τη κψει στον μο, να τη σορει πσω του, να τη πει στη σπηλι του, να της δεξει το νταβνι και τα πλαν, αφο πρτα εξοντσει λα τα λοιπ σερνικ της περιοχς. Ββαια ρπαλο δεν εχε, αλλ εχε μια μπουκλα που της ξηγιταν αλλιτικα τσην ρα, και γργορα θυμθηκε πως δε ζομε πια σε κενη τη χρυσν εποχ, βλποντας και τ' λλα σερνικ που 'ταν αρκοντως ψωμωμνα κι χι και τσο του χεριο του, στρφηκε ξαν σε κενη και συνχισε να της πνει το εντσθι! "Ασιχτρι... δυο μρες μεναν ακμα", επε απ μσα του, "και θα γυρσω στα γνωστ μου λημρια!" και σκωσε το ποτρι, χωρς μλιστα να δεξει το παραμικρ ενδιαφρον στη νιφερτη. Με μια φρση: αποσρθηκε ξαν στο μετερζι του ...σκυλοβαρματος, -ωστσο χωρς να το ξρει εχε καθορσει τη τχη του κι εχε γρψει ιστορα! Τοτη την ιστορα που σας λω, αυτ η στιγμ την γραψε, χι εγ! Αχ τιμη τχη και πως χαμογελς λοξ ταν στνεις τις φρσες σου!
     Η Βαγγελτσα με το που μπκε στο μπαρ, που δεν ταν ακμα πολ γεμτο, -σε κενο το νησ ξυπννε αργ το πρω... κατ τις δκα το βρδυ- κι νιωσεν αμσως την ατμσφαιρα να ...ηλεκτρζεται. Εδε δυο τπους αριστερ της, που πριν τη δονε, ξνανε τ' αχαμν τους, να συνεχζουνε να τα ξνουνε αλλ τρα να τη κοιτνε με νημα! νας λλος που προσπαθοσε ν' ανψει τσιγρο, χασε το τσιγρο, του 'πεσε το τσαχμκι κι λο το πακτο και τα λοιπααα... Επσης, μ' αυτ τη μια και μνη περιφερειακ ματι -ματι που μνον οι γυνακες διαθτουνε, το σωστ να λγεται- εδε και το Μητσρα να της ρχνει μια ματι και μετ να γυρν πλτη, σα να μην τρεχε τποτα, και πολ της κακοφνηκε. "Γιατ ρε ο τζες; Εγ δηλαδ κι εφσον ...και καλ; Γιατ;" σκφτηκε μσα της αναστατωμνη και πει και κθεται η δικι σου, ακριβς δπλα του και παραγγλνει να μπλντι Μαρη -κι ας τη λγανε Βαγγελτσα! "Μνον αν τρει το συκαλκι με τα κουκοτσα, ειδλλως θα τονε κνω να πει το Δεσπτη αδσποτο!" ξανασκφτηκε!
     τιμο πρμα η γυνακα ρε κουμπροι! Της τη πφτεις; Στα χνει! Δε της τη πφτεις; Πλι στα χνει! Τλος πντων! (Μη χαμογελς εσ Κερ-Τχη!). Ο Μητσρα στη κοσμρα, με τη βοτκρα! Σου λει δηλαδ -και πολ λογικ- εδ δε σδειασα ταν καλλιργησα κι σπειρα και θα θερσω τρα; στη να πει στο διολο! Η ρα ντεκα και κτι, εχε αρχσει να χαλαρνει και σημασα στη Μπλντι Βαγγελτσα! Τ τις μασχλες της σκωσε να τονε ψεκσει φερορμνες, τ τχαμου δεν εχε φωτι ν' ανψει τσιγρο -ττε ακμα το επιτρπανε στους δημσιους χρους, πανθεμα τον πατρα τους που το απαγορψανε- τ το καλσν της μσησε, τποτα ο Μητσρας! ρθε κι αλλοιθρισε! ταν εδε κι αποεδε, πως ο μοναδικς ντρας που γουστρισε μια νχτα μαγεμνη σαν αυτν, ταν ο μνος που δε τη φλερτρει σ' ολκερο τον κσμο σως, αποφσισε να πρει το γκμι!
 -"Εε φλε ακατδεχτε... πρρρρρ εσνα μιλω βρε!", το δετερο μπλντι εχε πει πατο κι τρεχε το τρτο με καλ πορεα.
 -"Σε μνα μιλτε;" λει η τταρτη βτκα ξεπατωμνη κι ευλγως παραξενεμνη! Μπσικη απντηση κι ευκαιρα για τη σφιχτ μαχαρι απ τη Βαγγελτσα!
 -"Δε βλπω κανναν λλον εδ μσα"!
 -"Μα... πς..." και πινει να μετρσει ο ηλθιος τους θαμνες, -θα πρπει να του αναγνωρσουμε ελαφρυντικ, γιατ ο αιφνιδιασμς το καριος! "Τους βρσκω καμμι σαρανταρι... αλλ ββαια μπορε να πλανμαι... με μπερδεει κενη η κολνα αριστερ", σνει κπως τη παρτδα στο τλος.
 -"Η κολνα αριστρα μπερδεει εσνα, εμνα με μπερδεει η ...κολνα δεξι μου" του πισωγυρν μαχαρι!
 -"Μια βτκα ακμα παρακαλ" λει στον μπρμαν και γυρν προς τη κοπλα: "Εσαι σγουρη πως δε κοιμμαι τρα";
 -"Αν κοιμσαι, ττε βλπουμε το διο νειρο..." του χαμογελ.
 -"Πωπ! Τ κνει η βτκα!!!" λει φανερ -και καλ- κπληχτος αυτς. "Κοιμηθκαμε μαζ και δεν χω πρει χαμπρι" και ξαναστρφεται στη βτκα.
 -"Ε καλ, την επμενη φορ, εμαι ββαιη πως δε θα ...ξεχσεις τποτα" του αμολει καλομπα.
 -"Ενδιαφρον!" της απαντ αδιφορα, χωρς καν να τη κοιτ. Μλιστα χασμουριται κιλας.
     Αυτ την αποκαρδινει για λγο, αλλ μετ ανασυντσσεται κι εφορμ:
 -"Θλω, εδ και τρα, να μου εξηγσεις ποια εναι η τοποθτησ σου στο κρσιμο παγκσμιο θμα της υφαλοκρηπδας", η Βαγγελτσα ξιφουλκοσα!
 -"Θαρρ πως χω σπτι μου, κπου, μια συλλογ απ δατες", της απαντ μετ απ πολλ σκψη, αυτς και την αποτελεινει!
 -"Τ πρμα";
 -"Συλλογ λω... χω συλλογ. Σ Υ Λ Λ Ο Γ Η!" της φωνζει μισομεθυσμνα.
 -"Τ... συλλογ";
 -"Με πεταλοδες! Πεταλοδες δεν επες; Αφου δε το σηκνεις, τ το πνεις το ρημδι; Κφτο να πει στο διλο"!
     Η Βαγγελτσα μεινε πντε ολκληρα λεπτ φωνη, προσπαθντας να χωνψει τις νες εξελξεις. Μετ το χνεμα στρφεται στον μπρμαν:
 -"Τσκο μια γρα ακμα για μνα και το φλο μου απ δω, το... συλλχτη!" και γυρνντας στο Μτσο: "Κερασμνα απ μια φανατικ σου Οπαδ"!
 -"Θα δεχτ... αλλ με δυο ρους..." ξεθαρρεει αυτς.
 -"Θα τους δεχτ αν δε ...πονσω, ξηγημνοι να 'μαστε".
 -"Πρτον: θα δεχτες μετ κι εσ να κερσω μια γρα-"
 -"Δεχτν! λλο";
 -"-και δετερον θα 'ρθεις μετ να σου δεξω τη ...συλλογ μου"!
 -"Φιλαρκι, ντμπρα πρματα, πστεψ με, πστεψα πως δε θα μου το πρτεινες ποτ.." μεθυσμνα λγια, ποφτα χαμγελα.
 -"Πρμα που σημανει;" ο στκος!
 -"Εεε να! με βαρι καρδι, και πολ κπο... εμαι αναγκασμνη να δεχτ τους ... σκληρος σου ρους. Να το ξρεις μως, με βρσκεις σε μεγλη μποσικορα..."
     τσι απλ, καθημεριν και συνηθισμνα, ξεκνησε το πρμα. Αλλ μη θαρρετε πως συνχισαν μ' αυτ τη γλσσα. χι! Κθε λλο! Μετ -κποια μαλακισμνη ατκα- η συζτηση γινε πια, ενδιφρουσα, ζεστ κι οικεα. Σα να γνωρζονταν καιρ, να πρμα δηλαδ. γουν, φυγε το πρμα απ το ταβνι και τα ντουβρια κντρα και πγε και στη τχνη, μεταξ λλων. Βρκανε να μιλσουνε για το 'να, για τ' λλο, ξεδιψσανε με ποτ λη τη βαρεμρα των περασμνων ημερν, γνανε κουνουπδι και χωριστκανε, χωρς κανες τους να σκεφτε να δσει νομα, διεθυνση στο νησ και φυσικ τσι καταπς εξελιχτκανε τα πρματα, οτε λγος γι' αρπαχτ. Εχε τσουλσει αλλο η φτιξη!
     Την λλη μρα ξυπνσανε κι οι δυο με μια κεφλα σα μ' να καζνι. Αφο κπασεν ο κουρνιαχτς του νου κι ρθανε στα συγκαλ τους, ρθανε κι μνμες. Χαμογελοσανε κι οι δυο στην αρχ, μετ βαλθκανε ν' αυτοχαστουκζονται γιατ δε ξρανε που μενε ο λλος. Σκεφτκανε το μνο πρμα που τους μενε. Να ξαναπνε στο διο μαγαζ, αλλ λα μως που η Βαγγελτσα ρθε και ζορστηκε με το χωνεμνο, πλην μως ουδλως καταχωνιασμνο μπλντι Μαρη: στομχι χλια, ντερο χλια και πισινς σαν αυτ το ποφτο χαμογελκι της τχης. Πει λοιπν δοξα η προτελευταα μρα. Ο Μτσος πγε ββαια στο T O R T O I S Ε, αλλ τζφος. Αφο στο τλος ρχισε να πιστεει, πως ντως το 'χε ονειρευτε λο τοτο.
     Τη τελευταα νχτα λοιπν, πρε σβρνα λα τα μπαρ του νησιο μπας και τη πετχει. Του κκου. τιμο νησ! Πολλ μπαρ! Βλε απ να τουλχιστον ποτηρκι στο καθνα και θα δεις τ σομα βγζει. Κατληξε στο T O R T O I S E, που μια εξσου μεθυσμνη Βαγγελτσα, -που προς τιμ της, δεν εχε κνει λη τη γρα: τα 'χε πιει λα εκε!- αμυντανε του ...πατρου εδφους. Μλις τον εδε, κντεψε να χοροπηδξει απ τη χαρ της.
 -"Πο 'σαι ωρ παληκρι και περιμνω δω απ το πρω;" του φναξε μεθυσμνα. Αυτς βαλε τα χχανα και την αγκλιασε αδξια, καθσον κι αυτς τφλα σχεδν, μχρι που τρακρανε τις γκλβες τους και παραλγο να τις σπσουνε και να γιομσει το μπαρ οινπνευμα 98%, με 2% αμα και πτουρο! Ευτυχς που δε πετξανε καν σπινθρα γιατ θα γιντανε το μπαρ, μπαρλτο. Μετ τα: -"Κι εγ φαγα λο το νησ να σε βρω" και τα ρστα, αυτ τη φορ ανταλλξανε τηλφωνα, διευθνσεις παντο -μχρι μιας θεας του που πγαινε μια φορ στη δεκαετα της δωσε- και φυσικ συστηθκανε κανονικ. Ββαια, ψιλοχαλαστκανε που δε μνανε στην δια πλη στω κπως κονττερα, αλλ ττοιαν ρα, ττοια λγια. Ποις το σκφτεται αυτ πνω στις γλκες; Της επε πως το επμενο απομεσμερο, θα 'μπαινε στο καρβι της επιστροφς και πσο θα 'θελε να 'μενε ακμα μια μρα, μιας κι αυτ του 'πε πως θα 'φευγε τη παρλλη, αλλ... λα κι λα! Ο ρως ττοια εμποδικια δε κοιτ. Ο ρως σκζει τη γης, στνει γιοφρια, λυνει σδερα και σιγ μη μασσει για πεντακσια -περπου- ψιλοχιλιομετρκια! Πφ...
     Χωριστκανε συγκινητικ, ανταλλσσοντας ρκους αινιας πστης -τ λω τρα ε;- και πλι δεν ετθη θμα... χοφτωστη-χοφτωστη -αχ πο 'σαι να το δεις Διονση;- λγω που 'τανε κι οι δυο τους ντεχνκι στο πιμα. Μλιστα θα μποροσε να εκληφθε κι ως θαμα το πως βρκανε τα κρεβτια τους καστος! Κι εδ τελεινει το πρτο μρος αυτς της συγκινητικς ιστορας. Αυτ το κομμτι ταν αγν, καθριο οινοπνευματοχο κομμτι και μλιστα πως επαμε με γρδο 98%! Στο επμενο κομμτι η ιστορα μας μπανει στον ...πολιτισμ, στους ταχες ρυθμος των μεγλων πλεων. Στους συνεχες κι ενοχλητικος θορβους και στην απουσα του ναστρου ουρανο. Δεν υπρχει πια η παραλα, με τον ρεμο λικνιστικ παφλασμ, του συνεχος κματος. Αλλ σιγ! Προς τ η μελαγχολα; Ο ρως επαμε δε τα στργει αυτ. τανε της τχης το χαμογελαστ γραφτ, να βρεθονε, τσι πως βρεθκανε, και ν' αγαπηθονε πολ, τσι καταπς αγαπηθκανε, προς μεγλην ευχαρστηση των εταιρειν κινητς κι ακνητης τηλεφωνας, των διαδικτυακν συναναστροφν με πρινα λγια, που λυσανε χιλιμετρα και χιλιμετρα καλωδων.
     Οι δουλεις τους δεν τους επιτρπανε να βρεθονε μεσα. Χωθκανε στα γρανζια, με μνο φωτκι στο τονελ, τις κουβντες τους στα τηλφωνα και στο chat. Κι λο φοντωνε το πρμα κι λο και τντωνε το λστιχο κθε βρδυ. Τελικ χρειστηκε να φτσει Νομβρης και μλιστα στα τλη του, για να μπορσει να οριστε η μεγλη συνντηση, στην δρα της Βαγγελτσας. Ο Μτσος θα 'φτανε Παρασκευ απγευμα και θα 'φευγε αργ το βρδυ της Κυριακς. Λγο, θα πει κποιος και θα συμφωνσω, αλλ σκφτομαι και τον τσο καιρ που δεν εχανε τποτα και τρα ξαφνικ, θα 'χαν επιτλους κτι... και τ κτι; Πωπ τι προεμηνετο να διημειφθε!!! Τρμω στη σκψη!
     "Σαρντα -και βλε- μρες λο εμτραε τα μλια" που λει κι ο Καββαδας κι ρθεν επιτλους η Μεγλη Μρα! Ξεκιν ο δλιο-Μτσος -που σημειωτο ξαν, δεν ταν οξυγονοκολλητς- κατ τις μα παρ απ τη πλη του, να βρει τη Βαγγελτσα -που δεν τανε μαθητευομνη μοδιστρολα- κι εχε χαρ μεγλη. βλεπε τρα πια το χαμγελο της τχης να πλατανει και να γλυκανει. βλεπε το ιπτμενο μουνκι -καλς ττλος θα 'ταν αυτς για διγημα ΕΦ αν και λιγκι πρστυχος- να 'ρχεται σιγ-σιγ κεντραρισμνο, να προσγειωθε-καρφωθε στη βση του οσχου του κι τανε πια καιρς, γιατ εχε φλωμσει στο χειρογλκανο. Χαμογελοσε σ' λη τη διαδρομ και ξεργλυφε τα μουστκια...
     Χαμογελοσε ακμα κι ταν αντιμετπισε μερικς δυσκολιολες στη πορεα. Ε σιγ μη πτοσουνε το ...σηκωμνο του ηθικ κτι ττοια ψιλ! Χαμογελοσε ακμα κι ταν φτασε τελικ βρδυ, αντ γι' απγευμα, στη πλη της αγπης του, -σχεδν δκα και μισ. Κτι μικροβλβες, κτι ψιλοτρακαρσματα και κτι πορειολες στην Εθνικ δε κατορθσανε να ρξουνε μτε πντο το ανθικο ηθικ του. "Τ διλο ρε; Τρα που πω γω, βρκανε να γνουν λ' αυτ;" Ξεπατθηκε στο οδγημα ο δλιος. Να σκεφτε κανες πως φοσκωσε γγγλιο στο μσα μρος του αριστερο του καρπο, απ τη κοραση, βρεχε κι λας, λο το δρμο, βρστα κι στα! Δεν βγαλε γγγλιο στο δεξ απ τη μαλακα, τσο καιρ, και το 'βγαλε οδηγντας μσα σε κτι λγο απ δκα ρες. Αυτ χει η γκαντεμι!
     Τλος πντων φτασε πως φτασε, κπως στραπατσαρισμνος εναι αλθεια, αλλ ανβηκε η ψυχολογα του καθς εδε επιτλους τη καλ του, στο προκαθορισμνο σημεο του ραντεβο. Αγκαλιαστκανε σφιχτ, μα τσο σφιχτ, που τονε ρτησε τ τχα χει στη τσπη του. Αχ ο ρωτας που λα τ' αλλζει, λα τα θεραπεει, λα τα σφζει, λα τα μαχαιρνει! Αμσως μετ το κονημα της ουρς τους απ χαρ, τραβξανε για -πο αλλο;- το σπτι της. Μνο που δε τη σκωσε στα χρια να τη μπσει στο κατφλι. Το γγγλιο το τιμο, εχεν δη κνει τη ζημι του!
     Μπκανε μσα κι εν πρεπε να πνε αμσως στο κρεβτι, θεωρσανε πως δεν εναι ...πρπον, πως χουν ρα -τρομρα τους- και πως να πιονε καν ποτηρκι πρτα, να σπσουνε τα τυχν εναπομεναντα τσφλια της κουταμρας. ταν φερε τα ποτ η Βαγγελτσα, πγε να βλει κτι πιο ανλαφρο πνω της κι ο Μτσος ο καραμπουζουκλς σκωσε το ποτρι να πρει κουργια για τη συνχεια. Καθς το σκωνε να το φρει στο στμα -απ κλικος ως χειλων, πολλ πλει- εδε τον Επαμειννδα! Ββαια ττε ακμα, δεν ξερε τ' νομ του, δεν ξερε τ το 'μελλε να πθει, τη τφλα του δεν ξερε κι τσι, πραν απ 'να στιγμιαο ξφνιασμα, δεν δωσε πιτερη σημασα. Τρβηξε μια καλ γουλι απ το ποτ του, ναψε τσιγρο κι γειρε πσω στο καναπ να κνει σχδια για το εγγς, εγγτατο, μλλον, περιμνοντας την επιστροφ της.
     Τ εστ Επαμειννδας; Η Βαγγελτσα, πως επαμε στην αρχ, εναι φιλζωη κι θελε να 'χει να pet. Αλλ χι κτι δσκολο, που να θλει πολ νταραβρι, πολ ξεσκτισμα, πολ φροντδα. Επαμε, φιλζωη, χι μαλακισμνη. Να κνει το καθκον της, αλλ χωρς να της βγανει δα κι η πστη ανποδα! τσι διλεξε να μικρ χελωνκι, πριν λγα χρνια και τ' ονμασε, γνωστο γιατ, Επαμειννδα! Δηλαδ, να επανλθω στο θμα των ... σεναριογρφων: νομα βγαλμνο απ τα ...σριαλ με ρωες αριστοκρτες και ζπλουτους και τα ρστα. Τσο τερστιο νομα για τσο μικρ κορμκι, φαντζει τρομερ κι αστεο συνμα. Δεκαπντε εκατοστ πλτος, εκοσι μκος και εφτ πχος, εχε γνει πλον ο Παμενος, αλλ και πλι τ' νομ του φνταζεν απερως μεγαλτερο. Στα μτια του Μτσου, μοιαζε μικρς αντπαλος, δεδομνης και της κορμοστασις του, πνω απ να κι ογδντα μπι και καμμι εκατοστ κιλ. τσι παρβλεψε το παρεσαχτο και συνχισε να πνει και να φουμρνει αρειμανως.
     Ο Επαμειννδας, απ την λλη μερι, εχε πικρν περαν απ τους επισκπτες. Αν δε τονε πατοσανε, τονε κλωτσοσανε -κατ λθος ββαια τχα, τουλχιστον αυτ ισχυρζονταν, μα αυτς διατηροσε τις επιφυλξεις του- πρματα ας πομε υποφερτ, κνανε και το χειροτερτερο: Μονοπωλοσανε το ενδιαφρον της αγαπημνης του Βαγγελτσας, πρμα, για κενον, δυσβσταχτο. Να ττοιες στιγμς, βλαστημοσε τη τχη του, που τον καμε τσο μικρσωμο. τιμη τχη! Ε λοιπν δε θ' φηνε το ψηλολλεκα να κνει ,τι γουστρει. Κοντολογς, δε θα τον φηνε απ τα μτια του. Το θμα σ' αυτς τις περιπτσεις, εναι να παρνεις τη κατσταση στα χρια σου εν προκειμνω στο καβοκι σου. τσι ξεκνησε το μεγλο ταξδι, με πολ κακος σκοπος, απ την ακρολα του σαλονιο, στα πδια του Μτσου.
     Ο οποος απολμβανε το ποτ, εχε αρχσει να χαλαρνει και ν' αδημονε απ την αργοπορα της Βαγγελις κι δη σκεφττανε διφορες ...ποινς και το πως θα της τις ... εφρμοζε. Η οποα Βαγγελι μπκε σα μια μικρ θελλα -με τη καλν ννοια- στο δωμτιο, φορντας μνον ορισμνα απολτως απαρατητα και ξυπλητη. Πγε κι κατσε δπλα στο Μτσο, του πρε το ποτ απ τα χρια, το ακομπησε στο τραπεζκι και τον αγκλιασε, δχως να δει τον Επαμειννδα. Ο οποος εχε φτσει, σιγ-σιγ, κοντ στα πδια του εχτρο κι ετοιμαζταν να του στελει δυο μεραρχες κατρες και μια ψεκασ κατορημα. πως μως ρμηξε η Βαγγελτσα, τον ανγκασε να μετακινσει κπως τα πδια του, για να τη κρατσει αγκαλι και χωρς να το θλει -τρβα πες το αυτ στον Επαμειννδα- τονε κλτσησε πρα πρα. Και ββαια δεν φαγε τη παραμθα και το πρε μλιστα προσωπικ. Ο θρυβος που 'κανε το καβοκι του, ψλλιασε τη κυρ του, που πετχτηκε πνω ντρομη, παρατντας δηλαδ την δη ξεκινημνη ...διαδικασα κι ο δλιο-Μτσος μεινε με τη γλκα!
 -"Πωπ! Ο καημνος ο Επαμειννδας!" ξεφνισε.
     Ο Μτσος θορυβθηκε, ταρχτηκε και στο τλος τρμαξε! "Βρε δε θες να 'ναι παντρεμμνη και να γρισεν ο ντρας της;" σκφτηκε και πετχτηκε κι αυτς πνω.
 -"Ο ποις;" επε προσπαθντας να μη φανε πανικβλητος, αλλ χι και με ιδιατερην επιτυχα, ανεξαρττως που η Βαγγελτσα κοιτντας αλλο, δε το πρε χαμπρι.
 -"Ο Επαμειννδας καλε! το χελωνκι μου. Το τσατσμοιρο το κλτσησες" επε με φων που κλιμακωτ φτασε το μπεμπκισμα, χριν της ...στοργς της προς το ζωνταν.
 -"Σιγ που χστηκε" επε ο Επαμειννδας, αλλ στη γλσσα του.
     Ο Μτσος ργησε λιγκι να πισει το νημα, αλλ ταν το 'πιασε, ανακουφστηκεν αμσως. Του 'ρθε να βρσει, μα το κατπιε.
 -"Εγ; Πτε; Πο; Πς";
 -"λα, εντξει δε το θελες, εγ φταω που δε σου τονε σστησα. λα δω Επαμειννδα, λα να σου γνωρσω να καλ μου φλο".
 -"#$%#%#"! (δε θα μεταφρσω την απντησ του απ τα χελωνικ γιατ θα τινξω το γραπτ στον αρα και θα κοπε).
 -"Ποσαι βρε Επαμειννδα;" επε κι ο Μτσος, τ να κνει, κι κανε να τονε χαηδψει. "Με λνε Μτσο".
 -"Χστηκα!" επε ο Επαμειννδας "κι ννοια σου ψηλα, θα τα πομε"!
 -"Χρηκα πολ Επαμειννδα", επεν ο Μτσος συνεχζοντας, αν κι ρχιζε ν' αμφιβλλει κπως για την λη κατσταση. "Σρρυ που σε κλτσησα, δε το 'θελα!" συνχισε να μπανει σε ζρικους δαιδλους και σημειωτον, η στση του εχε πει σερινι.
 -"#$~#$%%#^$#$&#
μουρμορισε τσατισμνος ο Παμενος, μα πλι δε θα βλω υπτιτλους.
     Η Βαγγελτσα που λτρευε το χελωνκι της σχεδν σο και τον εαυτ της -και πιο κτω, σαφς πιο κτω, το Μτσο- πρε το ζωκι στα χρια της και το πγε στην λλη κρη. Αν βλπατε το χαμγελο του Επαμειννδα, την ρα που τονε κρτησε στα δχτυλ σας και μετ τη πικρ του απογοτευση, ταν τονε πγε μακρυ, θα παθανατε πλκα. πειτα ξαναγρισε τον καλ της, φουριζα.
 -"Πο εχαμε μενει αγαπολα μου;" τονε ρτησε παθιασμνα, καθμενη στα πδια του.
 -"Εκε που μου σστηνες τον Επαμειννδα", της απντησε χολωμνος αυτς.
 -"λα κακολη μου, τσο καιρ περιμναμε..." τον αγκλιασε με θρμη. "Εσ δε θα μου συστσεις το ...Μητσκο σου";
     Του Μτσου, πολ του κακοφνηκε το υποκοριστικολι, μα η αγκαλι της, η μυρωδι της, το θαμα του ρωτα, που τσο αργε μα που δε περιμνει, κνανε το θαμα τους. ρμηξε στα γιομτα. Τον κοψεν μως αυτ, ρουθουνζοντας.
 -"Αγαπολα μου, βρωμς και ζχνεις. Δε πας να κνεις να μπανκι; Τσες ρες οδγημα, ιδρτας... ντε χαρ μου να χαρες".
     Πολ του κακοφνηκε το νο κψιμο, ρχισε να παρνει προμνυμα πως κποιο κακ γραφτ τον ρριξε σ' αυτ τη περιπτεια, αλλ η σκψη πως εχε μπει πια για τα καλ στο χορ κι πρεπε να χορψει ως το τλος, πο σως στο μεσο μλλον του επιφυλξει κτι πολ καλ, τον κανε να δσει τπο στην οργ και σηκθηκε να πει στο μπνιο. Εκενη τον ακολοθησε και του δωσε δυο πετστες κι να μεγλο μπουρνοζι και τον φησε. Πολ του κακοφνηκε του Μτσου η παρξη τσο μεγλου μπουρνουζιο, αλλ το κατπιε κι αυτ και χθηκε στη μπανιρα. Εκε, χαλρωσε πρα πολ κι αφθηκε στις σκψεις που πετοσανε παντο, ακριβς σα τις νυχτερδες στην ναστρη νχτα...
 -"ι... τ γινες καλ, πνγηκες;" τονε ξπνησεν απτομα η φων της απ μσα. τανε καιρς. Το νερ εχε κρυσει κι ο μγκας τρεμε κιλας. Πετχτηκε πνω, γλστρησε κι πεσε με το ισχο στη μπανιρα. Μουρλθηκε στο πνο. Ωστσο δεν βγαλε κιχ. ταν κπασαν οι πνοι, ξεπλθηκε, σκουπστηκε και φρεσε το -μη χσω- μπουρνοζι. Βλαστμησε μσα του γιατ ο ..."μακαρτης" τανε πολ πιο μεγαλσωμος κι ο γοφς του πονοσε. Παρολαυτ, πρε μια βαθειν ανσα και ξεκνησε για το μακρ ταξδι της μρας, μσα στη νχτα. Ο ρως βλπετε και τα ...ρστα.
     τανε ξαπλωμνη στο κρεβτι, τυλιγμνη μχρι το σαγνι. Αυτ τονε κλλησε λιγκι, στο να ξεντυθε κι τσι σκφτηκε τη διπλωματικν οδ: να πλησισει απ τη δικ της μερι και να τη φιλσει, στε μετ να γνουν λα ...αυτματα. Μα κι αυτ ρε παιδι, γυμνστηθη στις παραλες, εδ βρκε να τη πισει σεμνοτυφα! Αλλ πριν να ξεκινσει προς τη μερι της, τονε σταμτησε κι λλη μια φορ:
 -"Δε ξυρστηκες λιγκι βρε ματκια μου; Το δρμα στη κοιλτσα μου εναι πολ ευασθητο... θα με γεμσεις κοκκινλες!" του 'πε με νζι και σκρτσο και μειλχια... αλλ τ να το κνεις; Το σκατ, σο κι αν το αρωματσεις, το γλασρεις, το πασπαλσεις με ζχαρι χνη, πλι σκατ παραμνει.
     Πολ του κακοφνηκε του Μτσου, η να αυτ απκρουση! Αχ ρωτα που ξαγρυπνς στα μγουλα της νενιδος και που καταχτς τον κσμο, ρξε μια ματι κι εδ κτω, στο σπλχνο σου που υποφρει... Ο Μτσος γρισε στο λουτρ να ξυριστε. Ας εκμεταλλευτομε το χρνο που κενος θα ξυρζεται και να πμε να δομε τ κνει η Βαγγελτσα. χι, αλλ πρπει να 'μαστε τμιοι περικαλ.
     Με το που μπκε στη διαδικασα ν' αφαιρσει τα ροχα της και να προχωρσει σε φση ζευγαρματος, ανκτησε λα κενα που στρνουνε χαλ το δρομκι αυτ. Αλλ, πρτα η μτη της, πεσε πνω στο σκπελο της δεκωρης οδγησης και τσνισε, μη δνοντας γκριση. Πολ τη χλασε αυτ. Μα κι αυτς ρε παιδκι μου να μη σκεφτε... Εεεπ χι, δε θα τονε σφξουμε κιλας,αλλ καναδυ γυμνσια θα του τα κνει. λλωστε παζει στην δρα μου. πειτα, κανε μιαν ρα στο μπνιο ο αχρεος και δε ξυρστηκε κιλας! Πολ τη χλασε αυτ. χι φυσικ πως χει ευασθητη κοιλτσα. σε το λλο! Στην αρχ της γνωριμας τους, της κανε το βαρ πεπνι! Τλος πντων, ας αφσουμε τα σχλια, γιατ το παλικρι ξυρστηκε κι ρχεται...
     Νσου ο Μτσος εκ λουτρο, ξυρισμνος κι ολφρεσκος, τυλιγμνος στη μπουρνουζρα -κκλωπας και βλε πρπει ναταν ο συχωρεμνος-, να μπανει στη κρεβατοκμαρα, χαδεοντας επιδεικτικ, τα μγουλ του χαμογελντας. Ξαναβζει μπροστ το σχδιο της δικς της πλευρς και του φιλιο. Σκβει και της προτενει το μγουλ του για φιλ κι αφνει, φυσικτατα, το μπουρνοζι ν' ανοξει σο του καπνσει. Ωστσο, νσου πλι στα πδια του ο ...Επαμειννδας!!! Να κλωτσ -κατ λθος και καλ, αλλ δε μας πεθεις ρε κακεντρεχ- κι Μτσος κντεψε να πσει!
 -"Πρσεχε που πατς ρε κανγια!", ο εξαγριωμνος Επαμειννδας.
     Πετγεται πνω η Βαγγελτσα κπληχτη κι ντρομη -και φανερνει να καταπληχτικ ζευγρι βυζι, που παρλο το ξφνιασμα, μγεψε το Μτσο- και σκβει να δει, φανερνοντας κι λλα... τιμαλφ, προς μεγλη μα συγκρατημνη ευχαρστησ του.
 -"Βρε χριστιαν μου, 
πρσεχε που πατς;" ξαλλη η ολγυμνη Βαγγελτσα!
     ρεμη και ντυμνη ξαλλη και γυμν, ιδο ω φτρωτα, η μεγλη απορα!
 -"Μα... γιατ τον φερες εδ;" της απαντ ηλθια ο... νοχος, εξ αιτας του παρουσιαστικο της. Το ,τι τη τρει με τα μτια, αγνοντας τα τεκταινμενα, τη διαολζει ακμα πιτερο!
 -"Εγ τον φερα; ρες εναι να μου πεις τρα, πως εμαι και βιτσιζα"!
 -"Καθκι!" Ο Επαμειννδας παρεμβλλει και τη δικ του φραστικν επθεση.
 -"Παραφρεσαι. Δε φταω γω. Σματι τον εδα";
 -"Ββαια εγκληματα! Δε φτας εσ: Φταω γω που δε σε φτνω να σου κψω μια δαγκανι στ' αχαμν σου, που μας τα περιφρεις φρα-παρτδα!" λει φανερ αναστατωμνος ο Επαμειννδας. Ευτυχς, τουλχιστον, αυτς τα λει, αυτς τ' ακοει.
 -"Τλος πντων. Κτσε να τονε πω μσα κι ρχομαι. Και ...μζεψε το πουλ σου, μη βγλει κανες καν μτι..." του λει πειραχτικ κι αστεα η Τσιτσδω-Βαγγελι.
     Ο Μτσος βγζει το μπουρνοζι και πει να μπει κτω απ τα σκεπσματα, με βιση. Τραβ κατ λθος μια καλ κλωτσ στη κχη του κρεβατιο και βλαστημ με πνο. Φμες λνε πως μσα ο Παμενος το πανηγρισε δεντως, αλλ εγ δε πιστεω στις φμες. ταν η Βαγγελι γρισε πσω, η θα της τον αντμειψε για τους πνους. Αμσως νιωσε να μαλακνει μσα του και να σκληρανει ...ξω του. (Αυτ η στση δε σας φανεται πως πει να γνει ασανσρ;).
     Η Βαγγελτσα κλεισε τη πρτα της κρεβατοκμαρας, θλοντας προφανς να προστατψει τα ματκια του Επαμειννδα απ τα πορνοθεματα, το κορμκι του απ τις επβουλες κλωτσς του καθενς και τον επερχμενο οργασμ της, που δη τον κοβε... αμφισβητομενο. τρεξε να χωθε στα σκεπσματα. Μη ξεχνμε πως πλησιζε Δεκμβρης, η ρα θα 'χε πει σγουρα δδεκα και, η θρμανση της πολυκατοικας εχε κλεσει και το κορμκι της εχεν αρχσει να παγνει. Αμσως πιαστκαν αγκαλι για να ζεσταθονε κι αυτ φερε τ' λλο και πει λγοντας... Δηλαδ θα πγαινε αν ο ...Επαμειννδας... Γκντοπ - γκντοπ - γκοντοπ, στη πρτα. Σταθερ και με παλμ, μα τον τοξοβλο θε, σας μιλω.
 -"Τ εναι αυτ;" ρτησεν ο Μτσακλας παραξενεμνος.
 -"Ο Επαμειννδας..." απντησεν αυτ μελαγχολικ.
 -"νοιξε πρστυχε, να σου σκσω τις φτρνες", ο Παμενος απ' ξω: Γκντοπ-Γκντοπ-Γκντοπ.
 -"Δεν εναι δυνατν!" ο Μτσος, ηλθια.
 -"Κι μως, εναι..." η Βαγγλω με συγκαταβατικ ξεφσημα.
 -"νοιξε ρε σκατπραμα να σου κατουρσω το μετατρσιο" Γκντοπ-γκντοπ-γκντοπ ο απξω πικραμνος.
 -"Μα... καλ... δε θα κοιμηθε;" τελεως χαζεμνος και πια με ξαναπεσμνο... ηθικ, ο Μτσος.
 -"Ναι. Σε κνα μνα... χειμρια νρκη θαρρ..."
 -"Τ μου λες";
 -"πως σε βλπω και με βλπεις".
 -"Η αλθεια εναι πως... δε σε βλπω", της λει παιγνιδιρικα και χνεται στα σκεπσματα με σαφες... επιθετικος προσανατολισμος.
 -"Σιγ... σιγ παιδκι μου..." γελντας αυτ χαχανιστ! "Θα με φας"!
 -"στηνε κτω ρε παλιοχαραχτρα!", γκντουπ-γκντοπ-γκντοπ ο Παμενος.
 -"Δε πας να τονε βλεις κπου συχα;" βγζει το κεφλι απ τη ...κατσαρλα με το σορπι, ο Μτσακλας!
 -"Το κακ σου τον καιρ ρε!" ο Παμενος που μυρστηκε τα βρμικα. Γκντοπ-γκντοπ-γκντοπ.
 -"σε, θα το χειριστ..." ξανασηκθηκε η Βαγγελι, με τις ργες της να βγζουνε μτια. Ο φουκαρς ο Μτσος πρε πλι το ασανσρ για υπγειο κι ρχισε να φοβται πλον ξεκθαρα, πως το χαμγελο της τχης τανε φλτσο.
     ταν ξαναμπκε μσα η Βαγγελτσα, ο Μτσος κντευε να τονε γλυκοπρει.
 -"στε τσι ε; Λγες δυσκολιολες και τη κνουμε γυριστ;" του 'πε λγνα.
 -"λα δω να σου δεξω κι εγ ...κτι!" της επε, λλα χι με σγουρο τνο.
     Αλλ δυστυχς ο γοφς του τονε πνεσε ζρικα τρα που 'χε χαλαρσει και κρυσει και με τη κνηση που 'κανε να τη περιαδρξει, τονε σοβλισε δυνατ. Σταμτησε σα κεραυνπληχτος.
 -"Τ παθες;" τονε ρτησεν ανσυχα, αλλ και με μια κατασταλαγμνη, πλον, πεποθηση πως η νχτα τοτη εχε πια τελεισει.
 -"σε με λιγκι... θα συνλθω...", πρμα που δε το καλοπστευε μτε κενος.
     λη η κοραση, λο το σπσιμο, το γγγλιο, ο γοφς, η κλωτσ στη κχη και το ... ασανσρ τον εχανε καταβλλει. Θεε ρωτα, ας τον αφσουμε με αναστολ, λγω αμφιβολιν. Σε λιγκι τον εχε πρει ο πνος, ροχαλζοντας τρανταχτ. Η Βαγγελτσα πρασε μαρη νχτα, κυριολεχτικ!
     Εδ τελεινει το δετερο κομμτι αυτς της πονεμνης ιστορας. Παρλο που 'χε σαν κυριτερον ρωα τον Επαμειννδα, θα το βφτιζα: "Τα Πρτα Σννεφα". Το κομμτι αυτ που 'χε πολ νχτα, ελχιστο αλκολ, πολλ ταλαιπωρα -τμιοι να 'μαστε- πολλς ανατροπς και πολλ πκρα. Θα περιμνουμε να ξημερσει και να περσουμε στο... τραγικ τρτο μρος αυτο του ερωτικο δρματος. Προς το παρν, ησυχα!
     Χραξε το πρωιν και καλοχραξε κι ο Μτσος ξπνησε πρτος. Δηλαδ χι ακριβς ο διος ο Μτσος, να μρος του Μτσου.
     Ο Επαμειννδας που δεν εχε κοιμηθε καθλου λη νχτα, εχε βρει πλι τρπο να προσεγγσει τη πρτα, παρ το: "θα το χειριστ" της Βαγγελτσας, και χτυποσε... διακριτικ: Γκντοπ-γκντοπ-γκντοπ.
     Ξυπνντας το Μτσο, που διαπστωσε πως ο... Μητσκος εχε ξυπνσει πρτος και διεκδικοσε τα δικαιματ του. Αυτς, σκφτηκε ττε ν' απλσει το χρι του και να χαηδψει την ευασθητη κοιλτσα της Βαγγελτσα κι αμ' πος, αμ' ργον. Απαλ-απαλ, μη τη ξυπνσει, την γγιξε, τσον απαλ δε, που στην ουσα τη γαργλισε.
     Εκενη με μιαν ενστικτδη κνηση, τναξε το χρι της και του 'σφιξε να γερ μπτσο στο μγουλο, πινοντας και λγο μτη και λγο μτι.
     Ο Μτσος αλλοιθρισε στον πνο. Σηκθηκε, πγε στο μπνιο κι δειασε τη κστη του. Κοιτχτηκε στον καθρφτη, εδε τη μελανι στο ζυγωματικ κοντ στο μτι, εδε το μλωπα στο γοφ, το πρησμνο κτσι στο πδι, εδε και το πουλ του να 'χει χαλαρσει εκνευρισμνο και ψλλισε στον καθρφτη:
 -"Θε μου φτερωτ και σβλτε, κνε να βγω ζωντανς απ' αυτ τη περιπτεια κι ας μη γαμσω καθλου!" και χαμογλασε... δηλαδ μρφασε, γιατ τονε πνεσε το χτπημα. νιωσε κενς. Ντθηκε και βγκε απ τη κρεβατοκμαρα. Καθς νοιγε τη πρτα, κλτσησε πλι το δστυχο Παμενο, που φυσικ τονε περιλουσε μ' να κρρο βρισδια χελωνικς διαλχτου.
 -"Σχτιρι, κωλπραμα!" του πταξεν ο Μτσος κι ετοιμστηκε να του ρξει κανονικ σουτ, αλλ ...πρυτνευσε η λογικ. ξω εχε μια θαυμσια χειμωνιτικη λιακδα. νοιξε τη μπαλκονπορτα και βγκε. Το διαμρισμα βρισκτανε στον πμπτο ροφο κι εχε πολ καλ θα. μεινε να τη χαζεει, καπνζοντας...
     Η Βαγγελτσα ξπνησε λγο αργτερα, ψιλοχαλστηκε που δεν τον εδε στο κρεβτι, αλλ δωσε τπο στην οργ. Χαμογλασε μνη της, σχδιασε το μοντλο επθεσης και σηκθηκε, ντθηκε κπως ελαφρ για την εποχ και πγε στη κουζνα. φτιαξε δυο καφεδκια φλτρου, τα 'βαλε στο δσκο, ρριξε και μερικ βουτματα και βγκε στο μπαλκνι, που 'χε προσξει πως ταν ο καλς της. Τονε πλησασε αθρυβα απ πσω και του 'σκασε να φιλ στο σβρκο κι κατσε κει κοντ του.
     Κτσανε κει, κμποσην ρα σιωπηλο, απολαμβνοντας καφ, κπνισμα, θα και σιωπ. Βλπετε τανε κι οι δυο του τπου, πρω σιγ, μχρι να ξυπνσουν λα τα κτταρα και μλιστα καλ-καλ.
     Σε λγο, πως τανε φυσικ, αρχσανε να μιλνε, γενικ κι αριστα στην αρχ, προσπαθντας να κρατσουνε μακρυ, λες τις δυσχρειες κι χι πολ αργτερα, πισανε τα χαμουρεματκια και τις γλυκτσες. Σα σπθα σε ξερ φργανο, ναψε γοργ το πρμα, φοντωσε για τα καλ κι ορμξανε μσα να το συνεχσουνε μακρυ απ τα μματα των δεκαοχτορων κι λλων τινων συναφν πετουμνων και μη. Δεν κλεσανε τη μπαλκονπορτα, μες στη φορια τους.
     Στη κρεβατοκμαρα, καθυστερσανε πολ στα προκαταρκτικ, στα γδυσματα και τα ρστα, αλλ σο κι αν το καθυστερες, τσο το πρμα φτνει στο απερπτητο. Πσαν οι μυνες, πσαν οι αντιρρσεις, πσαν οι αναστολς, πσαν λα τα ροχα και τα ρστα, γιατ ως γνωστν ο ρωτας εναι αττητος και παντοδναμος -μεγλη η Χρη του.
     Ε! αφο πσαν λα τοτα, ο Μτσος, σκαρφλωσε στο ρος της Αφροδτης, δραξε κι ανβηκε τις Οροσειρς της Πδου κι ετοιμστηκε να εισβλλει στη Σπηλι του Νταβλη να την σεξερευνσει, νικητς πλον και τροπεοχος. Μα λοι τους, κι ο Μτσος κι η Βαγγελτσα, κι αυτς ακμα-ακμα ο Φτερωτς Θες, λογαριζανε χωρς τον ξενοδχο. Που εν προκειμνω δεν ταν λλος απ τον Επαμειννδα!
     Την ρα που τα στρατεματα του Στρατρχου Μτσου, ετοιμαζντουσαν να στσουν Τρπεος στη πρωτεουσα της Βαγγελτσας, τις εχε σηκσει λες τις μπρες τσο ψηλ, σο την παιρνε ο θλος του νου της, εχε υψσει κθε τ λευκ σε σημαα για παρδοση νευ ρων και περμενεν επιτλους τους βαρβτους-βαρβρους να μπονε, να μεγλο γκντοπ ηκοστη και μετ το ηκολοθηξεν μεγλη χλαπαταγ απ κτω. Φωνς, κακ, φασαρα!
 -"Αυτ το γκντοπ κτι μου θυμζει..." επεν ηλθια και καβλωμνα, ο πολλοστ φορ κομμνος προ κενς εστας, Μτσος!
 -"Τρα που το λες... κι εμνα..." επε ξανασασμνη απ την αναμον, κι η Βαγγελτσα.
     μειναν για λγο τσι: ο Μτσος ετοιμασμνος να καρφσει κι εκενη απ κτω να περιμνει τον ...πλεκυν και ττε κτι ξστραψε στη λογικ της, τρα που 'χε καλμρει κπως. βγαλε μιαν απτομη κραυγ:
 -"ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ!!!!!!"
     Τ εχε συμβε; Τα πιτσουνκια μας ταν φγαν απ το μπαλκνι, μσα στις κψες (το ψ με βλ), ξεχσανε να κλεσουνε τη μπαλκονπορτα. Ο Παμενος, εδε λιακδα και βγκε κι αυτς. Προφανς, -τ λω; προφανστατα- ταν εδε πως εκενος ο αχνευτος ψηλας θα βτευε τη κυρ του, το πρε βαρι. Το σκφτηκε απ δω, το σκφτηκε απ κει και διαπστωσε το μταιο της παρξς του. Σκφτηκε πως δε θα 'θελε να ζσει κρατντας αυτ το τερστιο βρος στο καβοκι του. Την ρα που φτασε στο χελος του μπαλκονιο, ζγισε καλ τα πρματα, σκφτηκε μελαγχολικ, λες τις στιγμς που 'ζησε με τη κυρ του ευτυχισμνα, κι ταν κουσε τις ...ερεθισμνες κραυγολες προσμονς της Βαγγελις, δεν ντεξεν λλο και ρχτηκε στο κεν, βρζοντας το καθκι και φωνζοντας λγια αγπης στη κυρ του. Πφτοντας σκασε πνω σ' να πανκριβο αυτοκνητο, που ο ιδιοκττης του, συνβαινε να 'ναι μσα και να ετοιμζεται να βλει μπρος. Χστηκε απ το φβο του ταν το βαρ κορμκι του Παμενου βολιαξε με κρτο την οροφ του και πετχτηκε ξω:
 -"Ρε! Ποις μαλκας εκε πνω πετει χελνες!" κραγασε ηλθια απ την κπληξη κι αμσως μαζετηκε κσμος περεργος να δει και να μθει...
     Τα παιδι πνω, βγκαν απ τη κρεβατοκμαρα και τρξανε στη μπαλκονπορτα. Εδανε κτω τον κσμο μαζεμνο κι λη τη φση κι αμσως κατεβκανε κι αυτο κτω. Αυτ λο αγωνα κι αυτς λο τσατλα, μα συμπαρσταση και καλ. Βλπετε, εχε πρει το μνυμα, μα ακμα διατηροσε κποιες αμυδρς ελπδες. Η Βαγγελι εκνευρισμνη με το Μτσο που δε πρσεξε, εκνευρισμνη με τη πρτη της που δεν κλεισε τη πρτα του μπαλκονιο, εκνευρισμνη με τον Επαμειννδα που ενργησε ηλθια και τλος εκνευρισμνη που λλη μια φορ δε πρλαβε να παραδσει τα ...κλειδι της Ακρπολς της και συντριμμνη επσης γιατ το λτρευε το ζωκι της, τσι ταν αλλφρων κι ξαλλη. Τον καημνο, τονε τρξαν απ δω, τονε τρξαν απ κει μα και τ μπορε να κνει κανες σ' να τσο δα χελωνκι; Ζοσεν ακμα μα του δνανε λιγοστς ελπδες με τα τραματ του. τσι, τονε βλανε σ' να μικρ κουτκι, το ακουμπσανε δπλα στο κρεβτι της, στο κομοδνο και κτσανε να το προσχουνε.
     Εδ να κνω μια μικρ παρνθεση, να μιλσω για λγα πρματα που ξρω για τις χελνες και που θα τα βρει κανες εκολα με μιαν αναζτηση στο θμα. Ζονε πρα πολλ χρνια, γρω στα διακσια, κι αυτ το χρενουν
οι επιστμονες στην λλειψη γχους. Γιατ και το σπιτκι τους το 'χουνε και τη τροφολα τους τη βρσκουνε καθημεριν και δε νιθουνε πως κινδυνεουν απ κποιον εχτρ. χι φυσικ πως δε κινδυνεουνε... κινδυνεουνε και μλιστα πολ κι απ πολλος εχτρος-θηρευτς. Αυτς μως δε το νογνε, πρμα που 'ναι διο σα να μη κινδυνεανε διλου. Θεωρονε λοιπν πως εκτς απ εξασφαλισμνη στγη, χουνε κι εξασφαλισμνη προστασα. τσι λοιπν χουν αναπτξει να πανσχυρο ανοσοποιητικ -πρμα που σημανει πως σο πιο λγο γχος χει κανες, τσο πιο αλβητο εναι το δικ του αμυντικ σστημα- που τις προστατεει απ πσα νσο κι ισεις και τα ρστα. Επσης υποθτουν πως ακριβς αυτ η λλεψη γχους εναι που τους χαρζει και τη μη φθορ των κυττρων τους κατ το πρασμα του χρνου του γλπτη. τσι, φτνουνε σε πρα πολ μεγλες ηλικες, αν δε τους κτσει καμμι στραβ -καλ ρα μλλον... κακ ρα- αν δε τους φει κανναν πρωτεον αρπαχτικ. Κι η κυριτερη αιτα φυσικο θαντου τους εναι -κουσον κουσον- η ...πενα! Μλιστα, η πενα! Γιατ;Γιατ μεγαλνει να κερατκι στο πνω χελος του ρμφους τους συνχεια, ολκερη τη μακρι ζω τους και φτνει σ' να σημεο, που κλενει με το μγεθς του το στμα κι τσι η χελνα δε μπορε να λβει λλη τροφ. Ποις ξρει, αν δε συνβαινε αυτ, ως πσα χρνια θα μποροσανε να ζονε. Και το καλτερο το φησα για το τλος: Απ τη πρτη μρα της γννησς τους μχρι τη τελευταα μρα της φυσιολογικς ζως τους, εναι κι ικανς να κνουνε σεξ αλλ και γνιμες στο ν' αναπαραχθον μσω αυτο. Δηλαδ και διακοσων ετν η χελνα και σεξ κνει κι αναπαργεται... Μλιστα κριε! Επατε κτι; Τλος της παρνθεσης κι ελπζω τα σα επα να βοηθσανε κτι...
     Η Βαγγελτσα -κι απ κοντ αναγκαστικ κι ο Μτσακλας- καθτανε στο ... προσκφαλο του Επαμειννδα, στις χαροπλευε. Τ τηλφωνα πρε, τ στο δκτυο ψαξε, και τ δεν κανε, για να μθει λα σα θα μποροσε να κνει για να τονε σσει. Ο δε Μτσος ο ΠαρολγοΠορθητς, κανε ββαια κποιες προσπθειες να επαναφρει τη φση τη πρωιν, προ της αππειρας αυτοκτονας του Παμενου, μα φυσικ προσκρουσε σε κβο... ναι... κβο επα... κβο...
      Σε μιαν απ' αυτς, τονε πρε απ' τα μοτρα:
 -"Τρελς εσαι; Και να μας βλπει ο καημνος ο Επαμειννδας... δεν εναι σωστ..." επε και κλαψορισε.
 -"Να μη σου πω τ τον χω τον καημνο τον Επαμειννδα!" της επεν αγαναχτισμνος ο Μτσος, αλλ ...απ μσα του φυσικ.
     Πρασε η νχτα, ρεμα για το ζευγρι, ανσυχα για τον Επαμειννδα και ξυπνσανε το πρω, ο τραυματας ακμα ζοσε. Θριεψε η ελπδα μσα της, πως σως τελικ τη σκαπουλρει και θριεψε η απελπισα μσα του κι επε να τη σκαπουλρει.
     Με τα πολλ, με τα λγα, αποφγανε το μεσημρι κι εκενος επε πως πρπει να πηγανει.
 -"Θα με αφσεις τρα;" τονε ρτησε μειλχια.
 -"Ναι γλυκει μου, πρπει να φγω. Ττοιαν ρα θα 'φευγα τσι κι αλλις", της απντησε, ευλογντας τη -ποις ξρει ποι- μπνευσ του, να μη ξεκαθαρσει εξ αρχς την ακριβ ρα αναχρησς του. Σκφτηκε το αντθετο, πως αν δηλαδ τα πρματα πηγανανε πολ καλ, να 'μενε μια νχτα παραπνω και τελικ τσι καταπς πγανε, καλν εναι να φγει νωρς.
 -"Εσαι τελεως ανασθητος!" του επετθη ξαφνικ και με σφοδρτητα. "Σκω-φγε κι σε με στον πνο και στην αγωνα μου!" κι βαλε τα κλματα.
 -"Εσαι τελεως παλαβ! Λυπμαι... λυπμαι πολ... και συγνμη για  τις τυχν ευθνες μου", επε και σηκθηκε να μαζψει τα πρματ του.
 -"Εσαι τελεως μαλκας! Στα τσακδια!" του πταξε λγο πριν του βροντξει τη πρτα πσω του. Φμες λνε πως στη φων της εχε προστεθε κι εκενη η ετοιμοθνατη του Επαμειννδα, ωστσο ελγχονται πρα πολ για τη γνησιτητ τους κι η ιστορα μου εναι πολ σοβαρ για να τις λβει σοβαρ υπψιν.
     τσι τελεωσεν δοξα -Ω Φτερωτ- τοτος ο μεγλος ρως και λγον αργτερα, ξεψχησε νικητς ο φτωχς Επαμειννδας. Ο ρωας ννος που ρθωσε το μικρ του ανστημα, σ' να κσμο γιγντων με νανοσυναισθματα και συνετρβη υπ' αυτν. τσι δηλαδ πως συμβανει συνθως. Εικασες πως περμενε να φγει πρτα ο Μτσος για ν' αφσει απ' τα δντια, τη ψυχολα του να πετξει, επσης ελγχονται ως αβσιμες...

                                                                       Δεκμβρης '10

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers