Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Σπανάκης Δημήτρης: Η Αληθινή Ιστορία Του Σαραντάπηχου

 

     Ο Δημήτρης Σπανάκης γεννήθηκε στη Κάτω Βιάννο Ηρακλείου Κρήτης και σπούδασε Μηχανολόγος Ηλεκτρολόγος στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο τη δεκαετία του 60. Παντρεμένος με την Αλίκη έχει τέσσερις γιους και τέσσερα εγγόνια.
     Εργάστηκε σε μεγάλες εταιρίες κι είχε σημαντική συμβολή στη κατασκευή μεγάλων έργων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική, τον έμμετρο στίχο και τον πεζό λόγο.
     Έργα του, που έχουν εκδοθεί: οι ποιητικές συλλογές "Τρύπες Στο Νερό Ι & ΙΙ", "Τα Κρητικά Λαογραφικά" κι υπό έκδοση το μυθιστόρημα "Πικρός Καφές Με Ολίγη" από τις εκδόσεις bookstars.

----------------------------------------------------------------------------------------


                        Το Χρονικό Του Σαραντάπηχου

Στου Σαραντάπηχου τα ίχνη,
το τραγούδι μου φως ρίχνει
για όσα σώζονται στη Βιάννο,
τη Κάτω και την Απάνω

κι όσα μπόρεσα να μάθω
ρωτώντας εδώ κι εκεί
χωρίς σχόλια τα γράφω
να σωθούνε στο χαρτί!


'Ανω Βιάννος


Γέρους μια παρέα στη Βιάννο
το καφενείο συναντώ,
που στον ίσκιο του πλατάνου
κάθονταν και τους ρωτώ!

-Ποιός γνωρίζει και τί ξέρει
 για το Σαραντάπηχο,
 π' έζησε σ' αυτά τα μέρη
 τον παλιό παλιό καιρό;



Α' Γέρος - σημάδια λήθης


Όσα ξέρομε θα πούμε,
αλλά πρώτα θα σου πω,
κάτι που τώρα θυμούμαι
να το γράψεις και αυτό!

Όσα σώζονται αιώνια,
από γενιά σε γενιά
κι από στόμα σε στόμα
η νέα γενιά ξεχνά

κι είμαι βέβαιος -μη γελάτε-
σε λίγα χρόνια κανείς,
τίποτε δε θα θυμάται
σαν πεθάνομε εμείς!

Τώρα τα παιδιά μαθαίνουν,
όσους ήρωες στο γυαλί,
δείχνουν κι αργοπεθαίνουν
ντόπιοι ήρωες πολλοί!

Οι Κουρήτες, οι Ακρίτες
και οι Σαραντάπηχοι
δεν ήρθαν από πλανήτες
γεννηθήκανε στη γη!

Όλοι αυτοί στη φαντασία
δε γινήκαν του λαού

κι όποιος ψάξει την ουσία
ίχνη τους θα βρει παντού!
 
Σε βράχους τα βήματά τους,
σπήλιους και βουνοκορφές
σώζονται τα ονόματά τους
κι άλλων φαίνονται μορφές!

Β' Γέρος - ο ερχομός


Πριν τριακόσια κι εκατό,
μα μπορεί και χίλια χρόνια,
τότε που ο Διγενής
με το Χάροντα στα αλώνια,

πάλευε κι έτρεμε η γη,
ο ουρανός και το φεγγάρι,
ποιος θα ήταν νικητής
ήρθε ένα παλικάρι

στα Βιαννίτικα τα μέρη,
από πού κανείς δε ξέρει!

Μα όσοι έτυχε και τον είδαν
σα λαγοί απ' το φόβο φύγαν

κι έλεγαν σε όποιον ρωτούσε,
πώς ήταν και τι φορούσε:

- Μπόι είχε σαράντα πήχες
και της κεφαλής του οι τρίχες

σαν τα γένια του μια μια
κρέμονταν σαν τα σκοινιά
και στα χέρια του κρατούσε
τα όπλα του που πολεμούσε,

-όπλα που κανείς στη γή,
ποτέ δεν είχε ξαναδεί-
αιματοβαμμένα ακόμη
με σημάδια και με σκόνη!
 
Κι ορκιζόντουσαν με τρόμο,
πώς σ' όποιον περνούσε δρόμο,
η γη κάτω που πατούσε
έτρεμε κι υποχωρούσε

κι όπου πέρασε οι στράτες
αίματα ήταν γεμάτες!

Απ' της Κούπας τα χαράκια
πέρασε τους ποταμούς

με μια ασκελιά τα ρυάκια
μ' ένα πήδο τους γκρεμούς
και στα ισόπατα λιβάδια
τρέχοντας σαν αστραπή,

χάθηκε μες στα φαράγγια
πίσω απ' την Αγιά Μονή!

Γ' Γέρος - η σκλαβιά


Στα Αμιρά ετότες ζούσε,
τον τόπο και κυβερνούσε
ένας μωαμεθανός
εμίρης Σαρακηνός.

 Στα χωριά της Βιάννου ούλους
τους χριστιανούς είχε δούλους
και τις εκκλησιές μια μια
είχε κάνει όλες τζαμιά!

Με στρατιώτες αιμοβόρους,
άρπαζε σοδειές και φόρους
και τ' ανήλικα παιδιά
πουλούσε στην Αραπιά!

Δε μπορούσαν πια να ζήσουν,
δίχως ν' αλλαξοπιστήσουν
οι Βιαννίτες και σοφά
χριστιανοί  ήσαν κρυφά!

Μα και τότες δίχως όρους,
να πληρώνουν είχαν φόρους

και να δίνουνε πολλές
στα χαρέμια κοπελιές

Κι οι άντρες οι γεροδεμένοι
ήσαν καταδικασμένοι,
να τραβούνε τα κουπιά
από δω ως την Αραπιά!

Αυτά και πολλά άλλα,
είχε βάσανα μεγάλα
ο Βιαννίτικος λαός
σαν ήρθε εδώ Αυτός!

Β' Γέρος - η Αρμενόπετρα


Στης Αρμενοπέτρας πάλι
τον ξανάδαν τ' ακρογιάλι,
μια πέτρα να κουβαλεί,
σαν το μπόι του ψηλή

και να τη πετάει πέρα
σε μια ξύλινη γαλέρα,
που εκόπηκε στα δυο
και βούλιαξε στο γιαλό!

Από μέσα οπλισμένοι
βγήκαν μαύροι πειρατές,
σαν ποντίκια τρομαγμένοι,
να σωθούνε στις ακτές!

Μα Εκείνος με το τόξο
τους εσκότωνε γοργά,
πριν από τη θάλασσα όξω
να πατήσουν στη στεριά.

Γέμισε ξύλα σπασμένα
και κουφάρια ο γιαλός
και στη θάλασσα από αίμα
εκοκκίνισε ο αφρός!

Ζωντανό το τελευταίο,
που εβγήκε απ' τα νερά,
άφησε να πάει το νέο
στον Εμίρη στ' Αμιρά.

Και μετά το μεσημέρι
δίχως άλλη αναβολή,
γύρω έψαξε τα μέρη
κι όπως λέγαν οι παλιοί,
 
διάλεξε να κατοικήσει
και για να ξεκουραστεί
μια σπηλιά που βλέπει δύση
μες στο βράχο του Ληστή!

Αυτά λέγονταν στη Βιάννο
κι αυτή η περιγραφή,
σώθηκε από τσομπάνο,
που 'δε τη καταστροφή.

Κι από τότε, εκατό μέτρα
έμεινε μες στον αφρό
και το κύμα, κείνη η πέτρα
ν' αρμενίζει στον αφρό!

Α' Γέρος - η σπηλιά του Ληστή


Η σπηλιά πενήντα μέτρα
είναι πάνω από το νερό
σκαλισμένη σε μια πέτρα
από γρανίτη σκληρό.

Ανέβηκα εκεί επάνω
σαν ήμουν ντελικανής
κι από τότε από τη Βιάννο
δεν ανέβηκε κανείς.

Ήταν μισοφαγωμένη
από τ' αλμυρό νερό
και θυμούμαι ίχνος δε μένει
από κείνο τον καιρό.
 

Μόνο μια πέτρα μεγάλη,
που 'μοιαζε με προσκεφάλι!


Δ' Γέρος - η εκδίκηση

Σαν ήρθε στον Εμίρη το μαντάτο,
πως τα καράβια του στης θάλασσας το πάτο
ήταν, και τα πρωτοπαλίκαρά του
στο βασίλειο αναπαυόνταν του θανάτου,

σκύλιασε απ' το κακό του κι όλους
πιστούς κι άπιστους που 'χε διαβόλους,
κάλεσε κι ορκίσθη στο φεγγάρι,
εκδίκηση απ' το Σαραντάπηχο να πάρει!

Ξεκίνησε μ' εκατό άγριους δαιμόνους,
μ' αίμα διψασμένους δολοφόνους,
σε φτερωτά αλόγατα καβάλα,
να πιει το αίμα του εχθρού του στάλα-στάλα!

Σα χείμαρρος μετά από θύελλα και μπόρα,
ξεχύθηκαν μ' ορμή στη κατηφόρα
και στο Ρουσό σα φτάσανε Κεφάλι,
Τον είδαν ξαφνικά να ξεπροβάλλει,

κρατώντας το δρεπάνι του θανάτου,
σα χάρος που θερίζει τα σπαρτά του
και οι τρομεροί θαλασσινοί κουρσάροι,
ένα δεμάτι από στάχια ήτανε στάρι!

Με μια σπαθιά δέκα έκανε κομμάτια
κι οι υπόλοιποι με γουρλωμένα μάτια,
με φρίκη βλέπανε το μυτερό κοντάρι
να τους τρυπάει πέρα-πέρα το κουφάρι!

 

Τα όπλα απ' τη τρομάρα τους πετούνε
και πέφτουν στους γκρεμούς μήπως σωθούνε
και γονατίζουν ταπεινά μπροστά του άλλοι
σκύβοντας ως το χώμα το κεφάλι!

Τους ζωντανούς, που έπιασε αιχμαλώτους,
από τα δέντρα κρέμασε τους πρώτους
κι έδεσε τους άλλους στα χαράκια,
τα σπλάχνα τους να φάνε τα κοράκια!

'Αφησε τελευταίο απ' όλους  τον Εμίρη,
που ευνούχισε με μια σπαθιά το κακομοίρη
κι αφού τον τύφλωσε του έδωσε τη χάρη,
να κάνει όσο ζει το διακονιάρη!

Β'  Γέρος

Σαν έβγαλε απ' τη μέση τον εχθρό του,
άρπαξε το χαρέμι και το θησαυρό του
κι όσα είχε στη Δέρματο κοπάδια,
με γιδοπρόβατα χιλιάδες και γελάδια.

Οι μάντρες του εκεί και τα μητάτα,
μυζήθρες και τυριά ήταν γεμάτα
και κάθε μέρα του πηγαίνανε γομάρια
μ' ασκιά το γάλα και το κρέας με μουλάρια!

Με τα λεφτά που πήρε του Εμίρη,
του 'Αι Γιώργη έκτισε το μοναστήρι
με διαλεκτούς που έφερε μαστόρους
και εικονίσματα έργα του Αγίου Όρους!

Ξανάκτισε ένα-ένα τα ξωκλήσια
και φύτεψε τριγύρω κυπαρίσσια
και στη κορφή της Κορακιάς τη πλάτη,
με πέτρες έφτιαξε ένα φρούριο παλάτι!

Εκεί ένα Βιαννίτη διόρισε, με κρίση
της Βιάννου τα χωριά να κυβερνήσει
κι ο ίδιος διάλεξε μακριά απ' τους ανθρώπους
στου Κερατόκαμπου να κατοικεί τους τόπους!

Το χρόνο δυο φορές, ένα καράβι
ερχότανε στο Τσούτσουρο και σκλάβοι
ξεφόρτωναν βαρέλια και μεγάλα
σακιά γεμάτα και με του πουλιού το γάλα!

Μετά τ' αμπάρια τους γεμίζανε με κιούπια,
με λάδι με κρασιά και με χαρούπια
και πλουμιστές κόκκινες πατανίες,
μάλλινες με δαντέλλες στις γωνίες.

Από τη πρώτη μέρα που' ρθε η ειρήνη,
ανάσανε ελευθεριά η χριστιανοσύνη
κι ο βιαννίτικος λαός, ο σκλαβωμένος,
αφέντης έγινε ξανά ευτυχισμένος!

Όπως γεννούνε κουνελάκια τα κουνέλια,
γεννοβολούσαν οι γυναίκες τα κοπέλια
κι η γη σ' αντάλλαγμα καρποφορούσε,
λες κι ο Θεός από ψηλά την ευλογούσε!

Στους γάμους πήγαιναν και πανηγύρια,
καβάλα σε γαϊδάρους και μπεγίρια
και ήταν με μεταξωτές δαντέλλες,
ντυμένες σα νεράιδες  οι κοπέλες.

Στα βήματα του πηδηχτού και πεντοζάλη,
συναγωνίζονταν στα κάλλη η μια την άλλη!
Για χάρη τους οι νέοι να μαλώνουν
και οι γονέοι τους κρυφά να καμαρώνουν!

 

Α' Γέρος - η ευημερία
 
Τα παλιά τα χρόνια εκείνα,
ούτε φτώχεια ούτε πείνα,
ούτε φόβος, ούτε εχθρός,
όσο ζούσε δω Αυτός!

Ο λαός στην ιστορία,
τόσα χρόνια ελευθερία,
ευτυχία και χαρά
δεν είχε άλλη φορά!
 
Οι βουνοπλαγιές σπαρμένες,
οι κοιλάδες ανθισμένες,
με διπλή παραγωγή
εκαρποφορούσε η γη!
 
Το μετάξι ήρθε τότες
κι οι βιαννίτισες, οι πρώτες
στη τέχνη και τις κλωστές,
στο κόσμο ήσαν ξακουστές.

'Ανθρωποι και καλογέροι
ζούσαν και πεθαίναν γέροι,
με έργα χριστιανικά
του Θεού και  ειρηνικά!

 

Β' Γέρος - ο θρύλος του Ληστή

 

Μια φορά ένας ψαράς,
που απ' τη θάλασσα περνούσε,
είδε στο βράχο του Ληστή
κάτι που λαμποκοπούσε

και χωρίς να το σκεφτεί
πλησίασε τη σπηλιά
τυφλός απ' την αντηλιά.

Εκεί είδε ένα κοντάρι

καρφωμένο στο σκληρό
βράχο, που σα κυπαρίσσι
κλαδεμένο ήταν χοντρό

και σε όσους είχαν ρωτήσει,

έλεγε τόσο μακρύ
ήταν που σαράντα άνδρες
δεν το σήκωναν γεροί!

Μα η λάμψη από το πόρο,
που έβλεπε στην αντηλιά,
ήταν από το σκουτάρι,
που 'κλεινε όλη τη σπηλιά!

Μεγάλο ήταν σαν αλώνι
σκαλισμένο το μισό
με μια ασημένια ζώνη
και ένα σταυρό χρυσό!

Α' Γέρος - ο θρήνος 
 
Σε θύελλα ή καταιγίδα,
τα κύματα του Νοτιά,
σκούσαν πάνω στην ασπίδα
άγρια και δυνατά,

τόσο που έφταναν οι κτύποι
γύρω γύρω στα χωριά,
σα να παλεύανε λύκοι
μ' άγρια του γιαλού θεριά!

Έτσι τότε ακουγόταν
του Σαραντάπηχου η φωνή,
όταν θύμωνε και όταν
τα χέρια του έκανε χωνί.

Με το φύσημα του Νότου
σε καιρούς άγριους κακούς,
θρήνο για το θάνατό του
των κυμάτων ακόμα ακούς!

στο Χόνδρο


Φεύγω από τη Πάνω Βιάννο,
το καθήκον μου να κάνω.
Πάω στο Χόνδρο και ρωτώ

σ' ένα καφενείο πελάτης.

Εκεί μια χονδριγιανή
μου 'πε, πως μια προγιαγιά της
Τον είδε μια ταχινή
να περνά από το δρόμο
κι από φόβο και από τρόμο,
είχε χάσει τη λαλιά της

και πως ένας χοντριγιανός,
που 'σπερνε στο Καβαλάρη,
τον θωρούσε ο χριστιανός
να πετάει το κοντάρι,

από του Ληστή ψηλά
μέχρι τον Αναποδάρη
και μετά στα Καμπουλά
να τρέχει και να σηκώνει
σαν τον άνεμο ψηλά
ένα σύννεφο από σκόνη!

-Απ' τη σκάλα της Δερμάτου
 φόρα έπαιρνε κι ορμή
 κι ανέβαινε στου Κεράτου
 σαν αητός τη κορυφή!

 Κι από κει ψηλά αράδα
 έβλεπε όλα τα χωριά
 από τη Ψαρή Φοράδα
 ως το Τσούτσουρο μακριά!

 Κι ούτε ένα πουλί τα δάση
 δε μπορούσε να διαβεί,
 ούτε βάρκα να περάσει
 στο γιαλό να μη τη δεί!

Κι ένας γέρος που γροικούσε,
πολύ ώρα και δε μιλούσε,
άνοιξε το στόμα και μού είπε
αυτά ακόμα για το Σαραντάπηχο:


-Δίκαιος με τους ανθρώπους
 και με τους κακούς σκληρός,
 σε όσους προστάτευε τόπους
 άγρυπνος ήταν φρουρός!

 Κι όπως λέγαν οι ψαράδες
 χαράματα στις ακτές
 βρίσκαν συχνά αραπάδες
 σκοτωμένους πειρατές!

 Κι οι βοσκοί, πως φημισμένους
 ζωοκλέφτες στα βουνά
 απ' τα δέντρα κρεμασμένους
 σε περάσματα στενά!

Κι από τότε η τιμωρία,
η σκληρή για ζωοκλοπή,
στη Βιάννο είν' η αιτία,
που η κλεψιά είναι ντροπή

και γι' αυτό κανείς Βιαννίτης
δεν επιάσθηκε ποτές
σ' όλο το νησί της Κρήτης
κλέφτης σε ζωοκλοπές!
 

Κάτω Βιάννος   ο γράφων - το Απαλέτι

Με όλα που μου λεν και γράφω,
εθυμήθηκα κι εγώ
αυτά που θα διηγηθώ:


Ένας θείος μου απ' τη Βιάννο,
που εκατό χρονών και πάνω
έζησε, κι είναι πεθαμένος,
-Θε μου να 'ν' συγχωρεμένος-,

όταν ήμουνα κοπέλι
και τρυγούσαμε τ' αμπέλι
μου 'δειξε είκοσι μέτρα
από λάσπη κι από πέτρα,

πάνω σε βουνοκορφή,
κοντά στην Αγιά Μονή,
ένα τοίχο ασβεστωμένο
και μισοκαταστρεμένο

και μού είπε: -Αυτός ο τράφος
του Σαραντάπηχου είναι ο τάφος.

Μου 'δειξε και το Απαλέτι,
που στης Κούπας είν' το δέτη

και μου είπε: -Αυτή τη πέτρα
πέταξε από χίλια μέτρα,
ψηλά απ' τη Κορακιά,
ο Σαραντάπηχος εκειά

και πως: -Απ' αυτά τα έτη
οι βιαννίτες το Απαλέτι
το έχουν μετεωρολογικό
και ρολόι ηλιακό!

Σαν ο ήλιος το σιμώνει,
βάζουν τα βούγια στ' αλώνι
κι όσο ο ήλιος το χτυπά,
η δουλειά δε σταματά!

Όταν η σκιά αλλάζει
από Δύση Ανατολή,
το ζευγάρι αναχαράζει
και οι άνθρωποι οι απλοί,
το 'χουν για φαί σημάδι
στο βουνό και το λιβάδι.

Όταν φεύγει η λιακάδα
κάθε δουλειά σταματά
στα λιόφυτα, στα λιβάδια,
στα ζώα και τα φυτά.

Τότε ένα καραβάνι
απ' τον κάμπο ξεκινά
και στη Βιάννο μέσα φτάνει
σαν η νύχτα ξεκινά!

Μα όταν η πυκνή ομίχλη
στο Απαλέτι ακουμπά
τότε χιονόνερο ρίχνει
και αστράφτει και βροντά!
 

Στα Χωριά Της Εμπάρου    Μια Γυναίκα - ο  Σαραντάπηχος


Όταν πήγα στης Εμπάρου
να ρωτήσω τα χωριά
στο σπίτι ενός κουμπάρου
μια γυναίκα ερωτώ!

-Τί να ξέρω η καημένη,
που από τόπο μακρινό,
είμαι εδώ παντρεμένη
με παιδί έξη χρονώ!

Ακούω όμως τη πεθερά μου
να φοβίζει τα μωρά μου
κι άμα ένα δε τρώει ή κλαίει:
-Ο  Σαραντάπηχος!!! του λέει!

Μια Γριούλα - οι  Ενετοί


Τότε μια γριούλα τρέχει,
να μου πει ότι κατέχει
ένα παλιό παραμύθι
που το γράφω ως το διηγήθη:

-Στην Έμπαρο μια φορά,
στρατιώτες σταυροφόροι,
ήρθαν απ' τη Βενετιά
να περάσουν απ' τα όρη
για της Βιάννου τα χωριά!

Τη παλιά πήρανε στράτα
που στον Αμαλό οδηγεί
και πίσω τους τα φουσάτα
άφηναν καμένη γη!

Ψάχνανε νύκτες και μέρες
για αφέντες Βενετούς
σκλάβους μέσα στις γαλέρες
να 'βρουν άντρες δυνατούς!

Κι αν τους τύχαινε γυναίκα 
όμορφη ή κοπελιά,
την αρπάζαν με το ζόρι
σκλάβα για το βασιλιά!

Μα πριν φτάσουνε επάνω
να διαβούν τη κορυφή,
σε ενέδρα από τη Βιάννο
τους περίμεναν κρυφή!

Ένας χείμαρρος χαράκια,
που τσουρλούσαν στο βουνό
και βροχές μέσα στα βράχια
πέτρες απ' τον ουρανό!


Πέταξαν σπαθιά και άλλα
όπλα να μη λαβωθούν
και στα άλογα καβάλα
έτρεχαν για να σωθούν!

Τότε στη κορφή του Αφέντη
φωτιά άναψε τρανή
και τη νύχτα από το γλέντι
έλαμπαν οι ουρανοί!

Κι άλλη μια στο Ψηλορείτη,
που άναψε λαμπρή φωτιά,
το μαντάτο από τη Κρήτη
έστειλε στη Βενετιά!

Στα Μέσα Χωριά

Πάω στα Μέσα Χωριά,
Σύμη, Πεύκο, Αμιρά,
Συκολόγο και Βαχό
τους γερόντους να ρωτώ
και μου είπανε αυτά
για το Σαραντάπηχο!

Σύμη - του Σαραντάπηχου ο θρόνος


Οι βοσκοί στον Αμαλό,
βλέπανε από τη μάντρα,
ένα σαραντάπηχο άντρα
ν' ανεβαίνει στο ψηλό
βουνό, που 'χει πάντα χιόνι,
κι ένα ολόκληρο δενδρό
σαν πούπουλο να σηκώνει.
 
Και τη νύχτα μια φωτιά
βλέπανε να ξεπροβάλλει
στη κορφή και στο Νοτιά
άναβε μετά μια άλλη
και σε λίγο φωτιά τρίτη
βλέπανε στα δυτικά
στη κορφή του Ψηλορείτη!


Μετά χρόνια οι βοσκοί,
εκεί π' άναβε η φωτιά του,
εκκλησιά ερημική
έχτισαν τ' Αγίου Πνευμάτου!

Κι αν στ' Αφέντη ανεβείς
τη κορφή και έχεις χρόνο,
του Σαραντάπηχου να πεις,
να σου δείξουνε το θρόνο!

'Αρβη - οι πειρατές


Μια φορά ένα καράβι
με στρατό αραβικό,
απ' τη Μπαρμπαριά στην 'Αρβη
έφτασε πειρατικό!
 
Αγριεμένοι Αραπάδες,
νύχτα βγήκαν στη στεριά,
άντρες και γυναίκες σκλάβες
ν' αρπάξουν από τα χωριά!

Καίγαν σπίτια και σπαρμένα
άρπαζαν ζώα, σοδειές,
παιδιά αλυσοδεμένα,
σκότωναν γέρους και γριές!

Και όσοι μπόρεσαν να σωθούνε
στου 'Αϊ Γιώργη τη Μονή,
τρέξαν να προσευχηθούνε,
ένα θαύμα να γενεί!

Σα ξημέρωσε οι στράτες
κι όταν σβήσαν οι φωτιές
νεκρούς ήτανε γεμάτες
μαύρους κι άσπρους πειρατές
 
και στο μισοβουλιαγμένο
καράβι πλάι στην ακτή,
είδαν όλοι κρεμασμένο
τον αρχηγό-πειρατή,

κάτω από μια σημαία,
που ψηλά στον ουρανό,
κυμάτιζε στον αέρα
με σταυρό βυζαντινό!

Αυτά μου 'παν και θα τολμήσω
κι όποιος ξέρει μ' απαντά,
όλους σας να σας ρωτήσω:
Ποιός τα έκανε όλ' αυτά;

Kαλάμι - οι Σταυροφόροι

Την εποχή εκείνη φράγκικη αρμάδα,
ήρθε και άραξε απ' τη Ψαρή Φοράδα,
με Φράγκους σταυροφόρους στρατιώτες
και σιδερόφρακτους με άλογα ιππότες.

Με θυρεούς, σημαίες μεγαλεία,
βγήκαν οι σταυροφόροι απ' τα πλοία
και γέμισαν σταυρούς οι παραλίες
κι ασημοκαπνισμένες πανοπλίες!

Την άλλη μέρα πιάσανε ομήρους,
άρχοντες, προεστούς και καλογήρους
και λύτρα να γεμίσουνε τ' αμπάρια,
ζητούσανε με λάδια και κριθάρια.

Να λευτερώσουν τους Αγίους Τόπους,
αρπάζανε το βιός απ' τους ανθρώπους
και για τα κάτεργα με τη βία κωπηλάτες,
τους πιο γερούς στρατολογούσανε χωριάτες!

Απ' τη κορφή τους είδε του Κεράτου,
ο Σαραντάπηχος και τ' άρματά του
εφόρεσε και μέσα στη λιακάδα,
ξεκίνησε για τη Ψαρή Φοράδα!

Σαν έφτασε με δυο μαντατοφόρους
στο βασιλιά διαμήνύσε με όρους,
τους όμηρους πρώτα να λευτερώσει
και όσα άρπαξε τίμια να πληρώσει!

Και για τον 'Αγιο Σκοπό χίλια γελάδια
και χίλια εκατό μουζούρια στάρια
θα του 'δινε ρεγάλο, αν συμφωνούσε
αλλιώς μαζί του να μονομαχούσε!

Γέλασε ο βασιλιάς και όλοι οι άλλοι
σκεφτήκανε, πως ευκαιρία ήταν μεγάλη
λαμπρή μονομαχία να οργανώσουν
και ένα μάθημα στο Σαραντάπηχο να δώσουν!

Ψαρή Φοράδα - η μονομαχία


Την άλλη μέρα παρατάχθηκε ο στρατός,
μ' όλους τους άρχοντες και ευγενείς στη μέση.
Κι ανάμεσά τους να φαντάζει δυνατός,
ο Βασιλιάς στη πιο ψηλή τη θέση.

Με κόκκινους σταυρούς αριστερά,
σε δυο σειρές παραταχθήκαν οι τοξότες
κι απέναντι με λοφία και φτερά
καβάλα στ' άλογα οι σιδερένιοι ιππότες!

Τότε με κίνηση ο βασιλιάς αργή,
έδωσε σύνθημα να 'ρθούν οι μονομάχοι
κι εκατό τρομπόνια στη σιγή
διαλάλησαν πως άρχιζε η μάχη!

Βουή ακούστη τότε απ' τα βουνά,
να 'ρχεται μ' ένα σύννεφο από σκόνη,
σα το Βοριά, που άμα αρχίζει να φυσά,
ό,τι εμπόδιο βρει ισοπεδώνει!

Με απορία  κι έκπληξη μετά,
μες στην αρένα είδανε να μπαίνει ,
ωσάν στρατός με ποδοβολητά
χίλια γελάδια και γαϊδάροι φορτωμένοι!


'Αρχισαν όλοι να γελούν ειρωνικά,
μα πάγωσε το αίμα στο κεφάλι
όταν του Σαραντάπηχου η σκιά,
είδανε μες στη σκόνη να προβάλλει!

Έως θανάτου απλώθηκε σιγή
κι ούτε ένας δε τολμούσε να μιλήσει,
ώσπου απελπισμένη ακούστηκε κραυγή
κι ένας ιππότης με άλογο είχε ορμήσει!

Περίμενε ο Σαραντάπηχος κοντά
να 'ρθει!  Σκύβει και μη γελάσεις!
Πιάνει το άλογο μαζί και τους πετά,
σα βότσαλο στη μέση της θαλάσσης!

Αμέσως μπαίνει ως τη μέση στα νερά,
σα  να 'θελε τα χέρια του να πλύνει,
στο κάτεργο με τους ομήρους προχωρά,
σπάει την άγκυρα και τα μουράγια λύνει!

Παίρνει μια χούφτα απ' τα χοντρά
μαλλιά του και γερά δένει τη πλώρη!
Φεύγει γιαλό-γιαλό και πίσω το τραβά,
σα να 'χε ανοικτά πανιά στο ξεροβόρι!

Από τα Τέρτσα περνά ανοικτά,
την 'Αρβη προσπερνά στα δεξιά του,
στο Κερατόκαμπο δε σταματά
και φτάνει γρήγορα στο κόλπο της Δερμάτου!

Εκεί τους αιχμαλώτους λευτερώνει,
όλοι μαζί σώοι φτάνουν στη στεριά,
σημαία με το Δικέφαλο σηκώνει
κι οι καμπάνες νικητήρια χτυπούνε στα χωριά!

Την άλλη μέρα η φράγκικη αρμάδα,
εσάλπαρε απ' τη Ψαρή Φοράδα
κι οι σταυροφόροι ιστορικοί από μωρία,
δε γράψανε το γεγονός στην ιστορία!

 

Συκολόγος - το τέλος
 
Πήγα και στο Συκολόγο
να ρωτήσω για όλ' αυτά
κι ένας γέροντας το λόγο
παίρνει και μου λέει αυτά:

-Παλικάρι ήταν μεγάλο
 στο κοντάρι, στο σπαθί,
 που ποτέ στο κόσμο άλλο
 δε θα ξαναγεννηθεί!

 Ο Σαραντάπηχος αν ζούσε 
 'Αραβας ή Πειρατής,
 ούτε Τούρκος θα τολμούσε 
 να 'ρθει εδώ κατακτητής!

Για τα κατορθώματά του,
θρύλοι υπάρχουνε πολλοί
και ακόμη τ' όνομά του
φόβο και δέος προκαλεί!

Λένε πως ήτανε ένας
κι άλλοι, πως ήταν πολλοί!
Δε πιστεύει όμως κανένας,
πως ήτανε ξένη φυλή!

Φήμες για το θάνατό του,
ακουστήκανε πολλές,
που μπορεί ψέματα όλες
να 'ναι, μα κι αληθινές!

Λένε πως μ' άρμα μια ώρα
Τον άρπαξε ο Ουρανός
κι άλλες πως σε άγρια μπόρα
Τον χτύπησε κεραυνός!

Μα αυτό που εγώ πιστεύω,
πήγε με το Βασιλιά
στη Πόλη να πολεμήσει
να σωθεί η Αγιά Σοφιά!

Επίλογος - ο  Γράφων

Όσα μπόρεσα να μάθω,
όλα στο χαρτί τα γράφω
κι όποιος ξέρει άλλο τι
να το γράψει ή να το πει!

     Βιβλιογραφία-πηγές:  Εγκυκλοπαίδειες, Ελευθερουδάκη & Ηλίου
 Ι. Κονδυλάκη "'Απαντα", οι γιαγιάδες μου Θεονύφη και  Σπανίνα, ο θείος μου Χαραλάμπης κι άλλοι Βιαννίτες, που είναι όλοι πεθαμένοι.


    "Το Χρονικό Του Σαραντάπηχου" δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στα ΒΙΑΝΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ αρ. φύλλου 276, 278, 280.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers