-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Dostoyevsky Fyodor Mikhailovich:

 
                             Φιοντρ Ντοστογιφσκη

                           Βιογραφικ

     O Φιοντρ Ντοστογιφσκη γεννθηκε 30 Οκτβρη 1821 στη Μσχα, σ' να νοσοκομεο για φτωχος, 2ος απ 7 παιδι στην οικογνεια. Μαζ με τον μεγαλτερο αδελφ του Μιχαλ καναν τη στοιχειδη εκπαδευση σε σχολεο στη Μσχα. Μετ το θνατο της μητρας του το 1837, μετακμισε με τον αδελφ του στην Αγα Πετροπολη. Την επμενη χρονι μπανει να σπουδσει μηχανικς στη στρατιωτικ ακαδημα, χι μως κι ο αδερφς του. Το 1839 ο πατρας του δολοφονεται ενδεχομνως απ τους δουλοπροικος του στο κτμα του, στη Chermashnya, στην επαρχα της Tula. Αποφοιτ απ τη σχολ το 1843 , σαν υπολοχαγς. Μεταφρζει στα ρωσικ την "Ευγενα Γκραντ" του Μπαλζκ.
     Το 1844 εξδωσε το λογοτεχνικ του ντεμποτο "Οι Φτωχο", με το οποο γινε απ την πρτη στιγμ γνωστς, αποσπντας θετικς κριτικς απ τους σγχρονος του. Την επμενη χρονι γνωρζεται και συνπτει φιλα με τον ισχυρ κριτικ Vissarion Grigorievich Belinsky. Το 1847 συμμετεχε στους κκλους των επαναστατν. Το 1949 δημοσιεει τη "Νιτοτσκα", αλλ παρουσασε να απαγορευμνο κεμενο του κριτικο Μπελνσκι προς τον Νικολι Γκγκολ. Αφο τον κατδωσαν, συνελφθη και καταδικστηκε σε θνατο. Πρτες κρσεις επιληψας. Ο τσρος Νικλαος Ι ωστσο του χρισε τη ζω και τον εξρισε σε καταναγκαστικ ργα στη Σιβηρα -που θα εκτσει 4 χρνια στο Ομσκ (1850-54)- κι αργτερα σε καταναγκαστικ στρατιωτικ θητεα (1854-59) στο Semipalatinsk. Απ τον στρατ απαλλχθηκε λγα χρνια αργτερα, αφο υπφερε απ βαρις κρσεις επιληψας. Γμος με τη χρα Marya Dmitrievna Isaeva το 1857. Το ζεγος επιτρπεται για να κατοικσει στην ευρωπακ Ρωσα το 1859. τσι επιστρφει το 1859 στην Αγα Πετροπολη, μαζ με τη σζυγ του, που απ επανασττης μετατρπεται σε συντηρητικ Χριστιαν.



     Απ κενο τον καιρ κι πειτα ασχολθηκε σχεδν αποκλειστικ με τη συγγραφ των ργων του, εν παρλληλα εξδωσε μαζ με τον αδελφ του να περιοδικ, το Επκ . Στη συνχεια ταξδεψε για αρκετ καιρ στην Ευρπη, (Γαλλα, Ελβετα, Βρετανα κλπ) που χασε την περιουσα του στο τζγο. Λγο καιρ μετ πθαναν λα τα οικεα του πρσωπα, ο αδελφς του κι η γυνακα του το 1864 κι ο καλτερς του φλος. Την επμενη χρονι απαγορεεται η κυκλοφορα του Επκ, λγω αντιπατριωτικν ρθρων. Το 1866, χει δημοσιεσει τα: "γκλημα & Τιμωρα" και τον "Πακτη", βιβλο που στηρζεται και σε προσωπικ του βιματα απ τον τζγο κι η Polina Suslova αρνεται τη πρταση γμου που της κνει. Το 1867 παντρεεται την Anna Grigorievna Snitkina. Απ τα χρη αναγκστηκε να φγει για κποιο διστημα απ τη Ρωσα, στην οποα επστρεψε το 1871. Στη διρκεια του ταξιδιο του, μαζ με τη σζυγ του, επισκφτηκε τη Δ. Ευρπη. Ζονε στη Γενεη για να χρνο, πειτα Φλωρεντα, Βιννη, Πργα και τελικ Δρσδη. Το 1868 δημοσευση του "Ηλθιου" και το 1870 του "Αινιου Συζγου".
     Μετ την επιστροφ του, εξακολουθε να γρφει πυρετωδς και παρλληλα να δημοσιεει να εδος ημερολογου σ' να εβδομαδιαο περιοδικ, τον Πολτη. Το 1874 συλλαμβνεται και φυλακζεται ξαν γιατ παραβιζει τους καννες λογοκρισας. Το 1877 δημοσιεει "Το νειρο Ενς Γελοου Ανθρπου", στα 1879-80, τους "Αδερφος Καραμαζφ". Τον Ιονιο του
1880 γρφει κι απαγγλλει το δισημο λγο για τον Ποσκιν στον εορτασμ του στη Μσχα και προκαλε παραλρημα στα πλθη που 'χανε συρρεσει για να παρακολουθσουνε.
     Το τλος της ζως του πρασε συχα και πθανε 28 Γενρη 1881 απ πνευμονικ οδημα, σ' ηλικα 60 ετν και στη κηδεα του, 1η Φλεβρη στο Κοιμητρι Aleksandr Nevsky Monastery, παρσταντο πνω απ 60.000 τομα.

-------------------------------------------------------------------

                               νας Τμιος Κλφτης


     να πρω, την ρα που μουν τοιμος να φγω για την υπηρεσα μου, ρθε η Αγκραφινα, που 'κανε χρη μαγερισσας, πλστρας κι οικονμου, και προς μεγλη μου κπληξη μου 'πιασε τη κουβντα. τανε τσο λιγομλητη γυνακα, που ξι χρνια τρα, εκτς απ τη καθημεριν συζτηση που κναμε σχετικ για το τι θα μαγειρψει για το βρδυ, δε μου 'χε πει καμαν λλη λξη.

 -"E, λοιπν, κριε, θελα να σας πω", ρχισε ξαφνικ, "τι δε θα ταν σχημα να νοικιζατε το καμαρκι".

 -"Ποι καμαρκι";

 -"Αυτ, πλι στη κουζνα. Ποι λλο";

 -"Γιατ";

 -"Γιατ; Γιατ ο κσμος νοικιζει δωμτια. Για τ λλο";

 -"Και ποις θα το νοικισει";

 -"Ποις θα το νοικισει! Κποιος νοικρης, ποις λλος";

 -"Εκε οτε να κρεβτι δε χωρ να βλεις, εναι πολ στενχωρα. Ποις θα πει να ζσει κει μσα; Και γιατ να ζσει κει μσα";

 -"Μνο για ναν πνο μπορε να πηγανει, θα ζει στο παρθυρο".

 -"Ποι παρθυρο";

 -"Λτε και δε ξρετε! Στο παρθυρο του διαδρμου. Εκε θα κθεται και θα ρβει θα κνει ,τι λλο θλει, τλος πντων. E, μπορε να κθεται και στη καρκλα. 'χει καρκλα και τραπζι. Απ' λα χει".

 -"Και ποις εναι αυτς";

 -"Α, νας εξαιρετικς νθρωπος και κοσμογυρισμνος... Θα του μαγειρεω εγ. Για το δωμτιο και για το φαγητ θα του παρνω τρα ασημνια ροβλια το μνα".

     Τελικ, στερα απ πολλς προσπθειες, μαθα τι νας μεσκοπος ντρας εχε καταφρει με κποιον τρπο να πεσει την Αγκραφινα να τον πρει νοικρη και να του μαγειρεει. Κι ταν της Αγκραφινας της μπει κτι στο μυαλ, δεν της το βγζεις με τποτα· ξερα τι, αν διαφωνοσα δε θα μ' φηνε σ' ησυχα. Σε ττοιες περιπτσεις, ταν δε γιντανε το δικ της, γινταν ξαφνικ σκεπτικ, πεφτε σε βαθι μελαγχολα κι αυτ δε της περνοσε εκολα. Κρατοσε δυο-τρεις βδομδες. Στο μεταξ το φαγητ δεν τρωγτανε, τα ροχα χνονταν, το πτωμα βρμιζε, κοντολογς η κατσταση γιντανε φοβερ δυσρεστη. Εχα παρατηρσει απ καιρ πως αυτ η σιωπηλ γυνακα δεν τανε σε θση να καταλξει σε κποια απφαση, να 'χει μιαν οποιαδποτε δικ της, προσωπικ κι ολοκληρωμνη γνμη. Αν μως στο μικρ μυαλ της σχηματιζταν με κποιον τυχαο τρπο κτι που να μοιζει με ιδα, με πρωτοβουλα, ττε το να της αρνηθες σμαινε να της νεκρσεις τη ψυχ για αρκετ χρονικ διστημα. Γι' αυτ λοιπν, επειδ πνω απ' λα θλω την ησυχα μου, συμφνησα ευθς μαζ της.

 -"Εναι τουλχιστον εντξει η ταυττητ του, το διαβατριο και τ' λλα σχετικ χαρτι του";

 -"Ββαια, ββαια, εναι. Σας επα εναι θαυμσιος νθρωπος, κοσμογυρισμνος κι υποσχθηκε τι θα δνει κθε μνα τρα ασημνια ροβλια".

     Την λλη κιλας μρα στη φτωχικ εργνικη κατοικα μου εμφανστηκε ο νος νοικος. Το γεγονς δε με στενοχρησε, αντθετα μλιστα, μσα μου χαιρμουν. Ως τρα, ζω μοναχικ ζω. Εμαι νας σωστς ερημτης. Δεν χω σχεδν καννα γνωστ, ξω βγανω σπνια. χοντας ζσει δκα χρνια μνος κι ρημος, συνθισα στη μοναξι. Αλλ να ζσω δκα, δεκαπντε και παραπνω χρνια στην δια απομνωση, με την δια Αγκραφινα, στο διο εργνικο διαμρισμα εναι αρκετ χαρη περπτωση. Αφο λοιπν ταν τσι τα πργματα, νας καινοριος συχος νθρωπος στο σπτι μου ταν ευλογα Θεο.
    
Η Αγκραφινα δε μου 'πε ψματα. Ο νοικρης τανε πργματι κοσμογυρισμνος νθρωπος. Το διαβατρι του λεγε πως ταν απστρατος στρατιτης. Αυτ το 'χα καταλβει και πριν δω το διαβατριο, ρχνοντας στον διο μια ματι. Πντως, ο Αστφι Ιβνιτς τσι λεγταν ο νοικρης μου ταν απ τους καλος του εδους. Περνοσαμε καλ. Το καλτερο μως απ' λα ταν τι ο Αστφι Ιβνιτς ρχιζε κθε τσο να μου διηγεται ιστορες απ τη ζω του. Στη χρνια βαρεμρα της ζως μου, νας ττοιος αφηγητς τανε θεο δρο.

     Μια μρα μου διηγθηκε κποια απ τις ιστορες του, που μου 'κανε μεγλην εντπωση. Να μως με ποι αφορμ μου τη διηγθηκε: τυχε μια φορ να 'μαι μνος στο σπτι, λειπε ο Αστφι κι η Αγκραφινα. Ξφνου κουσα απ το λλο δωμτιο κποιον να μπανει στο σπτι και τα βματ του δε μου φανκανε γνριμα. Βγκα στο διδρομο κι εδα να νεαρ, μετρου αναστματος· παρ το ντονο φθινοπωριν κρο φοροσε μνον να πουκμισο.

 -"Τ θες;" τον ρτησα.
 -"Τον Αλεξαντρφ, τον υπλληλο, εδ μνει";
 -"Κποιο λθος κνεις, νεαρ, ντε, γεια σου".
 -"Μα πς. Ο θυρωρς μου επε τι εδ εναι", επε ο
επισκπτης, οπισθοχωρντας σιγ-σιγ προς τη πρτα.
 -"Πγαινε, κριε, τρβα στη δουλει σου".
     Την επομνη το απγευμα, την ρα που με τον Αστφι
προβραμε τη ρεντιγκτα μου, για να της κνει κποιες επιδιορθσεις, μπκε πλι κποιος στο διδρομο. Πγα κι νοιξα τη πρτα. ταν ο χτεσινς κριος. Μπρος στα μτια μας, πρε τη καπαρντνα μου απ τη κρεμστρα μ' λη του την νεση, την χωσε κτω απ' τη μασχλη κι γινε φαντος. λη αυτ την ρα η Αγκραφινα τον κοιτοσε μ' ανοιχτ το στμα και δεν κανε καμι κνηση για να τον εμποδσει. Ο Αστφι Ιβνιτς ρμησε πσω απ τον κλφτη και δκα λεπτ αργτερα γρισε καταδρωμνος και μ' δεια χρια. Ο κλφτης εχε εξαφανιστε, λες κι νοιξε η γη και τον κατπιε!

 -"Ε λοιπν, τη πατσαμε, Αστφι Ιβνιτς", του επα. "Πλι καλ που μας μεινε και το παλτ! Θα μας εχε γδσει τελεως ο παλιοκλφτης"!
     Αλλ ο Αστφι Ιβνιτς τα \χε τσο χαμνα, στε κι εγ ο διος, κοιτζοντς τον, ξχασα τη κλοπ. Δεν μποροσε να το χωνψει με τποτα. Κθε τσο σταματοσε τη δουλει του και ξανρχιζε να διηγεται απ την αρχ πς γιναν λα, πς εκε, μπροστ στα μτια μας, μας πρανε τη καπαρντνα, πς ρθανε τα πρματα τσι που να μη καταφρει να συλλβει τον κλφτη. Υστρα απ λγο ξανπιανε τη δουλει, για να την αφσει ξαν σε λγο και να μου τα ξαναδιηγηθε λα φτου κι απ' την αρχ. Στο τλος σηκθηκε και πγε στο παρθυρο για να του πει τι εχε γνει και για να του βλει τις φωνς που αφνει να γνονται ττοια πργματα μσα στο διο του το σπτι. Γρισε πειτα κι στησε να μικρ καβγ με την Αγκραφινα. Υστρα ξανπιασε τη δουλει του και για πολλν ρα ακμη μουρμοριζε για το πς γινε λη αυτ η ιστορα, τι αυτς στεκταν εδ, εν εγ εκε, και να! μπρος στα μτια μας, μας κλεψε. Με λγα λγια ο Αστφι Ιβνιτς ξερε να κοιτ τη δουλει του, παρλληλα μως ενδιαφερτανε πραγματικ κι υπφερε για τον λλο.

 -"Μας κοροδψανε, Αστφι Ιβνιτς κι εσνα κι εμνα", του επα το βρδυ, προσφροντς του να φλιτζνι τσι. θελα τσι, απ βαρεμρα να τον προκαλσω, στε να ξαναρχσει την αφγηση για τη κλοπ της καπαρντνας, που απ τη συχν επανληψη αλλ και την ειλικρνεια του αφηγητ εχε αρχσει να γνεται εξαιρετικ κωμικ.

 -"Μας κοροδψανε, κριε. Και παρλο που δε κλψανε δικ μου ροχο, η στενοχρια μου δε λγεται. Νομζω πως στον κσμο ολκληρο δεν υπρχουν πιο σιχαμνοι νθρωποι απ τους κλφτες. Και καλ, μπορε καμι φορ κανες να κλψει τποτα χρηστο· τοτος εδ μως σου 'κλεψε τον καρπ του μχθου σου, τον ιδρτα που 'χυσες, για ν' αγορσεις τη καπαρντνα αυτ. Τον κερατ, φτου του! Να, τα λω πλι και μου ανεβανει το αμα στο κεφλι. Καλ σεις, κριε, δε λυπστε για τη καπαρντνα σας";

 -"E, ββαια, Αστφι Ιβνιτς. Αν εναι να πρει πρμα δικ μου ο κλφτης, προτιμ να του βλω φωτι και να το κψω".

 -"τσι εναι! Ββαια, κλφτης απ κλφτη διαφρει. Μου 'τυχε κποτε μια περπτωση, κριε, να πσω και σε τμιο κλφτη".

 -"Τμιο; Και ποις κλφτης εναι τμιος, Αστφι Ιβνιτς";

 -"Αυτ εναι αλθεια, κριε! Κλφτης τμιος δε γνεται. θελα μνο να πω πως εκενος ταν μλλον τμιος νθρωπος κι μως κλεψε. τανε κρμα απ' το Θε, ο καημνος".

 -"Πς τσι, Αστφι Ιβνιτς";

 -"Που λτε λοιπν, κριε, ταν πριν απ δυο, περπου, χρνια, που 'τυχε να μενω χωρς δουλει γρω στον να χρνο. σο ακμα δολευα, εχα γνωρσει να χαμνο κορμ. Εχαμε γνωριστε στο καπηλει. ταν νας φοβερς μεθστακας, να παρσιτο, νας χαραμοφης. Πρτα δολευε κπου, αλλ τον εχανε διξει χρνια τρα, επειδ πινε πολ. Το πς ταν ντυμνος δε περιγρφεται! Καμι φορ αναρωτιμουν αν φοροσε πουκμισο κτω απ' το παλτ. Μια δεκρα να 'βρισκε, πγαινε αμσως και την πινε. Δεν κανε μως φασαρα· ταν συχος χαρακτρας, καλκαρδος, γλυκομλητος και ντροπαλς, ποτ του δε σου ζητοσε τποτα. Αλλ, ββαια, βλεπες μνος σου πσο θελε να πιει, ο καημνος, και τον κερνοσες. τσι λοιπν τον γνρισα η μλλον εκενος μου γινε κολλιτσδα. ταν αφοσιωμνος σαν σκυλκι. που και να πγαινες να σου κι αυτς απ κοντ. Και να σημεισεις τι τον εχα δει λο κι λο μια φορ.

     Στην αρχ τον φησα να μενει μια νχτα στο σπτι μου· εδα που το διαβατρι του ταν εντξει και επα, ας ρθει ο νθρωπος! στερα, τη δετερη μρα, πλι τον φησα να κοιμηθε σπτι μου-κι ρχεται και η τρτη μρα. λη τη μρα αυτ τη πρασε μπρος στο παρθυρο, το βρδυ μεινε πλι στο σπτι. Ωραα, σκφτηκα: τον ποτζω και τον ταζω εγ κι απ πνω μου κοιμται και στο σπτι μου, λες και δε μου φτανε η δικι μου η φτχεια, απκτησα και οικτροφο!
     Αυτς και πριν, πως τρα κι εγ, μενε στο σπτι κποιου υπλληλου· του εχε κολλσει κι λη την ρα τα πνανε οι δυο τους. Εκενον, τελικ, τον πθανε το πολ πιοτ. Τον δικ μου λοιπν οικτροφο τον λεγαν Γιεμελιν Ιλτς Γιεμελιι. Κθισα κτω κι στυβα το μυαλ μου, να βρω τι κνουμε τρα μ' αυτν. Να τον διξω τανε κρμα -ντρεπμουν να διξω ναν νθρωπο θλιο, αξιολπητο. Κι αμλητος, ντροπαλς, να μη σου ζητει τποτα, να κθεται μνος του και να σε κοιτει στα μτια παρακλητικ σαν σκυλκι! Τσο τον εξαθλινει τον
νθρωπο το πιοτ! Σκεφτμουν να του πω κποια στιγμ: ιντε τρα, Γιεμελινουσκα, πγαινε, τι να κνεις πια μαζ μου; Σε λγο κι εγ δε θα 'χω να φω, χι να 'χω να τρφω κι εσνα. Κθομαι μως και σκφτομαι: τ θα κνει εκενος μα του μιλσω τσι; Τον φαντζομαι πως θα με κοιτει πολλ ρα, μλις ακοσει τα λγια μου, πως θα κθεται πολλ ρα χωρς να καταλαβανει λξη, πως μετ, αφο θα χει πια καταλβει, θα σηκωθε απ τη θση του, πλι στο μεγλο παρθυρο θα πρει το κκκινο μπογαλκι του, που ταν γεμτο τρπες και που νας Θες ξρει τι εχε χωμνο εκε μσα και το 'σερνε παντο μαζ του, θα σιξει πως-πως το παλτ του, για να εναι σο γνεται ζεστ αλλ και να μη φανονται οι τρπες κι πειτα θα ανοξει την πρτα και θα βγει στη σκλα με δκρυα στα μτια. Κι τσι να χαθε νας νθρωπος. Δεν εναι κρμα απ' το Θε; E, και στο κτω-κτω της γραφς, σκφτηκα, δε μου ταν και τσο μεγλο βρος! Περμενε, λεγα μσα μου, Γιεμελινουσκα, και δε θα κθεσαι για πολ ακμα στο τραπζι μου, που να 'ναι θα πρπει να φεγω και ττε ντε να με βρεις.

     Ε λοιπν, κριε, πραγματικ αναγκαστκαμε να φγουμε: ρχεται μια μρα το αφεντικ μου, ο Αλεξντρ Φιλημνοβιτς και μου λει: μεινα πολ ικανοποιημνος απ σνα, Αστφι κι ταν γυρσουμε απ' το χωρι, δε θα σε ξεχσουμε. θα σε προσλβουμε πλι. Ζοσαμε στην παυλ του. Καλ αφεντικ, μα πθανε τον διο χρνο. Τους ξεπροβοδσαμε λοιπν και κατπιν μζεψα τα υπρχοντ μου, κτι λγα χρματα που εχα μα ζεμνα και πγα και νοκιασα μια γωντσα στο σπτι μιας γριολας. Κποτε κανε τη νταντ, αλλ τρα ζοσε μνη της με μια μικρ σνταξη. E, τρα, λω, Γιεμελινουσκα, φλε μου, γεια χαρ! δε με βρσκεις εδ με τποτα! Και τι λτε γινε, κριε; Γυρζω σπτι το βραδκι και βλπω μπρος μου τον Γιεμλια να στρογγυλοκθεται πνω στο σεντοκι μου, με το καρ μπογαλκι του δπλα και να με περιμνει... Και μλιστα για να μη πλττει εχε δανειστε να θρησκευτικ βιβλιαρκι απ τη γερντισσα και το κρατοσε το πνω-κτω, τχα τι διβαζε. E, λοιπν, σκφτηκα, γιατ δεν τον εχα διξει απ την αρχ; Κθομαι λοιπν, κριε, και λογαριζω: πσο θα μου στοιχσει αυτς ο τπος; Λογριασα, λογριασα και κατληξα τι δε θα μου στοιχσει και πρα πολλ. Θα πρπει, φυσικ, να τρει. Εντξει, να κομμτι ψωμ το πρω και, για να μη το φει σκτο, ντε καννα κρεμμδι. Και το μεσημρι πλι ψωμ και κρεμμδι θα 'τρωγε. Για βραδιν πλι κρεμμδι και κβας και ψωμ, αν θλει. Κι αν μας τχει και καμι λαχανσουπα, τρμε κι οι δυο μας. τσι κι αλλις, εμαστε λιγφαγοι. Εξλλου, πως λοι ξρουν, ποιος πνει, δεν τρει σχεδν τποτα, του φτνει η βτκα του και το κρασ του. Θα με ξεθεσει στο πιοτ, σκφτηκα, αλλ ττε μως, κριε, μου ρθε και μια λλη σκψη.

     Σκφτηκα τι τσι κι φευγε ο Γιεμελιν, θα γινμουν δυστυχισμνος στη ζω μου. Γι' αυτ αποφσισα εκενη τη στιγμ να γνω πατρας και προσττης του. Θα τον βγλω απ' τον κακ δρμο, σκφτηκα. Θα τον κνω να κψει το πιοτ! Περμενε και θα δεις, σκεφτμουν. Εντξει, Γιεμλια του επα, μενε εδ, αλλ' απ δω κι εμπρς θα με ακος και θα στηρζεσαι πνω μου. τσι, λοιπν, σκεφτμουν μοναχς μου: θα αρχσω σιγ-σιγ να του μαθανω κποια δουλει, αλλ χωρς πεση. Ασ' τον στην αρχ να κθεται κι εγ στο μεταξ θα δω για ποια δουλει εναι κατλληλος. Γιατ για κθε δουλει, κριε, πρπει πρτα να βλπουμε αν ο νθρωπος εναι ικανς. Βλθηκα, λοιπν, να τον παρατηρ στα κρυφ. Στην αρχ, τον πιασα με το καλ.
 -"
τσι κι τσι", του λω, "Γιεμελιν Ιλτς, φτνει πια, θα πρπει να κοιτξεις τι θα κνεις με τον εαυτ σου, στε, να διορθωθες. Κοτα πς γυρνς, κουρελς και με συγχωρες που στο λω, αλλ το παλτ σου εναι γεμτο τρπες. Δεν εναι κατσταση αυτ! Πρπει να γνεις νθρωπος"!
     Ο Γιεμελινουσκα κθεται και με ακοει με σκυμμνο το κεφλι. Τ να σας πω, κριε! Εχε φτσει σε ττοια κατσταση απ' το πιοτ, που δεν ξερε τι λεγε. Του 'λεγες για αγγορια και σου απαντοσε για κουκι! Με ακοει, με ακοει τσην ρα, κι πειτα αναστενζει:

 -"Τ αναστενζεις, Γιεμελιν Ιλτς";

 -"τσι, τποτα, Αστφι Ιβνιτς, μην ανησυχετε. Να, σμερα, Αστφι Ιβνιτς, δυο γρις τσακθηκαν στη μση του δρμου, γιατ η μια αναποδογρισε κατ λθος της λλης το πανρι και της σκρπισε κτω τα μορα".

 -"E και λοιπν";

 -"Μετ η δετερη αναποδογρισε επτηδες το πανρι της πρτης, της σκρπισε χμω τα δικ της μορα κι ρχισε μετ να τα τσαλαπατει".

 -"E και τ γινε, Γιεμελιν Ιλτς";

 -"Να, τποτα, Αστφι Ιβνιτς, τσι το 'πα".

     Αχ, Γιεμλια, πει τα 'χασες, καημνε μου, απ' το πιοτ, σκφτηκα.

 -"Κι νας κριος, εκε που πγαινε στη Σαντβαγια, του 'πεσε να χαρτονμισμα στο πεζοδρμιο. Το βλπει νας μουζκος, τυχερ μου, λει. Και να σου κι νας λλος, χι, δικ μου τυχερ, λει. Το 'δα πρτος..."

 -"Λοιπν, Γιεμελιν Ιλτς";

 -"Τσακωθκαν οι μουζκοι, Αστφι Ιβνιτς. ρθε μετ ο χωροφλακας, δωσε το χαρτονμισμα στον κριο, που του 'χε πσει και τους μουζκους τους απελησε και τους δυο τι θα τους πει μσα".

 -"E, και λοιπν τ γινε; Ποι εναι, τελικ, το συμπρασμα Γιεμελινουσκα";

 -"τσι, τποτα. Ο κσμος γελοσε, Αστφι Ιβνιτς".

 -"Αχ, Γιεμελινουσκα! Ο κσμος! Πολησες τη ψυχ σου για τρα καπκια! Και ξρεις, Γιεμελιν Ιλτς, να σου πω κτι";

 -"Τ, Αστφι Ιβνιτς";

 -"Να βρεις μια δουλει, οποιαδποτε, αυτ να κνεις. Χλιες φορς θα στο πω. Βρες μια δουλει. Λυπσου πια τον εαυτ σου".

 -"Και τ δουλει να βρω, Αστφι Ιβνιτς; Εγ δε ξρω να κνω τποτα. Κανες δε θα με πρει εμνα, Αστφι Ιβνιτς. Αχ, Γιεμλια, για το πιοτ σε διωξαν απ' τη δουλει σου! Πρπει να το σταματσεις. Σμερα, φναξαν στο γραφεο τον Βλας, τον μπουφετζ, Αστφι Ιβνιτς".

 -"Και γιατ τον φναξαν, Γιεμελινουσκα";

 -"Δε ξρω, γιατ τον φναξαν, Αστφι Ιβνιτς. Φανεται θα τον χρειζονταν εκε, γι' αυτ τον κλεσαν..."

     Αχ, σκφτομαι, πμε χαμνοι με σνα, Γιεμελινουσκα! Μας τιμωρε ο Μεγαλοδναμος για τις αμαρτες μας! Πετε μου, κριε, πς να συνεννοηθες με ναν ττοιον νθρωπο; ταν μως παμπνηρος! Με κουγε καλ-καλ, κι πειτα, αφο χρταινε να ακοει, μλις βλεπε πως ρχιζα και θμωνα, φραγε το παλτ του και μη τον εδατε! λειπε λη τη μρα και μου 'ρχτανε το βρδυ τφλα στο μεθσι. Ποις του 'δινε να πιει, πο τα 'βρισκε τα λεφτ, νας Θες ξρει! Πντως, δεν μουν εγ ο νοχος!..
 -"
Αμν πια, Γιεμελιν Ιλτς", του λεγα, "θα το φας το κεφλι σου! Τρμα το πιοτ, μ' ακος; τρμα! 'Αλλη φορ, μα μου 'ρθεις μεθυσμνος, θα κοιμηθες ξω. Δε θα σ' αφσω να μπεις μσα"!

     Ακοει ο Γιεμλια την απφασ μου και κθεται μσα μια μρα, δυο μρες... Τη τρτη τη κοπνησε πλι. Περιμνω, περιμνω, φαντος! E, με ζσανε πια και μνα τα φδια. 'Αρχισα ν' ανησυχ. Τ του κανα; Σκεφτμουν. Εγ τον τρομοκρτησα. Και πο να 'ναι τρα ο ρημος; Αχ, ας ρθει, Θε μου, Σε παρακαλ ! Νχτωσε και πουθεν ο Γιεμελιν... Βγανω το πρω στο κατφλι, κοιτζω, και τον βλπω εκε και κοιμται. ταν ξαπλωμνος και εχε ακουμπσει το κεφλι του σ' να σκαλοπτι· εχε κοκαλσει απ τη παγωνι.

 -"Τ κνεις αυτο, Γιεμλια; Για τ' νομα του θεο! εδ βρκες να κοιμηθες";

 -"Μα σεις, Αοτφι Ιβνιτς, θυμσατε προχτς, στενοχωρηθκατε και μου 'πατε πως, αν ρθω ξαν μεθυσμνος θα με βλετε να κοιμηθ στη σκλα. Γι' αυτ κι εγ δε τλμησα να μπω μσα, Αστφι Ιβνιτς και ξπλωσα δω, αφο μουν μεθυσμνος. Μ' εχε πισει στενοχρια και δε τλμησα να χτυπσω".

 -"Δε κνεις καμι λλη δουλει, λω εγ, Γιεμελιν, που πας και κοιμσαι ξω";

 -"Τ λλη δουλει, Αστφι Ιβνιτς";

 -"Σου λω, βρε ανεπρκοπε, να μθεις να γνεις ρφτης. Κοτα σε τι κατσταση εναι το παλτ σου! Πισε τη βελνα να κλεσεις καμι τρπα να γνεις, επιτλους, νθρωπος. 'Αντε, μεθστακα".

     Κι εκενος, κριε, πει και πινει τη βελνα -εγ τσι το 'πα, στ' αστεα, κι εκενος τα 'χασε και πρε τη βελνα. βγαλε το παλτ του και προσπθησε να περσει τη κλωστ στη βελνα. Καθμουν και τον κοταζα, αλλ πο να τα καταφρει! Τα μτια του ταν υγρ και κατακκκινα, τα χρια του τρμαν, αυτς εκε! Προσπαθοσε, προσπαθοσε αλλ η κλωστ στη βελνα δεν μπαινε! Κι λο τη σλιωνε, την στριβε με τα δχτυλα, αλλ τποτα! Τα παρτησε και γρισε και με κοταξε...

 -"Τρα, Γιεμλια, με υποχρωσες! Να 'τανε κι λλοι μπροστ, να μας βλεπαν, δε θα ξερα πο να κρυφτ! Αφο τσι στο 'πα, βρε αφελ νθρωπε, γι' αστεο, για να σε πειρξω. Πγαινε, που θες κι ο Θες να σε φυλ! Αν θες, κτσε δω, αλλ μη κοιμσαι στις σκλες, μη με ντροπιζεις"!

 -"Και τ να κνω, Αστφι Ιβνιτς; Αφο το ξρω κι ο διος τι εμαι πντα μεθυσμνος και δε κνω για τποτα! Μνον εσς που κακοκαρδζω... τον ευεργτη μου"!
     Κι τσι πως ρχισαν να τρμουν τα χλομ του χελη, να δκρυ κλησε στο μγουλο κι βρεξε τη γενειδα του. Ξφνου ξσπασε σε λυγμος o Γιεμελιν μου... Αχ, πατερολη, σαν να μου μπξανε το μαχαρι στην καρδι.

 -"Αχ εσ, πονψυχε νθρωπε, καθλου δεν το σκφτηκα! Πο να το ξρω, πο να το φανταστ; χι, νομζω, Γιεμλια, πως θα σ' αφσω στην ησυχα σου, να σβσεις σα το κερκι"!

     E, λοιπν, κριε, ας μη μακρηγορ. Η λη ιστορα εναι τσο θλια, που δεν αξζει να τη διηγεσαι. θλω μνο να προσθσω κτι: εχα να παντελνι ιππασας πολ μορφο, μου το 'χε παραγγελει κποιος τσιφλικς που 'ρχταν εδ. 'στερα μως δεν το πρε, γιατ του ταν, λει, στεν. τσι, λοιπν, μου 'μεινε το παντελνι αυτ. Πολτιμο πρμα, σκφτηκα. Στο παζρι μπορε να 'πιανε μχρι και πντε ροβλια. Αν το ξλωνα, μ' αυτ το φασμα μποροσα να φτιξω δυο παντελνια για τους κυρους της Πετροπολης και θα μου περσσευε και για γιλκο.

     Εμες οι φτωχο, βλπετε, λο κτι ττοιες πατντες κνουμε, για να τα βγλουμε πρα. Τον καιρ εκενο ο Γιεμελινουσκα τανε πολ βαρς και μελαγχολικς. Μια μρα χωρς πιοτ, δετερη, τρτη, χωρς να βλει γουλι στο στμα του. τσι τανε για λπηση. Καθταν εκε κι νιωθε δυστυχισμνος. τρα, φλε μου, σκφτηκα δεν χεις φργκο μπκες στον σιο δρμο. σως κουσες τη φων της λογικς κι επες: τρμα.
     Ακοστε λοιπν, κριε, τι γινε κατπιν: τις μρες εκενες τανε κποια μεγλη γιορτ. Γυρζω το βρδυ απ τον εσπεριν και βλπω το Γιεμλια να κθεται στο παρθυρο και να κουνιται πρα-δθε, τφλα στο μεθσι.
'Αειντε πλι, Γιεμελιοσκα, επα μσα μου. Πηγανω να πρω κτι απ' το σεντοκι, κοιτζω μσα, πουθεν το παντελνι της ιππασας... Ψχνω, ξαναψχνω, τποτα! Αφο φαγα λο τον κσμο και δε το βρκα, σφχτηκε η καρδι μου! τρεξα στη γερντισσα, τη σπιτονοικοκυρ μου. Την υποψιστηκα δικα τη καημνη, εν στο Γιεμλια οτε που πγε το μυαλ, παρλο που ταν ποπτος, τσι που καθταν μεθυσμνος.

 -"χι," μου λει η γριολα, "για τ' νομα του θεο, κριε, αν εναι δυνατν! Τ να το κνω γω το παντελνι της ιππασας; Δηλαδ να το φορσω; Κι εγ μλις προχθς χασα μια φοστα".
 -"
ρθε καννας απ δω;" τη ρωτω.
 -"
χι, κανες δεν ρθε, κριε, εγ μουνα συνχεια δω. Ο Γιεμελιν Ιλτς βγκε για λγο και ξαναγρισε. Ντος, εκε εναι... Αυτνε ρτα".

 -"Μπως τυχε, Γιεμλια, να χρειαστες το παντελνι μου της ιππασας, ξρεις αυτ που 'χα φτιξει για κενο τον τσιφλικ;" τονε ρωτ.
 -"
χι", μου απαντ, "Αστφι Ιβνιτς, δεν το πρα εγ".
     Τ διολο; Ψχνω, ψχνω, ξαναψχνω, τποτα! Κι ο Γιεμλια κθεται και κουνιται πρα δθε. Εγ, κριε, καθμουν
σταυροπδι κει μπρος του, σκυμμνος στο σεντοκι και ξφνου του 'ριξα μια πλγια ματι... Αμν! σκφτηκα. Η καρδι μου σφχτηκε μες στο στθος μου κι αναψοκοκκνισα. Το βλμμα του Γιεμλια συνντησε το δικ μου.
 -"
χι", μου λει, "Αστφι Ιβνιτς, εγ το παντελνι σας;... σως να νομζετε, τι το πρα εγ, αλλ δεν το πρα".

 -"Και πο μπορε να πγε, Γιεμελιν Ιλτς";

 -"χι", μου λει, "Αστφι Ιβνιτς, δε ξρω τποτα".

 -"Πς δηλαδ, Γιεμελιν Ιλτς, εναι ποτ δυνατ να χθηκε μνο του";

 -"σως, Αστφι Ιβνιτς", μου, απαντ!
     Μλις τ' κουσα αυτ, σηκθηκα, πγα στο παρθυρο, ναψα τη λμπα κι ρχισα τη δουλει μου. Εχα να κνω κτι διορθσεις στο γιλκο ενς υπαλλλου, που 'μενε στον απ κτω ροφο. μουνα φοβερ ταραγμνος. Πιο καλ θα 'ταν να 'πιανα λα μου τα ροχα να τα 'ριχνα στη σμπα, για να τα κψω. Και ββαια ο Γιεμλια καταλβαινε την οργ που 'βραζε μσα μου γιατ ο νθρωπος που 'χει κνει κτι κακ, νιθει απ' τα πριν τη συμφορ που του 'ρχεται, πως τα πουλι νιθουνε τη καταιγδα, προτο ακμα ξεσπσει.

 -"Το λοιπν, Αστφι Ιβνιτς", ρχισε να λει o Γιεμελιοσκα κι η φων του τρεμε, "σμερα ο Αντπ Πραχριτς, ο νοσοκμος, παντρετηκε τη γυνακα του αμαξ, κενου που πθανε τις προλλες".
     Κι εγ ττε του ριξα μια ματι με τση κακα... Κατλαβε ο Γιεμλια. Τον βλπω να σηκνεται, να πηγανει στο
κρεβτι και ν' αρχζει να ψαχουλεει. Συνεχζει για πολλ ρα το ψξιμο κι λο σιγομουρμουρζει μσα απ' τα δντια: Μπα, οτε εδ εναι, πουθεν δεν εναι, πο χθηκε το τιμο; Περιμνω να δω τι Θα γνει. Βλπω το Γιεμλια να ξαπλνεται χμω και να χνεται κτω απ' το κρεβτι. Δε κρατθηκα λλο.

 -"Γιατ ξαπλθηκες τσι, Γιεμελιν Ιλτς;" του λω.

 -"Μπως και βρω το παντελνι σας της ιππασας, Αστφι Ιβνιτς. Επα να ρξω μια ματι μπως και παρπεσε πουθεν".

 -"Μα χι, κριε μη μπανεις σε κπο για μνα, ναν απλ και φτωχ νθρωπο, μπορε να λερσεις τα γνατ σου, τσι που σρνεσαι κτω"!

 -"Γιατ, Αστφι Ιβνιτς, εγ... Μπορε να το βρομε κπου, ας ψξουμε".

 -"Xμ... 'Ακου εδ, Γιεμελιν Ιλτς"!

 -"Τ πρμα, Αστφι Ιβνιτς";

 -"Μπως" του λω, "απλς εσ μου 'κλεψες το παντελνι σα κοινς κλφτης για να με ξεπληρσεις για το ψωμ και το αλτι που 'χουμε φει μαζ";
     Τσο μ' εχεν εξοργσει, κριε, τσι που εχε πσει στα γνατα και σερνταν κτω στο πτωμα.

 -"χι... Αστφι Ιβνιτς..."
     μεινε εκε, πως ταν, κτω απ' το κρεβτι. μεινε αρκετ ρα, κι πειτα σηκθηκε. Τον κοιτζω και βλπω να 'ναι κατχλομος. Σηκνεται κι ρχεται και κθεται δπλα μου στο παρθυρο για καν δεκλεπτο.
 -"
χι", μου λει, "Αστφι Ιβνιτς, δεν το πρα εγ το παντελνι σας..."
     Σειταν ολκληρος, χτυποσε το στθος του με τρεμμενο δχτυλο κι η
φων του τρεμε τσο, που κατατρμαξα κι απμεινα καρφωμνος στη θση μου.

 -"Ε λοιπν, συγχωρστε με, Γιεμελιν, Ιλτς, αν εγ απ βλακεα μου σας κατηγρησα δικα. Κι σο για το παντελνι, δεν πει στο διολο! Θα ζσουμε και χωρς παντελνι. Τα χρια μου, δξα τω Θε, πινουν ακμα. Δε θα γνω κλφτης οτε παρσιτο, να ζω απ τους λλους... Θα δουλψω και θα ζσω".
     Μ' κουσε λοιπν, ο Γιεμλια ρθιος μπροστ μου, με κοταξε κι πειτα κθισε κτω.

     λο το βρδυ μεινε εκε, δχως να κουνσει απ τη θση του. ταν εγ πγα για πνο, ο Γιεμλια καθταν ακμα στην δια θση.

     Το πρω εδα πως εχε κοιμηθε στο γυμν πτωμα, τυλιγμνος στο παλτ του, αισθαντανε τσο ταπεινωμνος, που δεν τολμοσε να ξαπλσει στο κρεβτι. Δεν τον αγαποσα μως πια, κριε. Τις πρτες μρες, μλιστα, τον μισοσα. νιωθα λες και μ' εχε κλψει και μ' εχε πληγσει ο διος μου ο γιος. Αχ, Γιεμλια, Γιεμλια, λεγα μσα μου. Κι ο Γιεμλια, κριε, δυο βδομδες δε σταμτησε να πνει, γινταν συνχεια σκνπα στο μεθσι. φευγε νωρς το πρω και γυρνοσε νχτα. Επ δυο εβδομδες δεν κουσα απ' το στμα του μια λξη. Φανεται πως και τον διο ττε τον καττρωγε η πκρα θελε με κποιο τρπο να εξαφανιστε απ προσπου γης. Κποια στιγμ, τελικ, σταμτησε και κθισε πλι στο παρθυρο.

     Φανεται πως θα 'χε πιει λα του τα λεφτ. Τον θυμμαι τρα βρδια να κθεται αμλητος, ξφνου τον βλπω να κλαει και τ κλμα! Τα δκρυα τρχανε ποτμι απ' τα μτια του. Κι εναι φοβερ, κριε, να βλπεις ναν ριμο νθρωπο και μλιστα να γροντα, σαν τον Γιεμλια, να κλαει τσο πολ.

 -"Τ χεις, Γιεμλια;"  ρωτω.
     Εκενος τινχτηκε. ταν η πρτη φορ που του μιλοσα απ εκενη τη μρα.

 -"Τποτα... Αστφι Ιβνιτς".

 -"Για το Θε, Γιεμλια, ξχνα το, στο να πει στο διολο. Τ κθεσαι τσι αυτο";

 -"τσι, Αστφι Ιβνιτς, χι για... Θα 'θελα να πισω καμι δουλει, Αστφι Ιβνιτς".

 -"Τ δουλει, Γιεμελιν Ιλτς";

 -"Οτιδποτε. Μπορε να βρω καμι θση κπου, πως παλι, δη πγα και παρακλεσα τον Φεντασιι Ιβνιτς... Δε θλω να σας γνομαι λλο βρος. Θα κοιτξω αν μπορσω να βρω καμι δουλει και ττε λα θα σας τα ξεπληρσω εγ και το φα και τα πντα".

 -"Φτνει, Γιεμλια, φτνει, γινε να κακ και πρασε. Ας πει στο καλ! λα να ζσουμε πως και πρτα".

 -"χι, Αστφι Ιβνιτς, εσες τρα σως... αλλ εγ δεν το πρα το παντελνι σας, Αστφι Ιβνιτς"!

 -"Καλ, ο Θες μαζ σου, Γιεμελινουσκα! Κνε τι εσ αποφασσεις".

 -"χι, Αστφι Ιβνιτς. Δε μπορ πια να ζσω μαζ σας και να με συγχωρετε! θα πρπει να φγω".

 -"Μα για τ' νομα του Θεο, Γιεμελιν Ιλτς", του λω, "ποις σ' ενοχλε, ποις σε διχνει απ' το σπτι";

 -"χι, δεν εναι σωστ πια να μνω μαζ σας, Αστφι Ιβνιτς. Καλτερα να πηγανω..."

     Ο νθρωπος εχε προσβληθε και το εχε πρει για τα καλ απφαση. Σε λγο σηκθηκε κι ριξε στη πλτη το παλτ του.

 -"Για πο το 'βαλες λοιπν, Γιεμελιν Ιλτς; Λογικψου, σκψου το λιγουλκι πο θα πας";

 -"χι, χετε γεια, Αστφι Ιβνιτς, αφστε με να φγω, Αστφι Ιβνιτς. Δεν εστε τρα πια αυτς που 'σασταν προηγουμνως".

 -"Τ δεν εμαι; Πο θα πας μονχος σου, θα χαθες, Γιεμελιν Ιλτς, σα μωρ παιδ κι μυαλο".

 -"χι, Αστφι Ιβνιτς, τρα πια σεις, ταν βγανετε κλειδνετε το σεντοκι σας κι εγ, το βλπω αυτ και κλαω... χι, καλτερα αφστε με, Αστφι Ιβνιτς και συγχωρστε με, για σες φορς σας πκρανα λο αυτ τον καιρ που ζσαμε εδ μαζ".

     Κι τσι λοιπν, κριε, φυγε. Περμενα μια μρα, λω κατ το βραδκι θα φανε, τποτα! Δετερη μρα, τρτη μρα... Τποτα! Μ' πιασε και φβος και στενοχρια, δεν τρωγα, δεν πινα, δεν κοιμμουν. Αυτς ο νθρωπος με εχε αφοπλσει τελεως. Την τταρτη μρα πρα σβρνα τα καπηλει μπας και τον βρω κπου. Ρωτοσα, ψαχνα, τποτα, εχε γνει φαντος! Το φαγες το ξερ σου το κεφλι, σκεφτμουν. νας Θες ξρει που ξπεσες μεθυσμνος και πθανες, και τρα κετεσαι σαν το κοτσουρο.
     Γρισα στο σπτι σε θλια κατσταση. Την λλη μρα βγκα πλι και τον ψαχνα. Κατηγοροσα τον εαυτ μου, πς το κανα αυτ, πς φησα αυτν τον ανητο και αφελ νθρωπο να σηκωθε να φγει. Ξημερματα μως της πμπτης μρας ακοω την πρτα να τρζει-κοιτζω και να σου ο Γιεμλια, κατχλομος και με λσπες στα μαλλι, λες και εχε κοιμηθε στο δρμο κι απ' την αδυναμα εχε γνει σαν φντασμα. βγαλε το παλτουδκι του, κθισε δπλα μου στο σεντοκι και με κοταξε.

     Χρηκα, αλλ ταυτχρονα νιωσα μσα μου μια θλψη βαθτερη απ πριν. Γιατ, αν εχε τχει, κριε, να κνω εγ ττοιο πργμα που 'κανε κενος, μα το Θε σας λω, χλιες φορς θα προτιμοσα να πθαινα σαν το σκυλ, παρ να γυρσω πσω. Κι ο Γιεμλια γρισε! Φυσικ εναι φοβερ να βλπεις νθρωπο σ' αυτ τη κατσταση.

'Αρχισα ττε να τον καλοπινω και να τον παρηγορ.
 -"
Πολ χαρομαι που γρισες, Γιεμελινουσκα", του επα. "Αν αργοσες λγο ακμα να 'ρθεις, θα 'βγαινα να σ' αναζητσω στα καπηλει.
φαγες τποτα";

 -"φαγα, Αστφι Ιβνιτς".

 -"Αλθεια, φαγες; λα, φλε μου, χει μενει λγη χορτσουπα απ' τα χθες, ταν με κρας, χι σκτη. Να και κρεμμδι και ψωμ. Φε, μια φορ, κακ δε θα σου κνει".
     Του δωσα να φει κι αμσως κατλαβα τι εχε μρες να φει ο νθρωπος, πεινοσε σα λκος. Φανεται πως η πενα του τον εχε
φρει σε μνα. Τον λυπταν η ψυχ μου, τον ρημο. Μου 'ρθε η ιδα και πετχτηκα στο κρασοπουλει κι φερα λγο κρασ, για να του ευφρνω τη καρδι και να φιλισουμε.

 -"Δε σου κρατω πια κακα, Γιεμελινουσκα. φερα το κρασκι", του επα. "λα Γιεμελιν Ιλτς, να πιομε, που 'ναι και χρονιρα μρα. Θες να ποτηρκι; Κνει καλ". κανε ν' απλσει το χρι, να πισει το ποτρι, αλλ σταμτησε. Για λγο δεν κανε τποτα, τον βλπω που πινει το ποτρι και το φρνει στο στμα με τρεμμενο χρι. Την δια στιγμ το κρασ χνεται στο μανκι του. Δεν κατφερε να πιει. Κατβασε με μια κνηση το ποτρι και το φησε στο τραπζι.

 -"Τ τρχει, Γιεμελινουσκα";

 -"Μα τποτα, εγ να... Αστφι Ιβνιτς..."

 -"Δε θα το πιεις";

 -"Εγ, Αστφι Ιβνιτς, δε θα... δε θα ξαναπι, Αστφι Ιβνιτς".

 -"Τ; Αποφσισες να το κψεις τελεως, Γιεμελιοσκα μνο σμερα δε θα πιεις";
     μεινε αμλητος. Υστρα απ κνα λεπτ τον εδα να φρνει το χρι του στο μτωπο.

 -"Τ, δεν πιστεω να 'σαι ρρωστος, Γιεμλια;" του 'πα.

 -"Ναι, δεν εμαι καλ, Αστφι Ιβνιτς".

     Τον πρα και τον ξπλωσα στο κρεβτι. Πραγματικ ταν χλια: το μτωπ του καιγε και εχε ργη. μεινα λη τη μρα στο προσκεφλι του, τη νχτα χειροτρεψε. Του δωσα να φει κβας ανακατωμνο με γλα, με κρεμμδι και λγο ψωμ.
 -"
Φε", του 'λεγα, "
μπορε να σου κνει καλ"!
     Εκενος μως κονησε το κεφλι:
 -"
χι, δε θα φω απψε, Αστφι Ιβνιτς".
     Του φτιαξα να τσι, λο το βρδυ τη γερντισσα τη σπιτονοικοκυρ μου κυριολεκτικ την τρλανα, δε γινταν τποτα. Χλια εναι, σκφτηκα. Τη τρτη μρα το πρω πγα στο γιατρ. ταν γνωστς μου ο γιατρς Κοστοπρβοφ. Εχαμε γνωριστε παλιτερα, ταν ακμα δολευα για τους Μποσομιγκιν, μια φορ που εχα αρρωστσει και μ' εχε κνει καλ. ρθε ο γιατρς, τον κοταξε.

 -"Δε γνεται τποτα, εναι πολ σχημα", μου επε. "Τζμπα με κουβαλσατε. Δστε του πντως αυτ, τη σκνη".
     Ο γιατρς φυγε. Εγ τη σκνη δεν του την δωσα. τσι μας κοροδεει ο γιατρς, επα μσα μου. Στο μεταξ ρθε η πμπτη μρα. ταν εκε ξαπλωμνος κι σβηνε μπρος στα μτια μου. Εγ καθμουνα στο παρθυρο κι ραβα. H γριολα ναβε τη σμπα. μασταν λοι αμλητοι. Σχιζταν η καρδι μου, κριε, γι' αυτ το δυστυχισμνο κορμ, λες κι ταν να θψω τον διο μου το γιο. ξερα πως ο Γιεμλια τρα με κοιτοσε συνχεια, πως ο νθρωπος προσπαθοσε θελε κτι να πει και, φανεται τι δεν μποροσε. Τελικ, στρφηκα και τον κοταξα, εδα πσο θλιμμνα τανε τα μτια του, του καημνου, που δεν τα 'παιρνε οτε μια στιγμ απ πνω μου. Μλις κατλαβε τι τον κοιτζω, χαμλωσε το βλμμα του.

 -"Αστφι Ιβνιτς"!

 -"Τ εναι, Γιεμελιοσκα";

 -"Αν ταν να πουλσω το παλτ μου στο παζρι, πσα περπου θα 'πιανε, Αστφι Ιβνιτς";

 -"E, δε ξρω", απντησα, "πσα ακριβς θα 'πιανε! σως να 'πιανε και τρα ροβλια".
     Για πγαινε να το πουλσεις, τποτα δεν θα πιανες, μνο που θα σου γελγανε κατμουτρα που προσπαθες να πουλσεις ττοιο κουρλι. τσι μως το 'πα σ' αυτ τον νθρωπο του Θεο, που 'ξερα το απλοκ πεσμα του, για να τον παρηγορσω.

 -"Κι εγ νμιζα πως θα 'πιανε τρα ροβλια ασημνια, Αστφι Ιβνιτς. Εναι τσχινο. Μνο τρα ροβλια, τσχινο παλτ";

 -"Δε ξρω", του λω, "Γιεμελιν Ιλτς, μα θες να πας να το πουλσεις, ττε ββαια θα ζητσεις τουλχιστον τρα ροβλια με τη πρτη κουβντα".
     μεινε για λγο αμλητος ο Γιεμλια, πειτα με φναξε πλι.

 -"Αστφι Ιβνιτς"!

 -"Τ εναι, Γιεμελινουσκα";

 -"Αν πεθνω, να πουλσετε το παλτ μου, να μη με θψετε μ' αυτ. τσι κι αλλις, εγ ξαπλωμνος θα 'μαι, εν αυτ εναι ακριβ πρμα μπορε να σας φανε χρσιμο".

      Δεν μπορετε να φανταστετε, κριε, πσο σφχτηκε ττε η καρδι μου. βλεπα στον νθρωπο αυτν τη θλψη που αισθνεται κανες, ταν νιθει το τλος του να πλησιζει. Μεναμε και πλι αμλητοι. θα πρπει να πρασε τσι καμι ρα. Κθε τσο τον κοταζα. Εκενος δεν παιρνε τα μτια του απ πνω μου και μνο ταν συναντιταν το βλμμα μας τα χαμλωνε.

 -"Δε θλετε να πιετε λγο νερκι, Γιεμελιν Ιλτς"; ρτησα.

 -"Ναι, δστε μου λγο νερκι, που να 'χετε την ευχ του Θεο, Αστφι Ιβνιτς".

     Του δωσα νερ. Το πιε.

 -"Σας ευχαριστ, Αστφι Ιβνιτς".

 -"Μπως θες τποτ' λλο, Γιεμελινουσκα";

 -"χι! Δε θλω τποτα λλο, Αστφι Ιβνιτς. Εγ μνο, να..."

 -"Τ";

 -"Εκενο..."

 -"Ποι εκενο, Γιεμελιοσκα";

 -"Το παντελνι... κενο... εγ σας το 'χα πρει ττε... Αστφι Ιβνιτς..."
 -"
Ο Θες να σε συγχωρσει, Γιεμελινουσκα φουκαρ μου", του λω. "παγε εν ειρνη
..."
     Η ανσα μου κπηκε και τα μτια μου γεμσανε δκρυα. Γρισα το κεφλι μου απ' την λλη.
 -"Αστφι Ιβνιτς..."

     Βλπω πως ο Γιεμλια κτι θλει να μου πει, ανασηκνεται μνος του, προσπαθε, τα χελη του κουνιονται... Για μια στιγμ γνεται κατακκκινος και με κοιτζει... Χλομιζει, χλομιζει και γρνει πλι πσω, το κεφλι του πεσε απαλ στο πλι, πρε μια βαθι ανσα και παρδωσε ρεμα το πνεμα του στο Θε".

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers