-


Dali &








-

/




 
 

 

: ( 1450 . .)

 

                                                      Βιογραφικ

     Ο Μπεργαδς (Bragadin) ανκε σ' εξελληνισμνην οικογνεια Βενετν του Ρεθμνου. Γεννθηκε στη Κρτη τλη 15ου αινα και πθανε μες στον 16ο, γνωστο πτε. Για τη ζω του δε ξρουμε σχεδν τποτε λλο. O Van Gemert μεταθτει τον Μπεργαδ προς το δετερο μισ του 15ου αι. και προτενει να ταυτιστε με κποιο Petrus Bergadhin, δετερης γενις βενετοκρητικ ευγεν, κτοικο του Χνδακα και μικρ φεουδρχη, που 'χει εξελληνσει το επνυμ του δη απ Bragadin(o)/Bregadin(o) σε Bergadhin/Μπεργαδς. Εναι ο μνος Bergadhin που μαρτυρεται τον 15ο αινα στον Χνδακα και στο Ρθυμνο. Ο κλδος του Ρεθμνου διατηρε το βενετικ τπο του επνυμου Bragadin(o). Οι μαρτυρες που διαθτουμε γι' αυτν χρονολογονται απ το 1463 μχρι και το 1495. Το 1502 χει πια πεθνει.
     γραψε το ποημα "Απκοπος" (ξεκοραση), που εκτενεται σε 558 ομοιοκατληκτους δεκαπεντασλλαβους. Ο ποιητς περιγρφει να ταξδι στον δη και σατιρζει σους ξεχνονε τους νεκρος τους, καυτηριζει επσης τους καλγηρους για τη πλεονεξα τους. Το διδακτικ αυτ ποημα θυμζει τη "Νκυια" του Ομρου, καθς και τη "Κλαση" του Δντη. Εκδθηκε 3 φορς μες στον 16ο αι.: το 1529, το 1534 και το 1543.
     Γραμμνος ετε στο πρτο ετε στο δετερο μισ του 15ου αινα, αλλ τυπωμνος για πρτη φορ στη Βενετα το 1509, γνρισε αλλεπλληλες ανατυπσεις και γινε να απ τα δημοφιλστερα αναγνσματα του νου ελληνισμο, τουλχιστον για τους επμενους τρεις αινες. Ο "Απκοπος"του Μπεργαδ περιγρφει μια ονειρικ κθοδο στον λλο κσμο και αποτελε το πιο αντιπροσωπευτικ δεγμα της πριμης Αναγννησης στην κρητικ λογοτεχνα. Εναι συνθεμνος σε βυζαντιν δημδη γλσσα με πολλ στοιχεα του κρητικο ιδιματος και στις βενετικς εκδσεις αποτελεται απ 558 ζευγαρωτ ομοιοκατληκτους δεκαπεντασλλαβους στχους, ωστσο το τελευταο τμμα του γενικ θεωρεται νθο.
     Ο "Απκοπος" αποτελε, πως πολ εστοχα χει επισημανθε, «το πιο γοητευτικ και συνμα το πιο αινιγματικ αφηγηματικ ποημα της πρτης ακμς της (επνυμης) κρητικς λογοτεχνας» (Βασιλεου 1993, 125). Η γοητεα του εδρζεται στη μεγλη του αισθητικ αξα, που τυγχνεις καθολικς αποδοχς των μελετητν, εν η αινιγματικτητ του γκειται τσο στον πολυσνθετο χαρακτρα του σο και στα πγια μετωρα ζητματα που συνοδεουν πολλ -αν χι τα περισστερα- απ τα πριμα δημδη κεμενα (λ.χ. συγγραφας, χρονολγηση, πνευματικ κλμα που απηχε κ..), με αποτλεσμα να εγερει δυσεπλυτα φιλολογικ και ερμηνευτικ προβλματα (Λεντρη 2007, 144).
     Ο ττλος του ποιματος, που σημανει τον «αποκαμωμνο», τον «κατκοπο», οφελεται σε φρση του πρτου στχου «Μιαν απ κπου ενσταξα, να κοιμηθ εθυμθην», εν ο συγγραφας του, ο Μπεργαδς, μας εναι γνωστς χρη στο διαφημιστικ -και πρσθετο απ κποιο λλο πρσωπο (van Gemert 1997, 75), μλλον τον επιμελητ της πρτης κδοσης- 2στιχο που συνοδεει τις 1ες ντυπες εμφανσεις του:

"Απκοπος" του Μπεργαδ, ρμα λογιωττη
την χουσιν οι φρνιμοι πολλ ποθεινοττη.

     Επειδ δεν παραδδεται το μικρ νομα του ποιητ, παρ μονχα το επνυμ του, εναι δσκολο να ταυτιστε με συγκεκριμνο πρσωπο· το επθετο Μπεργαδς ελογα χει ερμηνευθε ως εξελληνισμνη παραλλαγ της βενετοκρητικς αριστοκρατικς οικογνειας των Bragadin(o) Bregadin(o) απ το Ρθυμνο, επιφαν μλη της οποας μνημονεονται στην κρητικ κοινωνα απ το 1311 ως το 1644 (Κεχαγιγλου 1982, 27), δεν μπορε, ωστσο, να αποκλειστε το ενδεχμενο μιας αστικς οικογνειας με το διο νομα (van Gemert 1997, 75), προερχμενης απ κποια λλη κρητικ πλη, ειδικ απ τη στιγμ που για τον 15ο αινα δεν σζονται ιστορικς μαρτυρες για τον ρεθυμνιτικο κλδο των Μπεργαδδων. Πρσφατα προτθηκε, με κποια επιφλαξη, η τατισ του με ναν Petrus Bergadhin/Πτρο Μπεργαδ απ τα Χανι, ναν μικρ φεουδρχη που αναφρεται σε αρχειακ γγραφα ως κτοικος του Χνδακα (σημεριν Ηρκλειο) απ το 1464 και εξς (van Gemert 2007, 159), μως, η τατιση αυτ, που θα διευκλυνε και τη τοποθτηση του ποιματος σ’ να πιο συγκεκριμνο χρονικ διστημα, παραμνει αββαιη.
     Συναφς με το προηγομενο ζτημα, λοιπν, εναι κι εκενο της χρονολγησης του ργου. Ασφαλς, η παλιτερη, ψιμη τοποθτησ του στον 16ο αινα (π.χ. Πολτης 1953, Μανοσακας 1965) χει οριστικ αναιρεθε, εντοτοις δεν επλθε οριστικ λση, τσι, το ποημα χρονολογεται κπως αριστα στον 15ο αινα, ετε στο πρτο μισ του, σε συνφεια με τα ργα κποιων πρωτοπρων κρητικν ποιητν, π.χ. Ντελλαπρτας και Φαλιρος (Lassithiotakis 1992· Vejleskov 2005) ετε στο 2ο μισ του, μες στο κλμα απαισιοδοξας κι αβεβαιτητας που επικρατε μετ την λωση (van Gemert 2007, 159-160) -ο εκδτης του ποιματος Στυλιανς Αλεξου (1998, 14) προτενει το τελευταο 1/4 του αινα. πως και να ’χει, να ασφαλς terminus ante quem αποτελε η 1η κδοσ του απ τον Νικλαο Καλλιργη, γιο του κρητικο λγιου και τυπογρφου Ζαχαρα Καλλιργη, το 1509, που του παρχει και το προνμιο του 1ου (γνωστο) νεοελληνικο λογοτεχνικο ντυπου βιβλου (Πολτης 1993, 50· Αλεξου 1998, 15) του ργου που σηματοδοτε την απαρχ της νεοελληνικς λογοτεχνας, σμφωνα με μια λλη -χι ευρως αποδεκτ- ποψη (Σαββδης 1993, 37-41). Σε συνδυασμ, λοιπν και με κποιες εσωτερικς ενδεξεις, η συγγραφ του "Απκοπου" οριοθετεται μες σε μεγλο χρονολογικ ερος μεταξ 1420 & 1509 (Βασιλεου 1993, 171), σον αφορ στον τπο προλευσς του, λοι δχονται τι το ποημα γρφτηκε στο νησ της Κρτης.



     Η υπθεσ του στοιχειοθετεται πνω σε μια ονειρικ κατβαση στον Κτω Κσμο και μπορε να σκιαγραφηθε ως εξς: ο αφηγητς/ποιητς, καταβεβλημνος, αποκοιμιται κι ονειρεεται πως κυνηγ μια ελαφνα, ξαφνικ βρσκεται μνος σ’ να λιβδι κι ανεβανει σε δντρο, που τρει το μλι μιας κυψλης. Το δντρο, μως, ροκανζουν δο ποντικο, μαρου κι σπρου χρματος αντστοιχα, με αποτλεσμα να πσει απ να γκρεμ, που στο τλος του βρσκεται νας δρκος με το στμα του ανοιχτ. τσι, παρασρεται ζωντανς στον δη, που γρω μαζεεται πλθος πεθαμνων, απορημνων για την απρσμενη φιξη. Απ αυτος ξεχωρζουν δο νοι που τον ρωτον ποιος εναι και τ γυρεει στον Κτω Κσμο, ζητντας εναγωνως να μθουν να για τον Πνω Κσμο, κυρως αν οι ζωντανο τους θυμονται ακμα. Ο ρωας αρχικ διστζει, μως ακολοθως τους απαντ ευθως πως κανες ζωντανς δεν τους θυμται οτε τους θρηνε -με εξαρεση τις μανδες τους, οι υπλοιποι συνεχζουν να απολαμβνουν τη ζω τους.



     Κατπιν, προκαλε το θρνο των σκιν, αναφροντας δηκτικ πως απ τις χρες, λλες ξαναπαντρετηκαν κι λλες, αφο κλεστηκαν στα μοναστρια μοιρζοντας τις περιουσες των συζγων τους, κνουν συντροφι με τους «φρρους» (ιερωμνους). Στη συνχεια, ρωτ πληροφορες για τους δο πεθαμνους νους κι εκενοι του διηγονται λεπτομερς την ιστορα τους: ο τπος της καταγωγς τους περιγρφεται αλληγορικ, χωρς να κατονομζεται, η οικογνει τους εναι αριστοκρατικ. Ξεκινον με καρβι για να επισκεφθον την αδερφ τους, αλλ χνουνε τη ζω τους σε τρικυμα· κατεβανουν στον δη που συναντον την γκυο αδερφ τους που χει πεθνει μαζ με το αγννητο παιδ της, επειδ εδε σε νειρο το τραγικ συμβν. Εκε, στον Κτω Κσμο, εννονται και θρηνον τη δυστυχα τη δικ τους και των οικογενειν τους. Σε αυτ το σημεο, ο αφηγητς αρχζει να δυσφορε και θλει να επιστρψει στο φως, εντοτοις οι σκις τον ικετεουν να μεταφρει τις επιθυμες τους και τα μηνματ τους στον Πνω Κσμο. να πλθος νεκρν εμφανζεται σα μακβριος χορς πολιορκντας τον, εν ο ρωας, ντρομος, κατευθνεται προς το φως.



     Η παρδοση του ποιματος περιλαμβνει δο κλδους με διαφορετικ βαρτητα για την αποκατσταση του κειμνου. Καταρχς, μια σειρ απ πυκνς βενετικς εκδσεις, τουλχιστον δκα ς τα τλη του 18ου αινα (βλ. τον πνακα στο van Gemert 1997, 88), απ τις οποες πιο γκυρες θεωρονται οι 3 1ες (1509, 1519 και 1534) -με τη βαθμιαα, ββαια, παραφθορ που παρατηρεται γενικ στις βενετικς ανατυπσεις. Απ την λλη, σζονται και 2 χειργραφα: ο περφημος βιεννζικος κδικας Vindobonensis theol. gr. 244 που χρονολογεται στις αρχς του 16ου αι. και περιλαμβνει πολλ αξιλογα δημδη λογοτεχνικ κεμενα, κι ο κδικας Vaticanus gr. 1139 (1540) του Βατικανο· ο τελευταος αποτελε αντιγραφ παλιτερης ντυπης κδοσης (της 2ης της 3ης), συνεπς δεν χει καμα αξα ως προς την αποκατσταση του κειμνου. Αντθετα, το βιεννζικο χειργραφο, παρ τις διαπιστωμνες αλλοισεις, διασζει 2 στχους που δεν υπρχουν στις ντυπες εκδσεις και γενικ περιχει κποια χωρα με ορθτερες/ιδιωματικς γραφς (Αλεξου 1998, 15-16).



     Στις βενετικς εκδσεις ο "Απκοπος" αποτελεται απ 558 στχους, ωστσο σμερα εναι γενικ αποδεκτ τι μνο οι 490 -, σμφωνα με μια λλη εκτμηση, μνο οι 440 (van Gemert 1997, 75)- στχοι εναι γνσιοι, κτι που σημανει τι οι υπλοιποι 68 (στ. 491-558) θεωρονται μεταγενστερες παρεμβολς. Το αδιαμφισβτητο γεγονς της προσθκης αυτο του νθου επιλγου εχε διττ αποτλεσμα αναφορικ με την εκδοτικ κι ερμηνευτικ του τχη: αφενς, παιξε τον πιο σημαντικ ρλο στη διδοση και τη διαρκ ζωτικτητα του κειμνου, δνοντς του το απαρατητο ηθικ νδυμα καθς και την κατλληλη (επ)κταση στε να κριθε ξιο προς εκτπωση, αφετρου, (εν μρει στω) λγω της απλειας του πρωττυπου τλους του οδγησε στην παραγωγ ποικλων κι ενοτε διαμετρικ αντθετων αναγνσεων του ργου (van Gemert 1997, 78).
     Εναι αδνατο, ββαια, να συνοψιστε εδ η πολυφωνα της πλοσιας βιβλιογραφας του, ωστσο οι πιο χαρακτηριστικς προτσεις ερμηνεουν τον "Απκοπο" ως ποημα για τη παροδικτητα της ζως (Αλεξου 1963, 200· Βασιλεου 1993, 172) τη ματαιτητα των πντων (Rincón 1990/1), ως αλληγορικ απαισιδοξη διγηση για την ερωτικ αποτυχα (Κεχαγιγλου 1982, 252) τον ανεκπλρωτο ρωτα (Παδας 1999 277-288) κι ως σατιρικ διλογο, σχεδν βυζαντινο τπου, με στραμμνα τα βλη σε σους ξεχννε τους νεκρος, τους κληρικος και τις γυνακες (Λαμπκης 1982, 167).
     Δσκολα θα απρριπτε κανες αφοριστικ κποια απ τις προηγομενες απψεις, εντοτοις η τελευταα κρνεται μλλον ως η πιο μονπλευρη, εν κι η μφαση στο ερωτικ στοιχεο, επενδυμνο με πεσιμιστικος τνους, φανεται να ταιριζει εν μρει κι χι εξ ολοκλρου στον χαρακτρα του (van Gemert 1997, 78). Οπωσδποτε, σμερα που το κεμενο χει απαλλαχθε απ τις μεταγενστερες προσθκες, χει αναιρεθε ο δθεν κυραρχος ηθοπλαστικς σκοπς του που τονστηκε στο παρελθν (π.χ. Δημαρς 1964, 71) κι επικρατστερη εναι η ποψη πως το μνυμα του Μπεργαδ στους αναγνστες/ακροατς συνοψζεται στη φρση carpe diem, που εν προκειμνω τους καλε να απολασουν τη ζω, σο αυτ διαρκε (van Gemert 1997, 79, Βασιλεου 1993, 172). Προπαντς το στοιχεο αυτ διακρνει τον "Απκοπο" απ τα λοιπ (υστερο)μεσαιωνικ ελληνικ ποιματα που πραγματεονται το ραμα του Κτω Κσμου (παρουσασ τους βλ. στο van Gemert 1997, 80-82), γεγονς που μπορε να ιδωθε ως συνειδητ αντδραση του Μπεργαδ, αν χι σε κποιο συγκεκριμνο κεμενο -λ.χ. χει προταθε η "Ρμα Θρηνητικ" του Πικατρου- ττε σ’ να ολκληρο λογοτεχνικ εδος μια δεσπζουσα λογοτεχνικ τση της εποχς, του σειρμο των ηθικοδιδακτικν (θρησκευτικν κι εσχατολογικν) στιχουργημτων για τη ζω και το θνατο.
     πως και να ’χει, η αναγωγ του θματς του σε μακραωνη λογοτεχνικ παρδοση, με απτερες ρζες στην αρχαα ελληνικ λογοτεχνα (Οδσσεια) και με ισχυρ αναβωση κατ τη διρκεια του Μεσαωνα (βλ. αναλυτικ Λαμπκης 1982, 17-155), δικαιολογε την επμονη αναζτηση των ενδεχμενων πηγν, γραπτν και προφορικν. Παρλο που δεν αναγνωρστηκε κανν αποκλειστικ πρτυπο για τον Μπεργαδ, η ρευνα υπρξε αρκετ παραγωγικ στο πεδο αυτ. τσι, ανιχνεονται μεσες μμεσες επιδρσεις του μυθιστορματος "Βαρλαμ &ι Ιωσαφ" στη παραβολ των ποντικν που ροκανζουν το δντρο και στην εικνα του γκρεμο και του δρκου, καθς κι απηχσεις του 5ου σματος (V Canto) απ το "Καθαρτριο" (Purgatorio) της εμβληματικς "Θεας Κωμωδας" του Δντη στη συνντηση/συνομιλα με τους δο νους (Αλεξου 1998, 13), πρπει να σημεισουμε, ωστσο, πως η επιρρο αυτ εναι επιδερμικ και πιθαντατα αντλε απ τη δεξαμεν των πολυριθμων διασκευν του Δντη τον 15ο αι.. Αντθετα, η ανπτυξη του συγκεκριμνου επεισοδου οφελει πολλ στον σατιρικ κι ντονα δηκτικ "Corbaccio" του Βοκκιου, που σε αρκετ σημεα ο "Απκοπος" σχεδν παραφρζει (Cappellaro 2004, 114-131).
    Εξλλου, ιδιατερο ενδιαφρον παρουσιζει η, σε μεγλο βαθμ, αδιερενητη ακμα σχση του ποιματος με το διακεμενο της ελληνικς σατιρικς παρδοσης, προς τη κατεθυνση αυτ, πντως, χουν υποδειχθε παραλληλισμο με την ποηση του «πατρα της κρητικς λογοτεχνας», Στφανου Σαχλκη, εν πρσφατο μελτημα διευρνει την οπτικ, εστιζοντας στη πιθαν συνομιλα της οξεας αντικληρικς κι αντιγυναικεας στιρας του "Απκοπου" με αντστοιχα χωρα του ιδιατερα δημοφιλος υστεροβυζαντινο αλληγορικο ποιματος "Πουλολγος" (Σταυρακοπολου 2008, 315-338).
     Περισστερο σνθετη εμφανζεται η σχση του ποιματος με το δημοτικ τραγοδι και γενικ με τα στοιχεα του λακο πολιτισμο. Πργματι, υπρχουν πολλς αναλογες με μοιρολγια και τραγοδια σχετικ με το θνατο, εν στχοι του ποιματος επιβινουν στη μεταγενστερη δημοτικ παρδοση. Παρ’ λ’ αυτ, οι διασυνδσεις διαφρουν ριζικ απ την αμφδρομη σχση που παρατηρεται στη περπτωση του "Διγεν Ακρτη" και των ακριτικν τραγουδιν. σως, σε περιπτσεις που η εξρτηση εναι συγκεκριμνη, το δημοτικ τραγοδι ν’ απορρει απ το κρητικ ποημα (Αλεξου 1998, 13), μως η ρευνα χει αποδεξει τι στο διακειμενικ αυτ διλογο κυριαρχε «η αντδραση ενς λγιου συγγραφα σε προπρχον προφορικ υλικ» (van Gemert 1997, 77).
     Η αφομοωση του υλικο αυτο, που εντοπζεται κυρως στο εισαγωγικ τμμα με τις πυκνς αλληγορικς εικνες, ασφαλς οικεες στο αναγνωστικ/ακροαματικ κοιν της εποχς, καθς και στη συνομιλα με τους νεκρος αλλ και στην εν γνει παρουσαση του Κτω Κσμου, εναι απολτως δημιουργικ, αφο ο ποιητς αρσκεται στη συστηματικ αντιστροφ /και διαστρβλωση κοινχρηστων λογοτεχνικν μοτβων, που συντελε στην ανασημανσιοδτησ τους, με κριο στχο την ανατροπ των καθιερωμνων αντιλψεων γρω απ τη ζω και το θνατο (για τον χειρισμ της λακς παρδοσης στον "Απκοπο" βλ. την υποδειγματικ ανλυση της Alexiou 1997, 308-322).
     Κατ τ’ λλα, η γλσσα κι η στιχουργα του ποιματος δεν παρουσιζουν κποια κπληξη, ο Μπεργαδς γρφει στη κοιν δημδη μεσαιωνικ ελληνικ, να κρμα λγιων κι ιδιωματικν τπων (εδ του Ρεθμνου), με αρκετος αρχασμος και δνεια απ την εκκλησιαστικ γλσσα. Το μτρο υπακοει στον καννα της εποχς, δηλαδ τον 15σλλαβο στχο, ενορχηστρωμνο σε ομοιοκατληκτα δστιχα, εν η πλρης σχεδν απουσα χασμωδας κι η αψεγδιαστη ομοιοκαταληξα μαρτυρον ποιητικ δειντητα κι ωρμανση στη χρση της ρμας δη απ τη πριμη αυτ περοδο.
     Το κεμενο απασχλησε επανειλημμνα τους μελετητς χι μνο ερμηνευτικ αλλ κι ως προς την αποκατσταση/δημοσευσ του. Στη σγχρονη εποχ 1ος το εξδωσε ο γλλος νεοελληνιστς Legrand, εκπονντας 2 εκδσεις. Η 1η -που αποτελε και τη πηγ της παροσης- γινε το 1870, με βση μια βενετικ ανατπωση του 1667 (Α στο κριτ. υπμνημα) σε συνδυασμ με μια μεταγενστερη κδοση του 1721 (Β στο κριτ. υπμνημα) κι η 2η, σαφς καλτερη αλλ χι απαλλαγμνη απ λθη, το 1881, με βση το ντυπο του 1534 κι επιλεκτικ το χειργραφο της Βιννης. Το γκυρο εγχερημα του Αλεξου στο περιοδικ Κρητικ Χρονικ το 1963 δνει μφαση στην ως ττε 1η σωζμενη βενετικ κδοση του 1534, μως λαμβνει υπψη και το βιενζικο κδικα -το διο κεμενο παρουσιζει ο Αλεξου, μαζ με τη "Βοσκοπολα", το 1971 (ανατυπσεις 1979, 1998). Αξζει, ακμα, να μνημονεσουμε τη φωτοαναστατικ κδοση του Κεχαγιγλου το 1982 για την εκτεν κι εμβριθ εισαγωγ. Τλος, η πιο πρσφατη κδοση του Peter Vejleskov εναι συνοπτικ -παραδδει το κεμενο της 1ης κδοσης του 1509 και το βιεννζικο χφ.- με μετφραση του κειμνου κι εισαγωγ της Margaret Alexiou στα αγγλικ (2005).
     Συνοψζοντας, ο "Απκοπος" αποτελε αναντρρητα το αριστοργημα της πριμης φσης της κρητικς και γενικ της νεοελληνικς λογοτεχνας. Ποημα αντιπαραδοσιακ, αντισυμβατικ κι ανατρεπτικ, αφομοινει δημιουργικ ποικλες επιρρος, λακς και λγιες, ελληνικς και δυτικφερτες. Στις αρετς του συγκαταλγονται η υποβλητικ ατμσφαιρα, ο ρεαλισμς, ο θεατρικς χαρακτρας, η εξαιρετικ αρχιτεκτονημνη δομ, η μεστ γλσσα κι η υψηλ στιχουργικ τεχνικ. Πσω απ τον γνωστο ουσιαστικ Μπεργαδ προβλλει η σκι ενς προικισμνου ποιητ που συγκινε ακμα και σμερα, απασχολντας αδιλειπτα τους μελετητς, που επιστρφουν κθε φορ με ανανεωμνο ενδιαφρον στο ποημ του.

===================================


                      Σελδα απ την 1ην κδοση του Αποκπου

     Στο ποημα αυτ διηγεται τι στ' νειρ του κυνγησε να ελφι (ψυχαναλυτικ σμβολο του ερωτικο πθου), ανβηκε σ' να δντρο (το δντρο της ζως) και πως μεινε ρες εκε τργοντας μλι απ μια κυψλη (η γλκα της ζως). λο αυτ το διστημα δο ποντικο, νας σπρος κι νας μαρος (η συνεχς εναλλαγ μρας και νχτας), ροκνιζαν το δντρο μχρι που αυτ πεσε κτω. Ο αφηγητς καταλγει στο στμα του Δρκου-'Αδη, χωρς σαφ δικριση Παρδεισου και Κλασης (πως ο νεοελληνικς 'Αδης των δημοτικν τραγουδιν). Αρχζει εκε διλογος με νεκρος που καταλγει σε φυγ του επισκπτη προς τον απνω κσμο.
     Ο Μπεργαδς χει συλλβει με σπνια νταση το παροδικ φαινμενο της ζως και στο σκοτειν κσμο της ανυπαρξας αντιπαραθτει τη μαγευτικ ομορφι του φυσικο κσμου και την ανυποψαστη γοητεα της ανθρπινης καθημεριντητας.

   Σημ Δικ μου:  Το παρακτω ποημα που θα διαβσετε κι ελπζω να απολασετε πως εγ, εναι παρμνο ατφιο, απ την κδοση του 1870 εν Αθναις υπ του Εμλ Λεγκρν.

---------------------------------------------------------------------------------------------

  

      "Απκοπος" του Μπεργαδ ρμα λογιωττη
    την χουσιν οι φρνιμοι πολλ ποθεινοττη
.

Mιν αποκπου 'νσταξα, να κοιμηθ εθυμθην·
θεκα0 στο κλινρι μου κ' πνον απεκοιμθην.
Eφνισθ μου κ' τρεχα 'ς λιβδιν ωραιωμνον,
φαρν1 εκαβαλλκευγα σελλοχαλινωμνον·
κ' εχα στην ζσιν μου σπαθν, στο χρι μου κοντριν,                          5
ζωσμνος μουν ρματα, σαγττες και δοξριν·
κ' εφνη με οκ' διωχνα με θρσος ελαφνα·
ραις εκοντοστνετον κ' ρες με βιν εκνα.
Προυνν του τρχειν ρχισα τχα να βλω χρα
τρεχα στε κ' ετζκισεν το σταρωμα ημρα2·                                  10
κ' ευθς απ τα μτια μου εχθηκεν το λφιν
και πς και πτ' εχθηκεν εξαπορ το γρφειν.
Λοιπν το τρχειν παυσα3 οτως και το σπουδζειν
και το ξετρχειν τ' πιαστον4 και το φαρν κολζειν·
κι αγαλιγλι επγαινα, σιγ-σιγ περπτου'                                        15
τον κσμον εξενζουμουν5, τ' νθη και τα καλ του.
Kαι προς την δελην σωσα στου λιβαδιο την μσην
κ' ηρα δενδρν εξαρετον κ' ωρχθην του πεζεσειν.
Επεζευσα εις το δενδρν κ' δεσα τ' λογν μου
και τ' ρματα εξεζστηκα, θτω τα στο πλευρν μου.                          20
O τπος, που επζευσα, λγω εκε που εστθη',
τον του λιβαδιο οφαλς6 κ' τον γεμτος νθη.
Tο δνδρον τον τρυφερν κ' εχεν πυκν τα φλλα,
εχεν και σγκαρπον ανθν και μυρισμνα μλα.
Kαι μυριαρφνητα7 πουλι στο δντρον φωλεμνα                               25
κατ την φσιν και σκοπν ελλειν το καθνα.
K' απ τα κλλη του δενδρο, την ηδονν του τπου
και των πουλιν την μελωδιν κ' ολημερνο του κπου,
ως απ βις ηκομπησα το περ ανασνω
και στοχαζμην το δενδρν εις την κορφν επνω.                              30
K' εφνη μου εδα εκθετον μελσσιν φωλεμνον
κ' εχε το μλι σγκερον8, πολν και συνθεμνον.
Eυθς τ' ανβην ρμησα και την τροφν ωρχθην
και το μελσσι με θυμν απ μακρ μ' εδχθην.
Λοιπν ανβην στο δενδρν με βιν πολλν και κπον                           35
κ' που βλεπα την μλισσαν, εκθιζα στον τπον.
πλωσα, ηπισα εκ το κερν κ' φαγ' απ το μλι
κ' επε μου μσα ο λογισμς: -"Δσ' της ψυχς τ θλει".
τρωγα, ουκ εχρταινα, ρπουν και πντα επενουν
κ' ως πεινασμνος εις το φαν στερα πλ' εκνουν9.                             40
K' η μλισσα ουκ παυεν πντα να με δοξεη10
και το δενδρν αρχνησεν, ως οδα, να σαλεη,
να συχνοτρμη, να χαλ, να δεχνη κτω ν'ρθη
κ' εγ το φαν εσκτωσα11α κ' απ του φβου επρθην.
Kαι στοχαζμην το δενδρν, τους κλνους του τριγρου                       45
και πλιν μσα το 'βλεπα, τις τ'σειεν11β εσυντρουν.
Kαι δυο, μ' εφνην, ποντικο το δνδρον εγυρζαν,
σπρος και μαρος, με σπουδν του 'γλφασιν την ρζαν.
Eις τσον το κατφεραν και κλινε να πση,
θεν η ρζα την κορφν εκλευσε να θση12.                                       50
K' εγ το 'δειν ετρμαξα, να καταιβ εβισθην,
αλλ' ως μελσσιν εις το φαν, μεινα 'κε κ' επισθην.
Kαι το δενδρν, οπο λπιζα να στκετ' εις λιβδιν,
τον εις φροδιν13 εγκρεμνο14 κ' εις σκοτεινν πηγδιν·
κ' ως κλινεν, μ' εφανετον, τον εγκρεμν εζτα                                   55
κ' η μρα πντ' ωλγαινεν και σμονεν η νκτα.
K' απτης την απαντοχν15 της σωτηρις μου εχσα,
θεν εις τλος μελλε να καταντσω επισα16.
Kαι δρκοντ' εδα φοβερν στου πηγαδιο τον πτον
κ' χασκεν και μ' ακαρτερε πτε να πσω κτω.                                   60
Λοιπν το δνδρον πεσε κ' εγ με τατο επγα
και τα πουλι επετξασιν κ' η μλισσαις εφγα
κ' εφνη μ' εκατντησα στου δρκοντος το στμα
κ' εμπκα εις μνμα σκοτεινν, εις γην κ' ανλιον χμα.
K' εκε, που κατντησα, στον σκοτεινν τον τπον,                            65
χλον μ' εφνην κ' κουσα και ταραχν ανθρπων,
δια τ'μπα μου17 να μχωνται, δια 'μνα να λαλοσι
κ' εδθη λγος μσα τους να πμψουσι να δοσι
τις εις τον δην σωσε18α, τις ταραχν αφκε
και τις την πρταν νοιξε δχως βουλν εμπκε.                                 70
Kαι δυ μ' εφνην κ' λθασι μαροι κ' αραχνιασμνοι,
ως νων σκι και χαραγ18β, μυριοθορυβουμνοι.
Kλιτ μ' εχαιρετσασιν, μερα μ' εσυντχα,
κ' εγ εκ του φβου επρθηκα, τ αποκριθν ουκ εχα.
Λγουν μου: "Πθεν κ' απ πο; Tς εσαι; T γυρεεις;                       75
Kαι δχως πρβοδον19 εδ στο σκτος πς οδεεις;
Πς εκαταβης σψυχος, συζντανος πς λθες
και πλιν στην πατρδα σου πς να στραφς εκεθες20α;
Oπο στον δην καταιβ ου δναται διαγρειν20β·
μνε21 η νεκρανστασις 'μπορε να ανεγερη.                                     80
Tα χντα σου22 μυρζουσι και τα λιν σου23 λμπου',
ναπς24 λιβδιν τρεχες και μονοπτι κμπου,
απ τον κσμον ρχεσαι, των ζωντανν την χραν.
Eιπ μας αν κρατ ουρανς κ' αν στκη ο κσμος τρα·
αστρπτ', ειπ μας βροντ καν συννεφι και βρχη                          85
κ' ο Iορδνης ποταμς αν κυματ και τρχη·
κ' αν ναι κποι και δενδρ, πουλι να κηλαδοσι
και αν μυρζουν τα βουν και τα δενδρ αν ανθοσι.
Αν εν' λιβδια δροσερ, φυσ γλυκς αρας,
λμπουσιν τ' στρα τ' ουρανο κ' αυγερινς αστρας;                         90
Kαι αν σημανουν η εκκλησιας να ψλλουν οι παπδαις,
κ' αν γερνουνται25 με την αυγν ν' φτουσι ταις λαμπδαις.
Παιδι και αν περιμαζνουνται νοι το καλοκαριν,
και να περνον ταις γειτονιας κρατντ' απ το χριν26
και μετ πθου την αυγν να παρατραγουδοσι                                  95
και σιγαν να περπατον, με τξιν να περνοσι;
Γνουνται γμοι και χαρας, παρταξαις και σκλαις27;
Φιλοτιμοντ' οι λυγερας τχα και χαροντ' λες;
Τον κσμον τονε διβαινες, ταις χραις, ταις επρνας,
οι ζωντανο, οπο χαρουνται, αν μας θυμοντ' ειπ μας·                   100
Ειπ μας, θλβουνται δια μας  κπτουνται καμπσον;
Σαν τε μας εθψασι τχα λυπονται τσον;
Bαστς μανττα και χαρτι, παρηγοριας θλιμμνων
εδ στον δην τον πικρν και τον ασβολωμνον;
Aνγνωσ μας τα χαρτι και 'πε μας τα μανττα                                105
κ' ετι στον δην χομεν, δος μας τ' αυτ και να τα28".
K' εις πσα λγον κλαιγαν, εις πσα δυο στενζαν:
"Σκρπισε, χμαν λαλον· νοιξε, γης", εκρζαν·
"κ' η πρταις του δ' ας χαλαστον να πσουν η κατναις29α,
να 'μπη το δρσος τ' ουρανο, να μπουν του ηλιο η ακτναις.              110
Nα 'δ ο εις τον λλον μας, λγη φωτι ας προβλη,
αν χουν οι νιο την ψιν τους κ' η λυγερας τα κλλη.
K' αν το σαββτον βιζουνται απ' ρας29β να σχολσουν,
να μπανουσιν εις το λουτρν, να βγανουσιν, ν' αλλσσουν
και το ταχ την κυριακν την ψιν τους να νβγουν                             115
και σχολιν να βνουσι, στην εκκλησι παγανουν·
κ' αν μετ βιων και μαντιν30 η αρχντισσαις γυρζουν
κ' ως απ μσχου και λουτρο περνντας να μυρζουν.
N'χουν η αρχντισσαις αυλας, παλτια και τρικλνους
κ' αν ναι θρρος εις αυτος κ' υπερηψι31 σ' εκενους,                     120
να σρνουσιν υποταγας32, στους κμπους να τεντνουν
και με ιερκια και σκυλι περδκια να ζυγνουν.
K' αν προτιμεγουν33 γροντες μικρο και 'κοδεσπταις,
ωσν επροτιμεγουνται νταν34 εζομαν ττες".
Ηυρ τους πς εκοτοντα και πς αναστενζαν                                 125
κ' ο κσμος πς πορεεται να τους ειπ με 'βιζαν
κ' ωσν ψυχοπονθηκα και κμποσον 'λυπθην,
κ' ο κσμος πς πορεεται να τους ειπ 'θυμθην.
Eπ τους: "Ο ουρανς κρατε κ' ο κσμος πλιν στκει·
εκ τ θυμσαι35 τποτας ουκ κλειψεν απ'κει.                                  130
Ανθε, καρπζει, γεωργε, φυτρνει και μυρζει,
χρνος ο δωδεκμηνος, ωσν τροχς γυρζει.
λλοι τον κσμον χαρουνται κ' εσς ουδν θυμονται
κ' λλους οι πνοι δαπανον, για λγου σας λυπονται".
Λγουν με: "Aυτο, οπο χαρουνται, χουν εδ μοιρδιν36,               135
εκ τος εθψαν37 εις την γην κ' εβλαν εις τον δην";
"Αυτο", λγω, "Oπο χαρουνται, αυτο38 μοιρδιν χουν,
αλλ' απολησμονσαν τους και απ' αυτος απχουν·
με λλους τον βιν τους χαρουνται κ' αυτος ελησμονσαν,
να επες39 ουκ εδαν τους ποτ, ουδ στον κσμον σαν".                      140
K' αναστενξαν κ' επασιν: "Η νιας, οπο 'χηρψαν,
τχα στεφνιν δετερον να βλουν εγυρψαν;
μαρα ρσα εβλασιν και τον σταυρν φοροσι
κ' εις μοναστρια κθουνται, δια 'μς παρακαλοσι;
Mη μας το κρψης, 'πε μας το, πς εναι, πς δηγονται40,                   145
μ' λλους τρα χαρουνται κ' εμς ουδν θυμονται";
K' ως εδα τσον κπτονται και βιζονται να μθουν,
εσγησα τ' αποκριθν, και κπτοντα μη πθουν,
ακουντα τα γινμενα, μη τους πληθνουν πνοι·
επ μου μσα ο λογισμς, τοτο δικ41 και σνει42.                          150
πρα σχμα σιωπς κ' σεισα το κεφλιν
κ' ομπρς-οπσω 'γρισα μη μ' ερωτσουν πλιν.
K' εκενοι πλιν προς εμ αρχθεν εγυρσαν
και προς το πρτο 'ρτημαν πλιν μ' ανερωτσαν:
"T καρτερες τ' αποκριθν; νθρωπ', απηλογσου·                             155
εις τ πονομεν πνεσε, στ πσχομεν λυπσου".
Kαι κπου αποκρθην τους, επ τους: "T 'ρωττε;
Kαι τ με βιζετε να 'πω τ ξερω και μιστε43;
Hξερετε τι γνεται· μνον εδ ουκ εφνη.
Φλον ουκ χει οπο ταφ, αλλ' ουδ' οπο 'ποθνη.                            160
Λγει το κ' η παραβολ αλθια κ' χι ψμα44:
Ουα τον βλουν εις την γην και τον σκεπση χμα".
Λγω τους, "Προς απκρισιν τχα δεχνω σας τοτο.
Αν δε σας σνη, να σας 'π τ, ττοιο και τοσοτον,
πολλ ν' αναστενξετε, να μυριολυπηθτε                                       165
κ' ως εξ ανγκης και σπουδς στον δην να στραφτε.
μως, ως μ' ερωτσετε, θλω σας τ' αναφρει,
στον κσμον πς πορεεται του καθενς το ταρι45.
Τινς οπο 'χηρψασιν, αλλν46 χελη φιλοσιν,
λλους περιλαμβνουσιν κ' εσς καταλαλοσιν.                                170
Στολζουν τους τα ροχα σας, στρνουν τους τα λιν σας,
κ' χουν και λγον μσα τους μη λγουν τ' νομ σας.
Kαι τον εζσασιν καιρν με την εσς ομδαν47
εφνην τους ουκ ζησαν ημραν εβδομδαν.
Zντς σας ελογζονταν λλους, τους αγαποσαν·                            175
να λεψετε 'σπουδζασιν, να 'βγτε 'πιθυμοσαν·
κ' απν48 εσς εθψασιν και τχα μαρα 'βλα',
εδυσφορσαν απ' αυτ κ' καμαν πλιν λλα.
Κ' απ' εντροπς εδεχνουσι δκρυα πικρ να χνουν
και ττε 'λγαν μσα τους μ' αλλν ντρα να μενουν.                         180
Aλθεια, μρος απ' αυτας εδεξαν να χηρψουν,
να κτσουν εις τα σκοτειν, ντρα να μη γυρψουν·
κ' εις ολιγοτσικον καιρν εβγκαν να γυρζουν
και να ξετρχουν εκκλησιας, τον βιον σας να χαρζουν.
Bαστον κερι και πατερμος49, φορον πλατειος αμπδες50,           185
αποτρομον51 και ρχτουσιν52 αγισμα 'σν παπδες.
K' απ ταις ξη ταις επτ, πσα εορτ και σκλη,
απρν53 σφαλσουν η εκκλησιας κ' απρν μισψουν λοι,
τα μνματ σας διασκελον κ' απνω σας διαβανουν,
με τους παπδες ταπειν, κρυφ να συντυχανουν54·                           190
Τα ευαγγλια να 'ρωτον, συχν να ουτουμζουν55,
με το να 'μτιν να γελον, με τ' λλο να 'γκανζουν56α.
Οτως τον κσμον φεγοντα, μισντα την ομδαν
κ' εις μοναστρια διγοντα πινονται στην βροχδα.
λλαις με το διαβατικν, λλαις με ολγον βρμα,                                195
και με την νυκτοσυνοδιν κομπνουνται στο στρμα.
Mα σαις πονον απ καρδιν κ' αληθιν χηρψαν,
κθουνται εις τα σκοτειν, ντρα δεν εγυρψαν.
Aπχουσιν ταις εκκλησιας, μισον τα μοναστρια
και φρικτομανταλνουνται, φρσσουν τα παραθρια·                          200
χουν τον λογισμν παπν, τον νουν εξαγορρην56β,
του κσμου της συκοφαντις φεγουσι, το γομριν.
Tα ρνια πς μαζνουνται ελχετε στο βρμα,
κ' οπσω του σταλγησουν57 ως φαμελι στο δμα;
Οτως εκε μαζνουνταν εις αταις οι πατρες                                   205
και εξ ανγκης κμνουσιν ταις νκταις τους ημραις.
Nα ταις κινσουν πολεμον, να ταις 'ξεβγλουν πσχουν58
ακοσετ το τ λαλον και τ' εναι το διδσκουν:
"Kερτζω59, τ σε ωφελ να κθεσαι στο σπτιν
και ν'σαι εις τα σκοτειν, 'σαν ρνιθα στην κοτην;                           210
Kερ, καταβα εκ τα 'ψηλ, καταβα εκ τ' ανγια
και πγαινε στην εκκλησιν, ν' ακος Θεο τα λγια.
Tον βιον, οπο σου βρσκεται, πργματα, τ60 φυλσσεις,
απθεσ τα εις εκκλησιας, και σντομα ν' αγισης!
Mη σε πλανση συγγενς, φλος μη σε κομπση61!                             215
Xαρ, οπο βλ' εις εκκλησιας62 κ' χει πτωχο να δση".
Aλλ' αστοχον ως το πουλν, τ63 λγουν κουφολοπην64,
'πο, αν αστοχση εις το πουλν, αρπ στουππι τουλοπην.
Eις ατα να κολζουνται μνον τον κπον χουν,
κ' ως φρροι65 με ξυλποδα ξε ζωντοι τρχουν66".                          220
κουσαν τα γινμενα, εμθαν τ 'ρωτοσαν
και μυριοαναστενξασιν εις τα φρικτ τ νοοσαν.
K' αλλλως εσυντχασιν, τχα κουρφ67 απ' εμνα,
πλιν να μ' ερωτσουσιν, ως κουσα τον να.
K' ο λλος τους αρχνησε μλλον ν' ανατριχνη·                                  225
λγειν αυτ ανγγειλε, τοτο δικ και σνει.
K' εκενοι πλιν προς εμ: "Mηδ μας τ' ονειδσης68,
αν δετερο ερωτσωμεν· ειπ μας το, αν ορσης,
πς υπομνουν το λοιπν οι θλιαις μας μανδες
λυπονται υιο τους να θωρον πανδραις ταις νυφδαις                      230
και πς στκουν τα σπτια τους δχως την ελικιν69α τους
και να θωρον τα ροχα τους δχως την ομιλιν τους";
"Aντμα", λγω τους, "με 'σς εχσασιν το φως τους,
ουδ θωρον τα γνονται, ουδ ψηφον το βιν τους.
Aναστενζουν ογι69β σας, για λγου σας λυπονται,                             235
τον κσμον λησμονσασιν κ' εσς μνο 'θυμονται".
K' απτης70α τους εσντυχα κ' απτ' αποκριθκαν,
εποκαν70β σχμα σιωπς και το ερωτν αφκαν.
K' αναστενξαν κ' επασιν ω! κτι καταλγιν70γ,
κ' αθηβολν71α πολθλιβον κ' μοιαζεν μοιρολγιν.                                     240
κουσε τ' εναι τ λαλον και τ τ τραγουδοσαν
και πς, σον το 'λγασιν, δακρυν ουκ εφυροσαν71β.
"Xριστ, να 'ργη72 το πλακ, να 'σκρπισεν το χμα,
να φθησαν73 οι ταπεινο απ τ' ανλιον στρμα!
Nα γρισεν η ψι μας, να 'στρφην η ελικι μας,                               245
να 'λλησεν η γλσσα μας, ν' ακοσθην η ομιλι μας!
Στον κσμον να 'πατοσαμεν, στην γην να περπατομαν
και να καβαλλικεγαμεν, γερκια να βαστομαν74
και πριν εμς να 'σσασιν75 στους οκους τα ζαγρια76,
να δθην λγος κ' ρχουνται οι λεποντες καθρια77,                          250
να εδαμεν τς να ξβηκεν στην συναπντησν μας
και τις να μας εδχθηκεν στην πρταν της αυλς μας·
Αν κατ' αλθειαν ερωμεν ρκους, τος μας ελγαν:
Mα τον ουρνιον βασιλε, τον ποιητν τον μγαν,
αν παιρνεν κ' αντλλαμαν, αντισηκν'78 ο Xρος,                                    255
ψυχν, σμα για λγου σας να 'δκαμεν με θρρος".
K' τις79 με λγια θλιβερ, με πικραμμνο σχμα
και με τ' αναστενγματα και των δακρυν το χμα,
τον βιον μας αφεντψασιν κ' λλων τον εχαρσαν,
και μ' λλους χαρουνται αυτο κ' ημς αλησμονσαν.                               260
Oυα! τους θλιψεν λοιπν των γυναικν το θρρος80,
διατ στον δην τους πετ συζντανους ο Xρος.
K' οπο τα δκρυα τους ψηφ81, τα λγια τους πιστεει,
αγρμια εις λμνην κυνηγ κ' εις τα βουνι ψαρεει.
Γιατ, ντα δεχνει και πονε, ττες αναγαλλιζει·                              265
την εντροπν της 'πιθυμ κ' εις το κακ σπουδζει.
Mε το να μτι μας γελ, με τ' λλο αναδακρυνει·
το δκρυο δεχνει και πονε, το γλοιο πως κομπνει.
Φλον, τν δεχνει και πονε, γοργν82 τον εξοδιζει
και παρνει φλαν για σολδν83, καλ και δεν το ξζει.                         270
K' απ την φλα σημαδιν, απ' ατον αγκωνριν
κ' αν ερη πρκταις και καιρν, περν το κιντινριν84".
K' απτης τα κατμαθαν, εμυριαναστενξαν,
εχαμηλσαν την φωνν και τον σκοπν αλλξαν·
κ' εθκασιν το μγουλον, ως εδα, στην παλμην                                275
κ' ετρχασιν τα δκρυα τους ως τρχει το ποτμιν.
K' ως εδα εγ την λπην τους, τν δειξαν, οπσω85,
μ' δοξεν ττε ο λογισμς να τους αναρωτσω·
λγω τους: "Πθεν κ' απ πο και τοτο πς ομδην86
και πτες εκατβητε και τ καιρν στον δην";                                   280
Aκουντα87 μου το ερτημα κτω στην γην εβλψαν
εκλψαν και το βλμμα τους πλ' εις εμν το στρψαν.
"Αυτ", λγουν: "το ρτημα, πλον μην το 'ρωτσης,
μη μας πληθνη ο κνδυνος σγησ', ανν κ' ορσης88".
Kαι μετ' ολγον απ' αυτος εις επαρηγορθην                                 285
και τχα εστρφην προς εμ κ' τις89 απηλογθην:
"Λοιπν, απν το ρτησες, θλω σου τ' αναγγελει
ως εξ ανγκης αποδ90 με τα πικρ τα χελη.
Mεσ' απ την πατρδα μας κατ' ευγενειν κρατομεν91,
και ποιν πατρδ' αν ερωτς, δετερον να σου 'πομεν.                   290
Eμς εν' η πατρδα μας, οπο 'ναι το λογριν92:
Ως απ φσιν και λουτρο εγεγοντα το ψριν93.
Tπος γριος, αδιβατος και των πουλιν το δσος,
εκε εδεχθην 'περηψι94 και πλθυνεν το θρσος
κ' που του κσμου την στρατιν ενκησεν το πληον95                   295
κ' που του κσμου αφντεψεν το μερτικν το κλλιον.
τον καθρπτης τ' ουρανο, τον του κσμου εικνα
κ' ωσν τα ζρια βανεν, τα ξη 'κρτειν τ'να96.
τον η κρσις της σοφις, της βασιλεις φεγγριν,
μνα της πλουσιτητος και της στρατις ιππριν97.                          300
τον αντθετον σκαμνν της βασιλεις της Pμης98
και την αλαζονεις αγγειν και της διπλς της γνμης.
Eις ατην ο πατρας μας τον στην πλιν πρτος,
να φγγη ως λιος το πουρνν κ' ως φγγος εις το σκτος.
Eχαμεν πρτην αδελφν οκπου99 παντρευμνην,                               305
μακρ απ την πατρδα μας απ καιρο σταλμνην·
δοξεν του πατρα μας εις ατην να μας στελη,
να συγχαρομεν μετ' αυτν ως αδελφο και φλοι.
Kαι κτεργον100α απ σκαρ ρισε ν' αρματσουν,
να το κοσμσουν σντομα, ργαν100β διπλν να δσουν.                       310
Tα παλληκρια εφρνασιν, ομπρς του τους εστνα101
κ' παιρνεν εκ τους τρεις τους δυ κ' απ τους δυ τον να.
Kαι απτης το ευτρπισεν απ' ρματα και πλοτη
και πολεμρχους κ' ρχοντες κ' απ' αφεντιν τοσοτη,
αυτς εσβη μετ' εμς κ' ημες μ' αυτν αντμα                               315
κ' ωρχθην102 την οικονομιν ως μορφν τι πργμα.
Kαι ττ' εγονατσαμεν, ως ρισεν, ομπρς του
κ' λους εμς εις προσευχν εκνησεν ατς του
Δια λγου μας εκπτετον, μνον δι' ημς εβισθην103
κ' επεν: "Eσν παρακαλ, γης κ' ουρανο τον πλστην,                  320
καλ να παν, καλ να 'ρθον, καλ να διαγρου104
κ' εις το τραπζιν μου καλ να τους ιδ τριγρου".
K' αφτου μας ευχθηκεν, εδκρυσεν κ' εξβην
και τον υπλοιπον λαν ττ' ρισεν κ' εσβην·
κ' δειξεν με το χριν του ττε να σηκωθομεν                                325
και την οδν του δρμου μας σντομα να κρατομεν.
Πραυτ' ο κμης105 ρμησεν κ' ρχισε να ορση
τοις ξωθεν παραγιαλιν106 να λσουν το πλωρσιν107.
K' εδκασιν τα βοκινα108 και τα παιγνδια 'παξαν
κ' οι ναταις εκαθσασιν ως οδαν και 'διαλξαν.                                 330
Tο σδερον109 εσκωσαν, ττ' ελασιν εστρσαν110
κ' καμε βλταν λμνοντας111 κ' σωσεν εις την Φσαν112.
Πριν ν' αποχαιρετσουσιν, λοι φωνν εσραν
και της οδο το θλημα εκ την κεφαλν113 επραν.
Λοιπν του δρμου την οδν επραμεν και ττες,                            335
ο νους μας εκλονζετο, το στρμμα114 να 'ναι πτες·
κ' ο λογισμς εκπτετον και εις κακν εκνα·
τον θνατον την ξενιτειν ο νους μας επρομνα.
Tρεις ρες ουν ετρχαμεν κ' εχθηκεν το κστρον
κ' εις λλην μιαν εσπρωσεν115 κ' εφνην πρτον στρον·                  340
κ' δειξεν ττ' εξαστερι ομοις κ' ευδι μεγλη.
Η νκτα εκαλοφρεσεν, τ δεν επκεν116 λλη.
Tα παλληκρια ηγλλουντα117 λοι καλοφοροσαν
και μετ πτου και χαρς τον δρμον εκρατοσαν.
Eκε προς το μεσνυκτον η 'ξαστερι εσκοτσθην,                          345
οι νεμοι εταρχθησαν κ' η θλασσα βρουχσθην118.
Εσυχνοβρντα κ' στραπτεν κ' η συννεφι ποντον119·
πς να προσφρη κνδυνον ττες οικονομτον120.
K' ως της σφαγς το πρβατον εις του σφακτ το χριν
κετεται δχ' απαντοχς121 και βλπει το μαχαριν,                              350
οτως ημες τον θνατον ομπρς μας εθωρομεν,
στον δην να καταβωμεν ως θαρρετ 'κρατομεν122,
διατ τα κματ' ρχονταν ενντιον του ανμου
κ' οι ναταις εφοβθησαν κ' ηρχσασι να τρμου'.
K' ευθς καθοριν σωσεν123 με τη βροντν και χινιν                                355
κ' μα τω σσειν124 ρπαξεν τ' αριστερν τιμνιν,
ττε το ξλον πεσεν στ' αριστερν επγην125
κ' επκεν126 κτπον φοβερν κ' ως δοξεν ερργην.
Kαι δετερον μας σωσε127 κμα με το καθοριν
και το νερν τ' αμτρητον μας καμεν κιβοριν128.                                  360
Hρε μας περιλαμποστος129 και σφικταγκαλιασμνους,
η του θαντου συμφορ κ' πειρα λυπημνους·
κ' εις τον βυθν μας ρριξεν αγκαλιαστος ομδην
κ' ο Xρος μας εδχθηκεν σμψυχους εις τον δην.
Kαι τ' λλον ττε του λαο130 ουκ οδαμεν τι εγνη,                            365
αμ 'χωρσθημεν ημες κ' αυτο απ 'μας ως ξνοι.
μουν εγ εκοσι χρονν κ' αυτς λγο πλειοτριν
κ' ομδης 'στεφανθημεν κ' εχεν καθες το 'ταριν·
Δια τοτο μας εδθηκεν αντμα να ταφομεν
κ' αντμα να γυρζωμεν και να συμπερπατομεν.                           370
K' εμες στον δην σνοντας, σνει131 κ' η αδελφ μας
κ' εβσταν βρφος κ' ρχετον και το στραφεν κ' ιδ μας,
εσκλασεν το βιζετον132, παυσεν το σπουδζειν
και βλποντας το ουκ λπιζεν ρχισε να θαυμζη,
πς εις τον δην βλεπεν τος133 ξευρεν κ' εζοσαν                         375
Το πως τον κσμον χασαν τους εδεν κ' επονοσαν.
Kαι μετ τοτον τον σκοπν134 στεκεν κ' εσυντρα
και δυσπιστ να μη εξαργ και να πιστεγη μορα.
Kαι κπου επιστθηκεν κ' εδεν κ' εγνρισ μας
κ' απτης μας εγνρισεν, ρθεν κ' εσμωσ135 μας                           380
και τον καθ' να ρπαξε με πνον κ' αγκαλισθην
κ' πειτα στο τραχλι μας στερ' αποκρεμσθην
και με τα δκρυα εκνησεν την ψιν μας να κλνη
κ' επε μας εξενζοντα136: "Tχα και ν'σθ' εκενοι,
τος137 εχα 'μτια κ' βλεπα, τους εχα φως κ' εθρουν,                  385
εντιμοττους βλεπα, λαμπρν στολν εφρουν".
κλαιεν εκενη εις μιαν μεριν κ' ημες μοιως εις λλην
και με τα δκρυα εσντυχεν κ' ερτησ μας πλιν:
"Πτε τ βλπω εγνετο; Πς τ θωρ εσυνβη;138
Kαι πς η τχη ενντιο σας να σβση 'συγκατβη";                            390
Kαι διηκεν139 ρα περισσ να της αποκριθομεν,
εις ,τι μας ερτησεν καταλεπτς να 'πομεν·
και ττ' απηλογθημεν μετ δακρυν και πνου
κ' επαμεν τ μας φερεν η συμφορ του χρνου·
πς της θλασσου ο κνδυνος, πς η φορ τ' ανμου                      395
στον δην μας απσωσεν140 δχως αιταν πολμου.
"Ερχντας ττες εις εσ με πθον να σε δομεν
με τους πατρς μας την ευχ και πλιν να στραφομεν,
η ευχ κατρα εγνηκεν κ' η προσευχ του βρος
και θνατος ο δρμος μας και το ταξεδιν Xρος.                              400
Kαι τοτον πτ' εγνετον λγω μικρν σημδιν:
ακμη απ τα ροχα μας βλπεις υγρ μοιρδιν141".
Aκουντα μου το 'ρωτημα, κλαιγεν κ' εθρηντον
κ' επεν: "Ουα τος καρτερε το δολερν μανττον,
οπο στον δην πεψαν μιαν νκτα, μιαν εσπραν                           405
τος εχασιν παρηγοριν, υιος και θυγατραν!
Tον Xρον τους εσπερασι, θνατον εθερσαν,
κπους, τος αγωνζοντα142, λλων τους εχαρσαν.
Aνθς τον η δξα τους, λουλοδιν η χαρ των,
δια τατα ο λιος φερεν το δολερν μανττον.                              410
Στα χινια εθεμελισασιν κ' εις το νερν εκτσαν·
τραν τα χινια ελσασιν και τα νερ 'σκορπσαν.
T θεμελισαν πεσεν, τ κτισαν ερργην143
και η καρδι τους με σπαθν δστομον τρα εσφγην.
H τχη το δοξριν της ενντιον το 'κωκισεν144                                415
κ' ευκαρωσε την σποδαν της, στ' οπο τους εφτισεν145.
Mε την καρδιν τους καμεν σημδι του τοξτη
κ' ρριξεν ταις σαγταις της απ' στερην ως πρτην146,
κ' απ' λαις μια δεν σφαλεν, λους επλγωσν τους,
πο να τοις δση ουκ εχε πλια147, διατ εθαντωσν τους".              420
K' απτης εθρηνσαμεν κ' εκλψαμεν ομδην,
ττε την ερωτσαμεν: "Kαι συ πτε στον δην;"
Ακοοντ μας το 'ρτημαν κλαψεν κ' ελυπθην
κ' αφτου εστρφην προς εμς, τις απηλογθην:
"Kοτοντα στο κρεββτιν μου μυριοθορυβουμνη,                                425
οκτ μηνν, μ' εφανετον, μουν εγγαστρωμνη,
εφνη μου στον πνον μου κα τινες μ' ελαλσαν
και λγουν μου: "Τ κθεσαι; T' αδλφια σου 'βουλσαν!"
Eυθς τα εντς μου επσασιν και συγκοπ μ' εσβη
κ' επγεν κτω το παιδν κ' νω η ψυχ μου εξβη.                         430
K' τις ο Xρος μ' δωκε θνατον εις την γννα·
ομοως το βρφος, τ βαστ, ρπασεν μετ μνα·
απ τον κσμον μ' δωκαν μνον αυτ μοιρδιν,
τχα να 'πρω νεσιν και συνοδιν 'στον δην.
Kαι δα στα ξημερματα σωσεν υπηρτης                                             435
και προς αυτν εσμωσεν κ' εσντυχεν εδτης:
"Aπντι χρισε απ' αυτος και πλον μην αργσης148
μπα στου Xρου την αυλ και τ χρωστες, να δσης".
Kαι εις ραν ολιγοτσικην πντε δια μιας εσσαν
κ' ρρικταν149 εκ το στμαν τους πρινον ξω γλσσαν,                         440
αρματωμνοι, πτερωτο, αγριτατοι και μαροι
κ' εχαν την ψιν σχημην, μαρην ωσν σιναρι'·
πδια και νχια και πτερ 'σαν νυκτερδας εχαν
και αγλια μας ωμλησαν, τατα μας εσυντχαν.
Kαι προς το τλος επαν με: "Tχα θαρρ, κουσς τα·                           445
επα σου τα γινμενα κ' λα κατμαθς τα.
K' εις τ με βιζεις να σε 'πω, τοτο πτες εγνη,
λανθνομ' απ τον καιρν κ' απ τον νουν μου 'βγανει,
διατ στον δην τον πικρν λιος ουκ ανατλλει
ουδ το φγγος του ουρανο το ξλαμπρν του στλλει.                         450
Xρνος εδ ου γνεται, ημρα ου χωρζει,
αλλ το σκτος τ' μετρον τρχει κ' ομπρς τενζει150".
K' απτης μ' εδηγθηκεν, εσμωσε κ' εστθη
κ' ως δειξεν, εδχετον δια να του πω, να μθη.
Στην μσην τους δεν δνονται ζωνριν να βαστζουν                             455
εδ δεν εναι αλλαγας την σκλην δια ν' αλλζουν.
Το χμα που επτησαν ναι στην κεφαλν τους
και κτω στα ποδρια τους πεσεν το μαλλν τους.
Τα μτια τους εσβσασιν τα ωραιοπλουμισμνα,
το χμα τα εσκπασεν κ' εναι κατακλεισμνα.                                       460
Τον κσμον πλον δεν θωρον ωσν τον εθωροσαν,
ντεν εζοσαν οι πτωχο κ' εδ πολλ 'παινοσαν.
Η ψι τους η μορφος κποτ' τον λουσμνη,
τρα 'φαγθηκεν στην γην κ' εναι πολλ βλαμμνη.
Η γλσσα τους η ελεειν δεν 'μπρει να λαλση                                    465
ως για να 'πη το δκηο της και να το ομιλση.
Τα χρια τους δεν δνονται απνω να σηκσουν.
ουδ να τα μαζξουσιν, ουδ να τα 'ξαπλσουν,
τον Θε τους να δοξζουσι με την ταπεινοσνη,
για ναρη η ψυχολα τους μικρν ελεημοσνη.                                       470
Τα πδια τους τα μορφα, τρα στον δην εναι
και τργονται καθημερν, αλλο151, κρμαν 'που εναι!
Και να περπτησαν ποτ και να επηλαλσαν,
τρα οποναι εις την γην, σκληκες τα μυρσαν.
Τα χελη κατεμαρισαν κ' εκπην η λαλι τους.                                     475
Η κεφαλ τους 'σχσθηκεν κ' επσαν τα μυαλ τους.
Τοτο σε λγομεν να 'πης δχως τα πιττκι152 μας.
Τον μετρν μας τον βλαμμν τον χουν τα κορμι μας.
Αν λχη να πονσουσι και να μας λυπηθοσι,
να ξεζαρσ' η χρα153 τους και να μας θυμηθοσι.                                    480
Δια τοτο σε παρακαλ, βλπε, μη λησμονσης,
να πας αριο στο σπτι μας και να τους ομιλσης.
Ειπ και ταις γυνακαις μας, ειπ και των παιδιν μας,
να δσουσιν πολλν πτωχν ακμη απ το βις μας.
Να πψουσι σταις φυλακας ψωμν, κρασν και στριν,                                 485
δι να 'χωμεν κ' ημες πολλν ολγην χριν.
Ας πισουν την διταξιν, την ποικα στον κσμον
και δεν αφκα κανενς, πλην των παιδιν μου μνον,
θαρρντας ο κακτυχος να ποσουν ως για μνα154,
γιατ ταν μουν ζωντανς κακ 'χα καμωμνα.                                           490
Δια τοτο σε παρακαλ, πλιν, μη λησμονσης,
να πας, ως επα, σπτι μας και να τους ομιλσης".
Και προς εμν εστρφησαν πλιν να μ' ερωτσουν,                         
του κσμου τα εντλματα κατ λεπτν ν' ακοσουν.
Mη δνοντα το αποκριθν και παραναμνειν155,                                      495
δια το σπουδζειν του στραφν156 κ' εις την φωταν εβγανειν:               
"Κ' χετε πλειν ερτημα; Mλλω στραφν" τους επα.
Λγουν: "Μικρ καρτρησε ν'ρθουν κ' αυτο, οπο λεπα,           
μπως και θλουσιν κ' αυτο κτι να παραγγελουν
κ' απ τον δην τον πικρν πιττκια δια να στελουν".                                 500
Aλλλους εσυντχασιν157 κ' εις απ' αυτος εστρφην                                 
κ' εκοντοπδα με σπουδν, ως πολεμ το 'λφιν.
K' εις ραν ολιγοτσικην βλπω φουστον κ' ρθεν·                
δεν εχεν μτρος τ'βλεπα κ' ρχετον απ' εκεθεν·
εκε 'δα νιος και λυγερας, νδραις και παλληκρια                                     505
και πολεμρχους με σπαθι γυμν, δχως φηκρια158,                            
και σκορπισμνους ρχονταις πεζος και καβαλρους,
ν'χουν μ' αυτος υποταγας, ρτοραις και νοτρους159.                     
Εδα διακνους κ' εκκλησιας, 'πισκπους και παπδαις
κ' εις τον παστν160 ανδργυνα, γαμπρος με ταις νυφδαις.                      510
Eδα κ' εφρασιν σκαμνι, να κτσουν οι νοτροι·                                
κονδλι εκρτειν ο καθες, χαρτν και καλαμρι·
κ' εχεν καθες τριγρου του φουστον161 να τον βιζη·                    
λλος πιττκια να ζητ, λλος χαρτ να κρζη·
"Σμερ' αποστολτορας162 μισεγει, να λαλοσι,                                       515
βιζουν πολλ, (μηδν αργς), ογι να τον βαστοσι".                              
K' υγρ πιττκια απ σπουδς εκ τους γραφις163 επαρναν·
λλοι βλεπα τα 'βολλωναν κ' λλοι ανοικτ τα φρναν.
Tσον με καταπεσασιν πιττκια να με δσουν,
οκ'164 φριξα θωρντα τους κ' ετρπην πριν να σσουν.                           520
λοι τα χρια 'σκωσαν και προς εμ θωροσαν:          
"παρ' πιττκια", εκρζασιν, "βστα χαρτι", λαλοσαν·
"κ' ως απ λγου μας γραφας αυτας βστα μετ σου165
απ τον δην τον πικρν και βλπε μη σου πσου.
Λλησε κ' απ λγου σου· ειπ τους πονεμνους:                                      525
Tους εις τον δην χετε απ καιρν θαμμνους,                                   
τον ουρανν στερεγουνται166, τον λιον δεν θωροσιν,
το χμαν χουν σβανον, την γην στολν φοροσιν.
Στεφνιν τι 'φρεσαν απ μερτιν και δφνην
τρα της γης τον κορνιακτν167 χουν οδι στεφνιν                               530
εσς πλιν παρακαλ ως τε οπο να ζτε
κμνετε δια τον Χριστν αυτο που πορπατετε
οδι να ευρτε ερεμαν δχως κανναν κπον
εκε οπο θλετε υπν168 με βαν πολλν και κπον.
Μη σε πλανση συγγενς, γυνακα παιδν σου                                         535
να τους αφσης τποτας δσης για την ψυχν σου.
Αμ169 χαρ στον νθρωπο οπο με χρια φθνει
κ' ανογει το σακκολιν του και δδει πριν 'ποθνη.                          
Εσφικτοκλεδονα καλ, πτωχς ουδν ετλμα
να με ζητση τποτας  ν' αναχασκση στμα,                                            540
διατ εκατχασιν καλ, την εδησιν την εχα,
δεν εσιμνασιν ποτ, ουδ' ρεξιν δεν εχα.
Αμ κρτουν κ' εμζωνα και θμησιν δεν εχα 
δια την ψυχν την ταπεινν να δσω 'λγην ψχα.
ποιος ελπζει οπσω του δια την διταξν170 του                                      545
να δσουσιν τινς πτωχν, κομπνει171 την ψυχν του.
Διτι ουδν χρζουσιν ουδ ποσς ψηφοσιν172,
αμ να τρων, να πνουσιν, τον βιν τους να κρατοσιν. 
Να τον κρατοσι σφαλιστν με δυ με τρες κατναις,
φλουρι, δηνρια173 και πτερ με ταις χρυσας κουρτναις.                        550
Μνον να λογαριζουσιν οκα174 να τα πληθνουν 
και θμησιν δεν χουσιν αυτν οπο τ αφνουν.
Ναπς175 ουκ εδαν τους ποτ, ουδ μ' αυτος εφγαν,
ουδ' εγευτκασιν ποτ, ομδην δ' εχαν φβαν176.
Δεν χω πλον να σου 'πω να πης των πονεμνων,                                     555
ειμ χαιρετισμος πολλος εκ των πολλ βλαμμνων.                         
Δξα Πατρ και τω Υι και Πνεματι Αγω,
τω ποιητ μου και Θε και πλστη Παναγω.                                              558
                         Αμν!

                       Σημεισεις-Επεξηγσεις-Γλωσσρι

    0. θεκα = πεσα
    1. Φαρν = ππος (που παρακτω λγει κι λογον)
    2. λη η πρταση σημανει: Ο λιος πρασε το μεσημβριν σημεο.
    3. παυσα = παυσα
    4. πιαστον = το κυνγι, τη θρα (σε δσκολο θραμα)
    5. εξενζουμουν = εθαμαζα
    6. οφαλς = αφαλς, ομφαλς
    7. μυριαρφνητα = αμτρητα, απειρριθμα
    8. σγκερον = πιθανς πλεονασμς: συν+κερ +καιρ (πλοσιο κι ριμο μλι)
    9. λη η πρταση: και πλι πεινασμνος ξαναρχζει να τρει.
  10. δοξεη = τοξεει
  11α. εσκτωσα = σταμτησα, παψα, (να τργω)
  11β. τ'σειεν = το τρνταγμα, το κονημα (το σειεν)
  12. λη η πρταση: η ρζα ν' ανβαινε στη κορφ. (νρθει το πνω, κτω)
  13. φροδιν = φρδι (χελος)
  14. εγκρεμνο = γκρεμο, κρημνο (στα χελη του γκρεμο μαζ με τη πριν λξη)
  15. απαντοχν = προσδοκαν, ελπδαν
  16. επισα = κρτησα, ρπαξα (εννοε το δντρο σαν στατη προσπθεια σωτηρας)
  17. τ'μπα = το μπα, την εσοδο
  18α. σωσε = φτασε, αφχθη
  18β. χαραγ =σημδι, σχμα, χαρακτρ
  19. πρβοδον = οδηγν
  20α. πς να στραφς εκεθες; = πς θα επιστρψεις εκε;
  20β. διαγρειν = επιστρψαι,
  21. μνε = μνο
  22. χντα = αναπνο
  23. λιν = ασπρρρουχα
  24. ναπς = σα να λμε, να πομε, (ιδιωματισμς πιθανν της εποχς)
  25. γερνουνται = εγερονται, σηκνονται. φτουσι = ανβουν
  26. λη η πρταση εναι μια συνθεια της εποχς.
  27. σκλαις = γιορτς, σχλες, μη εργσιμες μρες.
  28. λη η πρταση: δος μας αυτ που χεις και πρε ,τι χουμε μεις στον δη.
  29α. κατναις = αλυσδες
  29β. απ' ρας = απ νωρς
  30. μαντιν = ων (α = εδος λουλουδιν)
  31. υπερηψι = υπεροψα (στο ποημα απαντται και 'περηψι)
  32. σρνουσιν υποταγας = χοντας μαζ τους υπηρτες-θερποντες κλπ
  33. προτιμεγουν = χουνε τα πρωτεα
  34. νταν εζομαν = ταν ζοσαμε
  35. τ  θυμσαι = εκ των οποων θυμσαι (τ, τ, τος, κλπ πολλκις συναντνται στο ποημα κι εναι αυτ η σημασα: τα οποα, το οποο, τους οποους κλπ)
  36. μοιρδιν = μερδα, μερδικ, μερδιο, ποσοστ συμμετοχς κλπ
  37. εθψαν = απ τους ταφντες
  38. αυτο = παλις επιρρηματικς τπος διαλκτων, σημανει: εδ εκε ανλογα που δεχνει ο μιλν ανλογα τ εννοεται στο κθε κεμενο. Εν προκειμνω: εδ )
  39. να επες = τρπος του λγειν και σημανει: σα να λμε
 
40. δηγονται = οδηγονται, πς διγουν τον βο, πως περννε
  41. δικ = δικζει, εν προκειμνω, κρνει.
  42. σνει = αρκε, αρκετ πια, φτνει.
  43. μιστε = μισετε
  44. ψμα = ψμμα, ψεδος
  45. ταρι = σντροφος
  46. αλλν = λλων
  47. λη η φρση σημανει: τον καιρ που ζησαν μαζ σας.
  48. απν = αφο (συναντται και παρακτω στο ποημα και σημανει πντα το διο)
  49. πατερμος = κομποσχονια προσευχς (μαρτυρντα θερεστον τομο)
  50. αμπδες = χοντρ ροχα
  51. αποτρομον = αποτολμον
  52. ρχτουσιν = ρχνουν
  53. απρν = πριν
  54. συντυχανουν = συναντινται και συνομιλον
  55. ουτουμζουν = μετανινουν
  56α. 'γκανζουν = δακρζουν (γκανζω, γκανιζω = πλαντζω, σκω κλπ)
  56β. εξαγορρην = πνευματικ πατρα
  57. λο το 2στιχο: πς μαζεονται τα ρνια στη τροφ και γρω του συγκεντρνονται, πως η οικογνεια στο σαλνι
  58. πσκουν = πασχζουν
  59. κερτζω κερτσω = υποκοριστικ του κυρ: κυρτσα, κυριολα. σε μερικς περιοχς της Ελλδας εναι κι νομα βαφτιστικ)
  60. τ = τα οποα. (βλ. και παραπνω σημ 35)
  61. κομπσει = εμποδσει
  62. λη η φρση: μακριοι σοι δνουνε στις εκκλησις και στους φτωχος.
  63. τ = το οποο (βλ. κι ανωτρω σημ 35)
  64. λη η φρση: το πουλ κουφολοπη(;), ταν αστοχ να πισει το πουλ που κυνηγ και πινει τα φτερ του μνο, σαν τοφα, τολπη.
     στουππι = φτερ, τουλοπη = τολπη, τοφα.
  65. φρροι = λατνοι μοναχο που φορνε ξλινα τσκαρα. γενικ οι καλογροι.
  66. εξ ζωντοι = προφανς εδ θλει να σατιρσει τους καλογρους και τη... ταραχ τους και τους παρομοιζει σα ξεζωσμνους, δηλαδ με λυμνα τα... ροχα
  67. κουρφ = κρυφ
  68. ονειδσης = κοροδψεις (οι στχοι συγγενεουν με διλογο στον δη του Δντη)
  69α. ελικιν = ηλικα (αντ παρουσα)
  69β. ογι σας = αντ  για σας.
  70α. απτης = εφσον
  70β. εποκαν = επραν
  70γ. καταλγιν = ταραχ φωνν, ταραγμνη λαλι
  71α. αθηβολν = σκψην, κουβνταν, συζτησην (πρβλ: αθιβολν)
  71β. εφυροσαν = λεπονταν, (δεν φεδοντο δακρων)
  72. να 'ργη το πλακ = να σπσει η πλκα (του μνματος)
  73. φθησαν = σηκθηκαν
  74. βαστομαν =  βαστγαμε. να βγαναμε ιππες κρατντας γερκια (συνθεια μεσαωνα, εισαχθεσα στην Ελλδα απ τους δυτικος της εποχς).
  75. λη η φρση: και προ ημν να φτνανε
 
76. ζαγρια = εδ εναι τα κυνηγετικ σκυλι, γενικ μως τα ζωνταν.
  77. λη η φρ.: να διεδδετο πως ντως ξανρχονταν οι νεκρο στ' αλθεια
  78. λη η φρ.: Αν παιρνεν αντλλαγμα αντ εσς ο χρος, πρθυμα θα προσφραμε ψυχ, σμα με θρρος. (ελγχεται η ορθτης) δηλαδ εξ σων τους λγανε κατ το μοιρολγι πως: Χρε δεν παιρνες εμς αντ των αγαπημνων μας κλπ. Ο ποιητς σατιρζει τα ψετικα λγια και τους ψευδες θρνους και μλιστα με πρωτοφαν, ξυπνο κι μορφο ποιητικ καθριο λγο.
  79. τις = σμερα θα λγαμε: τσι
  80. βλπε στο 78.
  81. Εδ ο Μπμπης ο Δερμιτζκης στο βιβλο του "Η Λακτητα Της Κρητικς Λογοτεχνας" που αναρτται επσης στο Στκι, χει κνει μια θαυμσια παραβολ με μαντινδα του Σταυρακκη: (κι εννοε φυσικ, πως κι εδ, στα λγια της γυναικς.)

          ποιος στα λγια τζη γροικ, και στσ' ρκους τση πιστεγει,
          πινει στη θλασσα λαγος, και στα βουν ψαρεγει
.


  82. λη η φρ.: γοργ σπεδει ν' αποσκορακση/γοργ να του τα πρει λα.
  83. φλα, σολδν = νομσματα της εποχς με χαμηλτερης αξας τη φλα.
  84. κιντινριν = η διπλ πλεξδα σκρδα, χουσα εκατ στο μτσο. (ιταλ. centinaio = κιοτεω, δεχνομαι δειλς)
  85. λη η φρση: επανλαβα τον θρνο, λο τοτο πει στο: οπσω.
  86. ομδην = παρα, ενωμνοι, μαζ.
  87. ακουντα μου = ακογοντς με
  88. σγησ' νεν κ' ορσης = σπα αν χεις τη καλωσνη
  89. τις = τσι
  90. αποδ = αποδ
  91. κρατομεν = καταγμαστε
  92. λογριν = λγος, εν προκειμνω: ρητ, φρση λακ, συνθης, περιγρφουσα κτι χαρακτηριστικ.
  93. λη η φρ.: Ως εκ του φυσικο κι εκ κολυμβθρας τργουμε το ψρι. η εν λγω φρση κολλ με τη πριν σημεωση κι εννοε προφανς τπο παραθαλσσιο.
  94. 'περηψι = υπεροψα (βλ. και παραπνω)
  95. το πληον = παλαιτερα
  96. λη η φρση εννοε πς λα βαιναν κατ' ευχν.
  97. ιππριν = το εκλεκττερο μρος του στρατεματος
  98. προφανς με τη φρσην αυτν εννοε τη Κωνσταντινοπολη που 'ταν αντθετη της βασιλεας της Ρμης.
  99. οκπου = κπου, σε κποιαν λλη περιοχ, χρα, πλη, χωρι, κπου αλλο.
100α. κτεργον = εντελς να κατασκευ, απ την αρχ ξεκινντας.
100β. ργαν = μισθν
101. εστνα(ν) = τους στηνε
102. ωρχθην = ευχαριστθηκε
103. εβισθην = ωρμθη, παρακινθηκε
104. διαγρου(ν) = επιστρψουν
105. κμης = (εδ) καπετνιος
106. παραγιαλιν = παραλαν
107. πλωρσιν = πρωραο παλαμρι
108. κι εδκασιν τα βοκινα και τα παιγνδια παξαν = και σλπισαν οι σλπιγγες και παξαν οι ρυθμο τους (τα τραγοδια λλο τι).
109. σδερον = γκυρα
110. ττ' ελασιν εστρσαν = ττε ξεκινσανε να κωπηλατον
111. λη η φρση: το πλοον κανε περιστροφ με τα κουπι
112. Φσαν = κστρο λεγμενον τσι, βρισκμενο στο μπα του λιμανιο
113. κεφαλν = αρχηγν
114. στρμμα = επιστροφ
115. εσπρωσεν = νχτωσε, βρδυασε, γινε εσπρα.
116. τ δεν επκεν λλη = τσι πως ποτ δεν ρθεν λλη
117. ηγλλουντα(ν) = αγλλοντο, ευχαριστινταν
118. βρουχσθην = βρυχθηκε
119. ποντον = δινεν, πονοσε
120. οικονομτον = προαισθηματικ κακν, προοικονομε τον κνδυνο.
121. απαντοχς = ελπδας, προσδοκας (βλ. κι ανωτρω)
122. ως θαρρετ (ε)'κρατομεν = σο πιο θαρραλα μπορομε
123. καθοριν σωσεν = τρικυμα πιασε, θαλασσοταραχ ενσκηψε.
124. κ' μα το σσειν = κι ταν ενσκηψε
125. επγην = επγεν
126. επκεν = επφερε
127. σωσε = κατφθασε
128. κιβοριν = νεκροκρβατο, φρετρο. (γαλλ. civiere.)
129. περιλαμποστος = κπληκτους, κθαμβους
130. και τ' λλον ττε του λαο = το υπλοιπο του πληρματος
131. σνει = φτνει
132. βιζετον = βδισμα. (λη η φρ. σημανει: σταμτησε να βαδζει με σπουδ)
133. τος = αυτος τους οποους (βλ. κι ανωτρω)
134. λη η φρ.: και με τη σκψη αυτ κατσε και παρατηροσε και κνει πσω βματα, δυσπιστντας για να μη πιστψει και τα βλει με τη μορα.
135. εσμωσε = πλησασε
136. εξενζοντα = παραξενετηκε
137. τος = τους οποους (βλ. κι ανωτρω)
138. λη η φρ.: Πτ' γινε αυτ που βλπω; Πς γινε αυτ που θωρ;
139. διηκεν = διβηκεν, πρασε, παρλθε κλπ
140. απσωσεν = απστειλε, στειλε, εξαπστειλε, ξαπστειλε.
141. μοιρδιν = (εδ σημανει) εν μρει, μερικς
142. αγωνζοντα(ν) = τους αγωνζοντες, αυτος τους οποους αγωνζονταν
143. λη η φρ.: ,τι θεμλιωσαν πεσε, ,τι κτισαν γκρεμσθη
144. λη η φρ.: η Μορα στρεψε τα βλη της ενντι τους.
          (ε)'κωκισεν = στρεψεν
145. λη η φρ.: και δε σταμτησε παρ ταν βεβαιθη πως τους αποτλειωσε.
146. λη η φρ.: ρριξε τις σατες της μχρι τη τελευταα
147. λη η φρ.: σπου δε χρειαζταν πια να ρξει λλες γιατ τους εχε σκοτσει.     πλι = πια, πλον.
148. λη η φρ.: αμσως χρισ' απ' αυτος και πλον μην αργσεις.
149. ρρικταν = ριχναν, βγαζαν
150. τενζει = εκτενεται, ατενζει
151. αλλο = αλ, φευ, αλμονον.
152. πιττκια = επιστολς, μηνματα, χαμπρια, αποσταλμνα με κποιο τρπο, προφορικ γραπτ.
153. λη η φρ.: να απλωθε το χρι τους και να μας θυμηθονε.
154. ποσουν = ποισουν αντ για μνα
155. λη η φρ.: μη δυνμενος ν' αποκριθε και περιμνοντας υπρ το δον.
156. δια το σπουδζειν του στραφν = διτι σκεφτμουν να επιστρψω.
157. εσυντχασιν = συνομλησαν
158. φηκρια = θηκρια
159. νοτρους = γραμματες
160. εις τον παστν ανδργυνα = παντρεμμνους σε παστδα, στα καλτερ τους.
161. φουστον = στρτευμα
162. αποστολτορας = ταχυδρμος, απεσταλμνος φρων μηνματα επιστολς
163. (τους) γραφις = γραμματες
164. οκ' = στε
165. μετ σου = μαζ σου
166. στερεγουνται = στερονται
167. κορνιακτν = σκνη, κουρνιαχτς, κονιορτς
168. υπν = πηγανετε
169. αμ = αλλ
170. διταξιν = διαθκην
171. κομπνει = εμποδζει
172. λη η φρ: δε χρησιμεουν σε κληρονμους διαθκες που δε τηρονται
173. δηνρια = δηνρια, (νομσματα της εποχς)
174. οκα = πς, με ποο τρπο
175. ναπς = αφτου
176. ομδην εχαν φβαν = εν με κενους ζωντανος τργανε καλ φα (εννοε).

                                                 ΤΕΛΟΣ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers