-


Dali &









/




 
 

 

:

   

                                                                       Βιογραφικ

     Ο Ηλας Βενζης (επσημο νομα Ηλας Μλλος ταν λληνας συγγραφας, μλος της Ακαδημας Αθηνν. γινε γνωστς για τα μυθιστορματ του "Αιολικ Γη", "Το Νομερο 31328" και το θεατρικ ργο "Μπλοκ C". γινε ο πρτος λληνας συγγραφας που τα ργα του μεταφραστκανε σε πολλς γλσσες, κνοντας γνωστ την ελληνικ λογοτεχνα στο εξωτερικ.
     Γεννθηκε στο Αβαλ (Κυδωνις) της Μ. Ασας στις 4 Μρτη 1904, σμφωνα με αυτοβιογραφικ του σημεωμα, σμφωνα μως με λλες πληροφορες απ επσημα γγραφα πρπει να 'χε γεννηθε το 1898. Ο πατρας του, Μιχαλ Δ. Μλλος, καταγταν απ' τη Κεφαλονι κι η μητρα του, Βασιλικ Γιαννακο Μπιμπλα, απ τη Λσβο. Βενζης λεγταν ο παππος του Δημτριος (απ τη πλευρ του πατρα του). Εχε 6 αδρφια.
     Τα πρτα χρνια της ζως του τα 'ζησε στο Αβαλ, μχρι τον Α' Παγκ. Πλ., το 1914. Με το ξσπασμα του πολμου ο πατρας του και μια αδερφ του αποκλειστκανε στη Μ. Ασα κι η υπλοιπη οικογνεια κατφυγε στη Μυτιλνη, που ο διος γρφτηκε στο γυμνσιο. Το 1919 επστρεψαν λοι στο Αβαλ (εχε προηγηθε η αποββαση των ελληνικν στρατευμτων στη Μ. Ασα) εκτς απ' την 'Αρτεμη, κρη της οικογνειας, που πθανε απ επιδημα ισπανικς γρππης στη Μυτιλνη. Στη λογοτεχνα πρωτοεμφανστηκε το 1921 με δημοσιεσεις διηγημτων στο περιοδικ της Κωνσταντινοπολης Ο Λγος.
     Το Σεπτμβρη του 1922 η οικογνει του εγκατλειψε οριστικ πλον τη Μ. Ασα. Ο διος μως, που μλις εχε τελεισει το γυμνσιο, δε πρλαβε να επιβιβαστε στο πλοο: αιχμαλωτστηκε κι εστλη στα εργατικ τγματα για 14 μνες. Οι εμπειρες του απ' τα εργατικ τγματα περιχονται στο πρτο μυθιστρημ του, "Το Νομερο 31328".
     Αφθηκε ελεθερος το 1923 κι επστρεψε στη Λσβο για να βρει την οικογνει του. Εκε εργστηκε αρχικ στο Πλωμρι ως υπλληλος της Διευθνσεως Κτημτων εξ Ανταλλαγς του Υπ. Γεωργας και στη συνχεια ως υπλληλος στις τρπεζες Εθνικ κι Ελλδος. Εκε υπρχε αξιλογη λογοτεχνικ κνηση με πρωτεργτη τον Στρτη Μυριβλη, (η λεγμενη και Λεσβιακ 'Ανοιξη). Αυτς μλιστα τονε παρακνησε να καταγρψει την αιχμαλωσα του κι λεγε χαρακτηριστικ τι "του μαθε πς να κρατει το μολβι στο χρι". "Το Νομερο 31328" δημοσιεθηκε για πρτη φορ σε συνχειες απ το Φλεβρη του 1924 στην εφημερδα Καμπνα της Μυτιλνης, που διευθυντς της ταν ο Μυριβλης.
     Το 1927 η Nα Eστα βραβεει το διγημ του "O Θνατος". Eναι η πρτη του εμφνιση στα αθηνακ γρμματα. "Το Νομερο 31328", που εκδθηκε το 1931, τονε καθιερνει σα συγγραφα. Εναι μλις 26 ετν. Ακολοθησαν τα μυθιστορματα "Γαλνη", "Αιολικ Γη", "ξοδος" κι "Ωκεανς", που κινονται λα, πως και το πρτο στα πλασια του ντοκουμντου, με σαφες επιδρσεις απ την ανθρωπιστικ ιδεολογα του. Ολοκλρωσε επσης διηγματα, ιστορικς μελτες, οδοιπορικ και το θεατρικ ργο "Μπλοκ C", που πρωτοπαραστθηκε το 1945 απ το θασο του Πλου Κατσλη.
     Μετ απ μετθεσ του στο υποκατστημα της Τρπεζας Ελλδος στην Αθνα, εγκαταστθηκε στην πρωτεουσα, που εργστηκε ως το 1957. Το 1938 παντρετηκε την Σταυρτσα Μολυβιτη με καταγωγ απ το Αβαλ, με την οποα απκτησε μια κρη, την 'Αννα. Tο Δεκμβρη του 1939 κυκλοφορε το μυθιστρημ του "Γαλνη", που βραβεεται με το Kρατικ Bραβεο Λογοτεχνας και μ' παινο Aκαδημας Aθηνν.
     Στη Μυτιλνη εργαζταν στη Τρπεζα της Ελλδος και το 1932 πρε μετθεση και εγκαταστθηκε μνιμα στην Αθνα. Διχθηκε για τις πολιτικς του ιδες απ τον νμο του Ιδιωνμου, απ' τη δικτατορα του Μεταξ και κατ τη διρκεια της Κατοχς συνελφθη με τη κατηγορα τι σε συγκντρωση του προσωπικο της Τρπεζας εχε μιλσει για ελευθερα. Φυλακστηκε στο Μπλοκ C των φυλακν Αβρωφ κι η εκτλεσ του απετρπη πειτα απ αντιδρσεις του πνευματικο κσμου. Κατ τη διρκεια της γερμανικς κατοχς συνελφθη απ τα S.S. και κλεστηκε στις φυλακς Αβρωφ. Απελευθερθηκε 23 μρες αργτερα μετ απ εκκλσεις του Αρχιεπισκπου Δαμασκηνο κι λλων προσωπικοττων της εποχς.
     Γνωρζεται με λους τους λογοτχνες και καλλιτχνες της Γενις του '30, της οποας θεωρεται απ τους σημαντικτερους εκπροσπους. Στις 14 Δεκμβρη 1943 κυκλοφορε η "Aιολικ Γη". H κδοση εξαντλεται μσα σε 2 βδομδες. Aμσως μετ τον πλεμο, τα βιβλα του μεταφρζονται σε πολλς γλσσες κι εναι τα πρτα που φρνουνε την γνωστη ως ττε ελληνικ λογοτεχνα στον ξω κσμο.
     Μετ τον πλεμο διαδραμτισε ενεργ ρλο στη πνευματικ ζω της χρας μ' επσημες θσεις πως του Διευθνοντος Συμβολου & Γραμματα του Εθνικο Θετρου,(1950-52), Διοικητικς Διευθυντς και πρεδρος της καλλιτεχνικς επιτροπς του (1964-1967), ιδρυτικ μλος της Ομδας των Δδεκα (1950), συνεργτης του Εθνικο Ιδρματος Ραδιοφωνας (1954-1966), πρεδρος του κινηματογραφικο φεστιβλ Θεσσαλονκης (1963-1966) κι αντιπρεδρος του διοικητικο συμβουλου της Ελληνοαμερικανικς νωσης (1966-1970), Αντιπροδρος του διοικητικο συμβουλου της Εθνικς Λυρικς Σκηνς. Το 1957 εξελγη μλος της Ακαδημας Αθηνν, θση απ την οποα ανπτυξε ντονη πολιτιστικ δραστηριτητα.
     Παρλληλα το ργο του γνριζε πολ μεγλη επιτυχα στην Ελλδα με συνεχες επανεκδσεις και στο εξωτερικ με πολλς μεταφρσεις. Το 1949 μετ απ πρσκληση του State Department περιδευσε στις ΗΠΑ, που πραγματοποησε διαλξεις και συνεντεξεις. Τιμθηκε με το Α' Κρατικ Βραβεο Λογοτεχνας και τον παινο της Ακαδημας Αθηνν, 1940 για τη "Γαλνη".
     Τα 3 τελευταα χρνια της ζως του (1971-1973) υπφερε απ σοβαρ πρβλημα υγεας. Πθανε στις 3 Αυγοστου 1973 στην Αθνα, απ καρκνο του λρυγγα. Κηδετηκε και τφηκε στα Μθυμνα της Λσβου.

---------------------------------------------------------------------

                                                                  Αντιγνη

     βρεχε σιγαν. Οι δυο γυνακες, η μητρα της Καστορις κι η αδερφ της Θβας, κθονταν εκε κτω απ το δντρο, λγο πρα απ' τον κρεμασμνο. Ακογανε τη βροχ στα φλλα. 
 -"Πσες μρες επες εναι";
 -"Σμερα εναι τσσερες. Πσο θα τον αφσουν ακμα";
     Κθε πρω, λει, ρχεται νας Γερμανς στρατιτης να βεβαιωθε πως καννας δεν γγιξε τον κρεμασμνο, πως εναι εκε. Και κθε βρδυ. Στερετυπα. ρχεται, κοιτζει, φεγει. Χτες τανε πρτη μρα που τα κορκια κμανε να κατεβονε στον κρεμασμνο. Γι' αυτ η αδερφ τλμησε να πλησισει το γερμαν το βρδυ, σαν ρθε.
 -"Πτε;" του επε κι κλαιγε. "Πτε θα μας τον δσετε να τον θψουμε";
     Ο γερμανς δεν καταλβαινε. Εκενη του κανε χειρονομες, μια τα χρια πηγανανε στο κρεμασμνο σμα, μια στο λκκο του μικρο αδερφο. Ο γερμανς σκωσε τους μους.
 -"Δε ξρω!" επε αδιφορα κι φυγε.
     Βρχει σιγαν. Ο λκκος του μικρο αδερφο εναι μισγεμος. ταν το σμα του εναποτθηκε μσα του, πεσε πνω του να ελαφρ στρμα γη, πντε-δκα δχτυλα. Δεν αφσαν το μεγλο αδερφ να ρξει πιο πολ. Ανυπομονοσαν. τσι ο λκκος μνει, περιμνοντας το δετερο σμα. πειτα πλι γη. τσι: να σμα, να γη· να σμα, να γη.
     Βρχει. Η γη του λκκου πρε, πρε νερ, πτισε το σμα απ κτω, τρα στλνει πσω το νερ. Το νερ κνει μικρς-μικρς λακκοβες.
     Πση ρα πρασε; Σα να 'ναι αινας. Η γυνακα της Καστορις αισθνεται τη κοραση να περν στα μλη της, στο αμα, στα νερα. Σφλιξε τα μτια. λα σα να γνονταν μακριν, απθανα.
 -"Πο εμαι;" μουρμουρζει μσα της. "Πς βρσκομαι εγ πλι σ' να κρεμασμνο; Χτες ταν νας τρελς κι να λιοντρι. Σμερα εναι νας κρεμασμνος. Τ γυρεω εγ"; Τναξε απτομα το κεφλι της, να διξει την εγκατλειψη.
 -"Τα παιδι μου!" επε. "Πρπει να γυρσω στα παιδι μου".
 -"Ναι, πρπει να γυρσεις, το καταλαβανω. Τ ρα να 'ναι"; 
 -"Μα το μεσημρι θα πρασε. Μπορε να γρισε ο οδηγς. Μπορε να φγουμε".
 -"Ναι, πρπει να γυρσεις. Εγ θα μενω ακμα".
     Θα μενει ακμα;
 -"Πο θα μενεις;" της λει. "Εναι ρημα. Εναι γρια".
     Την δια στιγμ ακοστηκαν τα φτερ. ρχονταν. 
 -"Κοταξε!" επε η αδερφ της Θβας ανατριχιζοντας κι πιασε με δναμη το μπρτσο της λλης γυνακας. "Κοταξε εκε! Να τα πλι! ρθαν"!
     ταν δυο κορκια. Κθισαν στο ψηλ κλαδ του πεκου, σα να θλαν να βιγλσουν τι γνεται, να μυριστον. Ταπ τα φτερ, πδησαν στο χαμηλτερο κλαδ. Δειλ. Δισταχτικ. Ταπ. Το κρεμασμνο σμα τα σερνε, τα καλοσε. Η αδελφ της Θβας σκβει, παρνει πτρα, τη ρχνει στο πεκο.
 -"Ξ-ξ-ξ-ξ!" φναζε κι κλαιγε. "Εδες; Εδες γυνακα; Ξ-ξ-ξ-ξ!" -και κουνοσε τα χρια της να διξει τα κορκια να φγουν. Φγαν. Πλι η σιγαν βροχ.
 -"Εγ θα πηγανω", λει πλι η γυνακα της Καστορις. "Σ' αφνω".
 -"Στο καλ. Εγ θα μενω. σαμε που να 'ρθει η νχτα".
     Η Καστοριαν τρα τρεχε να φτσει στο φορτηγ. Ξαφνικ της πρασε η ιδα πως το φορτηγ μποροσε να εχε φγει. Να την γυρψαν μταια, να μην τη βρσκαν, και να φγαν. 
 -"Παναγα μου! Τ καμα κι απολησμονθηκα;" λεγε κι τρεχε.
     Το φορτηγ ταν πντα εκε, στη θση του. Ο οδηγς ακμα δεν εχε γυρσει. λοι ταν ζαρωμνοι μες στο φορτηγ, γιατ ξω βρεχε. Τα παιδι της χμηξαν απνω της. 
 -"Τ γινες και μας φησες; Τ γινες και μας φησες;" κλαγαν και τη φιλοσαν.
 -"Μωρ μου, τι γινα!... Σωπστε. Εχα αποξεχαστε. Σωπστε". 
 -"Μπας κι φερες τποτα; Δε βαστ πια", επε το μεγλο και κοταζε τα χρια της. 
 -"Μωρ μου, κμε κουργιο να 'ρθει η νχτα. Ττες θα 'χουμε φτσει σε πολιτεα. Θα μας δσουν να φμε".
     Κανες λλος δε μιλοσε στο φορτηγ. Η γυνακα της Θρκης εχε κουκουλσει τα δυο παιδι της, που ακουμποσαν το κεφλι στα γνατ της. Αυτ εχαν ησυχσει, τα εχε πρει ο πνος. Απνω τους αγρυπνοσαν τα μτια της μνας τους. Θολ, μεγλα. Κι η γρι της Θρκης σπαινε. Κι αυτ με κλειστ μτια. Δεν ξερες αν κοιμταν. 
 -"Ο μπορος;… Τ γινε ο μπορος;" ρτησε η Καστοριαν.
 -"Επε πως μοδιασε. Επε πως θα πρει το δρμο της Θβας με τα ποδρια. Θα μας περιμνει εκε". 
 -"Κι αν μας τχει τρα τποτα;" σκφτηκε η γυνακα της Καστορις. "Γυνακες καταμναχες καθς εμαστε…"
 -"Τ να μας τχει;" γρλισε βραχν η γρι ανογοντας τα μτια. "Τ λλο φοβσαι εσ να σου τχει";
 -"χι για μνα. Λω για τοτα", κι δειξε τα παιδι. 
 -"Κι αυτ τ; Τ λλο απ πενα χουνε να φοβηθονε; Την χουν". 
 -"τσι το 'πα".
     Η ρα περν. ξω η βροχ. Σιγ. Σιγ. Η νρκη. 
 -"Εναι νας κρεμασμνος ξω", λει η Καστοριαν, σα να πρπει να ξομολογηθε. 
 -"Τ εναι επες;" τα παιδι της τινχτηκαν απ' την ακαταμχητη λξη. "Επες εναι νας κρεμασμνος; Εναι, αλθεια, νας κρεμασμνος";
 -"Πο εναι ο κρεμασμνος;" ρτησε ξαφνιασμνη κι η γυνακα της Θρκης. "Αλθεια εναι κρεμασμνος";
 -"Πο εναι; Πο εναι;" φναζαν τρα τα παιδι και ξεσηκθηκαν, ανυπμονα να παν. 
 -"τσι το 'πα", επε μετανιωμνη η Καστοριαν. "τσι το 'πα. Δεν εναι τποτα".
 -"Α"!
     Λγη αναταραχ εχε γνει. Πλι πεσε.
 -"Πτε θα γυρσει ο οδηγς; Πτε θα γυρσει να φγουμε";
 -"Κι αν δε γυρσει; Κι αν ρθει η νχτα και δεν τα καταφρει να σιξει τη μηχαν και να γυρσει";
 -"πως και να 'ναι θα γυρσει".
     Η σιγαν βροχ, το κρο, η νρκη. Ο λιος ολονα θα χαμηλνει πσω απ τα σννεφα. Φανεται απ' το φως της μρας που σκουρανει. Η ησυχα, η νρκη. Τα αυτοκνητα που ανεβανουν, που κατεβανουν το δρμο, βρεμνα, κατκλειστα, δε δνουν καμι ασθηση ζως, φεγουν σαν φαντσματα να χωθον στο ποσι. Η νρκη. Η γυνακα της Καστορις θα θελε να κλεσει τα μτια της, λα να σβσουν, λα να εναι νειρο. να κατακρυφο σχμα κτω απ κλαδ πεκου πνει νερ απ' τα φλλα του πεκου. Κι αυτ θα 'ναι νειρο.
     Ξαφνικ, εν τα χρια της βραιναν, το εδε. Πρασε απ' τη πσω μερι του αυτοκιντου, απ' την ανοιχτ του μποκα. Γρφτηκε μια στιγμ στον θολ αγρα: να μαρο πουλ. Πρασε.
 -"Θε μου!" επε και τινχτηκε η γυνακα της Καστορις. "Θα τραβ για κει".
 -"Τ επες;" λει η γρι.
     Η λλη την κοταξε επμονα, ανλγητα.
 -"Θα παραλογς εσ λω! Δεν κατακθεσαι πια; Δεν κατακθεσαι";
     Το κατακρυφο σχμα, το μαρο πουλ, η μικρ αδερφ της Θβας. Η γυνακα της Καστορις σηκνεται. 
 -"Θλω να ξεμουδισω λγο. Πλι θα βγω λγο". 
 -"Πο θα πας; Πο θα πας;" λνε τα παιδι της. "Να 'ρθουμε κι εμες";
 -"Δεν βλπετε; Βρχει. Καθστε εδ. Μπορε να σας φρω τποτα".
     Κατεβανει. Στην αρχ περπατ με προφλαξη, να μη τσαλαβουτ στους λκκους με το νερ. στερα τα βματ της ανογουν ολονα. Σε λγο τρχει σα να τη κυνηγον. Τρχει. Στρβει το δρμο. Το πεκο εναι εκε, λγο θολ μες στη βροχ. Τρχει. 
 -"Αχ"! πεσε πνω στην αδερφ της Θβας στενζοντας με ανακοφιση. κλαιγε. 
 -"Τ εναι;" λει η κρη.
 -"Τποτα. λεγα πως δε θα 'σουν, πως κτι θα σο 'τυχε".
     Τ να της τχει; μενε πντα εκε. Κοντ στο μισγεμο λκκο του μικρο αδερφο, κοντ στο πεκο του μεγλου. 
 -"Μπας κι ρθε; Το εδα που πρασε. Το κορκι". 
 -"ρθαν πλι. Δεν ταν να. ταν πολλ. Πλι τα 'διωξα".
     Τρα πια η μικρ αδερφ δεν κλαει. Φανεται κουρστηκε. Τα μτια της εναι κκκινα. Μνο που κθε τσο σκοτεινιζουν, σα να δουλεει πσω τους η απφαση. Σιγ. Σιγ. Μουρμουρζει. Μλις ακογεται. 
 -"Λω τη νχτα... Τρα που μθανε... Τρα αρχζω να φοβμαι τη νχτα".
 -"Τ εναι τη νχτα";
 -"Λω μπας κι ρθουν τη νχτα. Πετον τα κορκια τη νχτα; Δεν ξρω. Πλι".
 -"Λες να πετον τη νχτα";
 -"Μπορε".
     Πλι το σκοτειν φως περν απ' τα μτια σαν αστραπ. Η αδερφ της Θβας δεν εναι πια η δια γυνακα, αυτ που κλαιγε, που μοιρολογοσε. Το πρσωπ της χει γνει τραχ, σο πει γνεται πιο πολ. Γυρζει αργ τα μτια δεξι, ζερβ, σα να θλει να μυρσει τον αγρα, ν' ανιχνψει τον κνδυνο. Ησυχα. Ακμα και τ' αυτοκνητα που περννε λγο πρα απ κει, στο δρμο, σα να 'ναι φαντσματα θολ. Διαβανουν, φεγουν.
 -"Θ' ανεβ στο πεκο", λει σιγ.
     Βγζει το μαχαρι απ' τον κρφο της. Αργ. Τα μτια της δεν ξεκολνον τρα απ' το σκοιν, απ' το κεφλι του κρεμασμνου.
 -"Τ εναι να κμεις;" ρωτ η Καστοριαν.
     Λει συχα: 
 -"Θα τον θψω".
 -"Κακμοιρη! Τ μελετς;" λει τρομαγμνη η λλη, απροετομαστη ακμα να το δεχτε. "Κι αν σε πισουν; Θα σβσει πια με σνα ολκερο το σπιτικ σας! Κακμοιρη, τ μελετς";
     Η λλη κνει μια κνηση με το χρι:
 -"Μη με βαστς. Το πρα απφαση".
     Προχωρε σιγ, χωρς προφλαξη, χωρς ταραχ πια στο πρσωπο, στα βματα. Γαλνη που εναι τρα σ’ αυτ το πρσωπο το στεφανωμνο με κασταν μαλλι.  
 -"Τ πας να κμεις; Τ πας να κμεις"!
     Η κρη προχωρε πντα στο κορμ του πεκου. Η λλη, σα μαγνητισμνη, βλπει τα βματα που πορεονται. Τα βματα φωνζουν. Διστζει. Τα βματα φωνζουν. Αρχζει να τ' ακολουθ. μως αυτ, η Καστοριαν, τρμει. Το νιθει στα γνατ της, στα χρια, στη καρδι. Κοιτ καταφοβισμνη γρω της. Ωστσο ακολουθ σαν υπνωτισμνη.
 -"Τ πας να κμεις; Τ πας..."
     Η αδερφ της Θβας φτασε στο πεκο. Τα χρια της δεν εναι λετερα, κρατον το μαχαρι. Βζει το μαχαρι στα δντια της, το δαγκνει. Τρα τα χρια της εναι λετερα. Αγκαλιζουν το δντρο. Αρχζει να σκαρφαλνει. Το δντρο εναι υγρ, τα χρια γλιστρον. Ξαναρχζει. Τρα δεν υπρχει ο κρεμασμνος, δεν εναι εκε πλι. Τρα λα εναι πυκνωμνα στον κορμ, δεν υπρχει παρ νας κορμς κι να κλαδ ψηλ. σα! σα! Τα χρια, τλος, φτνουν στο σταυρ του δντρου, εκε που αρχζουν τα κλαδι. Τον κρατον γερ το σμα ανεβανει. Τρα βιζεται. Ακουμπντας τα χρια στα κλαδι σκβει, σρνεται, γλιστρ. Λγο ακμα! Λγο!
 -"Γλγορα! Γλγορα!" φωνζει σιγαν η Καστοριαν απ κτω, ολονα κοιτζοντας δεξι-ζερβ.
     Τα χρια, ψηλ, πινουν το σκοιν. Τα χρια παρνουν το μαχαρι απ τα δντια. Η γυνακα απ κτω βλπει το μαχαρι ν' αρχζει το ργο του στο σκοιν, ακοει τον χο του. Σε λγο το κρεμασμνο σμα, ελεθερο, θα πσει. Θα πσει. Ασυνασθητα η Καστοριαν ανογει τα χρια της, αγκαλιζει τα πδια του κρεμασμνου να τον στηρξει. Ργος την περν βαια καθς αγκαλιζει αυτ το γλιστερ, υγρ πρμα. που, χραπ, αυτ γλιστρ μες στα χρια της, λευτερωμνο απ το δντρο, χαμηλνει, αγγζει με τα πδια τη γη. Τα στθια της τρα ακουμπον στα στθια του. Εναι γριο. Δεν τολμ να το κοιτξει στο πρσωπο. Τα μτια της εναι στη γη.
 -"Γλγορα! Γλγορα!" φωνζει, εν ολονα σφγγει απνω της να το στηρξει, να μην της φγει το κατακρυφο νεκρ σμα. "Γλγορα"!
     Η λλη σρνεται νευρικ στο δντρο για να κατβει. Βιαστικ αγκαλιζει τον κορμ. 
 -"Γλγορα! Γλγορα"!
     Τλος η αδελφ της Θβας πατ πλι τη γη! Πινει το σμα του νεκρο απ' το κεφλι. Η λλη απ' τα πδια.
 -"Στο λκκο! Γλγορα"!
     Προχωρον. Το σκοιν, ξεκινντας απ' τη θελι του λαιμο, σρνεται στη γη, σα να συνοδεει το σμα. Η βροχ χει σταματσει. Ο μισγεμος λκκος χει λγο θολ νερ. Κτω απ' το θολ νερ εναι θαμμνος ο μικρς αδερφς. Οι γυνακες αποθτουν τρα στο λκκο, πνω απ' τον μικρ αδερφ, τον λλο, τον κρεμασμνο. καμε πλαφ. Τα μτια των γυναικν τεζαρισμνα γρια. Η γυνακα της Καστορις ττε μνο βλπει το πρσωπο του νεκρο, που κοιτζει τον ουραν. Εναι μελαψ, απασιο.
 -"Γιε μου...", ψιθυρζει.
 -"Ρχνε! Ρχνε!" φωνζει η αδερφ σπρχνοντας με τις χοφτες της το χμα το στοιβαγμνο πλι στο λκκο.
     Αρχζει κι η λλη να ρχνει χμα. ταν μαλακ, δεν αντιστεκταν. Ρχνουν πρτα στα πδια, στον κορμ. Το πρσωπο μνει ακμα γγιχτο.
 -"Να βγλω αυτ...", λει η γυνακα της Καστορις.
     Το εχαν ξεχσει. Ανασηκνει το κεφλι, βγζει τη θελι απ' το λαιμ. Το σκοιν εναι σαν ζωνταν βρεμνο πρμα, σιχαμερ. Το πετ πλι. Βγζει και την ταμπλα με τα γρμματα απ' το στθος του. Η αδερφ της Θβας βλπει για τελευταα φορ το πρσωπο. Τα μουσκεμνα μαλλι πφτουν στο μτωπο, σκεπζουν τα μτια. Με τα λασπωμνα της δχτυλα στρνει τα μαλλι, λευτερνει τα μτια. Τα δχτυλα μνουν. Λγο λσπωσε το μτωπο. Τα δχτυλα το καθαρζουν το χαδεουν, μια. Ακμα μια. στερα αργ το σκεπζουν με το χμα.
     Σηκθηκαν ρθιες. Ο ιδρτας τρεχε απ' τα αγριεμνα πρσωπ τους. Ανσαιναν βαθι. 'Αξαφνα ακοστηκε, μες στη θολορα, σκληρς, επμονος κρτος. Ολονα πλησαζε.
 -"Αυτ εναι", λει η κρη της Θβας. "λα! ρχεται ο γερμανς".
     Η μοτοσυκλτα ακουγταν καθαρ, πλησαζε. 'Αρπαξαν η μια την λλη απ' το χρι, χμηξαν απ' την αντθετη διεθυνση προς το μρος του φορτηγο. μεινε στο χρο του πεκου, ρημο, πνω στον τφο, το μαχαρι που κοψε το σκοιν. Γυλιζε. Και το πεκο κουνοσε τα φλλα.
     Πρφτασαν να κρυφτονε πσω απ να βρχο. Εδαν το γερμαν να κατεβανει απ' τη μοτοσικλτα, να προχωρε στο πεκο, ξαφνιασμνος να κοιτζει: το πεκο, τον τπο γρω. Εδε το κομμτι του σκοινιο που εχε μενει στο πεκο να κρμεται, στερα εδε το λκκο. Πλησασε. Εδε το μαχαρι, τη θελι του σκοινιο, την ταμπλα, αφημνα εκε, ξω απ' το λκκο. Πρε το μαχαρι, ανβηκε στη μοτοσυκλτα, φυγε βιαστικ να πει να δσει το μανττο.
 -"Πει να το πει! Ας φγουμε! Ας φγουμε γλγορα απ δω"!
 -"Πο να πμε; Πο λες να πμε";
 -"λα στο φορτηγ μας! λα κι εσ"!
     Φτσαν λαχανιασμνες, αλλοσοσουμες στο φορτηγ. Τα παιδι φναζαν.
 -"Τ εναι; Γιατ εσαι τσι;" ρωτοσε η γυνακα της Θρκης τη Καστοριαν. "Τ παθες";
 -"Τποτα! Τποτα"!
 -"Ποι εν' αυτ";
 -"Τποτα. Εναι μια κοπλα απ' τα μρη εδ, απ' τα μρη της Θβας". Και στρφοντας σ' αυτν: "λα πνω", της λει και τη βοηθ ν' ανβει στο αυτοκνητο.
 -"Χριστ και Παναγα! Δε φαινσαστε καλ!" λει η γυνακα της Θρκης. "Εσαστε καταλασπωμνες. Τ γινε";
 -"Τποτα. Τποτα".
     Τα παιδι της Καστοριανς ρωτοσαν αν τους φερε τποτα να φνε. ταν σα χαμνη, ο νους της γριζε αλλο, τρεμε. Η πρξη ρχιζε τρα μλις, να κνει το ργο της μσα της, χυνε το δος κματα-κματα.
 -"Ναι..., ναι...", λεγε στα παιδι της να τα ησυχσει. "Σωπστε τρα. Το βρδυ θα φτε. Το βρδυ".
 -"Εγ λω, εσ κρη μου εσαι για τα σδερα", κνει η γρια της Θρκης. "Δεν κθεσαι, λω, να δεις τα μωρ σου; Τ κνεις μ' αυτ τα πνε κι λα; Και τοτη εδ τ θλει";
 -"Εναι απ τη Θβα. Θα τη προυμε σαμε τη Θβα".
 -"Να δομε τι λει κι ο νθρωπος που ορζει το αυτοκνητο! Τρα κνεις κουμντο και στο ξνο πρμα";
 -"χι δεν κνω κουμντο. μως, πο εναι αυτς; Ακμα δε φνηκε";
 -"Ακμα. Μου φανεται πως θα ξενυχτσουμε εδων".
     Η ρα περν. Πλι εναι ησυχα μες στο φορτηγ. Στο δρμο ξω περνον τ' αυτοκνητα, γλιστρον, φεγουν. Πλι βρχει λγο.
 -"Θαρρ πως θα ξενυχτσουμε εδων..."
     Σιγ-σιγ η λξη σχηματζει κκλους, τους μεγαλνει, ολονα. Να ξενυχτσουν εκε; Η αδερφ της Θβας σα να συνεφρνει, μλις. Σα να εχε γνει να κεν ανμεσα σ' αυτ και στο ργο της. Και τρα, πλι γυρζει η μνμη της να δεθε με την πρξη.
«Να ξενυχτσουν εκε; Επε να ξενυχτσουν
 -"Τ επε; Τ επε;" λει η γυνακα της Καστορις.
 -"Επε, μπας και δε προφτσει ο οδηγς να σιξει τη μηχαν πριν νυχτσει. Μπας και μενουμε τη νχτα εδ".
 -"Εδ; Να μενουμε εδ; Πλι σ' αυτ";
     Δεν πρλαβε ν' αποτελεισει τη σκψη της. να κρτος επμονος, βαρς, ολονα πιο ευδικριτος ρχισε να φτνει απ’ το μρος του δρμου της Θβας. Δεν ταν αυτοκνητο. ταν σαν εκενον τον λλο, τον γνριμο, τον δεμνο με την γρια πρξη τους. Μνο που τοτος ταν πιο δυνατς, πιο πυκνς.
 -"Ακος";
 -"Ναι", λει η Καστοριαν. "Τ εναι";
 -"'Ακουσε καλ"!
 -"Ακοω! Ακοω! Λες να εναι..."; Λγο στθηκε: "Λες να εναι αυτς, ο πριν";
     ξαλλη πετχτηκε η κρη:
 -"Εναι αυτς σου λω! Δεν εναι αυτς μονχα! Εναι πολλο! ρχουνται! Εναι πολλο, κι ρχουνται"!
     Οι κρτοι απ πολλς μοτοσυκλτες που πλησαζαν δεν φηναν τρα καμι αμφιβολα.
 -"ρχουνται οι γερμανο! Πρπει να φγω! Θα με πισουν"!
     Τα μωρ ξεσηκθηκαν, οι Θρακιτισσες, ρωτοσαν με αγωνα:
 -"Τ εναι αυτ που λες; Τ εναι αυτ; Τ γερμανο λει και τ φοβται";
 -"ρχουνται οι γερμανο! Πρπει να φγω!" φναζε η Θηβαα. "Φγε κι εσ!" φναζε στην Καστοριαν. "Φγε"!
     Χμηξε προς τη μποκα του αυτοκιντου.
Την δια στιγμ να λλο φορτηγ φνηκε να ρχεται απ' τη Θβα τραβντας για τη Λιβαδει. ταν σαρβαλο, Aγκομαχοσε ν' ανοξει σο γνεται ταχτητα.
 -"Τ καθσαστε εδ!" φναξε ο οδηγς στο σταματημνο φορτηγ. "ρχουνται οι γερμανο! Θψαν τον κρεμασμνο, κι ρχονται! Θα σας σκοτσουν αν σας βρουν"! Επε, χθηκε.
     Η ανασττωση πια μες στο φορτηγ ταν μεγλη.
 -"Παναγα μου! Τ εν' αυτ για κρεμασμνους και για γερμανος;" λεγε η γυνακα της Θρκης.
 -"Βιαστετε! Βιαστετε!" φναξε η αδερφ της Θβας, κατεβασμνη κτω. "Κντε γλγορα"!
 -"ρχουμαι! ρχουμαι!" μζευε τα παιδι της η Καστοριαν. Τους βαζε απ να μπγο στο χρι, αυτ πρε δυο χρμια τους και το ταγρι. Ασυνασθητα, μηχανικ. "'Αειντε κι εσες!" φναζε στις Θρακιτισσες. "'Αειντε κι ρχουνται κι εναι φβος! Κντε γλγορα"!
 -"Αχ, Παναγα μου, τ εναι πλι τοτο; Τ εναι πλι τοτο;" λεγε η γυνακα της Θρκης κατεβζοντας τα δυο παιδι της.
     Πραν λοι στα χρια τους ,τι ταν πιο πρχειρο, κατεβκαν. Οι κρτοι απ' τις μοτοσυκλτες ταν πια κοντ. που να 'ναι θα φτναν στη στροφ του δρμου.
 -"Απ δω! Απ δω"!
     Η Θηβαα, ξροντας τα κατατπια, πεσε πρτη μες στο χωρφι απ' τα ζερβ του δρμου. Το βρεμνο χμα ταν δσκολο, κολνοσε στα πδια τους.
 -"Ελτε! Ελτε"!
     Τρχαν. Τρχαν.
 -"Να προφτσουμε να πμε κει! Εκε θα μας κρψει ο βρχος. Να προφτσουμε το βρχο"!
     Στο μικρ λφο που υψωνταν εκε, ο μαρος βρχος σφνταζε. Η βροχ εχε σταματσει, το ποσι αραωνε. Κι οι κρτοι απ’ τις μοτοσυκλτες σπασαν. Σγουρα οι γερμανο θα εχαν φτσει στο τπο του πεκου. Τρα θα εξταζαν. που να 'ναι θ' ρχιζαν να κνουν ρευνες γρω.
     Το μικρ κοπδι των κυνηγημνων λαχανιασμνο φτασε στο βρχο. Η γρι βλαστημοσε και καταριταν.
 -"Α, που να σας πρει ο τρισκατρατος! Α, που να σας πρει η κατρα!" λεγε στις δυο γυνακες. "Σε τ μπελδες μας βλατε! Ξεβουλστε το και πστε μας: Τ γινε; Γιατ φγαμε";
 -"Μλησε λοιπν! Τ εναι;" λεγε κι η λλη, η γυνακα της Θρκης. "Πες μας τ εναι; Για τ κρεμασμνο λεγε αυτς; Τ λεγε";
 -"Κοιτξτε κει! Κοιτξτε!" επε η αδερφ της Θβας.
     Προστατεμνες πσω απ' το μεγλο βρχο κοταζαν. Ο δρμος απ κει θα 'ταν σαμε οχτακσια-χλια μτρα μακρι. Οι γερμανο, με τα πλα στο χρι, προχωροσαν στο δρμο, ψχναν. νας-δυο φησαν το δρμο, μπκαν λγο μες στα πλαν χωρφια, κοταζαν τα χαντκια, γριζαν. Φτσαν στο ρημο φορτηγ. Το τριγρισαν. νας ανβηκε μσα. Κποιος λλος τρβηξε πηγανοντας πσω, να ειδοποισει τον αξιωματικ τους. Γρισαν με τον αξιωματικ. Κουβντιαζαν. Φανεται πως παρναν απφαση. νας στρατιτης ανβηκε στο φορτηγ, κτι κατβασε, απ κει. στερα ρχισε να φρνει βλτα γρω, κουνοσε τα χρια του, κτι κανε. Σα να ριχνε κτι στο φορτηγ.
 -"Τ κνουν;" αναρωτιταν στο βρχο, μη μπορντας να ξεχωρσουν καθαρ το τι γινταν.
    Σε λγο οι φλγες τινχτηκαν, τλιξαν το φορτηγ.
 -"Θε μου"!
 -"Βλαν φωτι! Βλαν φωτι"!
 -"Το κανε"!
 -"Το κανε! Χαθκαμε"!
     Τα τελευταα υπρχοντ τους καγονταν μες στο φορτηγ. ,τι εχαν πρει πριν απ λγο στη βιασνη τους, το βλπαν τρα πως ταν ασμαντο.
 -"Εμαστε γυμνο πια! Πμε σε ξνο τπο ολγυμνοι"!
 -"Θε μου, γιατ μας τυραννς τσο; Τ κναμε, Θε μου"; Ολοφρονταν οι Θρακιτισσες. Κλαγαν τα παιδι. Κοταζαν τη φωτι και κλαγαν.
 -"Α, εσ διαολπραμα!" μογκριζε η γρια στρφοντας στην κρη της Θβας. "Εσ 'σαι ο ατιος! Κανες δε μου το βγζει απ' το μυαλ μου πως εσ εσαι! Τ θελες, φδι, και βρθηκες στο δρμο μας";
     Χμηξε απνω της, την ρπαξε απ' τα μαλλι, σερνε τα νχια της στα μγουλ της.
 -"Διαολπραμα! Κουτβι! Ποι οργ σ' στειλε μπροστ μας; Ποι κατρα";
 -"Μη! Μη!" χθηκε να τη γλιτσει η Καστοριαν. "Μη, κι εναι κρμα πια", λεγε. "Φτνει η πκρα της πια. Φτνει και ξεχελισε! Εγ το 'καμα. Εγ".
     Η κρη της Θβας κθεται εκε, με τα μαρα της μαλλι, με το χλωμ της πρσωπο, ασλευτη, να τη δρνουν, να τη σκζουν. Δεν κανε καμα κνηση να προφυλαχτε. Τποτα. Μνο κλαιγε σιγαν, τα δκρυα τρχαν στο ατραχο πρσωπο.
 -"Μη σου λω! Μη!" φναζε ξαλλη η γυνακα της Καστορις. "Εγ το 'καμα σου λω! Εγ φταω! Εγ τον ξεκρμασα"! ταν απθανο, αυτ η σιγαν, η μερη παρξη, τσι που ξαφνικ εχε στυλωθε και πλευε και φναζε: "Εγ φταω σας λω! Εγ τον ξεκρμασα! Εγ"!
     Τ επε; Τον ξεκρμασε επε; Τα χρια της γρις που χτυποσαν την κρη της Θβας λθηκαν, την φησαν.
 -"Τον ξεκρμασες επες; Ποιν ξεκρμασες"; βλεπε την Καστοριαν κατματα.
 -"Τον ξεκρμασα, επα! Αυτν που κρμασαν οι γερμανο! Τον ξεκρμασα και τον θαψα. Κι οι γερμανο θα σκοτσουν αυτν που τον θαψε. Θα σκοτσουν ποιον βρουν"!
     Χθηκαν τα παιδι της απνω της.
 -"Μνα μου! Μνα μου"!
 -"Το καμες αυτ; Το καμες αυτ;" στεκταν σα χαζ και τη κοταζε η γρι.
 -"Το καμα! Το καμα"!
 -"'Αχου τρισκατρατη! 'Αχου δαιμονισμνη! 'Αχου, που να σε πρει η κλαση! Και τ σ' νοιαζε εσνα για κρεμασμνους";
 -"Τ καθμαστε, λοιπν; Τ καθμαστε;" φναξε η γυνακα της Θρκης. "Πμε να φγουμε και θα μας φτσουν! Πμε να φγουμε"!
     Με τον τρμο στα μτια, με χρια που τρμαν σκωσαν τα λγα πρματα που εχαν πρει μαζ τους.
 -"Πο να πμε; Προς τα πο να πμε";
     λα τα μτια ταν γυρισμνα στην αδερφ της Θβας. Ατραχη πντα, κοταζε χαμηλ τον καπν. Λγο πρα απ' τον καπν, τον τπο του πεκου. Σα να ταν ξνη εκε.
 -"Εσνα λω! Πο να πμε! Προς τα πο να πμε";
 -"Απ δω", επε σιγαν. Πλι: "Απ δω εναι το βουν". Πλι: "Απ δω εναι το βουν μας".
     Ττε λοι σκωσαν τα μτια, το κοταξαν. Στρεη γραμμ, γυμν, ατραχη.
     Ολονα το βρδυ ερχταν. Βδιζαν σιωπηλο. Μπροστ η αδερφ της Θβας, πσω τα πρσωπα της Θρκης, τα πρσωπα της Καστορις. Πλησαζαν το βουν. Στους βρχους του, στα φαργγια του κποτε εχε ακουστε η σπαραχτικ κραυγ. Ο τυφλωμνος Οιδποδας πορευταν για τον Κολων. Ο Οιδποδας χθηκε. μως ο θρνος μνει στο βουν δεμνος με τους βρχους.
     Περιμνει...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers