Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Βότσης Νίκος: Φλεγόμενοι Κυματισμοί...

 

                                                       Το Κύμα

     Όλοι στο μικρό ψαροχώρι μιλούσαν για τον παράξενο νεαρό, που είχε έρθει να εγκατασταθεί στον ήσυχο αυτό τόπο. Είχε αγοράσει το παλιό, επιβλητικό αρχοντικό, που βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωριό, στην όμορφη κι ερημική παραλία, που οι κάτοικοι ονομάζουν Ξανθομαλλούσα, λόγω της χρυσαφένιας άμμου που στολίζει την επιφάνεια, αντανακλώντας το φως του ήλιου. Αγκαλιασμένη από γλιστερά βράχια, σκεπασμένα με γκριζοπράσινα φύκια, με τα πεύκα ν’ απλώνουν τις σκιές τους σα μανδύες το δειλινό, και με τον παφλασμό των κυμάτων στην ακτή, η Ξανθομαλλούσα έμοιαζε με τόπους που υπάρχουν μονάχα στις ονειροφαντασίες των λίγων εκείνων, που έχουν το σχεδόν παράδοξο χάρισμα να βλέπουν πράγματα κρυμμένα από τα μάτια των ανίδεων, πράγματα υπερφυσικά, ποτισμένα από τη μυστηριώδη γοητεία του Αγνώστου.
     Για τους απλούς ανθρώπους του χωριού, όμως, το μυστήριο ήταν ο ίδιος ο νεοφερμένος. Κανείς δε γνώριζε τους λόγους που τον ώθησαν στην απομόνωση και τη μοναξιά. Γιατί αυτή την εντύπωση έδινε, όταν τον είδαν να διασχίζει το πλακόστρωτο δρομάκι της πλατείας. Έμοιαζε άνθρωπος μοναχικός και λιγομίλητος. Όσοι προσπάθησαν να του πιάσουν φιλίες, δέχτηκαν μονάχα μια ευγενική άρνηση. Η φωνή του ήταν γαλήνια και καλλιεργημένη και το πρόσωπό του έμοιαζε να το κατοικεί μια παράξενη θλίψη και μελαγχολία. Τόση ήταν η θλίψη του ώστε οι περισσότεροι κατάλαβαν την απροθυμία του νεαρού για φιλίες κι εγκατέλειψαν κάθε προσπάθεια να τον γνωρίσουν, αν και τον έβλεπαν δυο φορές την εβδομάδα, όταν ερχόταν για προμήθειες. Η περιέργεια πάντως, ρίζωσε για τα καλά στη σκέψη των κατοίκων και το μυστήριο που περιέβαλε το νεαρό μεγάλωσε.
     Ο νεαρός άντρας είχε έρθει από πολύ μακριά. Στην ψυχή του έκρυβε μια πονεμένη ιστορία. Είχε αλλάξει πολλές φορές κατοικία όλον αυτό τον καιρό, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια ν’ απαλύνει τον πόνο της καρδιάς του. Επέλεγε πάντοτε μέρη απόμερα και ήσυχα, σαν κι αυτή την παραλία. Συνήθιζε να ξυπνάει νωρίς το πρωί, όταν ο ήλιος ξεπροβάλλει δειλά για να σηματοδοτήσει την έναρξη μιας νέας μέρας, βάζοντας πύρινη φωτιά στον ουρανό. Πάντοτε έγραφε αυτή την ώρα και τελείωνε το μεσημέρι, καθισμένος στο δρύινο τραπεζάκι, στη σκεπασμένη από κισσό βεράντα. Δίπλα του ακουμπούσε μια παλιά φωτογραφία, φαγωμένη απ΄την ταλαιπωρία, που απεικόνιζε μια κοπέλα, ίσως για να μη νιώθει εντελώς μόνος. Μια γλυκιά κοπέλα, με αθώο χαμόγελο και πρασινογάλαζα μάτια, μια ανάμνηση ευτυχισμένων ημερών, μια παλιά αγάπη, η μοναδική του.
     Από χρόνια ξενιτεμένη από τα σύνορα αυτού του Κόσμου, από χρόνια νεκρή. Σε μια ερημική παραλία σαν κι αυτή βρήκε το θάνατο, που την αγκάλιασε με τα χέρια του μεταμορφωμένα σε σκοτεινά κύματα, και την τράβηξε στο βυθό του Χάους, μια νύχτα φεγγαροφωτισμένη, μια νύχτα που κάποτε ανήκε στους ερωτευμένους.
Απαρηγόρητος εκείνος την αναζητούσε σε κάθε έρημη και στοιχειωμένη από ομορφιά παραλία, μάτια όμως. Δεν ήθελε να σταματήσει. Τώρα πια αυτός ήταν ο σκοπός της ζωής του, κι ας τον είχαν αποκαλέσει τρελό και ονειροπαρμένο. Έτσι και τώρα, στην Ξανθομαλλούσα, όταν αρχίζει να σουρουπώνει, παίρνει το μονοπάτι και πηγαίνει στην ακτή, όπου κάθεται ώρες ολόκληρες και αγναντεύει το πέλαγος. Το μυαλό του ανασύρει από τα ξεχασμένα υπόγειά του αναμνήσεις, στιγμές χαράς με την αγαπημένη του. Προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί της, να τη νιώσει ξανά κοντά του, να ζεσταθεί από τη φλόγα του άσβεστου έρωτά της. Εύχεται να μπορούσε να γκρεμίσει τα σύνορα του Απείρου, του Χώρου και του Χρόνου και να τη δει, να ζήσουν μαζί στην αιωνιότητα του δικού τους άστρου. Αισθάνεται τη μαγεία να αναβλύζει από κάθε κόκκο άμμου στην ακρογιαλιά, να εξαπλώνεται με τα κύματα του νερού και του αέρα, αλλά όταν πάει να την αγγίξει χάνεται στο στρόβιλο του Χρόνου. Έτσι, απογοητευμένος, παίρνει τα μεσάνυχτα το δρόμο του γυρισμού, δίχως να φοβάται τις σκιές της νύχτας, για να βυθιστεί στον ύπνο της λήθης, που τόσο ευεργετικός έχει γίνει τώρα πια.
     Οι μέρες έρχονται και φεύγουν, χωρίς να σκοτίζονται για τους ανθρώπους, αυτός όμως πάντα στην ακρογιαλιά, αναζητεί την κοπέλα του, που χάθηκε για πάντα. Ψιθυρίζει μόνος του, της μιλάει σα να βρίσκεται δίπλα του, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο. Η αποψινή βραδιά, όμως, είναι διαφορετική. Αισθάνεται την αλλαγή στην ατμόσφαιρα, μπορεί να τη μυρίσει, να την αγγίξει. Είναι πλέον βέβαιος ότι αυτό το απόκοσμο μέρος είναι το σωστό, αυτή η βραδιά ευνοϊκή. Η μαγεία έχει εισχωρήσει στον τόπο και τον έχει πλημμυρίσει με τη δύναμή της. Κι όταν, καθισμένος στη χρυσή άμμο, σκύβει το κεφάλι, για να μπορέσει να πιστέψει στο αδύνατο, ακούει μες στη σιωπή της καρδιάς του, ένα σιγανό παφλασμό, που τον κάνει να κοιτάξει τη θάλασσα, που τόσα μυστικά του έχει κρατήσει στα αιώνια βάθη της. Κι εκεί τη βλέπει, στο τελευταίο αντιφέγγισμα του ήλιου. Ξέρει ότι δεν είναι παραίσθηση, και το μόνο που επιθυμεί είναι να τη φιλήσει.
     Η μορφή που ξεπροβάλλει από τη θάλασσα, είναι φτιαγμένη από το υγρό στοιχείο και μοιάζει με απομεινάρι ενός αρχαίου κόσμου, με νεράιδα που κατοικεί στη φύση. Μπορεί να κοιτάξει μέσα της, αλλά δεν το κάνει. Το βλέμμα του καρφώνεται έκπληκτο στα μάτια της, όπου τόσες φορές είχε ταξιδέψει, ανακαλύπτοντας την αγάπη. Η καρδιά του πάλλεται σα φρενιασμένη, καθώς η θαλάσσια οντότητα τον πλησιάζει. Όταν βγαίνει στην ακτή, ο νεαρός πετάγεται όρθιος να την προϋπαντήσει και προσέχει ότι η φιγούρα της δεν αφήνει χνάρια στην άμμο. Στέκεται αντίκρυ της, αλλά δεν μπορεί ν’αρθρώσει λέξη. Αυτή η σιωπή τον τρελαίνει, κι όταν πάει να φωνάξει από χαρά, η γυναίκα της θάλασσας, το άλλο του μισό, υψώνει το χέρι και τον ακουμπάει στο μέτωπο.
     Κάτι συμβαίνει τότε. Αυτή η επαφή με τη νύμφη της θάλασσας, που στα άκρα της κρύβει την παγωνιά του βυθού, τον ταράζει σύγκορμο. Το μυαλό του κατακλύζεται από έναν απέραντο ωκεανό εικόνων, από αναμνήσεις των στιγμών που έχει ζήσει με την κοπέλα του, στιγμές χαράς αλλά και λύπης. Το σώμα του βρίσκεται στη γη, ο νους του όμως γυρίζει στο παρελθόν που τόσο ποθούσε να ξαναζήσει. Μια αιωνιότητα σ’ένα λεπτό. Ένα λεπτό σε μια αιωνιότητα. Όλα και τίποτα. Για πάντα. Μια στιγμή αργότερα-ή μήπως χρόνια-το όραμα σβήνει σαν αστέρι το ξημέρωμα. Κάτι έρχεται, κάτι πλησιάζει. Ένα κύμα σκοτεινό, που καταπίνει την ύπαρξη του. Μα εκείνος το δέχεται. Κι όταν ήρθε, βυθίστηκε με χαρά μέσα του.
     Το επόμενο πρωί, ένας γέρος ψαράς που περνάει από εκεί, βλέπει το άψυχο σώμα του νεαρού. Κείτεται εκεί που σκάει το κύμα, ποτισμένο από την αλμύρα και το χώμα. Αυτό που έκανε το γέροντα ν’απορήσει ήταν η γαλήνια έκφραση στο πρόσωπο που έβλεπε. Τέτοια έκφραση στο πρόσωπο του νεαρού, δεν είχε δει κανείς, όσο εκείνος ζούσε. Γι' αυτό και το μυστήριο πυκνώνει. Η Ξανθομαλλούσα έχει καλυφθεί μ’ ένα πέπλο μυστηρίου, σημαδεμένη απ’αυτό το γεγονός.
     Όσο για το νεαρό, έχει βρει την ευτυχία. Όχι εδώ στη γη, αλλά σ’ ένα λαμπερό άστρο, όπου ο Χρόνος δε μετρά κι είναι μαζί με την αγαπημένη του. Τώρα θα ζει μαζί της, χωρίς να νοιάζεται για τίποτε άλλο.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers