-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: - (~1520 ..)

                                  Βιογραφικ

     Ο Ικωβος Τριβλης (Κρκυρα 1490;-1547) καταγταν απ αρχοντικ οικογνεια της Σπρτης, της οποας πολλ μλη κατφυγαν στην Κρκυρα και την Ιταλα, μετ την λωση της Πελοποννσου το 1461. Ο διος υπρξε πλοιοκττης, καπετνιος και μεγαλμπορος και, πως υποδηλνεται στην Ιστορα του Ταγιαπιρα, εχε αντιμετωπσει πολλς φορς τη μστιγα της πειρατεας. Επιπλον, κατ τη διρκεια της ζως του λαβε αρκετ αξιματα (σνδικος του νησιο, αιρετς δικαστς, μλος του Συμβουλου των Ευγενν) και ασχολθηκε ενεργ με τα πνευματικ τεκταινμενα της εποχς του (Ζαρδη 1993, 148-149).

     Τα ως τρα γνωστ στοιχεα για τον Τριβλη, ο οποος γεννθηκε πιθαντατα κατ την τελευταα δεκαετα του 15ου αινα στη Κρκυρα και πθανε εκε το 15475, συνοψζονται στα εξς: Ο λγιος καταγταν απ τη βυζαντιν οικογνεια Τριβλη που εγκαταστθηκε στην Κρκυρα μετ το 1460. Ο πατρας του ονομαζτανε Βενδικτος (Beno) και τα παιδι που απκτησε με τη σζυγο του Μαριτα Αυλωντη ταν ο Beno Βενδικτος, ο Καντνος, ο Δμος (Δημτριος) η Νκη, η Θοδολα (Θεοδρα) κι η Κρκυρα.
     Ο Μπνος Τριβλης εμφανζεται ως επισττης των βιβαρων (ιχθυοτροφεων) του Εμμανουλ Μσχου. Με την ιδιτητα αυτ συνπτει συμφωνητικ με τους συντρφους και ενοικιαστς των συγκεκριμνων βιβαρων Μιχαλ Πζαρο, Γεργιο Αρβανιτκη και Νικλαο Λμπο να του πληρσουν για κθε χιλιδα παραγωγς ψαριο της καλοκαιρινς περιδου 19 δουκτα. Η ιδιτητα του ως επισττη και οικονομικο διευθνοντα (condutore) των βιβαρων αποτελε σαφ απδειξη της γνωριμας του με τον ιδιοκττη και της αναγνρισης του ως πεπειραμνου εμπρου. Στο γγραφο δεν δηλνεται ο τπος των ιχθυοτροφεων του Μσχου, ο οποος, ως γνωστς, δη απ το 1539 εμφανζεται ως ενοικιαστς και συνεπς διαχειριστς αλυκν στο νησ.
     Διαφωτιστικ ως προς τις ασχολες του Μπνου στο νησ την δια εποχ εναι να λλο γγραφο του ΙΑΚ με χρονολογα 1552 (8 Αυγοστου) απ το οποο συνγεται τι ο Μπνος καλλιεργοσε αμπλια και παργε κρασ (ασπροδι κκκινον) που το πουλοσε, ενασχληση χι σχετη μ' αυτν, αφο πως εναι γνωστ ο πατρας του επ σειρ ετν ταν ενοικιαστς του φρου επ της λιανικς πωλσεως του κρασιο στο νησ. Στη σχετικ συμφωνα του παραπνω εγγρφου ο Μπνος πωλε στον εβραο Μωυσ Αυδαλ 150 μτρα κρασ-μοστο προς 32 σπρα το μτρο. Το μτρο ταν μονδα χωρητικτητας ση προς το 1/8 του μοδου.
     Σε γγραφο του ΙΑΚ με χρονολογα 1561, 14 Μαρτου, δηλνεται ο misser Nicolo Trivoli quondam Jacumo10. Το γγραφο αποκαλπτει, χωρς αμφιβολα, την παρξη κι λλου γιου του Ιακβου, γνωστου ως τρα, με το νομα Νικλαος. Η πεποθηση ενισχεται απ το τι ο Νικλαος αυτς συνδεται με τον κσμο της θλασσας και του εμπορου, πως κι ο Ικωβος και σχετζεται με πρσωπα που γνριζε καλ εκενος, αφο εχε συνεργαστε παλιτερα μαζ τους, μλιστα σε παρμοιες εμπορικς υποθσεις.
     Η μαρτυρα της σχσης του Νικολου με πρσωπα γνωστ του Ιακβου ενσω ζοσε, προρχεται απ γγραφο της 4/3/1553. Σμφωνα με αυτ ο μισρ Νικλαος Τριβλης κατθεσε, κενη τη μρα, χρηματικ κεφλαιο (βλησδι), σο προς 26 βενετικ χρυσ τζεκνια στους Δημτριο Γαβρλη και Φργκο Βασιλκο για το ταξδι
τους στη Μεσσνη της Ιταλας με τον ρο να μεταφρουν απ εκε οποιοδποτε εμπρευμα θελσουν.
     Η επιλογ αυτν των προσπων για τη διεκπεραωση της εμπορικς παραγγελας του καθς κι η σιγουρι με την οποα τους εμπιστεεται να τσο σημαντικ, για τα μτρα της εποχς, χρηματικ ποσ, εκτς απ μια φιλικ σχση μπορε επιπλον να σημανει και μια παλαιθεν γνωριμα, μλιστα οικογενειακ, του Νικολου με τους δο ναυτικος. Οι επαφς εξλλου του Νικολου με τη Βενετα, που υπονοον εμπορικς συναλλαγς λλες υποθσεις σ' αυτ το χρο, εξιχνιζονται απ το γγραφο του 1561 που δηλνεται ως γιος του εκλιπντος Ιακβου. Σμφωνα με αυτ ο Νικλαος αναθτει στον Εβραο ραβ Salamon de Cantarino να πει στη Βενετα και να βρει κποιον λλο Εβραο ονματι ραβ Daniel del Arta. Για το σκοπ αυτ του δνει 64 χρυσ σκοδα με την υποχρωση να τον βρει οπωσδποτε. Ποιες ταν οι δοσοληψες του Νικολου με το πρσωπο που αναζητοσε δε γνωρζουμε, η πληροφορα μως αποτελε τεκμριο της σνδεσης του και των επαφν του στην Κρκυρα και τη Βενετα με κσμο που, στη συγκεκριμνη περπτωση, χι μνο χει να κνει με το εμπριο αλλ μετχει ενεργ και δυναμικ σε αυτ.
     Οι δραστηριτητες του Ιακβου Τριβλη στη Κρκυρα απ το 1512 που πρωτοεμφανζεται σε αρχειακς μαρτυρες, ως το 1540, επικεντρνονταν στις αρμοδιτητες που εχε ως ενοικιαστς του φρου επ της λιανικς πωλσεως του κρασιο και ως μλος του Συμβουλου των 15017. Η στιχουργα και γενικ τα λογοτεχνικ του ενδιαφροντα φανεται τι τον απασχολοσαν παρλληλα, αφο στο διστημα αυτ (1523), πως ειπθηκε, τυπθηκε το πρτο του στιχοργημα.
     γνωστες παρμεναν μχρι τρα οι δραστηριτητες του Ιακβου ως πλοιοκττη, καραβοκρη και εμπρου κατ το διστημα αυτ. πως αποδεικνεται απ γγραφα, δη το 1515, νεαρς δηλαδ ακμη, ο Τριβλης, ταν ιδιοκττης και κυβερντης πλοου. Θα ταν κρως ενδιαφρον αν με αυτ το δεδομνο καθς και με κενο τι δηλαδ στο στιχοργημα του «Ιστορα του Ταγιαπρα» εντυπωσιζει για την ακρβεια των αφηγσεων του18, τεκμηριναμε την ποψη τι ο Τριβλης λαβε μρος με το πλοιριο του του στις επιτυχες ναυτικς επιχειρσεις του sopracomito Ιωννη Αντωνου Moro, στις 25 Γενρη1520, κοντ στο Δυρρχιο εναντον της φοστας του Τορκου πειρατ Γεωργου Moro, που λυμαινταν τη περιοχ.
     Με την ιδιτητα του πλοιοκττη απαντ και αργτερα (1536, 1539), στοιχεα που αναμφισβτητα οδηγον στην ποψη τι η σχση του με τον κσμο της θλασσας ταν μεση και πολχρονη. Ββαια, χωρς αμφιβολα, η σχση του αυτ πρπει να αποδοθε στις δραστηριτητες του Τριβλη τσο ως ναυτικο σο κι ως εμπρου. Η συμμετοχ των σκαφν του στο τοπικ εμπορικ ναυτικ και τη ναυσιπλοα ταν δεδομνη για χρνια αφο, πως αποδεικνουν τα γγραφα, συνβαλλαν στο διαμετακομιστικ εμπριο, φυσικ με λους τους κινδνους που εγκυμονοσε η πειρατεα. Τα πλοιρια του Τριβλη, πως κι εκενα των λλων κερκυραων ναυτικν, μσω των γειτονικν λιμανιν πλεαν με προορισμ την Ιταλα και κυρως τη Βενετα μεταφροντας φορτα διφορων εμπορευμτων. Απ εκε επστρεφαν με λλα εμπορεματα, τα οποα διατθονταν στην αγορ του τπου κι ξω απ αυτν μια που το νησ αποτελοσε σημαντικ εμπορικ σταθμ για τη Γαληντατη. Οι δραστηριτητες αυτο του εδους, πως εναι φυσικ, προπθεταν μια υποδομ (γνωριμες κ.λπ.) στη Βενετα κι ενδεχομνως αλλο, γι' αυτ οι αναθσεις για τη ρθμιση εμπορικν υποθσεων σε κομισριους εκε απ τον Τριβλη εναι σπνιες στα γγραφα αλλ ρητς. Ανμεσα στις ενασχολσεις λοιπν του στιχουργο κατ τα διαστματα των παραμονν του στη Βενετα πρπει να προστεθον κι αυτς του πλοιοκττη-καπετνιου κι εμπρου.
     Ο Ικωβος Τριβλης ταξδεψε για λγο διστημα το 1540 στη Βενετα και για μεγαλτερο το 1543-1544. Μνεα της παρουσας του στη Βενετα το 1544 (25 Ιανουαρου) κνει και το ανκδοτο νοταριακ γγραφο του ΙΑΚ, σμφωνα με το οποο ο Ικωβος, επειδ βρισκταν στη Βενετα, εχε οριστε (23 Φλεβρη 1543) μαζ με το Nikolo Barbato κομισριος του συμπατριτη τους Ικωβου Καλθετου. Με αυτν αντικαθσταται απ τον ενδιαφερμενο, προφανς λγω της επικεμενης επιστροφς του στο νησ, και κομισριος ορζεται ο Αλξιος Κουρκουμλης πως συνγεται απ τις νοταριακς κι λλες μαρτυρες οι ασχολες του εκε αφοροσαν στη λση και τη διευθτηση διφορων προσωπικν του υποθσεων. Παρλληλα δροσε με την ιδιτητα του συνδκου της Ελληνικς Αδελφτητας και αναμειγνυτανε στα «πνευματικ» πργματα του καιρο του, γεγονς που φανεται απ τις διασυνδσεις του με διακεκριμνες προσωπικτητες της εποχς, αλλ κυρως απ το ποιητικ του ργο.
     Το υπλοιπο διστημα της ζως του στην Κρκυρα (1545-1547) ο Τριβλης δραστηριοποιεται στα πλασια της κερκυρακς κοιντητας. Η πιο ενδιαφρουσα δραστηριτητα, που η ρευνα μας αποκαλπτει, εναι εκενη του ενιαυσου δικαστ. Ενδιαφρον παρουσιζουνε κποια γγραφα που δεχνουνε κομμτια της ζως του και παρακτω θα αναφερθον επιγραμματικ.
     Το 1ο απ αυτ φρει χρονολογα 1515 (22 Μη). Ο Ικωβος Τριβλης δηλνεται σε αυτ ιδιοκττης πλοιαρου, το οποο ναυλνει στο Βενετ Αληβζη Τζνη, κομισριο του Γερλυμου Τντου, με τη συμφωνα να φορτσει βελανδι στη Λευκδα και να το μεταφρει στη Βενετα, που θα το ξεφορτσει και θα το παραδσει στον προαναφερθντα Γερλυμο. Το ενδιαφρον του εγγρφου γκειται στο τι αφ' ενς πιστοποιε, για πρτη φορ, την ιδιτητα του Ιακβου ως πλοιοκττη-καπετνιου και τις δραστηριτητες του ως μεταπρτη κι αφ' ετρου τι καταγρφει χι μνο τη τακτικ του ναυλματος ενς πλοου, αλλ και τα κρδη καθς και τα ξοδα του ιδιοκττη κατ το ναλο.
     Το 2ο φρει χρονολογα 1523 (14 Γενρη). Ο Τριβλης παρουσιζεται ως αγοραστς ενς χωραφιο που βρσκεται στο Μανοοκι και του οποου ιδιοκττρια και πωλτρια εναι η Καλολα Λιβδη. Εναι τυπικ πωλητριο γγραφο της εποχς, το πρτο ωστσο ως σμερα που καταγρφεται ττοιου εδους επνδυση του Τριβλη στο νησ. Το 3ο με χρονολογα 1523 (30 Απρλη) αποτελε πιστοποηση της πεθερς του Τριβλη Καλολας χρας του Μιχλη Αυλωντη για το προικοσμφωνο της κρης της Μαργιτας, που ‘χε συνταχθε απ το νοτριο Παλο Αυλωντη παρουσα πληρεξοσιου του Ιακβου, Αντωνου Μπελντα. Το ενδιαφρον βρσκεται στην ημερομηνα του γμου του, στοιχεο γνωστο ως σμερα.
     Στο 4ο γγραφο με χρονολογα 1529 (15 Φλεβρη) ο Τριβλης εμφανζεται και πλι ως αγοραστς, αυτ τη φορ ενς αμπελιο στη περιοχ του Καταντζρου της Κρκυρας. Η εξφληση του τιμματος ταυτχρονα με το πωλητριο, αλλ κι η πληροφορα που αντλεται σχετικ με το τι ο στιχουργς ταν ιδιοκττης ενς λλου μορου χωραφιο, επαληθεουν τις ως τρα μαρτυρες για τη καλ του οικονομικ κατσταση, τουλχιστον πριν το 1537, οπτε οι εμπορικς και γενικ οι οικονομικς του δραστηριτητες υπστησαν μεγλη κμψη εξ αιτας της γενικτερης οικονομικς κρσης που μστιζε τον τπο και ταν απρροια της καταστρεπτικς πολιορκας της Κρκυρας απ τον Χαρεντν Βαρβαρσα. Το 5ο κατ σειρν γγραφο χρονολογεται το 1529 (17 Μρτη) κι ο Τριβλης δηλνεται σε αυτ μαζ με τον Τζουννη Χαλικιπουλο ως διαιτητς σε διαφορ μεταξ του Νικολου Κατζνα απ τη μια και των Μπατστα Μαρκτο και Τζουννη Λιπουλο απ την λλη για να μαγαζ. Το γγραφο αποτελε τυπικ γγραφο αστικς διαιτησας με το οποο, για λλη μια φορ, τεκμηρινεται η ποψη τι ο Τριβλης απολμβανε τη γενικ εκτμηση κι αναγνριση των συμπολιτν του. Οι δο κριτς επιλουν τη διαφορ ακριβοδκαια, αφο η απφαση τους γνεται δεκτ με ικανοποηση απ τα δο μρη, πως πληροφορον στο τλος του εγγρφου οι νορκες μαρτυρες των δο απ τους τρεις αντιδκους.
     Αγοραστς και πλι εμφανζεται ο Τριβλης στο 6ο της σειρς αυτς γγραφο που χρονολογεται το 1529 (19 Μη). Η αγορ αφορ μικρ κομμτι γης που ανκε στη μον του Ταξιρχη Μιχαλ στη Κρκυρα. Η πληση γνεται απ τον διαχειριστ της μονς ιερα Σταμτιο Παπαστεφαντο, απ την αδελφ του οποου, παλιτερα, ο στιχουργς εχε αγορσει κτμα με σπτι δπλα στην αγορασθεσα γη. Συνχεια του παρακτω εγγρφου αποτελε το γγραφο του 1529 (19 Μαου). Σμφωνα με αυτ ο Ικωβος, αλλζοντας προφανς σχδια, μεταβιβζει αυθημερν τη γη που αγρασε καθς και το μορο κτμα του στο μστρο Φργκο Γοργ.Ως διαιτητς εμφανζεται πλι ο Ικωβος στο 7ο γγραφο που χρονολογεται το 1536 (3 Οκτβρη). Μαζ με τον Θεοχρη Κοντοπετρ ορστηκαν απ τον ιερα Ιωννη Στεφνου και τον πεθερ του Ιωννη Πθο για τη πραγματογνωμοσνη της προκας της Μαριτας κρης του Πθου και μνηστς του ιερα Στεφνου. Διαφωτιστικ προς τη κατεθυνση των ενασχολσεων του στιχουργο στερα απ το 1537 εναι το 8ο γγραφο με χρονολογα 1539 (25 Αυγοστου). Ο Τριβλης προσπαθντας να ανακμψει οικονομικ επενδει ευρτερα για την διεκπεραωση των εμπορικν του συναλλαγν. Αγορζει το μερδιο, σο προς 1/4, σε πλοο που χει ο Γεργιος Μαυροκφαλος εξ ημισεας με τον Κωνσταντ Κακοψφο. Λγες μρες αργτερα, στις 15 Σεπτμβρη 1539, αλλζοντας σχδια βλποντας συμφρουσα τη τιμ πλησης, αγορζει λο το μερδιο του Μαυροκφαλου, δηλαδ το μισ πλοο με ολκληρο τον εξαρτισμ που του αναλογε.
     Η τελευταα πληροφορα, που τεκμηρινει πιστεω τη παραπνω ποψη, τι ο Τριβλης ταν ιδιοκττης πλοιαρου (ξλου) πριν το 1537, εκτς απ τη σχετικ μαρτυρα του πρτου εδ εγγρφου, μαρτυρεται και απ να λλο της σειρς των οκτ. Πρκειται για το γγραφο του τους 1536 (21 Απρλη). Σμφωνα με αυτ ο Ικωβος ζητει 125 σπρα, που του οφελει κποιος Δημτριος της Θδως, για το ναλο του πλοου του. Εκενος, επειδ δεν χει να του δσει μετρητ, υπσχεται να ξεπληρσει το χρος του με το λδι της επμενης σοδεις που θα βγλει απ τα κτματα του στο Καρδκι. Η αγορ του μισο πλοου του Μαυροκφαλου απ τον Τριβλη δικαιολογημνα δημιουργε υπνοια πως το προηγομενο πλοιριο του εχε χαθε, πως και τ’ λλα περιουσιακ του στοιχεα, κατ την ολιγομερη αλλ καταστρεπτικ τουρκικ επιδρομ του 1537. Ωστσο η συγκεκριμνη αγορ δεν αποκλεεται να αποτελοσε μια επιπλον επνδυση σ' αυτ τον τομα, στα πλασια της προσπθειας του να ανακμψει οικονομικ.
     Θα μποροσε να ευσταθε μια ττοια σκψη, αφο λγους μνες αργτερα, σ’ γγραφο της 1ης Δεκμβρη 1539, ο Τριβλης φρεται ως καραβοκρης και μτοχος κατ τα 3/4 σε πλοο που χει με τον Κωνσταντνο Κμη. Δε γνωρζουμε αν πρκειται για μα, εν τω μεταξ, αλλαγ της εταιρεας, στην ουσα δηλαδ για το διο πλοο. πως και να ‘χει πντως, εκενο που συνγεται απ τα παραπνω στοιχεα εναι τι ο Τριβλης συνχιζε να ταξιδεει ο διος ως πλοαρχος στις γειτονικς θλασσες μεταφροντας διφορα εμπορεματα παρ' λους τους κινδνους που αντιμετπιζαν οι ναυτικο απ τις συναντσεις με τα κουρσρικα, τουρκικ κυρως αυτ την εποχ, πλοα. Γι' αυτ δε θα ‘ταν υπερβολικ να χαρακτηρζαμε τον Τριβλη ως δραστριο και ριψοκνδυνο ναυτικ. Επιπλον γνεται σαφς απ το παραπνω γγραφο τι ο κερκυραος στιχουργς προσπθησε να βγει απ το οικονομικ του αδιξοδο και να ορθοποδσει εισδοντας με ζλο στο μεταπρατικ εμπριο. Εκενο πλι που επαληθεεται εναι τι ο Τριβλης, λγω της επαγγελματικς του ιδιτητας, γνριζε ανθρπους της θλασσας και σχετιζτανε μ' αυτος.
     Το 9ο γγραφο χρονολογεται το 1541 (2 Ιουλου) κι ο Τριβλης εμφανζεται σ' αυτ, μαζ με τον Τζουννη Καπλο, με την ιδιτητα του ενιαυσου δικαστ (giudice annale) της κερκυρακς κοιντητας. Για πρτη φορ γνεται λγος για την σκηση του αντατου αυτο τοπικο αξιματος απ τον στιχουργ. Στο γγραφο αναφρονται διακεκριμνα πρσωπα του κερκυρακο αρχοντολογιο, αφο η υπθεση που καλονται να κρνουν οι 2 δικαστς αφορ την κληρονομι της εκλιποσης αρχντισσας Ελνης Σουβλκη, την οποα διαχειρζεται ο σζυγος της κι απ την οποα απαιτον μερδιο οι αδελφς της κι λλοι συγγενες. Το ενδιαφρον του εγγρφου, εκτς απ την αδιαμφισβτητη μαρτυρα τι ο Τριβλης ταν αιρετς δικαστς τη χρονι αυτ, γκειται στο γεγονς τι παρουσιζονται πρσωπα της τξης των ευγενν του νησιο, εκ των οποων τα περισστερα αγνοοσαμε ως τρα, και τα οποα συνδονται μεταξ τους με συγγενικος δεσμος λγω επιγαμιν, πργμα χι ββαια πρωτοφανς για τη τξη που μιλμε. Επιπλον το περιεχμενο του εγγρφου καθσταται ενδιαφρον απ ενδυματολογικ ποψη, αφο περιχονται σ' αυτ στοιχεα για ενδματα και λλα ροχα της εποχς που χι μνο καταγρφονται, αλλ και δνεται η αξα τους.
     Με την ιδιτητα του ενιαυσου δικαστ εμφανζεται πλι λγους μνες αργτερα, στις 25 Αυγοστου 1545. Η υπθεση που καλεται να εκδικσει εναι η αντιδικα μεταξ του παπ Μρκου Φρονμου και του Φργκου Σπουργιτ για να σπτι που αγρασε ο δετερος απ τη θεα του πρτου, ονματι Κιρα. Στο 10ο και τελευταο γγραφο ο Τριβλης εμφανζεται και πλι με την δια ιδιτητα, αλλ δεν την ασκε* εναι ο διος διδικος. Το γγραφο χει χρονολογα 1545 (1 Δεκεμβρου). Η αντδικη πλευρ εναι ο Αντνιος Μαρμαρς, ως πληρεξοσιος της πεθερς του Μαρας Ρικισιτισας, και το αντικεμενο της αντθεσης τους ο τοχος του σπιτιο της Μαρας που ακομπησε στον τοχο σπιτιο του Τριβλη. Υπθεση ιδιωτικο δικαου που αντανακλ μικροπροβλματα καθημερινς φσης και την αντιμετπιση τους. Σμφωνα μ' αυτ οι δο τεχντες στους οποους εχε ανατεθε να γνωματεσουν για το μγεθος της βλβης που προκαλεται απ την επαφ των δο τοχων (πιθανς βλβη στατικ απ ρο ομβρων υδτων), δηλνουν τι στις 30 Δεκεμβρου 1545 καναν αυτοψα κι εκτμησαν τι ο τοχος της αντιδκου δημιουργε πργματι πρβλημα στην οικοδομ του Τριβλη, γι ' αυτ πρπει να του πληρσει τον τοχο σμφωνα με την προηγομενη συμφωνα τους.
     Παρμοιο περιεχμενο, που δεχνει γενικτερα την πρακτικ του Τριβλη στην αντιμετπιση των περιουσιακν του θεμτων και συγκεκριμνα των σπιτιν του, απαντ και στο 11ο γγραφο της σειρς με χρονολογα 1 Φλεβρη 1541. Το γγραφο αναφρεται σε συμβιβαστικ λση, στερα απ διαμχη, που προκυψε μεταξ του Τριβλη και της χρας του Ανδρα Βραχλιτη, για να κοιν αυλκι ομβρων υδτων και την προεξοχ της στγης ( σκλας;) (πντζος) που χριζαν τα σπτια τους. Θα ταν ενδιαφρον στην περπτωση αυτ να γνωρζαμε, αν ββαια υπρχαν, τους επσημους ρους δμησης που επικρατοσανε στη Κρκυρα την εποχ της Βενετοκρατας. Εκενο πντως που διαπιστνει κανες διαβζοντας το προηγομενο, γγραφο, εναι τι τα σπτια στο νησ συνηθζονταν να κτζονται σε μικρ απσταση μεταξ τους, στε να υπρχει ελεθερη απορρο των ομβρων υδτων για να μη βλπτονται οι τοχοι τους, που ταν προφανς κατασκευασμνοι απ οπτπλινθους κι ασθεν κονιματα, ρα περισστερο ευπρσβλητοι απ την υγρασα.
     Αξζει τον κπο να παραθσω ν εξ αυτν, χαρακτηριστικ και προτιμ εκενο που αφορ στο προικοσμφωνο του γμου του.


     Φανεται τι απκτησε αρκετ δημοτικτητα στην εποχ του ως ποιητς, αφο o κερκυραος λγιος και συγγραφας Νικλαος Σοφιανς, δραστριος αντιγραφας χειρογρφων και πρωτοπρος στην ιστορα της ελληνικς τυπογραφας, τον αποκαλε «ιλαρτατον και χαριστατον ποιητν» (Legrand 1869, 9)· και αν υπρχουν λγοι να αμφιβλλει κανες για την αμεροληψα της προηγομενης κρσης, δεδομνου τι ο Τριβλης ανκε στον κκλο του Σοφιανο, αρκε στο σημεο αυτ να υπενθυμσουμε πως και τα δο του (γνωστ) ργα, που δεν σθηκαν σε χειργραφη μορφ, τυπθηκαν στη Βενετα κι ανατυπθηκαν αρκετς φορς (Αλιγιζκη 2007, 2192).

-------------------------

     Η Ιστορα του Ταγιαπιρα εναι να εγκωμιαστικ και θριαμβευτικ ποημα, γραμμνο απ τον Κερκυραο Ικωβο Τριβλη για τη νκη του νααρχου Ταγιαπιρα (Giovanni Antonio Tagliapietra) επ των πειρατν, στη θαλσσια περιοχ μεταξ της Κρκυρας και των αλβανικν ακτν τον Ιανουριο του 1520. Με τη πτση του βυζαντινο κρτους αυξνονταν συνεχς οι κνδυνοι και η ανασφλεια στην περιοχ, κτι που δυσχραινε και καθιστοσε αδνατο το εμπριο και τη ναυτιλα. Με τις κατακτσεις των Οθωμανν αυξθηκαν οι δυσκολες για την Κρκυρα, η οποα επιδιδταν σε εμπριο αλατιο στις αλβανικς και τις δαλματικς ακτς. Παρ’ λες τις συμφωνες μεταξ της Βενετας και της οθωμανικς αυτοκρατορας, οι πειρατς συνχιζαν τις καταστροφικς τους επιδρομς και λεηλασες, με αποτλεσμα ο στλος της Βενετας να αναλβει την αστυνμευση του Ιονου (Irmscher 1956, 16-17).
     Ως προς το περιστατικ που περιγρφεται στο ποημα, μπορομε να το σκιαγραφσουμε ως εξς: τη νχτα της 25ης Ιανουαρου 1520 να πειρατικ πλοο, που βρσκεται υπ τις διαταγς του διαβητου πειρατ Moro, συναντιται στην περιοχ του Δυρραχου με μια βενετσινικη γαλρα με νααρχο τον Giovanni Antonio Tagliapietra. Σημαντικς πληροφορες για το συγκεκριμνο περιστατικ περιχονται στο ρθρο του Pesenti «Breve nota sull’ episodio di Tagliapietra narrato da G. Trivolis», που παρατθενται αδημοσευτα στοιχεα που πηγζουν απ δο προσωπικς επιστολς του βενετο νααρχου προς τον αδελφ του (Pesenti 1925, 322-332).
     O Ταγιαπιρα, επιστρφοντας απ τις χρες της Ανατολς, συνντησε στα παρλια της Αλβανας να κατεστραμμνο πλοο. τσι, μαθε τι στην περιοχ βρισκταν ο κουρσρος Moro και κατευθνθηκε προς το Δυρρχιο προκειμνου να τον αντιμετωπσει. Η ναυμαχα ταν σκληρ και αιματηρ: αποκεφαλστηκε ο Boutala-Rais, εν ο Ταγιαπιρα διταξε τους μισθοφρους του να στοχεουν στα κεφλια, τα πδια και τα χρια. Μλιστα, οι Οθωμανο, προκειμνου να σωθον, σκαρφλωναν στα πανι και ττε οι Βενετσινοι ρχισαν να σημαδεουν τα σχοινι και τα κατρτια. Με τις κατλληλες στρατηγικς κινσεις ο Ταγιαπιρα κατφερε να εγκλωβσει τους εχθρος του στην πλρη, που και δωσε το τελικ χτπημα. Η νκη ταν τσο σημαντικ για τη Βενετα, που απνειμε τιμς και χρηματικς αμοιβς στον βενετ νααρχο (Pesenti 1925, 322-332).
     Ο ποιητς, επηρεασμνος σως απ το πνεμα της ρητορικς τχνης και της δικηγορας, αποδδει υπερβολικος και στομφδεις επανους στον βενετ νααρχο. μως, πσω απ το ποημα διαφανεται η συνεδηση της απελευθρωσης απ ναν υπαρκτ και σοβαρ κνδυνο ο οποος ταλνιζε για χρνια το νησ, τη ναυτιλα και συνεπς την οικονομικ του ευρωστα. Ο Ταγιαπιρα φανεται πως εμφανστηκε την κατλληλη στιγμ και κατατρπωσε τους πειρατς, αφο τους παρσυρε στην ανοιχτ θλασσα. Ο Τριβλης στο ποημ του δεν αναφρει τον τπο του περιστατικο, απλς δραματοποιε τη ναυμαχα, μεγαλοποιε τις συνπειες της επθεσης των πειρατν και, απ λο το περιστατικ, περιγρφει εκενο το επεισδιο κατ το οποο οι μισθοφροι ανακτον τον λεγχο και επικρατον, σκορπντας τον πανικ και τον λεθρο στους αντιπλους (Irmscher 1956, 18).
     Το ποημα εκτενεται σε 313 τροχακος, κυρως, 8σλλαβους ομοιοκατληκτους στχους κι εκδθηκε 1η φορ στη Βενετα το 1528. Ο Legrand (1869, 8), στον πρλογο της πρτης σγχρονης κδοσης του ποιματος, αναφρει -λανθασμνα- πως πρκειται για τον 1ο λληνα ποιητ που χρησιμοποιε την ομοιοκαταληξα. Παρλο που η μορφικ αυτ καινοτομα δεν οφελεται στον Τριβλη, ο Κερκυραος εναι νας απ τους 1ους -κι ελχιστους εκενη την εποχ- ποιητς που δεν κατγονται απ τη Κρτη αλλ γρφουνε σε ριμαρισμνους στχους και μλιστα για να εξρουν τα ηρωικ κατορθματα ενς σγχρονο τους. Ββαια, στο διο πνεμα κι υιοθετντας την ομοιοκαταληξα, κινεται και το ποημα του Τζνε Κορωναου (Ζκυνθος τλη 15ου-αρχς 16ου αι.) Μποα τα Ανδραγαθματα, γραμμνο, πως μαρτυρε το αυτγραφο χειργραφ του, το 1519 στη Βενετα, δηλαδ χρονικ πολ κοντ στο στιχοργημα του Τριβλη. Ωστσο, το τελευταο, παρ την λλειψη αφηγηματικς ρος (Vitti 2003, 54), τη φτωχ σε αποτελσματα ομοιοκαταληξα, και τον στρυφν σε γενικς γραμμς οκτασλλαβο στχο του, γνρισε μεγαλτερη προβολ, καθς εναι γραμμνο σε γλσσα δημοτικ, πως και το δετερο ργο του κερκυραου ποιητ, Η ιστορα του ρε της Σκτζιας με την ργισσα της Εγγλιτρας, που τυπθηκε το 1543 στη Βενετα και βασζεται σε μια ιστορα απ το Δεκαμερο του Βοκκιου.
     Δεν θα ταν στοχο να υπογραμμσουμε τι η αξιοσημεωτη εκδοτικ επιτυχα κι αυτς της μετφρασης/διασκευς -μας εναι γνωστς 15 ανατυπσεις του ργου (Vitti 2003, 59)- οφελεται τσο στη συνεπ χρση ενς αμιγς λακο φους σο και στη πλρη πια συμμρφωση του ποιητ με τις αισθητικς επιταγς του καιρο του, δηλαδ τον ομοιοκατληκτο 15σλλαβο στχο, ο οποος, σε σγκριση με τον 8σλλαβο του μνου προς τον Ταγιαπιρα, αποφρει «αποτελσματα πολ πιο θετικ» (Vitti 2003, 59). Προκπτει, λοιπν, τι ο Τριβλης ταν ανυποχρητος υπρμαχος της δημοτικς γλσσας, κτι που δηλνει και στο τλος του ποιματος που εξετζουμε:

εγεννθη η ρμα λη,
Κι ει τινς ουδν αρσει,
λλη ας κμη κι’ ας παινση
. (στ. 302-304)


     Η χρση της δημοτικς, αναμφισβτητα, προσδδει ζωντνια και παραστατικτητα στο κατ τ’ λλα αδναμο κεμενο, φανερνοντας τις προωθημνες απψεις του δημιουργο του σχετικ με το ζτημα της γλσσας. Ο Henri Tonnet (2001, 31) τονζει ιδιατερα το στοιχεο της προφορικτητας που χαρακτηρζει, λλωστε, πολλ ελληνικ ποιματα γραμμνα σε δημδη γλσσα και θεωρε το ποημα «ιστορικ αφγημα».
     Ακμη κι ο Legrand, ο οποος στον πρλογο της πρτης σγχρονης κδοσης του ποιματος και πλι εμφανζεται πολ αυστηρς στις κρσεις του, εκτιμντας πως το συγκεκριμνο ποημα εναι τεχνο και στερημνο κθε ποιητικο πνεματος, χωρς οτε μια «χαρεσσα» εικνα κποια λξη «υψηλ», δεν παραβλπει την ευρτερη φιλολογικ αξα του και το θεωρε ως να αξιοπερεργο «μνημεο» της ελληνικς γλσσας και, σε κθε περπτωση, να απ τα πρτα ομοιοκατληκτα ποιματα που βγκαν απ τα βενετικ τυπογραφεα (Legrand 1869, 7-8).



     Το ποημα για τον Ταγιαπιρα χει εκδοθε απ τον γλλο νεοελληνιστ και βιβλιογρφο Émile Legrand, στη μνημειδη σειρ Collection de monuments, δο φορς: αρχικ το 1869 στην Αθνα και ξαν το 1875 στο Παρσι, με σχλια και γαλλικ (πεζ) μετφραση. Αρκετς δεκαετες αργτερα το κεμενο εξδωσε, μεταφρασμνο και σχολιασμνο στα γερμανικ, ο J. Irmscher το 1956 στο Βερολνο, σε μια κδοση που περιλαμβνει και το δετερο γνωστ ργο του Τριβλη, τη σκαμπρζικη και νοβελιστικ διγηση για τον βασιλι της Σκωτας και την αγγλδα βασλισσα. Για τα αποσπσματα που ανθολογονται εδ, χρησιμοποιθηκε η 1η κδοση του Legrand (1869), απαλλσσοντας παρλληλα τον μη ειδικ αναγνστη απ το φρτο των εξειδικευμνων πληροφοριν που θα περιεχε να κριτικ υπμνημα σαν κι αυτ που ο γλλος εκδτης ενσωμτωσε μνο στην αναθεωρημνη παρουσαση του ποιματος το 1875, ταν πια εχε στη διθεσ του και τη 1η βενετικ κδοση (1528).

                      Η Ιστορα Του Ταγιαπιρα

     Το ποημα δημιουργθηκε για να τιμσει τη γενναιτητα του Βενετο Giovani Antonio Tagliapietra, ο οποος το 1520 προσττευσε τη Κρκυρα απ πειρατικ επθεση. Εδ ο ποιητς επαινε τις πολεμικς ικαντητες του τριραρχου του βενετικο ναυτικο και στη συνχεια παρουσιζει τα γεγοντα που δωσαν την αφορμ για τη ναυμαχα (στ. 1-94).

Ὦ Χριστὲ καὶ ποιητ μου,
Ὁπωδῶσες τὴν ζω μου,
Χρισα μου καὶ τὴν χρι
Νὰ παινσω τὸ λειοντρι,
Τὸν εὐγενῆ καὶ ἀνδρειωμνον.
Φρνιμον καὶ παινεμνον,
Τοῦ κονσγιου διαλεμνον,
Σοπρακμιν ἀξιωμνον
Πὤχει τὴν ψυχὴν ὡς πρδος,
Καὶ τοῦ πρπει ἕνας στεντρδος
Ὡς γιὰ τὴν ἀποκοτα
Καὶ τὴν πρθυμον καρδα,

Πὤχει μσα στὸ κορμ του
Δὲν στιμρει τὴν ζω του.
Οὐδὲ χρζει αὐτὸς λουμπρδαις
Τορκους μὲ ἀνακαρδες.
Δὲν ψηφει ταὶς σαταις,
Σὰν ὁ φορναρης ταὶς πτταις,
Ἀλλὰ οὐδὲ τα σκουτρια,
Μουσουλμνων τὰ κοντρια.
Μνον μσα ὡς φαλκνι
Καὶ τοὺς Τορκους θανατνει.
Ὅποιον σσει τὸ σπαθ του
Νὰ τοῦ πρνῃ τὴν ζω του.
Ποος τὸν εἶδε νὰ πολεμῇ
Καὶ νὰ μὴ τὸν ἐπαινῇ;
Μὲ τὸ εὐγενικὸν τὸ ἦθος
Καὶ μὲ τὸ πλατὺ τὸ στῆθος,
Τὸ πρσωπο τ’ ἀγγελικὸ
Τὸ ἔμορφο, τὸ ρωτικ;
Μνγω σας τὴν Παναγα,
Χριστιανῶν τὴν μεσιτεα,
Καὶ τὸν ἅγιον Νικλα,
Πὦνε βοηθὸς εἰς ὅλα·
Καὶ Σπυρδωνα τὸν μγαν.
Καθὼς ἤκουσα πὡλγαν
Κλλιος ἔν’ παρ’ Ἀχιλλεας
Καὶ ὁ ἀνδρειωμνος Αἴας.
Τ ὁ Ἕκτωρ τῆς Τρωδος,
Ἢ ἐκεῖνος ὁ Ῥενλδος;
Τ Ὀρλνδος ἄκουσμνος,
Ποῦ ’τον ’ξ ὅλους διαλεμνος;
Καῖ ὁ νοῦς μου ὅλος τρομσει,
Ποῦ νὰ τνε σοὺσουμισῃ.
Γιὰ τὴν σημερνὴν ἡμρα
Σὰν αὐτὸν τὸν Ταγιαπιρα
Ποος μπορεὶ νὰ πολεμσῃ
Τσους Τορκους ν’ ἀφανσῃ.
Καὶ ὁπου ’σαν εὐγαλμνοι
Ξὲ δυὸ κστρη διαλεμνοι;
Διακσιους Μουσουλμνους,
Σὰν ἐκενους Καραμνους,
Νὰ τοὺς κψῃ γιὰ μαν ὥρα,
Νὰ τοὺς πψῃ στὴν κακὴ ὥρα.
Ἔξω τὴν Ἀρβανιτα,
Κι ἦτον ἄνεμος, εὐδα,
Κι ἔρχοτον ’κ τὴν Σκλαβουνα
Γιὰ τῆς ἀφεντεας τὴν χρεα,
Βρσκει ξλο κουρσεμνο,
Τὸ κατρτι του παρμνο,

Πῆρν του Κι ἕνα παιδκι
Ἐδ’ ἐκεῖ στὸ καβολκι
Καὶ ῥωτει τὸν θλιμμνον∙
Τς τὸν ἔχει κουρσευμνον;
Λγει του ὁ Μρος ἀσεβὴς
Κι εἰς τὴ Δουρτσο νὰ τὸν βρῇς.
Ττε στὸ Δουρτσο πει
Καὶ γιὰ τὸ παιδὶ ῤωτει
Καὶ ὡς τὸν εἶδαν ἐκ τὴν χρα
Ὅλοι εἰς μο αὐτὴν τὴν ὥρα
Ἄρπαξαν τὰ ἄρματ τους,
Καὶ τὸν Μρον συντροφι τους.
Καὶ ἀπὸ τὴν πολλ τους βα,
Τὴν μεγλην βιγωρα,
Ξυπλητοι οἱ ὠργισμνοι
Ἐσεβαῖναν οἱ καμνοι.
Ὡς καὶ ἕνας Μπαρζακνος
Μρος, ποῦ ’τονε Σουρινος
Πῆγε μ’ ὅλη του τὴν γνῶσιν
Κατεργρους ν’ ἀγορσῃ.
Λγει ὁ Μρος∙ ἂν τοὺς πισω
Ὅλους θλω νὰ τοὺς κρεμσω,
Ὡς γιατὶ ὁ Μεεμτης
Γιὰ Χριστιανοὺς μᾶς γρφει ἐδ’ ἔτις,
Εἴ τις σκοτσει Χριστιανὸν
Τὸν ἔχει φλον ἐμπιστινν.
Καὶ ἂν ἑμᾶς σκοτσουν πλι
Γινομσθ’ ἅγιοι μεγλοι.
Καὶ γιὰ ταῦτο ἂς ἀνδρευθοῦμε
Ἀπνω τους νὰ βρεθοῦμε
Χωρὶς πλεμον καὶ σπαθὶ
Ὁ καθες τους νὰ χαθῇ.
Ἔχω χιλους πνιμνους
Καὶ μυρους σκοτωμνους.

     Αφο ο ποιητς πλεξε το εγκμιο του Ταγιαπιρα και δωσε το στγμα των γεγοντων που οδγησαν στη συμπλοκ, στο ακλουθο απσπασμα περιγρφει με ιδιατερη θεατρικτητα τη ναυμαχα (στ. 95-200).

Νὰ σᾶς ’πῶ καὶ ἄλλο πλι
Ὅτι ἡ φοστα ’νε μεγλη.
Ἔνε εἴκοσι δυὸ παγκῶν
Καὶ τ φοβᾶστε τῶν Φραγκῶν;
Καὶ εἰς μα ὅσοι κι’ ἂν ἦσαν
Ὅλοι ἐσαλαβατσαν,
Καὶ ἀσηκῶσαν τὰ σαντσκια,
Καὶ βαροδσαν τὰ τουμπκια.
Καὶ φωνζασι μεγλα,
Λγοντας ἐτοῦτα κι’ ἄλλα:    
«Καρτερεῖτε δὰ, Φραγκκια,
Μὲ τὰ κοντουρα βρακκια.»
Κι ἔδραμαν μὲ βιγωρα
Ὡσν τ’ ἄγρια θηρα.
Καὶ ὁ λων ὡς τοὺς εἶδε       
Μὲ τοὺς ἐδικος του ἐμλειε∙
-« Ὦ Ῥωμαῖο μου ἀνδρειωμνοι,
«Τοῦ πολμου μαθημνοι,
«Σμερον ἂς ἀνδρευθοῦμε,
«Ὅλοι μας νὰ τιμηθοῦμε,      
«Σὰν ἐκμναν οἱ παλαῖοι
«Ἄνδρες οἱ ὠνομασμνοι,
«Ὁποῦ διὰ τὴν τιμ τους
«Δὲν ψηφοῦσαν τὴν ζω τους.
«Δδει μου καὶ ἡ ψυχ μου    
«Ὅτι φοστα ’νε δικ μου.
«Μνον μὲ ἀποκοτα
«Νὰ τοὺς δσωμε γιαμα.
«Πρῶτος εἶμαι ν’ ἀπηδσω
«Τοὺς μισοὺς νὰ ἀφανσω.    
«Νὰ ἰδῆτε τὸν Ταγιαπιρα
«Γιὰ τὴν σημερνὴν ἡμρα
«Πῶς ξερει νὰ πολεμζῃ,
«Καὶ τοὺς Τορκους ν’ ἀφανζῃ.
«Μν’ καὶ σεῖς ὅλοι, ἀδελφο μου,  
«Καὶ συντρφοι ἐδικο μου,
«Κμετε ὡς ἀνδρειωμνοι
«Νὰ βρεθοῦμε κερδεμνοι
«Ὅλοι ἀπὸ μαν γνμη,
«Ἀρχινῶντας ἐκ τὸν κμη.-»
Εἶπαν: «εἰς τὸν ὁρισμ σου
Ν’ ἀποθνωμεν ὀμπρς σου.»
Ττες ἔδειξε τὶ φεγει
Κι εἰς τὸ πλαγος ἐδιβη.
Καὶ ὡς τὸν εἶδαν τὰ Τουρκκια      
Τὶ χαραὶς μὲ τὰ τουμπκια,
Καὶ, καστὶ καοὺρ, φωνζαν,
Καὶ ξοπσω τοῦ χουγιζαν
Καὶ εἰς μα ’ς αὐτοὺς γυρζει
Καὶ τὸν πλεμον ἀρχζει.       
Τς πορεῖ νὰ ἀριθμσῃ
Τὸν πλεμον νὰ μετρσῃ
Πὤκαμεν ὁ Ταγιαπιρας
Τὸ ταχὺ ὥς τῆς ἐσπρας.
Πρῶτον δδει τὴν λουμπρδα
Καὶ τῆς πρνει τὴν μα μπντα ∙
Καὶ εἰς μα τὴν βιστιρα
Καὶ τῆς πρνει τὰ κουπα.
Καὶ οἱ Τορκοι ὡς παλληκρια
Ἐμαλναν μὲ δοξρια,
Λγω καὶ μὲ τὰ σκεπτα
Π’ ἀπερνοῦσαν τὰ ἐλμτα.
Ττες ὁ λωντας ἐβρυχστη
Τοὺς συντρφους του ὠργστη∙
Λγει τος. «Τ καρτερεῖτε;   
Τ στκετε καὶ θωρεῖτε;
Μσα ὅλοι σὰν λειοντρια
Νὰ τοὺς πρω σὰν γομρια.»
Καὶ εἰς μο πρῶτος εἰσεβανει,
Καὶ ἄρχισε νὰ τοὺς σκοτνῃ∙ 
Τὸν ἀδελφὸν τοῦ Μπουταλᾶ
Εἰς μο τῷ χσε τὰ μυαλὰ
Καὶ τὸν Μπουταλὰ Ῥαζη
Μσα εἰς δο τνε θερζει.
Εἶδαν τ’ ἄδικο οἱ κουμπνοι  
Ποῦ κατεργοκρης κμνει.
Πρνουν τσην βιγωρα
Τ’ εἰσεβανουν σὰν θηρα.
Καὶ οἱ Τορκοι ποῦ ’σαν μσα
Ὅλοι ἔφριξαν καὶ ’τρομσα.  
Λγω κενην τὴν ἡμρα
Μηδενεὶς ἐκ τὸν Ταγιαπιρα
Τὶς μπορεῖ νὰ ἀριθμσῃ
Τὸ αἷμα πὤτρεξεν ὡς βρσι,
Καὶ τοῦ πολμου ταὶς σπαθιαὶς       
Ποῦ δὲν ἐγνηκαν ποτς.
Δὲν εἶν’ τοτα μὲ φωτα,
Μὰ χρια μὲ τὰ σπαθα,
Ποῦ τὸ εἶδεν μὲ τὰ μτια
Πῶς τοὺς ἔκαμεν κομμτια.   
Κεφαλαὶς, χρια, καὶ πδια
Νὰ χωρζῃ ἐκ τὰ καρδια.
Ττ’ οἱ Τορκοι ἐτσακιστῆκαν,
Καὶ στὰ ἄρμενα ἐμπῆκαν
Γιὰ νὰ φγουν οἱ καμνοι,  
Λαβωμνοι, σκοτωμνοι.
Κι ἕνας ἀπὸ τοὺς κουμπνους
Π, καὶ κφτει τους τοὺς μντους,
Καὶ τὰ ἄρμενα ἐπσαν
Καὶ τοὺς Τορκους ἐπλακῶσαν      
Κι ἐδ’ ἐκεῖ ἐκατσφαξν τους
Ὅλους, καὶ θαντωσν τους.
Ττες μο τὴν φοστα δνει,
Κι ἐξοπσω τοῦ τὴν σρνει.
Καὶ οἱ Τορκοι πὠκαρτεροῦσαν      
Στὸ Δουρτσο, καὶ θωροῦσαν

     Ο Ταγιαπιρας κατατροπνει τους αντιπλους του μετ απ σφοδρ μχη. Ο ποιητς, για ακμη μια φορ, εξαρει τις ικαντητες και τα κατορθματα του βενετο ναυρχου και προτρπει τις αρχς της Βενετας να τον τιμσουν με ανλογα αξιματα. Παρλληλα, δνει και το χρονικ στγμα των γεγοντων: το τος 1520 (στ. 201-300).

Πῶς τὸ κτεργον νὰ προυν
Στὸ Δουρτσο νὰ τὸ φρουν,
Βλποντας πῶς τὴν ἐπῆρε
Κι ἐκ τὴν πρμνην τὴν ἐσρε,
Ἄρχισαν τὸ β β,
Νἄχουν καὶ τὸ καταλει.
Γι’ αὐτὸ, ἀφνταις Βενετσινοι,
Ποῦ βαστᾶτε τὸ στεφνι
Κι ἦστεν στὴν χριστιανοσνη,
Ζγι στὴν δικαιοσνη,
Ὅλοι σμερον χαρῆτε,
Τὸν θεὸν εὐχαριστεῖτε,
Πὤχετε ττοιο λειοντρι,
Εἰς τὸν κσμον γα καμρι.
Ὦ μεγλη ἡ ἀφεντεα,
Λαμπροττη Βενετα,
Δτε του τιμὴν καὶ πλοτη
Γιὰ τὴν νκην τὴν ἐτοτη.
Π’ αὐτὸς πρπει ν’ ἀρματνῃ,
Ποῦ ’σεβανει σὰν φαλκνι,
Καὶ συντρβει καὶ χαλει
Τορκους ’ς ἕνα ’ς ἄλλο πλ.
Καπετνο δὲ βεντορα
Κμετ τον διὰ τὴν ὥρα,      
Καὶ νὰ ἰδῆτε τ νὰ κμῃ
Τοὺς ἐχθροὺς νὰ ἀποθνῃ.
Καὶ μικρο τε καὶ μεγλοι
Γιὰ νὰ σᾶς τρομξουν ὅλοι.
Ν’ ἀφανσῃ τοὺς κουρσρους,
Τορκους καὶ τοὺς Κατελνους,
Ὁποῦ ὡς μσα στὸ Κασσπη
’Χμαλωτζονται οἱ ἀνθρῶποι.
Θλεις ἀπὸ Μεσσηνζους,
Καὶ γαδρους Καλαβρζους,
Ὥς καὶ ἀπὸ τὴν Χιμρα
Πᾶσα μρα τὴν ἀντρα.
Ἂς ἀφσωμεν Ἀρτινιταις,
Στὴν στερῃὰ τοὺς Ἀρβανταις,
Ἕως τὸ Κοντυλονῆσι
Τς ν’ ἀκοσῃ νὰ μὴν φρσσῃ;
Καὶ τινὰς δὲν συντυχανει
Εἰς ἐκεῖνα τὸ συμβανει.
Ὦ θεργιστοι Καλαβρζοι,
Καὶ ἀνταμ σας οἱ Πουλιζοι,
Ἀμπρουτσνοι καὶ Ἀσκουλνοι,
Καὶ γαδροι Μαρκεζνοι,
Μαζωχθῆτε, προσκυνεῖτε,
Τὸν θεὸν παρακαλεῖτε
Νὰ βοηθῃ τὸ λειοντρι
Ποῦ σᾶς ἔκαμε τὴν χρι
Ποῦ σᾶς ἔγλυσε ἐκ τοῦ Μρου,
Τοῦ ἀνμου τοῦ κουρσρου.
Ὁποῦ τρα ἂν εἶχε γλσει
Ὀξ’ ἐσᾶς δὲν εἶχε ἀφσει.
Καὶ γυνακαις καὶ παιδα
Ἔπερνε στὴν Βαρβαρα
Καὶ ὅσοι εἶστεν στὸν Ἀγκῶνα
Ἤφερ σας στὸν Αὐλῶνα.
Γι’ αὐτὸ ὅλοι μαζωχθῆτε
Καὶ ζωγρφο νὰ εὑρῆτε
Νὰ σᾶς κμῃ μαν εἰκνα
Νὰ τὸ λτε εἰς τὸν αἰῶνα.
Γρφετε καὶ τ’ ὄνομ του
Καὶ τὰ κατορθματ του,
Πῶς εἰς χρνους τοὺς χιλους
Εἴκοσι πεντακοσους,
Ἄν ἔλειπε ὁ Ταγιαπιρας,
Εἶστεν ὅλοι τῆς κακῆς ὥρας,
Εἶστεν ὅλοι ἀποθαμνοι,
Καὶ ὡς σκλβοι πουλημνοι.
Καὶ ἡμεῖς ἐκ τὴν Κερκρα
Γιὰ ταὐτὸν τὸν Ταγιαπιρα
Τὸν θεὸν παρακαλοῦμε∙
Σὲ τιμὴν νὰ τὸν ἰδοῦμε
Ὡς ὀργετ’ ἀπατς του
Καὶ νὰ σπσῃ ὁ ἐχθρς του
Νἄχῃ πντοτε ὑγεα,
Πλοῦτον καὶ εὐημερα.
Νὰ χαρῇ καὶ ν’ ἀφεντψῃ,
Τοὺς ἐχθρος του νὰ παιδψῃ
Καὶ ὁποῦ δὲν τὸν ἐπαινσει,
Κακὸν θνατον νὰ δσῃ.
Καὶ ὁποῦ δὲν τὸν ἀγαπει,
Φγουσα νὰ τνε φῃ.
Κμειν ἤθελα καὶ ἄλλα
Ποῦ τοῦ πρπουσι μεγλα,
Ἀμὴ ὁ νοῦς ἦν συγχισμνος
Στὴν τοᾶναν ἔνε βαλμνος.
Καὶ καλὸ τὸ γρισμ του
Νὰ γενῇ στὸ θλημ του
Μὲ δεκαπντε συλλαβας,
Ποῦ ’νε ἔμορφαις καὶ ἀκριβας.
Ἄλλο τποτε γιὰ τρα
Δὲν γρφω κατὰ τν ὥρα.
Ὁ θεὸς νὰ τοῦ δσῃ χρνους,
Καὶ χλιαις χιλιδες θρνους ∙
Νὰ τὸν ’δῶ καὶ προβεδρο,
Ὡσὰν εἶδα καὶ τὸν Μρο,
Λγω τὸν μισὲρ Μπαστα
Πὦνε δὰ στὴν Βενετα.

     Ο ποιητς ως επλογο δηλνει ευθαρσς και δημσια τη προτμησ του στη καθομιλουμνη γλσσα (στ. 301-313).

-Ἀπὸ μνα τὸν Τριβλη
Ἐγεννθη ἡ ῥμα ὅλη,
Κι εἰ τινὸς οὐδὲν ἀρσει,
Ἄλλη ἂς κμῃ κι’ ἂς παινσῃ.
Ἔγραψα καὶ τπωσ το
Κι εἰσὲ ῥμαν ἔβαλ το,
Νὰ τὸ βλπουν οἱ ἀνδρωμνοι,
Τοῦ πολμου οἱ μαθημνοι,
Καὶ νὰ τυπανουν καὶ αὐτῆνοι.
Οἱ ἀνξευροι μεσχνοι,
Εἰς τὸν πλεμον λειοντρια
Ἄνδρες τε καὶ παλληκρια.
---------------------------------------------

Η Ιστορα του Ρε Της Σκωτας & Της Ργισσας Της Εγγλητρας

Εφνη μου στὸν λογισμὸν νὰ γρψω ἱστοραν,
Ὁπἄκουσα τὶ ἐγνετον κπου στὴν Ἰταλαν.
Ἔμμορφην δὲ καὶ θαυμαστὴν θλετε τὴν ἀκοσει,
Τσον ἐκεῖνοι ποῦ ποθοῦν ὅσα ποῦ δὲν ποθοῦσι·
Νὰ τοὺς ἀρσῃ ὁλουνῶν, νἄχουν καὶ ἀπορα,
Καὶ ὅσοι ἔλθουν στὸν ἔρωτα νὰ βροῦν παρηγορα.
Πρῶτον τὸ πῶς τὸ φυσικὸ τὸν ἄνθρωπον ταυρζει.
'Σ ἐκεῖνα ὅλα τὰ μισᾷ, καὶ τποτε δὲν χρζει.
Δετερον καὶ τῶν γυναικῶν τὰ μηχανματ τους,
Τχναις, καὶ πανουργεματα, καὶ τὰ καμματ τους·
Πῶς πφτουν καὶ συγκλνονται στοῦ ἔρωτος τὴν τξι,
Καὶ ξερουν καὶ σκεπζουνται 'πιτδεια μετὰ πρᾶξι·
Σὰν εἶδα πῶς τὸ ἔκαμε ῥγισσα Ἐγγλητρας,
Ἀπεραζμενον καιρὸν, ἐκενας τὰς ἡμρας·
Καθὼς τὸ θλω ἐξηγηθῆ καὶ πᾶσα εἷς νὰ φρξῃ,
Καὶ νὰ θαυμσῃ, νὰ φριγῇ, ὁμοως ν' ἀπορσῃ·
Τρτον τὸ πῶς ὁ ἄνθρωπος ὅποιαν καὶ ἂν τοῦ ἀρσῃ,
Τσον μεγλη καὶ μικρὴ νὰ μὴν τὸ ἀμελσῃ,
Νὰ τὴν ξεδρμῃ ἄφοβα δχως ἀμφιβολα,
Τ' ὀργεται καὶ πεθυμᾷ νὰ βρῇ ἐν εὐκολᾳ·
Μνον νὰ μὴν τὴν ἐντραπῇ, νὰ τῆς τὸ φανερσῃ,
Βρσκει καὶ τπον καὶ καιρὸν μὲ τατην νὰ ζυγσῃ.

Φανεται ὁ ῥὲ δὲ Σκοτζιᾶς ἐκεῖνος ἀκουσμνος,
Εἶχεν υἱὸν πανμμορφον κι ἤτονε προκομμνος·
Στὰ ἤθη, τὰ εὐγενικὰ ἦταν καὶ αὐτὸς βαλμνος,
Φρνιμος, μεταδοτικὸς, μᾶλλον καὶ ἀνδρειωμνος,
Μακρὺς, πλατὺς, γλυκηθος, ἐμμορφοκαμωμνος·
Ὄξε περσσιαις αὐθεντειαῖς ἤτονε ζητημνος,
Λγω διὰ νὰ παντρευθῇ, νὰ κμνῃ συγγενεα.
Καὶ αὐτὸς ποτὲ δὲν ἤθελε διὰ καμμιὰν αἰτα,
Ποσῶς ποτὲ δὲν ἤθελε νὰ ἰδῇ καμμιὰν γυναῖκα·
Κλλιο 'χε τὶ νὰ ξοριστῇ, νὰ πγῃ εἰς τὴν Μκκα,

Παρὰ ν' ἀκοσῃ, νὰ ἰδῇ γυναῖκαν εἰς τὸν κσμον,
Ἀπφευγε χειρτερα παρὰ μελσι βρῶμον.
Ἐμσα καὶ κατχα ταις, ἔψεγε κι ἔφευγ ταις,
Ὡσὰν ἀπὸ τὸν διβολον ἐπαραμριζε ταις.
Ἔβαλεν ὁ πατρας του νὰ τὸν καθοδηγψουν,
Τὸν λογισμὸν, τὴν γνμην του ἂν ἠμποροῦν νὰ στρψουν.
Δὲν ἐδυνθηκε ποσῶς τινὰς νὰ τὸν γυρσῃ,
Τὸν λογισμὸν, τὴν γνμη του ποσῶς νὰ τὴν ἀφσῃ·
Δὲν ἤθελε νὰ παντρευτῇ, μηδὲ νὰ τὸ ἀκοσῃ,
Μηδὲ ποσῶς τὰ μτια του γυναῖκα νὰ ἰδοῦσι.
Καὶ ττε ὁ πατρας του βνεται 'ς ἄλλην γνμην,
Νὰ τνε στελῃ ἤθελε νὰ πγῃ εἰς τὴν Ῥμην·
Μὰ κλλιο τὸν ἐφνηκε νὰ πγῃ στὴν Βενετα,
Ποὖναι γυναῖκες ἔμμορφαις, μπορεῖ καμμα νεα
Νὰ τὸν γυρσῃ εἰς ἔρωτα, νὰ πσῃ εἰς ἀγπη,
Νὰ τὸν ταυρσῃ πρὸς αὐτὴν, ὡσὰν ἡ 'στα τὴν ῥπη.
Ὑπῆγεν ὁ νεοτζικος, λγω, στὴν Βενετα,
Δὲν ἔστρεψε τὸν λογισμὸν διὰ καμμιὰν αἰτα.
Καὶ μα οὖν τῶν ἡμερῶν, ἦλθαν ἐκ τὴν Φινδρα
Τὰ κτεργα διὰ πραγματειαῖς, καὶ βλπει ἕναν ἄνδρα,

Καὶ βστα εἰς τὰ χρια του χαρτιὰ πολλὰ καὶ πολειε,
Ἱστορεμνα κι ἔμμορφα, καὶ μὲ τὸν κσμον ἐμλειε·
Καὶ τὴν εἰκνα ἔδειχνε ῥγισσας Ἐγγλητρας,
Παρμοια δὲν εὑρσκετον ἐκενας τὰς ἡμρας.
Καὶ ὡς τὴν εἶδεν ὁ νειοτζικος ὡς ἐν ταὐτῷ ἐτρθη,
Μὲ τὸ σπαθὶ τοῦ ἔρωτος εἰς μον ἐλαβθη.
Εὐγνει καὶ ἀγορζει την, καὶ εἰς τὴν κμαρ του
Ἔπιασε καὶ τὴν ἄβαλε, καὶ αὐτἦτον ἡ χαρ του,
Ὁλημερὶς νὰ κθεται νὰ τὴν περιλαμπνῃ,
Καὶ ὡσὰν ἦτον ἀνθητὴ νὰ τὴν καταδαγκνῃ.
Καὶ παρευθὺς ἐγρισε στὴν ἐδικ του χρα,
κι ἔσωσε στὸν πατρα του, κι εἰς μα κατὰ τὴν ὥρα,
Καὶ λγει ὦ πατρα μου, ἂν θλῃς τὴν ζω μου,
Τὴν ὤραν τοτην σντομα νὰ κμῃς τὴν βουλ μου,
Ἤξευρε ὅσα ἐμσουνα τοῦ κσμου ταῖς γυνακαις,
Ἡ τχη μὲ κατφερε νἄχω γιὰ ταταις πρκαις.
Καὶ λει του τὴν εἴδησιν πῶς ηὖρε τὴν εἰκνα,
Καὶ πῶς ἐσφγη ἀπ' αὐτὴν νὰ κλαγῃ εἰς τὸν αἰῶνα.

-Καγομαι καὶ φλογζομαι, τὸν θνατον μου κρζω,
Διὰ λγου της μαρανομαι, καὶ δι' αὐτὴν φωνζω.
Λοιπὸν ξερε, πατρα μου, πγω γυρεοντ τη,
Ἂν ἤξευρα νὰ μ' ἔκαναν κομμτι καὶ κομμτι.
Καὶ δς μου ἐκ τὰ στμενα νὰ κμνω ἐξοδα,
Νὰ μὴν μοῦ λεψῃ τποτε διὰ καμμιὰν αἰτα. -
Λγει του ὁ πατρας του: ὠμὲ, παρηγορι μου,
Τ ἔναι ἡ βουλὴ ποῦ ἐβλθηκες νὰ θλψῃς τὴν καρδι μου;
Νὰ καγωμαι καθημερῶς διὰ τὸ στερεμ σου,
Νἀκδχωμαι, ματκια μου, υἱὲ, τὸν θνατ σου;
Ἂν ἤτονε ἀνπανδρη κἄνε ἡ κορασδα,
Ἤθελα ἐμβῆ στὴν γνμη σου, γιατὶ ἀπ' αὐτὰ εἶδα,
Ἀμὴ αὐτὴ ἔναι ὕπανδρη κι ἔχει τοιοῦτον ῥγαν,
Ἀπνω 'ς ὅλους διαλεκτὸν ποῦ ὅσοι καὶ ἂν τὸν εἶδαν,
Ὅλοι λγουν τὰ κλλη του, μᾶλλον καὶ τὴν ἀνδρει του·
Παρμοιον δὲν εὑρσκουσι εἰς τὰ καμματ του.
-Λγει του: ὦ πατρα μου, ὕπαγε τοῦ σκοποῦ σου,
Καὶ πσε εἰς τὸ θλημα, κρι μου, τοῦ υἱοῦ σου·
Ἐγ 'πα σου καὶ λγω σου ὅτι ἐγὼ ἀποθανω,
κι ἐκ τὴν βουλὴν ὁποῦ ἔβαλα ἐγὼ δὲν ἀνημνω·

Ἐβλποντας ὁ γροντας τὸ πῶς δὲν ἔναι φσι,
Δὲ στρτα, οὐδὲ λογισμὸς, στπιασε νὰ τ' ἀφσῃ·
Δδει του στμενα πολλὰ, ἀμτρητον λογρι.
Καὶ λγει του κι ἐκ τ' ἄλογα ὅποιο θελσῃ ἂς πρῃ,
Καὶ δολους καὶ ἀρχοντπουλα νἄχῃ γιὰ συντροφα,
Νὰ πορπατῇ εὐγενικὰ ἐκεῖ στὴν ξενιτεα.
Αὐτὸς δὲ μνος, μνος του, παρνε καὶ ὑπαγανει,
Καὶ ἄλλην καμμιὰν συντροφιὰν ποσῶς δὲν ἀνεμνει.
Ὑπῆγεν καὶ παρδειρε, ἔσωσεν εἰς τὴν χρα,
Στὴν Ἐγγλητραν τὴν λαμπρὰν, κυριακὴν ἡμρα.
Ἔκαμεν χρνον περισσὸν, μῆνες, πολλαῖς κι ἡμραις,
Καὶ βλποντ την ἔχαιρε εἰς ταῖς πιλλιαῖς ἀραις.
Τὰ βστα ὅλα ἐξδιασε, τποτε δὲν ἐποῖκε,
Ὑπῆγεν εἰς τὸ ὕστερον, καὶ εἰς τὸ σταῦλο μπῆκε·
Ἐδολευε ὡς σταυλτορα, καὶ ἔπεινε τὴν ῥγα,
Τινὸς δὲ τὸ μυστριο του ποτὲ δὲν ἐμολγα.
Ὁ ῥγας τὸν ἠγπησε, καὶ εὐγνει τον ἐκ τὸ σταῦλο,
Καὶ βνει τον εἰς συντροφιὰν μὲ ἕναν μισὲρ Παῦλο,

κι ἔκοπταν καθημερινῶς στὸν ῥγα, στὴν ῥηγνα·
Ἀπρνα ὁ νεοτζικος μὲ τοῦτα καὶ μ' ἐκεῖνα,
Μὲ κπους, μὲ ἀναστεναγμοὺς καὶ μὲ περισσοὺς πνους,
Διαβζοντας καθημερινῶς πλειὰ παρὰ πντε χρνους.
Καὶ μα οὖν τῶν ἡμερῶν ὑπῆγε στὸ κυνγι
Ἀφντης μὲ τοὺς ἄρχοντες, μὲ συντροφιὰ πσμγη·
κι ἔλαχε ὁ νεοτζικος ἐμπρὸς εἰς τὴν κυρ του,
Γιὰ νὰ κμνῃ τὴν βγλα του, τὄθελεν ἡ καρδι του·
κι ἐκεῖ ὅπου ἐδολευεν εἰς μο ἀναστενζει,
Καὶ τὸ μυστριο τὸ φρικτὸ ττε νὰ ξεσκεπζῃ,
Καὶ λγει του ἡ ῥγισσα: τ ἔχεις τ ἀναστενζεις;
Τὴν ὥραν π' ἐγεννθηκες διατὶ τὴν ἀτιμζεις;
-Καὶ αὐτὸς μὲ τὴν ταπενωσιν ἐμπρς της γονατζει,
Καὶ τὴν ἀγπην παρευθὺς τῆς ῥγισσας ἀρχζει,
Καὶ λγει: κυρ μου ῥγισσα, εἶμαι στὸν ὁρισμ σου,
Ὅριζε καὶ ἂς μὲ κρεμσασιν ὡς σκλβον ἐδικ σου.
Ἤξευρε ἡ εὐγενικὴ ὅτ' εἶμαι ἀπὸ τὴν Σκτζια,
Ῥγας ἔναι πατρας μου κι ἔχει περισσιὰ μπτζια.
Ποτ μου δν ἠθλησα νὰ ἰδῶ καμμιὰ γυναῖκα,
Ὅλαις ταῖς ἐβαρεομουν ὀκτὼ χρνους καὶ δκα·
Ἀπὸ πολλῶν ῥγων παιδιὰ καὶ ἀπ' ἀφεντοπολαις,
Μ' ἐγρεψαν διὰ γαμπρὸν καὶ ἀπφευγ τῃς ὅλαις.
Ἔβαλεν ὁ πατρας μου νὰ μὲ καθοδηγψουν,
Μὴ νὰ μπορσουν ἄρχοντες τὴν γνμη μου νὰ στρψουν·

Δὲν ἐδυνθηκε τινὰς ἐμνα νὰ γυρσῃ
Τὴν γνμην καὶ τὸν λογισμὸν τὸν εἶχα ἀρχινσει.
Καὶ ττες ἐβουλθηκε νὰ μὲ στελῃ εἰς τὴν Ῥμην,
Μνα ἀλλξω λογισμὸν, νὰ μεταστρψω γνμην·
Καὶ πλι ἐμεττρεψε, στλνει με εἰς Βενετα,
κι ἡ γνμη μου δὲν ἄλλαξε διὰ καμμιὰν αἰτα.
Ἐπρνασι μὲς σταῖς χαραῖς καὶ εἰς ταῖς ἐκκλησαις,
Κὶ ὅπου καὶ ἂν ἐμαζνονταν ὅλαις τοῦ κσμου ᾑ νεαις·
Ποτὲ δὲν ἦτον βολετὸ καμμα νὰ μοῦ ἀρσῃ,
Τὴν γνμη μου καὶ τὸν σκοπὸν ποσῶς νὰ μετατρψῃ.
Καὶ μα οὖν τῶν ἡμερῶν, ἄκουσον, ὦ κυρ μου,
Πῶς εἶδα τὴν εἰκνα σου καὶ ἐσφγην ἡ καρδι μου,
Ὁποὔρθασιν τὰ κτεργα ἐδθες πραγματεμνα,
κι εἷς κατεργρης ἤφερε χαρτιὰ ζωγραφισμνα,
Εἰς τὰ ὁποα βρσκετον, κυρ μου, ἡ πρσοψ σου,
Καὶ ὡς ἐν ταὐτῳ ἐγνομουν σκλβος καὶ δουλευτ σου,
Καὶ ῥζωσες, ἀφντρα μου, μσα στὰ σωθικ μου,
Καὶ φλγισες καὶ μρανες τὰ φλλα τῆς καρδιᾶς μου.
Ἠπῆρα τὴν εἰκνα σου, μ' αὐτὴ ἐπαρηγρουν,
Καὶ μσα εἰς ταῖς ἀγκλαις μου μ' αὐτὴν ἀποκοιμομουν.
Καὶ ὅταν ἤθελε νὰ βγῶ πθες μὲ συντροφα,
Ὅσο νὰ στρψω ἐκαγομουν μὲ θεκὴ φωτα.

Πτε νὰ στρψω νὰ ἰδῶ, κυρὰ, τὴν πρσοψ σου,
Τὸ πρσωπον τ' ἀγγελικὸν τὸ ἔχει τὸ κορμ σου·
Ὑπῆγα εἰς τὸν πατρα μου, σκφτω, παρακαλῶ τον,
Καὶ, σταυρωτὰ τὰ χρια μου, χριν ἀναζητῶ τον,
Γιὰ νὰ μοῦ δσῃ στμενα νὰ κμω ἐξοδα,
Νἄρθω νὰ ἰδῶ, αὐθντρα μου, τὴν τσην ἐμμορφα.
Πονντας ὁ πατρας μου διὰ τὴν ἐξοραν,
Ποῦ βλθηκα γιὰ νὰ εὐγῶ διὰ κακογνωμαν,
Ἔκαμε πργματα πολλὰ ποσῶς νὰ μὴν κινσω,
Καὶ τὴν βουλὴν ὁπὤπιασα ὡς γιὰ νὰ τὴν ἀφσω·
Εἶπν με καὶ ἐκ στματος πῶς ἔν' ἀνδρειωμνος
Ὁ ῥγας καὶ εἰς ὅλα του περισσιὰ προκομμνος.
κι ἐγὼ τὸν ἀποκρθηκα· χλιαις φοραῖς τὴν ὥρα
Ὀργομαι τὸν θνατον ἐκεῖ στὴν Ἐγγλητρα,
Μνον νὰ ἰδῶ καθολικὰ τῆς ῥγισσας τὰ κλλη,
Τὰ ἤθη τὰ εὐγενικὰ, τὸ φρνιμο κεφλι.
Λγει μου ὁ πατρας μου· ὦ μτια μου καὶ φῶς μου,
Δὲν ξερεις ἄλλο κλλιο σου οὐδὲν ἔχω στὸν κσμον;
Μνον ἐσὲν παρηγοριὰ, στὸ γῆρς μου ἐλπδα,
Καὶ ἀφτις ἐγεννθηκες ποτὲ καλὸ δὲν εἶδα,
Μνε φαρμκια καὶ πικριαῖς, ἀγκοῦσα καὶ τρομραις,
Καὶ τρη πλιν μ' ἔβαλες 'ς τσαις βαρειαῖς ἀντραις.

Λοιπὸν ἐπεὶν ἐβλθηκες καὶ θλεις νὰ μισεσῃς,
Καὶ τὴν βουλὴν ὁπὤβαλες δὲν θὲς νὰ μετατρψῃς,
Ὁ ἐπουρνιος θεὸς νὰ ἔναι πντα μπρς σου·
Καὶ ἡ εὐχ μου τοῦ πτωχοῦ ἐμνα τοῦ πατρς σου
Σκεπ σου νἄν' καὶ βοηθὸς ἐκεῖ στὴν Ἐγγλητρα,
Καὶ νὰ σὲ βλπῃ πντοτε νκτα (καὶ) τὴν ἡμρα·
Ἔπαρε, υἱ μου, στμενα ὅσα σου κμνουν χρεα,
Νὰ μὴν σὲ λεπῃ τποτες διὰ καμμιὰν αἰτα·
Ἔμπα καὶ εἰς τὸν σταῦλν μας, καὶ πρε τ' ἄλογ μας,
Ἔπαρε κι ἐκ τοὺς ἄρχοντες πὤχομε συντροφι μας.
-Στμενα πῆρα περισσὰ ὅσα μὤκαναν χρεα,
κι ὠλπσα νὰ μὲ σσουσι διὰ τὴν ἐξοδα·
κι ἦλθα, κυρ μου, μνος μου νὰ ἰδῶ τὴν ἡλικι σου,
Ταῖς χαραῖς καὶ ταῖς εὐγενειαῖς ὁπὤχει τὸ κορμ σου.
Καὶ πντε χρνους ἔκαμα μνον γιὰ νὰ σὲ βλπω,
Καὶ ἄπρνουν, ὁ βαρειμοιρος, μὲ δκρυα καὶ μὲ κπο.
Ἔσωσα καὶ τὰ στμενα, κι ἦλθα εἰσὲ πεναν,
κι ἐκ τὴν πικρι μου ἔπεσα εἰς πολλὴν ἀδημοναν·
Καὶ βλθηκα στὸν λογισμὸν τὶ δρμον γιὰ νὰ πισω,
Τὸν κπον, τὸν στανταρισμὸν πὤκαμα νὰ μὴν χσω.

Καὶ ἄρχισα κι ἔκαμα φιλιὰ μ' ὅλους τοὺς κορτεσνους,
Τσον μὲ τοὺς Ἰταλικοὺς ὅσον μὲ τοὺς Πισνους·
Καὶ μιὰν ἡμρα λγω τους νἄλθω στὴν συντροφι σας,
Νὰ μ' ἔχετε ὡς μικρτερον, νὰ ἦμαι ἐκεῖ κοντ σας.
Εἶπαν ἐμοῦ· μετὰ χαρᾶς, τοῦ ῥγα νὰ τὸ 'ποῦμε,
Γιατὶ μᾶς κμνει πραυτα τὰ ὅσα τὸ ζητοῦμε.
Ἦλθαν καὶ συνηβσαν μὲ διὰ σταυλτορ σας,
Καὶ ὡς δοῦλος ἐκυβρνουνα, κυρ μου, τ' ἄλογ σας
Ἐφνηκε τοῦ ἀφεντὸς καὶ ἤφερ με ὀμπρ σας,
Νὰ κπτω εἰς τὴν τβλα σας κατὰ τὸν ὁρισμ σας·
Λοιπὸν, κυρ μου ῥγισσα, εἶπ σε τὴν βουλν μου,
Στὰ χρια σου εἶμαι καὶ ὅρισε νὰ προυν τὴν ζων μου.
Καὶ κψε τὸ κεφλι μου ἔξω ἀπὸ τὸ κορμ μου,
Νὰ πασουσι τὰ πθη μου καὶ οἱ ἀναστεναγμο μου.
-Ἀπηλογται ἡ ῥγισσα, λγει του· εἰς ὅτι λγεις
Γλγωρα τὴν παρηγορα σου δδει καὶ μνω λγεις,
'Σ ὅλα σου τὰ παθματα παρηγοριὰ νὰ λβῃς,
Τὴ νειτη μου καὶ τὸ κορμὶ ἐσὺ νὰ περιλβῃς·
Καὶ κμε ἀπψε τὸ βραδὺ νἄλθῃς στὴν κμαρα μου,
Νὰ λβῃς κεῖνο ποῦ ποθεῖς, ψυχ μου καὶ καρδι μου,

Καὶ σιγαλὰ καὶ φρνιμα 'σβα στὸ περιβλι·
Τοὺς δουλευτδες κτταξε ἵνα κοιμοῦνται ὅλοι,
Καὶ εἰς τὴν πρτη κμαρα ζερβὰ γιὰ νὰ γυρσῃς,
Νὰ βρῇς τὴν τζαμπρὰν τὴν χρυσὴν, καὶ βλπε μὴ ἀστοχσῃς,
Καὶ παραμπρὸς στρφε δεξιὰ νὰ ἰδῇς ζωγραφισμνη,
Τὴν κμαραν τὴν θαυμαστὴν, τὴν καταχρουσειωμνη.
Καὶ θὲς ἰδεῖ τὴν κλνην μου ἐμμορφοστολισμνην,
Ὅλη μὲ χρυσοφντιστα πῶς ἔναι σκεπασμνη.
Καὶ ζγωσε καὶ πισε με 'κ τὸ χρι, ξπνισ με,
Ἀγκλιασε καὶ σφξε με, καὶ καταφλησ με.
Ἀφντης ἐκενην τὴν βραδυὰ ἦλθεν ἐκ τὸ κυνγι,
Ὑπῆγεν εἰς τὸ κρεββτι του, μὲ τὴν ῥηγνα σμγη.
Καὶ πσε νὰ ἀποκοιμηθῇ, γιατ' ἦτον κοπιασμνος,
Εἰς τὸ κυνγι πντοτε ὡς κακοπαθημνος·
Ὁ νιὸς κατὰ τὴν ὀρδινιὰ ἔσωσε στὸ κρεββτι,
Καὶ ἅπλωσε τὸ χρι του, καὶ τὴν κυρὰν εκρτει.
Ἁπλνει 'ς μιὸ ἡ ῥγισσα, πινει τον ἐκ τὸ χρι·
Τὸν ῥγα γλγωρα ξυπνᾷ, καὶ τὴν δουλειὰν ἀναφρει,

Καὶ λει τοῦ ῥγα· ξπνισε, θλω νὰ σοῦ μιλσω,
Καὶ δς μου αὐτιὰ νὰ σοῦ τὸ πῶ, καὶ νὰ σοῦ τ' ἀρχινσω.
-Λγει της· ἄφινε, δὲν ντρπεσαι, ὁποὖμαι κοπιασμνος,
Ὁποὖμαι ἀπὸ τ' ἄλογο ὡσὰν ἀποθαμμνος·
-Λγει τ' · ἄφες τὸ κοιμησιὸ, τρα μηδὲν κοιμᾶσαι,
Ἂν θλῃς τὴν κορῶν σου, ῥγας γιὰ νὰ λογᾶσαι.
Λγει του· ποῖον ἐκ τὴν κορτη σου ἔχεις ἀγαπημνον,
'Σ ὅλους τοὺς κορτεσνους σου περισσιὰ μπιστεμνον;
-Λγει δὲν ξερεις ἄλλονε δὲν ἔχω μπιστεμνον,
Ὡσὰν τὸν Ἀλοσιον[76], καὶ πλειὸ ἠγαπημνον;
-Λει του· νὰ ξερῃς σμερον ἦλθε νὰ μὲ 'ντροπισῃ,
Καὶ ἂν δὲν τοῦ ἤθελα ταχθῆ ἤθελε νὰ μὲ σφξῃ.
Καὶ ἂν δὲν πιστεῃς τὰ λαλῶ, σηκσου, μὴν κοιμᾶσαι,
Ἐνδσου καὶ τὰ ροῦχα μου, στὸ περιβλι φθσε,
Καὶ θὲς ἰδεῖ πῶς θλει ἐλθεῖ νὰ σὲ περιλαμπσῃ.
Δχως καμμαν ἐντροπὴ ἀπνω σου ν' ἁπλσῃ·
-Εἰς μο ἐταρχθηκε ὁ ῥγας καὶ ἀσηκθη,
Τῆς ῥγισσας τὴν φορεσιὰ ἐνδθη καὶ 'ποδθη,

Καὶ ὑπῆγε καὶ ἀκαρτρειε τον μσα στὸ περιβλι.
-Καὶ τοῦτος μὲ τὴν ῥγισσα οὐδὲν ἔκαμναν σκλη,
Οὐδὲ καμμαν ἄργητα γιὰ νὰ συμμαζωθοῦσι,
Ὡς ἐν ταὐτῷ ἀρχνησαν νὰ περιλαμπωθοῦσι,
Νὰ δσουν τὴν παρηγοριὰ, τοῦ τσου χρνου πρας,
Πῶθλβετον ὁ νειοτζικος τὰς νκτας, τὰς ἡμρας.
Καὶ, σεῖς ὁποῦ τ' ἀκογετε, λογιζετε τ ἐκμναν,
Δχως ἄρμενα καὶ κουπιὰ τὰ πσα μλλια λμναν!
Δαγκματα, φιλματα, τζιμπματα μυριδες,
Δὲν μελετῶ τὰ ἕτερα πὤχουν ταῖς νοστιμδαις·

Καὶ ττε ὅταν ἐγνρισε τ ἔν' ὥρα νὰ σκολσῃ,
Ἀρχνησε ἡ ἐρωτικὴ γιὰ νὰ τὸν ὀρδινισῃ·
Καὶ λει του· μὲ τὴν γνῶσ σου 'σβα στὸ περιβλι,
Πιδξια καὶ φρνιμα, γιατὶ κοιμοῦνται ὅλοι·
Καὶ τὸν ἀφντη θὲς εὑρεῖ κθοντας, καρτερῶντας,
Δὲν βλπει ὥρα καὶ στιγμὴ ἐδῶ καὶ κεῖ θωρῶντας,
Ποτὲ νὰ ἰδῇ, ματκια μου, νὰ σὲ συναπαντσῃ,
Νὰ σὲ γνωρσῃ, νειοτζικε, μὲ σνα νὰ μιλσῃ,
Νὰ πιστωθῇ τὰ λγια μου ποῦ τοὖπα καὶ ἄκουσς τα,
Π' ὀμπρ σου τὰ διηγθηκα καὶ σὺ ἐκατλαβς τα·
Λοιπὸν θλει ἔλθει πρὸς ἐσν τὸ πῶς νὰ σ' ἀγκαλισῃ,
Καὶ σὺ ἔπαρ' ἕνα 'στιξυλο καὶ κμε νὰ τὸν φθσῃ,
Καὶ δνοντς τονε καλὰ ὅσον τὸ δυνατ σου,
Λγε τοῦτο· πολιτικὴ, νὰ ἰδῶ τὸν λογισμν σου,
Καὶ τὴν ἀγπην τὴν βαστᾷς τοῦ ἀφντη μου τοῦ ῥγα,
Ἠθλησα νὰ σὲ ἰδῶ ποῦ νὰ σὲ κψῃ φλγα·
Καὶ ττε ἂν τοῦ λγασι χλια κακὰ γιὰ σνα,
Ποτὲ νὰ μὴν τὰ πιστευσῇ πῶς ἤσουν μετ' ἐμνα.
Ὑπῆγεν ὁ νειοτζικος, ἐσβη στὸ περιβλι,
κι ηὗρ τον ὁπὠκθετον μὲ τὴν βουλ του ὅλη,
Τὰ ροῦχα τὰ γυνακεια ἤτονε φορεμνος,
κι ἔστεκε καὶ ἀκαρτρειε τον σὰν σκλος λυσσιασμνος.

Καὶ ὡσὰν εἶδεν τὸν νεοτζικον, τρχει νὰ πῃ σιμ του,
Καὶ ὁ νεοτζικος τὰ ὅμοια ἐζγωσε κοντ του·
Καὶ δδει του δυὸ τρεῖς ξυλιαῖς μ' ὅλην τὴν δναμιν του,
Ὅτι ὀλγον ἔλειψεν νὰ ξβῃ ἡ ψυχ του·
Καὶ λγει του· πολιτικὴ, πῶς σὲ βαστᾷ ἡ ψυχ σου,
Τὸν ῥγαν τὸν αὐθντη σου ὁπὦναι ἡ τιμ σου,
Νὰ τὸν 'ντροπισῃς, ἄνομη, μ' ἐμν' τὸν δουλευτ του,
Ὁποῦ ψυχ μου, ἤ ζωὴ ἔν' ὅλη ἐδικ του;
Μὰ 'γὼ, σκλα, δοκμασα νὰ ἰδῶ τὴν ὄρεξ σου,
Πᾶς εἶσαι τὸν ἀφντη μου, καὶ ἂν ἦσαι στὴν τιμ σου·
Μὰ 'γὼ δεν εἶμαι 'πὸ 'κεινοὺς κντρα[89] τοῦ ἀφεντς μου,
Ὁποῦ αὐτὸς μὲ τμησε, κι ἔχω τον σὰν τὸ φῶς μου,
Ὁποῦ ἐδῶ στὴν ξενιτειὰ γι' ἀφντην, γιὰ πατραν,
Ἄλλον τινὰν δὲν ηὗρηκα τὴν σημερνὴν ἡμραν·
Καὶ σρε[90] στὸν διβολο, κι ἔβγα τρα ἀπ' ὀμπρς μου,
Μὴ σὲ φονεσω, ἄνομη, ὡσὰν κακὸν ἐχθρν μου·
Μὰ τοῦτο νἆσαι θαῤῥετὴ ὅτι ἀνεξημερσω
Τοῦ ἀφεντς μου νὰ τὸ 'πῶ, νὰ τοῦ τὸ φανερσω.
-Ὁ ῥγας ττε μσευσε, πγει στὴν κμαρ του,
Ἀπὸ ταῖς τσαις ταῖς ραβδιαῖς ἔπεσαν τὰ νεφρ του.
Καὶ λει του ἡ ῥγισσα· ὠμὲ, παρηγορι μου,
Ηὗρες ἐκεῖ τὸν ἀσεβῆ, τὸν κλεπτὴ, τὸ φονει μου;

Λγει της· σπα, ῥγισσα, τὶ κλλιον κορτισνο
Δὲν ἔχομε στὴν κορτη μας, Ῥωμνο δὲ Πιζνο.
-Λγει του· δὲν ἐντρπεσαι, ῥγα, νὰ συντυχανῃς,
Γιὰ ψετρα καὶ ἀνυπστατη φανεται τὶ μὲ κρνεις,
Παντὸς ἦλθε καὶ μ' ἔβαζε νὰ κοιμηθῇ μ' ἐμνα,
Κἰ ἄλλα περσσια κακὰ τὰ μὤχει καμωμνα.
Λγει της' μὸν σιπησε, τ ἂν μὤλεγες τριακσια;
Δὲν σοῦ πιστεω τποτε γι' αὐτὸν ἀπὸ τὴν Σκτζια·
Γιὰ ὅλους πὲς καὶ λγε μου, μὰ γιὰ τὸν Ἀλοσο,
Μηδὲν μοῦ λγῃς τποτε τὸ ξερω καὶ γνωρζω·
Μακρι νἆχες πει ἐσὺ νὰ κρτερειες, ῥηγνα,
Ὄχι ποῦ μ' ἐστεῖλες ἐμὲν καὶ λεὶς τοῦτα καὶ κεῖνα.
Καὶ πῆρα τσον ῥαβδεσμὸν, καὶ διὰ τὴν τιμ μου,
Τποτε δὲ μπορῶ νὰ εἰπῶ γιατὶ ἔναι ἐντροπ μου.
Ξηγεῖται καὶ ἀποδεχνει της πῶς ἦλθε μὲ τὸ ξλο,
Καὶ πῶς τὸν ἐκατδειρε χειρτερα ἀπὸ σκλο.
Τοὺς λγους, ταῖς ἀνασχυντιαῖς, τὰ ὅσα καὶ ἂν τοὖπε,
Ὅλα τῆς τὰ ἀνφερε, τποτε δὲν ἀφῆκε·
Ἡ ῥγισσα ἀναστναζει, θὲ δεχνει τὶ λυπεῖται,
Καὶ μσα της ἐχαρετον, καὶ μυριοευχαριστεῖται.
Ὁ ῥγας τὴν ἠγπησε πλεὸν παρὰ ποτ του,
Τὴν ἐξουσιν του τὤδωκε 'ς ὅλα τὰ τποτ του.

Καὶ χαρετον μὲ τὴν κυρὰν ὡς ἤθελεν ἀτς του.
Ἠπῆρε καὶ τὴν ἤφερε στὸ σπτι τοῦ πατρς του,
Καὶ κεῖ τὴν εὐλογθηκε καὶ ἐστεφανθηκ την,
Καὶ ὡσὰν τὰ μτια του τὰ δυὸ ἀγαπᾷ καὶ βλεπ την.
Ἔζησαν καὶ καιρὸν πολὺν καὶ κμαν καὶ παιδα,
κι ὕστερα κληρονμησε ὅλην τὴν αὐθεντεα.
Καὶ ὁ ῥγας ὁ κακτυχος ἔμεινεν γελασμνος,
Ἐκ τὸ πικρ του ἔσκασε, καὶ μεν' ἀποθαμμνος.
Λοιπὸν ἴδετε, ἄρχοντες, ἡ φσις πῶς ταυρζει,
Ἐκεῖνο τὸ μισᾷ κανεὶς εἰς αὐτὸ νὰ γυρζῃ·
Ὡσὰν ἐγρισεν αὐτὸν ὁπ' ὅλαις ταῖς ἐμσα·
Καὶ ὕστερα διὰ ταυταῖς τὸν ἔπαιρνεν ἡ λσσα·
Καὶ πῶς ὑπῆγε ὡς βουλευτὴς καὶ ἐφανρωσ το,
Καὶ κενη πῶς τὸ δχθηκεν, εἰς μο καὶ 'καμ το·
Καὶ πλι πῶς ἐγνωσκε τὸν ῥγα νὰ γελσῃ,
Νὰ τνε κμη νὰ δαρθῇ καὶ πλι νὰ σωπσῃ·
Πλι πῶς τὸν ἐνμπαιξε, καὶ ἠπῆρε καὶ ἀφικτον,
Μὲ τὸν Λοζον ἔφυγεν καὶ εὐλογθηκ τον.
Γιὰ δαὐτὸ μὴν ὀκνεετε, μηδὲν τὸ ἀμελᾷτε,
Πρᾶγμα ποῦ νἆν' τῆς φσεως ποτὲ μὴν τὸ μ' ὑπτε·
Τὶ φσις εἶναι δυνατὴ, τὸν ἄνθρωπον ταυρζει
Π' ἐκεῖνα ὅλα τὰ μισᾷ, καὶ δεχνει δὲν τὰ χρζει,

Καὶ ἂν ἔναι καὶ πτωχοτζικος καὶ δὲν ἔχῃ δουκτα,
Δ' ἀσμια, δὲ 'ποστατικὰ, μηδὲ βουτζιὰ γεμτα,
Μνα σπουδζῃ, μὴν ὀκνῇ εἰς ὅποιαν τοῦ ἀρσει.
Νὰ κμῃ τὸ ὀργεται, μνον νὰ μὴν ὀκνεσῃ.
Γιατὶ γυναῖκα σὰν νερὸ ἐγλγωρα συμπφτει,
Σὰν παντρεμνη καὶ ἀνπανδρη ὅπου τὴν ῥξῃς πφτει.
Εἶπ σας καὶ τὴν ἀφορμὴ καὶ δεῖξα καὶ τὸ πρᾶγμα,
Καθὼς φανεται φανερὰ πῶς τ' ἔβαλα στὸ γρμμα.
κι εἶπ σας δρμον καὶ βουλαῖς, 'πθεσες τὸ συμβκαν,
Ἄλλοι ἔλαβαν τὴν χαρὰν καὶ ἄλλοι ἔμειναν στὴν πρκαν.
Εἰπεῖν ἤθελα καὶ πλειτερα μ' ἄλλην συμμαρτυρα,
Μὰ τὸ εἶπα, ἄλλον δὲν χωρεῖ, οὐδὲ μᾶς κνει χρεα·
Γιατὶ καλὰ τὸ ξερετε, καὶ ὅλοι σας εἴδετ τα
Πῶς γνονται καθημερνῶς, ὅλοι κατχετ τα·
κι εἰς αὐτὸ ἐβουλθημου κι ἔπιασα κι ἔγραψ το,
Ἀπὸ χαρτὶ λατινικὸ ἐμεταγλττισ το.
-Καὶ ὁποῦ θελσῃ νὰ ἰδῇ ποῖος ἔναι ὁ γραφας,
Τριβλης ο Ἰκωβος, υἱὸς τῆς καλογραας·

Εἰς χιλους πεντακσιους καὶ ἀρχὴ μὲ τοὺς σαρντα,
Στὴν Βενετιὰ τὴν φουμιστὴν ὅπου νὰ στκῃ πντα·
Σταῖς κθ' τοῦ Ἀπριλλιοῦ, μπανοντας του Μαου,
Καὶ ὅλοι νἄχετε χαρὰν ἐκ Πνεματος Ἁγου.
Καὶ ἔτσι τὸ ἐχρισα Βητριου Πετριτνου,
Τοῦ εὐγενοῦς καὶ ἔνδοξου καὶ ἀνδρεου ἐκενου·
Καθημερνῶς νὰ τὸ κρατῇ, νἄχῃ παρηγορα,
Καὶ μνα νὰ μὲ ἀγαπᾷ μὲ ὅλην τὴν καρδα.

==============================

     Σχλιο: Παρατηρσαμε λοι πως νας νθρωπος, αρκετ ευκατστατος, αναγνωρισμνος, ξιος, οικογενειρχης, αιρετς ρχων, δικαστς κι μπορος και δε ξρω κι εγ τι λλο, σπατλησε λγο πολ απ το χρνο του για να κτσει να γρψει ποιματα και μλιστα να παινσει τη γενναιτητα (και θα μου πετε ναι το κανε απ συμφρον, αλλ θα απαντσω πως παξ και γλτωσεν η Κρκυρα, λοι οι συμφερτολγοι, θα 'χαν επιστρψει στις δουλεις τους σιωπντας, αυτς μως χι) ενς ανθρπου, με ευγνωμοσνη που σωσε το νησι, τους ανθθρπους -μερικος δε, αγαπημνους- και μλιστα με τση μαστορι. Επσης να τονσω πως χρις σ' αυτ την ανρτηση ντλησα να σωρ πληροφορες. Τλος σας θυμζω πως πλον υπρχει και ΓΛΩΣΣΑΡΙ , που, μπορετε να το ανοξετε παρλληλα και δπλα κι αν βρετε γνωστη λξη να τηνε δετε εκε. Κι αυτ εμπλουτζεται συνεχς -χι αδιαλεπτως αλλ το κατ δναμιν- και θα εμπλουτζεται ακμα. Μλιστα, θα υπρξει και πλρης νομισματικ μελτη της εποχς εκενης. Π. Χ.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers