Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Faulkner William Cuthbert: Στοχαστής Ανάλαφρος Εκπληκτικός

 


                   

                                       Βιογραφικό

     Επιφανής γιος του αμερικανικού Νότου κι απ' τους σπουδαιότερους συγγραφείς που με τη γραφή και το ύφος του ανανέωσε τη τεχνική του μυθιστορήματος του 20ού αιώνα. Η φήμη του δημιουργήθηκε από τα μυθιστορήματα, διηγήματα, αλλά κι από λίγα ποιήματα κι από μερικά σενάρια. Συγκαταλέγεται στους μεγάλους συγγραφείς του Νότου, όπως οι: Mark Twain, Robert Penn Warren, Flannery O'Connor, Truman Capote, Eudora Welty, & Tennessee Williams.
     Ο Ουίλιαμ Φόκνερ γεννήθηκε στο Νιου Όλμπανι του Μισισιπή 25 Σεπτέμβρη 1897, αλλ' από νήπιο (η οικογένεια μετακόμισε, όταν αυτός ήτανε 4 ετών), έζησε σ' άλλη περιοχή του μεγάλου ποταμού, τη κωμόπολη Οξφόρδη της κομητείας Λαφαγέτ, που χρησιμοποίησε σα μοντέλο για τη φανταστική πόλη (Yoknapatawpha County) που αναφέρεται σ' όλο το έργο του και που κει έζησε ως το τέλος της ζωής του.
     Ήτανε το μεγαλύτερο παιδί του Murry Cuthbert Falkner (17/8/1870 – 7/8//1932) και της Maud Butler (27/11/1871 – 1610/1960). Αργότερα άλλαξε τ' όνομά του σε Faulkner. Τ' άλλα του αδέλφια ήταν οι: Murry Charles "Jack" Falkner (26/6/1899 – 24/12/1975), ο επίσης συγγραφέας John Falkner (24/9/1901 – 28/3/1963), -που επίσης άλλαξε τ' όνομά του όπως κι ο αδερφός του- κι ο Dean Swift Falkner (15/8/1907 – 10/11/1935). Ο παππούς του, William Clark Falkner, ήταν εξέχουσα φυσιογνωμία στο Νότο, υπηρέτησε σα συνταγματάρχης στο Confederate Army, ίδρυσε μια σιδηρογραμμή δίνοντας τ' όνομά του σε μια μικρή πόλη, το Falkner, κοντά στο Tippah County, κι έγραφε κι εκείνος νουβέλες, ιδρύοντας έτσι παράδοση λογοτεχνών στο οικογενειακό δέντρο των Φόκνερ. Η φυσιογνωμία του παππού, περιγράφεται αδρά στο πρόσωπο του συνταγματάρχη Τζον Σαρτόρις, στο ομώνυμο έργο του εγγονού του.
     Εγκατέλειψε νωρίς τις σπουδές του κι επιδόθηκε στη συγγραφή στίχων, μικρών πεζών, στο πιλοτάρισμα αεροπλάνου και περιπλανήσεις στο Νότο. Επειδή ήτανε κοντός, 1,67 μ, δε μπορούσε να καταταχτεί στον αμερικανικό στρατό. Έτσι κατατάχθηκε στη καναδική αεροπορία και μετά στην αγγλική, μα δε πρόφτασε ν' αναλάβει καμμιά πολεμική δράση, τη περίοδο του Α' Παγκ. Πολ. Τότε ήτανε που άλλαξε τ' όνομά του (1918), εξ αιτίας ενός λάθους του εκδότη του, στη τύπωση του ονόματος. Όταν το είδε το θεώρησε σα σημάδι και το άφησε έτσι.
    Ο μεγάλος αμερικανός μυθιστοριογράφος Σέργουντ Άντερσον (Sherwood Anderson) τον έπεισε ν' αξιοποιήσει το πλούσιο υλικό του για το Νότο και να το εντάξει στο λογοτεχνικό έργο του. Έγραψε διηγήματα και μυθιστορήματα εμπνευσμένα από μοτίβα και καταστάσεις της ζωής στο Νότο, καταγράφοντας και ψυχογραφώντας με μοναδικό και πλήρως διεισδυτικό τρόπο τις ανθρώπινες υπάρξεις, τα πάθη, τις διαστροφές και τα βασανιστικά αδιέξοδα τους, σε συνθήκες ηθικού κι υλικού ξεπεσμού, παράλληλα με τη τυφλή και τραγική προσκόλληση τους στο μεγαλειώδες παρελθόν, το αμετάκλητα χαμένο. Ακόμα και στα αστυνομικά του έργα (όπως "Το Ιερό") είχε μιαν ευαισθησία που ανάγκασε τον Αντρέ Μαλρό (André Malraux να πει πως ήτανε "παρείσφρυση της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας στα αστυνομικά διηγήματα". Κακό, διαφθορά, ενορχηστρωμένα και παιγμένα στο Νότο με ρυθμούς γοτθικούς.
     Στις αρχές της 10ετίας του '40 τονε κάλεσε ο Χάουαρντ Χοξ (Howard Hawks) στο Χόλιγουντ για να γίνει σεναριογράφος σε ταινίες που θα σκηνοθετούσε αυτός. Αυτό έγινε δεκτό με χαρά, γιατί υπήρχε μεγάλη ανάγκη για χρήματα και το Χόλιγουντ πλήρωνε αδρά. Έτσι, έγραψε σενάριο για τις ταινίες: "Ο Μεγάλος Ύπνος", βασισμένο στο βιβλίο του Ρέιμοντ Τσάντλερ (Raymond Chandler) και το "Να Έχεις Και Να Μην Έχεις" του Έρνεστ Χεμινγουέι (Ernest Hemingway). Ο Φόκνερ συνδέθηκε φιλικά με τον σεναριογράφο του Χοξ, τον A. I. Bezzerides, καθώς και με το ζεύγος ηθοποιών, Λορήν Μπακόλ (Lauren Bacall) και Χάμφρι Μπόγκαρτ (Humphrey Bogart).
     Για την εποχή του στο Χόλιγουντ κυκλοφορεί μια ιστορία. Όταν υπέγραψε συμβόλαιο για να γράφει σενάρια, ζήτησε από τον Χοξ να του επιτρέψει να γράφει σπίτι του γιατί δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί στο γραφείο. Ο Χοξ το δέχτηκε κι ο Φόκνερ έφυγε. Μερικές μέρες αργότερα, όταν δεν είχε λάβει μήτε λέξη από κείνον, τηλεφώνησε στο ξενοδοχείο που διέμενε και του 'πανε πως ο Φόκνερ είχε αδειάσει το δωμάτιο εδώ και μερικές μέρες. Όπως ήτανε φυσικό, είχε πάει "σπίτι" του στο Μισσισιπή για να γράψει.
     Σα νέος στην Οξφόρδη, είχε συνδεθεί ερωτικά με την Estelle Oldham δημοφιλή κόρη του Δημάρχου Lemuel και της Lida Oldham κι ήλπιζε κάποια στιγμή να τη παντρευτεί. Όμως εκείνη έβγαινε και μ' άλλους την ίδια περίοδο κι ένας απ' αυτούς, ο Cornell Franklin, της έκανε πρόταση, πριν από κείνον, το 1918. Οι γονείς της τη πίεσαν να δεχτεί γιατί ο νεαρός ήταν από καλή κι έξτρα φιλική οικογένεια, αλλά παράλληλα τελείωνε τις σπουδές του σα δικηγόρος και θ' αναλάμβανε καλή θέση. Ευτυχώς για τον Φόκνερ, ο γάμος αυτός διαλύθηκε 10 χρόνια μετά και μετά το διαζύγιο (Απρίλης 1929), παντρεύτηκε την εκλεκτή του, τον Ιούνιο του 1929 στη College Hill Presbyterian Church, στην Οξφόρδη. Κάνανε το μήνα του μέλιτος στο Mississippi Gulf Coast της Pascagoula κι όταν επιστρέψανε, μείνανε με συγγενείς μέχρι να βρούνε δικό τους σπίτι. Την επόμενη χρονιά αγοράσανε το Rowan Oak, -το πούλησε η κόρη του Τζιλ, μετά το θάνατο της μητέρας, το 1972 στο Πανεπιστήμιο του Μισσισιπή.
     Είναι γνωστό πως σύναψε 3 εξωσυζυγικές σχέσεις. Η 1η ήταν με τη γραμματέα του Χοξ και script-girl, Meta Carpenter. Η 2η διήρκεσε από το 1949 ως το 1953, με τη νεαρή συγγραφέα, Joan Williams, που τονε θεωρούσε μέντορά της κι έκανε αργότερα τη σχέση τους θέμα στη νουβέλα της "The Wintering" (1971). Επίσης είχε και μιαν ερωτική περιπέτεια με τη Jean Stein, επιμελήτρια και συγγραφέα, αλλά και κόρη του κινηματογραφιστή Jules Stein. Επίσης αξίζει ν' αναφερθεί πως στη ζωή του για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε πρόβλημα αλκοολισμού. Εκείνος ισχυριζότανε πως το ποτό τονε βοηθούσε όταν στέρευε η έμπνευση και τον έκανε δημιουργικότερο. Πιστεύεται όμως πως έπινε για να ξεχάσει την απλή κι άδεια ζωή του, την οικονομική πίεση και την ενίοτε παντελή έλλειψη ρομάντσου. Αυτό ακούγεται καλύτερο για τον εξαιρετικά ταλαντούχο συγγραφέα, από το να θέλει να τσιγκλήσει τη μούσα με ποτό.
Για μικρά διαστήματα γνώρισε τη καλλιτεχνική μποέμικη ζωή στη Νέα Υόρκη και το Παρίσι.
     Κέρδισε μεγάλα βραβεία και διακρίσεις. Το 1946 ήταν ανάμεσα στους 3 φιναλίστ για το Ellery Queen Mystery Magazine Award και βγήκε 2ος. Το 1949 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Δώρισε μέρος του ποσού που κέρδισε, για τη θεμελίωση ενός ιδρύματος που να στηρίζει το ξεκίνημα των νέων συγγραφέων. Δώρισε άλλο ένα μέρος του ποσού για να ενισχύσει τις σπουδές των Αφρο-Αμερικανών στο Νότο. Κέρδισεν επίσης και 2 Βραβεία Πούλιτζερ. Το 1ο το 1955 για το "A Fable"  (1954) και το 2ο το 1963 με τη νουβέλα "The Reivers" (1962). Επίσης κέρδισε 2 National Book Awards, το 1951 για τις "Αστυνομικές Ιστορίες" και το 1955 πάλι για το "A Fable".
     Από το 1957 και μέχρι το θάνατό του, δίδαξε σα συγγραφέας, στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια. Το 1959 έπαθε ατύχημα, πέφτοντας από το άλογο που ίππευε κι έκτοτε υπέφερε συνεπεία των τραυματισμών του αυτών. Πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 6 Ιουλίου 1962, σ' ηλικία 65 ετών, στο Wright's Sanitorium στη Byhalia του Μισσισιπή. Το μικρό σπίτι στη 624 Pirate's Alley, στη Νέα Ορλεάνη, δίπλα στον καθεδρικό του St. Louis, όπου διέμενε όταν έγραψε τη "Πληρωμή Του Στρατιώτη", είναι Μουσείο Βιβλίων Φόκνερ σήμερα κι επίσης χρησιμοποιείται σαν αρχηγείο της Pirate's Alley Faulkner Society. Στις 3 Αυγούστου 1987, το Αμερικανικό Κεντρικό Ταχυδρομείο, τύπωσε γραμματόσημα των 22 σεντς με τη προσωπογραφία του, προς τιμήν του.
     Έ
ργα του: "Η Πληρωμή Του Στρατιώτη" (1925) "Σαρτόρις" (1929) "Βουή Κι Αντάρα" (1929) "Καθώς Ψυχορραγώ" (1930), "Το Ιερό" (1931), "Αυγουστιάτικο Φως" (1932), "Δρ Μαρτίνο κι άλλες ιστορίες" (1934), "Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ" (1936) "Κατέβα Μωυσή" (1942) "Ρέκβιεμ Για Μια Μοναχή" (1951) κ.ά. Έγραψεν επίσης 2 ποιητικές συλλογές που τυπωθήκανε σε μικρό τιράζ, "The Marble Faun" (1924) κι "A Green Bough"  (1933) και μιαν ακόμα συλλογή αστυνομικών διηγημάτων "Knight's Gambit" (1949).

------------------------------------------------------------------

                                          Καπνός   

      O Άνσελμ Χόλαντ είχε έρθει στο Τζέφερσον πριν πολλά χρόνια. Κανείς δεν ήξερε από που. Αλλά τότε ήταν νέος κι ικανός άνθρωπος, ή τουλάχιστον μ' επιβλητικό παράστημα, αφού μέσα σε τρία χρόνια είχε παντρευτεί τη μοναχοκόρη ενός ανθρώπου που 'χε οκτώ χιλιάδες στρέμματα της καλύτερης γης στη περιοχή και πήγε να ζήσει στο σπίτι του πεθερού του, όπου δύο χρόνια αργότερα η γυναίκα του γέννησε δίδυμα αγόρια κι όπου λίγα ακόμη χρόνια μετά πέθανε ο πεθερός του κι άφησε στον Χόλαντ όλη τη περιουσία, που 'ταν στ' όνομα της γυναίκας του.
     Αλλά ακόμη και πριν συμβεί αυτό το γεγονός, εμείς στο Τζέφερσον τον είχαμε ακούσει να μιλά λιγάκι πιο δυνατά για «τη γη μου και τα σπαρτά μου» κι όσων από μας που οι πατεράδες κι οι παππούδες είχαν μεγαλώσει στη περιοχή, τον κοιτούσαμε κάπως λοξά και μ' ένα κάπως κρύο βλέμμα, έχοντας ακούσει γι' αυτόν (από λευκούς και νέγρους με τους οποίους είχε κάνει κατά καιρούς δουλειές) ότι είναι αδίστακτος και βίαιος. Αλλ' από σεβασμό στη γυναίκα και στον πεθερό του, του συμπεριφερόμασταν ευγενικά.
     Όταν πέθανε κι η γυναίκα του, τα δίδυμα ήταν ακόμη μικρά, νομίζαμε όλοι πως αυτός ήταν υπεύθυνος και πως η ζωή της εξαντλήθηκε λόγω της βίαιης συμπεριφοράς του βάναυσου αυτού ξενόφερτου. Κι όταν μια μέρα, πριν έξι μήνες, τον βρήκαν νεκρό, με το πόδι πιασμένο στον αναβολέα της σέλας του αλόγου που καβαλούσε και με πολλά κατάγματα στο σώμα, γιατί το άλογο προφανώς τον είχε σύρει στις σιδηροδρομικές γραμμές (το άλογο είχε ακόμη στη πλάτη και στις λαγόνες του σημάδια χτυπημάτων από μια έκρηξη βίας του αφεντικού του), κανείς μας δεν τονε λυπήθηκε, γιατί λίγο καιρό πριν είχε κάνει μια πράξη που για ανθρώπους αυτής της περιοχής, με τη συγκεκριμένη νοοτροπία, κείνο τον συγκεκριμένο καιρό, αποτελούσε ασυγχώρητο έγκλημα.
     Τη μέρα που πέθανε μαθεύτηκε πως είχε ανασκάψει τους τάφους στο οικογενειακό νεκροταφείο, που υπήρχαν οι σοροί των συγγενών της γυναίκας του κι ανάμεσα τους και τον τάφο που βρισκότανε τριάντα χρόνια τώρα η γυναίκα του. Έτσι, ο τρελαμένος, γεμάτος μίσος, γέρος θάφτηκε ανάμεσα στους τάφους που είχε επιχειρήσει να συλήσει και μερικές μέρες αργότερα έγινε το άνοιγμα της διαθήκης του. Και χωρίς καμιάν έκπληξη, μάθαμε το περιεχόμενο της διαθήκης. Δε μας εξέπληξε να μάθουμε πως ακόμη κι απ' τον τάφο είχε δώσει το τελευταίο χτύπημα στους μοναδικούς που μπορούσε πια να προσβάλλει: αυτούς που ήταν σάρκα κι αίμα του.
     Τον καιρό του θανάτου του πατέρα τους οι δίδυμοι ήταν σαράντα χρόνων. Ο νεότερος, ο Άνσελμ τζούνιορ, υποτίθεται πως ήταν ο ευνοούμενος της μητέρας του -ίσως επειδή έμοιαζε πιο πολύ στον πατέρα. Πάντως μετά το θάνατο της, όταν οι δίδυμοι ήταν ακόμη παιδιά, ακούγαμε για φασαρίες ανάμεσα στον γέρο Άνσελμ και τον Άνσελμ τζούνιορ, ενώ ο άλλος δίδυμος, ο Βιργίνιος, ανέλαβε το ρόλο του μεσολαβητή κι άντεχε, τελικά να τον βρίζουν οι άλλοι δύο.
     Ο Βιργίνιος ήταν περίεργος άνθρωπος. Κι ο νέος Άνσελμ ήτανε κάτι το ιδιαίτερο -στα είκοσι του έφυγε απ' το σπίτι κι έλειψε δέκα χρόνια. Οταν γύρισε, ήταν άντρας πλέον και ζήτησε απ' τον πατέρα του επίσημα να διαιρεθεί η γη, που τώρα ανακαλύψαμε ότι ο γέρος Ά
νσελμ τη διαχειριζόταν μόνον ως εκπρόσωπος των παιδιών του και να του δοθεί το μερίδιο του. Ο γέρος Άνσελμ αρνήθηκε βίαια. Ο τρόπος που το ζήτησε ήταν αναμφίβολα εξίσου βίαιος, γιατί οι δυο τους, ο γέρος κι ο νέος Άνσελμ, έμοιαζαν τόσο πολύ. Το παράξενο ήταν ότι ο Βιργίνιος πήρε το μέρος του πατέρα του. Έτσι ακούσαμε τότε.
     Η γη, πάντως, παρέμεινε αδιαίρετη κι όπως μάθαμε εκ των υστέρων, στο μέσο μιας υπερβολικής βί
αιης σκηνής, ακόμη και γι' αυτούς -μια τόσο βίαιη σκηνή που οι νέγροι υπηρέτες έφυγαν τρέχοντας απ' το σπίτι και κοιμήθηκαν αλλού κείνο το βράδυ- ο νέος Άνσελμ έφυγε ξανά, παίρνοντας μαζί του ένα ζευγάρι μουλάρια που του ανήκε. Κι από κείνη τη μέρα μέχρι το θάνατο του πατέρα του, ακόμη και μετά που αναγκάστηκε κι ο Βιργίνιος να εγκαταλείψει το σπίτι, ο Ανσελμ δεν ξαναμίλησε ποτέ, ούτε με τον πατέρα του ούτε με τον αδελφό του. Αυτή τη φορά, όμως, δεν έφυγε από την περιοχή. Πήγε στους λόφους («απ' όπου μπορεί να παρακολουθεί τι κάνουν ο γέρος κι ο Βιργίνιος», σκεφτήκαμε όλοι μας και μερικοί δε δίστασαν να το πούνε δημόσια) και για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια έζησε μόνος του σε μια καλύβα με δύο δωμάτια και βρόμικο πάτωμα, σαν ερημίτης, μαγειρεύοντας μόνος του και κατεβαίνοντας στη πόλη πίσω απ' τα μουλάρια του, όχι συχνότερα από τέσσερις φορές το χρόνο.
     Λίγο νωρίτερα είχε συλληφθεί και δικαστεί για παραγωγή ουίσκι. Δεν υπερασπίστηκε καθόλου τον εαυτό του, αρνή
θηκε να δηλώσει είτε αθώος είτε ένοχος, για την εν λόγω υπόθεση, αρνούμενος έστω κι αυτή την ικανοποίηση του δικαστή. Του επιβλήθηκε πρόστιμο κι έγινε έξαλλος σα τον πατέρα του, όταν ο αδελφός του προσφέρθηκε να πληρώσει το πρόστιμο. Προσπάθησε να επιτεθεί στον Βιργίνιο μες στο δικαστήριο, ζήτησε ο ίδιος να πάει φυλακή κι οκτώ μήνες αργότερα του δόθηκε χάρη λόγω καλής συμπεριφοράς. Ετσι γύρισε στην καλύβα του -ένας μελαψός, σιωπηλός άντρας, με σκαμμένο πρόσωπο, που τόσο οι γείτονες όσο κι οι ξένοι τον απέφευγαν συστηματικά.
    
Ο άλλος δίδυμος, ο Βιργίνιος, παρέμεινε σπίτι και δούλευε τη γη που ο πατέρας του δεν τη τίμησε όσο ζούσε. (Ελεγαν για τον γέρο Άνσελμ: «Απ' όπου και να 'ρθε κι όπως και να μεγάλωσε, σίγουρα δεν ήταν αγρότης». Κι έτσι λέγαμε μεταξύ μας κάτι που πρέπει να 'ταν αλήθεια: «Αυτή είναι η μοναδική διαφορά ανάμεσα σ' αυτόν και τον νέο Άνσελμ: ότι ο τελευταίος βλέπει τον πατέρα του να κακομεταχειρίζεται τη γη που η μητέρα του είχε προορίσει γι' αυτόν και το Βιργίνιο»). Κι όμως, ο Βιργίνιος παρέμεινε. Δεν πρέπει να ήταν πολύ διασκεδαστικό γι' αυτόν και λέγαμε αργότερα πως ο Βιργίνιος όφειλε να ξέρει πως μια τέτοια συμφωνία δεν είχε μέλλον. Κι ακόμη αργότερα, λέγαμε «ίσως δεν ήξερε».
    
Γιατί αυτός ήταν ο Βιργίνιος. Δεν γνώριζες ποτέ τι σκεφτόταν. Ο γέρος Άνσελμ κι ο νέος Άνσελμ ήταν σαν το νερό. Σκοτεινό νερό ίσως, αλλά οι άνθρωποι μπορούσαν να καταλάβουν με ποιους έχουν να κάνουν. Κανείς όμως δε μπορούσε να ξέρει τι έπραττε ή τι σκεφτόταν ο Βιργίνιος, παρά μόνον εκ των υστέρων. Δε μάθαμε τι είχε συμβεί ούτε τότε, όταν ο Βιργίνιος, που είχε για δέκα χρόνια αντέξει μόνος, χωρίς τον νέο Άνσελμ, τελικά έφυγε κι αυτός. Δεν είπε τίποτα, ούτε καν στον Γκράνμπι Ντοντζ.
     Αλλά ξέραμε όλοι μας τον γέρο Άνσελμ και τον Βιργίνιο και μπο
ρούσαμε να φανταστούμε τι είχε γίνει: Για ένα περίπου χρόνο από τότε που ο νέος Άνσελμ είχε πάρει τα μουλάρια του κι είχε πάει στους λόφους, βλέπαμε τον γέρο Άνσελμ να κατατρώγεται απ' το μίσος. Και μια μέρα ξέσπασε μάλλον κάπως έτσι:
 -«Νομίζεις ότι τώρα που 'φυγε ο αδελφός σου μπορείς να τεμπελιάζεις και
να τα πάρεις όλα»;
 -«Δεν τα θέλω όλα» είπε ο Βιργίνιος. «Απλά θέλω το μερίδιο μου».
 -«Αχ», είπε ο γέρος Άνσελμ. «Μήπως θα 'θελες να μοιραστεί τώρα α
κριβώς; Όπως ήθελε κι ο αδελφός σου, να διαιρεθεί όταν ενηλικιωθήκατε»;
 -«Θα προτιμούσα να 'χα λίγη γη και να τη δούλευα σωστά παρά
να τη βλέπω στη κατάσταση που 'ναι τώρα», είπε ο Βιργίνιος, πάντα δίκαιος κι ήπιος -κανείς στη περιοχή δεν τον είχε δει ποτέ να χάνει τη ψυχραιμία του, ούτε καν να 'ναι εκνευρισμένος, ακόμη και τότε που ο Άνσελμ προσπάθησε να τον πολεμήσει στο δικαστήριο για κείνο το πρόστιμο.
 -
«Θα το 'θελες, ε;» είπε ο γέρος Άνσελμ. «Κι εγώ που τη δούλευα και πλήρωνα τους φόρους γι' αυτήν, ενώ εσύ κι ο αδελφός σου βάζατε λεφτά στην άκρη, αφορολόγητα».
 -
«Ξέρεις πολύ καλά ότι ο Άνσελμ δεν εξοικονόμησε ποτέ ούτε δεκάρα», είπε ο Βιργίνιος. «Πες ό,τι θέλεις γι' αυτόν, αλλά μη τονε κατηγορείς για απληστία».
 -
«Ναι, για τ' όνομα του Θεού! Ηταν αρκετά άντρας να εμφανιστεί και ν' απαιτήσει ό,τι νόμιζε δικό του και να εξαφανιστεί όταν δε πήρε τίποτα. Αλλά συ περιφέρεσαι δω γύρω, περιμένοντας να πεθάνω γω, με κείνη τη καταραμένη υποκρισία σου. Πλήρωσε μου τους φόρους για το μερίδιο σου από τότε που πέθανε η μάνα σου και πάρτο».
 -
«Όχι», είπε ο Βιργίνιος. «Δεν το κάνω αυτό».
 -
«Οχι», είπε κι ο γέρος Άνσελμ. «Όχι. Και βέβαια όχι. Γιατί να ξοδέψεις λεφτά για το μισό όταν μπορείς να περιμένεις και να τα πάρεις όλα κάποια μέρα, χωρίς να έχεις ξοδέψει δεκάρα».
     Φανταζόμασταν τον γέρο Άνσελμ (μέχρι αυτό το σημείο τους βλέπαμε να κάθονται και να μι
λάνε σα πολιτισμένοι άνθρωποι) να σηκώνεται, με τα πλούσια μαλλιά και τα πυκνά φρύδια του.
 -«Έξω απ' το σπίτι μου!» είπε. Αλλά ο Βιργί
νιος δε κουνήθηκε, δε σηκώθηκε, απλώς παρακολουθούσε τον πατέρα του. Ο γέρος Άνσελμ τονε πλησίασε με το χέρι σηκωμένο. «Φύγε, φύγε απ' το σπίτι μου. Μα τον Θεό, θα...»
    
Τότε έφυγε ο Βιργίνιος. Δε βιαζόταν, ούτε έτρεχε. Μάζεψε τα πράγματά του (κάτι λίγα που 'χε) και πήγε τέσσερα ή πέντε μίλια μακριά να ζήσει μ' ένα ξάδελφό του, γιο ενός μακρινού συγγενή της μητέρας του. Ο ξάδελφος ζούσε μόνος του, σε μια καλή φάρμα, αν και βαριά υποθηκευμένη τώρα, γιατί ούτε ο ξάδελφος ήταν αγρότης, αλλά μισός έμπορας και μισός ιεροκήρυκας -ήτανε κοντός, απερίγραπτος άντρας, με πυρόξανθα μαλλιά που μετά από μια ματιά κανείς δεν θα τον θυμόταν -και μάλλον δεν είχε επιτυχία ούτε σ' αυτές τις δυο δουλειές του. Ο Βιργίνιος έφυγε χωρίς βιασύνη, χωρίς να έχει τίποτε από την ηλίθια και βίαιη επιθετικότητα του αδελφού του -για την οποία, κατά έναν εντελώς περίεργο τρόπο, δεν είχαμε κι άσχημη γνώμη. Η αλήθεια είναι πως τον Βιργίνιο πάντα τον κοιτούσαμε λοξά γιατί ήταν περισσότερο συγκρατημένος απ' ό,τι έπρεπε. Είναι στην ανθρώπινη φύση να εμπιστεύεσαι πιο γρήγορα αυτούς που δεν δείχνουν να πιστεύουν στον εαυτό τους. Λέγαμε πως ο Βιργίνιος είναι βαθύς τύπος. Δε δοκιμάσαμε καμιάν έκπληξη όταν μάθαμε πως ο γέρος Άνσελμ είχε αρνηθεί να πληρώσει φόρους για τη γη του και πως, δύο μέρες πριν λήξει η προθεσμία, ο σερίφης βρήκε στο ταχυδρομικό του κουτί, ανώνυμα, το ακριβές ποσό για τους φόρους των Χόλαντ. «Εμπιστευθείτε τον Βιργίνιο», λέγαμε, γιατί πιστεύαμε ότι δεν χρειαζόταν όνομα γι' αυτά τα λεφτά. Ο σερίφης ενημέρωσε τον γέρο Άνσελμ.
 -
«Βγάλτο για πούλημα κι άντε στο διάλο», είπε ο γέρος Άνσελμ. «Αν νομίζουν ότι το παν που έχουν να κάνουν όλοι τους είναι να κάθονται και να περιμένουν τα κουτσούβελα...»
     Ο σερίφης έστειλε ειδοποίηση και στον νέο Άνσελμ.
 -«Δεν είναι δική μου γη», απάντησε ο νέος Άνσελμ.
    
Ο σερίφης ενημέρωσε τον Βιργίνιο. Ο Βιργίνιος ήρθε στη πόλη και κοίταξε ο ίδιος τα βιβλία για τους φόρους.
 -«Τώρα έχω μόνον ό,τι βλέπεις
πάνω μου», είπε. «Φυσικά, αν την αφήσει, ελπίζω να μπορέσω να τη πάρω. Αλλά δε ξέρω. Ενα καλό αγρόκτημα σαν κι αυτό δεν θ' αντέξει για πολύ». Κι αυτό ήταν όλο. Ούτε θυμός, ούτε έκπληξη, ούτε λύπη. Αλλά ο Βιργίνιος ήτανε βαθύς τύπος. Κανείς μας δεν εξεπλάγη όταν μαθεύτηκε πως ο σερίφης δέχτηκε κείνα τα λεφτά με το ανυπόγραφο σημείωμα:

     Χρήματα για τους φόρους του αγροκτήματος Άνσελμ Χόλαντ. Στείλτε απόδειξη στον Άνσελμ Χόλαντ Τζούνιορ.


 -«Εμπιστευθείτε τον Βιργίνιο», λέγαμε.
     Τον σκεφτόμασταν συχνά όλο τον επόμενο χρόνο, να '
ναι σε ξένο σπίτι, να δουλεύει ξένη γη και να παρακολουθεί το αγρόκτημα και το σπίτι που γεννήθηκε και που 'τανε δικαιωματικά δικά του, να καταστρέφονται σιγά-σιγά. Γιατί ο γέρος δεν ενδιαφερότανε πια για τίποτε: με κάθε χρόνο που περνούσε, τα καλά χωράφια μετατρέπονταν όλο και περισσότερο σε μια ζούγκλα με χαντάκια, αν κι ακόμη κάθε Γενάρη ο σερίφης έβρισκε στην αλληλογραφία του κείνα τ' ανώνυμα χρήματα κι έστελνε την απόδειξη στον γέρο Άνσελμ γιατί ο γέρος είχε σταματήσει να 'ρχεται στη πόλη πια και το σπίτι γκρεμιζότανε, χωρίς να σταματά κανείς ποτέ κει εκτός απ' τον Βιργίνιο.
     Πεντέξι φορές το χρόνο ο Βιργίνιος ερχότανε στο σπίτι, αλλά έφτανε μόνο μέχρι
τη μπροστινή βεράντα, γιατί πάντα έβγαινε πρώτος ο γέρος, ουρλιάζοντας στο γιο του και χρησιμοποιώντας τις πιο άγριες βρισιές. Ο Βιργίνιος τ' άντεχε όλα σιωπηλά, μιλούσε με τους λίγους νέγρους που είχαν μείνει κι έχοντας δει με τα μάτια του πως ο πατέρας του ήτανε καλά, έφευγε. Και κανείς άλλος δε πήγαινε ποτέ κει, αν και μερικές φορές έβλεπαν από μακριά το γέρο στα θλιβερά του χωράφια να καβαλά το γέρικο άσπρο άλογο, που τελικά τονε σκότωσε.
    
Το περασμένο καλοκαίρι μάθαμε ότι άνοιγε τους τάφους στο κέδρινο άλσος όπου αναπαύονταν πέντε γενιές της οικογένειας της γυναίκας του. Ένας νέγρος το 'χε αναφέρει κι ο αρμόδιος υπάλληλος της διεύθυνσης υγείας της περιοχής πήγε κει πέρα, βρήκε το άσπρο άλογο δεμένο στο άλσος και το γέρο να βγαίνει απ' το άλσος με μια καραμπίνα. Ο υπάλληλος έφυγε και δυο μέρες αργότερα πήγε ένας εκπρόσωπος της εισαγγελείας εκεί και βρήκε το γέρο ξαπλωμένο δίπλα στο άλογο, με το πόδι του πιασμένο στον αναβολέα και στο σώμα του αλόγου τ' άγρια σημάδια του μπαστουνιού -όχι βέργα, αλλά μπαστούνι- που το 'χε χτυπήσει ξανά και ξανά και ξανά. Κι έτσι τον έθαψαν, ανάμεσα στους τάφους που 'χε συλήσει.
    
Ο Βιργίνιος κι ο ξάδελφος ήρθανε στη κηδεία. Αυτοί οι δυο αποτελούσανε, στην ουσία, όλη τη κηδεία. Γιατί ο Άνσελμ Τζούνιορ δεν ήρθε. Ούτε πλησίασε αργότερα το σπίτι του, όπου ο Βιργίνιος έμεινε αρκετό καιρό για να το κλειδώσει και να ξεπληρώσει τους νέγρους. Αλλά κι αυτός γύρισε μετά στου ξαδέλφου του και σ' εύλογο χρονικό διάστημα η διαθήκη παρουσιάστηκε για επικύρωση στο δικαστή Ντιούκινφιλντ. Το περιεχόμενο της διαθήκης δεν αποτελούσε μυστικό και όλοι το μάθαμε. Ήτανε κανονική και δε μας δημιούργησε καμία έκπληξη ούτε η ακρίβειά της, ούτε το περιεχόμενό της, ούτε η διατύπωσή της:

   ...με εξαίρεση αυτά τα δύο κληροδοτήματα, δίνω και κληροδοτώ... τη περιουσία μου στον μεγαλύτερό μου γιο Βιργίνιο, με τη προϋπόθεση ότι θ' αποδειχτεί μπρος στον... κυβερνήτη ότι ήταν ο αναφερόμενος Βιργίνιος ο οποίος πλήρωνε τους φόρους της γης μου, ο κυβερνήτης θα είναι ο μοναδικός κι αναμφισβήτητος κριτής της απόδειξης
.

     Τα άλλα δύο κληροδοτήματα ήτανε:

     Στο νεότερο γιο μου Άνσελμ δίνω δυο πλήρεις σειρές ιπποσκευών για μουλάρια με την προϋπόθεση ότι αυτή η ιπποσκευή να χρησιμοποιηθεί από τον Άνσελμ για μία επίσκεψη στο τάφο μου. Αλλιώς αυτή η ιπποσκευή να γίνει και να παραμείνει μέρος της περιουσίας μου όπως περιγράφτηκε πιο πάνω.

     Στον ξάδελφο μου εξ αγχιστείας Γκράνμπι Ντοντζ δίνω ένα δολάριο μετρητά, για να χρησιμοποιηθεί απ' αυτόν για την αγορά βιβλίου
ή βιβλίων ύμνων, ως ένδειξη της ευγνωμοσύνης μου για τ' ότι τάιζε και πρόσφερε στέγη στον γιο μου Βιργίνιο από τότε που ο Βιργίνιος εγκατέλειψε το σπίτι μου
.

     Αυτή ήταν η διαθήκη. Κι εμείς παρακολουθούσαμε για να ακούσουμε ή να δούμε τι θα έλεγε ο νέος Άνσελμ. Και δεν ακούσαμε ούτ' είδαμε
τίποτα. Μετά παρακολουθούσαμε να δούμε τι θα έκανε ο Βιργίνιος. Ούτε αυτός έκανε τίποτα. Ή δε ξέραμε εμείς τι έκανε ή τι σκεφτόταν. Αλλά έτσι ήταν ο Βιργίνιος. Ετσι κι αλλιώς, η υπόθεση είχε τελειώσει. Το μόνο που 'χε κάνει ο Βιργίνιος ήταν να περιμένει μέχρι να κυρώσει ο δικαστής Ντιούκινφιλντ τη διαθήκη και μετά μπορούσε να δώσει του Άνσελμ το μερίδιο του -αν είχε σκοπό να το κάνει. Πάνω στο θέμα αυτό ήμασταν χωρισμένοι σε δυο ομάδες.
 -«Δεν είχε ποτέ προβλήματα με τον Άνσελμ», είπαν κάποιοι.
 -«Αν κρίνεις απ' αυτό, θα πρέπει να μοιραστεί το
αγρόκτημα του μ' όλους στη περιοχή» απαντούσανε κάποιοι άλλοι.
 -«Αλλά ήταν ο Βιργίνιος που προσπάθησε τότε να πληρώσει το πρόστιμο του Άνσελμ», έλεγαν οι πρώτοι.
 -«Κι ήταν ο Βιργίνιος πάλι που πήγε με το μέρος του πατέρα του όταν ο νέος Άνσελμ ήθελε να διαιρέσει τη γη», λέγαν οι άλλοι. Κι έτσι περιμέναμε και παρακολουθούσαμε.
     Παρακολουθούσαμε το δικαστή Ντιούκινφιλντ τώρα. Ξαφνικά, όλη η υπόθεση βρισκότανε στα χέ
ρια του, σαν να 'ταν Θεός που στεκότανε πάνω από το εκδικητικό κι αποδοκιμαστικό γέλιο του γέρου, που ακόμη και κάτω απ' τη γη δε πέθαινε κι επίσης πάνω απ' αυτά τα δύο ασυμφιλίωτα αδέλφια που για δέκα χρόνια δεν ήθελε ο ένας να ξέρει τίποτε για τον άλλον. Κι όλοι νιώθαμε ότι μ' αυτή την τελευταία του κίνηση ο γέρος Άνσελμ είχε παρατραβήξει το σκοινί. Επιλέγοντας το δικαστή Ντιούκινφιλντ η παραφροσύνη του γέρου είχε κάνει διάνα, γιατί πιστεύαμε πως ο γέρος Άνσελμ είχε διαλέξει από μας το μοναδικό με τόσην εντιμότητα, τιμή και κοινή λογική -με κείνο το είδος εντιμότητας και τιμής που ποτέ δεν είχε το χρόνο να συγχέεται και ν' αμφιβάλλει για τον εαυτό του, από το πολύ διάβασμα των νομικών. Το γεγονός και μόνο πως η επικύρωση ενός αρκετά απλού εγγράφου φαινόταν να του χρειάζεται υπερβολικό χρόνο, ήταν άλλη μια απόδειξη για μας ότι ο δικαστής Ντιούκινφιλντ ήταν ο μόνος απ' όλους μας που πίστευε πως η δικαιοσύνη είναι κατά το μισό γνώση των νόμων και κατά το άλλο μισό τυφλή εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και στο Θεό.
    
Καθώς πλησίαζε η λήξη της προθεσμίας που 'χεν οριστεί, παρακολουθούσαμε το δικαστή Ντιούκινφιλντ στη καθημερνή του βόλτα από το σπίτι στο γραφείο, στην αυλή του δικαστηρίου. Κινούνταν προσεκτικά και χωρίς βιασύνη -ένας χήρος πάνω απ' τα εξήντα, επιβλητικός, με άσπρα μαλλιά και μ' ένα όρθιο κι αξιοπρεπές παράστημα που οι νέγροι ονόμαζαν «πισώπλατο». Είχε διοριστεί σύμβουλος πριν δεκαεπτά χρόνια. Είχε λίγες νομικές γνώσεις, αλλά μεγάλη δόση ακλόνητης κοινής λογικής κι εδώ και δεκατρία χρόνια κανείς δε διαφωνούσε με την επανεκλογή του. Ακόμη κι αυτοί που 'ταν εξοργισμένοι από το πράο και συγκαταβατικό ύφος του, τονε ψηφίζανε κατά καιρούς μ' ένα είδος παιδικής εμπιστοσύνης και πίστης. Κι έτσι τον παρακολουθούσαμε χωρίς ανυπομονησία, ξέροντας πως τελικά θα 'κανε το σωστό, όχι επειδή ήταν αυτός που το 'κανε, αλλά γιατί δεν επέτρεπε στον εαυτό του ή σ' οποιονδήποτε άλλο να κάνει τίποτα εκτός από το σωστό. Και κάθε πρωί τονε βλέπαμε να διασχίζει τη πλατεία ακριβώς στις οκτώ και δέκα και να πηγαίνει στα δικαστήρια, όπου ο νέγρος θυρωρός, για να του ανοίξει το γραφείο, τονε περίμενε ακριβώς για δέκα λεπτά μόνο, με την ωρολογιακή ακρίβεια που το γνωστό μονότονο σινιάλο προδικάζει την άφιξη του τρένου. Ο δικαστής έμπαινε στο γραφείο κι ο νέγρος έπαιρνε θέση σε μια πτυσσόμενη καρέκλα, επιδιορθωμένη με σύρμα, στο γεμάτο σημαίες διάδρομο που χώριζε το γραφείο από την αίθουσα δικαστηρίου κι εκεί καθόταν όλη τη μέρα ρεμβάζοντας, όπως το 'κανε εδώ και δεκαεπτά χρόνια. Στις πέντε το απόγευμα ο νέγρος ξυπνούσε, έμπαινε στο γραφείο και μάλλον ξυπνούσε και τον δικαστή, που 'χε ζήσει αρκετά για να ξέρει ότι το βάρος της κάθε δουλειάς βρίσκεται συνήθως στα βιαστικά μυαλά κείνων των θεωρητικών που δεν έχουνε δική τους δουλειά. Μετά τους βλέπαμε να διασχίζουν ξανά το δρόμο ο ένας πίσω απ' τον άλλον και να στρίβουνε για το σπίτι τους, οι δυο κοιτάζοντας εμπρός και με περίπου δεκαπέντε πόδια απόσταση μεταξύ τους, περπατώντας τόσον όρθιοι που οι δύο ρεντιγκότες φτιαγμένες απ' τον ίδιο ράφτη, στο μέγεθος του δικαστή, κρέμονταν από τους ώμους τους σα μονοκόμματα σανίδια, χωρίς να διακρίνονται η μέση ή οι γοφοί.
     Έ
να απόγευμα, λίγο μετά τις πέντε, άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν ξαφνικά και να διασχίζουν την πλατεία για να φτάσουν στα δικαστήρια. Κάποιοι άλλοι τους είδανε κι αρχίσανε κι αυτοί να τρέχουν με τα πόδια βαριά στο πλακόστρωτο ανάμεσα στις άμαξες και στ' αυτοκίνητα, με τις φωνές τους τεταμένες κι επίμονες:
 -«Τί; Τί συμβαίνει»;
 -«Ο δικαστής Ντιούκινφιλντ», απλώθηκαν οι λέξεις κι οι άνθρωποι τρέξανε και μπή
κανε στο διάδρομο με τις σημαίες ανάμεσα στην αίθουσα του δικαστηρίου και το γραφείο, που ο γέρο-νέγρος με τη πολυφορεμένη του ρεντιγκότα καθόταν με τα χέρια ψηλά χτυπώντας τις παλάμες του. Πέρασαν από δίπλα του και τρέξανε στο γραφείο. Ο δικαστής καθότανε στο τραπέζι, ελάχιστα μισοξαπλωμένος στη καρέκλα, αρκετά άνετα. Τα μάτια του ήταν ανοικτά. Τον είχανε πυροβολήσει μια φορά ανάμεσα στα μάτια και γι' αυτό το λόγο φαινότανε τώρα σα να 'χε τρία στη σειρά. Η σφαίρα υπήρχε, ήταν εκεί παρόλο που κείνη τη μέρα δεν υπήρχε κανείς στη πλατεία κι ο γέρο-νέγρος που καθόταν όλη τη μέρα στη καρέκλα στο διάδρομο δεν είχε ακούσει ήχο.
    
Ο Γκάβιν Στίβενς χρειάστηκε πολύ χρόνο, κείνη τη μέρα -αυτός και το μικρό μπρούντζινο κουτί. Γιατί το ανώτατο ορκωτό δικαστήριο δε μπορούσε στην αρχή να καταλάβει πού αποσκοπούσε- και δε μπορούσαν να το καταλάβουν αυτό ούτε τα αδέλφια, ούτε ο ξάδελφος, ούτε ο γέρο-νέγρος. Τελικά, ο προϊστάμενος των ενόρκων τονε ρώτησε απευθείας:
 -«Ισχυρίζεσαι, Γκάβιν, ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ της
διαθήκης του κ. Χόλαντ και του φόνου του δικαστή Ντιούκινφιλντ»;
 -
«Ναι» είπε ο εισαγγελέας της κομητείας, «και θα υποστηρίξω κάτι παραπάνω απ' αυτό».
     Ό
λοι τον παρακολουθούσαν: οι ένορκοι, τα δυο αδέλφια. Μόνον ο γέρο-νέγρος κι ο ξάδελφος δε τονε κοιτούσαν. Ο νέγρος φαινόταν να 'χε γεράσει πενήντα χρόνια μέσα σε μια βδομάδα. Είχε αναλάβει δημόσια θέση ταυτόχρονα με τον δικαστή κι αυτό οφειλότανε στο γεγονός ότι είχεν υπηρετήσει την οικογένεια του δικαστή παραπάνω απ' ό,τι θυμούνταν μερικοί από μας. Ήταν μεγαλύτερος απ' τον δικαστή, αν και μέχρι κείνο το απόγευμα, πριν από μια βδομάδα, φαινότανε σαράντα χρόνια νεότερος -μια μαραμένη φιγούρα, άμορφη στην ογκώδη ρεντιγκότα του, που 'φτανε στο γραφείο δέκα λεπτά πριν από τον δικαστή, το άνοιγε, το σκούπιζε και ξεσκόνιζε το τραπέζι χωρίς ν' αλλάξει τη θέση κανενός απ' τα αντικείμενα που βρίσκονταν πάνω σ' αυτό. Τα 'κανε όλα με μια φροντισμένην ανεμελιά, καρπός δεκαεπτά χρόνων εξάσκησης και μετά αποχωρούσε για ύπνο στη καρέκλα στο διάδρομο. Δηλαδή, έκανε πως κοιμάται (Ο μόνος άλλος δρόμος για να φτάσει κανείς στο γραφείο ήταν μέσω της στενής ιδιωτικής σκάλας που 'βγαινε από την αίθουσα δικαστηρίου, που χρησιμοποιούνταν μόνο απ' τον προεδρεύοντα δικαστή κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του δικαστηρίου και πάλι έπρεπε να περάσει κανείς τον διάδρομο σε απόσταση οκτώ ποδιών από τη καρέκλα του νέγρου, εκτός αν ακολουθούσε το διάδρομο μέχρι το σημείο που σχημάτιζε μια γωνία κάτω από το μοναδικό παράθυρο του γραφείου κι έμπαινε απ' το παράθυρο).
     Κανείς άντρας ή γυναίκα δεν
είχε περάσει ποτέ δίπλα απ' αυτή τη καρέκλα χωρίς να δει τα ρυτιδωμένα βλέφαρα του κατόχου της ν' ανοίγουν αιφνίδια πάνω στα καφέ, αβαθή μάτια προχωρημένης ηλικίας. Καμιά φορά σταματούσαμε και του μιλούσαμε, για ν' ακούσουμε τη φωνή του να κυλάει με την υπερβολικά άσχημη προφορά της πομπώδους κι ανούσιας νομικής φρασεολογίας που 'χεν αποκτήσει ασυνείδητα, σα να 'χε κολλήσει μικρόβιο και που αναπαρήγαγε με μια εξ-έδρας βαθύτητα, που μας έκανε να παρακολουθούμε τον ίδιο τον δικαστή με χαρούμενη και γεμάτη στοργή διάθεση. Ήταν όμως γέρος, ξεχνούσε τα ονόματά μας και καμιά φορά μας μπέρδευε. Και μπερδεύοντας τα πρόσωπά μας και τις γενιές μας ακόμη, ξυπνούσε που και που απ' τον ύπνο του για να προκαλεί άτομα που δεν υπήρχαν και που 'χανε πεθάνει πολύ πριν. Αλλά κανείς δε κατάφερε ποτέ να περάσει από δίπλα του χωρίς να γίνει αντιληπτός.
    
Οι άλλοι στην αίθουσα παρακολουθούσαν τον Στίβενς -οι ένορκοι γύρω απ' το τραπέζι, τα δυο αδέλφια που κάθονταν στις απέναντι πλευρές του πάγκου, με τα ίδια σκούρα, αετίσια πρόσωπα και τα χέρια τους διπλωμένα με τον ίδιον τρόπο.
 -«Ισχυρίζεστε ότι ο φονιάς του δικαστή
Ντιούκινφιλντ βρίσκεται σ' αυτή την αίθουσα;» ρώτησε ο προϊστάμενος των ενόρκων. Ο εισαγγελέας της κομητείας τους κοίταξε, δηλαδή κοίταξε όλες τις φάτσες που τον παρακολουθούσαν.
 -«Θα ισχυριστώ κάτι παραπάνω απ'
αυτό», είπε.
 -
«Να ισχυριστείτε» είπε ο Άνσελμ, ο μικρότερος δίδυμος. Καθόταν μόνος του, στη δική του άκρη του πάγκου, μ' όλη την έκταση του πάγκου μεταξύ αυτού και του αδελφού του που δεν του 'χε μιλήσει για δεκαπέντε χρόνια, παρακολουθώντας τον Στίβενς μ' άγρια, επίμονη και συνεχή ματιά.
 -
«Ναι» είπε ο Στίβενς.
     Καθότανε στην άκρη του τραπεζιού. Άρχισε να
μιλά χωρίς να κοιτά κανέναν ιδιαίτερα και μιλούσε μ' ελαφρύ τόνο σα να 'λεγε ανέκδοτα. Έλεγε αυτά που ήδη γνωρίζαμε, ζητώντας μόνον επιβεβαίωση απ' τον άλλον δίδυμο, τον Βιργίνιο. Έλεγε για τον νέο Άνσελμ και τον πατέρα του. Ο τόνος της φωνής του ήταν ευθύς κι ευχάριστος. Φαινόταν να παίρνει το μέρος των ζωντανών, λέγοντας πως ο νέος Άνσελμ είχε φύγει απ' το σπίτι οργισμένος, μια κατανοητή οργή που αφορούσε τον τρόπο που ο πατέρας του μεταχειριζόταν τη γη που ανήκε κάποτε στη μητέρα του και που την εν λόγω στιγμή δικαιωματικά το μισό της ήτανε δικό του. Ο τόνος ήτανε σωστός, αληθοφανής, ειλικρινής κι ίσως, λίγο μεροληπτικός για τον Άνσελμ Τζούνιορ. Αυτό ήταν. Εξαιτίας αυτής της φαινομενικής μεροληψίας, άρχισε ν' αναφαίνεται μια εικόνα του νέου Άνσελμ που τον καταδίκαζε για κάτι που τότε ακόμη δε γνωρίζαμε. Ήτανε καταδικασμένος απ' τη μεγάλη του επιθυμία για δικαιοσύνη κι από την αγάπη για τη νεκρή μητέρα του, παραμορφωμένες από τη βία που 'χε κληρονομήσει απ' τον ίδιο άνθρωπο που τον αδίκησε.
     Τα δυο αδέλφια κάθονταν εκεί, με κείνο τον εντελώς
λείο πάγκο ανάμεσά τους, ο νεότερος παρακολουθώντας τον Στίβενς με κείνο το βίαιο βλέμμα που προσπαθούσε μάταια να συγκρατήσει κι ο μεγαλύτερος μ' έν εξίσου έντονο βλέμμα, αλλά με ανεξιχνίαστο πρόσωπο. Ο Στίβενς τώρα έλεγε πως ο νέος Άνσελμ είχε φύγει οργισμένος και πως, ένα χρόνο αργότερα, ο Βιργίνιος, ο πιο ήσυχος κι ήρεμος, που 'χε πάνω από μια φορά προσπαθήσει να τους συμφιλιώσει, αναγκάστηκε κι αυτός με τη σειρά του να φύγει. Ξανά ο Στίβενς ζωγράφισε μιαν αληθοφανή κι ειλικρινή εικόνα: των δυο αδελφών, χωρισμένων όχι απ' τον εν ζωή πατέρα τους, αλλά απ' αυτό που 'χε κληρονομήσει έκαστος απ' αυτόν κι επιπλέον αποκλεισμένων από τη γη που όχι μόνο δικαιωματικά ήταν δική τους, αλλά όπου βρίσκονταν και τα λείψανα της μητέρας τους.
 -«Έτσι ήρθαν τα πράγματα. Τα δυο αδέλφια παρακολουθούσαν εξ αποστάσεως τη καλή τους γη που σιγά-σιγά καταστρεφότανε, το σπίτι που γεννήθηκαν αυτοί κι η μητέρα τους να γκρεμίζεται εξαιτίας ενός τρελαμένου γέρου που 'χε ξεπεράσει τα όρια, που τους είχε διώξει απ' το σπίτι και που δεν έκανε τίποτα γι' αυτούς παρά να τους στερήσει τη γη τους για πάντα, θέλοντας να τη πουλήσει για να γλιτώσει μερικούς φόρους. Αλλά κάποιος του ανέτρεψε αυτά τα σχέδια, κάποιος με αρκετή προνοητικότητα κι αρκετό αυτοέλεγχο για να επιμείνει στην άποψη του ότι το ζήτημα δεν αφορούσε κανένα άλλο τουλάχιστον για όσο καιρό πληρώνονταν οι φόροι. Άρα, ότι είχαν να κάνουν ήταν να περιμένουν να πεθάνει ο γέρος. Ετσι κι αλλιώς, γέρος ήταν, αλλά ακόμη κι αν ήταν νέος, η αναμονή δε θα 'τανε πολύ δύσκολη για έναν άνθρωπο με τέτοιον αυτοέλεγχο κι ας μην ήξερε το περιεχόμενο της διαθήκης του γέρου. Αντίθετα, η αναμονή δεν θα ήταν τόσο εύκολη για έναν ανυπόμονο, βίαιο άνθρωπο, ειδικά αν αυτός ο βίαιος άνθρωπος ήξερε ή υποψιαζότανε το περιεχόμενο της διαθήκης που τον ικανοποιούσε κι επιπλέον θεωρούσε πως είχε ανέκκλητα αδικηθεί, το να χάσει το καλό του όνομα και τα πολιτικά του δικαιώματα μέσω της δράσης ενός ανθρώπου που ήδη τον είχε απογυμνώσει και του 'χε στερήσει τα καλύτερα χρόνια της ζωής του ανάμεσα σε ανθρώπους, αναγκάζοντας τον να ζει σαν ερημίτης σε μια καλύβα πάνω στο λόφο. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν θα 'χε ούτε το χρόνο κι ούτε τη τάση ν' ασχολείται με το αν θα περιμένει κάτι τέτοιο ή όχι».
     Τα δυο αδέλφια τον κοιτούσαν. Εκτός από τα μάτια του Άνσελμ, ολόκληρα τα σώματα τους φαίνονταν σα σκαλισμένα σε βράχο. Ο Στίβενς μιλούσε ήρεμα, χωρίς να κοιτά κανέναν ιδιαίτερα. Ήταν εισαγγελέας της κομητείας περίπου για όσα χρόνια ήτανε σύμβουλος ο δικαστής Ντιούκινφιλντ. Ήταν απόφοιτος του Χάρβαρντ: ένας άνθρωπος με χαλαρές αρθρώσεις και πυκνά ξεχτένιστα γκρίζα μαλλιά, που μπορούσε να συζητά για τον Αϊνστάιν με καθηγητές κολεγίου, αλλά και που περνούσε ακόμη απογεύματα ολόκληρα με τους άστεγους που ακουμπούσανε στους τοίχους των επαρχιακών μαγαζιών, μιλώντας μαζί τους τη γλώσσα τους. Ολ' αυτά τα ονόμαζε διακοπές.
 -«Αργότερα πέθανε ο πατέρας, όπως θα μπορούσε να 'χε προβλέψει κάθε άνθρωπος με αυτοέλεγχο. Κι η διαθήκη του παρουσιάστηκε για επικύρωση κι ακόμη κι άνθρωποι μακριά πάνω στους λόφους έμαθαν τι έγραφε αυτή, μάθαν ότι επιτέλους αυτή η ταλαιπωρημένη γη θ' ανήκε πλέον στον δικαιωματικό της ιδιοκτήτη. Ή ιδιοκτήτες, εφόσον ο Άνσελμ Χόλαντ ξέρει όσο κι εμείς ότι ο Βιργίνιος δε θα 'παιρνε παραπάνω από το μερίδιο του, άσχετα με τη διαθήκη, ούτε τώρα, ούτε ποτέ. Ο Άνσελμ το ξέρει αυτό επειδή ξέρει ότι κι ο ίδιος στη θέση του Βιργινίου αυτό θα έκανε. Γιατί εκτός από παιδιά του Άνσελμ Χόλαντ, είναι και παιδιά της Κορνηλίας Μάρντις. Αλλά ακόμη και να μη το 'ξερε αυτό ο Άνσελμ, θα 'ξερε ότι η γη που ανήκε στη μητέρα του κι όπου βρίσκονται τώρα τα λείψανα της θα 'τανε πλέον σε καλά χέρια. Άρα κείνη τη νύχτα, όταν έμαθε ότι ήταν νεκρός ο πατέρας του, ίσως πρώτη φορά από τότε που 'τανε παιδί, πριν ακόμη πεθάνει η μητέρα του, που ανέβαινε η ίδια τη νύχτα για να δει αν κοιμάται, ίσως πρώτη φορά από τότε, ο Άνσελμ κοιμήθηκε. Γιατί, βλέπετε, όλα είχανε πια δικαιωθεί: η προσβολή, η αδικία, το χαμένο καλό όνομα κι η κηλίδα της φυλακής -όλα σα να 'ταν μόνον ένα κακό όνειρο. Ξεχασμένο πια, γιατί τα πράγματα ήτανε πάλι εντάξει. Στο μεταξύ βλέπετε, ο Άνσελμ είχε συνηθίσει τη ζωή του ως ερημίτη, εξάλλου δε μπορούσε πια να την αλλάξει, μετά τόσα χρόνια. Ήταν πιο ευτυχισμένος εκεί έξω, μόνος. Και τώρα να ξέρει πως όλα περάσανε, σαν εφιάλτης, πως η γη, η γη της μητέρας του, η κληρονομιά της και το μαυσωλείο της βρίσκονται πλέον στα χέρια του μοναδικού ανθρώπου που μπορούσε να εμπιστευθεί, έστω κι αν δεν μιλιούνταν. Δεν το καταλαβαίνετε»;
     Τον παρακολουθούσαμε καθώς βρισκόμασταν γύρω απ' το τραπέζι που δεν είχε διαταραχθεί από τη μέρα που πέθανε ο δικαστής Ντιούκινφιλντ, όπου ακόμη βρίσκονταν τα αντικείμενα που αποτελούσαν, μαζί με τη κάννη του όπλου, τη τελευταία θέα του δικαστή και με τα οποία όλοι ήμασταν εδώ και χρόνια εξοικειωμένοι -τα χαρτιά, το βρόμικο μελανοδοχείο, το κοντόχοντρο στυλό που αγαπούσε ο δικαστής, το μικρό μπρούτζινο κουτί που με το βάρος του κρατούσε τα χαρτιά να μη τα σκορπίσει ο αέρας. Στις άκρες του ξύλινου πάγκου, οι δυο δίδυμοι παρακολουθούσαν τον Στίβενς, ακίνητοι και με διαπεραστικό βλέμμα.
 -«Οχι, δεν το καταλαβαίνουμε», είπε ο πρόεδρος. «Πού αποσκοπείτε; Ποιά είναι η σχέση ανάμεσα σ' όλα αυτά και τη δολοφονία του δικαστή Ντιούκινφιλντ»;
 -«Να σας το εξηγήσω» είπε ο Στίβενς. «Ο δικαστής Ντιούκινφιλντ σκοτώθηκε ενώ επικύρωνε τη διαθήκη. Ήταν μια παράξενη διαθήκη, αλλά όλοι το περιμέναμε αυτό απ' τον κ. Χόλαντ. Ήταν όμως νόμιμη κι οι δικαιούχοι ήταν όλοι τους ικανοποιημένοι. Ολοι μας ξέρουμε ότι το μισό της γης θα δοθεί στον Άνσελμ την ίδια στιγμή που το θελήσει. Άρα δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Η επικύρωση της έπρεπε να ήταν καθαρά τυπικό ζήτημα. Κι όμως ο δικαστής Ντιούκινφιλντ την είχε σ' εκκρεμότητα για πάνω από δυο βδομάδες όταν πέθανε. Κι έτσι κείνος ο άνθρωπος που νόμιζε ότι το παν που 'χε να κάνει ήταν να περιμένει...-»
 -«Ποιός άνθρωπος;» είπε ο πρόεδρος.
 -«Περιμένετε» είπε ο Στίβενς. «Το παν που 'χε να κάνει κείνος ο άνθρωπος ήταν να περιμένει. Αλλά δεν ήταν η αναμονή που τον ανησυχούσε, γιατί ήδη περίμενε δεκαπέντε χρόνια. Δεν ήταν αυτό. Ήτανε κάτι άλλο που θυμήθηκε όταν ήτανε πλέον αργά, κάτι που δεν έπρεπε να 'χε ξεχάσει. Γιατί πρόκειται για άνθρωπο έξυπνο, μ' αυτοέλεγχο και προνοητικότητα. Μ' αρκετό αυτοέλεγχο για να περιμένει δεκαπέντε χρόνια την ευκαιρία του και με αρκετή προνοητικότητα για να έχει προετοιμαστεί για όλα τ' απρόβλεπτα, εκτός από ένα: τη μνήμη του. Κι όταν ήτανε πολύ αργά πια, θυμήθηκε ότι υπήρχε κι άλλος ένας άνθρωπος που θα θυμόταν αυτό που 'χε ξεχάσει ο ίδιος. Κι αυτός ο άνθρωπος ήταν ο δικαστής Ντιούκινφιλντ. Κι αυτό το κάτι που θα θυμόταν αυτός είναι ότι κείνο το άλογο δε μπορούσε να 'χε σκοτώσει τον κ. Χόλαντ». 
     Όταν η φωνή του σιώπησε, δεν ακούστηκε ήχος σ' όλη την αίθουσα. Οι ένορκοι κάθονταν σιωπηλοί γύρω απ' το τραπέζι και κοιτούσανε τον Στίβενς. Ο Άνσελμ γύρισε την οργισμένη φάτσα του μια φορά στον αδελφό του και μετά ξαναγύρισε το βλέμμα του στον Στίβενς, μόνο που τώρα έγερνε λίγο μπροστά. Ο Βιργίνιος δεν είχε κινηθεί και δεν υπήρχε καμία αλλαγή στη σοβαρή έκφραση του. Ανάμεσα σ' αυτόν και τον τοίχο καθόταν ο ξάδελφος. Κρατούσε τα χέρια του ακουμπισμένα στα γόνατα και το κεφάλι του ήτανε λίγο σκυμμένο, σα να βρισκότανε στην εκκλησία. Γι' αυτόν ξέραμε μόνον ότι ήτανε κάτι σα πλανόδιος ιεροκήρυκας κι ότι κάθε τόσο μάζευε σειρές από καχεκτικά άλογα και μουλάρια και τα πήγαινε κάπου όπου τ' αντάλλασσε ή τα πουλούσε. Ήταν άνθρωπος που δε μιλούσε συχνά και που στις συναλλαγές του μ' άλλους ανθρώπους έδειχνε τόση ντροπαλότητα κι έλλειψη αυτοπεποίθησης που όλοι τον λυπόμασταν, με το είδος εκείνο του οίκτου που νιώθει κανείς μπρος σ' έν ανάπηρο σκουλήκι. Φοβόμασταν ακόμη και να του δημιουργήσουμε το άγχος ν' απαντήσει με «ναι» ή «όχι» σε μιαν ερώτηση. Αλλά ακούγαμε πως, τις Κυριακές, στους άμβωνες επαρχιακών εκκλησιών, γινόταν άλλος άνθρωπος κι η φωνή του άλλαζε σε πραγματική φωνή ιεροκήρυκα, με δύναμη και συγκίνηση.
 -«Φανταστείτε την αναμονή», είπε ο Στίβενς, «του ανθρώπου που ήξερε εκ των προτέρων τι θα γινότανε και που κατάλαβε τελικά ότι ο λόγος γιατί δεν γινότανε τίποτα, γιατί κείνη η διαθήκη είχε μπει στο γραφείο του δικαστή Ντιούκινφιλντ και μετά προφανώς είχε χαθεί, ήταν επειδή είχε ξεχάσει κάτι που δεν έπρεπε να ξεχάσει. Δηλαδή το γεγονός ότι ο δικαστής Ντιούκινφιλντ ήξερε κι αυτός ότι δεν ήταν ο Χόλαντ που 'χε χτυπήσει το άλογο. Ο άνθρωπος ήξερε ότι κι ο δικαστής Ντιούκινφιλντ γνώριζε πως ο άνθρωπος που 'χε κτυπήσει κείνο το άλογο με το μπαστούνι τόσο δυνατά ώστε να του αφήσει σημάδια στη πλάτη ήταν αυτός που πρώτα σκότωσε τον κ. Χόλαντ και μετά του κρέμασε το πόδι σε κείνο τον αναβολέα και χτύπησε το άλογο για ν' αφηνιάσει. Αλλά το άλογο δεν αφήνιασε. Ο εν λόγω άνθρωπος το ήξερε αυτό εκ των προτέρων. Ήξερε πολύ καλά ότι το άλογο δεν θ' αφήνιαζε, αλλά το 'χε ξεχάσει. Γιατί όταν ήταν ακόμη πουλάρι, το είχανε δείρει τόσο δυνατά μια φορά, ώστε από τότε και μόνο που 'βλεπε βέργα στο χέρι του καβαλάρη ξάπλωνε στο έδαφος, όπως ακριβώς ήξερε ο κ. Χόλαντ κι όπως ήξεραν όλοι του στενού κύκλου της οικογένειας Χόλαντ. Άρα το άλογο απλώς ξάπλωσε πάνω στο κορμί του κ. Χόλαντ. Αλλά κι αυτό ήταν εντάξει στην αρχή κι αυτό καλό ήταν. Ετσι σκεφτόταν εκείνος ο άνθρωπος για περίπου μια εβδομάδα, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του τα βράδια και περιμένοντας, όπως περίμενε εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Αλλά ούτε και τότε που ήτανε πια αργά και συνειδητοποίησε ότι είχε κάνει ένα λάθος, ούτε τότε θυμήθηκε όλ' αυτά που δεν έπρεπε να 'χε ξεχάσει ποτέ. Μετά, όταν ήτανε πια αργά, τα θυμήθηκε κι αυτά, όταν πλέον είχε ανακαλυφθεί το πτώμα και τα σημάδια πάνω στο άλογο κι ήτανε πολύ αργά πια ν' αφαιρεθούνε. Τη στιγμή που τα θυμήθηκε όλ' αυτά, τα σημάδια θα 'χαν εξαφανιστεί έτσι κι αλλιώς. Κι υπήρχε μόνον ένας τρόπος για να εξαφανιστούν κι απ' το μυαλό των ανθρώπων. Φανταστείτε τον εκείνη τη στιγμή, τον τρόμο του, την οργή του, την αίσθηση του, ότι τον κορόιδεψε κάποιος χωρίς να μπορεί να διορθώσει το λάθος, την οργισμένη του επιθυμία να γυρίσει για ένα λεπτό και μόνο το χρόνο πίσω, ν' ανατρέψει ή ν' αποτελειώσει κάτι όταν είναι πλέον αργά. Γιατί το τελευταίο πράγμα που θυμήθηκε όταν ήτανε πια αργά ήτανε πως ο κ. Χόλαντ είχε αγοράσει κείνο το άλογο από το δικαστή Ντιούκινφιλντ, τον άνθρωπο που καθόταν εδώ, σ' αυτό το τραπέζι, ασχολούμενος με την ισχύ μιας διαθήκης που χάριζε σε κάποιον δυο χιλιάδες εκτάρια της καλύτερης γης αυτής της κομητείας. Κι εφόσον υπήρχε μόνον ένας τρόπος για ν' αφαιρεθούν εκείνα τα σημάδια, περίμενε, αλλά δεν έγινε τίποτα. Κι ήξερε γιατί δεν έγινε τίποτα. Και περίμενο όσο μπόρεσε, μέχρι που πίστεψε ότι διακυβεύονται παραπάνω από κάποια στρέμματα γης. Άρα, τί άλλο μπορούσε να κάνει παρ' αυτό που 'κανε»;
     Πριν ακόμη τελειώσει ο Στίβενς μίλησε ο Άνσελμ. Η φωνή του ήτανε σκληρή κι απότομη.
 -«Κάνετε λάθος», είπε.
     Μεμιάς, τον κοιτάξαμε όλοι όπως έσκυβε μπροστά στον πάγκο, με τις λασπωμένες μπότες του και τη πολυφορεμένη φόρμα του, αγριοκοιτάζοντας τον Στίβενς. Ακόμη κι ο Βιργίνιος γύρισε και για μια στιγμή τονε κοίταξε. Μόνο ο ξάδελφος κι ο γέρο-νέγρος δεν είχανε κουνηθεί καθόλου. Δε φαίνονταν να παρακολουθούνε.
 -«Πού κάνω λάθος;» είπε ο Στίβενς. Αλλά ο Άνσελμ δεν απάντησεν αμέσως. Αγριοκοίταζε τον Στίβενς.
 -«Θα πάρει ο Βιργίνιος το σπίτι παρ' όλο που... που...»
 -«Παρ' όλο τί;» ρώτησε ο Στίβενς.
 -«Εάν αυτός... ότι...»
 -«Εννοείς τον πατέρα σου; Αν πέθανε ή δολοφονήθηκε»;
 -«Ναι», είπε ο Άνσελμ.
 -«Ναι. Εσύ κι ο Βιργίνιος παίρνετε τη γη είτε ισχύει είτε όχι η διαθήκη, δεδομένου, φυσικά, πως ο Βιργίνιος τη μοιράζεται μαζί σου. Αλλά ο άνθρωπος που σκότωσε τον πατέρα σου δεν ήτανε σίγουρος γι' αυτό και δε τολμούσε να ρωτήσει. Επειδή δεν ήθελε να ισχύσει αυτή η διαθήκη».
 -«Κάνεις λάθος», είπε ο Άνσελμ, με κείνη τη σκληρή, απότομη φωνή. «Εγώ τονε σκότωσα, μα όχι εξαιτίας του καταραμένου αγροκτήματος. Και τώρα φέρτε το σερίφη».
     Και τώρα ήταν ο Στίβενς που, κοιτάζοντας επίμονα το οργισμένο πρόσωπο του Άνσελμ, είπε ήρεμα:
 -«Κι εγώ λέω πως εσύ κάνεις λάθος, Άνσελμ».
     Για μια στιγμή, μείς που παρακολουθούσαμε πέσαμε απ' τα σύννεφα, σε μια ονειρική κατάσταση, σα να ξέραμε εκ των προτέρων τι θα γινότανε, ταυτόχρονα όμως γνωρίζοντας ότι δεν είχε καμιά σημασία γιατί θα ξυπνούσαμε σύντομα. Ήταν σα να 'χε σταματήσει ο χρόνος, παρακολουθώντας τα γεγονότα απ' έξω και πέρα από το χρόνο, βλέποντας μ' άλλα μάτια τον Άνσελμ, σα να μη τον είχαμε δει ποτέ πριν. Ακούστηκε ένας ήχος, ένας αργός, μακρόσυρτος ήχος, καθόλου δυνατός, ίσως ένας ήχος ανακούφισης -κάτι τέτοιο. Ισως σκεφτόμασταν όλοι πως ο εφιάλτης του Άνσελμ πρέπει να 'χε τελειώσει. Ήταν σα να 'χαμε κι εμείς ανατρέξει ξαφνικά πίσω κεί που το παιδί Άνσελμ ήτανε ξαπλωμένο στο κρεβάτι του κι η μητέρα του, που λέγαν ότι του 'χε αδυναμία, της οποίας τόσο τη κληρονομιά όσο και τη τελευταία κατοικία έχασε, τώρα έμπαινε στο δωμάτιο να τονε κοιτάξει για μια στιγμή πριν ξαναφύγει. Πολύ παλιές αναμνήσεις... Και το αγόρι που τότε ήτανε ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, είχε πια εξαφανιστεί, όπως όλοι μας το παθαίνουμε αυτό, γιατί έτσι πρέπει πάντα να γίνει κι έτσι γίνεται. Κείνο το αγόρι ήταν νεκρό πια όσο ήταν κι οι προγονοί του σε κείνο το συλημένο κέδρινο άλσος, ανάμεσα λοιπόν σ' αυτό το αγόρι και τον άντρα που κοιτούσαμε τώρα, με λύπη ίσως, αλλά όχι με οίκτο, υπήρχε έν αγεφύρωτο χάσμα. Έτσι χρειάστηκε σε μας, όσο και στον Άνσελμ, αρκετή ώρα μέχρι να πιάσουμε το νόημα του τι έλεγε ο Στίβενς, ενώ αυτός απλώς επανέλαβε:
 -«Κι εγώ λέω πως εσύ κάνεις λάθος, Άνσελμ».
 -«Τί;» είπε ο Ανσε. Επειτα κινήθηκε. Δε σηκώθηκε, παρόλαυτά κάπως φαινόταν να ορμά μπροστά, βίαια: «Είσαι ψεύτης. Εσύ
 -«Εσύ κάνεις λάθος, Άνσελμ. Δε σκότωσες εσύ τον πατέρα σου. Ο άνθρωπος που σκότωσε τον πατέρα σου ήταν ο ίδιος που μπόρεσε να σχεδιάσει και να προγραμματίσει να σκοτώσει τον γέρο που καθόταν εδώ πέρα στο γραφείο καθημερινά, ανελλιπώς, μέχρι που ερχόταν ένας γέρος νέγρος, που τονε ξυπνούσε και του 'λεγε πως ήρθε η ώρα να πηγαίνει σπίτι του -ένας άνθρωπος που ποτέ δεν έκανε σε άντρα, γυναίκα ή παιδί παρά μόνο καλό, γιατί πίστευε ότι ο Θεός τονε βλέπει. Δε σκότωσες εσύ τον πατέρα σου. Απαίτησες απ' αυτόν ό,τι πίστευες πως ήτανε δικό σου κι όταν αυτός αρνήθηκε να σου το δώσει έφυγες μακριά και δε του ξαναμίλησες ποτέ. Μάθαινες πως παραμελούσε τη γη, αλλά κράτησες ειρηνική στάση, γιατί η γη δεν ήτανε τίποτ' άλλο παρά "κείνο το καταραμένο αγρόκτημα". Κράτησες ειρήνη μέχρι που έμαθες πως ένας παρανοϊκός έσκαβε τους τάφους που βρίσκονται η σάρκα και το αίμα της μητέρας σου. Τότε, και μόνο τότε, πήγες σ' αυτόν για να διαμαρτυρηθείς. Αλλά εσύ δεν ήσουνα ποτέ άνθρωπος που διαμαρτύρεται κι αυτός δεν ήταν ποτέ άνθρωπος που ακούει. Τονε βρήκες εκεί, στο άλσος, με τη καραμπίνα του. Δε νομίζω ότι έδωσες κι ιδιαίτερη προσοχή στη καραμπίνα. Υπολογίζω ότι απλώς του τη πήρες απ' τα χέρια, τον χτύπησες με τα δικά σου γυμνά χέρια και τον άφησες εκεί δίπλα στο άλογο. Ισως νόμισες ότι πέθανε. Έπειτα κάποιος έτυχε να περάσει από κει, αφού συ είχες φύγει και τονε βρήκε. Ίσως εκείνος ο κάποιος ήταν εκεί όλη την ώρα, παρακολουθώντας. Κάποιος που τον ήθελε επίσης νεκρό, όχι από θυμό κι οργή, αλλά από ψυχρό υπολογισμό. Ισως για κάποιο όφελος από μια διαθήκη. Άρα ήρθε κεί, βρήκε ό,τι είχες αφήσει εσύ και το αποτελείωσε -κρέμασε το πόδι του πατέρα σου στον αναβολέα και προσπάθησε να χτυπήσει το άλογο για να φαίνεται πιστευτό, ξεχνώντας μες στη βιασύνη του κάτι που δεν έπρεπε να 'χε ξεχάσει. Αλλά δεν ήσουν εσύ. Γιατί εσύ γύρισες σπίτι σου κι όταν έμαθες πως τον βρήκαν, δεν είπες τίποτε. Γιατί τότε σκέφτηκες κάτι που δεν τόλμησες ούτε να το πεις δυνατά. Κι όταν έμαθες τι έγραφε η διαθήκη, πίστεψες πως τώρα πια ξέρεις. Και χάρηκες. Γιατί είχες ζήσει μόνος μέχρι που τα νιάτα κι οι επιθυμίες σ' εγκατέλειψαν και πλέον το μόνο που
'θελες ήταν να 'σαι τόσο ήρεμος όσο ήρεμη είναι κι η στάχτη της μητέρας σου. Κι επιπλέον, τί θα μπορούσανε πια περιουσία και θέση στη κοινωνία να σημαίνουν για έναν άνθρωπο χωρίς πολιτικά δικαιώματα και μ' ένα κηλιδωμένο όνομα
»;
     Παρακολουθούσαμε σιωπηλά καθώς η φωνή του Στίβενς έσβηνε στο μικρό δωμάτιο που δεν σάλευε ούτε ο αέρας, λόγω της θέσης του κάτω από τον τοίχο του δικαστικού μεγάρου.
 -«Δε σκότωσες εσύ ούτε τον πατέρα σου, ούτε τον δικαστή Ντιούκινφιλντ, Άνσελμ. Διότι αν ο άνθρωπος που σκότωσε τον πατέρα σου είχε θυμηθεί έγκαιρα ότι ο δικαστής Ντιούκινφιλντ κάποτε κατείχε αυτό το άλογο, ο δικαστής θα 'τανε ζωντανός τώρα».
     Ανασαίναμε ήρεμα, καθισμένοι στο τραπέζι που καθόταν ο δικαστής Ντιούκινφιλντ όταν αναγκάστηκε να κοιτάξει κατάφατσα τη κάννη του πιστολιού. Το τραπέζι δε το 'χε αγγίξει κανείς. Πάνω του βρίσκονταν ακόμη τα χαρτιά, οι πένες, το μελανοδοχείο, το μικρό παράξενα σκαλισμένο μπρούντζινο κουτί, που του 'χε φέρει η κόρη του απ' την Ευρώπη πριν από δώδεκα χρόνια -για ποιον λόγο δεν ήξερε ούτε αυτή, ούτε ο δικαστής, γιατί ήταν κατάλληλο μόνο γι' άλατα μπάνιου ή καπνό κι ο δικαστής δε χρησιμοποιούσε ούτε το να, ούτε τ' άλλο- και που το χρησιμοποιούσε σα βάρος για να συγκρατεί χαρτιά, αλλά κι αυτό ήτανε περιττό, εφόσον στο δωμάτο δε φυσούσε ούτε αεράκι. Κι όμως το 'χε κεί στο τραπέζι, όλοι μας το ξέραμε, τον είχαμε δει πολλές φορές να παίζει μ' αυτό ενώ μιλούσε, ν' ανοίγει το καπάκι με το ελατήριο και με το παραμικρό άγγιγμα αυτό να κλείνει μ' έναν δυνατό ξερό κρότο.
     Όταν σκέφτομαι όλ' αυτά, καταλαβαίνω πως το υπόλοιπο δεν έπρεπε να μας κοστίσει τόσο χρόνο. Τώρα πια μου φαίνεται ότι το ξέραμε από την αρχή. Ακόμη και τώρα νιώθω κείνη την αηδία χωρίς οίκτο που συνήθως μεταφράζεται σε λύπη, σα να βλέπεις ένα σκουλήκι σουβλισμένο σε μια βελόνα και νιώθεις αηδιαστική αναγούλα -και θέλεις να το αποτελειώσεις ακόμη και με γυμνό χέρι, αν δεν έχεις τίποτε άλλο, και σκέφτεσαι: «Ελα. Πολτοποίησέ το. Πάτησε το να λιώσει, να τελειώνουμε μ' αυτό».
     Αλλά δεν ήταν αυτό το σχέδιο του Στίβενς. Διότι είχε ένα σχέδιο και καταλάβαμε εκ των υστέρων ότι, εφόσον δεν μπορούσε να καταδικάσει τον δράστη, έπρεπε να καταδικαστεί ο ίδιος ο δράστης, να πιαστεί σε παγίδα. Ήτανε λίγο άδικος ο τρόπος του Στίβενς κι αργότερα του το είπαμε. («Αα», είπε. «Δεν είναι η δικαιοσύνη πάντα άδικη; Δεν αποτελείται πάντα από άνισα μέρη αδικίας, τύχης και κοινοτοπίας;»).
     Τέλος πάντων, τότε δε μπορούσαμε ακόμη να καταλάβουμε πού αποσκοπούσε, όταν άρχισε πάλι να μιλά σε κείνο τον τόνο -ελαφρό, σα να μας έλεγε ανέκδοτο και με το χέρι του τώρα στο μπρούντζινο κουτί. Αλλ' οι άνθρωποι συγκινούνται τόσο εύκολα από προκαταλήψεις. Δεν είναι η πραγματικότητα κι οι συνθήκες της που μας εκπλήσσουν, αλλ' η ξαφνική συνειδητοποίηση ενός πράγματος που 'πρεπε να ξέρουμε, αν δεν ήμασταν τόσο απασχολημένοι να πιστεύουμε κάτι, που αργότερα αποδεικνύεται πως αποτελούσε αλήθεια μόνο και μόνον επειδή κάποια στιγμή έτυχε να το πιστεύουμε.
     Ο Στίβενς μιλούσε πάλι για το κάπνισμα, για το πώς ένας άνθρωπος δεν απολαμβάνει πράγματι τον καπνό, παρά μόνον όταν αρχίζει να πιστεύει ότι τονε βλάπτει και πως οι μη καπνιστές χάνουν μιαν απ' τις μεγαλύτερες απολαύσεις της ζωής ενός ανθρώπου μ' ευαισθησίες: τη γνώση ότι υποκύπτει σ' ένα βίτσιο που μπορεί να τονε σκοτώσει.
 -«Καπνίζεις Άνσελμ;» είπε.
 -«Όχι», απάντησε κείνος.
 -«Ούτε συ, έτσι δεν είναι Βιργίνιε»;
 -«Όχι», είπε ο Βιργίνιος. «Κανείς από μας δε κάπνισε ποτέ του -ο μπαμπάς, ο Άνσελμ ή εγώ. Μάλλον κληρονομικό είναι».
 -«Ενα οικογενειακό χαρακτηριστικό», είπεν ο Στίβενς. «Συμβαίνει το ίδιο και στην οικογένεια της μητέρας σας; Στον δικό σας κλάδο, Γκράνμπι»;
     Ο ξάδελφος κοίταξε τον Στίβενς για λιγότερο από μια στιγμή. Χωρίς να κινηθεί φαινόταν να τρέμει ελάχιστα μες στο φτηνό αλλά καθαρό κοστούμι του.
 -«Όχι, κύριε. Δε κάπνιζα ποτέ».
 -«Ισως επειδή είσαι ιεροκήρυκας», είπε ο Στίβενς. Ο ξάδελφος δεν απάντησε. Κοίταξε ξανά τον Στίβενς με την ήπια, αλλά σα χαμένη, φάτσα του. «Εγώ πάντα κάπνιζα», συνέχισε ο Στίβενς. «Από τότε που τελικά συνήλθα από το πρώτο τσιγάρο στην ηλικία των δεκατεσσάρων χρόνων. Είναι αρκετός χρόνος για να γίνει κανείς σχολαστικός με τον καπνό. Όπως είναι οι περισσότεροι καπνιστές, ανεξάρτητα απ' τον τυποποιημένο καπνό κι απ' ό,τι λένε οι ψυχολόγοι. Ή, μάλλον μόνο τα τσιγάρα είναι τυποποιημένα. Ή είναι τυποποιημένα μόνο για τους ανίδεους, τους μη-καπνιστές. Παρατήρησα ότι οι μη-καπνιστές είναι ικανοί να γίνουν έξαλλοι εξαιτίας του καπνού, όπως κάνουμε όλοι μας για πράγματα που δεν χρησιμοποιούμε, που δεν έχουμε εξοικειωθεί, γιατί ο άνθρωπος κυριαρχείται από προκαταλήψεις ή εσφαλμένες αντιλήψεις. Πάρτε, για παράδειγμα, ένα που πουλά καπνό ενώ ο ίδιος δε καπνίζει, που βλέπει άπειρους πελάτες να σχίζουνε το πακέτο και ν' ανάβουνε τσιγάρο μπρος του. Τονε ρωτάτε αν όλοι οι καπνοί μυρίζουν το ίδιο κι αν μπορεί να τους ξεχωρίσει απ' τη μυρωδιά. Ή ίσως να φταίει το σχήμα και το χρώμα του πακέτου, γιατί ούτε οι ψυχολόγοι δε μας ξεκαθάρισαν μέχρι τώρα πού ακριβώς σταματά η όραση κι αρχίζει η όσφρηση, ή πού σταματά η ακοή κι αρχίζει η όραση. Αυτά μπορεί να σας τα εξηγήσει κάθε δικηγόρος».
     Ο πρόεδρος τον σταμάτησε ξανά. Είχαμε παρακολουθήσει αρκετά σιωπηλά μέχρι αυτό το σημείο, αλλά πιστεύω πως όλοι νιώθαμε ότι το να κρατάς το δολοφόνο συγχυσμένο ήταν μια στρατηγική, αλλά να κρατά κι εμάς τους ενόρκους, ήτανε κάτι διαφορετικό.
 -«Έπρεπε να κάνετε όλη αυτή την έρευνα πριν μας καλέσετε», είπε ο πρόεδρος. «Αλλά ακόμη κι αν αποτελούν απόδειξη αυτά, σε τι θα ωφελήσουν αν δεν συλληφθεί ο δολοφόνος; Οι εικασίες είναι καλές...-»
 -«Εντάξει», είπε ο Στίβενς. «Αφήστε με λίγο ακόμη να κάνω εικασίες κι αν δεν προχωρήσουμε καθόλου, μου το επισημαίνετε, σταματώ και συνεχίζουμε όπως θέλετε σείς. Προφανώς σκέφτεστε ότι με βάση μόνον εικασίες παίρνω πολλές ελευθερίες. Αλλά τον δικαστή Ντιούκινφιλντ τον βρήκαμε νεκρό, πυροβολημένο ανάμεσα στα μάτια, στη καρέκλα του, εδώ, σ' αυτό το γραφείο. Αυτό δεν είναι εικασία. Κι ο θείος Τζομπ καθόταν όλη τη μέρα στη καρέκλα στο διάδρομο κι οποιοσδήποτε έμπαινε σ' αυτό το δωμάτιο (εκτός αν κατέβαινε την ιδιωτική σκάλα από την αίθουσα κι έμπαινε απ' το παράθυρο) έπρεπε να περάσει σε απόσταση τριών ποδιών απ' αυτόν. Επί δεκαεπτά χρόνια δεν πέρασε άνθρωπος δίπλα απ' τον θείο Τζομπ χωρίς να τον αντιληφθεί. Αυτό δεν είναι εικασία».
 -«Τότε ποιά είναι η εικασία σας»;
     Αλλά ο Στίβενς μιλούσε πάλι για καπνό και κάπνισμα.
 -«Τη προηγούμενη βδομάδα σταμάτησα στο κατάστημα του Ουέστ για να πάρω
καπνό κι ο ιδιοκτήτης μου 'πε για κάποιον που 'ταν επίσης απαιτητικός σ' ό,τι αφορά στο κάπνισμα του. Καθώς έβγαζε τον καπνό μου από το κουτί, μου 'δωσε κι ένα κουτί τσιγάρα. Ήτανε σκονισμένο, ξεβαμμένο, σα να το 'χε κρατήσει πολύ καιρό και μου 'πε ότι ένας τυμπανιστής του 'χε αφήσει δυο πακέτα χρόνια πριν
.
 -"Εχετε καπνίσει ποτέ τέτοια"; με ρώτησε.
 -"Οχι", είπα. "Πρέπει να είναι από μεγαλούπολη".
 Έπειτα μου 'πε πως είχε πουλήσει το άλλο πακέτο ακριβώς εκείνη τη μέρα. Είπε επίσης πως βρισκότανε πίσω απ' τον πάγκο, μισοδιαβάζοντας εφημερίδα και προσέχοντας ταυτόχρονα το μαγαζί, γιατί ο υπάλληλος είχε πάει για φαγητό. Κι είπε πως ούτε είδε, ούτε άκουσε τον άντρα που μπήκε, μέχρι που σήκωσε το κεφάλι και τον είδε μπρος του, τόσο κοντά που τρόμαξε. Ένας μικρόσωμος, άνθρωπος της πόλης, όπως έκρινε ο Ουέστ απ' τα ρούχα που φορούσε και που ζήτησε μια μάρκα τσιγάρων που ο Ουέστ δεν είχε ακούσει ποτέ.
 -"Δεν τα έχω αυτά", είπε ο Ουέστ. "Δεν τα εμπορεύομαι".
 -"Γιατί δεν τα εμπορεύεστε;" ρώτησε ο άντρας.
 -"Δεν πουλιούνται", είπε ο Ουέστ. Και μου 'λεγε για τα ρούχα που φορούσε, για το πρόσωπο του σα ξυρισμένη κέρινη κούκλα, για τ' ακίνητα μάτια του και για τον νεκρό τόνο της φωνής του. Όταν ο Ουέστ κοίταξε τα ρουθούνια του, κατάλαβε τι δεν πήγαινε καλά μ' αυτόν τον άντρα. Πρέπει να 'τανε ντοπαρισμένος με κάτι. "Δεν έχω παραγγελίες γι' αυτά", συνέχισε μετ' ολίγου.
 -"Κι εγώ τι κάνω;" είπε ο άλλος. "Σου πουλώ μυγοπαγίδα";
 Τελικά, αγόρασε το άλλο πακέτο τσιγάρα κι έφυγε. Κι ο Ουέστ είπε ότι ήταν έξαλλος, ίδρωνε και σα να του ήρθε να κάνει εμετό. Μου πε πως αν ήθελα να κάνω καμιά διαβολιά και φοβόμουν να τη κάνω ο ίδιος, ξέρετε τί θα μπορούσα να 'κανα; Θα 'δινα κείνου του τύπου δέκα δολάρια, θα του 'λεγα πού 'ναι η διαβολιά, να τη κάνει και να μη μου μιλήσει ποτέ ξανά. Κάπως έτσι αισθάνθηκε, όταν έφυγε. Σα να 'πρεπε να ξεράσει».
     Ο Στίβενς σταμάτησε για μια στιγμή και μας κοίταξε. Εμείς τονε παρακολουθούσαμε.
 -«Κείνος ο άνθρωπος της πόλης ήρθε δώ από κάπου με αυτοκίνητο, ένα μεγάλο ανοιχτό διθέσιο αυτοκίνητο. Ένας άνθρωπος της πόλης που του 'χανε τελειώσει τα τσιγάρα της μάρκας του». Σταμάτησε πάλι κι έπειτα γύρισε το κεφάλι αργά προς τον Βιργίνιο Χόλαντ και τονε κοίταξε. Μας φάνηκε πως αλληλοκοιτάζονταν για ένα ολόκληρο λεπτό. «Κι ένας νέγρος μου 'πε ότι το μεγάλο αυτοκίνητο ήτο παρκαρισμένο στην αποθήκη του Βιργινίου Χόλαντ τη νύχτα πριν απ' το φόνο του δικαστή». Και πάλι τους παρακολουθούσαμε πως αλληλοκοιτάζονταν σταθερά, χωρίς αλλαγή έκφρασης στα πρόσωπα τους. Ο Στίβενς μιλούσε σ' έναν ήρεμο, σκεπτικό, σχεδόν ρεμβαστικό τόνο. «Κάποιος προσπάθησε να τον εμποδίσει να 'ρθει εδώ με κείνο το μεγάλο αυτοκίνητο, που ο καθένας που θα το 'χε δει μια φορά θα το θυμότανε και θα το αναγνώριζε. Ίσως κάποιος να 'θελε να του απαγορέψει να 'ρθει μ' αυτό και να τον απείλησε. Μόνο που ο άνθρωπος στον οποίον ο Ουέστ πούλησε τα τσιγάρα δεν θα ανεχότανε καμιά απειλή».
 -«Με το "κάποιος" προφανώς εννοείτε μένα», είπε ο Βιργίνιος. Δε κινήθηκε και δε γύρισε το βλέμμα του απ' το πρόσωπο του Στίβενς. Ο Άνσελμ, όμως, κουνήθηκε. Γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε τον αδελφό του. Επικρατούσε αρκετή σιωπή, παρόλαυτά όταν άρχισε να μιλά ο ξάδελφος, δε μπορέσαμε αμέσως να τονε καταλάβουμε. Από τότε που 'χαμε μπει στο δωμάτιο κι ο Στίβενς είχε κλειδώσει τη πόρτα, μίλησε μόνο μια φορά. Η φωνή του ήταν αδύνατη. Αν κι ήταν ακίνητος, είχαμε πάλι την εντύπωση πως έτρεμε ελαφρά. Μιλούσε με κείνη τη πτοημένη δειλία με τη βασανιστική επιθυμία ν' ανοίξει η γη να τονε καταπιεί, με την οποία ήμασταν όλοι εξοικειωμένοι.
 -«Ο τύπος για τον οποίον μιλάτε, μένα ήρθε να δει», είπε ο Ντοντζ. «Σταμάτησε να με δει. Όταν σταμάτησε στο σπίτι, είχε αρχίσει να νυχτώνει. Έλεγε ότι προσπαθούσε ν' αγοράσει όλα τα μικρόσωμα άλογα που χρησιμοποιούν για κείνο το -το παιχνίδι-».
 -«Πόλο;» ρώτησε ο Στίβενς.
     Ο ξάδελφος δε κοιτούσε κανέναν ενώ μιλούσε. Ήτανε σα να μιλούσε στα χέρια του, που κουνιούνταν ελάχιστα πάνω απ' τα γόνατα του.
 -«Μάλιστα, κύριε. Ήτανε κι ο Βιργίνιος εκεί. Μιλούσαμε γι' άλογα. Το επόμενο πρωί μπήκε στο αυτοκίνητο του κι έφυγε. Δεν είχαμε τίποτ' άλλο μαζί. Δε ξέρω ούτε από πού ήρθε, ούτε πού πήγε».
 -«Ή ποιόν άλλον ήρθε να δει», είπε ο Στίβενς. «Ή τί άλλο ήρθε να κάνει. Δε το ξέρετε». Ο Ντοντζ δεν απάντησε. Δεν ήταν απαραίτητο, πάλι είχε κρυφτεί πίσω από τη δειλία του σα μικρό, αδύναμο άγριο πλάσμα σε μια φωλιά. «Αυτή είναι η εικασία μου», είπε ο Στίβενς.
     Και τότε έπρεπε να καταλάβουμε. Ήταν εκεί, ολοφάνερο, σα γυμνό χέρι. Έπρεπε να τον είχαμε νιώσει -κάποιον σε κείνο το δωμάτιο που αισθανόταν κάτι που ο Στίβενς είχε ονομάσει τρόμο, οργή, άγρια επιθυμία να γυρίσει το χρόνο για ένα δευτερόλεπτο πίσω, ν' ανακαλέσει, να διορθώσει. Αλλ' ίσως αυτός ο κάποιος δε το 'χε ακόμα αισθανθεί, δεν είχε νιώσει ακόμη το χτύπημα, τη σύγκρουση σαν άνθρωπος που για ένα-δυο δευτερόλεπτα δε συνειδητοποιεί πως έχει πυροβοληθεί. Γιατί τώρα ήταν ο Βιργίνιος που μίλησε, απότομα και σκληρά.
 -«Πώς θα το αποδείξετε αυτό»;
 «Ν' αποδείξω τι, Βιργίνιε;» είπε ο Στίβενς. Πάλι αλληλοκοιτάζονταν, ήρεμα, σκληρά, σα δυο πυγμάχοι. Όχι ξιφομάχοι, αλλά πυγμάχοι ή, το πολύ, σα μονομάχοι με πιστόλια.
 -«Ποιός ήτανε που πλήρωσε αυτό το γορίλα, τον μπράβο, να 'ρθει εδώ απ' το Μέμφις»;
 -«Δε πρέπει ν' αποδείξω τίποτα πάνω σ' αυτό. Το 'πε ο ίδιος. Στο γυρισμό του για το Μέμφις χτύπησε ένα παιδί με το αυτοκίνητο, στο Μπάτενμπεργκ (ήταν ακόμη κάτω απ' την επίδραση ναρκωτικού, μπορεί να πήρε άλλη μια δόση αφού τελείωσε τη δουλειά του εδώ). Τονε πιάσανε, τονε φυλακίσανε κι όταν το ναρκωτικό άρχισε να χάνει τη δράση του, τους είπε πού ήταν, ποιον είχε πάει να δει. Καθόταν εκεί στο κελί, τιναζότανε και γρύλιζε, αφού πρώτα του 'χανε πάρει το πιστόλι με τον σιγαστήρα».
 -«Α», είπε ο Βιργίνιος. «Ωραία. Αρα μένει μόνο ν' αποδείξετε ότι κείνη τη μέρα μπήκε σ' αυτό το δωμάτιο. Και πώς θα το κάνετε αυτό; Δίνοντας του γέρου νέγρου άλλο ένα δολάριο για να ξαναθυμηθεί»;
     Αλλά ο Στίβενς δε φαινόταν να παρακολουθεί. Στεκότανε στην άκρη του τραπεζιού, ανάμεσα στις δυο ομάδες κι ενώ μιλούσε πάλι σε κείνο τον ελαφρό, ρεμβαστικό τόνο, κρατούσε στα χέρια του το μπρούντζινο κουτί, το κοιτούσε και το γύριζε απ' όλες τις πλευρές.
 -«Ολοι ξέρετε το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του δωματίου. Πως δε φυσά ποτέ ούτε αεράκι εδώ μέσα. Πως όταν καπνίζει κανείς εδώ μέσα, το Σάββατο ας πούμε, ο καπνός θα 'ναι ακόμη εδώ τη Δευτέρα όταν ο θείος Τζομπ ανοίξει τη πόρτα, ακουμπώντας στον πίνακα ανακοινώσεων σα κοιμισμένο σκυλί. Αυτό είναι κάτι που όλοι το νιώσατε κάποια φορά».
     Τώρα πια σκύβαμε όλοι λίγο μπρος, σαν τον Άνσελμ, παρακολουθώντας τον Στίβενς.
 -«Ναι», είπε ο πρόεδρος. «Το ξέρουμε αυτό».
 -«Ναι» είπε ο Στίβενς κι ακόμη φαινότανε σα να μη παρακολουθεί, στριφογυρίζοντας το κουτί στα χέρια του. «Ζητήσατε την εικασία μου. Αυτή είναι. Αλλά γι' αυτή χρειάζεται ένας άνθρωπος που να ξέρει να κάνει υποθέσεις -ένας άνθρωπος που μπόρεσε να εμφανιστεί ξαφνου μπρος σ' ένα καταστηματάρχη, που καθότανε πίσω απ' τον πάγκο του, με το 'να μάτι στην εφημερίδα και τ' άλλο στη πόρτα, χωρίς να τονε καταλάβει ο καταστηματάρχης. Ένας άνθρωπος της πόλης, που ζητούσε τσιγάρα που πουλιούνται στη πόλη. Αυτός ο άνθρωπος έφυγε απ' το ντράγκστορ, διέσχισε τη πλατεία, μπήκε στα δικαστήρια κι ανέβηκε τις σκάλες, όπως όλοι. Ισως να τον είδαν μια ντουζίνα άνθρωποι, ίσως άλλοι είκοσι δεν τονε προσέξανε καθόλου, επειδή υπάρχουνε δυο μέρη που δε κοιτάμε τα πρόσωπα των άλλων: στο ναό του αστικού δικαίου και στις δημόσιες τουαλέτες. Κι έτσι μπήκε στην αίθουσα δικαστηρίου, κατέβηκε την ιδιωτική σκάλα, μπήκε στο διάδρομο κι είδε τον θείο Τζομπ να κοιμάται στη καρέκλα του. Έπειτα ακολούθησε το διάδρομο και σκαρφάλωσε απ' το παράθυρο πίσω απ' το δικαστή. Ή πέρασε δίπλα απ' τον θείο Τζομπ, ερχόμενος από πίσω, βλέπετε. Και να περάσει σε απόσταση οκτώ ποδιών από έναν άνθρωπο που κοιμάται στη καρέκλα του δε πρέπει να 'ναι πολύ δύσκολο για κάποιον που μπορεί να εμφανιστεί ξαφνου μπρος σ' ένα καταστηματάρχη που στέκεται πίσω απ' τον πάγκο του μαγαζιού του. Ίσως άναψε και το τσιγάρο απ' το πακέτο που του 'χε πουλήσει ο Ουέστ πριν καταλάβει τη παρουσία του ο δικαστής. Ή μπορεί να κοιμόταν ο δικαστής, όπως καμιά φορά συνήθιζε. Ίσως ο άνθρωπος στεκόταν εκεί και κάπνιζε το τσιγάρο του, παρακολουθώντας τον καπνό να απλώνεται αργά πάνω απ' το τραπέζι και να μαζεύεται προς τη πλευρά του τοίχου, σκεπτόμενος τα εύκολα χρήματα, τα εύκολα ψιλά, πριν ακόμη τραβήξει το πιστόλι. Και το πιστόλι πρέπει να 'κανε λιγότερο θόρυβο απ' το άναμμα του σπίρτου προηγουμένως, γιατί είχε προφυλαχθεί τόσο πολύ για θόρυβο που ξέχασε τη σιωπή. Έπειτα γύρισε όπως ήρθε κι η ντουζίνα άνθρωποι κι οι άλλοι είκοσι τον είδανε και ταυτόχρονα δε τον έβλεπαν και στις πέντε κείνο το απόγευμα μπήκε ο θείος Τζομπ να ξυπνήσει το δικαστή και να του ανακοινώσει πως ήρθε η ώρα να γυρίσει σπίτι. Ετσι δεν είναι, θείε Τζομπ»;
     Ο γέρος νέγρος σήκωσε το βλέμμα του.
 -«Τον πρόσεχα, όπως είχα υποσχεθεί στη κυρία», είπε. «Κι ανησυχούσα γι' αυτόν, όπως είχα υποσχεθεί στη κυρία. Και μπαίνω δώ μέσα και στην αρχή νόμισα ότι κοιμότανε, όπως καμιά φορά...-»
 -«Περίμενε», είπε ο Στίβενς. «Μπήκες και τον είδες στη καρέκλα του, όπως πάντα και, καθώς πλησίαζες, πρόσεξες τον καπνό πίσω απ' το τραπέζι, μπρος απ' τον τοίχο. Αυτό δε μου 'πες»;
     Καθισμένος στην επιδιορθωμένη καρέκλα του, ο γέρος νέγρος άρχισε να κλαίει. Έμοιαζε με γέρικη μαϊμού, κλαίγοντας αδύναμα με μαύρα δάκρυα, σκουπίζοντας το πρόσωπο του με το ροζιασμένο χέρι του που έτρεμε λόγω ηλικίας.
 -«Μπαίνω δώ μέσα πολλές φορές κάθε πρωί, για να καθαρίσω. Όταν υπήρχε καπνός στο δωμάτιο κι έμπαινε ο δικαστής, που δεν είχε τραβήξει μήτε τζούρα στη ζωή του κι εισέπνεε τον καπνό με κείνη τη μεγάλη μύτη του, μου 'λεγε: "Λοιπόν, Τζομπ, ξετρυπώσαμε όλα τα τρωκτικά του δικαστικού σώματος με καπνό χθες βράδυ;"».
 -«Όχι», είπε ο Στίβενς. «Πες μας για τον καπνό κείνο το απόγευμα όταν μπήκες να τονε ξυπνήσεις για να πάει σπίτι, κείνη τη μέρα που δεν είχε περάσει κανείς από δίπλα σου εκτός απ' τον κύριο Βιργίνιο Χόλαντ εκεί πέρα. Κι ο κ. Βιργίνιος δε καπνίζει κι ούτε ο δικαστής κάπνιζε. Κι όμως, υπήρχε καπνός εδώ μέσα. Πες τους τί μου είπες».
 -«Υπήρχε καπνός. Κι εγώ νόμιζα πως ο δικαστής κοιμόταν ως συνήθως και πλησίασα να τονε ξυπνήσω...-»
 -«Κι αυτό το μικρό κουτί βρισκότανε στην άκρη του τραπεζιού, που το 'χε βάλει, γιατί όση ώρα μιλούσε με τον κ. Βιργίνιο το 'παιζε στα χέρια του κι όταν άπλωσες το χέρι σου να τον ξυπνήσεις...-»
 -«Ναι, κύριε. Πετάχτηκε απ' το τραπέζι κι εγώ νόμισα πως κοιμότανε...-»
 -«Το κουτί πετάχτηκε απ' το τραπέζι. Κι έκανε θόρυβο κι εσύ αναρωτήθηκες πώς δε ξύπνησε ο δικαστής και κοίταξες κάτω που βρισκότανε το κουτί μες στον καπνό, με το καπάκι ανοικτό και νόμισες ότι είχε σπάσει. Κι άπλωσες το χέρι σου κάτω για να δεις, γιατί ο δικαστής το αγαπούσε το κουτί, γιατί του το 'χε φέρει η δεσποινίς Έμμα από την άλλη πλευρά του ωκεανού, αν και δε το χρειαζότανε για να κρατά τα χαρτιά στο γραφείο του. Άρα έκλεισες το καπάκι και το 'βαλες πίσω στο τραπέζι. Και μετά ανακάλυψες ότι ο δικαστής δε κοιμότανε».
     Έπαψε να μιλά. Αναπνέαμε σιωπηλά ακούγοντας τις ανάσες μας. Ο Στίβενς φαινόταν να παρακολουθεί το χέρι του καθώς αυτό στριφογύριζε το κουτί. Είχε γυρίσει λίγο τη πλάτη προς το τραπέζι την ώρα που μιλούσε με το γέρο-νέγρο, έτσι ώστε τώρα κοιτούσε περισσότερο τον πάγκο παρά το τραπέζι που κάθονταν οι ένορκοι.
 -«Ο θείος Τζομπ το λέει αυτό χρυσό κουτί. Είναι εξίσου καλό όνομα με οποιοδήποτε άλλο. Καλύτερο από πολλά άλλα. Γιατί όλα τα μέταλλα είναι περίπου ίδια, απλώς
τυχαίνει μερικοί να προτιμήσουν το ένα στη θέση του άλλου. Κι όμως όλα τα μέταλλα έχουνε κάποια γενικά χαρακτηριστικά που 'ναι παρόμοια. Έν απ' αυτά είναι το γεγονός ότι οτιδήποτε κλεισμένο σε μεταλλικό κουτί θα παραμείνει για περισσότερο καιρό αμετάβλητο, παρά σε ξύλινο ή χάρτινο κουτί. Μπορεί να κλείσεις καπνό, για παράδειγμα, σ' ένα μεταλλικό κουτί μ' ένα σφιχτό καπάκι σαν κι αυτό και μια βδομάδα αργότερα θα 'ναι ακόμη κεί. Κι επιπλέον, ένας χημικός ή ένας καπνιστής ή ένας πωλητής καπνού σαν τον δόκτορα Ουέστ μπορεί να πει από τί προέρχεται ο καπνός, από τί είδος καπνού, ιδιαίτερα αν πρόκειται για σπάνια μάρκα, που δε πουλιέται στο Τζέφερσον και που 'τυχε ο ίδιος να έχει δυο πακέτα και θυμάται σε ποιον πούλησε το ένα απ' αυτά
».
     Δε κινηθήκαμε καθόλου. Απλώς καθόμασταν εκεί όταν ακούσαμε γρήγορα βήματα στο πάτωμα και μετά είδαμε κάποιον να χτυπά το χέρι του Στίβενς που κρατούσε το κουτί. Ακόμη και τότε δεν παρακολουθούσαμε προσεκτικά τον δράστη. Όπως κι εκείνος, είδαμε το καπάκι ν' ανοίγει απότομα και το κουτί να γίνεται κομμάτια κι από μέσα του να βγαίνει ένας εξασθενημένος καπνός που διαλυόταν νωθρά. Σκύψαμε όλοι πάνω απ' το τραπέζι κοιτάξαμε κάτω κι είδαμε την απελπιστική μετριότητα του κεφαλιού του Γκράνμπι Ντοντζ, που γονάτιζε στο πάτωμα και κυνηγούσε τον καπνό που εξασθένιζε με τα χέρια του.

 -«Ακόμη δε μπορώ να...» είπε ο Βιργίνιος.
     Ήμασταν έξω πια, στην αυλή του δικαστικού μεγάρου οι πέντε μας, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια σα να 'χαμε μόλις βγει από μια σπηλιά.
 -«Έκανες μια διαθήκη, έτσι δεν είναι;» είπε ο Στίβενς. Ο Βιργίνιος έμεινε ακίνητος, κοιτώντας τον Στίβενς.
 -«Ω!», είπε τελικά.
 -«Μια από κείνες τις απλές αμοιβαίες διαθήκες τύπου συμβολαίου εμπιστοσύνης που γίνονται ανάμεσα σε δυο συνεταίρους», είπε ο Στίβενς. «Εσύ κι ο Γκράνμπι, ο καθένας δικαιούχος και ταυτόχρονα εκτελεστής για τον άλλον, με σκοπό την αμοιβαία προστασία της περιουσίας. Αυτό είναι απλό. Ο Γκράνμπυ πρέπει να 'ταν αυτός που το πρότεινε αρχικά, λέγοντας ότι σ' έκανε κληρονόμο του. Άρα, καλύτερα να σχίσεις το δικό σου αντίγραφο. Βάλε τον Άνσελμ κληρονόμο σου, αν πρέπει οπωσδήποτε να κάνεις μια διαθήκη».
 -«Δε θα χρειαστεί να περιμένει τόσο πολύ», είπε ο Βιργίνιος. «Η μισή γη είναι δική του».
 -«Μεταχειρίσου τη σωστά, όπως ξέρει ο ίδιος ότι θα κάνεις», είπε ο Στίβενς. «Του Άνσελμ δε του χρειάζεται η γη».
 -«Ναι», είπε ο Βιργίνιος και κοίταξε αλλού. «Αλλά θα 'θελα...»
 -«Μεταχειρίσου τη σωστά. Ξέρει πως αυτό θα κάνεις».
 -«Ναι», είπε ο Βιργίνιος. Κοίταξε πάλι τον Στίβενς. «Λοιπόν, νομίζω ότι εγώ... ότι κι οι δυο μας σου χρωστάμε...»
 -«Περισσότερα απ' ό,τι νομίζεις», είπε ο Στίβενς. Μιλούσε αρκετά σοβαρά. «Και σε κείνο το άλογο. Μια εβδομάδα μετά που πέθανε ο πατέρας σου, ο Γκράνμπι αγόρασε ποντικοφάρμακο αρκετό να σκοτώσει τρεις ελέφαντες, μου 'πε ο Ουέστ. Αλλά μετά θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει για κείνο το άλογο και φοβήθηκε να σκοτώσει τα ποντίκια του πριν κανονιστεί κείνη η διαθήκη. Γιατί είναι άνθρωπος έξυπνος και ταυτόχρονα χαζός: ένας επικίνδυνος συνδυασμός. Αρκετά χαζός ώστε να πιστεύει ότι ο νόμος είναι κάτι σαν δυναμίτης: επιβάλλει τα συμφέροντα οποιουδήποτε προλάβει να τον αρπάξει στα χέρια του πρώτος, αν και πάντοτε υπάρχει κίνδυνος να του σκάσει στα χέρια, κι αρκετά έξυπνος ώστε να πιστεύει ότι οι άνθρωποι ωφελούνται απ' το νόμο και προσφεύγουν σ' αυτόν μόνο για προσωπικούς σκοπούς. Το ανακάλυψα αυτό όταν το περασμένο καλοκαίρι έστειλε ένα νέγρο να με δει και να με ρωτήσει αν ο τρόπος που πεθαίνει κάποιος μπορεί να επηρεάσει την επικύρωση της διαθήκης του. Ήξερα ποιος είχε στείλει τον νέγρο κι επίσης ήξερα ότι οποιαδήποτε πληροφορία κι αν γυρνούσε στον άνθρωπο που τον είχε στείλει, ήδη ο εν λόγω άνθρωπος είχε αποφασίσει να μη πιστέψει τη πληροφορία, γιατί προερχόταν από έναν υπηρέτη του νόμου, δηλαδή από τον δυναμίτη. Άρα, αν εκείνο το άλογο ήταν ένα φυσιολογικό άλογο ή αν ο Γκράνμπι το 'χε θυμηθεί έγκαιρα, τώρα θα ήσουν νεκρός. Ο Γκράνμπι, μπορεί να μην ήτανε διόλου καλύτερα απ' ό,τι είναι τώρα, αλλά σύ θα 'σουν νεκρός».
 -«Ω!», είπε ο Βιργίνιος ήρεμα, με σοβαρότητα. «Νομίζω πως σου 'μαι υπόχρεως».
 -«Ναι», είπε ο Στίβενς. «Ανέλαβες πολύ μεγάλη υποχρέωση. Χρωστάς κάτι στον Γκράνμπι». Ο Βιργίνιος τονε κοίταξε. «Του χρωστάς για κείνους τους φόρους που πλήρωνε εδώ και δεκαπέντε χρόνια».
 -«Ω!», είπε ο Βιργίνιος. «Νόμιζα ότι ο πατέρας μου... Περίπου κάθε Νοέμβρη ο Γκράνμπι δανειζότανε χρήματα από μένα και ποτέ το ίδιο ποσό. Για ν' αγοράσει εμπόρευμα, έλεγε. Μου επέστρεφε πάντα ένα ποσό. Ακόμη μου χρωστά... όχι. Εγώ του χρωστώ τώρα». Ήτανε πολύ σοβαρός, πολύ βαρύς. «Οταν ένας άνθρωπος αρχίσει να κάνει κακό δεν έχει τόση σημασία τι κάνει, αλλά τι αφήνει πίσω του».
 -«Αλλά είναι αυτό που κάνει για το οποίο πρέπει να τιμωρηθεί από τρίτους. Γιατί οι άνθρωποι που βλάπτονται απ' αυτό που αφήνει δε θα τονε τιμωρήσουν. Άρα είναι καλό για τους υπόλοιπους από μας ότι αυτό που κάνει τον απομακρύνει απ' αυτούς που 'βλαψε. Τώρα, σας τον πήρα εγώ από τα χέρια σας, Βιργίνιε, αίμα σου ή μη».
 -«Καταλαβαίνω», είπε ο Βιργίνιος. «Ετσι κι αλλιώς δεν θα...». Ξαφνικά κοίταξε τον Στίβενς. «Γκάβιν», είπε.
 -«Τί;» ρώτησε ο Στίβενς.
     Ο Βιργίνιος τονε κοιτούσε.
 -«Μιλήσατε πολύ έξυπνα κεί μέσα για χημεία κι άλλα τέτοια, για τον καπνό. Πίστεψα μερικά απ' αυτά κι άλλα όχι. Και σκέφτομαι ότι αν σας έλεγα ποια πίστεψα και ποια όχι, θα γελούσατε μαζί μου». Η έκφραση του ήταν πολύ σοβαρή. Κι η έκφραση του Στίβενς ήτανε σοβαρότατη. Κι όμως υπήρχε κάτι στα μάτια του Στίβενς, στο βλέμμα του, κάτι ανυπόμονο, ενθουσιώδες και χωρίς καθόλου σαρκασμό. «Αυτό έγινε πριν από μια βδομάδα. Αν είχατε ανοίξει κείνο το κουτί για να δείτε αν υπήρχε ακόμη καπνός μέσα, θα 'χε βγει. Κι αν δεν υπήρχε καθόλου καπνός σε κείνο το κουτί, ο Γκράνμπι δε θα 'χε προδοθεί. Κι αυτά γίνανε πριν από μια βδομάδα. Πώς ξέρατε ότι υπήρχε αρκετός καπνός εκεί μέσα»;
 -«Δεν το 'ξερα», είπε ο Στίβενς. Το ξεφούρνισε γρήγορα, ζωηρά, χαρούμενα, σχεδόν ευτυχισμένα, λάμποντας από ικανοποίηση. «Δεν το 'ξερα. Περίμενα όσο το δυνατό περισσότερο πριν μπείτε όλοι στο δωμάτιο. Γέμισα το κουτί με καπνό πίπας και το 'κλεισα. Αλλά δεν ήξερα τι θα γινόταν. Ήμουνα πολύ πιο φοβισμένος απ' τον Γκράνμπι Ντοντζ. Αλλά πήγαν όλα καλά. Ο καπνός παρέμεινε στο κουτί σχεδόν μια ώρα».

                                      _________  .  ________

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers