Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Κιντάπογλου Γιάννης: Οι Περιπέτειες Του Ποτίγκα

 

    Γεννήθηκε στη Κωνσταντινούπολη το 1955. Στην Ελλάδα ζει από το 1965. Μέλος του ΣΕΗ από το 1982, με πολλές θεατρικές δραστηριότητες, ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη.

--------------------------------------------------------------------

                   Οι Περιπέτειες Του Ποτίγκα


(μια ιστορία σε 7 εικόνες)

"Τα χρόνια που περάσανε μ' αφήκαν
παράξενο παιδάκι, γερασμένο
..."        Κ. Γ. Καρυωτάκης
 

EIKONA 1η:

   (Η σκηνή παριστάνει έναν υπόγειο κτιστό αγωγό. Γύρω-γύρω υπάρχουν σωλήνες που τρέχουν βρώμικα νερά. Οι τοίχοι είναι υγροί και σάπιοι. Στο ταβάνι μια τεράστια σχάρα που επικοινωνεί με τον πάνω κόσμο. Από πάνω ακούγονται βήματα ανθρώπων και κόρνες αυτοκινήτων. Στο κέντρο της σκηνής διακρίνουμε το σπίτι του Ποτίγκα, ένα ευρύχωρο και πολυτελές σαλόνι, τηλεόραση, βιβλιοθήκη και γενικά ένα ρεαλιστικό αστικό σπίτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το βρώμικο περιβάλλον του υπόγειου υπόνομου αλλά πλήρως ενταγμένο σ' αυτόν. Ο Ποτίγκας είναι ξαπλωμένος και διαβάζει απορροφημένος. Ξαφνικά εκνευρίζεται, σηκώνεται, πετά την εφημερίδα κι ανοίγει την τηλεόραση, αλλάζει κανάλια, δεν τον ικανοποιεί τίποτε τη κλείνει και πάει στο ψυγείο. Το ανοίγει, ψάχνει κάτι και γυρνά στον καναπέ μ' ένα κουτάκι αναψυκτικό εμφανώς βαριεστημένος).


Ποτ:  Τίποτα πια δε με γεμίζει
          και τη ψυχή μου τηγανίζει,
          Μια βαρεμάρα, μια τεμπελιά,
          Σα να μου κλέψαν τη μιλιά...

          Με τηλεόραση κι εφημερίδα,
          Τον κόσμο όλο με μιας τον είδα...
          Ένα ταξίδι σ' ένα λεπτό.
          Ψεύτικο μήπως ή αληθινό;

          Πώς είναι άραγε τα πράγματα όλα;
          Όπως τα γράφουν ή μήπως... σόλα
          που μου σερβίρουν και τη μασώ;

          Πως τα φαντάζομαι μη με ρωτάτε,
          δεν τα 'χω ζήσει, τί με κοιτάτε;
          Λένε, μιλάνε και...  συμφωνώ.

          Νομίζω όμως πως ήρθε η ώρα...
          δεν τη φοβάμαι βροχή και μπόρα...
          Να φύγω θέλω να δραπετεύσω,
          στο πάνω κόσμο να ταξιδέψω.
          Για να μαθαίνω απ' ό,τι ζω...
          κι όχι να κάθομαι  και να ...μασώ...


           (μπαίνει η Μητέρα του Ποτίγκα)

Μητ: Τί συμβαίνει γιέ μου και μονολογείς; Τί σου συμβαίνει; (κουνά το κεφάλι της) Αμ στα 'πα, δε στα 'πα; Σταμάτα βρε τόσες ώρες τη τηλεόραση, θ' αλλοιθωρήσεις. Θα ζαλιστείς, θα θολώσουνε τα μάτια σου...
Ποτ: 'Ασε με μωρέ μάνα και συ στη βαρεμάρα μου... Έχω τα βάσανά μου έχω και σένα πάνω από το κεφάλι μου.
Μητ: Τί συμβαίνει γιε μου, τί έχεις;
Ποτ: Μάνα, εδώ και πολύ καιρό δεν αισθάνομαι καθόλου καλά. Βαριέμαι, νιώθω συνέχεια κουρασμένος, δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα...
Μητ: Είσαι άρρωστος; Τί έχεις; Δεν είσαι καλά; Ένα γιατρό. Να φωνάξουμε ένα γιατρό... (πανικόβλητη) Το παιδί μου είναι άρρωστο, ένα γιατρό...
Ποτ: Ηρέμησε μωρέ μάνα... Αμέσως έναν γιατρό... 'Ασε με να σου εξηγήσω. Δεν είμαι άρρωστος. Βαριέμαι σου λέω.
Μητ: Βαριέσαι; Μη χειρότερα... Τί είναι αυτά που λες γιε μου; Δε σε καταλαβαίνω... Τί βαριέσαι δηλαδή;
Ποτ: Τί θες να βαριέμαι ρε μάνα; Απ' όσο θυμάμαι τον εαυτό μου δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον σ' αυτά που κάνω. Το πρωΐ στο σχολείο, το απόγευμα διάβασμα. Το βράδυ νωρίς ύπνος και την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Τα μαθήματα πολλά και στο τέλος... τί θα βγει απ' όλ' αυτά μου λες;
Μητ: Τώρα το λες αυτό Ποτίγκα; Τώρα που τελειώνουν τα σχολεία; Να, σε λίγο θα 'σαι σε διακοπές. Θα πας και κατασκήνωση...
Ποτ: Κατασκήνωση; Όχι πάλι κατασκήνωση! Όλο τα ίδια και τα ίδια! Και πάλι θα τελειώσει το καλοκαίρι και ξανά τα σχολεία... 'Ασε με σε παρακαλώ. Βαρέθηκα. Κουράστηκα πια...
Μητ: Το παιδί μου κάτι έχει, 
        Το σχολείο δεν αντέχει..
         Κάτι έχει και βαριέται
         Και πολύ στεναχωριέται.

         Μήπως αγαπά τη σχόλη,
         και τον ζώσαν οι διαβόλοι;

         Το παιδί μου υποφέρει
         Και τι έχει δεν το ξέρει
         Κάτι που δεν μου το λέει
         Κι από μέσα του θα κλαίει..

         Μήπως αγαπά καμία
         Και της έχει αδυναμία;

Ποτ: (παίρνει τη μάνα του από το χέρι και κάθονται μαζί στον καναπέ). Έλα σύχασε. Μη τρομάζεις. Συνέχεια τον κατακλυσμό φέρνεις. Λοιπόν άκουσέ με καλά. Φέτος το  πήρα απόφαση. Δε πρόκειται να πάω κατασκήνωση. Θα κάνω ένα ταξίδι στον επάνω κόσμο. Μόνος μου. Φέτος θα γνωρίσω όλ' αυτά που τόσα χρόνια βλέπω στη τηλεόραση και διαβάζω από τις εφημερίδες.
Μητ: Τί λες γιε μου τρελάθηκες; Εκεί πάνω είναι επικίνδυνα. Είναι για σένα αυτό το ταξίδι; Ένα παιδί από σπίτι, καλομαθημένο, μ' όλες του τις ανέσεις και τις ευκολίες... Πού θα πας πάνω, με ποιόν θα 'σαι; Εδώ κάτω έχουμε τα πάντα, ό,τι θέλουμε το παίρνουμε χωρίς κόπο, τόσα χρόνια δεν έχουμε στερηθεί τίποτα, με το παραπάνω...
Ποτ: Ό,τι θέλουμε το παίρνουμε χωρίς κόπο... Από τα σκουπίδια των άλλων ζούμε μάνα δεν το κατάλαβες ακόμα;
Μητ: Δε ξέρω από τι ζούμε, κείνο που ξέρω είναι ότι ζούμε. Και ζούμε πλουσιοπάροχα. Δε διακινδυνεύουμε τίποτα. Ποτέ δε μας πέρασε η ιδέα να φύγουμε από τη σιγουριά για να γνωρίσουμε τον πάνω κόσμο. Ποτέ δεν ήμασταν περίεργοι. Και γιατί να 'μασταν δηλαδή; Σε τί θα ωφελούσε η περιέργεια. Εξάλλου δεν τα βλέπουμε στην τηλεόραση; Δεν τα διαβάζουμε καθημερινά;
Ποτ: Μάνα δεν είναι μόνο περιέργεια. Είναι ανάγκη. Πίστεψέ με, αν δε φύγω αυτό το καλοκαίρι θα τρελαθώ. Δεν αντέχω πια δω κάτω. Έχω φτάσει πια στα όριά μου, κατάλαβέ με, δε πάει άλλο.
Μητ: Τί να σου πω; Σκέψου το λίγο ακόμα, δεν είσαι μικρός. Του χρόνου τελειώνεις το σχολείο. Είσαι άντρας πια. Εγώ μια φορά δε θέλω να πας.
Ποτ: Μη στεναχωριέσαι για μένα. Ξέρω να φροντίζω πια τον εαυτό μου.
Μητ: Τουλάχιστον πες μου ότι θα γυρίσεις. Δώσε μου την υπόσχεσή ότι θα φροντίζεις τον εαυτό σου, ότι δε θα πάθεις κανένα κακό.
Ποτ: (πέφτει στην αγκαλιά της) Σ' ευχαριστώ. Σ' ευχαριστώ πολύ. Είμαι πολύ ευτυχισμένος που με καταλαβαίνεις. Θα γυρίσω. Στο υπόσχομαι. Ίσως λίγο διαφορετικός, μα θα γυρίσω. Μην ανησυχείς.

 (Σκοτάδι. Στη φωτισμένη σκηνή ο Ποτίγκας μαζεύει τα πράγματά του σε μια βαλίτσα).

Ποτ: Επιτέλους ήρθε η ώρα
        για το μακρινό ταξίδι..
        Φεύγω τώρα.

        'Αραγε τί θα γνωρίσω
        σ' ένα κόσμο που βρυχάται;
        Ποιός φοβάται;

        Έχω θάρρος δέκα ανθρώπων
        και ας είμαι ποντικός.
        Δεν μου πρέπει ο πανικός.

        Τη σοφία όλου του κόσμου,
        την αλήθεια όλη θα μάθω.
        Τί κι αν πάθω;

        Κι απ' το μακρυνό ταξίδι,
        θα γυρίσω πιο σοφός
        Ποντικός...
 
ΕΙΚΟΝΑ 2η
  (Σκηνή εξωτερικού χώρου. Ένα δάσος, ένα μονοπάτι, δένδρα και στη μέση ένα μικρό ξέφωτο. Βρύση που τρέχει νερό. Ο Ποτίγκας μπαίνει από αριστερά με ένα δισάκι στον ώμο και κάθεται στην βρύση να ξαποστάσει. Από δεξιά εμφανίζεται απότομα και τρομαγμένος ο Δάσκαλος).

Δάσ: (Βλέπει τον Ποτίγκα) Φύγανε;
Ποτ: Ποιοί;
Δάσ: Κάτι τύποι με μαύρα ρούχα...
Ποτ: Δεν τους είδα...
Δάσ: Δεν τους είδες; Μη χολοσκάς θα σε δουν αυτοί... Έλα δω να κρυφτούμε μη μας βρουν... Έλα σου λέω... (Πηγαίνει πίσω απ' τη βρύση).
Ποτ: Για μια στιγμή άνθρωπέ μου! Γιατί να κρυφτώ; Δεν έχω κάνει κακό σε κανένα για να κρύβομαι.
Δάσ: 'Ασε τις ανοησίες κι έλα δω. Στην εποχή μας έπαψαν να κρύβονται οι ένοχοι από τους αθώους. Τώρα κρύβονται οι αθώοι από τους ενόχους.

  (Ο Ποτίγκας υπακούει. Κρύβεται και αυτός πίσω από την βρύση. Σε λίγο ξεθαρρεύουν. Πρώτος βγαίνει ο Δάσκαλος).

Δάσ: Ουφ, νομίζω πως πρέπει να βγούμε, φτηνά τη γλιτώσαμε και σήμερα, ας είναι καλά το δάσος που μας έκρυψε.
Ποτ: (Βγαίνει και αυτός πίσω από τη βρύση, ελαφρά εκνευρισμένος) Φτηνά τη γλιτώσαμε... Τί γλιτώσαμε άνθρωπέ μου, μου λες; Και πρώτα απ' όλα ποιός είσαι; Πού πηγαίνεις; Ποιοί σε κυνηγάνε και γιατί;
Δάσ: Έχεις δίκιο. Δεν ήταν κι ο καλύτερος τρόπος που βρεθήκαμε στο δάσος. Και πρώτα απ' όλα να σου συστηθώ. Ονομάζομαι Ευγνώσιος Σοφιόγλου, είμαι διδάσκαλος και διδάσκω στο παρακάτω χωριό.
Ποτ: Κι αυτοί που σε κυνηγάνε;
Δάσ: Α! αυτοί! Οι ίδιοι κι οι ίδιοι. Κάτι αλήτες που νομίζουνε το δάσος σπίτι τους. Αλίμονο όποιος τολμήσει και περάσει μόνος του, τον κυνηγάνε κι όταν τον πιάσουνε τον τιμωρούν ανάλογα με το ποιος είναι.
Ποτ: Τί παναπεί αυτό, ανάλογα με το ποιος είναι.
Δάσ: Να, άλλη τιμωρία  έχουνε για τους χωρικούς, άλλη για τους άρχοντες, άλλη για τους άντρες, άλλη για τις γυναίκες.
Ποτ: Απίστευτο μου φαίνεται...
Δάσ: Κι όμως! Και το χειρότερο, τη πιο αυστηρή τιμωρία την έχουνε φυλαγμένη για μένα, τον Δάσκαλο του χωριού.
Ποτ: Και γιατί αυτό;
Δάσ: Γιατί λένε πως αυτά που διδάσκω στο σχολείο δεν είναι αρκετά για να δώσουνε τα σωστά εφόδια στα παιδιά για τη ζωή τους.
Ποτ: Δεν είναι αρκετά; Ε τότε δώστους περισσότερα εφόδια δάσκαλε. Δίδαξέ τους πιο πολλά.
Δάσ: Τρελός είσαι; Ξέρεις τί σημαίνει αυτό; Ότι πρέπει να διαβάζω περισσότερο από τους μαθητές μου, πρέπει να σκέφτομαι πιο πολύ απ' αυτούς, να ρωτώ, να μαθαίνω, να ψάχνω, να βρίσκω, να βλέπω, ν' ακούω, να μιλώ, ν' αφουγκράζομαι, να ονειρεύομαι, να κουράζομαι, να ξενυχτώ, να προσπαθώ. Κι όλα αυτά, γιατί παρακαλώ; Γιατί να τα κάνω όλα αυτά μου λες;
Ποτ: Μα για τα παιδιά σου δάσκαλε, για το καλό των παιδιών σου.
Δάσ: Δεν είμαστε καλά. Εγώ έγινα δάσκαλος γιατί δεν μου άρεζε να 'μαι μαθητής. Αν ήθελα να μείνω μαθητής θα 'μενα στην ίδια τάξη σ' όλη μου την ζωή.
Ποτ: Μα πως είναι δυνατό κάποιος να μένει στην ίδια τάξη σ' όλη του τη ζωή, δάσκαλε;
Δάσ: Είναι και παραείναι!
Ποτ: Και τώρα, είναι καλύτερα που 'σαι στάσιμος δάσκαλος για όλη σου τη ζωή;
Δάσ: Δεν είμαι στάσιμος δάσκαλος μικρέ. Είμαι δάσκαλος. Δεν υπάρχουν στάσιμοι και προακτέοι δάσκαλοι. Από την ώρα που γίνεται κάποιος δάσκαλος δε κινδυνεύει να μείνει στην ίδια τάξη. Εγώ είμαι η τάξη κατάλαβες;  Ευτυχώς που οι μαθητές δε μπορούν να κρίνουνε τους δασκάλους. Μόνο οι δάσκαλοι τους μαθητές.
Ποτ: Κι αυτοί στο δάσος;
Δάσ: Α, κάποιοι που νομίζουν πως τα ξέρουν όλα. Κάποιοι που νομίζουνε πως έχουνε το δίκιο της τιμωρίας με το μέρος τους. Τρίχες! Εγώ δε θα τους κάνω το χατίρι. Μέσα από το δάσος θα κόβω δρόμο και πάντα θα ξεγλυστρώ. Γιατί είμαι πιο έξυπνος απ' αυτούς και γιατί το δάσος ξέρει πάντα να με κρύβει και να με προστατεύει.
Ποτ: Και ποιά είναι αυτή η περιβόητη τιμωρία που ανέφερες πριν δάσκαλε;
Δάσ: 'Αστα... Αν με πιάσουν, θα με υποχρεώσουν να διαβάζω και να δίνω εξετάσεις στους μαθητές μου. Και βέβαια όχι στα μαθήματα που τους διδάσκω, γιατί αυτά τα ξέρω απ' έξω κι ανακατωτά σα παπαγάλος. Αλλά σε μαθήματα και ερωτήσεις που θα μου βάλουν αυτοί... Καταλαβαίνεις; Και κάνουνε κάτι ερωτήσεις τ' αναθεματισμένα τα παιδιά... Δε ξέρεις από πού ν' αρχίσεις και που να τελειώσεις. Μια απάντηση δίνεις, δέκα ερωτήσεις σου κάνουν. Εφιάλτης σου λεω, άσε που στο τέλος σίγουρα θα με κόψουνε στις εξετάσεις. Ούτε να το σκέφτομαι.

 Πόσο φοβάμαι τις εξετάσεις..
 Τι πρέπει να μάθεις, τι να διαβάσεις.
 Τρέμει η ψυχή μου που θα το σκεφτώ.
 Με πιάνει αναγούλα στο λεφτό.

 Πόσο τρομάζω απ' τις ερωτήσεις
 Κι είναι πολλές, σε ποιές να απαντήσεις;
 Αν τα 'ξερα όλα θα 'μουν σοφός
 και θα 'δινα σ' όλο τον κόσμο φως...

 Μα ευτυχώς είμαι δάσκαλος κι οι άλλοι το ξέρουν.
 Είναι τόσο αγράμματοι και γι' αυτό υποφέρουν.
 Είμαι ο άρχοντας δάσκαλος μέσα σ' αυτούς.
 Είμαι ο έξυπνος μέσα σε τόσους κουτούς.

 Μα ευτυχώς είμαι δάσκαλος κι αυτό με γλυτώνει.
 Κι ας περνώ απ' το δάσος και το αίμα παγώνει.
 Στη ζωή όλους δε μπορεί να γελάς.
 Πάντα υπάρχουνε λίγοι που θα 'ναι μπελάς...

 (Σ' όλη τη διάρκεια του τραγουδιού, ο Ποτίγκας παρακολουθεί τον δάσκαλο με τρομερό ενδιαφέρον. Όταν τελειώνει ο δάσκαλος το τραγούδι, σκύβει και του φιλά το χέρι).

Ποτ: Δάσκαλε, αισθάνομαι την ανάγκη να σ' ευχαριστήσω.
Δάσ: Για ποιό πράγμα;
Ποτ: Γι' αυτά που με δίδαξες με τόση προθυμία.
Δάσ: Μα νεαρέ μου εγώ δεν σου δίδαξα τίποτα. Εξάλλου εγώ διδάσκω μόνο στο σχολείο. Μες στη τάξη, πάνω στην έδρα, με πολλούς μαθητές, ξέρεις.
Ποτ: Δεν κατάλαβες δάσκαλε. Με δίδαξε αυτό που 'σαι κι αυτός που θες να 'σαι. Κι όχι αυτό που δείχνεις ότι είσαι στους μαθητές σου, μες στη τάξη, στο σχολείο, πάνω στην έδρα. Κατάλαβες;
Δάσ: (Δείχνει ότι δεν πολυκατάλαβε). Έστω... Ένας ακόμα μαθητής, είναι ένας ακόμη υπάκουος υπήκοος νεαρέ μου. Να προσέχεις!
Ποτ: Κι εσύ δάσκαλε! (χωρίζουν με χειραψία). Στο καλό.
 
ΕΙΚΟΝΑ 3η 
  (Ο Δάσκαλος φεύγει και χάνεται σκυφτός στα δένδρα. Ο Ποτίγκας μένει για  λίγο σκεφτικός. Πίνει λίγο νερό από τη βρύση. Κάθεται λίγο παραπέρα. Ανοίγει το δισάκι του και μασουλά λίγο τυρί και ψωμί. Μπαίνει ένας τύπος με μακρύ παλτό. Βλέπει τον Ποτίγκα και μ' εξαιρετικήν άνεση τονε πλησιάζει. Στέκεται από πάνω του ορθός. Ανοίγει το παλτό κι από μέσα φαίνονται σωρός αντικείμενα κρεμασμένα στη φόδρα. Τσατσάρες, γυαλιά ηλίου, τσιμπιδάκια, κλωστές, κουβαρίστρες, εικόνες, φυλαχτά, τρανζίστορ και χιλιάδες μικροαντικείμενα κρέμονται πάνω στο παλτό απ' τη μέσα μεριά. Ένα κινητό κατάστημα).

Έμπορος: (Πριν προλάβει να συνέλθει από την έκπληξη): Έχω απ' όλα.
Ποτ: Ορίστε;
Έμπ: Ό,τι θέλεις κι ό,τι χρειάζεσαι το 'χω.
Ποτ: Με συγχωρείτε κύριε, αλλά αυτή τη στιγμή δε χρειάζομαι τίποτα.
Έμπ: Νομίζεις φίλε μου. Νομίζεις... Πάντα χρειάζεσαι κάτι... Πάντα σου λείπει κάτι... Πάντα θέλεις  κάτι... Ακόμα κι αν δε ξέρεις τι είναι ακριβώς αυτό που θες.
Ποτ: Τώρα που το λες σα να 'χεις δίκιο. Μου 'χει συμβεί πολλές φορές. Αλήθεια, πώς γίνεται να θέλω κάτι χωρίς να ξέρω τι ακριβώς θέλω;
Έμπ: Γίνεται φίλε μου, γίνεται. Και δε σου κρύβω ότι φρόντισα εγώ γι' αυτό. Εγώ κι όλοι οι ομότεχνοί μου. Λοιπόν, λαμβάνω τη τιμή να σου συστηθώ. Είμαι ο μοναδικός, ο ανεπανάληπτος, ο πιο ξακουστός σ' όλο τον κόσμο, ο ένας,  ο Εμπόριος Προμηθέας ή αλλιώς Μπάμπης όπως με φωνάζουν οι περισσότεροι. Είμαι λοιπόν ο Μπάμπης ο Έμπορος. (Υποκλίνεται).
Ποτ: Χαίρομαι πολύ κύριε Μπάμπη. Εγώ είμαι ο Ποτίγκας, ο πόντικας και ταξιδεύω στον κόσμο για να τον γνωρίσω.
Έμπ: Φίλε μου καλέ. Δε ξέρω ποια τύχη σ' έφερε μπροστά μου σήμερα, αλλά πρέπει να σου τονίσω, ότι δεν είμαι μόνον ένας απλός έμπορος. Είμαι ένας σοφός του εμπορίου. Ένας ειδικός που πουλά τα πάντα. Ακόμη και τη σοφία μου. Με λίγα χρήματα θα μπορούσα...
Ποτ: (τον διακόπτει) Κύριε Μπάμπη, συγνώμη που θα σας απογοητεύσω, αλλά έχω πολύ λίγα χρήματα και ξέρετε δεν μου περισσεύουνε...
Έμπ: Δεν πειράζει νεαρέ μου. Κείνο που θέλω, είναι να δεις τι πουλάω. Κι είμαι σίγουρος, πως αν δεις αργά ή γρήγορα θα σου 'ρθει όρεξη ν' αγοράσεις. Ακόμα κι αν δεν αγοράσεις σήμερα, θ' αγοράσεις αργότερα. Το εμπόριο θέλει υπομονή. Θέλει επιμονή. Θέλει ανθρώπους με πυγμή.

 Το εμπόριο είναι μια λαμπρή επιστήμη.
 Πρώτα στη πουλά κι ύστερα στη δίνει.
 Το εμπόριο είναι μια φιλανθρωπία
 Που ο καθείς γεμίζει τα δικά του τα ταμεία.

 Το εμπόριο είναι μια οφθαλμαπάτη.
 Σου εξουσιάζει και μυαλό και μάτι.
 'Αλλο σου μοστράρει, γι' άλλο σου μιλά.
 Για το τι χρειάζεσαι ποτέ δε συζητάει.

 Ο έμπορος δε ξέρεις, ποτέ, τι σου πουλά.
 Τι κακό σου κάνει, πόσο σε ξεγελά.
 Και μην αναρωτιέσαι γιατί τα κάνει αυτά
 Χαίρεται να γεμίζει θυρίδες με λεφτά.

Ποτ: Και δηλαδή τώρα κύριε Μπάμπη μου, με συγχωρείτε, αλλά σεις εκτός απ' αυτά τα πράγματα που 'χετε στο παλτό σας πουλάτε κι άλλα;
Έμπ: Βέβαια μικρέ μου, αλίμονο. Νομίζεις ότι πουλώ μόνον ό,τι κουβαλώ; Μα αυτά είναι μόνο γι' αρχή νεαρέ μου. Η βιτρίνα που λένε. Η πρώτη εντύπωση. Στη πραγματικότητα πουλώ τα πάντα, ό,τι μου ζητήσεις, ό,τι πεθυμά η ψυχή σου, αρκεί βέβαια να 'χεις χρήματα.

 Δώσε μου χρήματα
 Και θα 'χεις όλα,
 όσα θελήσεις,
 και αγαπάς

 Δώσε μου χρήματα
 Και θα σε πάω,
 σε όλα τα μέρη,
 που θες να πας.

 Μόνο με χρήματα
 θα αγοράσεις
 ότι ζητήσεις,
 πάνω στη γη.
 Όλα τα πράγματα,
 ξέρεις, πουλιούνται,
 αρκεί να πεις
 σωστά την τιμή.

  (Ενώ γίνονται τα παραπάνω ακούγονται ομιλίες ο Ποτίγκας θυμάται την συζήτηση με τον δάσκαλο και την τιμωρία των κακών του δάσους. Τρομαγμένος κρύβεται πίσω από τη βρύση. Ο Μπάμπης φαίνεται να μη δίνει σημασία).

Ποτ: Κύριε Μπάμπη, ελάτε, κρυφτείτε, έρχονται οι τιμωροί που εξουσιάζουνε το δάσος. Ελάτε κύριε Μπάμπη, ξέρετε, αυτοί έχουνε για τον καθένα και μια τιμωρία. Καλύτερα να μη μας πάρουν είδηση. Μα τι κάνετε εκεί κύριε Μπάμπη, δε φοβάστε; Είστε με τα καλά σας;
Έμπ: (Γελά) Χα, χα, χα μικρέ μου... μικρέ κι αθώε μου πόντικα. Πώς τους είπες; Οι τιμωροί του δάσους; Χα, χα, χα. Να 'σαι καλά που μ' έκανες να γελάσω.. 'Ακου τιμωροί του δάσους. Ποιού δάσους; Αυτού που 'μαστε μέσα; Λοιπόν άκουσέ με μια κι έξω κι ας είναι αυτή μια καλή στιγμή για να καταλάβεις τη ζωή. Το δάσος, η βρύση, ό,τι βλέπεις εδώ κι όσο πιάνει το μάτι σου είναι αγορασμένο από μένα. Δικό μου είναι το δάσος μικρέ. Εγώ το παραχωρώ σ' αυτούς τους κι αυτοί με τη σειρά τους, τρομάζουνε και τιμωρούν όποιον τολμήσει να το περάσει...
Ποτ: Και γιατί παρακαλώ γίνονται όλ' αυτά;
Έμπ: Ο φόβος... Ο φόβος νεαρέ μου. Ο φόβος είναι ο απόλυτος νόμος. Ο μόνος νόμος στον οποίο υπακούουν όλοι. Μικροί και μεγάλοι. Δυνατοί κι αδύνατοι. Γραμματισμένοι και αγράμματοι. Όποιος φοβάται σκύβει το κεφάλι. Όποιος φοβάται είναι ένοχος.
Ποτ: Και γιατί γίνονται όλα αυτά;
Έμπ: Γιατί μικρέ μου, όποιος φοβάται δε διαμαρτύρεται, δε ζητά, δε διεκδικεί, δε απαιτεί, δε θέλει. Μόνο δίνει για να φοβάται λιγότερο.
Ποτ: Δίνει; Δηλαδή τί δίνει;
Έμπ: Τα πάντα! Χρήματα, κοσμήματα, χρυσαφικά, διαμαντικά, αξιοπρέπεια, ανθρωπιά, συμπόνια, αγάπη, όλα τα δίνει, όλα τα ξεπουλά όλα και τα πάντα, αρκεί να φοβάται λιγότερο, αρκεί να μη φοβάται καθόλου.
Ποτ: Κι εσύ τί ρόλο παίζεις στην ιστορία αυτή;
Έμπ: Εγώ είμαι αυτός που πουλά. Τί τους πουλά; Μα το πολυτιμότερο πράγμα γι' αυτούς. Την ασφάλειά τους. Τους κάνω να φοβούνται λιγότερο.
Ποτ: (Απογοητευμένος). Κρίμα κι εγώ πίστεψα ότι θα μπορούσαν έστω κι ανορθόδοξα, κάποιοι να διορθώσουν μερικά πράγματα σ' αυτό τον κόσμο...
Έμπ: Δυστυχώς έπεσες έξω μικρέ. (Παύση) Τιμωροί του δάσους! 'Ακου τιμωροί!  Μακάρι να 'ταν... Αν και τώρα που το σκέφτομαι... Κατά βάθος, αν ήθελαν...  Θα μπορούσαν να 'ταν. Αλλά ευτυχώς...
Ποτ: Κύριε Μπάμπη, πράγματι δε ξέρω τι να πω. Αισθάνομαι ότι τα 'χω χαμένα. Μέσα σε τόσο λίγο χρόνο μου συνέβησαν τόσα φοβερά πράγματα. Αισθάνομαι σαν να έχω ζήσει χρόνια μέσα σε λίγες ώρες…
Έμπ: Μη στεναχωριέσαι μικρέ έτσι είναι η ζωή. Αρκεί μια στιγμή για ν' αναποδογυρίζουν όλα όσα είχες για χρόνια σε τάξη μες στο μυαλό σου.
Ποτ: Ειλικρινά δε ξέρω αν θα πρέπει να χαρώ ή να λυπηθώ που σας γνώρισα. Απ' τη μια μεριά λυπάμαι γι' αυτά που 'μαθα, αλλά απ' την άλλη χαίρομαι γιατί τα 'μαθα. Ίσως τελικά η αλήθεια όσο πικρή κι αν είναι, κρύβει από μόνη της μέσα της, τη χαρά της σοφίας και της γνώσης.
Έμπ: Λοιπόν μικρέ, αρκετά καθυστέρησα μαζί σου. Έχω να πάω και αλλού. Εξάλλου από σένα σήμερα δε κέρδισα τίποτα. Φεύγω! Κι αν σε σταματήσουν αυτοί, πέστους τ' όνομά μου και θα σε αφήσουν αμέσως ήσυχο. Εξάλλου μου χρωστάνε και πέντε νοίκια. 'Αντε γιατί πολύ το 'χουνε παραξηλώσει! Γεια και χαρά σου.


ΕΙΚΟΝΑ 4η

   (Ο έμπορος φεύγει. Ο Ποτίγκας κάνει να φύγει και αυτός για να συνεχίσει το οδοιπορικό του. Στην άκρη της σκηνής εμφανίζεται ένα μικρό κιόσκι-γραφείο όπου ένας περίεργος τύπος κοιμάται στη καρέκλα, με τα πόδια πάνω στο γραφείο. Ο Ποτίγκας τον κοιτά και για να μη τον ενοχλήσει προσπαθεί να τον προσπεράσει αθόρυβα).

Υπάλληλος: (Ανοίγοντας το 'να του μάτι) Εεεεεπ! πού πας εσύ;
Ποτ: Σε μένα μιλήσατε κύριε;
Υπά: Σε σένα. Ρωτώ πού πας;
Ποτ: Στη πόλη
Υπά: Δυο ευρώ παρακαλώ.
Ποτ: Δυο ευρώ; Και γιατί;
Υπά: Ρωτάς και γιατί ρε; Έχεις δει κανένα να πηγαίνει στη πόλη χωρίς να πληρώνει διόδια;
Ποτ: Διό... διόδι... διόδια, τί σημαίνει αυτό κύριε;
Υπά: Έλα, νεαρέ, άσε τ' αστεία και δεν έχω όρεξη σήμερα (αυστηρά). Δυο ευρώ είπα!
Ποτ: Και πάλι συγνώμη αγαπητέ μου κύριε, αλλά ξέρετε, εγώ ονομάζομαι Ποτίγκας κι έρχομαι από τον κόσμο των υπονόμων για να γνωρίσω τον πάνω κόσμο. Κι εμείς εκεί κάτω δεν είχαμε τέτοια... διόδια όπως τα  λέτε. Πηγαίναμε όπου θέλαμε χωρίς να πληρώνουμε, καταλαβαίνετε.
Υπά: (Με αδιάφορο ύφος) Ποτίγκας; Από τον κόσμο των υπονόμων; Και πηγαίνατε όπου θέλετε χωρίς να πληρώσετε; Αμ, έτσι είναι νεαρέ μου, άλλος ο κόσμος των υπονόμων κι άλλος ο κόσμος των πολιτισμένων. Στον πολιτισμό πληρώνεις, όλα έχουν μια τιμή, τίποτα δεν είναι δωρεάν.
Ποτ: Αν είναι έτσι... (του δίνει τα χρήματα) ορίστε...
Υπά: 'Αστα κει... (Ο Ποτίγκας τ' αφήνει σε διπλανό πάγκο). Ρέστα θες;
Ποτ: Όχι.
Υπά: Ευτυχώς νεαρέ μου γιατί σήμερα δεν έχω και πολύ όρεξη για δουλειά. Τί πολύ δηλαδή; Δεν έχω καθόλου όρεξη. (Χασμουριέται). Πάρε από το συρτάρι και την απόδειξή σου. 'Αντε γιατί πολύ μας σκότισες.

   (Γυρνάει πλευρό και προσπαθεί να κοιμηθεί. Σ' όλο αυτό το διάστημα ο υπάλληλος στέκει ακίνητος με τα πόδια πάνω στο γραφείο και ξαπλωμένος στη πολυθρόνα του, σχεδόν ακίνητος).

Ποτ: Σας ευχαριστώ κύριε.
Υπά: Δε μου λες νεαρέ;
Ποτ: Μάλιστα.
Υπά: Τί μέρα έχουμε σήμερα;
Ποτ: Νομίζω Τρίτη.
Υπά: Τρίτη;
Ποτ: Μάλιστα κύριε, Τρίτη 14 Αυγούστου.
Υπά: Τρίτη, 14 Αυγούστου. Φτου ρε γκίνια!
Ποτ: Σας απασχολεί κάτι κύριε; Μήπως μπορώ να σας βοηθήσω;

Υπά: Έχουμε Τρίτη δεκατέσσερις Αυγούστου.
         Στην εποχή του τρύγου και του μούστου.
         Για τα Χριστούγεννα και για τις διακοπές,
         εκατόν τόσες μέρες, δίχως  Κυριακές

         Για τον Σεπτέμβρη κατά τις εικοσιμία,
         θα πάθω... γρίπη και με λίγη αδυναμία,
         μπορώ να λείψω, με χαρτί από το γιατρό,
         κάτι δουλίτσες για να δω, στο πεταχτό...
 
         Είκοσι οχτώ του Οκτώβρη έχουμε αργία.
         Και στις τριάντα έχουμε απεργία.
         Κι άλλες δυο μέρες άδεια θα αποκτήσω,
         απ' τη σημαία, χωρίς να το ζητήσω.

         Έτσι ο Νοέμβρης θα 'ρθει αγριεμένος.
         Και μες στο κρύο θα 'ναι φορτωμένος..
         Έξω απ' το σπίτι ποιός τολμά να βγεί,
         και η δουλειά δε πάει να ...πνιγεί!

         Σε λίγο θα σιμώσει ο Δεκέμβρης.
         Ο μήνας που μ' αρέσει ο λεβέντης.
         Θα πάρω δώρο και μισθό και θα αράξω.
         Τον εαυτό μου στο κρεβάτι θα  προτάξω

         Είμαι υπάλληλος, μ' αρέσει η τεμπελιά.
         Δε μ' ενδιαφέρει, αποφεύγω τη δουλειά.
         Το χρόνο σπρώχνω, να περάσει προσπαθώ.
         Μισθούς να παίρνω, για να πα να... κοιμηθώ.


         Είμαι υπάλληλος, οι άλλοι με φροντίζουν.
         Τί κι αν σπρώχνονται, φωνάζουν και με βρίζουν.
         Τον εαυτούλη μου μονάχα υπηρετώ..
         Και για τους άλλους δε με νοιάζει ούτε λεφτό.

Ποτ: Αγαπητέ μου κύριε, τί να σας πω; Τόσα χρόνια νόμιζα πως μόνο στα  κωμικά σήριαλ υπήρχανε τέτοιοι ήρωες. Τώρα βεβαιώθηκα πως υπάρχουνε και στη ζωή.
Υπά: Μικρέ ποντικέ, όσο περνάν οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια, τόσο πιο κοντά είμαι στην σύνταξή μου, στο εφάπαξ μου, στη ξεκούρασή μου. Ξέρεις πόσο κουραστικό είναι να κάθεσαι, να μη κάνεις τίποτα απολύτως;
Ποτ: Πράγματι δε το γνωρίζω.
Υπά: Ε λοιπόν φίλε μου, σε πληροφορώ ότι σε 17.691 μέρες βγαίνω στη σύνταξη. Και τότε... Α ρε! Θα καεί το πελεκούδι.
Ποτ: Συγνώμη καλέ μου άνθρωπε, για να καταλάβω, θες να βγεις στη σύνταξη να μη κάνεις τίποτα απολύτως και να κάθεσαι. Έτσι; Κι αφήνεις αυτή τη δουλειά που κάνεις, που όλη τη μέρα δε κάνεις τίποτα; Δηλαδή κάθεσαι!
Υπά: Δε μ' αρέσει να δουλεύω έστω και θεωρητικά. Θέλω να κάθομαι. Δε θέλω να κάθομαι και να λεω πως δουλεύω. Θέλω να κάθομαι χωρίς προφάσεις και δικαιολογίες.
Ποτ: Ααα... Δηλαδή, αυτό που σε πειράζει είναι η πρόφαση κι η δικαιολογία κι όχι η δουλειά, που έτσι ή αλλιώς, δε κάνεις;
Υπά: Ορίστε;
Ποτ: Τίποτα αγαπητέ μου, τίποτα. Απλώς σκέφτομαι πόσο ανόητος πρέπει να 'ναι κάποιος που περιμένει με ανυπομονησία το τέλος  της ζωής του με μόνο λόγο τη πρόφαση και τη δικαιολογία.
Υπά: 'Αρες, μάρες, κουκουνάρες νεαρέ μου. Μήπως είσαι κανένας φοιτητής με φουσκωμένα μυαλά, προοδευτικές ιδέες και τα σχετικά; Γιατί εμένα που με βλέπεις έχω γνωρίσει πολλούς φαφλατάδες σαν ελόγου σου. Ένα σου λέω μόνο μικρέ και να το ξέρεις. Αν η δουλειά ήτανε καλή θα δουλεύανε κι οι βασιλιάδες! Κατάλαβες;
Ποτ: Κατάλαβα. Και μάλιστα πολύ καλά. Όμως πάντα υπάρχει κάτι που μας ξεφεύγει αγαπητέ μου καλοπερασάκια. Πάντα... Κι αυτό το κάτι που ξεφεύγει σε σας είναι ότι πληρώνετε τη τεμπελιά σας με τη τυραννία του χρόνου. Ο χρόνος κύριέ μου, είναι πολύ κακός κι άσπλαχνος με τους τεμπέληδες.
Υπά: Δηλαδή;
Ποτ: Να σας εξηγήσω: Ο χρόνος συμπεριφέρεται πολύ παράξενα στους ανθρώπους. Πολύ περίεργα θα 'λεγα. Σ' αυτούς που 'ναι δημιουργικοί, δραστήριοι, εργατικοί, πρόσχαροι κι εξυπηρετικοί, ο χρόνος είναι φίλος ευχάριστος, περνά μαζί τους όμορφα και διασκεδαστικά και μάλιστα ποτέ δε καταλαβαίνουνε πότε πέρασε, τους λείπει ο χρόνος, τον προσμένουνε, τον νιώθουν και τον χαίρονται, είναι πολύτιμος σύντροφός τους και ποτέ δεν περισσεύει.
Υπά: Τί λες νεαρέ μου; Υπάρχουν άνθρωποι που δεν τους φτάνει ο χρόνος;
Ποτ: Υπάρχουνε. Δεν είναι πολλοί, αλλά υπάρχουνε. Σ' αντίθεση με τους άλλους που δεν τον υπολογίζουν, θέλουν να τον προσπεράσουνε, βιάζονται να φτάσουνε στο τέλος όπως εσύ, τον σπαταλούνε. Τότε κι αυτός θυμώνει, αγριεύει και γίνεται ο πιο ανυπόφορος σύντροφος. Αργός, τυραννικός, πληκτικός, βάρβαρος και βάναυσος. Είναι ό,τι χειρότερο μπορείς να διαλέξεις για σύντροφο.
Υπά: Συνταξιούχος! Συνταξιούχος! Ω ευτυχισμένες μέρες! Πότε άραγε; 'Αλλες 17.691 μέρες έμειναν ποντικέ μου κι όλα τ' άλλα είναι λόγια του αέρα.
Ποτ: Ευχαριστώ για όλα κύριε. Σας εύχομαι καλή αναμονή και καλή σύνταξη. Γεια σας.
Υπά: (Δεν του δίνει σημασία, μονολογεί). Μήπως μετράνε και τα χρόνια του στρατού σα χρόνια εργασίας; Τότε... 17.691 μέρες μείον 425 μέρες του στρατού... 17.266... Πρέπει να ρωτήσω το Συνδικάτο Τεμπελοϋπαλλήλων. Αυτοί θα  ξέρουνε.

(Ο Ποτίγκας βγαίνει από τη σκηνή).

                                                  ΤΕΛΟΣ ΠΡΑΞΗΣ
 
ΕΙΚΟΝΑ 5η

   (Ο Ποτίγκας ετοιμάζεται να ξεκινήσει και πάλι για το ταξίδι του,  παίρνει την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη του εμπόρου μα πριν προλάβει να κάνει δύο βήματα το μικρό ξέφωτο του δάσους γεμίζει με μουσικές από κρυμμένα μεγάφωνα. Στα αριστερά της σκηνής εμφανίζονται κάτι εργάτες που βιαστικά στήνουν μια εξέδρα, τοποθετούν πολύχρωμες λάμπες, κουβαλούν καρέκλες φτιάχνοντας έτσι το χώρο για το ακροατήριο. Λίγος κόσμος κάθεται στις καρέκλες. Ξαφνικά οι μουσικές χαμηλώνουνε και μια φωνή ακούγεται μέσα από τα μεγάφωνα).

Φωνή 1: Σήμερα είναι η μεγάλη μέρα.
               κι η παράταξή μας βγαίνει στον αέρα.
               Απόψε είναι η μεγάλη νύχτα
               για όλους εμάς...

               Οι εκλογές κοντεύουν όπου να 'ναι.
               Οι νικητές στα μάτια σας κοιτάνε.
               Και όλοι οι νικημένοι αντίπαλοί μας,
               ας γίνουνε... κιμάς.

               Απόψε όλοι ας υποδεχτούμε,
               τον αρχηγό μας κι ας υποσχεθούμε,
               υποταγή, αφοσίωση κι ελπίδα.
               Προσμένουμ' εντολές.

               Για προκοπή μακρά κι ευημερία,
               για του Θεού τη πίστη την αγία,
               για δουλειά, ψωμί κι ελευθερία,
               μ' ελπίδες πολλές...

   (Μόλις τελειώνουν τα λόγια από το μεγάφωνο, από την αριστερή μεριά της σκηνής  εμφανίζονται άλλοι εργάτες που βιαστικά στήνουν μιαν ίδια εξέδρα, τοποθετούνε πολύχρωμες λάμπες, κουβαλούνε καρέκλες, φτιάχνοντας έτσι το χώρο για ένα δεύτερο αλλά ίδιο σε μέγεθος ακροατήριο. Μουσικές που παίζουνε κι όταν χαμηλώνουν όπως πριν ακούγεται μια άλλη φωνή μέσα από τα μεγάφωνα).


Φωνή 2: Σήμερα είναι η μεγάλη μέρα
               οι εκλογές κοντεύουν όπου νάναι
               κι η παράταξή μας βγαίνει στον αέρα,
               οι νικητές στα μάτια σας κοιτάνε..

               Απόψε όλοι ας υποδεχτούμε,
               για προκοπή μακρά κι ευημερία,
               τον αρχηγό μας κι ας υποσχεθούμε,
               πίστη, χαρά, δουλειά κι ελευθερία.

               Απόψε είναι η μεγάλη νύχτα
               για όλους εμάς. 
               Κι οι νικημένοι αντίπαλοί μας
               ας γίνουνε... κιμάς.

               Υποταγή, αφοσίωση κι ελπίδα,
               μ' ελπίδες πολλές,
               για ψωμί, δουλειά κι ελευθερία.
               Προσμένουμε εντολές...

   (Μετά το τέλος της δεύτερης φωνής οι εργασίες τελειώνουν. Οι εργάτες και των δύο παρατάξεων ξεκουράζονται. Για λίγο όλα είναι ήσυχα. Ξαφνικά μέσα σ' ένα πανδαιμόνιο χειροκροτημάτων από τα μεγάφωνα εμφανίζεται ο Πολιτικός Α. Ανεβαίνει στο βήμα. Κρατά τις σελίδες με το λόγο του, τις τοποθετεί στο μικρό βήμα, κάνει νεύμα στο κόσμο να συχάσει κι αρχίζει την ομιλία του).

Πολ. Α': Αγαπητοί μου φίλοι και φίλτατοι πολίτες, 
              λαός και εξουσία και συμπαθείς οπλίτες.
              Τα βάσανά τέλειωσαν καθώς εγώ, που θα...
              'Αμα τη...  επιπλέον...
              αλλ' ίσως... και μετά...

              Θερμοί μου ψηφοφόροι, όλοι μαζί, κι αφού...
              που ίσως... όλοι αντάμα, με σύμπνοια λαού...
              σίγουρα κι αδιάψευστα... μεγάλα τα μικρά...
              οι άσπονδοι... οχτροί μας.....
              φυτεύουνε... αβγά...

              Αλλά μετά... ποιός ξέρει; Γιατί το καθετί...
              αν δεν... καλά να πάθετε
              εγώ ευθύνη τί;
              Εσείς μετανοείτε... κι εγώ σας το 'χα πεί...
              αν δε γαβγίζει ο σκύλος σας...
              τραβήξτε του τ' αφτί...
              Ψηφίστε με γιατί εγώ... αυτός... στο κάθε τι
              κι ό,τι δα θα θέλετε...
              σας το 'χω στο κουτί...
              Και μη τυχόν και φύγετε...
              σε άλλη αγκαλιά...
              Γιατί κι άλλοι προσπάθησαν
              μα χάσαν τα μαλλιά...

              Χάσαν οι μάνες τα παιδιά....
              κι οι νύφες χάσαν χάντρες
              κι αν δε θα με ψηφίσετε
              να μη σας λένε... άντρες...

   (Χειροκροτήματα πολλά. Τελειώνοντας ο Πολιτικός Α', αρχίζει ο Πολιτικός Β' να λέει το ίδιο ποίημα αλλά με διαφορετική μουσική υπόκρουση. Ίσως ο ένας το τραγουδά μ' ευρωπαϊκή μελωδία κι ο άλλος με παραδοσιακή ελληνική, στο τέλος και του δεύτερου πολιτικού ακολουθούνε χειροκροτήματα. Ο Ποτίγκας μένει στη μέση της σκηνής αποσβολωμένος και μη μπορώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. Όταν οι πολιτικοί τελειώνουνε την ομιλία κατεβαίνουνε στο μικρό ακροατήριο ταυτόχρονα κι αρχίζουν τις χειραψίες με το κοινό. Ο Πολιτικός Α' πλησιάζει μια γυναίκα τη χαιρετά, ενώ ο Πολιτικός Β' έναν άνδρα από το δικό του ακροατήριο. Τα ζευγάρια Πολιτ. Α' - Κυρία, Πολιτ. Β' - Κύριος, μιλάν εναλλάξ).

Πολ.Α': Αγαπητή μου κυρία σας ευχαριστώ που μ' ακούσατε.
Κυρία: Μεγάλη μου τιμή αγαπητέ μου κ. Υπουργέ...
Πολ.Β': Μεγάλη μου τιμή αγαπητέ μου κύριε.
Κύριος: Αγαπητέ μου κύριε υπουργέ, σας ευχαριστώ που με καλέσατε...
Πολ. Α': Σήμερα είναι μεγάλη μέρα για όλους μας, αγαπητή μου. Σήμερα μπαίνουνε τα θεμέλια μιας καινούργιας εποχής. Μιας εποχής που σεις ζητήσατε κι επιδιώξατε και που σε σας απευθύνεται, ενώ μεις οι πολιτικοί, ταπεινοί εργάτες της εξουσίας, υποσχόμαστε πως θα φανούμε αντάξιοι των σύγχρονων καιρών που επιτάσσουν οι νέες συνθήκες...
Κυρία: Σας είμαι ευγνώμων υπουργέ μου. Σας ευχαριστώ τόσον εγώ όσο κι η οικογένειά μου...
Πολ.Β': Και μη ξεχνάτε φίλε μου... Πάντα στο πλευρό σας... Ό,τι μας ζητήσετε... Στη διάθεσή σας.
Κύριος: Σας ευχαριστώ πολύ. Δράττομαι της ευκαιρίας κ. Υπουργέ να σας υπενθυμίσω για τη παρέμβασή σας, στο θέμα του διορισμού του γιου μου ως θεματοφύλακα της υπηρεσίας του υπουργείου δημοσίων θεμάτων.
Πολ.Α': Μην ανησυχείτε αγαπητή μου κυρία. Η υπόθεσίς σας ως είχαμε προείπει βρίσκεται εν εξελίξει... Μόνο θα πρέπει να ξέρετε ότι η θέσις του θεματοφύλακος είναι μία και δυστυχώς υπάρχουνε δύο υποψήφιοι, η κόρη σας κι ο γιος του κυρίου που συζητά με τον άσπονδο αντίπαλό μου απέναντι. Παρολαυτά, να 'στε βεβαία, ότι θα πράξω αυτό που συνείδηση και καθήκον υπαγορεύουν.
Κυρία: Μα είναι δυνατόν τώρα να 'χουμε ως ανταγωνιστή τον γιό αυτού του ανόητου αγαπητέ μου; Εμείς που δώσαμε το αίμα μας για τη παράταξη, για τους αγώνες της, για τη πατρίδα μας;
Πολ.Β': Καταλαβαίνω αγαπητέ μου κύριε αλλά πρέπει να καταλάβετε και σεις ότι σε μια δημοκρατική κοινωνία πρέπει να κρατάμε στοιχειωδώς τα προσχήματα.
Κύριος: Τα προσχήματα δε θα μας ταΐσουνε κ. Υπουργέ. Ο γιος μου, ο μονάκριβός μου, με τέτοιες σπουδές, τόσα όνειρα, τόσες αγωνίες και κόπους, η αφοσίωσή του στο κόμμα, στον αρχηγό μας...
Πολ.Α': Κυρία μου... Κυρία μου... σας παρακαλώ, η κόρη σας είναι σίγουρη για τη θέση, εξάλλου η νίκη μας είναι δεδομένη. Τί φοβάσθε, μήπως δεν εκλεγώ και ματαιωθούν οι προσδοκίες σας;
Κυρία: Για όνομα του Θεού κ. Υπουργέ μου, ούτε καν πέρασε τέτοιο ενδεχόμενο από τη σκέψη μου.
Πολ.Β': Τότε προς τί ο πανικός; Ψυχραιμία αγαπητέ μου. Ψυχραιμία και πίστη. Η νίκη θέλει αγώνες κι η εξασφάλιση επιμονή.
Κύριος: Σας ζητώ συγνώμη υπουργέ μου. Αλλά θέλω να καταλάβετε και σεις την αγωνία μου. Την αγωνία του πατέρα για το γιο του, που πάνω του έχει στηρίξει τα όνειρα μιας ολόκληρης ζωής.
Πολ.Α': Τώρα μεταξύ μας κυρία μου και μ' όλο το θάρρος νομίζω πως θα 'τανε λάθος να θέλετε τα δικά σας όνειρα, να πραγματοποιηθούν μέσω του παιδιού σας...
Κυρία: Γιατί σας φαίνεται παράξενο υπουργέ μου;
Πολ.Β': Γιατί φίλε μου, κάθε άνθρωπος, πρέπει να πραγματοποιεί τα δικά του όνειρα και τις δικές του φιλοδοξίες κι όχι να 'ναι σκλάβος των φιλοδοξιών των γύρω του κι ιδίως των γονιών του.
Κύριος: Έχετε απόλυτο δίκιο υπουργέ μου. Πείτε μου όμως, σα πιο μορφωμένος κι  έχοντας περισσότερη πείρα από μένα, τί πρέπει να κάνω; Βρείτε μου σεις μια λύση. Πώς να εξασφαλίσω την ευτυχία του γιου μου; Πώς να κερδίσω αυτή τη θέση;
Πολ.Α': Αν σας δώσω μια λύση θα την ακολουθήσετε;
Κυρία: Ότι πείτε σεις υπουργέ μου.
Πολ.Β': Μεταξύ μας και χωρίς να πολυσυζητήσετε το θέμα της θέσης του θεματοφύλακα, τί θα λέγατε αν παντρεύατε το γιο σας με τη κόρη της κυρίας; Έτσι όποιος από μας κερδίσει τις εκλογές, ο διορισμός θα μείνει στην οικογένεια και το εισόδημα θα 'ναι εξασφαλισμένο. Όσο γι' αυτόν που δε θα διορισθεί έχουμε και τις επόμενες εκλογές... και τότε βλέπουμε...
Κύριος: Κύριε υπουργέ μου, είστε ένας καταπληκτικός άνθρωπος. Σας ευχαριστώ. Σας ευγνωμονώ από βάθους καρδίας. Αλήθεια... και.. μ' όλο το θάρρος... από πού διέρρευσε ότι τα παιδιά είναι ήδη αρραβωνιασμένα;
Πολ. Α': Εγώ για σας φροντίζω,
              νυχθημερόν πασχίζω.
              Τις νύχτες ξενυχτάω,
              τις μέρες περπατάω
              σκουπίζω, σφουγγαρίζω,
              σα το σκυλί γαβγίζω...
              Κι ο δόλιος τί ζητάω;

Πολ. Β': Μήπως κι εγώ τι κάνω;
              Στους δρόμους θα πεθάνω...
              Για σας τρέχω κι ιδρώνω,
              τα πόδια μου ματώνω..
              Τί άλλο παραπάνω;

Πολ. Α' & Β': (μαζί) Ψηφίστε, προτιμήστε  μας,
                               για σας τα κάνουμε όλα..
                               Και δώστε μας τη βούληση
                               μη μας κερνάτε φόλα...

   (Μετά απ' αυτό, μέσα σ' ένα πανδαιμόνιο οι εργάτες ξεστήνουνε τις δύο εξέδρες, οι πολιτικοί αποχωρούν, οι ψηφοφόροι εξαφανίζονται και σ' ελάχιστο χρόνο, στο σκηνικό επικρατεί απόλυτη ησυχία, όπως ήτανε πριν, με τον Ποτίγκα να παρακολουθεί άναυδος. Με την ησυχία συνέρχεται. Προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τι είδε και τι άκουσε, κοντοστέκεται).

Ποτ: Τώρα αυτά τα 'ζησα ή τα 'δα σ' εφιάλτη; Μπα, νομίζω πως τα 'ζησα. Εξάλλου είναι πολύ αληθινά και πολύ άσχημα για να μοιάζουν μ' εφιάλτη...

ΕΙΚΟΝΑ 6η
   (Με τα λόγια αυτά το σκηνικό αρχίζει ν' αλλάζει. Το δάσος μεταμορφώνεται σε μια σύγχρονη πόλη. Ο Ποτίγκας αντιλαμβάνεται αυτή την αλλαγή σα μεταφορά από τον εφιάλτη στη πραγματικότητα. Δεν είναι όμως και πολύ σίγουρος. Μήπως πρόκειται για το αντίθετο; Τί σημασία όμως έχει; Η αλλαγή που γίνεται γύρω του φανερώνει μια σύγχρονη πόλη, ένα παγκάκι, ένα πάρκο, δρόμοι, αυτοκίνητα, φώτα. Ο Ποτίγκας προσπαθεί να προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον. Από την άκρη μπαίνουνε τρεις αστυνομικοί με τις στολές τους και πλήρη εξοπλισμό, βλέπουνε τον Ποτίγκα να στέκεται σα χαμένος, τους κινεί τη περιέργεια και τον πλησιάζουν).

Αστ. Α': Εεεπ, νεαρέ, για έλα καταδώ...
Ποτ: Σε μένα μιλάτε;
Αστ.Α': Σε ποιόν θέλεις να μιλώ ρε, βλέπεις κανέναν άλλο τριγύρω;
Ποτ: Με συγχωρείτε, δε κατάλαβα και...
Αστ. Β': Ποιός είσαι και πού πας...
Ποτ: Με λένε Ποτίγκα και ταξιδεύω για να γνωρίσω τον πάνω κόσμο..
Αστ. Γ': Κι εσύ δηλαδή από πού είσαι; Από τον... κάτω κόσμο; (κοφτά) Νεαρέ, μήπως μας δουλεύεις; Στον κάτω κόσμο ζούνε μόνον οι πεθαμένοι!
Ποτ: 'Οχι, δε καταλάβατε, όταν λέω στον κάτω κόσμο εννοώ τους... υπονόμους, και τα  λαγούμια.
Αστ. Α': Αχά δηλαδή ξένος! Λοιπόν χωρίς πολλά λόγια, ταυτότητα και διαβατήριο.
Ποτ: Ξέρετε κύριοι, λυπάμαι που δε γνωρίζω ακριβώς την ιδιότητά σας, όμως οφείλω να σας πληροφορήσω πως εγώ είμαι ένας απλός ποντικός, ότι ξεκίνησα από το σπίτι μου χωρίς πολλά πράματα, για να γνωρίσω τον κόσμο κι ότι πέρα απ' αυτό δε ξέρω καν τι σημαίνει ταυτότητα και διαβατήριο. Δυστυχώς δεν έχω να σας δώσω τίποτα απ' αυτά που μου ζητάτε.
Αστ. Β': Πουλάκι μου, Νάτος ο τσακωτός! Και ξένος κι ύποπτος. Ακούσατε τι είπε; Δε γνωρίζει λέει ακριβώς την... ιδιότητά μας. Αυτό πια, από τα απίστευτα. Και σας το 'λεγα συνάδελφοι, δε σας το 'λεγα; Είναι δυνατόν να περάσει έτσι η μέρα; Από δαύτους δε θα γλυτώσουμε ποτέ.
Ποτ: Κύριοι, συγχωρείστε με, εξακολουθώ να μη καταλαβαίνω, συμβαίνει κάτι; Τί θέλετε από μένα; Μήπως μπορώ να βοηθήσω σε τίποτα;

   (Οι τρεις αστυνόμοι βάζουνε τον Ποτίγκα στη μέση και γυρίζουνε γύρω απ' αυτόν).

Αστ. Γ': (Ειρωνικά) Α, τίποτα το δύσκολο, απλώς να... επειδή τυγχάνει να μην έχουμε δουλειά κι εσύ απ' ό,τι βλέπω είσαι μόνος, σκεφτήκαμε να σου κάνουμε λίγη παρέα. Ν' ανταλλάξουμε απόψεις. Να πούμε τα βάσανά μας, να περάσει η ώρα βρε αδελφέ! Κατά τ' άλλα τί γίνεται; Όλα καλά; Πάντα καλά! Κι εμείς καλά! Η οικογένεια; Οι γονείς; Δόξα τω Θεώ. Πώς περάσαμε στις διακοπές; Δε πιστεύω να σε πείραξε κανείς; Να σ' ενόχλησε; Πάντως ό,τι θελήσεις στη διάθεσή σου, μια φωνή να βάλεις μόνο και θα τρέξουμε κοντά σου στο λεπτό.
Ποτ: (Δε καταλαβαίνει) Σας ευχαριστώ πολύ... αλλά εγώ...
Αστ. Α': (Αγριεύει απότομα) Λέγε ρε!
Ποτ: ...
Αστ. Β': Λέγε......
Ποτ: Τί να πώ;
Αστ. Γ': Τί να πεις στην αστυνομία; 'Ακου να δεις! Όταν ο Νόμος ρωτά, πρέπει να παίρνει απαντήσεις. Όλα να τα πεις. Όλα ρε! Όλα! Κι αυτά και τ' άλλα. Και τ' από 'δω και τ' από κει. Και τ' αληθινά και τα ψεύτικα. Και τα πραγματικά και τα φανταστικά. Κι όταν λέμε όλα, εννοούμε ΟΛΑ! ΛΕΓΕ!
Ποτ: Πολύ καλά λοιπόν αφού με ρωτά ο Νόμος και πρέπει να τα πω θα τα πω. Κι αφού θέλετε τ' αληθινά θα πω τ' αληθινά. Για τα ψεύτικα δε ξέρω, δε σας δίνω και πολλές υποσχέσεις... Λοιπόν κύριοι, όπως σας είπα και πριν λέγομαι Ποτίγκας κι έρχομαι από τον κόσμο των υπονόμων. Ο λόγος που άφησα το σπίτι και την οικογένειά μου, είναι ότι  βαριόμουνα πάρα πολύ. Η ζωή μου κει κάτω δεν είχε κανένα ενδιαφέρον. Ο καιρός περνούσε ίδιος κι απαράλλαχτος. Κι επιπλέον η περιέργειά μου για το πως ζείτε σεις εδώ πάνω, με οδήγησε στο να πάρω τη μεγάλη απόφαση. Ήρθα λοιπόν με μόνο εφόδιο την αγάπη μου για να γνωρίσω καινούργια πράματα, να ζήσω εμπειρίες και να συναναστραφώ με ανθρώπους διαφορετικούς απ' αυτούς που ζούσα.
Αστ. Α': Πάρα κάτω. Με λιγότερα λόγια και στην ουσία των γεγονότων...
Ποτ: Επί πλέον σας πληροφορώ πως υπήρχε κι ένας άλλος σημαντικός λόγος που άφησα το σπίτι μου...
Αστ. Β': Ώπα τις! Λέγε ρε! Μας έσκασες.
Ποτ: Ήθελα να πάρω απαντήσεις για πράματα που με απασχολούσανε και με απασχολούν...
Αστ. Γ': Όπως;
Ποτ: Να... πώς να το πω; Πώς να το εξηγήσω; Θέλω να μάθω γιατί γίνονται όλ' αυτά τριγύρω μου... πώς γίνονται... ποιός τα κάνει και γιατί όλοι εμείς ζούμε έτσι και δε ζούμε αλλιώς;
Αστ. Α': Και;
Ποτ: Δε ξέρω... Όλο αυτό το διάστημα γνώρισα πολλούς κι είδα πολλά. Κάτι έχω καταλάβει, αλλά δεν είμαι ακόμα σίγουρος. Έχω πολύ δρόμο μπροστά μου...
Αστ. Α': Συνάδελφοι, νομίζω πως χάνουμε τον καιρό μας με δαύτον. Ούτε χαρτιά, ούτε διαβατήριο, χωρίς δικαιολογίες κι εξηγήσεις! Ύποπτος συνάδελφοι. Ύποπτος κι ασαφής. 'Αρα επικίνδυνος. Δεν κατάλαβα λέξη απ' ό,τι μας είπε...
Αστ. Β': 'Υποπτος...
Αστ. Γ': ...κι ασαφής. Να συλληφθεί...
Αστ. Α': ...Να οδηγηθεί στον Εισαγγελέα και να δικαστεί...
 
 Ο νόμος και η τάξη.
 Όλα για να 'ν' εντάξει.
 Και όποιος μας πειράξει,
 ας λουφάξει...

 Ο νόμος είναι νόμος.
 Φρουρός του ο αστυνόμος.
 Πατέρας, παιδονόμος,
 σαν προστάξει.

 Όπου οι νόμοι ενός κράτους εφαρμόζονται πιστά,
 όλοι οι υπήκοοι περνάνε μια χαρά και ταιριαστά.
 Για να κάνουν τις δουλειές τους, νόμους θέλουνε χρηστούς,
 και υπεύθυνους πιστούς...

Ποτ: Όσοι νοιάζονται τους νόμους για να ζήσουνε καλά.
         Είναι που χωρίς ετούτους δε μπορούνε και πολλά.
         Όποιος μέσα του γεννήσει έναν άνθρωπο σωστό.
         Τον καθένα από τους νόμους τον ακούει περιττό.
         Όλοι οι άλλοι με τους νόμους ας κοιμούνται αγκαλιά.
         Γιατί μέσα τους σωπαίνουν, με κομμένη τη λαλιά.
         Ας μας νοιάζονται για κείνους, το καλό μας για αυτούς,
         ως να πάρουμε χαμπάρι, να τους κάνουμε... παστούς,

         Κάτι νιώθω, κάτι βλέπω, μ' όχι σιγουριά πολύ.
         Πρέπει κι άλλα να σπουδάσω.
         Πάμε φίλοι μου καλοί.
         Ό,τι πείτε σεις θα γίνει,
         όπου θέλετε θα 'ρθω...
         Για να βγεις μέσα στο δίκιο,
         θέλει ανήφορο ορθό.

   (Οι αστυνόμοι οδηγούν τον Ποτίγκα σ' ένα κελί. Είναι ένα τετράγωνο μικρό δωμάτιο. Μέσα σε αυτό υπάρχει και ένας άλλος κρατούμενος. Την ώρα που βάζουν τον Ποτίγκα στο κελί, ο άλλος κρατούμενος κοιμάται).

Αστ. Α': (Ειρωνικά) Φτάσαμε. Λοιπόν, για να μη γυρνάς στο δρόμο αδέσποτος, μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε με σένα, φροντίσαμε να μείνεις εδώ προσωρινά, σ' αυτό το φτωχικό δωματιάκι. Δυστυχώς δε θα μείνεις μόνος. Για συγκάτοικό σου θα 'χεις ένα χειρότερο από σένα. Ασυνάρτητο, τρελάρα κι ονειροπόλο. Μόνον αυτός καταλαβαίνει αυτά που λέει. 'Αντε και καλή συνεννόηση. Και για να σοβαρευτούμε λιγάκι, αν ακούσω γκίχ θα σας πάρει ο διάλος τον πατέρα. Ξηγηθήκαμε;

   (Ο αστυνόμος φεύγει. Ο Ποτίγκας μένει για λίγο σιωπηλός Χωρίς να κάνει θόρυβο κάθεται στο απέναντι κρεβάτι και  παρακολουθεί τον άλλο έγκλειστο που κοιμάται. Τον παρατηρεί. Είναι ένας νεαρός γύρω στα 35 με ρούχα καθημερινά. Στο πάτωμα είναι διπλωμένα ένα ζευγάρι μυωπικά γυαλιά. Περνά λίγη ώρα. Ο συγκρατούμενός του κοιμάται. Ο Ποτίγκας αποφασίζει να ξαπλώσει κι αυτός. Μόλις κλείνει τα μάτια ακούγεται η φωνή του διπλανού του).


Κρατ: Μοναχός σου μήτε στον παράδεισο... που 'λεγε και κάποιος από τη Κρήτη. Είπα κι εγώ, τί στο καλό, μόνος θα τη βγάλω δω μέσα;
Ποτ: ...
Κρατούμενος:  Κι ύστερα σου λένε πως στις φυλακές νιώθει κανείς μοναξιά.
Ποτ: ...
Κρατ: Λοιπόν;
Ποτ: (Επιφυλακτικά) Τί λοιπόν;
Κρατ: Τα τυπικά ρε φίλε: Πώς σε λένε, γιατί σε κλείσανε μέσα, τί έκανες, πώς έμπλεξες; Και τα λοιπά... ξέρεις τώρα.
Ποτ: Δε ξέρω τίποτα. Το μόνο που ξέρω είναι πως αλλιώς ξεκινήσανε τα πράγματα κι αλλιώς βλέπω να καταλήγουν...
Κρατ: Σιγά το φιλοσόφημα ρε φίλε, πάντα έτσι δε γίνεται; Τί περίμενες δηλαδή, να ξεκινήσουνε και να καταλήξουν όπως τα θες;
Ποτ: ...
Κρατ: Ο ξενοδόχος φίλε μου... ο ξενοδόχος... Λογάριασες χωρίς τον ξενοδόχο. Και δυστυχώς, ο ξενοδόχος είναι αυτός που μας "φιλοξενεί". Αυτός αποφασίζει πότε αρχίζει και πότε τελειώνει η φιλοξενία. Αυτός έχει τον πρώτο λόγο. Όταν δεν πας με τις αρχές του, με τα πιστεύω του, με τα νερά του, τέρμα η "φιλοξενία" μικρέ. Σε πετά στο δρόμο σαν άχρηστο σκουπίδι. Σου κολλά και τη ρετσινιά του παράνομου και... καλώς ήλθες στο κλαμπ των απόκληρων μεγάλε!
Ποτ: Κι όλα αυτά τα κάνει ο... ξενοδόχος;
Κρατ: (Χαμογελώντας) Ακριβώς φίλε μου.
Ποτ: Μήπως εννοείς κάτι που δε μπορώ ακόμα να καταλάβω; Νομίζω πως πρέπει να γίνεις πιο σαφής...
Κρατ: (Ανασηκώνεται στο κρεβάτι του) Γιατί σε φέραν εδώ;
Ποτ: Κατ' αρχή και για τα τυπικά, με λένε Ποτίγκα κι έρχομαι από τον κόσμο των υπονόμων για να γνωρίσω και να ζήσω τον πάνω κόσμο. Δυστυχώς όμως και πριν προλάβω να γυρίσω πίσω στο σπίτι μου, με συνέλαβαν οι αστυνόμοι γιατί δεν είχα λέει διαβατήριο. Θεωρήθηκα ύποπτος για κάτι, αλλά δε ξέρω ακόμα για τί...
Κρατ: Χωρίς διαβατήριο; Κι από τον κόσμο των υπονόμων; Τί άλλο θες φίλε μου Ποτίγκα για να θεωρηθείς ύποπτος; Αυτά που τους είπες αρκούνε για να σε θεωρήσουν επικίνδυνο και να σε κλείσουν μέσα....
Ποτ: Επειδή δεν έχω διαβατήριο;
Κρατ: Επειδή δε τους έδωσες τις πληροφορίες που χρειάζονται για να σε γνωρίσουν. Όταν δε γνωρίζουνε κάποιον, δεν τον ελέγχουν. Όποιο δεν τον ελέγχουνε, τον θεωρούν εχθρό τους, ύποπτο, επικίνδυνο, άρα πρέπει να τον έχουνε σε περιορισμό. 'Ακου Ποτίγκα: Επικίνδυνος γι' αυτούς δεν είναι κάποιος που κάνει κακό στους άλλους. Αυτός είναι παράνομος. Επικίνδυνος είναι κάποιος που δε γνωρίζουνε πληροφορίες για την ύπαρξή του. Όταν λοιπόν τα στοιχεία όλων είναι γνωστά, τότε κάθε κατεργάρης στον πάγκο του...
Ποτ: Δηλαδή ο παράνομος δεν είναι επικίνδυνος;
Κρατ: Όχι βέβαια. Ο παράνομος είναι αυτός που πάει αντίθετα με τους νόμους τους. Για κάθε νόμο όμως που φτιάξανε, φρόντισαν να ορίσουνε και μια ποινή. Έτσι όποιος δε τηρεί τους νόμους τους, υφίσταται τη ποινή τους. Όταν σε γνωρίζουν ή τον νόμο τους θα υπηρετείς ή τη ποινή τους θα υφίστασαι. Που τον βλέπεις τον κίνδυνο;
Ποτ: Δηλαδή με λίγα λόγια λες ότι επικίνδυνος γι' αυτούς είναι μόνον αυτός που δε γνωρίζουνε, δεν έχουνε στοιχεία, άρα δε μπορούν να τον ελέγξουνε και κατά συνέπεια δε μπορούν να τον εξουσιάσουνε; Για όλους τους άλλους το μέλλον προβλέψιμο;
Κρατ: Ακριβώς...
Ποτ: Μα ένας τέτοιος άνθρωπος είναι πραγματικά...
Κρατ: Ελεύθερος Ποτίγκα. Ελεύθερος!
Ποτ: Τώρα κατάλαβα τί εννοούσε ο αστυνόμος όταν σε αποκαλούσε ασυνάρτητο. Του τα 'πες κι αυτουνού αυτά;
Κρατ: Όχι αυτουνού του είπα άλλα...
Ποτ: Δηλαδή;
Κρατ: 'Αστα, δεν είναι της ώρας τώρα...
Ποτ:  Και για να 'χουμε καλό ρώτημα, σένα γιατί σε φέραν εδώ;
Κρατ: Αδίκησα κάποιους...
Ποτ:  Αδίκησες; Ποιούς;
Κρατ: Κάποιους που αδικούσανε κάποιους άλλους...
Ποτ: Και γιατί το 'κανες αυτό;
Κρατ: Για να μη συνεχίζουν ν' αδικούνε...
Ποτ: Κι έτσι θαρρείς πως απέδωσες δικαιοσύνη;
Κρατ: Εσύ τί λες;
Ποτ: Έγινες κριτής και δικαστής μαζί...
Κρατ: Όταν οι άλλοι δεν μπορούνε, κάποιοι πρέπει να μπαίνουνε στον κόπο...
Ποτ: Κάποτε γνώρισα έναν έμπορο, που όλα τα πουλούσε κι όλα τ' αγόραζε κι όταν λέω όλα, εννοώ όλα! Στο τέλος, μετά από συζήτηση μαζί του, αναρωτήθηκα πολύ σοβαρά, για το ποιός επιτέλους θα τολμήσει να κρίνει τους κριτές και ποιός θα 'χει το θάρρος να δικάσει τους δικαστές.
Κρατ: Μα μικρέ μου οι κριτές δε κρίνονται... Ούτε οι δικαστές δικάζονται...
Ποτ: Νομίζεις φίλε μου. Γι' αυτό και σου είναι πολύ εύκολο να παίζεις το ρόλο του κριτή και του δικαστή. Γιατί θεωρείς ότι με το να οικειοποιείσαι αυτούς τους ρόλους μπαίνεις στο απυρόβλητο. Μένεις στη κορφή και τους βλέπεις όλους από κάτω. Μάθε όμως ότι στην ανθρώπινη εξουσία και ματαιοδοξία δεν υπάρχει οροφή. Πάντα θα υπάρχει κάποιος στον πιο πάνω όροφο που θα σε κρίνει και θα σε δικάζει. Κι αυτόν θα τον βλέπει κάποιος άλλος και πάει λέγοντας...
Κρατ: Η κρίση και το δίκιο ανήκουνε στους αδύνατους. Όποιος προστατεύει τους αδύνατους είναι, και σωστός κριτής και δίκαιος δικαστής.
Ποτ: Για την ώρα, για το σήμερα. Το ποιος είναι δυνατός και ποιος αδύνατος, δε κρίνεται στο παρόν. Το κρίνει η ιστορία στο μέλλον. Ξέρεις πολύ καλά ότι για τη δύναμη των δυνατών φταίνε κι οι αδύνατοι. Κι αν θες τη πικρήν αλήθεια, φταίνε γιατί τις περισσότερες φορές, δε σκέφτηκαν ούτε για μια στιγμή να τους κρίνουν, να τους δικάσουνε και να τους ανατρέψουν. Αντίθετα σ' όλη τους τη ζωή σκέφτονται, προσπαθούνε και πολλές φορές κατορθώνουν να γίνουνε σαν κι αυτούς ή κι ακόμα χειρότεροι απ' αυτούς. Βέβαια υπάρχουνε κι οι εξαιρέσεις. Δυστυχώς όμως ο κόσμος προχωρά περισσότερο με τους κανόνες και λιγότερο με τις εξαιρέσεις.
Κρατ: Αυτή είναι η πιο υβριστική άποψη που 'χω ακούσει για τους αδύνατους...
Ποτ: Λάθος φίλε μου δεν είναι υβριστική. Είναι ο νόμος της φύσης που δε θες να δεις. Θες ν' ανατρέψεις τη φύση και να κάνεις το αρνί, λιοντάρι. Μα αν μπορούσε να γίνει αυτό θα περίμενε η φύση να το κάνεις εσύ; Θα το 'φτιαχνε πρώτη κείνη. Και το 'φτιαξε πολύ σοφά, καταδικάζοντας το λιοντάρι να μένει λιοντάρι και το αρνί να μένει αρνί.
Κρατ: Και δηλαδή ο αδύνατος πάντα αδύνατος κι ο δυνατός πάντα δυνατός; Ωραίος είσαι ρε φίλε!
Ποτ: Για τη φύση, φίλε μου, για τη φύση. Αλλά η αλήθεια που σου διαφεύγει είναι μία. Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο φύση. Είναι φύση και πνεύμα. Κι ενώ με την φύση επιβιώνει με το πνεύμα συμβιώνει. Και το ζητούμενο φίλε μου είναι η συμβίωση κι όχι η επιβίωση. Η φάση της επιβίωσης για τον άνθρωπο πέρασε. Υπέταξε τη φύση κι έμεινε μόνος στη κορφή της πυραμίδας.. Τώρα πρέπει να συμβιώσει, να συμβιώσουμε. Κι ιδού το μεγάλο πρόβλημα...
Κρατ: Μα για να συμβιώσεις δε πρέπει πρώτα να επιβιώσεις;
Ποτ:  Όχι πια. Δε μπαίνει έτσι. Ο πολιτισμένος άνθρωπος έχει χαρίσει προ πολλού στον άνθρωπο την επιβίωση μέσα από ένα μηχανισμό διαχείρισης που ανακάλυψε εδώ και πολλά χρόνια. Τη Δημοκρατία. Μέσα από αυτήν εξασφάλισε την επιβίωση και παλεύει για τη συμβίωσή του με τους συνανθρώπους του.
Κρατ: Ωραία συμβίωση! Με φτωχούς και πλούσιους, με ωραίους κι άσχημους, με δίκαιους κι άδικους, με καλούς και κακούς.
Ποτ: Μη βιάζεσαι. Είπα πως οι άνθρωποι εξασφαλίσανε την επιβίωση. Δεν είπα πως κατακτήσανε και τη συμβίωσή τους. Αυτή παλεύουνε στους καιρούς μας. Και μάλιστα παλεύουνε την οικουμενική συμβίωση. Αλλά τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά κι εύκολα. Χρειάζεται προσπάθεια, κόπος και μόχθος και πάνω απ' όλα χρειάζεται χρόνος. Πολύς χρόνος.
Κρατ: Η δημοκρατία είναι το άλλοθι των ισχυρών απέναντι στους αδύναμους. Των πλούσιων απέναντι στους φτωχούς. Αυτή η δημοκρατία είναι αποτυχημένη. Το δίκιο σε μια κοινωνία πρέπει να βγαίνει από τις ανάγκες και τα θέλω των φτωχών κι αδύναμων.
Ποτ: Κι όχι μόνο. Το δίκιο πρέπει να πηγάζει από την ανάγκη όλων για μιαν οικουμενική συμβίωση. Και των φτωχών κι αδύναμων και των πιο εύπορων κι εύρωστων οικονομικά. Κι η συμβίωση αυτή πρέπει να 'ναι πνευματική κι υλική. Για να υπάρξει αρμονική συμβίωση πρέπει να υπάρξει δικαιότερη κατανομή αγαθών και πληροφοριών. Πρέπει να γίνει κατανοητό πως η ανακατανομή πληροφοριών κι αγαθών θα διασφαλίσει ευημερία και μακροημεύρευση πρώτα στους έχοντες και μετά στους μη έχοντες. Διότι οι δεύτεροι είναι πελάτες των πρώτων. Οι τροφοδότες τους.
Κρατ: Μπορείς να το κάνεις πιο λιανά αυτό;
Ποτ: Πολύ ευχαρίστως.  Στις σύγχρονες κοινωνίες, οι τράπεζες προτρέπουνε και παρασύρουνε τους πελάτες τους σ' ασύστολη κατανάλωση, δανείζοντας με ψηλό τόκο. Οι τελευταίοι, υπερδανεισμένοι και χρεωμένοι, βρίσκονται σ' αδυναμία να ξεπληρώσουνε την οφειλή τους φθάνοντας σύντομα στην απόλυτη φτώχεια. Έτσι οι τράπεζες χάνουνε τα χρήματά τους και χρεωκοπούν. Κι αυτό γιατί δε μάθανε τη τέχνη του να συμβιώνουν οικονομικά με τους πελάτες τους. Στο τέλος η άπληστη κερδοσκοπία καταστρέφοντας τους πελάτες της, καταστρέφει την ίδια της την επιχείρηση.
Κρατ: Έτσι λοιπόν, η αγαστή συμβίωση των ισχυρών με τους αδύνατους...
Ποτ: Θ' αμβλύνει τις αντιθέσεις προς το κοινό καλό και θα φέρει ισορροπία και δυναμική ανάπτυξης και στις δυο μεριές, σύμφωνα με τις πραγματικές δυνατότητες της κάθε πλευράς.
Κρατ: (Εμφανώς κουρασμένος και αδιάφορος). Τελικά μου λες που κρύβεται η αλήθεια μέσα σ' όλα αυτά;
Ποτ: Παντού. Αλήθειες λένε κι οι μεν κι οι δε. Κι οι φτωχοί κι οι πλούσιοι. Κι οι δίκαιοι κι οι άδικοι. Κι οι καλοί κι οι κακοί. Μόνο που λένε μικρές αλήθειες, μέσα σε μεγάλα ψέμματα. Ξέρεις τί πιστεύω για την αλήθεια; Ότι είναι σαν το χρυσάφι: διάσπαρτο. Για να μαζέψεις λίγους κόκκους πρέπει να κοσκινίσεις ένα ολόκληρο βουνό. Κι αυτό θέλει πολύ κόπο.
Κρατ: Εμείς καλά τα λέμε. Με τους άλλους μέσα, πως θα ξεμπερδέψουμε;
Ποτ: Εννοείς με τους αστυνόμους; Δυστυχώς... έχουμε κι αυτούς!
Κρατ: Και να 'ταν μόνον αυτοί. Κι αυτούς κι εκείνους. Και τους άλλους...
Ποτ: Κι είναι τόσοι πολλοί!
Κρατ: Ατέλειωτοι...
Ποτ: Τελικά μήπως οι άλλοι είναι η αιτία της ίδιας της ζωής μας; Και μεις ο καθρέφτης των άλλων; Ο δάσκαλος που μου 'μαθε γράμματα, ο υπάλληλος που μου πρόσφερε τις υπηρεσίες του, ο έμπορος που αγόραζα και πουλούσε, ο πολιτικός που εμπιστευόμουν, ο πατέρας κι η μητέρα που νοιάζονταν για το καλό μου. Αυτοί που καθορίσανε τη συνείδησή μου, τη σκέψη μου, την ιδεολογία μου... Όλοι αυτοί...
Κρατ: Τη πατήσαμε φίλε... Χωρίς τους άλλους θα 'μασταν ένα τίποτα. Ανύπαρκτοι! Μέσα από κείνους έχουμε λόγο κι εικόνα. Γι' αυτό μας έφτιαξαν, μας δίδαξαν και μας εκπαίδευσαν.
Ποτ: Και γιατί πιστεύεις ότι το κάνουν αυτό;
Κρατ: Είναι πολύ απλό φίλε μου. Σκέψου τί θα 'ταν οι άλλοι αν δε τους δείχναμε μεις;
Ποτ: Δε ξέρω αν έχεις δίκιο. Μπορεί και να 'χεις. Όμως ανάμεσα σ' αυτό που γίνεται, και σ' αυτό που θα 'πρεπε να 'χει γίνει, είμαι φανατικός οπαδός του δεύτερου. Έτσι κι αλλιώς...
Κρατ: Έτσι κι αλλιώς τί; Τί νομίζεις ότι σου απομένει να κάνεις;
Ποτ: Τίποτα...
Κρατ: Τίποτα;
Ποτ: Τίποτα απολύτως. Θέλω να ξεκόψω από όλα αυτά. Από όλους και από όλα. Να μην έχω καμιά σχέση. Να νοιώσω μακριά από οτιδήποτε και από οποιονδήποτε. Δεν θέλω να καθορίζει κανείς την ζωή μου. Θέλω να ελευθερωθώ από κάθε τι που με ορίζει χωρίς την θέλησή μου...
Κρατ: Κι η περιβόητη συμβίωση που μου μοστράρισες προηγουμένως;
Ποτ: Για να συμβιώσουν οι άνθρωποι μεταξύ τους πρέπει πρώτα απ' όλα να 'ναι ελεύθεροι. Αλλιώς μοιάζει με συμβίωση κρατούμενων στο ίδιο κελί.
Κρατ: Ξεχνάς όμως κάτι πολύ βασικό κι επώδυνο...
Ποτ: ...
Κρατ: Η ελευθερία είναι το άλλο πρόσωπο της μοναξιάς..
Ποτ: Ε, και;
Κρατ: Αντέχεις;
Ποτ: Δε ξέρω... Ίσως... Δε δοκίμασα ποτέ μου μόνος...
Κρατ: Τότε δε δοκίμασες ποτέ σου ελεύθερος...

   (Η πόρτα του κελιού ανοίγει, μπαίνει ο αστυνόμος).

Αστ: (Στον  Ποτίγκα) Εσύ νεαρέ, σε θέλει ο Διοικητής για ανάκριση!
Ποτ: Μάλιστα κύριε. Έρχομαι.
Κρατ: Με μένα τι θα γίνει κυρ-Αστυνόμε;
Αστ: Εσύ να κάτσεις εκεί που κάθεσαι... Με την περίπτωσή σου θα ασχοληθούμε αργότερα... Θάρθει και η σειρά σου...
Κρατ: (Στον Ποτίγκα που ξεκινά να φύγει) Στο καλό φίλε μου. Και καλή τύχη. Και που 'σαι... Σ' ευχαριστώ για τη συμβίωση. Τώρα νιώθω λιγότερο μόνος!
Ποτ: Και λιγότερο ελεύθερος συνάδελφε... Και λιγότερο ελεύθερος...
Αστ: 'Αντε ρε αφήστε τα λόγια, ξημερώσαμε! Μπρος προχώρα...

   (Γραφείο Διοικητού λιτό. Γραφείο, καρέκλα, καρέκλα επισκέπτη. Ο Ποτίγκας μπαίνει στο δωμάτιο. Ο Διοικητής εξετάζει τον φάκελό του).

Διοικητής: Λοιπόν... Πο-τί-γκας... Αγνώστων λοιπών στοιχείων... Ακούω νεαρέ!
Ποτ: Μα τα έχω πει τόσες φορές κύριε Διοικητά...
Διοικ: (διαβάζει)... Από τον κόσμο των υπόνομων... σε αναζήτηση εμπειριών και γνώσεων.. Κι απ' ό,τι ακούσαμε από τη συζήτηση με τον τρελό, λιγάκι απογοητευμένος.
Ποτ: Ακούσατε;
Διοικ: Ασφαλώς νεαρέ μου, τί νόμισες; Θα σας αφήναμε να κουβεντιάζετε και να περνάτε την ώρα σας; Κάθε τι που λέγατε είναι γραμμένο.
Ποτ: ...
Διοικ: Λοιπόν, μεταξύ μας, πιστεύω πως άδικα σε φέραν εδώ. Απ' αυτά που άκουσα να συζητάς με τον άλλο, θεωρώ ότι προς το παρόν τουλάχιστον δεν είσαι ένοχος. Το μόνο επικίνδυνο πράγμα που κάνεις είναι ότι μαθαίνεις. Κι αυτό δεν ξέρω που μπορεί να σε βγάλει στο μέλλον.
Ποτ: Δε σκοπεύω να κάνω κακό σε κανένα κύριε Διοικητά. Πιστέψτε με.
Διοικ: Εγώ σε πιστεύω. Οι άλλοι όμως;
Ποτ: Κύριε Διοικητά, είμαι αθώος. Και θα παραμείνω. Θέλω να πω, πως πρόθεσή μου είναι να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου έξω απ' αυτά που οι άλλοι θέλουν από μένα. Δε ξέρω πως θα το καταφέρω, αν θα το καταφέρω, μα τελικά αυτό θέλω. Να μη με ξέρουνε και να μη τους ξέρω...
Διοικ: Δυστυχώς για σένα νεαρέ, αυτή είναι πολυτέλεια που δεν είναι δυνατόν να την έχει κανείς. Όσο τουλάχιστον ζει ανάμεσά μας. Εκτός...
Ποτ: Εκτός τί, κύριε Διοικητά;
Διοικ: 'Ακουσε να δεις, έχω δυο επιλογές για σένα: ή να σε κλείσω μέσα σαν ύποπτο κι επικίνδυνο ή να σ' αφήσω να φύγεις...
Ποτ: Νομίζω...
Διοικ: Μη βιάζεσαι. Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Αν σ' αφήσω να φύγεις, θα φύγεις μια για πάντα από 'δω πάνω. Έτσι και συ γλιτώνεις από μας κι εμείς από σένα.
Ποτ: Δηλαδή μπορώ να επιστρέψω στον κόσμο των υπονόμων;
Διοικ: Πάνε όπου θέλεις. Πάνε σε μοναστήρι, πάρε τα βουνά, πιάσε τις θάλασσες, μπες στους υπονόμους, σ' άλλους πλανήτες... Αρκεί να μην είσαι μες στα πόδια μας.
Ποτ: Θα γυρίσω πίσω κύριε Διοικητά... Στο σπίτι μου... Πραγματικά μετά από όλα αυτά θέλω να γυρίσω πίσω. Όχι γιατί μ' έπιασε νοσταλγία ξενιτεμένου, αλλά γιατί θέλω να συμπαρασταθώ στους δικούς μου ανθρώπους γι' αυτά που βιώνουνε χωρίς να το θένε, και το πιο σημαντικό, χωρίς να το ξέρουν. Εξάλλου...
Διοικ: Εξάλλου τι;
Ποτ: Κατάλαβα ότι δε μου πάει η αυτού του είδους η μοναξιά. Νομίζω πως η ελευθερία για κάποιον έχει νόημα μόνο αν συμπαραστέκεται στη σκλαβιά των γύρω του.
Διοικ: Λοιπόν σύμφωνοι;
Ποτ: Σας υπόσχομαι να μη με ξαναδείτε ποτέ πια κύριε Διοικητά, ούτε σεις, ούτε κι οι υπόλοιποι εντιμότατοι φίλοι μου.
 
ΕΙΚΟΝΑ 7η
   (Το σπίτι του Ποτίγκα. Ο Ποτίγκας παρακολουθεί τηλεόραση με τη πλάτη γυρισμένη στο κοινό. Είναι η ίδια ακριβώς σκηνή μ' αυτή που ξεκινά το έργο. Μπαίνει η μητέρα του Ποτίγκα κρατώντας ένα δίσκο με γλυκά και χυμούς φρούτων).

Μητ: Χάλια έγινες εκεί πάνω, χάλια... Πώς ήσουν όταν έφυγες και πώς γύρισες; Εσύ παιδάκι μου δεν είναι να λείπεις από το σπίτι σου. Τέλος πάντων... Έλα, σου 'στυψα χυμό πορτοκάλι. Πιές τονε. Φάε και κανένα γλυκό. Τώρα τα 'φτιαξα. Μέχρι να φάμε για μεσημέρι έχουμε ακόμη ώρα...
Ποτ: ...

   (Η Μητέρα του Ποτίγκα αφήνει τον δίσκο και φεύγει από το δωμάτιο. Στη τηλεόραση ακούγεται το σήμα των ειδήσεων. Ο εκφωνητής αναγγέλλει ειδήσεις. Ο Ποτίγκας μένει ακίνητος και παρακολουθεί Μπαίνει η μητέρα του κρατώντας καθαρά ρούχα).

Μητ: Έλα, έλα ν' αλλάξεις. Έτσι σ' είχα 'γω στο σπίτι αυτό; Κάθε μέρα καθαρές αλλαξιές και πλυμένα ρούχα. Τί χάλια ήταν αυτά που γύρισες πίσω; Τί βρωμιά! Δύο μέρες πλένω και σιδερώνω και δε μπορώ να βρω άκρη... Τέλος πάντων. Ελπίζω μ' αυτά που πέρασες εκεί πάνω, να πήρες ένα καλό μάθημα. Να 'βαλες επιτέλους λίγο μυαλό. Ν' άλλαξες...

   (Αφήνει τα ρούχα πάνω στον καναπέ και βγαίνει. Στη τηλεόραση συνεχίζουν οι ειδήσεις. Τώρα η φωνή του εκφωνητή ακούγεται καθαρά).

Εκφ: Και μια τελευταία είδηση για σήμερα: Αργά τα μεσάνυχτα βρέθηκε κρεμασμένος στο κελί του γνωστό περιθωριακό άτομο, που κρατείτο στο αστυνομικό τμήμα της πόλης μας. Η αιτία της αυτοκτονίας του δεν έγινε ακόμα γνωστή...

   (Η τηλεόραση κλείνει απότομα. Στο δωμάτιο επικρατεί ησυχία. Ο Ποτίγκας σηκώνεται αποσβολωμένος και γυρνά προς το κοινό. Δεν είναι όμως ποντικός πλέον. Είναι ένας κανονικός έφηβος. Το πρόσωπό του είναι ανέκφραστο. Από τα μάτια του κυλάνε δάκρυα. Κάθεται στη καρέκλα του τραπεζιού σα χαμένος).

Ποτ: Έχεις δίκιο μάνα... 'Αλλαξα... 'Αλλαξα πολύ....  

   (Σκοτάδι. Τα φώτα ανάβουν σιγά - σιγά. Στη σκηνή εμφανίζονται όλοι οι ήρωες. Στη γενική σκηνή ο καθένας απ' αυτούς κάνει κάτι αυτόνομο, σύμφωνα με την ιδιότητά του. Τραγουδάν όλοι μαζί):

 Ποιός θα κρίνει τους κριτές;
 Ποιός θα δικάσει δικαστές;
 Ποιός στους ανθρώπους το σωστό θα μάθει;
 Αν δε πονέσει και αν δε πάθει…

 Ποιός θα ακούσει τους κακούς;
 Ποιός θα διορθώσει τους καλούς;
 Ποιός στους πολλούς πλεονέκτες θα μάθει;
 Αν δε πονέσει και αν δε πάθει.

 Ποιός θα χορτάσει τους νηστικούς,
 Τραπεζίτες, Εμπόρους, Μηχανικούς;
 Ποιός στους φτωχούς σοφία θα δώσει,
 Αν δε πονέσει κι αν δε ματώσει...

                                                  ΤΕΛΟΣ

                                                       Θεσσαλονίκη '06

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers