-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Rilke Reiner-Maria: ' ...


                                               
Βιογραφικ

     τανε λυρικς ποιητς και πεζογρφος του 20ο αι.. Οι εικνες του εστιζονται στη δυσκολα της κοινωνας σε μιαν εποχ δυσπιστας, μοναξις και βαθεις ανησυχας -θματα που τονε τοποθετονε σα ποιητ μεταξ παραδοσιακς και νετερης ποησης. Τα 2 διασημτερα ργα του εναι: Σονττα Στον Ορφα κι Ελεγεες Του Ντουνο. γραψεν επσης πιτερα απ 400 ποιματα στα γαλλικ, που τ' αφιρωσε στη πατρδα επιλογς του: το καντνι Βαλ (Valais) στην Ελβετα, που τελικ και πθανε.
     Ο Ρινερ Μαρα Ρλκε (
Karl William Johann Josef Maria Rilke) γεννθηκε στη Πργα, στις 4 Δεκμβρη 1875, γιος του Τζζεφ (1838) και της Σοφ Ρλκε (1851), επωνομαζμενος Ρεν. Το 1884 χωρσαν οι γονες του κι ο μικρς Ρεν, μεινε με τη μητρα. Παρακολουθε μση εκπαδευση σε κποιο στρατιωτικ γυμνσιο και το 1891 μπανει στην Εμπορικ Σχολ του Λιντς. Γρφει τα πρτα του ποιματα. Το 1894 πρωτοεμφανζεται στο προσκνιο με τη πρτη του συλλογ "Life & Songs". Την επμενη χρονι ολοκληρνει τις σπουδς του και γνεται δεκτς στο Πανεπιστμιο της Πργας για να σπουδσει Ιστορα Τχνης, Ιστορα Λογοτεχνας & Φιλοσοφα. Εναι μλις 20 ετν. Εκδδει τη ποιητικ του συλλογ "Larenopfer". Το 1896 εγκαταλεπει τη Πργα και πηγανει να σπουδσει στο Μναχο, Αισθητικ, Ιστορα Τχνης & Δαρβινικ Θεωρα. Κνει μερικ ταξδια στο μεταξ και τον Απρλη συναντ στο Μναχο τη Λου Σαλομ-Αντρας.
     ταν μλλον ο πιο σημαντικς ντρας στη ζω της, παρλο που 'χανε 14 χρνια διαφορ: αυτ 36 κι αυτς 22. Την ακολοθησε στο Βερολνο τον Οκτβρη του διου τους και για πολλος μνες φιλοξενθηκε στην μορφη βλα του καθηγητ Αντρας, στην εξοχ. Βοηθοσε τη Λου να σχζει ξλα και να πλνει τα πιτα. Κνανε πολλος περιπτους στο δσος κι πως διηγεται η δια: "...τα μικρ ελφια μυρζανε τις τσπες των παλτν μας καθς περπατοσαμε ξυπλητοι..." Κατ τη γνμη της, εκενος ταν ο πιο ολοκληρωμνος ρωτας που 'χε ποτ. Εναι επσης δυνατν, (αφορ σε κενο που λγαμε πιο πνω) να 'ταν εκενος ο πρτος ντρας της σαρκικς ζως της. Εντωμεταξ παρουσιζει λλη μια ποιητικ του συλλογ. Ταξιδεει μνος τις χρονις 1898-9, σταματ τις σπουδς του και παρλληλα γρφει ζντας σ' να νειρο.

 Λου & Ρλκε στη Ρωσα μαζ

     Τον Μρτη του 1899 η Λου δχτηκε να ταξιδψει μαζ του στη Ρωσα. ταν αξχαστη εμπειρα. "Γεγοντα που δεν εχανε τποτε το παρξενο μας μετφεραν σ' να μθο: να λιβδι στο ηλιοβασλεμα, στην κρη ενς χωριο, να γργορο λογο που γριζε στο παχν του τη νχτα το πσω μρος του Κρεμλνου που ακουγταν ο εκκωφαντικς χος της καμπνας", θα γρψει αργτερα εκενη. Πγανε στο χωρι Γιασνια-Πολινα να βρονε τον Τολστι που 'χεν εγκαταλεψει τη φιλολογα και περνοσε μια βαθει θρησκευτικν εμπειρα. Τονε προσκλεσαν να κνει μαζ τους να περπατο και μετ απ μακρ σιωπ, ο Τολστι ρτησε τον Ρλκε με τ ασχολεται. Εκενος απντησε δειλ, πως ασχολεται με τη ποηση. λο το υπλοιπο της μρας, οι δυο ερωτευμνοι επισκπτες υποχρεθηκαν ν' ακονε τις επινοσεις του τρομερο γροντα κατ της ποησης κι υπρ της μη χρησιμτητας των ποιητν, εν γνει.
     3 χρνια περπου κρτησεν η σχση τους αυτ, με πθος κι ρωτα, μα ταν εκενος ρχισε να γνεται λο και πιο εξαρτημνος απ' αυτ, ξπνησε ξαν μσα της η ανγκη για ανεξαρτησα. Διακπτει τη σχση τους το Φλεβρη του 1901. Ο ποιητς συντετριμμνος της αφιερνει να στχο:

                      Σαν τοιμος στργω κοντ σου
                      κι ρεμα χαμογελ που σφλλεις.
                      Ξρω, με τη μορα θα τα βλεις
                      ταν θα μενεις μοναχι σου.
                      Θε να ξαναγυρψεις πλι...
                      των χεριν μου την αγκλη
...


                       
Στη Λου μου          Ρινερ Μαρα Ρλκε

              
     Ο Ρλκε πριν                             Η Λου στα 36                          Ο Ρλκε μετ

    
Στις 28 Απρλη του διου τους, προφανς γι' αντδραση, παντρεεται τη γλπτρια Κλρα Γουστχοφ (Clara Westhoff, 1878-1954), φλη της Πλα Μντερστον Μπκερ, στη Βρμη κι εγκαθστανται κει. Στις 12 Δεκμβρη ρχεται στον κσμο η κρη τους Ρουθ (1901-1972). Μην αντχοντας μως και πολ αυτ την ...εκδκηση, -προφανς- ο Ρλκε χωρζει, αφνει την 9μηνη κρη του στη μνα της και μετακομζει στο Παρσι. Συνεχζει να ταξιδεει συνεχς και να γρφει ποιματα. Το 1906 χνει τον πατρα του και πηγανει στη Πργα για τη κηδεα. Γνωρζει τη Φερστν Μαρ, το 1909, συνπτει σχση και ταξιδεουν μαζ. Το 1912, συνεχζοντας να γρφει και να ταξιδεει, συναντ την Ελεονρα Ντιος, στη Βενετα και μνει κμποσο μαζ της. Και πλι γρψιμο και πλι ταξδια και το 1920 συναντ στη Γενεη τη Βαλεντνε Κοσλφσκα. Το 1922, τη πιο παραγωγικ του χρονι, ολοκληρνει τις "Ελεγεες Του Δοναβη", να απ τα κοσμματα της παγκσμιας λογοτεχνας και την επμενη χρονι παντρεεται η κρη του Ρουθ, τον Δρα Καρλ Σιγκερ.
     Την δια χρονι μπανει για πρτη φορ σε σανατριο, στη Γενεη και μνει λγους μνες για θεραπεα. Γρφει τα "Γρμματα Σ' να Νο Ποιητ". Παρλη τη κλονισμνη του υγεα, συνεχζει και να γρφει και να ταξιδεει. σως δεν υπρχει λλος που να ταξδεψε πιτερο σε τοτο τον κσμο. Λες και πσχιζε να ξεφγει απ κτι να προσπαθοσε να συναντσει κτι. Το 1926 μπανει για δετερη φορ σε σανατριο. Η αρρστια εναι λευχαιμα και διαγιγνσκεται μλις ττε. Βγανει και ταξιδεει ξαν, μα το Δεκμβρη της διας χρονις επιστρφει, πολ χειρτερα. Μες στο σανατριο, στις 13 Δεκμβρη 1926, γρφει μιαν επιστολ προς την αγαπημνη του Λου και κλενοντας το, τη προσφωνε στα ρσικα, "Αντο γλυκει μου αγπη". Λγο πριν πεθνει φρεται να επε: "Ρωτστε τη Λου τ πρβλημα χω. Εναι το μνο πρσωπο στον κσμο που μπορε να ξρει καλλτερα απ τον καθνα". πασχε απ λκη στο στμα, ο πνος του τρυποσε το στομχι και τα ντερα και το πλευε πλον με πολ χαμηλ ηθικ. Το πρω στις 29 Δεκμβρη ξεψυχ με ολνοιχτα μτια, σ' ηλικα 51 ετν, στα χρια του θερποντος ιατρο του, στο σανατριο του Βαλμν. Στις 2 Γενρη 1927 θβεται στο κοιμητρι Ραρν της Ελβετας. Λγεται μλιστα πως τριγρω στο κρεββτι του υπρχανε σωρο κκκινων ρδων.
     νας μθος επιπλον που αναπτχθηκε γρω απ το θνατ του και τα τριαντφυλλα, μας λει το εξς: Για να τιμσει μιαν επιισκπτρια, την Αιγυπτα καλλον Nimet Eloui Bey, πγε στον κπο του να της μαζψει μερικ τριαντφυλλα. Τρυπθηκε στο χρι απ να αγκθι, το χρι ολκερο πρστηκε κι επηρεστηκε και το λλο, κι τσι πθανε. Δηλαδ ο μθος λει πως πθανε απ ττανο, καθς πασγνωστον, τι τα αναερβια μικρβια του τετνου συχν φωλιζουνε στ' αγκθια των λουλουδιν.
     πως και να 'χει, στο μνμα του αναγρφεται το επγραμμα του:


Ρδο, ω καθαρ αντφαση,
τ ηδον, του καθενς ο πνος να 'ναι,
κτω απ τσα βλφαρα
.


     Το αμφσημο σμβολο του ρδου με το πλθος των "βλεφρων" του, δηλαδ των πετλων του, παραπμπει αρχικ στον πνο, την ανπαυση και τη λτρωση που παρχει ο θνατος. Συγχρνως μως αισθητοποιε τη δναμη της ζως, αφο η χαρ, η "ηδον" που προκαλε η ομορφι του διχνει κθε σκψη πνου και παρατησης. Γι' αυτ ο ποιητς το αποκαλε "καθαρ αντφαση".

                     
       Ο Ρλκε: 1904                               1916                                          1922

=================

                   Ο Πνθηρας

Το βλμμα του κουρστηκε απ το πρα-δθε
πσω απ το κγκελο, που δε κρατιται λλο.
Του μοιζει να υπρχουνε χιλιδες σιδερβεργες
και πσω απ αυτς τις σιδερβεργες το Τποτα!

Η απαλ κι ευλγιστη, γερ περπατησι
που οδηγε σε κκλους που μικρανουν,
μοιζει χορς με δναμη στο κντρο,
που ναρκωμνη πυργνεται μια θληση.

Μνο λγες φορς ανογει τα βλφαρα,
αθρυβα. πειτα εισχωρε μια εικνα,
που διαπερν τη γαλνη των μελν του
κι εκε στη καρδι, παει πια να υπρχει.

               
φιξη

Ξνο ,τι λγος στα χελη σου αυξνει
τα μαλλι σου ξνα και το φρεμ σου
ξνο εναι και ,τι ρωτ η ματι σου.
Κι οτε νας φλοσβος πια δε μας φτνει
απ' της δικς μας ζως τη σφοδρτη
στη δικ σου βαθει σπανιτη.

Σα κποια κονσματα φαντζεις γραμμνα
που πνω απ' την δεια βωμο, σκευοθκη
αινια τα χρια σταυρνουν
αινια στεφνια κρατον παλιωμνα
και θματα αινια πντα οργαννουν,
τα θματα αν χουν καιρ σταματσει.

Εσαι τσον ωχρς μα και τσο ξνος.
Μνο που κποτε φωτ τη μορφ σου
πθος απελπισας η επιστροφ σου,
που μσα στα ρδα ο κσμος χαμνος.

Και λαχτρα στο βλμμα βαθει καθαρ
απ προσπθεια κι ανγκη πολλ τη χρα,
που σαν νθισμα μες τη σιγ,
'γνη πια το ργο απτα χρια σου τρα.
                                                            (απδοση Δ. Λιαντνης)

        Η Γννηση Της Αφροδτης

                                    (Geburt Der Venus)

Εκενο το πρω
στερα απ μια νχτα γιομτη αντρα καλσματα και ταραχ
για μια ακμη φορ ανβηκε το πλαγο στην κορυφ
και βγγηξε.
Κι ταν αργ η κραυγ καταλγιασε πλι
βουλιζοντας μσα στην βυσσο τη βουβ
η θλασσα γννησε.

Στον λιο τον πρτο λαμποκπησε ο αφρς της κμης
και το κορτσι υψθηκε στην ογια των γλαυκν
κυμτων,
κατλευκο αμχανο και υγρ.
τσι σαν να πρσινο φλλο ανδεψε,
τεντθηκε και καμπυλνοντας σε μια πρκληση
νωχελικ ξεδπλωσε το σμα του
μσα στο δροστο αγρι της αυγς.

Καθαρ ξεπρβαλλαν τα γνατα,
δυο φεγγρια ανεβασμνα
απ τα δαχτυλιδωτ σγνεφα των μηρν.
Οι κνμες υποχρησαν μσα σε σκιους αχνος.
Και οι αρμο του πραν να ζωντανεουν
πως το λαργγι του πτη.

Και το σμα γειρε ανγερτο στο γρο ποτηριο
πως ο νος καρπς σ’ ενο παιδιο τα χρια.
Η μικρ δαχτυλθρα του αφαλο
φλαγε λο το σκοτδι εκενου του ολφωτου σματος.
Πιο κτου κμα μικρ σηκθη αχνογελχαρο
κλησε σγουρο και κκλωσε τα ισχα
που να συχο κελρυσμα θριζε.
Διφανο μως και χωρς σκιους ακμη
σαν το απσταγμα απ σημδες του Απρλη
πρβαλε το αιδοο
δειο, ζεστ και αναμνοντας.

Τρα οι μοι ζυγαριστηκαν τλεια
πνω στο λυγερ κορμ.
Απ το δοχεο του θηλυκο σαν συντριβνι
τινχτηκε ο ρυθμς
και γκρεμζονταν τρμοντας
στους καταρρχτες των μαλλιν
και στα μακρυ ωραα χρια.

στερα αργ – αργ προσπρασε η ψη της.
Η θηλυκδα, ακατανκητη ροπ,
γινε αδιρατη μες στο σκοτδι
και ετελεωνε ρεμα στο θεληματικ της πηγονι.

Τρα ο λαιμς στραφτε πως αχτνα,
και μσαθ του ανεβκαν οι χυμο
πως στο περο του λουλουδιο.
Σγκαιρα τεντθηκαν οι δο βραχονες,
κκνων λαιμο
ταν πλνε κατ την χθη.

Και ττε σ’ εκενου του σματος το σκοτειν
ξπνημα εκνησε σαν αρα πρωιν
η πρτη αναπνο.

Τα κλαδι των φλεβν σχημτισαν ψιθυρζοντας
να δντρο τρυφερ.
Και το αμα ρχισε να βουζει
μσα απ το βαθ μυχ του.
Και τοτος ο νεμος αξαινε.
τσο που χθηκε με λη τη βα του
στα να στθη.
Τα γμισε και τα φοσκωσε σαν δυο πανι
τεντωμνα απ την προσδοκα του μακρυνο.
Και αλφριο το κορτσι το σπρξανε στην στερι.

τσι καταπλοντας ραξε η θε.

Πσω της αναμεριζοντας πλατι προς την
καινοργια χθη ανβαιναν λο το πρωιν
τα λουλοδια και τα καλμια
βρυαρ μπερδεμνα κι ανεβσταγα
πως οι αφς στο αγκλιασμα.
Κι αυτ προχωροσε να φτσει.

μως το μεσημρι, εκενη την ρα τη βαρει,
σηκθηκε το πλαγο μια ακμη φορ
και στην δια εκενη θση που γννησε τη θε
ξβρασε να δελφνι
νεκρ, πορφυρ κι ανοιγμνο.
                                                               (απδοση Δ. Λιαντνης)   

            Πμπτη Ωδ

Σηκωθετε και φοβστε τον τρομερ Θε, γκρεμστε τον.
Χαρ πολμου, απ αινες τον χει κακομθει.
Τρα εσς να σπρξει ο πνος
εσς να σπρξει νας νος, πληγωμνος πνος του πολμου,
μπροστ στο θυμ του.
Κι αν σας αναγκζει το αμα, τρανωμνο απ' τους πατρες σας ψηλ
τρεχομενο αμα, ττε ας εναι το συνασθημα δικ σας.
Μη κνετε τα δια τα παλι.
Εξετστε, μπως εστε ο πνος.
Ο δρων πνος.
Ο πνος χει κι αυτς τη δικ του αγαλλαση.
Ω! και μετ ξεδιπλνει η σημαα πνω σας,
στον αγρα που 'ρχεται απ τον εχθρ!
Ποι; Του πνου.
Η σημαα του πνου.
Το βαρ που σας χτυπ παν του πνου.
Καθνας απ σας σκοπισε το ιδρωμνο καφτ πρσωπ του.
λων σας τα πρσωπα εναι μαζεμνα κει, σε κομμτια.
Κομμτια του μλλοντος σως.
Να μη κρατοσε συνεχς μσα του το μσος,
αλλ μονχα απορα.
Γιατ, ο προαποφασισμνος πνος, ο υπροχος θυμς
κι αυτο οι τυφλο γρω σας, θολσανε το νου σας.

       Απ' λα Σχεδν Τα Πργματα...

Απ' λα σχεδν τα πργματα πνει ασθηση
κι απ κθε αλλαγ μας γνφει. Σκψου!
Η μρα, ταν προσπερνοσαμε σα ξνοι,
αποφασζει να προσφερθε σα μελλοντικ δρο.

Ποις υπολογζει τη προσφορ μας;
Ποις μας χωρζει απ' τα παλι τα περασμνα χρνια;
Τ μθαμε μεις απ τη πρτη τη στιγμ,
αν χι πως το κθε τι βρσκεται κι αλλο;

Αν χι, πως κοντ μας το ψυχρ ζεστανεται;
Ω! σπτι, ω βουνοπλαγι, ω φως του δειλινο,
για μια στιγμ μας φρνεις κατφατσα μ' αυτ.
Στκεσαι δπλα μας τυλγοντας τις αγκαλις μας.


Σ' λα τα πλσματα απλνεται το μνο διστημα:
το Ενδοσμπαν. Απαλ μας προσπερνονε τα πουλι.
Ω! εγ που θλω να ριζσω, κοιτ ξω
και μσα μου βλαστανει σα δντρο.

Ανησυχ και μσα μου στκεται το σπτι.
Προφυλγομαι και μσα μου υπρχει η σκπη.
Εγ που 'γινα ο αγαπημνος, -στη μορφ μου
ησυχζει της ωραας κτσης το ομοωμα, και κλαει!

                    Σ' Αγαπ

Κλεσε τα μτια μου
Μπορ να σε κοιτζω
Τ αυτι μου σφργισ τα
Να σ ακοσω μπορ
Χωρς τα πδια μου μπορ να ρθω σ εσνα
Και δχως στμα θα μπορ να σε παρακαλ

Σταμτησ μου την καρδι και θα καρδιοχτυπ με το κεφλι
Και αν κνεις το κεφλι μου συντρμμια στχτη
Εγ μσα στο αμα μου θα σ χω πλι

Χωρς τα χρια μου μπορ να σε σφιχταγκαλισω
Σαν να χα χρια μοια καλ με την καρδι

Σταμτησ μου την καρδι και θα καρδιοχτυπ με το κεφλι
Και αν κνεις το κεφλι μου συντρμμια στχτη
Εγ μσα στο αμα μου θα σ χω πλι

Σταμτησ μου την καρδι και θα καρδιοχτυπ με το κεφλι
Και αν κνεις το κεφλι μου συντρμμια στχτη
Εγ μσα στο αμα μου θα σ χω πλι

(Μτφρ: Κωστς Παλαμς)


       κθετος Πνω Στα ρη Της Καρδις

κθετος πνω στα ρη της καρδις
κοτα πσο μικρς εκε, κοτα:
των λγων ο τελευταος χρος
και ψηλτερα χρος του συναισθματος.
Τον αναγνωρζεις;
κθετος πνω στα ρη της καρδις.
Πτρινο δαφος κτω απ' τα χρια.
Εδ νθιζε ββαια κτι.
Μσα απ τον βουβ γκρεμ,
φυτρνει τραγουδντας να ανπαρκτο χορτρι.
μως ο Γνστης...
Αχ αυτς ρχιζε να γνωρζει και τρα σιωπ,
κθετος πνω στα ρη της καρδις.
Εκε τριγυρζουν ασφαλς μ' ακρια τη Συνεδηση
μερικ μικρ σιγουρεμνα ζα του βουνο,
αλλζουν θση και στκουν.
Και το μεγλο κρυμμνο πουλ γυροφρνει
πνω απ' την αγν ρνηση των κορυφν.
μως χωρς ασφλεια, εδ πνω στα ρη της καρδις...

                      Σοντο

Στη ζω μου μσα τρμει δχως παρπονο
κι αναστεναγμ, νας πνος σκοτεινς.
Το χινι των ονερων μου, το κατλευκο χινι,
εναι των σιωπηλν μου ημερν, ο αγιασμς.

Συχντερα μως προσπερν το μγα ρτημα
το μονοπτι μου -και νιθω μικρς και προχωρ
ανεπηραστος παραπρα, κοντ στη λμνη,
το γριο κμα της να μετρσω δε τολμ.

Και ττε πληθανει μσα μου μια θλψη θολ
σαν το γκριζωπ μιας νχτας θερινς
που μνον ν αστρι τη φωτζει, δω κι εκε.

Τα χρια μου γυρεουνε αγπη πιο σωστ
και με χαρ θα λεγα μια προσευχ μονχα,
που το καφτ μου στμα δε μπορε να βρει...

                   Φθινπωρο

Τα φλλα πφτουν, πφτουν λες απ ψηλ,
σαν να ξερθηκαν οι κποι τ' ουρανο.
πφτουν με ρνηση στο στμα του κενο.
Και μες στη νχτα πφτει η Γη βαρι,
απ τ' αστρια προς τη μοναξι.

λοι μας πφτουμε. Το χρι αυτ που γρφει.
Δες τα λα γρω: χνονται στα βθη.
Εναι μως Κποιος που την πτση αυτ
στα δυο του χρια στοργικ τη συγκρατε.

                        Μοναξι

Η μοναξι μοιζει με τη βροχ. Τα βρδια
απ' του πελγους αναθρσκει τον καθρφτη.
απ κοιλδες μακρινς κι απ λιβδια
στον ουραν ανεβανει πντα, που την χει.

Κι στερα, απ εκε ψηλ, στην πλη πφτει.
Πφτει την ρα που το φως πια δεν αντχει,
ταν τους δρμους βφουν πλι τα σκοτδια,
κι ταν τα σματα χωρζουν λυπημνα
δχως να βρουν ,τι ζητον, μνοντας ξνα.

κι ταν οι νθρωποι εκενοι, που μισονται,
πλι στο διο στρμα πφτουν και κοιμονται:
τη μοναξι τη παρνουν ττε τα ποτμια...

 Τ Θ' Απογνεις Θε Μου Αν Πεθνω;
 
Τ θ' απογνεις, Θε μου, αν πεθνω;
Εγ ειμαι το καντι σου (αν σπσω;)
Εγ ειμαι το ποτ σου (αν πικρνω;)
Εγ ειμαι το ργο σου και το νδυμ σου,
μαζ μου θα χαθε το νημ σου.

Αλλο δεν πρκειται να βρεις μια στγη λλη
να σε δεχτε με λγο απλ, ζεστ.
Θα σου λυθε απ' το πδι το σανδλι
το μεταξνιο σου, που εμαι εγ.
Το πανωφρι σου πια θα σ' αφσει.

Το βλμμα σου, που στο πλευρ μου
το εχα πντοτε εγ προσκφαλ μου,
μταια τριγρω ρα πολλ θα με ζητσει
κι ταν ο λιος τελικ γερει στη Δση,
σε ξνης πτρας αγκαλι θα ξενυχτσει.

Τ θ' απογνεις, Θε μου; Αγωνι.

                Νεκροτομεο

Ν τοι, παραταγμνοι, λες και πρπει
να τους δοθε κι εδ νας ρλος για να παξουν,
στε λο αυτ το ψχος που τους δρπει,
την παρουσα του λλου δπλα τους ν' αντξουν,

σα να μη τλειωσε τποτε ακμα.
Τ νομα βρθηκε στην τσπη τους γραμμνο;
Της αηδας τον λεκ απ το στμα
οι νεκροκμοι τος τον χουν ξεπλυμνο,

μως δεν βγκε. Ας χουν τρα στμα καθαρ.
Τα γνια τους στα μγουλα εξχουν πιο σκληρ,
κι ας τους τα ευπρπισε μια γνοια συνετ,

μη νισει απχθεια το ευασθητο κοιν.
Μνο τα μτια τους χουν αντιστραφε
κτω απ' τα βλφαρα. κοιτον στα νδον πια.

Αρχακς Κορμς Απλλωνος

                Στον μεγλο φλο μου Αγουστο Ροντν 
 
Δεν το γνωρσαμε το ανκουστο κεφλι
που μεστναν των ματιν του οι βολβο.
μως το στθος του φλογζει σα κερ
κι εκε το βλμμα, ριζωμνο τρα σ' λλη

θση, ζει και διαρκε. Το στρνο, αλλις,
δεν θα σε τφλωνε κι απ' τη καμπ του ισχου
δεν θα κυλοσε ενς γλιου ο μορφασμς
ς το σημεο που ταν πρτα του μορου.

Αλλις, η πτρα θα 'στεκε ανπηρη, μισ
κτω απ' τους μους που ερειπθηκαν στη πτση
και δεν θα σπθιζε πως γρια λεοντ

οτε σαν κρηξη στρου απ παντο με τση
λμψη: γιατ το κθε τι απ δω σε βλπει,
η κθε μια γωνι. Ζω ν' αλλξεις πρπει.

               Βιβλο Των Ωρν

                            (απσπασμα: μετ. Κ. Παλαμς)

Σβσε τα μτια μου, μπορ να σε κοιτζω,
τ' αυτι μου σφργισ τα, να σ' ακοω μπορ.
Χωρς τα πδια μου μπορ να 'ρθω σε σνα
και δχως στμα θα μπορ να σε παρακαλ.
Κψε τα χρια μου, θα σε σφιχταγκαλιζω,
σα να ταν χρια, μοια καλ, με την καρδι.
Σταμτησ μου την καρδι και θα καρδιοχτυπ με το κεφλι.
Κι αν κμεις το κεφλι μου σντριμμα, στχτη,
εγ μσα στο αμα μου θα σ' χω πλι.

                Ερωτικ

Τη ψυχ μου πς να συγκρατσω
στη δικ σου να μη ταιριζει ψυχ;
Πς να τη κνω με κτι λλο να υψωθε
πνω απ σνα; Θθελα με ,τι πια εχθη
μες στο σκοτδι να την ασφαλσω
σε μια γωνι ρεμη και ξνη που να μη
δονεται ταν της αναδεονται τα βθη.

,τι σε 'σε και μνα φρνει ταραχ
κοντ μας φρνει, σα μια δοξαρι
που μια φωνν αφνει, μοναχ
απ τις δυο χορδς! Πο εμαστε δεμνοι;
Ποι ργανο, ποις παχτης εναι, ω τραγοδι, που μας δνει;


 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers