Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Παγκόσμιο Θέατρο

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Dostoyevsky Fyodor Mikhailovich: Ιδιοφυής Ονειροπόλος Δυνατός

 
                             Φιοντόρ Ντοστογιέφσκη

                                     Βιογραφικό

     O Φιοντόρ Ντοστογιέφσκη γεννήθηκε 30 Οκτώβρη 1821 στη Μόσχα, σ' ένα νοσοκομείο για φτωχούς, 2ος από 7 παιδιά στην οικογένεια. Μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Μιχαήλ έκαναν τη στοιχειώδη εκπαίδευση σε σχολείο στη Μόσχα. Μετά το θάνατο της μητέρας του το 1837, μετακόμισε με τον αδελφό του στην Αγία Πετρούπολη. Την επόμενη χρονιά μπαίνει να σπουδάσει μηχανικός στη στρατιωτική ακαδημία, όχι όμως κι ο αδερφός του. Το 1839 ο πατέρας του δολοφονείται ενδεχομένως από τους δουλοπάροικούς του στο κτήμα του, στη Chermashnya, στην επαρχία της Tula. Αποφοιτά από τη σχολή το 1843 , σαν υπολοχαγός. Μεταφράζει στα ρωσικά την "Ευγενία Γκραντέ" του Μπαλζάκ.
     Το 1844 εξέδωσε το λογοτεχνικό του ντεμπούτο "Οι Φτωχοί", με το οποίο έγινε από την πρώτη στιγμή γνωστός, αποσπώντας θετικές κριτικές από τους σύγχρονούς του. Την επόμενη χρονιά γνωρίζεται και συνάπτει φιλία με τον ισχυρό κριτικό Vissarion Grigorievich Belinsky. Το 1847 συμμετείχε στους κύκλους των επαναστατών. Το 1949 δημοσιεύει τη "Νιέτοτσκα", αλλά παρουσίασε ένα απαγορευμένο κείμενο του κριτικού Μπελίνσκι προς τον Νικολάι Γκόγκολ. Αφού τον κατέδωσαν, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Πρώτες κρίσεις επιληψίας. Ο τσάρος Νικόλαος Ι ωστόσο του χάρισε τη ζωή και τον εξόρισε σε καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία -όπου θα εκτίσει 4 χρόνια στο Ομσκ (1850-54)- κι αργότερα σε καταναγκαστική στρατιωτική θητεία (1854-59) στο Semipalatinsk. Από τον στρατό απαλλάχθηκε λίγα χρόνια αργότερα, αφού υπέφερε από βαριές κρίσεις επιληψίας. Γάμος με τη χήρα Marya Dmitrievna Isaeva το 1857. Το ζεύγος επιτρέπεται για να κατοικήσει στην ευρωπαϊκή Ρωσία το 1859. Έτσι επιστρέφει το 1859 στην Αγία Πετρούπολη, μαζί με τη σύζυγό του, όπου από επαναστάτης μετατρέπεται σε συντηρητικό Χριστιανό.
     Από κείνο τον καιρό κι έπειτα ασχολήθηκε σχεδόν αποκλειστικά με τη συγγραφή των έργων του, ενώ παράλληλα εξέδωσε μαζί με τον αδελφό του ένα περιοδικό, το Επόκ . Στη συνέχεια ταξίδεψε για αρκετό καιρό στην Ευρώπη, (Γαλλία, Ελβετία, Βρετανία κλπ) όπου έχασε την περιουσία του στο τζόγο. Λίγο καιρό μετά πέθαναν όλα τα οικεία του πρόσωπα, ο αδελφός του κι η γυναίκα του το 1864 κι ο καλύτερός του φίλος. Την επόμενη χρονιά απαγορεύεται η κυκλοφορία του Επόκ, λόγω αντιπατριωτικών άρθρων. Το 1866, έχει δημοσιεύσει τα: "Έγκλημα & Τιμωρία" και τον "Παίκτη", βιβλίο που στηρίζεται και σε προσωπικά του βιώματα από τον τζόγο κι η Polina Suslova αρνείται τη πρόταση γάμου που της κάνει. Το 1867 παντρεύεται την Anna Grigorievna Snitkina. Από τα χρέη αναγκάστηκε να φύγει για κάποιο διάστημα από τη Ρωσία, στην οποία επέστρεψε το 1871. Στη διάρκεια του ταξιδιού του, μαζί με τη σύζυγό του, επισκέφτηκε τη Δ. Ευρώπη. Ζούνε στη Γενεύη για ένα χρόνο, έπειτα Φλωρεντία, Βιέννη, Πράγα και τελικά Δρέσδη. Το 1868 δημοσίευση του "Ηλίθιου" και το 1870 του "Αιώνιου Συζύγου".
     Μετά την επιστροφή του, εξακολουθεί να γράφει πυρετωδώς και παράλληλα να δημοσιεύει ένα είδος ημερολογίου σ' ένα εβδομαδιαίο περιοδικό, τον Πολίτη. Το 1874 συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ξανά γιατί παραβιάζει τους κανόνες λογοκρισίας. Το 1877 δημοσιεύει "Το Όνειρο Ενός Γελοίου Ανθρώπου", στα 1879-80, τους "Αδερφούς Καραμαζόφ". Τον Ιούνιο του
1880 γράφει κι απαγγέλλει το διάσημο λόγο για τον Πούσκιν στον εορτασμό του στη Μόσχα και προκαλεί παραλήρημα στα πλήθη που 'χανε συρρεύσει για να παρακολουθήσουνε.
     Το τέλος της ζωής του πέρασε ήσυχα και πέθανε 28 Γενάρη 1881 από πνευμονικό οίδημα, σ' ηλικία 60 ετών και στη κηδεία του, 1η Φλεβάρη στο Κοιμητήρι Aleksandr Nevsky Monastery, παρίσταντο πάνω από 60.000 άτομα.

-------------------------------------------------------------------

                               Ένας Τίμιος Κλέφτης


     Ένα πρωί, την ώρα που ήμουν έτοιμος να φύγω για την υπηρεσία μου, ήρθε η Αγκραφιένα, που 'κανε χρέη μαγείρισσας, πλύστρας κι οικονόμου, και προς μεγάλη μου έκπληξη μου 'πιασε τη κουβέντα. Ήτανε τόσο λιγομίλητη γυναίκα, που έξι χρόνια τώρα, εκτός από τη καθημερινή συζήτηση που κάναμε σχετικά για το τι θα μαγειρέψει για το βράδυ, δε μου 'χε πει καμίαν άλλη λέξη.

 -"E, λοιπόν, κύριε, ήθελα να σας πω", άρχισε ξαφνικά, "ότι δε θα ήταν άσχημα να νοικιάζατε το καμαράκι".

 -"Ποιό καμαράκι";

 -"Αυτό, πλάι στη κουζίνα. Ποιό άλλο";

 -"Γιατί";

 -"Γιατί; Γιατί ο κόσμος νοικιάζει δωμάτια. Για τί άλλο";

 -"Και ποιός θα το νοικιάσει";

 -"Ποιός θα το νοικιάσει! Κάποιος νοικάρης, ποιός άλλος";

 -"Εκεί ούτε ένα κρεβάτι δε χωρά να βάλεις, είναι πολύ στενάχωρα. Ποιός θα πάει να ζήσει κει μέσα; Και γιατί να ζήσει κει μέσα";

 -"Μόνο για έναν ύπνο μπορεί να πηγαίνει, θα ζει στο παράθυρο".

 -"Ποιό παράθυρο";

 -"Λέτε και δε ξέρετε! Στο παράθυρο του διαδρόμου. Εκεί θα κάθεται και θα ράβει ή θα κάνει ό,τι άλλο θέλει, τέλος πάντων. E, μπορεί να κάθεται και στη καρέκλα. 'Έχει καρέκλα και τραπέζι. Απ' όλα έχει".

 -"Και ποιός είναι αυτός";

 -"Α, ένας εξαιρετικός άνθρωπος και κοσμογυρισμένος... Θα του μαγειρεύω εγώ. Για το δωμάτιο και για το φαγητό θα του παίρνω τρία ασημένια ρούβλια το μήνα".

     Τελικά, ύστερα από πολλές προσπάθειες, έμαθα ότι ένας μεσόκοπος άντρας είχε καταφέρει με κάποιον τρόπο να πείσει την Αγκραφιένα να τον πάρει νοικάρη και να του μαγειρεύει. Κι όταν της Αγκραφιένας της μπει κάτι στο μυαλό, δεν της το βγάζεις με τίποτα· ήξερα ότι, αν διαφωνούσα δε θα μ' άφηνε σ' ησυχία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν δε γινότανε το δικό της, γινόταν ξαφνικά σκεπτική, έπεφτε σε βαθιά μελαγχολία κι αυτό δε της περνούσε εύκολα. Κρατούσε δυο-τρεις βδομάδες. Στο μεταξύ το φαγητό δεν τρωγότανε, τα ρούχα χάνονταν, το πάτωμα βρώμιζε, κοντολογίς η κατάσταση γινότανε φοβερά δυσάρεστη. Είχα παρατηρήσει από καιρό πως αυτή η σιωπηλή γυναίκα δεν ήτανε σε θέση να καταλήξει σε κάποια απόφαση, να 'χει μιαν οποιαδήποτε δική της, προσωπική κι ολοκληρωμένη γνώμη. Αν όμως στο μικρό μυαλό της σχηματιζόταν με κάποιον τυχαίο τρόπο κάτι που να μοιάζει με ιδέα, με πρωτοβουλία, τότε το να της αρνηθείς σήμαινε να της νεκρώσεις τη ψυχή για αρκετό χρονικό διάστημα. Γι' αυτό λοιπόν, επειδή πάνω απ' όλα θέλω την ησυχία μου, συμφώνησα ευθύς μαζί της.

 -"Είναι τουλάχιστον εντάξει η ταυτότητά του, το διαβατήριο και τ' άλλα σχετικά χαρτιά του";

 -"Βέβαια, βέβαια, είναι. Σας είπα είναι θαυμάσιος άνθρωπος, κοσμογυρισμένος κι υποσχέθηκε ότι θα δίνει κάθε μήνα τρία ασημένια ρούβλια".

     Την άλλη κιόλας μέρα στη φτωχική εργένικη κατοικία μου εμφανίστηκε ο νέος ένοικος. Το γεγονός δε με στενοχώρησε, αντίθετα μάλιστα, μέσα μου χαιρόμουν. Ως τώρα, ζω μοναχική ζωή. Είμαι ένας σωστός ερημίτης. Δεν έχω σχεδόν κανένα γνωστό, έξω βγαίνω σπάνια. Έχοντας ζήσει δέκα χρόνια μόνος κι έρημος, συνήθισα στη μοναξιά. Αλλά να ζήσω δέκα, δεκαπέντε ή και παραπάνω χρόνια στην ίδια απομόνωση, με την ίδια Αγκραφιένα, στο ίδιο εργένικο διαμέρισμα είναι αρκετά άχαρη περίπτωση. Αφού λοιπόν ήταν έτσι τα πράγματα, ένας καινούριος ήσυχος άνθρωπος στο σπίτι μου ήταν ευλογία Θεού.
    
Η Αγκραφιένα δε μου 'πε ψέματα. Ο νοικάρης ήτανε πράγματι κοσμογυρισμένος άνθρωπος. Το διαβατήριό του έλεγε πως ήταν απόστρατος στρατιώτης. Αυτό το 'χα καταλάβει και πριν δω το διαβατήριο, ρίχνοντας στον ίδιο μια ματιά. Πάντως, ο Αστάφι Ιβάνιτς έτσι λεγόταν ο νοικάρης μου ήταν από τους καλούς του είδους. Περνούσαμε καλά. Το καλύτερο όμως απ' όλα ήταν ότι ο Αστάφι Ιβάνιτς άρχιζε κάθε τόσο να μου διηγείται ιστορίες από τη ζωή του. Στη χρόνια βαρεμάρα της ζωής μου, ένας τέτοιος αφηγητής ήτανε θείο δώρο.

     Μια μέρα μου διηγήθηκε κάποια από τις ιστορίες του, που μου 'κανε μεγάλην εντύπωση. Να όμως με ποιά αφορμή μου τη διηγήθηκε: Έτυχε μια φορά να 'μαι μόνος στο σπίτι, έλειπε ο Αστάφι κι η Αγκραφιένα. Ξάφνου άκουσα από το άλλο δωμάτιο κάποιον να μπαίνει στο σπίτι και τα βήματά του δε μου φανήκανε γνώριμα. Βγήκα στο διάδρομο κι είδα ένα νεαρό, μετρίου αναστήματος· παρά το έντονο φθινοπωρινό κρύο φορούσε μόνον ένα πουκάμισο.

 -"Τί θες;" τον ρώτησα.
 -"Τον Αλεξαντρόφ, τον υπάλληλο, εδώ μένει";
 -"Κάποιο λάθος κάνεις, νεαρέ, άντε, γεια σου".
 -"Μα πώς. Ο θυρωρός μου είπε ότι εδώ είναι", είπε ο
επισκέπτης, οπισθοχωρώντας σιγά-σιγά προς τη πόρτα.
 -"Πήγαινε, κύριε, τράβα στη δουλειά σου".
     Την επομένη το απόγευμα, την ώρα που με τον Αστάφι
προβάραμε τη ρεντιγκότα μου, για να της κάνει κάποιες επιδιορθώσεις, μπήκε πάλι κάποιος στο διάδρομο. Πήγα κι άνοιξα τη πόρτα. Ήταν ο χτεσινός κύριος. Μπρος στα μάτια μας, πήρε τη καπαρντίνα μου από τη κρεμάστρα μ' όλη του την άνεση, την έχωσε κάτω απ' τη μασχάλη κι έγινε άφαντος. Όλη αυτή την ώρα η Αγκραφιένα τον κοιτούσε μ' ανοιχτό το στόμα και δεν έκανε καμιά κίνηση για να τον εμποδίσει. Ο Αστάφι Ιβάνιτς όρμησε πίσω από τον κλέφτη και δέκα λεπτά αργότερα γύρισε καταϊδρωμένος και μ' άδεια χέρια. Ο κλέφτης είχε εξαφανιστεί, λες κι άνοιξε η γη και τον κατάπιε!

 -"Ε λοιπόν, τη πατήσαμε, Αστάφι Ιβάνιτς", του είπα. "Πάλι καλά που μας έμεινε και το παλτό! Θα μας είχε γδύσει τελείως ο παλιοκλέφτης"!
     Αλλά ο Αστάφι Ιβάνιτς τα \χε τόσο χαμένα, ώστε κι εγώ ο ίδιος, κοιτάζοντάς τον, ξέχασα τη κλοπή. Δεν μπορούσε να το χωνέψει με τίποτα. Κάθε τόσο σταματούσε τη δουλειά του και ξανάρχιζε να διηγείται από την αρχή πώς έγιναν όλα, πώς εκεί, μπροστά στα μάτια μας, μας πήρανε τη καπαρντίνα, πώς ήρθανε τα πράματα έτσι που να μη καταφέρει να συλλάβει τον κλέφτη. Υστέρα από λίγο ξανάπιανε τη δουλειά, για να την αφήσει ξανά σε λίγο και να μου τα ξαναδιηγηθεί όλα φτου κι απ' την αρχή. Στο τέλος σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο για να του πει τι είχε γίνει και για να του βάλει τις φωνές που αφήνει να γίνονται τέτοια πράγματα μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Γύρισε έπειτα κι έστησε ένα μικρό καβγά με την Αγκραφιένα. Υστέρα ξανάπιασε τη δουλειά του και για πολλήν ώρα ακόμη μουρμούριζε για το πώς έγινε όλη αυτή η ιστορία, ότι αυτός στεκόταν εδώ, ενώ εγώ εκεί, και να! μπρος στα μάτια μας, μας έκλεψε. Με λίγα λόγια ο Αστάφι Ιβάνιτς ήξερε να κοιτά τη δουλειά του, παράλληλα όμως ενδιαφερότανε πραγματικά κι υπέφερε για τον άλλο.

 -"Μας κοροϊδέψανε, Αστάφι Ιβάνιτς κι εσένα κι εμένα", του είπα το βράδυ, προσφέροντάς του ένα φλιτζάνι τσάι. Ήθελα έτσι, από βαρεμάρα να τον προκαλέσω, ώστε να ξαναρχίσει την αφήγηση για τη κλοπή της καπαρντίνας, που από τη συχνή επανάληψη αλλά και την ειλικρίνεια του αφηγητή είχε αρχίσει να γίνεται εξαιρετικά κωμική.

 -"Μας κοροϊδέψανε, κύριε. Και παρόλο που δε κλέψανε δικό μου ρούχο, η στενοχώρια μου δε λέγεται. Νομίζω πως στον κόσμο ολόκληρο δεν υπάρχουν πιο σιχαμένοι άνθρωποι από τους κλέφτες. Και καλά, μπορεί καμιά φορά κανείς να κλέψει τίποτα άχρηστο· τούτος εδώ όμως σου 'κλεψε τον καρπό του μόχθου σου, τον ιδρώτα που 'χυσες, για ν' αγοράσεις τη καπαρντίνα αυτή. Τον κερατά, φτου του! Να, τα λέω πάλι και μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Καλά σεις, κύριε, δε λυπάστε για τη καπαρντίνα σας";

 -"E, βέβαια, Αστάφι Ιβάνιτς. Αν είναι να πάρει πράμα δικό μου ο κλέφτης, προτιμώ να του βάλω φωτιά και να το κάψω".

 -"Έτσι είναι! Βέβαια, κλέφτης από κλέφτη διαφέρει. Μου 'τυχε κάποτε μια περίπτωση, κύριε, να πέσω και σε τίμιο κλέφτη".

 -"Τίμιο; Και ποιός κλέφτης είναι τίμιος, Αστάφι Ιβάνιτς";

 -"Αυτό είναι αλήθεια, κύριε! Κλέφτης τίμιος δε γίνεται. Ήθελα μόνο να πω πως εκείνος ήταν μάλλον τίμιος άνθρωπος κι όμως έκλεψε. Ήτανε κρίμα απ' το Θεό, ο καημένος".

 -"Πώς έτσι, Αστάφι Ιβάνιτς";

 -"Που λέτε λοιπόν, κύριε, ήταν πριν από δυο, περίπου, χρόνια, που 'τυχε να μείνω χωρίς δουλειά γύρω στον ένα χρόνο. Όσο ακόμα δούλευα, είχα γνωρίσει ένα χαμένο κορμί. Είχαμε γνωριστεί στο καπηλειό. Ήταν ένας φοβερός μεθύστακας, ένα παράσιτο, ένας χαραμοφάης. Πρώτα δούλευε κάπου, αλλά τον είχανε διώξει χρόνια τώρα, επειδή έπινε πολύ. Το πώς ήταν ντυμένος δε περιγράφεται! Καμιά φορά αναρωτιόμουν αν φορούσε πουκάμισο κάτω απ' το παλτό. Μια δεκάρα να 'βρισκε, πήγαινε αμέσως και την έπινε. Δεν έκανε όμως φασαρία· ήταν ήσυχος χαρακτήρας, καλόκαρδος, γλυκομίλητος και ντροπαλός, ποτέ του δε σου ζητούσε τίποτα. Αλλά, βέβαια, έβλεπες μόνος σου πόσο ήθελε να πιει, ο καημένος, και τον κερνούσες. Έτσι λοιπόν τον γνώρισα η μάλλον εκείνος μου έγινε κολλιτσίδα. Ήταν αφοσιωμένος σαν σκυλάκι. Όπου και να πήγαινες να σου κι αυτός από κοντά. Και να σημειώσεις ότι τον είχα δει όλο κι όλο μια φορά.

     Στην αρχή τον άφησα να μείνει μια νύχτα στο σπίτι μου· είδα που το διαβατήριό του ήταν εντάξει και είπα, ας έρθει ο άνθρωπος! Ύστερα, τη δεύτερη μέρα, πάλι τον άφησα να κοιμηθεί σπίτι μου-κι έρχεται και η τρίτη μέρα. Όλη τη μέρα αυτή τη πέρασε μπρος στο παράθυρο, το βράδυ έμεινε πάλι στο σπίτι. Ωραία, σκέφτηκα: τον ποτίζω και τον ταΐζω εγώ κι από πάνω μου κοιμάται και στο σπίτι μου, λες και δε μου έφτανε η δικιά μου η φτώχεια, απέκτησα και οικότροφο!
     Αυτός και πριν, όπως τώρα κι εγώ, έμενε στο σπίτι κάποιου υπάλληλου· του είχε κολλήσει κι όλη την ώρα τα πίνανε οι δυο τους. Εκείνον, τελικά, τον πέθανε το πολύ πιοτό. Τον δικό μου λοιπόν οικότροφο τον έλεγαν Γιεμελιάν Ιλίτς Γιεμελιέι. Κάθισα κάτω κι έστυβα το μυαλό μου, να βρω τι κάνουμε τώρα μ' αυτόν. Να τον διώξω ήτανε κρίμα -ντρεπόμουν να διώξω έναν άνθρωπο άθλιο, αξιολύπητο. Κι αμίλητος, ντροπαλός, να μη σου ζητάει τίποτα, να κάθεται μόνος του και να σε κοιτάει στα μάτια παρακλητικά σαν σκυλάκι! Τόσο τον εξαθλιώνει τον
άνθρωπο το πιοτό! Σκεφτόμουν να του πω κάποια στιγμή: άιντε τώρα, Γιεμελιάνουσκα, πήγαινε, τι να κάνεις πια μαζί μου; Σε λίγο κι εγώ δε θα 'χω να φάω, όχι να 'χω να τρέφω κι εσένα. Κάθομαι όμως και σκέφτομαι: τί θα κάνει εκείνος άμα του μιλήσω έτσι; Τον φαντάζομαι πως θα με κοιτάει πολλή ώρα, μόλις ακούσει τα λόγια μου, πως θα κάθεται πολλή ώρα χωρίς να καταλαβαίνει λέξη, πως μετά, αφού θα έχει πια καταλάβει, θα σηκωθεί από τη θέση του, πλάι στο μεγάλο παράθυρο θα πάρει το κόκκινο μπογαλάκι του, που ήταν γεμάτο τρύπες και που ένας Θεός ξέρει τι είχε χωμένο εκεί μέσα και το 'σερνε παντού μαζί του, θα σιάξει όπως-όπως το παλτό του, για να είναι όσο γίνεται ζεστό αλλά και να μη φαίνονται οι τρύπες κι έπειτα θα ανοίξει την πόρτα και θα βγει στη σκάλα με δάκρυα στα μάτια. Κι έτσι να χαθεί ένας άνθρωπος. Δεν είναι κρίμα απ' το Θεό; E, και στο κάτω-κάτω της γραφής, σκέφτηκα, δε μου ήταν και τόσο μεγάλο βάρος! Περίμενε, έλεγα μέσα μου, Γιεμελιάνουσκα, και δε θα κάθεσαι για πολύ ακόμα στο τραπέζι μου, όπου να 'ναι θα πρέπει να φεύγω και τότε άντε να με βρεις.

     Ε λοιπόν, κύριε, πραγματικά αναγκαστήκαμε να φύγουμε: Έρχεται μια μέρα το αφεντικό μου, ο Αλεξάντρ Φιλημόνοβιτς και μου λέει: Έμεινα πολύ ικανοποιημένος από σένα, Αστάφι κι όταν γυρίσουμε απ' το χωριό, δε θα σε ξεχάσουμε. θα σε προσλάβουμε πάλι. Ζούσαμε στην έπαυλή του. Καλό αφεντικό, μα πέθανε τον ίδιο χρόνο. Τους ξεπροβοδίσαμε λοιπόν και κατόπιν μάζεψα τα υπάρχοντά μου, κάτι λίγα χρήματα που είχα μα ζεμένα και πήγα και νοίκιασα μια γωνίτσα στο σπίτι μιας γριούλας. Κάποτε έκανε τη νταντά, αλλά τώρα ζούσε μόνη της με μια μικρή σύνταξη. E, τώρα, λέω, Γιεμελιάνουσκα, φίλε μου, γεια χαρά! δε με βρίσκεις εδώ με τίποτα! Και τι λέτε έγινε, κύριε; Γυρίζω σπίτι το βραδάκι και βλέπω μπρος μου τον Γιεμέλια να στρογγυλοκάθεται πάνω στο σεντούκι μου, με το καρό μπογαλάκι του δίπλα και να με περιμένει... Και μάλιστα για να μη πλήττει είχε δανειστεί ένα θρησκευτικό βιβλιαράκι από τη γερόντισσα και το κρατούσε το πάνω-κάτω, τάχα ότι διάβαζε. E, λοιπόν, σκέφτηκα, γιατί δεν τον είχα διώξει από την αρχή; Κάθομαι λοιπόν, κύριε, και λογαριάζω: πόσο θα μου στοιχίσει αυτός ο τύπος; Λογάριασα, λογάριασα και κατέληξα ότι δε θα μου στοιχίσει και πάρα πολλά. Θα πρέπει, φυσικά, να τρώει. Εντάξει, ένα κομμάτι ψωμί το πρωί και, για να μη το φάει σκέτο, άντε κανένα κρεμμύδι. Και το μεσημέρι πάλι ψωμί και κρεμμύδι θα 'τρωγε. Για βραδινό πάλι κρεμμύδι και κβας και ψωμί, αν θέλει. Κι αν μας τύχει και καμιά λαχανόσουπα, τρώμε κι οι δυο μας. Έτσι κι αλλιώς, είμαστε λιγόφαγοι. Εξάλλου, όπως όλοι ξέρουν, όποιος πίνει, δεν τρώει σχεδόν τίποτα, του φτάνει η βότκα του και το κρασί του. Θα με ξεθεώσει στο πιοτό, σκέφτηκα, αλλά τότε όμως, κύριε, μου ήρθε και μια άλλη σκέψη.

     Σκέφτηκα ότι έτσι κι έφευγε ο Γιεμελιάν, θα γινόμουν δυστυχισμένος στη ζωή μου. Γι' αυτό αποφάσισα εκείνη τη στιγμή να γίνω πατέρας και προστάτης του. Θα τον βγάλω απ' τον κακό δρόμο, σκέφτηκα. Θα τον κάνω να κόψει το πιοτό! Περίμενε και θα δεις, σκεφτόμουν. Εντάξει, Γιεμέλια του είπα, μείνε εδώ, αλλ' από δω κι εμπρός θα με ακούς και θα στηρίζεσαι πάνω μου. Έτσι, λοιπόν, σκεφτόμουν μοναχός μου: θα αρχίσω σιγά-σιγά να του μαθαίνω κάποια δουλειά, αλλά χωρίς πίεση. Ασ' τον στην αρχή να κάθεται κι εγώ στο μεταξύ θα δω για ποια δουλειά είναι κατάλληλος. Γιατί για κάθε δουλειά, κύριε, πρέπει πρώτα να βλέπουμε αν ο άνθρωπος είναι ικανός. Βάλθηκα, λοιπόν, να τον παρατηρώ στα κρυφά. Στην αρχή, τον έπιασα με το καλό.
 -"
Έτσι κι έτσι", του λέω, "Γιεμελιάν Ιλίτς, φτάνει πια, θα πρέπει να κοιτάξεις τι θα κάνεις με τον εαυτό σου, ώστε, να διορθωθείς. Κοίτα πώς γυρνάς, κουρελής και με συγχωρείς που στο λέω, αλλά το παλτό σου είναι γεμάτο τρύπες. Δεν είναι κατάσταση αυτή! Πρέπει να γίνεις άνθρωπος"!
     Ο Γιεμελιάνουσκα κάθεται και με ακούει με σκυμμένο το κεφάλι. Τί να σας πω, κύριε! Είχε φτάσει σε τέτοια κατάσταση απ' το πιοτό, που δεν ήξερε τι έλεγε. Του 'λεγες για αγγούρια και σου απαντούσε για κουκιά! Με ακούει, με ακούει τόσην ώρα, κι έπειτα αναστενάζει:

 -"Τί αναστενάζεις, Γιεμελιάν Ιλίτς";

 -"Έτσι, τίποτα, Αστάφι Ιβάνιτς, μην ανησυχείτε. Να, σήμερα, Αστάφι Ιβάνιτς, δυο γριές τσακώθηκαν στη μέση του δρόμου, γιατί η μια αναποδογύρισε κατά λάθος της άλλης το πανέρι και της σκόρπισε κάτω τα μούρα".

 -"E και λοιπόν";

 -"Μετά η δεύτερη αναποδογύρισε επίτηδες το πανέρι της πρώτης, της σκόρπισε χάμω τα δικά της μούρα κι άρχισε μετά να τα τσαλαπατάει".

 -"E και τί έγινε, Γιεμελιάν Ιλίτς";

 -"Να, τίποτα, Αστάφι Ιβάνιτς, έτσι το 'πα".

     Αχ, Γιεμέλια, πάει τα 'χασες, καημένε μου, απ' το πιοτό, σκέφτηκα.

 -"Κι ένας κύριος, εκεί που πήγαινε στη Σαντόβαγια, του 'πεσε ένα χαρτονόμισμα στο πεζοδρόμιο. Το βλέπει ένας μουζίκος, τυχερό μου, λέει. Και να σου κι ένας άλλος, όχι, δικό μου τυχερό, λέει. Το 'δα πρώτος..."

 -"Λοιπόν, Γιεμελιάν Ιλίτς";

 -"Τσακωθήκαν οι μουζίκοι, Αστάφι Ιβάνιτς. Ήρθε μετά ο χωροφύλακας, έδωσε το χαρτονόμισμα στον κύριο, που του 'χε πέσει και τους μουζίκους τους απείλησε και τους δυο ότι θα τους πάει μέσα".

 -"E, και λοιπόν τί έγινε; Ποιό είναι, τελικά, το συμπέρασμα Γιεμελιάνουσκα";

 -"Έτσι, τίποτα. Ο κόσμος γελούσε, Αστάφι Ιβάνιτς".

 -"Αχ, Γιεμελιάνουσκα! Ο κόσμος! Πούλησες τη ψυχή σου για τρία καπίκια! Και ξέρεις, Γιεμελιάν Ιλίτς, να σου πω κάτι";

 -"Τί, Αστάφι Ιβάνιτς";

 -"Να βρεις μια δουλειά, οποιαδήποτε, αυτό να κάνεις. Χίλιες φορές θα στο πω. Βρες μια δουλειά. Λυπήσου πια τον εαυτό σου".

 -"Και τί δουλειά να βρω, Αστάφι Ιβάνιτς; Εγώ δε ξέρω να κάνω τίποτα. Κανείς δε θα με πάρει εμένα, Αστάφι Ιβάνιτς. Αχ, Γιεμέλια, για το πιοτό σε έδιωξαν απ' τη δουλειά σου! Πρέπει να το σταματήσεις. Σήμερα, φώναξαν στο γραφείο τον Βλας, τον μπουφετζή, Αστάφι Ιβάνιτς".

 -"Και γιατί τον φώναξαν, Γιεμελιάνουσκα";

 -"Δε ξέρω, γιατί τον φώναξαν, Αστάφι Ιβάνιτς. Φαίνεται θα τον χρειάζονταν εκεί, γι' αυτό τον κάλεσαν..."

     Αχ, σκέφτομαι, πάμε χαμένοι με σένα, Γιεμελιάνουσκα! Μας τιμωρεί ο Μεγαλοδύναμος για τις αμαρτίες μας! Πείτε μου, κύριε, πώς να συνεννοηθείς με έναν τέτοιον άνθρωπο; Ήταν όμως παμπόνηρος! Με άκουγε καλά-καλά, κι έπειτα, αφού χόρταινε να ακούει, μόλις έβλεπε πως άρχιζα και θύμωνα, φόραγε το παλτό του και μη τον είδατε! Έλειπε όλη τη μέρα και μου 'ρχότανε το βράδυ τύφλα στο μεθύσι. Ποιός του 'δινε να πιει, πού τα 'βρισκε τα λεφτά, ένας Θεός ξέρει! Πάντως, δεν ήμουν εγώ ο ένοχος!..
 -"
Αμάν πια, Γιεμελιάν Ιλίτς", του έλεγα, "θα το φας το κεφάλι σου! Τέρμα το πιοτό, μ' ακούς; τέρμα! 'Αλλη φορά, άμα μου 'ρθεις μεθυσμένος, θα κοιμηθείς έξω. Δε θα σ' αφήσω να μπεις μέσα"!

     Ακούει ο Γιεμέλια την απόφασή μου και κάθεται μέσα μια μέρα, δυο μέρες... Τη τρίτη τη κοπάνησε πάλι. Περιμένω, περιμένω, άφαντος! E, με ζώσανε πια και μένα τα φίδια. 'Αρχισα ν' ανησυχώ. Τί του έκανα; Σκεφτόμουν. Εγώ τον τρομοκράτησα. Και πού να 'ναι τώρα ο έρημος; Αχ, ας έρθει, Θεέ μου, Σε παρακαλώ ! Νύχτωσε και πουθενά ο Γιεμελιάν... Βγαίνω το πρωί στο κατώφλι, κοιτάζω, και τον βλέπω εκεί και κοιμάται. Ήταν ξαπλωμένος και είχε ακουμπήσει το κεφάλι του σ' ένα σκαλοπάτι· είχε κοκαλώσει από τη παγωνιά.

 -"Τί κάνεις αυτού, Γιεμέλια; Για τ' όνομα του θεού! εδώ βρήκες να κοιμηθείς";

 -"Μα σεις, Αοτάφι Ιβάνιτς, θυμώσατε προχτές, στενοχωρηθήκατε και μου 'πατε πως, αν έρθω ξανά μεθυσμένος θα με βάλετε να κοιμηθώ στη σκάλα. Γι' αυτό κι εγώ δε τόλμησα να μπω μέσα, Αστάφι Ιβάνιτς και ξάπλωσα δω, αφού ήμουν μεθυσμένος. Μ' είχε πιάσει στενοχώρια και δε τόλμησα να χτυπήσω".

 -"Δε κάνεις καμιά άλλη δουλειά, λέω εγώ, Γιεμελιάν, που πας και κοιμάσαι έξω";

 -"Τί άλλη δουλειά, Αστάφι Ιβάνιτς";

 -"Σου λέω, βρε ανεπρόκοπε, να μάθεις να γίνεις ράφτης. Κοίτα σε τι κατάσταση είναι το παλτό σου! Πιάσε τη βελόνα να κλείσεις καμιά τρύπα να γίνεις, επιτέλους, άνθρωπος. 'Αντε, μεθύστακα".

     Κι εκείνος, κύριε, πάει και πιάνει τη βελόνα -εγώ έτσι το 'πα, στ' αστεία, κι εκείνος τα 'χασε και πήρε τη βελόνα. Έβγαλε το παλτό του και προσπάθησε να περάσει τη κλωστή στη βελόνα. Καθόμουν και τον κοίταζα, αλλά πού να τα καταφέρει! Τα μάτια του ήταν υγρά και κατακόκκινα, τα χέρια του τρέμαν, αυτός εκεί! Προσπαθούσε, προσπαθούσε αλλά η κλωστή στη βελόνα δεν έμπαινε! Κι όλο τη σάλιωνε, την έστριβε με τα δάχτυλα, αλλά τίποτα! Τα παράτησε και γύρισε και με κοίταξε...

 -"Τώρα, Γιεμέλια, με υποχρέωσες! Να 'τανε κι άλλοι μπροστά, να μας έβλεπαν, δε θα ήξερα πού να κρυφτώ! Αφού έτσι στο 'πα, βρε αφελή άνθρωπε, γι' αστείο, για να σε πειράξω. Πήγαινε, όπου θες κι ο Θεός να σε φυλά! Αν θες, κάτσε δω, αλλά μη κοιμάσαι στις σκάλες, μη με ντροπιάζεις"!

 -"Και τί να κάνω, Αστάφι Ιβάνιτς; Αφού το ξέρω κι ο ίδιος ότι είμαι πάντα μεθυσμένος και δε κάνω για τίποτα! Μόνον εσάς που κακοκαρδίζω... τον ευεργέτη μου"!
     Κι έτσι όπως άρχισαν να τρέμουν τα χλομά του χείλη, ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο κι έβρεξε τη γενειάδα του. Ξάφνου ξέσπασε σε λυγμούς o Γιεμελιάν μου... Αχ, πατερούλη, σαν να μου μπήξανε το μαχαίρι στην καρδιά.

 -"Αχ εσύ, πονόψυχε άνθρωπε, καθόλου δεν το σκέφτηκα! Πού να το ξέρω, πού να το φανταστώ; Όχι, νομίζω, Γιεμέλια, πως θα σ' αφήσω στην ησυχία σου, να σβήσεις σα το κεράκι"!

     E, λοιπόν, κύριε, ας μη μακρηγορώ. Η όλη ιστορία είναι τόσο άθλια, που δεν αξίζει να τη διηγείσαι. θέλω μόνο να προσθέσω κάτι: είχα ένα παντελόνι ιππασίας πολύ όμορφο, μου το 'χε παραγγείλει κάποιος τσιφλικάς που 'ρχόταν εδώ. 'Ύστερα όμως δεν το πήρε, γιατί του ήταν, λέει, στενό. Έτσι, λοιπόν, μου 'μεινε το παντελόνι αυτό. Πολύτιμο πράμα, σκέφτηκα. Στο παζάρι μπορεί να 'πιανε μέχρι και πέντε ρούβλια. Αν το ξήλωνα, μ' αυτό το ύφασμα μπορούσα να φτιάξω δυο παντελόνια για τους κυρίους της Πετρούπολης και θα μου περίσσευε και για γιλέκο.

     Εμείς οι φτωχοί, βλέπετε, όλο κάτι τέτοιες πατέντες κάνουμε, για να τα βγάλουμε πέρα. Τον καιρό εκείνο ο Γιεμελιάνουσκα ήτανε πολύ βαρύς και μελαγχολικός. Μια μέρα χωρίς πιοτό, δεύτερη, τρίτη, χωρίς να βάλει γουλιά στο στόμα του. Έτσι ήτανε για λύπηση. Καθόταν εκεί κι ένιωθε δυστυχισμένος. τώρα, φίλε μου, σκέφτηκα ή δεν έχεις φράγκο ή μπήκες στον ίσιο δρόμο. Ίσως άκουσες τη φωνή της λογικής κι είπες: τέρμα.
     Ακούστε λοιπόν, κύριε, τι έγινε κατόπιν: τις μέρες εκείνες ήτανε κάποια μεγάλη γιορτή. Γυρίζω το βράδυ από τον εσπερινό και βλέπω το Γιεμέλια να κάθεται στο παράθυρο και να κουνιέται πέρα-δώθε, τύφλα στο μεθύσι.
'Αειντε πάλι, Γιεμελιούσκα, είπα μέσα μου. Πηγαίνω να πάρω κάτι απ' το σεντούκι, κοιτάζω μέσα, πουθενά το παντελόνι της ιππασίας... Ψάχνω, ξαναψάχνω, τίποτα! Αφού έφαγα όλο τον κόσμο και δε το βρήκα, σφίχτηκε η καρδιά μου! Έτρεξα στη γερόντισσα, τη σπιτονοικοκυρά μου. Την υποψιάστηκα άδικα τη καημένη, ενώ στο Γιεμέλια ούτε που πήγε το μυαλό, παρόλο που ήταν ύποπτος, έτσι που καθόταν μεθυσμένος.

 -"Όχι," μου λέει η γριούλα, "για τ' όνομα του θεού, κύριε, αν είναι δυνατόν! Τί να το κάνω γω το παντελόνι της ιππασίας; Δηλαδή να το φορέσω; Κι εγώ μόλις προχθές έχασα μια φούστα".
 -"
Ήρθε κανένας από δω;" τη ρωτάω.
 -"
Όχι, κανείς δεν ήρθε, κύριε, εγώ ήμουνα συνέχεια δω. Ο Γιεμελιάν Ιλίτς βγήκε για λίγο και ξαναγύρισε. Νάτος, εκεί είναι... Αυτόνε ρώτα".

 -"Μήπως έτυχε, Γιεμέλια, να χρειαστείς το παντελόνι μου της ιππασίας, ξέρεις αυτό που 'χα φτιάξει για κείνο τον τσιφλικά;" τονε ρωτώ.
 -"
Όχι", μου απαντά, "Αστάφι Ιβάνιτς, δεν το πήρα εγώ".
     Τί διάολο; Ψάχνω, ψάχνω, ξαναψάχνω, τίποτα! Κι ο Γιεμέλια κάθεται και κουνιέται πέρα δώθε. Εγώ, κύριε, καθόμουν
σταυροπόδι κει μπρος του, σκυμμένος στο σεντούκι και ξάφνου του 'ριξα μια πλάγια ματιά... Αμάν! σκέφτηκα. Η καρδιά μου σφίχτηκε μες στο στήθος μου κι αναψοκοκκίνισα. Το βλέμμα του Γιεμέλια συνάντησε το δικό μου.
 -"
Όχι", μου λέει, "Αστάφι Ιβάνιτς, εγώ το παντελόνι σας;... Ίσως να νομίζετε, ότι το πήρα εγώ, αλλά δεν το πήρα".

 -"Και πού μπορεί να πήγε, Γιεμελιάν Ιλίτς";

 -"Όχι", μου λέει, "Αστάφι Ιβάνιτς, δε ξέρω τίποτα".

 -"Πώς δηλαδή, Γιεμελιάν Ιλίτς, είναι ποτέ δυνατό να χάθηκε μόνο του";

 -"Ίσως, Αστάφι Ιβάνιτς", μου, απαντά!
     Μόλις τ' άκουσα αυτό, σηκώθηκα, πήγα στο παράθυρο, άναψα τη λάμπα κι άρχισα τη δουλειά μου. Είχα να κάνω κάτι διορθώσεις στο γιλέκο ενός υπαλλήλου, που 'μενε στον από κάτω όροφο. Ήμουνα φοβερά ταραγμένος. Πιο καλά θα 'ταν να 'πιανα όλα μου τα ρούχα να τα 'ριχνα στη σόμπα, για να τα κάψω. Και βέβαια ο Γιεμέλια καταλάβαινε την οργή που 'βραζε μέσα μου γιατί ο άνθρωπος που 'χει κάνει κάτι κακό, νιώθει απ' τα πριν τη συμφορά που του 'ρχεται, όπως τα πουλιά νιώθουνε τη καταιγίδα, προτού ακόμα ξεσπάσει.

 -"Το λοιπόν, Αστάφι Ιβάνιτς", άρχισε να λέει o Γιεμελιούσκα κι η φωνή του έτρεμε, "σήμερα ο Αντίπ Πραχόριτς, ο νοσοκόμος, παντρεύτηκε τη γυναίκα του αμαξά, κείνου που πέθανε τις προάλλες".
     Κι εγώ τότε του έριξα μια ματιά με τόση κακία... Κατάλαβε ο Γιεμέλια. Τον βλέπω να σηκώνεται, να πηγαίνει στο
κρεβάτι και ν' αρχίζει να ψαχουλεύει. Συνεχίζει για πολλή ώρα το ψάξιμο κι όλο σιγομουρμουρίζει μέσα απ' τα δόντια: Μπα, ούτε εδώ είναι, πουθενά δεν είναι, πού χώθηκε το άτιμο; Περιμένω να δω τι Θα γίνει. Βλέπω το Γιεμέλια να ξαπλώνεται χάμω και να χώνεται κάτω απ' το κρεβάτι. Δε κρατήθηκα άλλο.

 -"Γιατί ξαπλώθηκες έτσι, Γιεμελιάν Ιλίτς;" του λέω.

 -"Μήπως και βρω το παντελόνι σας της ιππασίας, Αστάφι Ιβάνιτς. Είπα να ρίξω μια ματιά μήπως και παράπεσε πουθενά".

 -"Μα όχι, κύριε μη μπαίνεις σε κόπο για μένα, έναν απλό και φτωχό άνθρωπο, μπορεί να λερώσεις τα γόνατά σου, έτσι που σέρνεσαι κάτω"!

 -"Γιατί, Αστάφι Ιβάνιτς, εγώ... Μπορεί να το βρούμε κάπου, ας ψάξουμε".

 -"Xμ... 'Ακου εδώ, Γιεμελιάν Ιλίτς"!

 -"Τί πράμα, Αστάφι Ιβάνιτς";

 -"Μήπως" του λέω, "απλώς εσύ μου 'κλεψες το παντελόνι σα κοινός κλέφτης για να με ξεπληρώσεις για το ψωμί και το αλάτι που 'χουμε φάει μαζί";
     Τόσο μ' είχεν εξοργίσει, κύριε, έτσι που είχε πέσει στα γόνατα και σερνόταν κάτω στο πάτωμα.

 -"Όχι... Αστάφι Ιβάνιτς..."
     μεινε εκεί, όπως ήταν, κάτω απ' το κρεβάτι. Έμεινε αρκετή ώρα, κι έπειτα σηκώθηκε. Τον κοιτάζω και βλέπω να 'ναι κατάχλομος. Σηκώνεται κι έρχεται και κάθεται δίπλα μου στο παράθυρο για κανά δεκάλεπτο.
 -"
Όχι", μου λέει, "Αστάφι Ιβάνιτς, δεν το πήρα εγώ το παντελόνι σας..."
     Σειόταν ολόκληρος, χτυπούσε το στήθος του με τρεμάμενο δάχτυλο κι η
φωνή του έτρεμε τόσο, που κατατρόμαξα κι απόμεινα καρφωμένος στη θέση μου.

 -"Ε λοιπόν, συγχωρήστε με, Γιεμελιάν, Ιλίτς, αν εγώ από βλακεία μου σας κατηγόρησα άδικα. Κι όσο για το παντελόνι, δεν πάει στο διάολο! Θα ζήσουμε και χωρίς παντελόνι. Τα χέρια μου, δόξα τω Θεώ, πιάνουν ακόμα. Δε θα γίνω κλέφτης ούτε παράσιτο, να ζω από τους άλλους... Θα δουλέψω και θα ζήσω".
     Μ' άκουσε λοιπόν, ο Γιεμέλια όρθιος μπροστά μου, με κοίταξε κι έπειτα κάθισε κάτω.

     Όλο το βράδυ έμεινε εκεί, δίχως να κουνήσει από τη θέση του. Όταν εγώ πήγα για ύπνο, ο Γιεμέλια καθόταν ακόμα στην ίδια θέση.

     Το πρωί είδα πως είχε κοιμηθεί στο γυμνό πάτωμα, τυλιγμένος στο παλτό του, αισθανότανε τόσο ταπεινωμένος, που δεν τολμούσε να ξαπλώσει στο κρεβάτι. Δεν τον αγαπούσα όμως πια, κύριε. Τις πρώτες μέρες, μάλιστα, τον μισούσα. Ένιωθα λες και μ' είχε κλέψει και μ' είχε πληγώσει ο ίδιος μου ο γιος. Αχ, Γιεμέλια, Γιεμέλια, έλεγα μέσα μου. Κι ο Γιεμέλια, κύριε, δυο βδομάδες δε σταμάτησε να πίνει, γινόταν συνέχεια σκνίπα στο μεθύσι. Έφευγε νωρίς το πρωί και γυρνούσε νύχτα. Επί δυο εβδομάδες δεν άκουσα απ' το στόμα του μια λέξη. Φαίνεται πως και τον ίδιο τότε τον κατάτρωγε η πίκρα ή ήθελε με κάποιο τρόπο να εξαφανιστεί από προσώπου γης. Κάποια στιγμή, τελικά, σταμάτησε και κάθισε πάλι στο παράθυρο.

     Φαίνεται πως θα 'χε πιει όλα του τα λεφτά. Τον θυμάμαι τρία βράδια να κάθεται αμίλητος, ξάφνου τον βλέπω να κλαίει και τί κλάμα! Τα δάκρυα τρέχανε ποτάμι απ' τα μάτια του. Κι είναι φοβερό, κύριε, να βλέπεις έναν ώριμο άνθρωπο και μάλιστα ένα γέροντα, σαν τον Γιεμέλια, να κλαίει τόσο πολύ.

 -"Τί έχεις, Γιεμέλια;"  ρωτάω.
     Εκείνος τινάχτηκε. Ήταν η πρώτη φορά που του μιλούσα από εκείνη τη μέρα.

 -"Τίποτα... Αστάφι Ιβάνιτς".

 -"Για το Θεό, Γιεμέλια, ξέχνα το, άστο να πάει στο διάολο. Τί κάθεσαι έτσι αυτού";

 -"Έτσι, Αστάφι Ιβάνιτς, όχι για... Θα 'θελα να πιάσω καμιά δουλειά, Αστάφι Ιβάνιτς".

 -"Τί δουλειά, Γιεμελιάν Ιλίτς";

 -"Οτιδήποτε. Μπορεί να βρω καμιά θέση κάπου, όπως παλιά, ήδη πήγα και παρακάλεσα τον Φεντασιέι Ιβάνιτς... Δε θέλω να σας γίνομαι άλλο βάρος. Θα κοιτάξω αν μπορέσω να βρω καμιά δουλειά και τότε όλα θα σας τα ξεπληρώσω εγώ και το φαΐ και τα πάντα".

 -"Φτάνει, Γιεμέλια, φτάνει, έγινε ένα κακό και πέρασε. Ας πάει στο καλό! Έλα να ζήσουμε όπως και πρώτα".

 -"Όχι, Αστάφι Ιβάνιτς, εσείς τώρα ίσως... αλλά εγώ δεν το πήρα το παντελόνι σας, Αστάφι Ιβάνιτς"!

 -"Καλά, ο Θεός μαζί σου, Γιεμελιάνουσκα! Κάνε ότι εσύ αποφασίσεις".

 -"Όχι, Αστάφι Ιβάνιτς. Δε μπορώ πια να ζήσω μαζί σας και να με συγχωρείτε! θα πρέπει να φύγω".

 -"Μα για τ' όνομα του Θεού, Γιεμελιάν Ιλίτς", του λέω, "ποιός σ' ενοχλεί, ποιός σε διώχνει απ' το σπίτι";

 -"Όχι, δεν είναι σωστό πια να μένω μαζί σας, Αστάφι Ιβάνιτς. Καλύτερα να πηγαίνω..."

     Ο άνθρωπος είχε προσβληθεί και το είχε πάρει για τα καλά απόφαση. Σε λίγο σηκώθηκε κι έριξε στη πλάτη το παλτό του.

 -"Για πού το 'βαλες λοιπόν, Γιεμελιάν Ιλίτς; Λογικέψου, σκέψου το λιγουλάκι πού θα πας";

 -"Όχι, έχετε γεια, Αστάφι Ιβάνιτς, αφήστε με να φύγω, Αστάφι Ιβάνιτς. Δεν είστε τώρα πια αυτός που 'σασταν προηγουμένως".

 -"Τί δεν είμαι; Πού θα πας μονάχος σου, θα χαθείς, Γιεμελιάν Ιλίτς, σα μωρό παιδί κι άμυαλο".

 -"Όχι, Αστάφι Ιβάνιτς, τώρα πια σεις, όταν βγαίνετε κλειδώνετε το σεντούκι σας κι εγώ, το βλέπω αυτό και κλαίω... Όχι, καλύτερα αφήστε με, Αστάφι Ιβάνιτς και συγχωρήστε με, για όσες φορές σας πίκρανα όλο αυτό τον καιρό που ζήσαμε εδώ μαζί".

     Κι έτσι λοιπόν, κύριε, έφυγε. Περίμενα μια μέρα, λέω κατά το βραδάκι θα φανεί, τίποτα! Δεύτερη μέρα, τρίτη μέρα... Τίποτα! Μ' έπιασε και φόβος και στενοχώρια, δεν έτρωγα, δεν έπινα, δεν κοιμόμουν. Αυτός ο άνθρωπος με είχε αφοπλίσει τελείως. Την τέταρτη μέρα πήρα σβάρνα τα καπηλειά μπας και τον βρω κάπου. Ρωτούσα, έψαχνα, τίποτα, είχε γίνει άφαντος! Το έφαγες το ξερό σου το κεφάλι, σκεφτόμουν. Ένας Θεός ξέρει που ξέπεσες μεθυσμένος και πέθανες, και τώρα κείτεσαι σαν το κούτσουρο.
     Γύρισα στο σπίτι σε άθλια κατάσταση. Την άλλη μέρα βγήκα πάλι και τον έψαχνα. Κατηγορούσα τον εαυτό μου, πώς το έκανα αυτό, πώς άφησα αυτόν τον ανόητο και αφελή άνθρωπο να σηκωθεί να φύγει. Ξημερώματα όμως της πέμπτης μέρας ακούω την πόρτα να τρίζει-κοιτάζω και να σου ο Γιεμέλια, κατάχλομος και με λάσπες στα μαλλιά, λες και είχε κοιμηθεί στο δρόμο κι απ' την αδυναμία είχε γίνει σαν φάντασμα. Έβγαλε το παλτουδάκι του, κάθισε δίπλα μου στο σεντούκι και με κοίταξε.

     Χάρηκα, αλλά ταυτόχρονα ένιωσα μέσα μου μια θλίψη βαθύτερη από πριν. Γιατί, αν είχε τύχει, κύριε, να κάνω εγώ τέτοιο πράγμα που 'κανε κείνος, μα το Θεό σας λέω, χίλιες φορές θα προτιμούσα να πέθαινα σαν το σκυλί, παρά να γυρίσω πίσω. Κι ο Γιεμέλια γύρισε! Φυσικά είναι φοβερό να βλέπεις άνθρωπο σ' αυτή τη κατάσταση.

'Αρχισα τότε να τον καλοπιάνω και να τον παρηγορώ.
 -"
Πολύ χαίρομαι που γύρισες, Γιεμελιάνουσκα", του είπα. "Αν αργούσες λίγο ακόμα να 'ρθεις, θα 'βγαινα να σ' αναζητήσω στα καπηλειά. Έ
φαγες τίποτα";

 -"Έφαγα, Αστάφι Ιβάνιτς".

 -"Αλήθεια, έφαγες; Έλα, φίλε μου, έχει μείνει λίγη χορτόσουπα απ' τα χθες, ήταν με κρέας, όχι σκέτη. Να και κρεμμύδι και ψωμί. Φάε, μια φορά, κακό δε θα σου κάνει".
     Του έδωσα να φάει κι αμέσως κατάλαβα ότι είχε μέρες να φάει ο άνθρωπος, πεινούσε σα λύκος. Φαίνεται πως η πείνα του τον είχε
φέρει σε μένα. Τον λυπόταν η ψυχή μου, τον έρημο. Μου 'ρθε η ιδέα και πετάχτηκα στο κρασοπουλειό κι έφερα λίγο κρασί, για να του ευφράνω τη καρδιά και να φιλιώσουμε.

 -"Δε σου κρατάω πια κακία, Γιεμελιάνουσκα. Έφερα το κρασάκι", του είπα. "Έλα Γιεμελιάν Ιλίτς, να πιούμε, που 'ναι και χρονιάρα μέρα. Θες ένα ποτηράκι; Κάνει καλό". Έκανε ν' απλώσει το χέρι, να πιάσει το ποτήρι, αλλά σταμάτησε. Για λίγο δεν έκανε τίποτα, τον βλέπω που πιάνει το ποτήρι και το φέρνει στο στόμα με τρεμάμενο χέρι. Την ίδια στιγμή το κρασί χύνεται στο μανίκι του. Δεν κατάφερε να πιει. Κατέβασε με μια κίνηση το ποτήρι και το άφησε στο τραπέζι.

 -"Τί τρέχει, Γιεμελιάνουσκα";

 -"Μα τίποτα, εγώ να... Αστάφι Ιβάνιτς..."

 -"Δε θα το πιεις";

 -"Εγώ, Αστάφι Ιβάνιτς, δε θα... δε θα ξαναπιώ, Αστάφι Ιβάνιτς".

 -"Τί; Αποφάσισες να το κόψεις τελείως, Γιεμελιούσκα ή μόνο σήμερα δε θα πιεις";
     Έμεινε αμίλητος. Υστέρα από κάνα λεπτό τον είδα να φέρνει το χέρι του στο μέτωπο.

 -"Τί, δεν πιστεύω να 'σαι άρρωστος, Γιεμέλια;" του 'πα.

 -"Ναι, δεν είμαι καλά, Αστάφι Ιβάνιτς".

     Τον πήρα και τον ξάπλωσα στο κρεβάτι. Πραγματικά ήταν χάλια: το μέτωπό του έκαιγε και είχε ρίγη. Έμεινα όλη τη μέρα στο προσκεφάλι του, τη νύχτα χειροτέρεψε. Του έδωσα να φάει κβας ανακατωμένο με γάλα, με κρεμμύδι και λίγο ψωμί.
 -"
Φάε", του 'λεγα, "
μπορεί να σου κάνει καλό"!
     Εκείνος όμως κούνησε το κεφάλι:
 -"
Όχι, δε θα φάω απόψε, Αστάφι Ιβάνιτς".
     Του έφτιαξα ένα τσάι, όλο το βράδυ τη γερόντισσα τη σπιτονοικοκυρά μου κυριολεκτικά την τρέλανα, δε γινόταν τίποτα. Χάλια είναι, σκέφτηκα. Τη τρίτη μέρα το πρωί πήγα στο γιατρό. Ήταν γνωστός μου ο γιατρός Κοστοπράβοφ. Είχαμε γνωριστεί παλιότερα, όταν ακόμα δούλευα για τους Μποσομιάγκιν, μια φορά που είχα αρρωστήσει και μ' είχε κάνει καλά. Ήρθε ο γιατρός, τον κοίταξε.

 -"Δε γίνεται τίποτα, είναι πολύ άσχημα", μου είπε. "Τζάμπα με κουβαλήσατε. Δώστε του πάντως αυτή, τη σκόνη".
     Ο γιατρός έφυγε. Εγώ τη σκόνη δεν του την έδωσα. Έτσι μας κοροϊδεύει ο γιατρός, είπα μέσα μου. Στο μεταξύ ήρθε η πέμπτη μέρα. Ήταν εκεί ξαπλωμένος κι έσβηνε μπρος στα μάτια μου. Εγώ καθόμουνα στο παράθυρο κι έραβα. H γριούλα άναβε τη σόμπα. Ήμασταν όλοι αμίλητοι. Σχιζόταν η καρδιά μου, κύριε, γι' αυτό το δυστυχισμένο κορμί, λες κι ήταν να θάψω τον ίδιο μου το γιο. Ήξερα πως ο Γιεμέλια τώρα με κοιτούσε συνέχεια, πως ο άνθρωπος προσπαθούσε ήθελε κάτι να πει και, φαίνεται ότι δεν μπορούσε. Τελικά, στράφηκα και τον κοίταξα, είδα πόσο θλιμμένα ήτανε τα μάτια του, του καημένου, που δεν τα 'παιρνε ούτε μια στιγμή από πάνω μου. Μόλις κατάλαβε ότι τον κοιτάζω, χαμήλωσε το βλέμμα του.

 -"Αστάφι Ιβάνιτς"!

 -"Τί είναι, Γιεμελιούσκα";

 -"Αν ήταν να πουλήσω το παλτό μου στο παζάρι, πόσα περίπου θα 'πιανε, Αστάφι Ιβάνιτς";

 -"E, δε ξέρω", απάντησα, "πόσα ακριβώς θα 'πιανε! Ίσως να 'πιανε και τρία ρούβλια".
     Για πήγαινε να το πουλήσεις, τίποτα δεν θα έπιανες, μόνο που θα σου γελάγανε κατάμουτρα που προσπαθείς να πουλήσεις τέτοιο κουρέλι. Έτσι όμως το 'πα σ' αυτό τον άνθρωπο του Θεού, που 'ξερα το απλοϊκό πείσμα του, για να τον παρηγορήσω.

 -"Κι εγώ νόμιζα πως θα 'πιανε τρία ρούβλια ασημένια, Αστάφι Ιβάνιτς. Είναι τσόχινο. Μόνο τρία ρούβλια, τσόχινο παλτό";

 -"Δε ξέρω", του λέω, "Γιεμελιάν Ιλίτς, άμα θες να πας να το πουλήσεις, τότε βέβαια θα ζητήσεις τουλάχιστον τρία ρούβλια με τη πρώτη κουβέντα".
     Έμεινε για λίγο αμίλητος ο Γιεμέλια, έπειτα με φώναξε πάλι.

 -"Αστάφι Ιβάνιτς"!

 -"Τί είναι, Γιεμελιάνουσκα";

 -"Αν πεθάνω, να πουλήσετε το παλτό μου, να μη με θάψετε μ' αυτό. Έτσι κι αλλιώς, εγώ ξαπλωμένος θα 'μαι, ενώ αυτό είναι ακριβό πράμα μπορεί να σας φανεί χρήσιμο".

      Δεν μπορείτε να φανταστείτε, κύριε, πόσο σφίχτηκε τότε η καρδιά μου. Έβλεπα στον άνθρωπο αυτόν τη θλίψη που αισθάνεται κανείς, όταν νιώθει το τέλος του να πλησιάζει. Μείναμε και πάλι αμίλητοι. θα πρέπει να πέρασε έτσι καμιά ώρα. Κάθε τόσο τον κοίταζα. Εκείνος δεν έπαιρνε τα μάτια του από πάνω μου και μόνο όταν συναντιόταν το βλέμμα μας τα χαμήλωνε.

 -"Δε θέλετε να πιείτε λίγο νεράκι, Γιεμελιάν Ιλίτς"; ρώτησα.

 -"Ναι, δώστε μου λίγο νεράκι, που να 'χετε την ευχή του Θεού, Αστάφι Ιβάνιτς".

     Του έδωσα νερό. Το ήπιε.

 -"Σας ευχαριστώ, Αστάφι Ιβάνιτς".

 -"Μήπως θες τίποτ' άλλο, Γιεμελιάνουσκα";

 -"Όχι! Δε θέλω τίποτα άλλο, Αστάφι Ιβάνιτς. Εγώ μόνο, να..."

 -"Τί";

 -"Εκείνο..."

 -"Ποιό εκείνο, Γιεμελιούσκα";

 -"Το παντελόνι... κείνο... εγώ σας το 'χα πάρει τότε... Αστάφι Ιβάνιτς..."
 -"
Ο Θεός να σε συγχωρέσει, Γιεμελιάνουσκα φουκαρά μου", του λέω. "Ύπαγε εν ειρήνη..."
     Η ανάσα μου κόπηκε και τα μάτια μου γεμίσανε δάκρυα. Γύρισα το κεφάλι μου απ' την άλλη.
 -"Αστάφι Ιβάνιτς..."

     Βλέπω πως ο Γιεμέλια κάτι θέλει να μου πει, ανασηκώνεται μόνος του, προσπαθεί, τα χείλη του κουνιούνται... Για μια στιγμή γίνεται κατακόκκινος και με κοιτάζει... Χλομιάζει, χλομιάζει και γέρνει πάλι πίσω, το κεφάλι του έπεσε απαλά στο πλάι, πήρε μια βαθιά ανάσα και παρέδωσε ήρεμα το πνεύμα του στο Θεό".

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers