Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Rilke Reiner-Maria: Έρωτας 'Αρρωστος Για Ποίηση...

 


                                               
Βιογραφικό

     Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε (
Karl William Johann Josef Maria Rilke) γεννήθηκε στη Πράγα, στις 4 Δεκέμβρη 1875, γιος του Τζόζεφ (1838) και της Σοφί Ρίλκε (1851), επωνομαζόμενος Ρενέ. Το 1884 χωρίσαν οι γονείς του κι ο μικρός Ρενέ, έμεινε με τη μητέρα. Παρακολουθεί μέση εκπαίδευση σε κάποιο στρατιωτικό γυμνάσιο και το 1891 μπαίνει στην Εμπορική Σχολή του Λιντς. Γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Το 1894 πρωτοεμφανίζεται στο προσκήνιο με τη πρώτη του συλλογή "Life & Songs". Την επόμενη χρονιά ολοκληρώνει τις σπουδές του και γίνεται δεκτός στο Πανεπιστήμιο της Πράγας για να σπουδάσει Ιστορία Τέχνης, Ιστορία Λογοτεχνίας & Φιλοσοφία. Είναι μόλις 20 ετών. Εκδίδει τη ποιητική του συλλογή "Larenopfer". Το 1896 εγκαταλείπει τη Πράγα και πηγαίνει να σπουδάσει στο Μόναχο, Αισθητική, Ιστορία Τέχνης & Δαρβινική Θεωρία. Κάνει μερικά ταξίδια στο μεταξύ και τον Απρίλη συναντά στο Μόναχο τη Λου Σαλομέ-Αντρέας.
     Ήταν μάλλον ο πιο σημαντικός άντρας στη ζωή της, παρόλο που 'χανε 14 χρόνια διαφορά: αυτή 36 κι αυτός 22. Την ακολούθησε στο Βερολίνο τον Οκτώβρη του ίδιου έτους και για πολλούς μήνες φιλοξενήθηκε στην όμορφη βίλα του καθηγητή Αντρέας, στην εξοχή. Βοηθούσε τη Λου να σχίζει ξύλα και να πλένει τα πιάτα. Κάνανε πολλούς περιπάτους στο δάσος κι όπως διηγείται η ίδια: "...τα μικρά ελάφια μυρίζανε τις τσέπες των παλτών μας καθώς περπατούσαμε ξυπόλητοι..." Κατά τη γνώμη της, εκείνος ήταν ο πιο ολοκληρωμένος έρωτας που 'χε ποτέ. Είναι επίσης δυνατόν, (αφορά σε κείνο που λέγαμε πιο πάνω) να 'ταν εκείνος ο πρώτος άντρας της σαρκικής ζωής της. Εντωμεταξύ παρουσιάζει άλλη μια ποιητική του συλλογή. Ταξιδεύει μόνος τις χρονιές 1898-9, σταματά τις σπουδές του και παράλληλα γράφει ζώντας σ' ένα όνειρο.

  Λου & Ρίλκε στη Ρωσία μαζί

     Τον Μάρτη του 1899 η Λου δέχτηκε να ταξιδέψει μαζί του στη Ρωσία. Ήταν αξέχαστη εμπειρία. "Γεγονότα που δεν είχανε τίποτε το παράξενο μας μετέφεραν σ' ένα μύθο: ένα λιβάδι στο ηλιοβασίλεμα, στην άκρη ενός χωριού, ένα γρήγορο άλογο που γύριζε στο παχνί του τη νύχτα ή το πίσω μέρος του Κρεμλίνου όπου ακουγόταν ο εκκωφαντικός ήχος της καμπάνας", θα γράψει αργότερα εκείνη. Πήγανε στο χωριό Γιασνάια-Πολιάνα να βρούνε τον Τολστόι που 'χεν εγκαταλείψει τη φιλολογία και περνούσε μια βαθειά θρησκευτικήν εμπειρία. Τονε προσκάλεσαν να κάνει μαζί τους ένα περίπατο και μετά από μακρά σιωπή, ο Τολστόι ρώτησε τον Ρίλκε με τί ασχολείται. Εκείνος απάντησε δειλά, πως ασχολείται με τη ποίηση. Όλο το υπόλοιπο της μέρας, οι δυο ερωτευμένοι επισκέπτες υποχρεώθηκαν ν' ακούνε τις επινοήσεις του τρομερού γέροντα κατά της ποίησης κι υπέρ της μη χρησιμότητας των ποιητών, εν γένει.
     3 χρόνια περίπου κράτησεν η σχέση τους αυτή, με πάθος κι έρωτα, μα όταν εκείνος άρχισε να γίνεται όλο και πιο εξαρτημένος απ' αυτή, ξύπνησε ξανά μέσα της η ανάγκη για ανεξαρτησία. Διακόπτει τη σχέση τους το Φλεβάρη του 1901. Ο ποιητής συντετριμμένος της αφιερώνει ένα στίχο:

                      Σαν έτοιμος στέργω κοντά σου
                      κι ήρεμα χαμογελώ που σφάλλεις.
                      Ξέρω, με τη μοίρα θα τα βάλεις
                      σα θα μείνεις μοναχιά σου.
                      Θα ξαναγυρέψεις πάλι...
                      των χεριών μου την αγκάλη
...

                       
Στη Λου μου          Ράινερ Μαρία Ρίλκε

              
     Ο Ρίλκε πριν               Η Λου στα 36                Ο Ρίλκε μετά

    
Στις 28 Απρίλη του ίδιου έτους, προφανώς γι' αντίδραση, παντρεύεται τη γλύπτρια Κλάρα Γουέστχοφ (Clara Westhoff, 1878-1954), φίλη της Πόλα Μόντερστον Μπέκερ, στη Βρέμη κι εγκαθίστανται κει. Στις 12 Δεκέμβρη έρχεται στον κόσμο η κόρη τους Ρουθ (1901-1972). Μην αντέχοντας όμως και πολύ αυτή την ...εκδίκηση, -προφανώς- ο Ρίλκε χωρίζει, αφήνει την 9μηνη κόρη του στη μάνα της και μετακομίζει στο Παρίσι. Συνεχίζει να ταξιδεύει συνεχώς και να γράφει ποιήματα. Το 1906 χάνει τον πατέρα του και πηγαίνει στη Πράγα για τη κηδεία. Γνωρίζει τη Φερστίν Μαρί, το 1909, συνάπτει σχέση και ταξιδεύουν μαζί. Το 1912, συνεχίζοντας να γράφει και να ταξιδεύει, συναντά την Ελεονόρα Ντιούς, στη Βενετία και μένει κάμποσο μαζί της. Και πάλι γράψιμο και πάλι ταξίδια και το 1920 συναντά στη Γενεύη τη Βαλεντίνε Κοσλόφσκα. Το 1922, τη πιο παραγωγική του χρονιά, ολοκληρώνει τις "Ελεγείες Του Δούναβη", ένα από τα κοσμήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και την επόμενη χρονιά παντρεύεται η κόρη του Ρουθ, τον Δρα Καρλ Σιέγκερ.
     Την ίδια χρονιά μπαίνει για πρώτη φορά σε σανατόριο, στη Γενεύη και μένει λίγους μήνες για θεραπεία. Γράφει τα "Γράμματα Σ' Ένα Νέο Ποιητή". Παρόλη τη κλονισμένη του υγεία, συνεχίζει και να γράφει και να ταξιδεύει. Ίσως δεν υπάρχει άλλος που να ταξίδεψε πιότερο σε τούτο τον κόσμο. Λες και πάσχιζε να ξεφύγει από κάτι ή να προσπαθούσε να συναντήσει κάτι. Το 1926 μπαίνει για δεύτερη φορά σε σανατόριο. Η αρρώστια είναι λευχαιμία και διαγνώσκεται μόλις τότε -ασθένησε από καλπάζουσα λευχαιμία όταν τραυματίστηκε από το αγκάθι ενός ρόδου ενώ φρόντιζε τον κήπο του. Βγαίνει και ταξιδεύει ξανά, μα τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς επιστρέφει, πολύ χειρότερα. Μες στο σανατόριο, στις 13 Δεκέμβρη 1926, γράφει μιαν επιστολή προς την αγαπημένη του Λου και κλείνοντας το, τη προσφωνεί στα ρώσικα, "Αντίο γλυκειά μου αγάπη". Λίγο πριν πεθάνει φέρεται να είπε: "Ρωτήστε τη Λου τί πρόβλημα έχω. Είναι το μόνο πρόσωπο στον κόσμο που μπορεί να ξέρει καλύτερα από τον καθένα". Το πρωί στις 29 Δεκέμβρη ξεψυχά, σ' ηλικία 51 ετών, στο σανατόριο του Βαλμόν. Στις 2 Γενάρη 1927 θάβεται στο κοιμητήρι Ραρόν της Ελβετίας. Στο μνήμα του αναγράφεται το επίγραμμα του:

Ρόδο, ω καθαρή αντίφαση,
ηδονή ο ύπνος να μην είναι κανενός
κάτω από τόσα βλέφαρα
.

     Το αμφίσημο σύμβολο του ρόδου με το πλήθος των "βλεφάρων" του, δηλαδή των πετάλων του, παραπέμπει αρχικά στον ύπνο, την ανάπαυση και τη λύτρωση που παρέχει ο θάνατος. Συγχρόνως όμως αισθητοποιεί τη δύναμη της ζωής, αφού η χαρά, η "ηδονή" που προκαλεί η ομορφιά του διώχνει κάθε σκέψη ύπνου και παραίτησης. Γι' αυτό ο ποιητής το αποκαλεί "καθαρή αντίφαση".

                     
       Ο Ρίλκε: 1904                          1916                                  1922

--------------------------------------------------------------------------------------------

                   Ο Πάνθηρας

Το βλέμμα του κουράστηκε από το πέρα-δώθε
πίσω από το κάγκελο, που δε κρατιέται άλλο.
Του μοιάζει να υπάρχουνε χιλιάδες σιδερόβεργες
και πίσω από αυτές τις σιδερόβεργες το Τίποτα!

Η απαλή κι ευλύγιστη, γερή περπατησιά
που οδηγεί σε κύκλους που μικραίνουν,
μοιάζει χορός με δύναμη στο κέντρο,
που ναρκωμένη πυργώνεται μια θέληση.

Μόνο λίγες φορές ανοίγει τα βλέφαρα,
αθόρυβα. Έπειτα εισχωρεί μια εικόνα,
που διαπερνά τη γαλήνη των μελών του
κι εκεί στη καρδιά, παύει πια να υπάρχει.

            Πέμπτη Ωδή

Σηκωθείτε και φοβίστε τον τρομερό Θεό, γκρεμίστε τον.
Χαρά πολέμου, από αιώνες τον έχει κακομάθει.
Τώρα εσάς να σπρώξει ο πόνος
εσάς να σπρώξει ένας νέος, πληγωμένος πόνος του πολέμου,
μπροστά στο θυμό του.
Κι αν σας αναγκάζει το αίμα, τρανωμένο απ' τους πατέρες σας ψηλά
τρεχούμενο αίμα, τότε ας είναι το συναίσθημα δικό σας.
Μη κάνετε τα ίδια τα παλιά.
Εξετάστε, μήπως είστε ο πόνος.
Ο δρων πόνος.
Ο πόνος έχει κι αυτός τη δική του αγαλλίαση.
Ω! και μετά ξεδιπλώνει η σημαία πάνω σας,
στον αγέρα που 'ρχεται από τον εχθρό!
Ποιά; Του πόνου.
Η σημαία του πόνου.
Το βαρύ που σας χτυπά πανί του πόνου.
Καθένας από σας σκούπισε το ιδρωμένο καφτό πρόσωπό του.
Όλων σας τα πρόσωπα είναι μαζεμένα κει, σε κομμάτια.
Κομμάτια του μέλλοντος ίσως.
Να μη κρατούσε συνεχώς μέσα του το μίσος,
αλλά μονάχα απορία.
Γιατί, ο προαποφασισμένος πόνος, ο υπέροχος θυμός
κι αυτοί οι τυφλοί γύρω σας, θολώσανε το νου σας.

       Απ' Όλα Σχεδόν Τα Πράγματα...

Απ' όλα σχεδόν τα πράγματα πνέει αίσθηση
κι από κάθε αλλαγή μας γνέφει. Σκέψου!
Η μέρα, όταν προσπερνούσαμε σα ξένοι,
αποφασίζει να προσφερθεί σα μελλοντικό δώρο.

Ποιός υπολογίζει τη προσφορά μας;
Ποιός μας χωρίζει απ' τα παλιά τα περασμένα χρόνια;
Τί μάθαμε μεις από τη πρώτη τη στιγμή,
αν όχι πως το κάθε τι βρίσκεται κι αλλού;

Αν όχι, πως κοντά μας το ψυχρό ζεσταίνεται;
Ω! σπίτι, ω βουνοπλαγιά, ω φως του δειλινού,
για μια στιγμή μας φέρνεις κατάφατσα μ' αυτά.
Στέκεσαι δίπλα μας τυλίγοντας τις αγκαλιές μας.


Σ' όλα τα πλάσματα απλώνεται το μόνο διάστημα:
το Ενδοσύμπαν. Απαλά μας προσπερνούνε τα πουλιά.
Ω! εγώ που θέλω να ριζώσω, κοιτώ έξω
και μέσα μου βλασταίνει σα δέντρο.

Ανησυχώ και μέσα μου στέκεται το σπίτι.
Προφυλάγομαι και μέσα μου υπάρχει η σκέπη.
Εγώ που 'γινα ο αγαπημένος, -στη μορφή μου
ησυχάζει της ωραίας κτίσης το ομοίωμα, και κλαίει!

       Έκθετος Πάνω Στα Όρη Της Καρδιάς

Έκθετος πάνω στα όρη της καρδιάς
κοίτα πόσο μικρός εκεί, κοίτα:
των λόγων ο τελευταίος χώρος
και ψηλότερα χώρος του συναισθήματος.
Τον αναγνωρίζεις;
Έκθετος πάνω στα όρη της καρδιάς.
Πέτρινο έδαφος κάτω απ' τα χέρια.
Εδώ άνθιζε βέβαια κάτι.
Μέσα από τον βουβό γκρεμό,
φυτρώνει τραγουδώντας ένα ανύπαρκτο χορτάρι.
Όμως ο Γνώστης...
Αχ αυτός άρχιζε να γνωρίζει και τώρα σιωπά,
έκθετος πάνω στα όρη της καρδιάς.
Εκεί τριγυρίζουν ασφαλώς μ' ακέρια τη Συνείδηση
μερικά μικρά σιγουρεμένα ζώα του βουνού,
αλλάζουν θέση και στέκουν.
Και το μεγάλο κρυμμένο πουλί γυροφέρνει
πάνω απ' την αγνή άρνηση των κορυφών.
Όμως χωρίς ασφάλεια, εδώ πάνω στα όρη της καρδιάς...

                      Σονέτο

Στη ζωή μου μέσα τρέμει δίχως παράπονο
κι αναστεναγμό, ένας πόνος σκοτεινός.
Το χιόνι των ονείρων μου, το κατάλευκο χιόνι,
είναι των σιωπηλών μου ημερών, ο αγιασμός.

Συχνότερα όμως προσπερνά το μέγα ρώτημα
το μονοπάτι μου -και νιώθω μικρός και προχωρώ
ανεπηρέαστος παραπέρα, κοντά στη λίμνη,
το άγριο κύμα της να μετρήσω δε τολμώ.

Και τότε πληθαίνει μέσα μου μια θλίψη θολή
σαν το γκριζωπό μιας νύχτας θερινής
που μόνον έν αστέρι τη φωτίζει, δω κι εκεί.

Τα χέρια μου γυρεύουνε αγάπη πιο σωστή
και με χαρά θα έλεγα μια προσευχή μονάχα,
που το καφτό μου στόμα δε μπορεί να βρει...

                   Φθινόπωρο

Τα φύλλα πέφτουν, πέφτουν λες από ψηλά,
σαν να ξεράθηκαν οι κήποι τ' ουρανού.
πέφτουν με άρνηση στο στόμα του κενού.
Και μες στη νύχτα πέφτει η Γη βαριά,
από τ' αστέρια προς τη μοναξιά.

Όλοι μας πέφτουμε. Το χέρι αυτό που γράφει.
Δες τα όλα γύρω: χάνονται στα βάθη.
Είναι όμως Κάποιος που την πτώση αυτή
στα δυο του χέρια στοργικά τη συγκρατεί.

                        Μοναξιά

Η μοναξιά μοιάζει με τη βροχή. Τα βράδια
απ' του πελάγους αναθρώσκει τον καθρέφτη.
από κοιλάδες μακρινές κι από λιβάδια
στον ουρανό ανεβαίνει πάντα, που την έχει.

Κι ύστερα, από εκεί ψηλά, στην πόλη πέφτει.
Πέφτει την ώρα που το φως πια δεν αντέχει,
όταν τους δρόμους βάφουν πάλι τα σκοτάδια,
κι όταν τα σώματα χωρίζουν λυπημένα
δίχως να βρουν ό,τι ζητούν, μένοντας ξένα.

κι όταν οι άνθρωποι εκείνοι, που μισούνται,
πάλι στο ίδιο στρώμα πέφτουν και κοιμούνται:
τη μοναξιά τη παίρνουν τότε τα ποτάμια...

 Τί Θ' Απογίνεις Θε Μου Αν Πεθάνω;
 
Τί θ' απογίνεις, Θε μου, αν πεθάνω;
Εγώ ειμαι το κανάτι σου (αν σπάσω;)
Εγώ ειμαι το ποτό σου (αν πικράνω;)
Εγώ ειμαι το έργο σου και το ένδυμά σου,
μαζί μου θα χαθεί το νόημά σου.

Αλλού δεν πρόκειται να βρεις μια στέγη άλλη
να σε δεχτεί με λόγο απλό, ζεστό.
Θα σου λυθεί απ' το πόδι το σανδάλι
το μεταξένιο σου, που είμαι εγώ.
Το πανωφόρι σου πια θα σ' αφήσει.

Το βλέμμα σου, που στο πλευρό μου
το είχα πάντοτε εγώ προσκέφαλό μου,
μάταια τριγύρω ώρα πολλή θα με ζητήσει
κι όταν ο ήλιος τελικά γείρει στη Δύση,
σε ξένης πέτρας αγκαλιά θα ξενυχτήσει.

Τί θ' απογίνεις, Θε μου; Αγωνιώ.

                Νεκροτομείο

Νά τοι, παραταγμένοι, λες και πρέπει
να τους δοθεί κι εδώ ένας ρόλος για να παίξουν,
ώστε όλο αυτό το ψύχος που τους δρέπει,
την παρουσία του άλλου δίπλα τους ν' αντέξουν,

σα να μη τέλειωσε τίποτε ακόμα.
Τί όνομα βρέθηκε στην τσέπη τους γραμμένο;
Της αηδίας τον λεκέ από το στόμα
οι νεκροκόμοι τούς τον έχουν ξεπλυμένο,

όμως δεν βγήκε. Ας έχουν τώρα στόμα καθαρό.
Τα γένια τους στα μάγουλα εξέχουν πιο σκληρά,
κι ας τους τα ευπρέπισε μια έγνοια συνετή,

μη νιώσει απέχθεια το ευαίσθητο κοινό.
Μόνο τα μάτια τους έχουν αντιστραφεί
κάτω απ' τα βλέφαρα. κοιτούν στα ένδον πια.

Αρχαϊκός Κορμός Απόλλωνος
                                                                           Στον μεγάλο φίλο μου 
                                                                              Αύγουστο Ροντέν 

 
Δεν το γνωρίσαμε το ανήκουστο κεφάλι
όπου μεστώναν των ματιών του οι βολβοί.
Όμως το στήθος του φλογίζει σα κερί
κι εκεί το βλέμμα, ριζωμένο τώρα σ' άλλη

θέση, ζει και διαρκεί. Το στέρνο, αλλιώς,
δεν θα σε τύφλωνε κι απ' τη καμπή του ισχίου
δεν θα κυλούσε ενός γέλιου ο μορφασμός
ώς το σημείο που ήταν πρώτα του μορίου.

Αλλιώς, η πέτρα θα 'στεκε ανάπηρη, μισή
κάτω απ' τους ώμους που ερειπώθηκαν στη πτώση
και δεν θα σπίθιζε όπως άγρια λεοντή

ούτε σαν έκρηξη άστρου από παντού με τόση
λάμψη: γιατί το κάθε τι από δω σε βλέπει,
η κάθε μια γωνιά. Ζωή ν' αλλάξεις πρέπει.

               Βιβλίο Των Ωρών
                                                   (απόσπασμα: μετ. Κ. Παλαμάς)

Σβύσε τα μάτια μου, μπορώ να σε κοιτάζω,
τ' αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ' ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να 'ρθω σε σένα
και δίχως στόμα θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σα να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη,
εγώ μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι.

                Ερωτικό

Τη ψυχή μου πώς να συγκρατήσω
στη δική σου να μη ταιριάζει ψυχή;
Πώς να τη κάνω με κάτι άλλο να υψωθεί
πάνω από σένα; Θάθελα με ό,τι πια εχάθη
μες στο σκοτάδι να την ασφαλίσω
σε μια γωνιά ήρεμη και ξένη που να μη
δονείται όταν της αναδεύονται τα βάθη.

Ό,τι σε 'σε και μένα φέρνει ταραχή
κοντά μας φέρνει, σα μια δοξαριά
που μια φωνήν αφήνει, μοναχή
από τις δυο χορδές! Πού είμαστε δεμένοι;
Ποιό όργανο, ποιός παίχτης είναι, ω τραγούδι, που μας δένει;

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers