Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Στελλάτου Χρυσάνθη: Βελούδινα...

                                                Βελούδω

     Ήτανε μια φορά κι ένα καιρό ο μπάρμπα Θανασός κι η γυναίκα του η Βελούδω. Ζούσανε σ' ένα μικρό χωριό, γεμάτο καρυδιές και πλατάνια, που συνόρευαν μ' ένα απέραντο δάσος με βαλανιδιές. Το φθινόπωρο τα πλατάνια ρίχναν ένα ένα τα φύλλα τους και κάποια από αυτά έμεναν θλιβερά κρεμασμένα στις κορυφές των κλαδιών μέχρι την άνοιξη. Στο κοντινό όμως δάσος με τις βελανιδιές, σαν άρχιζε το φθινόπωρο, τα φύλλα απ’τις βελανιδιές αιχμαλώτιζαν τον καλοκαιρινό ήλιο, τον κράταγαν για ένα διάστημα, έτσι που την ώρα που περνούσε κάποιος από κάτω τους έλεγε: "Μα τι στο καλό, ακόμη να φθινοπωριάσει εδώ"; Όμως λίγο καιρό μετά, ο ήλιος έφευγε κι από αυτά τα φύλλα, αφήνοντας πίσω του λίγη σκουριά που μετατρεπόταν σε ώχρα, έτσι τα φύλλα μαραίνονταν κι ένα-ένα ξεψυχούσαν.
     Έτσι ήταν και η ιστορία μας του μπάρμπα Θανασό και της Βελούδως.
     Παντρεύτηκαν σε ένα εκκλησάκι μες στις καρυδιές και τα πλατάνια, κατακαλόκαιρο. Ήταν κι οι δυό τους όμορφοι. Ο Θανασός γύριζε από την Αυστραλία και η Βελούδω από το Σχολαρχείο, όπου είχε μάθει την καθαρεύουσα που την αναμίγνυε χαριτωμένα με τη λαλιά του τόπου της.
     Η Βελούδω έφτασε στο χωριό τη μέρα του γάμου της καβάλλα πάνω σε μία στολισμένη φοράδα που είτε απ’ την κούραση είτε για άλλους λόγους, με το που φτάσαν στο χωριό ψόφησε. «Εξέπνευσεν η φορβάς» ήταν τα λόγια της Βελούδως.
     Σημαδιακή η φορβάς. Λίγα χρόνια μετά το γάμο τους, δύο ή τρία δεν θυμάμαι, εξέπνευσε κι η Βελούδω, αφού είχε γεννήσει μια τρισχαριτωμένη κοπελίτσα, την Καλή, όνομα και πράγμα.
     Τα λίγα χρόνια που έζησε μαζί το ζευγάρι, με τη μοναχοκόρη τους, τα πέρασαν ευτυχισμένοι γεμάτοι αγάπη και στοργή. Αυτό φαινόταν και απ’ τον τρόπο με τον οποίο καλούσαν ο ένας τον άλλο, Τα ονόματά τους ακούγονταν τρυφερά και απαλά σαν πούπουλα καθώς τα έπαιρνε ο άνεμος ως τις βελανιδιές.
 -"Βελούδω…" φώναζε ο κυρ-Θανασός. Βελούδινα υφάσματα στόλιζαν τότε τα φύλλα των βελανιδιών που αιχμαλώτιζαν τον ήλιο το φθινόπωρο.
 -"Θανασό…" φώναζε η κυρά Βελούδω τον άντρα της και το αγριεμένο ποτάμι σταμάταγε για λίγο το βουητό του.
 -"Καλή…" φώναζαν κι οι δυο το κοριτσάκι τους και τα τελευταία φύλλα που κρέμονταν θλιβερά απ’ τα πλατάνια πετούσαν χορευτικά ως την αιωνιότητα.
     Η μικρή Καλή, όνομα και πράγμα, ήτανε όμορφη και λεπτοκαμωμένη και έμοιαζε με την πρώιμη άνοιξη, τόσο ευπρόσδεκτη μέσα στη βαρυχειμωνιά και τόσο εύθραυστη συνάμα. Κοιτούσε τους γονείς της στα μάτια κι εκείνοι αυτήν και ο κόσμος τους ήτανε όλος κι ο όλος αυτό το κοίταγμα. Γιατί πράγματι εκεί ξεκίναγε κι εκεί τελείωνε ο κόσμος τους, καθώς ζούσαν αόρατοι μέσα στην κοινωνία του χωριού. Ήτανε κάπως σαν τις νεράιδες ή τα ξωτικά. Οι άλλοι μίλαγαν γι αυτούς λες και δεν υπήρχαν πραγματικά, σαν να ήταν πλάσματα παραμυθιού. Μπορεί και να ήταν. Ακόμη δεν το έχω ξεδιαλύνει.
     Οι μέρες και οι νύχτες τους κυλούσαν αργά και ρυθμικά, μέσα σε μια ευτυχία πλέρια κι ολάκερη. Μόνο ένα περιστατικό είχε ταράξει τη γαλήνη τους όταν πήρε φωτιά ο γάιδαρος απ’ το μαγκάλι πούχαν αναμμένο μες στην αποθήκη για να ζεσταίνεται ο Θανασός την ώρα που έκανε τα μαστορέματά του. «Καιόμεθα, το μανδάνιον» φώναζε ο κυρ Θανασός για ώρα ώσπου να θυμηθούν οι γείτονες ότι ακόμα και τα πλάσματα του παραμυθιού χρειάζονται που και που κάποια βοήθεια. Και μια φορά ακόμη, που ο κυρ Θανασός ζήτησε το δίκιο του σε μια διένεξη που είχε προκύψει και τότε ο αντίδικος τον χτύπησε, όχι πολύ, μα έτσι που ο Θανασός γύρισε πίσω στο παραμύθι του και δεν τόλμησε να ξαναβγεί από αυτό. Όταν κατέφθασε το αστυνομικό όργανο για να επέμβει στον καβγά και ζήτησε να μάθει τι είχε γίνει, η Βελούδω με απλότητα και χωρίς διόλου μνησικακία απάντησε: «Τίποτε κύριε χωροφύλαξ, τον έδειρε εκ του προχείρου». Το περιστατικό τελείωσε αμέσως, χωρίς παράπονα και γογγυσμούς, τελείωσε κι έσβησε όπως ένα βεγγαλικό στον σκοτεινό ουρανό.
     Η Καλή μεγάλωσε, ήταν πάντοτε όμορφη και λεπτοκαμωμένη και είχε τρόπους αξιοζήλευτους παρόλο που είχε μεγαλώσει σε ένα φτωχικό χωριατόσπιτο. Έτσι ήρθε στο σπίτι τους να την ζητήσει ο Καλοδήμος. Ήταν αγροφύλακας, όμορφος με βλέμμα φωτεινό και γοητευτικό χαμόγελο. Ήρθε και γλυκοκοίταξε την Καλή με κοίταγμα που έμοιαζε με εκείνο του πατέρα της, αλλά δεν ήταν. Εκείνη τον κοίταξε με βλέμμα που έμοιαζε με εκείνο της μητέρας της και ήταν πράγματι έτσι. Και όταν αυτός έφυγε, για μέρες για μήνες για χρόνια, με το ίδιο κοίταγμα έβλεπε η Καλή τον κόσμο που άφησε πίσω του για μέρες για μήνες για χρόνια ο Καλοδήμος.
     Το κοίταγμα αυτό δεν άλλαξε ακόμα και όταν τη γνώρισα εγώ. Οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια που είχαν περάσει παλιώσαν τα παπούτσια της, τα ρούχα της είχαν κουρελιαστεί και το πανωφόρι της είχε λυώσει απ’ τους τόσους κρύους χειμώνες. Ήταν όμως ακόμη όμορφη και λεπτοκαμωμένη, με τρόπους αξιοζήλευτους αν κι είχε μεγαλώσει σε ένα φτωχό χωριατόσπιτο. Γελούσε διαρκώς κι έκανε και τους άλλους να γελούν. Έκανε πράγματα τρελά η ταπεινή, για να κάνει τους άλλους να γελούν και γέλαγε κι αυτή μέχρι δακρύων.
     Σαλή (ανεμοπιασμένη, σαλεμένη), θα μπορούσες να την αποκαλέσεις. Αόρατη, γιατί φαινόταν σαλή. "Περίμενε λέει την Ανάσταση για να γυρίσει ο Καλοδήμος και να την παντρευτεί", λέγαν οι άλλοι και γελούσανε. Σαλή και κουρελού ήτανε λέει η Καλή, κόρη του Θανασό και της Βελούδως. Όμως, όταν την κράτησα σφιχτά στην αγκαλιά μου για να την προστατέψω δήθεν από το διαπεραστικό κρύο μιας χειμωνιάτικης νύχτας στο χωριό, εγώ κρύωνα ενώ ένιωθα πως ήμουν μια βελανιδιά και είχα αιχμαλωτίσει στα χέρια μου όλο τον χρυσοκίτρινο ήλιο του φθινόπωρου κι αναρωτιόμουν μα τι στο καλό δεν φθινοπώριασε ακόμη;
     Μετά έστρεψα τη ματιά μου προς τον ουρανό που διαμιάς ξαστέρεψε. Η καταιγίδα είχε κωπάσει. Καθώς κοιτούσα τα αστέρια που λαμποκόπαγαν μες στο βαθύ βελούδινο μαύρο του καθαρού ουρανού άκουσα την Καλή να σιγοψιθυρίζει «προσδοκώ ανάσταση νεκρών…».
     Με αυτή την σκηνή τελείωσε -ή μάλλον άρχισε- η γνωριμία μου με την Καλή, την κόρη της Βελούδως και του Θανασό, αν βέβαια αυτά τα ονόματα σας λένε τίποτε. Γιατί εμένα μου λένε πολλά, τόσα που θα αρκούσαν μόνο αυτά τα τρία ονόματα για να γεμίσουν τόννους βιβλίων και να αφηγηθούν εκατομμύρια ιστορίες. Θα άξιζε μάλλον να προσδοκώ κι εγώ ανάστασιν νεκρών μόνο και μόνο για να αξιωθώ να δω τα τρία αυτά πρόσωπα να κοιτάζονται και να γλυκομιλούν ο ένας στον άλλο.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers