-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Faulkner William Cuthbert:



                                       Βιογραφικ

     Επιφανς γιος του αμερικανικο Ντου κι απ' τους σπουδαιτερους συγγραφες που με τη γραφ και το φος του ανανωσε τη τεχνικ του μυθιστορματος του 20ο αινα. Η φμη του δημιουργθηκε απ τα μυθιστορματα, διηγματα, αλλ κι απ λγα ποιματα κι απ μερικ σενρια. Συγκαταλγεται στους μεγλους συγγραφες του Ντου, πως οι: Mark Twain, Robert Penn Warren, Flannery O'Connor, Truman Capote, Eudora Welty, & Tennessee Williams.
     Ο Ουλιαμ Φκνερ γεννθηκε στο Νιου λμπανι του Μισισιπ 25 Σεπτμβρη 1897, αλλ' απ νπιο (η οικογνεια μετακμισε, ταν αυτς τανε 4 ετν), ζησε σ' λλη περιοχ του μεγλου ποταμο, τη κωμπολη Οξφρδη της κομητεας Λαφαγτ, που χρησιμοποησε σα μοντλο για τη φανταστικ πλη (Yoknapatawpha County) που αναφρεται σ' λο το ργο του και που κει ζησε ως το τλος της ζως του.

     τανε το μεγαλτερο παιδ του Murry Cuthbert Falkner (17/8/1870 – 7/8//1932) και της Maud Butler (27/11/1871 – 1610/1960). Αργτερα λλαξε τ' νομ του σε Faulkner. Τ' λλα του αδλφια ταν οι: Murry Charles "Jack" Falkner (26/6/1899 – 24/12/1975), ο επσης συγγραφας John Falkner (24/9/1901 – 28/3/1963), -που επσης λλαξε τ' νομ του πως κι ο αδερφς του- κι ο Dean Swift Falkner (15/8/1907 – 10/11/1935). Ο παππος του, William Clark Falkner, ταν εξχουσα φυσιογνωμα στο Ντο, υπηρτησε σα συνταγματρχης στο Confederate Army, δρυσε μια σιδηρογραμμ δνοντας τ' νομ του σε μια μικρ πλη, το Falkner, κοντ στο Tippah County, κι γραφε κι εκενος νουβλες, ιδροντας τσι παρδοση λογοτεχνν στο οικογενειακ δντρο των Φκνερ. Η φυσιογνωμα του παππο, περιγρφεται αδρ στο πρσωπο του συνταγματρχη Τζον Σαρτρις, στο ομνυμο ργο του εγγονο του.
     Εγκατλειψε νωρς τις σπουδς του κι επιδθηκε στη συγγραφ στχων, μικρν πεζν, στο πιλοτρισμα αεροπλνου και περιπλανσεις στο Ντο. Επειδ τανε κοντς, 1,67 μ, δε μποροσε να καταταχτε στον αμερικανικ στρατ. τσι κατατχθηκε στη καναδικ αεροπορα και μετ στην αγγλικ, μα δε πρφτασε ν' αναλβει καμμι πολεμικ δρση, τη περοδο του Α' Παγκ. Πολ. Ττε τανε που λλαξε τ' νομ του (1918), εξ αιτας ενς λθους του εκδτη του, στη τπωση του ονματος. ταν το εδε το θερησε σα σημδι και το φησε τσι.
    Ο μεγλος αμερικανς μυθιστοριογρφος Σργουντ ντερσον (Sherwood Anderson) τον πεισε ν' αξιοποισει το πλοσιο υλικ του για το Ντο και να το εντξει στο λογοτεχνικ ργο του. γραψε διηγματα και μυθιστορματα εμπνευσμνα απ μοτβα και καταστσεις της ζως στο Ντο, καταγρφοντας και ψυχογραφντας με μοναδικ και πλρως διεισδυτικ τρπο τις ανθρπινες υπρξεις, τα πθη, τις διαστροφς και τα βασανιστικ αδιξοδα τους, σε συνθκες ηθικο κι υλικο ξεπεσμο, παρλληλα με τη τυφλ και τραγικ προσκλληση τους στο μεγαλειδες παρελθν, το αμετκλητα χαμνο. Ακμα και στα αστυνομικ του ργα (πως "Το Ιερ") εχε μιαν ευαισθησα που ανγκασε τον Αντρ Μαλρ (André Malraux να πει πως τανε "παρεσφρυση της αρχαας ελληνικς τραγωδας στα αστυνομικ διηγματα". Κακ, διαφθορ, ενορχηστρωμνα και παιγμνα στο Ντο με ρυθμος γοτθικος.
     Στις αρχς της 10ετας του '40 τονε κλεσε ο Χουαρντ Χοξ (Howard Hawks) στο Χλιγουντ για να γνει σεναριογρφος σε ταινες που θα σκηνοθετοσε αυτς. Αυτ γινε δεκτ με χαρ, γιατ υπρχε μεγλη ανγκη για χρματα και το Χλιγουντ πλρωνε αδρ. τσι, γραψε σενριο για τις ταινες: "Ο Μεγλος πνος", βασισμνο στο βιβλο του Ριμοντ Τσντλερ (Raymond Chandler) και το "Να χεις Και Να Μην χεις" του ρνεστ Χεμινγουι (Ernest Hemingway). Ο Φκνερ συνδθηκε φιλικ με τον σεναριογρφο του Χοξ, τον A. I. Bezzerides, καθς και με το ζεγος ηθοποιν, Λορν Μπακλ (Lauren Bacall) και Χμφρι Μπγκαρτ (Humphrey Bogart).
     Για την εποχ του στο Χλιγουντ κυκλοφορε μια ιστορα. ταν υπγραψε συμβλαιο για να γρφει σενρια, ζτησε απ τον Χοξ να του επιτρψει να γρφει σπτι του γιατ δυσκολευταν να συγκεντρωθε στο γραφεο. Ο Χοξ το δχτηκε κι ο Φκνερ φυγε. Μερικς μρες αργτερα, ταν δεν εχε λβει μτε λξη απ κενον, τηλεφνησε στο ξενοδοχεο που διμενε και του 'πανε πως ο Φκνερ εχε αδεισει το δωμτιο εδ και μερικς μρες. πως τανε φυσικ, εχε πει "σπτι" του στο Μισσισιπ για να γρψει.
     Σα νος στην Οξφρδη, εχε συνδεθε ερωτικ με την Estelle Oldham δημοφιλ κρη του Δημρχου Lemuel και της Lida Oldham κι λπιζε κποια στιγμ να τη παντρευτε. μως εκενη βγαινε και μ' λλους την δια περοδο κι νας απ' αυτος, ο Cornell Franklin, της κανε πρταση, πριν απ κενον, το 1918. Οι γονες της τη πεσαν να δεχτε γιατ ο νεαρς ταν απ καλ κι ξτρα φιλικ οικογνεια, αλλ παρλληλα τελεωνε τις σπουδς του σα δικηγρος και θ' αναλμβανε καλ θση. Ευτυχς για τον Φκνερ, ο γμος αυτς διαλθηκε 10 χρνια μετ και μετ το διαζγιο (Απρλης 1929), παντρετηκε την εκλεκτ του, τον Ιονιο του 1929 στη College Hill Presbyterian Church, στην Οξφρδη. Κνανε το μνα του μλιτος στο Mississippi Gulf Coast της Pascagoula κι ταν επιστρψανε, μενανε με συγγενες μχρι να βρονε δικ τους σπτι. Την επμενη χρονι αγορσανε το Rowan Oak, -το πολησε η κρη του Τζιλ, μετ το θνατο της μητρας, το 1972 στο Πανεπιστμιο του Μισσισιπ.
     Εναι γνωστ πως σναψε 3 εξωσυζυγικς σχσεις. Η 1η ταν με τη γραμματα του Χοξ και script-girl, Meta Carpenter. Η 2η διρκεσε απ το 1949 ως το 1953, με τη νεαρ συγγραφα, Joan Williams, που τονε θεωροσε μντορ της κι κανε αργτερα τη σχση τους θμα στη νουβλα της "The Wintering" (1971). Επσης εχε και μιαν ερωτικ περιπτεια με τη Jean Stein, επιμελτρια και συγγραφα, αλλ και κρη του κινηματογραφιστ Jules Stein. Επσης αξζει ν' αναφερθε πως στη ζω του για μεγλο χρονικ διστημα εχε πρβλημα αλκοολισμο. Εκενος ισχυριζτανε πως το ποτ τονε βοηθοσε ταν στρευε η μπνευση και τον κανε δημιουργικτερο. Πιστεεται μως πως πινε για να ξεχσει την απλ κι δεια ζω του, την οικονομικ πεση και την ενοτε παντελ λλειψη ρομντσου. Αυτ ακογεται καλτερο για τον εξαιρετικ ταλαντοχο συγγραφα, απ το να θλει να τσιγκλσει τη μοσα με ποτ.
Για μικρ διαστματα γνρισε τη καλλιτεχνικ μπομικη ζω στη Να Υρκη και το Παρσι.

     Κρδισε μεγλα βραβεα και διακρσεις. Το 1946 ταν ανμεσα στους 3 φιναλστ για το Ellery Queen Mystery Magazine Award και βγκε 2ος. Το 1949 τιμθηκε με το Νμπελ Λογοτεχνας. Δρισε μρος του ποσο που κρδισε, για τη θεμελωση ενς ιδρματος που να στηρζει το ξεκνημα των νων συγγραφων. Δρισε λλο να μρος του ποσο για να ενισχσει τις σπουδς των Αφρο-Αμερικανν στο Ντο. Κρδισεν επσης και 2 Βραβεα Πολιτζερ. Το 1ο το 1955 για το "A Fable"  (1954) και το 2ο το 1963 με τη νουβλα "The Reivers" (1962). Επσης κρδισε 2 National Book Awards, το 1951 για τις "Αστυνομικς Ιστορες" και το 1955 πλι για το "A Fable".
     Απ το 1957 και μχρι το θνατ του, δδαξε σα συγγραφας, στο Πανεπιστμιο της Βιρτζνια. Το 1959 παθε ατχημα, πφτοντας απ το λογο που ππευε κι κτοτε υπφερε συνεπεα των τραυματισμν του αυτν. Πθανε απ καρδιακ προσβολ στις 6 Ιουλου 1962, σ' ηλικα 65 ετν, στο Wright's Sanitorium στη Byhalia του Μισσισιπ. Το μικρ σπτι στη 624 Pirate's Alley, στη Να Ορλενη, δπλα στον καθεδρικ του St. Louis, που διμενε ταν γραψε τη "Πληρωμ Του Στρατιτη", εναι Μουσεο Βιβλων Φκνερ σμερα κι επσης χρησιμοποιεται σαν αρχηγεο της Pirate's Alley Faulkner Society. Στις 3 Αυγοστου 1987, το Αμερικανικ Κεντρικ Ταχυδρομεο, τπωσε γραμματσημα των 22 σεντς με τη προσωπογραφα του, προς τιμν του.
     
ργα του: "Η Πληρωμ Του Στρατιτη" (1925) "Σαρτρις" (1929) "Βου Κι Αντρα" (1929) "Καθς Ψυχορραγ" (1930), "Το Ιερ" (1931), "Αυγουστιτικο Φως" (1932), "Δρ Μαρτνο κι λλες ιστορες" (1934), "Αβεσσαλμ, Αβεσσαλμ" (1936) "Κατβα Μωυσ" (1942) "Ρκβιεμ Για Μια Μοναχ" (1951) κ.. γραψεν επσης 2 ποιητικς συλλογς που τυπωθκανε σε μικρ τιρζ, "The Marble Faun" (1924) κι "A Green Bough"  (1933) και μιαν ακμα συλλογ αστυνομικν διηγημτων "Knight's Gambit" (1949).



===============


                                          Καπνς   

      O νσελμ Χλαντ εχε ρθει στο Τζφερσον πριν πολλ χρνια. Κανες δεν ξερε απ που. Αλλ ττε ταν νος κι ικανς νθρωπος, τουλχιστον μ' επιβλητικ παρστημα, αφο μσα σε τρα χρνια εχε παντρευτε τη μοναχοκρη ενς ανθρπου που 'χε οκτ χιλιδες στρμματα της καλτερης γης στη περιοχ και πγε να ζσει στο σπτι του πεθερο του, που δο χρνια αργτερα η γυνακα του γννησε δδυμα αγρια κι που λγα ακμη χρνια μετ πθανε ο πεθερς του κι φησε στον Χλαντ λη τη περιουσα, που 'ταν στ' νομα της γυνακας του.
     Αλλ ακμη και πριν συμβε αυτ το γεγονς, εμες στο Τζφερσον τον εχαμε ακοσει να μιλ λιγκι πιο δυνατ για «τη γη μου και τα σπαρτ μου» κι σων απ μας που οι πατερδες κι οι παπποδες εχαν μεγαλσει στη περιοχ, τον κοιτοσαμε κπως λοξ και μ' να κπως κρο βλμμα, χοντας ακοσει γι' αυτν (απ λευκος και νγρους με τους οποους εχε κνει κατ καιρος δουλεις) τι εναι αδστακτος και βαιος. Αλλ' απ σεβασμ στη γυνακα και στον πεθερ του, του συμπεριφερμασταν ευγενικ.
     ταν πθανε κι η γυνακα του, τα δδυμα ταν ακμη μικρ, νομζαμε λοι πως αυτς ταν υπεθυνος και πως η ζω της εξαντλθηκε λγω της βαιης συμπεριφορς του βναυσου αυτο ξενφερτου. Κι ταν μια μρα, πριν ξι μνες, τον βρκαν νεκρ, με το πδι πιασμνο στον αναβολα της σλας του αλγου που καβαλοσε και με πολλ κατγματα στο σμα, γιατ το λογο προφανς τον εχε σρει στις σιδηροδρομικς γραμμς (το λογο εχε ακμη στη πλτη και στις λαγνες του σημδια χτυπημτων απ μια κρηξη βας του αφεντικο του), κανες μας δεν τονε λυπθηκε, γιατ λγο καιρ πριν εχε κνει μια πρξη που για ανθρπους αυτς της περιοχς, με τη συγκεκριμνη νοοτροπα, κενο τον συγκεκριμνο καιρ, αποτελοσε ασυγχρητο γκλημα.
     Τη μρα που πθανε μαθετηκε πως εχε ανασκψει τους τφους στο οικογενειακ νεκροταφεο, που υπρχαν οι σορο των συγγενν της γυνακας του κι ανμεσα τους και τον τφο που βρισκτανε τριντα χρνια τρα η γυνακα του. τσι, ο τρελαμνος, γεμτος μσος, γρος θφτηκε ανμεσα στους τφους που εχε επιχειρσει να συλσει και μερικς μρες αργτερα γινε το νοιγμα της διαθκης του. Και χωρς καμιν κπληξη, μθαμε το περιεχμενο της διαθκης. Δε μας εξπληξε να μθουμε πως ακμη κι απ' τον τφο εχε δσει το τελευταο χτπημα στους μοναδικος που μποροσε πια να προσβλλει: αυτος που ταν σρκα κι αμα του.
     Τον καιρ του θαντου του πατρα τους οι δδυμοι ταν σαρντα χρνων. Ο νετερος, ο νσελμ τζονιορ, υποτθεται πως ταν ο ευνοομενος της μητρας του -σως επειδ μοιαζε πιο πολ στον πατρα. Πντως μετ το θνατο της, ταν οι δδυμοι ταν ακμη παιδι, ακογαμε για φασαρες ανμεσα στον γρο νσελμ και τον νσελμ τζονιορ, εν ο λλος δδυμος, ο Βιργνιος, ανλαβε το ρλο του μεσολαβητ κι ντεχε, τελικ να τον βρζουν οι λλοι δο.
     Ο Βιργνιος ταν περεργος νθρωπος. Κι ο νος νσελμ τανε κτι το ιδιατερο -στα εκοσι του φυγε απ' το σπτι κι λειψε δκα χρνια. Οταν γρισε, ταν ντρας πλον και ζτησε απ' τον πατρα του επσημα να διαιρεθε η γη, που τρα ανακαλψαμε τι ο γρος
νσελμ τη διαχειριζταν μνον ως εκπρσωπος των παιδιν του και να του δοθε το μερδιο του. Ο γρος νσελμ αρνθηκε βαια. Ο τρπος που το ζτησε ταν αναμφβολα εξσου βαιος, γιατ οι δυο τους, ο γρος κι ο νος νσελμ, μοιαζαν τσο πολ. Το παρξενο ταν τι ο Βιργνιος πρε το μρος του πατρα του. τσι ακοσαμε ττε.
     Η γη, πντως, παρμεινε αδιαρετη κι πως μθαμε εκ των υστρων, στο μσο μιας υπερβολικς β
αιης σκηνς, ακμη και γι' αυτος -μια τσο βαιη σκην που οι νγροι υπηρτες φυγαν τρχοντας απ' το σπτι και κοιμθηκαν αλλο κενο το βρδυ- ο νος νσελμ φυγε ξαν, παρνοντας μαζ του να ζευγρι μουλρια που του ανκε. Κι απ κενη τη μρα μχρι το θνατο του πατρα του, ακμη και μετ που αναγκστηκε κι ο Βιργνιος να εγκαταλεψει το σπτι, ο Ανσελμ δεν ξαναμλησε ποτ, οτε με τον πατρα του οτε με τον αδελφ του. Αυτ τη φορ, μως, δεν φυγε απ την περιοχ. Πγε στους λφους («απ' που μπορε να παρακολουθε τι κνουν ο γρος κι ο Βιργνιος», σκεφτκαμε λοι μας και μερικο δε δστασαν να το πονε δημσια) και για τα επμενα δεκαπντε χρνια ζησε μνος του σε μια καλβα με δο δωμτια και βρμικο πτωμα, σαν ερημτης, μαγειρεοντας μνος του και κατεβανοντας στη πλη πσω απ' τα μουλρια του, χι συχντερα απ τσσερις φορς το χρνο.
     Λγο νωρτερα εχε συλληφθε και δικαστε για παραγωγ ουσκι. Δεν υπερασπστηκε καθλου τον εαυτ του, αρν
θηκε να δηλσει ετε αθος ετε νοχος, για την εν λγω υπθεση, αρνομενος στω κι αυτ την ικανοποηση του δικαστ. Του επιβλθηκε πρστιμο κι γινε ξαλλος σα τον πατρα του, ταν ο αδελφς του προσφρθηκε να πληρσει το πρστιμο. Προσπθησε να επιτεθε στον Βιργνιο μες στο δικαστριο, ζτησε ο διος να πει φυλακ κι οκτ μνες αργτερα του δθηκε χρη λγω καλς συμπεριφορς. Ετσι γρισε στην καλβα του -νας μελαψς, σιωπηλς ντρας, με σκαμμνο πρσωπο, που τσο οι γετονες σο κι οι ξνοι τον απφευγαν συστηματικ.
    
Ο λλος δδυμος, ο Βιργνιος, παρμεινε σπτι και δολευε τη γη που ο πατρας του δεν τη τμησε σο ζοσε. (Ελεγαν για τον γρο νσελμ: «Απ' που και να 'ρθε κι πως και να μεγλωσε, σγουρα δεν ταν αγρτης». Κι τσι λγαμε μεταξ μας κτι που πρπει να 'ταν αλθεια: «Αυτ εναι η μοναδικ διαφορ ανμεσα σ' αυτν και τον νο νσελμ: τι ο τελευταος βλπει τον πατρα του να κακομεταχειρζεται τη γη που η μητρα του εχε προορσει γι' αυτν και το Βιργνιο»). Κι μως, ο Βιργνιος παρμεινε. Δεν πρπει να ταν πολ διασκεδαστικ γι' αυτν και λγαμε αργτερα πως ο Βιργνιος φειλε να ξρει πως μια ττοια συμφωνα δεν εχε μλλον. Κι ακμη αργτερα, λγαμε «σως δεν ξερε».
    
Γιατ αυτς ταν ο Βιργνιος. Δεν γνριζες ποτ τι σκεφτταν. Ο γρος νσελμ κι ο νος νσελμ ταν σαν το νερ. Σκοτειν νερ σως, αλλ οι νθρωποι μποροσαν να καταλβουν με ποιους χουν να κνουν. Κανες μως δε μποροσε να ξρει τι πραττε τι σκεφτταν ο Βιργνιος, παρ μνον εκ των υστρων. Δε μθαμε τι εχε συμβε οτε ττε, ταν ο Βιργνιος, που εχε για δκα χρνια αντξει μνος, χωρς τον νο νσελμ, τελικ φυγε κι αυτς. Δεν επε τποτα, οτε καν στον Γκρνμπι Ντοντζ.
     Αλλ ξραμε λοι μας τον γρο νσελμ και τον Βιργνιο και μπο
ροσαμε να φανταστομε τι εχε γνει: Για να περπου χρνο απ ττε που ο νος νσελμ εχε πρει τα μουλρια του κι εχε πει στους λφους, βλπαμε τον γρο νσελμ να κατατργεται απ' το μσος. Και μια μρα ξσπασε μλλον κπως τσι:
 -«Νομζεις τι τρα που 'φυγε ο αδελφς σου μπορες να τεμπελιζεις και
να τα πρεις λα»;
 -«Δεν τα θλω λα» επε ο Βιργνιος. «Απλ θλω το μερδιο μου».
 -«Αχ», επε ο γρος νσελμ. «Μπως θα 'θελες να μοιραστε τρα α
κριβς; πως θελε κι ο αδελφς σου, να διαιρεθε ταν ενηλικιωθκατε»;
 -«Θα προτιμοσα να 'χα λγη γη και να τη δολευα σωστ παρ
να τη βλπω στη κατσταση που 'ναι τρα», επε ο Βιργνιος, πντα δκαιος κι πιος -κανες στη περιοχ δεν τον εχε δει ποτ να χνει τη ψυχραιμα του, οτε καν να 'ναι εκνευρισμνος, ακμη και ττε που ο νσελμ προσπθησε να τον πολεμσει στο δικαστριο για κενο το πρστιμο.
 -
«Θα το 'θελες, ε;» επε ο γρος νσελμ. «Κι εγ που τη δολευα και πλρωνα τους φρους γι' αυτν, εν εσ κι ο αδελφς σου βζατε λεφτ στην κρη, αφορολγητα».
 -
«Ξρεις πολ καλ τι ο νσελμ δεν εξοικονμησε ποτ οτε δεκρα», επε ο Βιργνιος. «Πες ,τι θλεις γι' αυτν, αλλ μη τονε κατηγορες για απληστα».
 -
«Ναι, για τ' νομα του Θεο! Ηταν αρκετ ντρας να εμφανιστε και ν' απαιτσει ,τι νμιζε δικ του και να εξαφανιστε ταν δε πρε τποτα. Αλλ συ περιφρεσαι δω γρω, περιμνοντας να πεθνω γω, με κενη τη καταραμνη υποκρισα σου. Πλρωσε μου τους φρους για το μερδιο σου απ ττε που πθανε η μνα σου και πρτο».
 -
«χι», επε ο Βιργνιος. «Δεν το κνω αυτ».
 -
«Οχι», επε κι ο γρος νσελμ. «χι. Και ββαια χι. Γιατ να ξοδψεις λεφτ για το μισ ταν μπορες να περιμνεις και να τα πρεις λα κποια μρα, χωρς να χεις ξοδψει δεκρα».
     Φανταζμασταν τον γρο νσελμ (μχρι αυτ το σημεο τους βλπαμε να κθονται και να μι
λνε σα πολιτισμνοι νθρωποι) να σηκνεται, με τα πλοσια μαλλι και τα πυκν φρδια του.
 -«ξω απ' το σπτι μου!» επε. Αλλ ο Βιργ
νιος δε κουνθηκε, δε σηκθηκε, απλς παρακολουθοσε τον πατρα του. Ο γρος νσελμ τονε πλησασε με το χρι σηκωμνο. «Φγε, φγε απ' το σπτι μου. Μα τον Θε, θα...»
    
Ττε φυγε ο Βιργνιος. Δε βιαζταν, οτε τρεχε. Μζεψε τα πργματ του (κτι λγα που 'χε) και πγε τσσερα πντε μλια μακρι να ζσει μ' να ξδελφ του, γιο ενς μακρινο συγγεν της μητρας του. Ο ξδελφος ζοσε μνος του, σε μια καλ φρμα, αν και βαρι υποθηκευμνη τρα, γιατ οτε ο ξδελφος ταν αγρτης, αλλ μισς μπορας και μισς ιεροκρυκας -τανε κοντς, απεργραπτος ντρας, με πυρξανθα μαλλι που μετ απ μια ματι κανες δεν θα τον θυμταν -και μλλον δεν εχε επιτυχα οτε σ' αυτς τις δυο δουλεις του. Ο Βιργνιος φυγε χωρς βιασνη, χωρς να χει τποτε απ την ηλθια και βαιη επιθετικτητα του αδελφο του -για την οποα, κατ ναν εντελς περεργο τρπο, δεν εχαμε κι σχημη γνμη. Η αλθεια εναι πως τον Βιργνιο πντα τον κοιτοσαμε λοξ γιατ ταν περισστερο συγκρατημνος απ' ,τι πρεπε. Εναι στην ανθρπινη φση να εμπιστεεσαι πιο γργορα αυτος που δεν δεχνουν να πιστεουν στον εαυτ τους. Λγαμε πως ο Βιργνιος εναι βαθς τπος. Δε δοκιμσαμε καμιν κπληξη ταν μθαμε πως ο γρος νσελμ εχε αρνηθε να πληρσει φρους για τη γη του και πως, δο μρες πριν λξει η προθεσμα, ο σερφης βρκε στο ταχυδρομικ του κουτ, αννυμα, το ακριβς ποσ για τους φρους των Χλαντ. «Εμπιστευθετε τον Βιργνιο», λγαμε, γιατ πιστεαμε τι δεν χρειαζταν νομα γι' αυτ τα λεφτ. Ο σερφης ενημρωσε τον γρο νσελμ.
 -
«Βγλτο για πολημα κι ντε στο διλο», επε ο γρος νσελμ. «Αν νομζουν τι το παν που χουν να κνουν λοι τους εναι να κθονται και να περιμνουν τα κουτσοβελα...»
     Ο σερφης στειλε ειδοποηση και στον νο νσελμ.
 -«Δεν εναι δικ μου γη», απντησε ο νος νσελμ.
    
Ο σερφης ενημρωσε τον Βιργνιο. Ο Βιργνιος ρθε στη πλη και κοταξε ο διος τα βιβλα για τους φρους.
 -«Τρα χω μνον ,τι βλπεις
πνω μου», επε. «Φυσικ, αν την αφσει, ελπζω να μπορσω να τη πρω. Αλλ δε ξρω. Ενα καλ αγρκτημα σαν κι αυτ δεν θ' αντξει για πολ». Κι αυτ ταν λο. Οτε θυμς, οτε κπληξη, οτε λπη. Αλλ ο Βιργνιος τανε βαθς τπος. Κανες μας δεν εξεπλγη ταν μαθετηκε πως ο σερφης δχτηκε κενα τα λεφτ με το ανυπγραφο σημεωμα:

     Χρματα για τους φρους του αγροκτματος νσελμ Χλαντ. Στελτε απδειξη στον νσελμ Χλαντ Τζονιορ.


 -«Εμπιστευθετε τον Βιργνιο», λγαμε.
     Τον σκεφτμασταν συχν λο τον επμενο χρνο, να '
ναι σε ξνο σπτι, να δουλεει ξνη γη και να παρακολουθε το αγρκτημα και το σπτι που γεννθηκε και που 'τανε δικαιωματικ δικ του, να καταστρφονται σιγ-σιγ. Γιατ ο γρος δεν ενδιαφερτανε πια για τποτε: με κθε χρνο που περνοσε, τα καλ χωρφια μετατρπονταν λο και περισστερο σε μια ζογκλα με χαντκια, αν κι ακμη κθε Γενρη ο σερφης βρισκε στην αλληλογραφα του κενα τ' αννυμα χρματα κι στελνε την απδειξη στον γρο νσελμ γιατ ο γρος εχε σταματσει να 'ρχεται στη πλη πια και το σπτι γκρεμιζτανε, χωρς να σταματ κανες ποτ κει εκτς απ' τον Βιργνιο.
     Πεντξι φορς το χρνο ο Βιργνιος ερχτανε στο σπτι, αλλ φτανε μνο μχρι
τη μπροστιν βερντα, γιατ πντα βγαινε πρτος ο γρος, ουρλιζοντας στο γιο του και χρησιμοποιντας τις πιο γριες βρισις. Ο Βιργνιος τ' ντεχε λα σιωπηλ, μιλοσε με τους λγους νγρους που εχαν μενει κι χοντας δει με τα μτια του πως ο πατρας του τανε καλ, φευγε. Και κανες λλος δε πγαινε ποτ κει, αν και μερικς φορς βλεπαν απ μακρι το γρο στα θλιβερ του χωρφια να καβαλ το γρικο σπρο λογο, που τελικ τονε σκτωσε.
    
Το περασμνο καλοκαρι μθαμε τι νοιγε τους τφους στο κδρινο λσος που αναπαονταν πντε γενις της οικογνειας της γυνακας του. νας νγρος το 'χε αναφρει κι ο αρμδιος υπλληλος της διεθυνσης υγεας της περιοχς πγε κει πρα, βρκε το σπρο λογο δεμνο στο λσος και το γρο να βγανει απ' το λσος με μια καραμπνα. Ο υπλληλος φυγε και δυο μρες αργτερα πγε νας εκπρσωπος της εισαγγελεας εκε και βρκε το γρο ξαπλωμνο δπλα στο λογο, με το πδι του πιασμνο στον αναβολα και στο σμα του αλγου τ' γρια σημδια του μπαστουνιο -χι βργα, αλλ μπαστονι- που το 'χε χτυπσει ξαν και ξαν και ξαν. Κι τσι τον θαψαν, ανμεσα στους τφους που 'χε συλσει.
    
Ο Βιργνιος κι ο ξδελφος ρθανε στη κηδεα. Αυτο οι δυο αποτελοσανε, στην ουσα, λη τη κηδεα. Γιατ ο νσελμ Τζονιορ δεν ρθε. Οτε πλησασε αργτερα το σπτι του, που ο Βιργνιος μεινε αρκετ καιρ για να το κλειδσει και να ξεπληρσει τους νγρους. Αλλ κι αυτς γρισε μετ στου ξαδλφου του και σ' ελογο χρονικ διστημα η διαθκη παρουσιστηκε για επικρωση στο δικαστ Ντιοκινφιλντ. Το περιεχμενο της διαθκης δεν αποτελοσε μυστικ και λοι το μθαμε. τανε κανονικ και δε μας δημιοργησε καμα κπληξη οτε η ακρβει της, οτε το περιεχμεν της, οτε η διατπωσ της:

   ...με εξαρεση αυτ τα δο κληροδοτματα, δνω και κληροδοτ... τη περιουσα μου στον μεγαλτερ μου γιο Βιργνιο, με τη προπθεση τι θ' αποδειχτε μπρος στον... κυβερντη τι ταν ο αναφερμενος Βιργνιος ο οποος πλρωνε τους φρους της γης μου, ο κυβερντης θα εναι ο μοναδικς κι αναμφισβτητος κριτς της απδειξης
.

     Τα λλα δο κληροδοτματα τανε:

     Στο νετερο γιο μου νσελμ δνω δυο πλρεις σειρς ιπποσκευν για μουλρια με την προπθεση τι αυτ η ιπποσκευ να χρησιμοποιηθε απ τον νσελμ για μα επσκεψη στο τφο μου. Αλλις αυτ η ιπποσκευ να γνει και να παραμενει μρος της περιουσας μου πως περιγρφτηκε πιο πνω.

     Στον ξδελφο μου εξ αγχιστεας Γκρνμπι Ντοντζ δνω να δολριο μετρητ, για να χρησιμοποιηθε απ' αυτν για την αγορ βιβλου
βιβλων μνων, ως νδειξη της ευγνωμοσνης μου για τ' τι τιζε και πρσφερε στγη στον γιο μου Βιργνιο απ ττε που ο Βιργνιος εγκατλειψε το σπτι μου
.

     Αυτ ταν η διαθκη. Κι εμες παρακολουθοσαμε για να ακοσουμε να δομε τι θα λεγε ο νος νσελμ. Και δεν ακοσαμε οτ' εδαμε
τποτα. Μετ παρακολουθοσαμε να δομε τι θα κανε ο Βιργνιος. Οτε αυτς κανε τποτα. δε ξραμε εμες τι κανε τι σκεφτταν. Αλλ τσι ταν ο Βιργνιος. Ετσι κι αλλις, η υπθεση εχε τελεισει. Το μνο που 'χε κνει ο Βιργνιος ταν να περιμνει μχρι να κυρσει ο δικαστς Ντιοκινφιλντ τη διαθκη και μετ μποροσε να δσει του νσελμ το μερδιο του -αν εχε σκοπ να το κνει. Πνω στο θμα αυτ μασταν χωρισμνοι σε δυο ομδες.
 -«Δεν εχε ποτ προβλματα με τον νσελμ», επαν κποιοι.
 -«Αν κρνεις απ' αυτ, θα πρπει να μοιραστε το
αγρκτημα του μ' λους στη περιοχ» απαντοσανε κποιοι λλοι.
 -«Αλλ ταν ο Βιργνιος που προσπθησε ττε να πληρσει το πρστιμο του νσελμ», λεγαν οι πρτοι.
 -«Κι ταν ο Βιργνιος πλι που πγε με το μρος του πατρα του ταν ο νος νσελμ θελε να διαιρσει τη γη», λγαν οι λλοι. Κι τσι περιμναμε και παρακολουθοσαμε.
     Παρακολουθοσαμε το δικαστ Ντιοκινφιλντ τρα. Ξαφνικ, λη η υπθεση βρισκτανε στα χ
ρια του, σαν να 'ταν Θες που στεκτανε πνω απ το εκδικητικ κι αποδοκιμαστικ γλιο του γρου, που ακμη και κτω απ' τη γη δε πθαινε κι επσης πνω απ' αυτ τα δο ασυμφιλωτα αδλφια που για δκα χρνια δεν θελε ο νας να ξρει τποτε για τον λλον. Κι λοι νιθαμε τι μ' αυτ την τελευταα του κνηση ο γρος νσελμ εχε παρατραβξει το σκοιν. Επιλγοντας το δικαστ Ντιοκινφιλντ η παραφροσνη του γρου εχε κνει δινα, γιατ πιστεαμε πως ο γρος νσελμ εχε διαλξει απ μας το μοναδικ με τσην εντιμτητα, τιμ και κοιν λογικ -με κενο το εδος εντιμτητας και τιμς που ποτ δεν εχε το χρνο να συγχεται και ν' αμφιβλλει για τον εαυτ του, απ το πολ διβασμα των νομικν. Το γεγονς και μνο πως η επικρωση ενς αρκετ απλο εγγρφου φαινταν να του χρειζεται υπερβολικ χρνο, ταν λλη μια απδειξη για μας τι ο δικαστς Ντιοκινφιλντ ταν ο μνος απ' λους μας που πστευε πως η δικαιοσνη εναι κατ το μισ γνση των νμων και κατ το λλο μισ τυφλ εμπιστοσνη στον εαυτ σου και στο Θε.
    
Καθς πλησαζε η λξη της προθεσμας που 'χεν οριστε, παρακολουθοσαμε το δικαστ Ντιοκινφιλντ στη καθημερν του βλτα απ το σπτι στο γραφεο, στην αυλ του δικαστηρου. Κινονταν προσεκτικ και χωρς βιασνη -νας χρος πνω απ' τα εξντα, επιβλητικς, με σπρα μαλλι και μ' να ρθιο κι αξιοπρεπς παρστημα που οι νγροι ονμαζαν «πισπλατο». Εχε διοριστε σμβουλος πριν δεκαεπτ χρνια. Εχε λγες νομικς γνσεις, αλλ μεγλη δση ακλνητης κοινς λογικς κι εδ και δεκατρα χρνια κανες δε διαφωνοσε με την επανεκλογ του. Ακμη κι αυτο που 'ταν εξοργισμνοι απ το προ και συγκαταβατικ φος του, τονε ψηφζανε κατ καιρος μ' να εδος παιδικς εμπιστοσνης και πστης. Κι τσι τον παρακολουθοσαμε χωρς ανυπομονησα, ξροντας πως τελικ θα 'κανε το σωστ, χι επειδ ταν αυτς που το 'κανε, αλλ γιατ δεν επτρεπε στον εαυτ του σ' οποιονδποτε λλο να κνει τποτα εκτς απ το σωστ. Και κθε πρω τονε βλπαμε να διασχζει τη πλατεα ακριβς στις οκτ και δκα και να πηγανει στα δικαστρια, που ο νγρος θυρωρς, για να του ανοξει το γραφεο, τονε περμενε ακριβς για δκα λεπτ μνο, με την ωρολογιακ ακρβεια που το γνωστ μοντονο σινιλο προδικζει την φιξη του τρνου. Ο δικαστς μπαινε στο γραφεο κι ο νγρος παιρνε θση σε μια πτυσσμενη καρκλα, επιδιορθωμνη με σρμα, στο γεμτο σημαες διδρομο που χριζε το γραφεο απ την αθουσα δικαστηρου κι εκε καθταν λη τη μρα ρεμβζοντας, πως το 'κανε εδ και δεκαεπτ χρνια. Στις πντε το απγευμα ο νγρος ξυπνοσε, μπαινε στο γραφεο και μλλον ξυπνοσε και τον δικαστ, που 'χε ζσει αρκετ για να ξρει τι το βρος της κθε δουλεις βρσκεται συνθως στα βιαστικ μυαλ κενων των θεωρητικν που δεν χουνε δικ τους δουλει. Μετ τους βλπαμε να διασχζουν ξαν το δρμο ο νας πσω απ' τον λλον και να στρβουνε για το σπτι τους, οι δυο κοιτζοντας εμπρς και με περπου δεκαπντε πδια απσταση μεταξ τους, περπατντας τσον ρθιοι που οι δο ρεντιγκτες φτιαγμνες απ' τον διο ρφτη, στο μγεθος του δικαστ, κρμονταν απ τους μους τους σα μονοκμματα σανδια, χωρς να διακρνονται η μση οι γοφο.
    
να απγευμα, λγο μετ τις πντε, νθρωποι ρχισαν να τρχουν ξαφνικ και να διασχζουν την πλατεα για να φτσουν στα δικαστρια. Κποιοι λλοι τους εδανε κι αρχσανε κι αυτο να τρχουν με τα πδια βαρι στο πλακστρωτο ανμεσα στις μαξες και στ' αυτοκνητα, με τις φωνς τους τεταμνες κι επμονες:
 -«Τ; Τ συμβανει»;
 -«Ο δικαστς Ντιοκινφιλντ», απλθηκαν οι λξεις κι οι νθρωποι τρξανε και μπ
κανε στο διδρομο με τις σημαες ανμεσα στην αθουσα του δικαστηρου και το γραφεο, που ο γρο-νγρος με τη πολυφορεμνη του ρεντιγκτα καθταν με τα χρια ψηλ χτυπντας τις παλμες του. Πρασαν απ δπλα του και τρξανε στο γραφεο. Ο δικαστς καθτανε στο τραπζι, ελχιστα μισοξαπλωμνος στη καρκλα, αρκετ νετα. Τα μτια του ταν ανοικτ. Τον εχανε πυροβολσει μια φορ ανμεσα στα μτια και γι' αυτ το λγο φαιντανε τρα σα να 'χε τρα στη σειρ. Η σφαρα υπρχε, ταν εκε παρλο που κενη τη μρα δεν υπρχε κανες στη πλατεα κι ο γρο-νγρος που καθταν λη τη μρα στη καρκλα στο διδρομο δεν εχε ακοσει χο.
    
Ο Γκβιν Στβενς χρειστηκε πολ χρνο, κενη τη μρα -αυτς και το μικρ μπροντζινο κουτ. Γιατ το αντατο ορκωτ δικαστριο δε μποροσε στην αρχ να καταλβει πο αποσκοποσε- και δε μποροσαν να το καταλβουν αυτ οτε τα αδλφια, οτε ο ξδελφος, οτε ο γρο-νγρος. Τελικ, ο προστμενος των ενρκων τονε ρτησε απευθεας:
 -«Ισχυρζεσαι, Γκβιν, τι υπρχει σνδεση μεταξ της
διαθκης του κ. Χλαντ και του φνου του δικαστ Ντιοκινφιλντ»;
 -
«Ναι» επε ο εισαγγελας της κομητεας, «και θα υποστηρξω κτι παραπνω απ' αυτ».
    
λοι τον παρακολουθοσαν: οι νορκοι, τα δυο αδλφια. Μνον ο γρο-νγρος κι ο ξδελφος δε τονε κοιτοσαν. Ο νγρος φαινταν να 'χε γερσει πενντα χρνια μσα σε μια βδομδα. Εχε αναλβει δημσια θση ταυτχρονα με τον δικαστ κι αυτ οφειλτανε στο γεγονς τι εχεν υπηρετσει την οικογνεια του δικαστ παραπνω απ' ,τι θυμονταν μερικο απ μας. ταν μεγαλτερος απ' τον δικαστ, αν και μχρι κενο το απγευμα, πριν απ μια βδομδα, φαιντανε σαρντα χρνια νετερος -μια μαραμνη φιγορα, μορφη στην ογκδη ρεντιγκτα του, που 'φτανε στο γραφεο δκα λεπτ πριν απ τον δικαστ, το νοιγε, το σκοπιζε και ξεσκνιζε το τραπζι χωρς ν' αλλξει τη θση κανενς απ' τα αντικεμενα που βρσκονταν πνω σ' αυτ. Τα 'κανε λα με μια φροντισμνην ανεμελι, καρπς δεκαεπτ χρνων εξσκησης και μετ αποχωροσε για πνο στη καρκλα στο διδρομο. Δηλαδ, κανε πως κοιμται (Ο μνος λλος δρμος για να φτσει κανες στο γραφεο ταν μσω της στενς ιδιωτικς σκλας που 'βγαινε απ την αθουσα δικαστηρου, που χρησιμοποιονταν μνο απ' τον προεδρεοντα δικαστ κατ τη διρκεια της συνεδρασης του δικαστηρου και πλι πρεπε να περσει κανες τον διδρομο σε απσταση οκτ ποδιν απ τη καρκλα του νγρου, εκτς αν ακολουθοσε το διδρομο μχρι το σημεο που σχημτιζε μια γωνα κτω απ το μοναδικ παρθυρο του γραφεου κι μπαινε απ' το παρθυρο).
     Κανες ντρας γυνακα δεν
εχε περσει ποτ δπλα απ' αυτ τη καρκλα χωρς να δει τα ρυτιδωμνα βλφαρα του κατχου της ν' ανογουν αιφνδια πνω στα καφ, αβαθ μτια προχωρημνης ηλικας. Καμι φορ σταματοσαμε και του μιλοσαμε, για ν' ακοσουμε τη φων του να κυλει με την υπερβολικ σχημη προφορ της πομπδους κι ανοσιας νομικς φρασεολογας που 'χεν αποκτσει ασυνεδητα, σα να 'χε κολλσει μικρβιο και που αναπαργαγε με μια εξ-δρας βαθτητα, που μας κανε να παρακολουθομε τον διο τον δικαστ με χαρομενη και γεμτη στοργ διθεση. ταν μως γρος, ξεχνοσε τα ονματ μας και καμι φορ μας μπρδευε. Και μπερδεοντας τα πρσωπ μας και τις γενις μας ακμη, ξυπνοσε που και που απ' τον πνο του για να προκαλε τομα που δεν υπρχαν και που 'χανε πεθνει πολ πριν. Αλλ κανες δε κατφερε ποτ να περσει απ δπλα του χωρς να γνει αντιληπτς.
    
Οι λλοι στην αθουσα παρακολουθοσαν τον Στβενς -οι νορκοι γρω απ' το τραπζι, τα δυο αδλφια που κθονταν στις απναντι πλευρς του πγκου, με τα δια σκορα, αετσια πρσωπα και τα χρια τους διπλωμνα με τον διον τρπο.
 -«Ισχυρζεστε τι ο φονις του δικαστ
Ντιοκινφιλντ βρσκεται σ' αυτ την αθουσα;» ρτησε ο προστμενος των ενρκων. Ο εισαγγελας της κομητεας τους κοταξε, δηλαδ κοταξε λες τις φτσες που τον παρακολουθοσαν.
 -«Θα ισχυριστ κτι παραπνω απ'
αυτ», επε.
 -
«Να ισχυριστετε» επε ο νσελμ, ο μικρτερος δδυμος. Καθταν μνος του, στη δικ του κρη του πγκου, μ' λη την κταση του πγκου μεταξ αυτο και του αδελφο του που δεν του 'χε μιλσει για δεκαπντε χρνια, παρακολουθντας τον Στβενς μ' γρια, επμονη και συνεχ ματι.
 -
«Ναι» επε ο Στβενς.
     Καθτανε στην κρη του τραπεζιο. ρχισε να
μιλ χωρς να κοιτ κανναν ιδιατερα και μιλοσε μ' ελαφρ τνο σα να 'λεγε ανκδοτα. λεγε αυτ που δη γνωρζαμε, ζητντας μνον επιβεβαωση απ' τον λλον δδυμο, τον Βιργνιο. λεγε για τον νο νσελμ και τον πατρα του. Ο τνος της φωνς του ταν ευθς κι ευχριστος. Φαινταν να παρνει το μρος των ζωντανν, λγοντας πως ο νος νσελμ εχε φγει απ' το σπτι οργισμνος, μια κατανοητ οργ που αφοροσε τον τρπο που ο πατρας του μεταχειριζταν τη γη που ανκε κποτε στη μητρα του και που την εν λγω στιγμ δικαιωματικ το μισ της τανε δικ του. Ο τνος τανε σωστς, αληθοφανς, ειλικρινς κι σως, λγο μεροληπτικς για τον νσελμ Τζονιορ. Αυτ ταν. Εξαιτας αυτς της φαινομενικς μεροληψας, ρχισε ν' αναφανεται μια εικνα του νου νσελμ που τον καταδκαζε για κτι που ττε ακμη δε γνωρζαμε. τανε καταδικασμνος απ' τη μεγλη του επιθυμα για δικαιοσνη κι απ την αγπη για τη νεκρ μητρα του, παραμορφωμνες απ τη βα που 'χε κληρονομσει απ' τον διο νθρωπο που τον αδκησε.
     Τα δυο αδλφια κθονταν εκε, με κενο τον εντελς
λεο πγκο ανμεσ τους, ο νετερος παρακολουθντας τον Στβενς με κενο το βαιο βλμμα που προσπαθοσε μταια να συγκρατσει κι ο μεγαλτερος μ' ν εξσου ντονο βλμμα, αλλ με ανεξιχναστο πρσωπο. Ο Στβενς τρα λεγε πως ο νος νσελμ εχε φγει οργισμνος και πως, να χρνο αργτερα, ο Βιργνιος, ο πιο συχος κι ρεμος, που 'χε πνω απ μια φορ προσπαθσει να τους συμφιλισει, αναγκστηκε κι αυτς με τη σειρ του να φγει. Ξαν ο Στβενς ζωγρφισε μιαν αληθοφαν κι ειλικριν εικνα: των δυο αδελφν, χωρισμνων χι απ' τον εν ζω πατρα τους, αλλ απ' αυτ που 'χε κληρονομσει καστος απ' αυτν κι επιπλον αποκλεισμνων απ τη γη που χι μνο δικαιωματικ ταν δικ τους, αλλ που βρσκονταν και τα λεψανα της μητρας τους.
 -«τσι ρθαν τα πργματα. Τα δυο αδλφια παρακολουθοσαν εξ αποστσεως τη καλ τους γη που σιγ-σιγ καταστρεφτανε, το σπτι που γεννθηκαν αυτο κι η μητρα τους να γκρεμζεται εξαιτας ενς τρελαμνου γρου που 'χε ξεπερσει τα ρια, που τους εχε διξει απ' το σπτι και που δεν κανε τποτα γι' αυτος παρ να τους στερσει τη γη τους για πντα, θλοντας να τη πουλσει για να γλιτσει μερικος φρους. Αλλ κποιος του αντρεψε αυτ τα σχδια, κποιος με αρκετ προνοητικτητα κι αρκετ αυτολεγχο για να επιμενει στην ποψη του τι το ζτημα δεν αφοροσε καννα λλο τουλχιστον για σο καιρ πληρνονταν οι φροι. ρα, τι εχαν να κνουν ταν να περιμνουν να πεθνει ο γρος. Ετσι κι αλλις, γρος ταν, αλλ ακμη κι αν ταν νος, η αναμον δε θα 'τανε πολ δσκολη για ναν νθρωπο με ττοιον αυτολεγχο κι ας μην ξερε το περιεχμενο της διαθκης του γρου. Αντθετα, η αναμον δεν θα ταν τσο εκολη για ναν ανυπμονο, βαιο νθρωπο, ειδικ αν αυτς ο βαιος νθρωπος ξερε υποψιαζτανε το περιεχμενο της διαθκης που τον ικανοποιοσε κι επιπλον θεωροσε πως εχε ανκκλητα αδικηθε, το να χσει το καλ του νομα και τα πολιτικ του δικαιματα μσω της δρσης ενς ανθρπου που δη τον εχε απογυμνσει και του 'χε στερσει τα καλτερα χρνια της ζως του ανμεσα σε ανθρπους, αναγκζοντας τον να ζει σαν ερημτης σε μια καλβα πνω στο λφο. νας ττοιος νθρωπος δεν θα 'χε οτε το χρνο κι οτε τη τση ν' ασχολεται με το αν θα περιμνει κτι ττοιο χι».
     Τα δυο αδλφια τον κοιτοσαν. Εκτς απ τα μτια του νσελμ, ολκληρα τα σματα τους φανονταν σα σκαλισμνα σε βρχο. Ο Στβενς μιλοσε ρεμα, χωρς να κοιτ κανναν ιδιατερα. ταν εισαγγελας της κομητεας περπου για σα χρνια τανε σμβουλος ο δικαστς Ντιοκινφιλντ. ταν απφοιτος του Χρβαρντ: νας νθρωπος με χαλαρς αρθρσεις και πυκν ξεχτνιστα γκρζα μαλλι, που μποροσε να συζητ για τον Ανστιν με καθηγητς κολεγου, αλλ και που περνοσε ακμη απογεματα ολκληρα με τους στεγους που ακουμποσανε στους τοχους των επαρχιακν μαγαζιν, μιλντας μαζ τους τη γλσσα τους. Ολ' αυτ τα ονμαζε διακοπς.
 -«Αργτερα πθανε ο πατρας, πως θα μποροσε να 'χε προβλψει κθε νθρωπος με αυτολεγχο. Κι η διαθκη του παρουσιστηκε για επικρωση κι ακμη κι νθρωποι μακρι πνω στους λφους μαθαν τι γραφε αυτ, μθαν τι επιτλους αυτ η ταλαιπωρημνη γη θ' ανκε πλον στον δικαιωματικ της ιδιοκττη. ιδιοκττες, εφσον ο νσελμ Χλαντ ξρει σο κι εμες τι ο Βιργνιος δε θα 'παιρνε παραπνω απ το μερδιο του, σχετα με τη διαθκη, οτε τρα, οτε ποτ. Ο νσελμ το ξρει αυτ επειδ ξρει τι κι ο διος στη θση του Βιργινου αυτ θα κανε. Γιατ εκτς απ παιδι του νσελμ Χλαντ, εναι και παιδι της Κορνηλας Μρντις. Αλλ ακμη και να μη το 'ξερε αυτ ο νσελμ, θα 'ξερε τι η γη που ανκε στη μητρα του κι που βρσκονται τρα τα λεψανα της θα 'τανε πλον σε καλ χρια. ρα κενη τη νχτα, ταν μαθε τι ταν νεκρς ο πατρας του, σως πρτη φορ απ ττε που 'τανε παιδ, πριν ακμη πεθνει η μητρα του, που ανβαινε η δια τη νχτα για να δει αν κοιμται, σως πρτη φορ απ ττε, ο νσελμ κοιμθηκε. Γιατ, βλπετε, λα εχανε πια δικαιωθε: η προσβολ, η αδικα, το χαμνο καλ νομα κι η κηλδα της φυλακς -λα σα να 'ταν μνον να κακ νειρο. Ξεχασμνο πια, γιατ τα πργματα τανε πλι εντξει. Στο μεταξ βλπετε, ο νσελμ εχε συνηθσει τη ζω του ως ερημτη, εξλλου δε μποροσε πια να την αλλξει, μετ τσα χρνια. ταν πιο ευτυχισμνος εκε ξω, μνος. Και τρα να ξρει πως λα περσανε, σαν εφιλτης, πως η γη, η γη της μητρας του, η κληρονομι της και το μαυσωλεο της βρσκονται πλον στα χρια του μοναδικο ανθρπου που μποροσε να εμπιστευθε, στω κι αν δεν μιλιονταν. Δεν το καταλαβανετε»;
     Τον παρακολουθοσαμε καθς βρισκμασταν γρω απ' το τραπζι που δεν εχε διαταραχθε απ τη μρα που πθανε ο δικαστς Ντιοκινφιλντ, που ακμη βρσκονταν τα αντικεμενα που αποτελοσαν, μαζ με τη κννη του πλου, τη τελευταα θα του δικαστ και με τα οποα λοι μασταν εδ και χρνια εξοικειωμνοι -τα χαρτι, το βρμικο μελανοδοχεο, το κοντχοντρο στυλ που αγαποσε ο δικαστς, το μικρ μπροτζινο κουτ που με το βρος του κρατοσε τα χαρτι να μη τα σκορπσει ο αρας. Στις κρες του ξλινου πγκου, οι δυο δδυμοι παρακολουθοσαν τον Στβενς, ακνητοι και με διαπεραστικ βλμμα.
 -«Οχι, δεν το καταλαβανουμε», επε ο πρεδρος. «Πο αποσκοπετε; Ποι εναι η σχση ανμεσα σ' λα αυτ και τη δολοφονα του δικαστ Ντιοκινφιλντ»;
 -«Να σας το εξηγσω» επε ο Στβενς. «Ο δικαστς Ντιοκινφιλντ σκοτθηκε εν επικρωνε τη διαθκη. ταν μια παρξενη διαθκη, αλλ λοι το περιμναμε αυτ απ' τον κ. Χλαντ. ταν μως νμιμη κι οι δικαιοχοι ταν λοι τους ικανοποιημνοι. Ολοι μας ξρουμε τι το μισ της γης θα δοθε στον νσελμ την δια στιγμ που το θελσει. ρα δεν υπρχε καννα πρβλημα. Η επικρωση της πρεπε να ταν καθαρ τυπικ ζτημα. Κι μως ο δικαστς Ντιοκινφιλντ την εχε σ' εκκρεμτητα για πνω απ δυο βδομδες ταν πθανε. Κι τσι κενος ο νθρωπος που νμιζε τι το παν που 'χε να κνει ταν να περιμνει...-»
 -«Ποις νθρωπος;» επε ο πρεδρος.
 -«Περιμνετε» επε ο Στβενς. «Το παν που 'χε να κνει κενος ο νθρωπος ταν να περιμνει. Αλλ δεν ταν η αναμον που τον ανησυχοσε, γιατ δη περμενε δεκαπντε χρνια. Δεν ταν αυτ. τανε κτι λλο που θυμθηκε ταν τανε πλον αργ, κτι που δεν πρεπε να 'χε ξεχσει. Γιατ πρκειται για νθρωπο ξυπνο, μ' αυτολεγχο και προνοητικτητα. Μ' αρκετ αυτολεγχο για να περιμνει δεκαπντε χρνια την ευκαιρα του και με αρκετ προνοητικτητα για να χει προετοιμαστε για λα τ' απρβλεπτα, εκτς απ να: τη μνμη του. Κι ταν τανε πολ αργ πια, θυμθηκε τι υπρχε κι λλος νας νθρωπος που θα θυμταν αυτ που 'χε ξεχσει ο διος. Κι αυτς ο νθρωπος ταν ο δικαστς Ντιοκινφιλντ. Κι αυτ το κτι που θα θυμταν αυτς εναι τι κενο το λογο δε μποροσε να 'χε σκοτσει τον κ. Χλαντ». 
     ταν η φων του σιπησε, δεν ακοστηκε χος σ' λη την αθουσα. Οι νορκοι κθονταν σιωπηλο γρω απ' το τραπζι και κοιτοσανε τον Στβενς. Ο νσελμ γρισε την οργισμνη φτσα του μια φορ στον αδελφ του και μετ ξαναγρισε το βλμμα του στον Στβενς, μνο που τρα γερνε λγο μπροστ. Ο Βιργνιος δεν εχε κινηθε και δεν υπρχε καμα αλλαγ στη σοβαρ κφραση του. Ανμεσα σ' αυτν και τον τοχο καθταν ο ξδελφος. Κρατοσε τα χρια του ακουμπισμνα στα γνατα και το κεφλι του τανε λγο σκυμμνο, σα να βρισκτανε στην εκκλησα. Γι' αυτν ξραμε μνον τι τανε κτι σα πλανδιος ιεροκρυκας κι τι κθε τσο μζευε σειρς απ καχεκτικ λογα και μουλρια και τα πγαινε κπου που τ' αντλλασσε τα πουλοσε. ταν νθρωπος που δε μιλοσε συχν και που στις συναλλαγς του μ' λλους ανθρπους δειχνε τση ντροπαλτητα κι λλειψη αυτοπεποθησης που λοι τον λυπμασταν, με το εδος εκενο του οκτου που νιθει κανες μπρος σ' ν ανπηρο σκουλκι. Φοβμασταν ακμη και να του δημιουργσουμε το γχος ν' απαντσει με «ναι» «χι» σε μιαν ερτηση. Αλλ ακογαμε πως, τις Κυριακς, στους μβωνες επαρχιακν εκκλησιν, γινταν λλος νθρωπος κι η φων του λλαζε σε πραγματικ φων ιεροκρυκα, με δναμη και συγκνηση.
 -«Φανταστετε την αναμον», επε ο Στβενς, «του ανθρπου που ξερε εκ των προτρων τι θα γιντανε και που κατλαβε τελικ τι ο λγος γιατ δεν γιντανε τποτα, γιατ κενη η διαθκη εχε μπει στο γραφεο του δικαστ Ντιοκινφιλντ και μετ προφανς εχε χαθε, ταν επειδ εχε ξεχσει κτι που δεν πρεπε να ξεχσει. Δηλαδ το γεγονς τι ο δικαστς Ντιοκινφιλντ ξερε κι αυτς τι δεν ταν ο Χλαντ που 'χε χτυπσει το λογο. Ο νθρωπος ξερε τι κι ο δικαστς Ντιοκινφιλντ γνριζε πως ο νθρωπος που 'χε κτυπσει κενο το λογο με το μπαστονι τσο δυνατ στε να του αφσει σημδια στη πλτη ταν αυτς που πρτα σκτωσε τον κ. Χλαντ και μετ του κρμασε το πδι σε κενο τον αναβολα και χτπησε το λογο για ν' αφηνισει. Αλλ το λογο δεν αφνιασε. Ο εν λγω νθρωπος το ξερε αυτ εκ των προτρων. ξερε πολ καλ τι το λογο δεν θ' αφνιαζε, αλλ το 'χε ξεχσει. Γιατ ταν ταν ακμη πουλρι, το εχανε δερει τσο δυνατ μια φορ, στε απ ττε και μνο που 'βλεπε βργα στο χρι του καβαλρη ξπλωνε στο δαφος, πως ακριβς ξερε ο κ. Χλαντ κι πως ξεραν λοι του στενο κκλου της οικογνειας Χλαντ. ρα το λογο απλς ξπλωσε πνω στο κορμ του κ. Χλαντ. Αλλ κι αυτ ταν εντξει στην αρχ κι αυτ καλ ταν. Ετσι σκεφτταν εκενος ο νθρωπος για περπου μια εβδομδα, ξαπλωμνος στο κρεβτι του τα βρδια και περιμνοντας, πως περμενε εδ και δεκαπντε χρνια. Αλλ οτε και ττε που τανε πια αργ και συνειδητοποησε τι εχε κνει να λθος, οτε ττε θυμθηκε λ' αυτ που δεν πρεπε να 'χε ξεχσει ποτ. Μετ, ταν τανε πια αργ, τα θυμθηκε κι αυτ, ταν πλον εχε ανακαλυφθε το πτμα και τα σημδια πνω στο λογο κι τανε πολ αργ πια ν' αφαιρεθονε. Τη στιγμ που τα θυμθηκε λ' αυτ, τα σημδια θα 'χαν εξαφανιστε τσι κι αλλις. Κι υπρχε μνον νας τρπος για να εξαφανιστον κι απ' το μυαλ των ανθρπων. Φανταστετε τον εκενη τη στιγμ, τον τρμο του, την οργ του, την ασθηση του, τι τον κοριδεψε κποιος χωρς να μπορε να διορθσει το λθος, την οργισμνη του επιθυμα να γυρσει για να λεπτ και μνο το χρνο πσω, ν' ανατρψει ν' αποτελεισει κτι ταν εναι πλον αργ. Γιατ το τελευταο πργμα που θυμθηκε ταν τανε πια αργ τανε πως ο κ. Χλαντ εχε αγορσει κενο το λογο απ το δικαστ Ντιοκινφιλντ, τον νθρωπο που καθταν εδ, σ' αυτ το τραπζι, ασχολομενος με την ισχ μιας διαθκης που χριζε σε κποιον δυο χιλιδες εκτρια της καλτερης γης αυτς της κομητεας. Κι εφσον υπρχε μνον νας τρπος για ν' αφαιρεθον εκενα τα σημδια, περμενε, αλλ δεν γινε τποτα. Κι ξερε γιατ δεν γινε τποτα. Και περμενο σο μπρεσε, μχρι που πστεψε τι διακυβεονται παραπνω απ κποια στρμματα γης. ρα, τ λλο μποροσε να κνει παρ' αυτ που 'κανε»;
     Πριν ακμη τελεισει ο Στβενς μλησε ο νσελμ. Η φων του τανε σκληρ κι απτομη.
 -«Κνετε λθος», επε.
     Μεμις, τον κοιτξαμε λοι πως σκυβε μπροστ στον πγκο, με τις λασπωμνες μπτες του και τη πολυφορεμνη φρμα του, αγριοκοιτζοντας τον Στβενς. Ακμη κι ο Βιργνιος γρισε και για μια στιγμ τονε κοταξε. Μνο ο ξδελφος κι ο γρο-νγρος δεν εχανε κουνηθε καθλου. Δε φανονταν να παρακολουθονε.
 -«Πο κνω λθος;» επε ο Στβενς. Αλλ ο νσελμ δεν απντησεν αμσως. Αγριοκοταζε τον Στβενς.
 -«Θα πρει ο Βιργνιος το σπτι παρ' λο που... που...»
 -«Παρ' λο τ;» ρτησε ο Στβενς.
 -«Εν αυτς... τι...»
 -«Εννοες τον πατρα σου; Αν πθανε δολοφονθηκε»;
 -«Ναι», επε ο νσελμ.
 -«Ναι. Εσ κι ο Βιργνιος παρνετε τη γη ετε ισχει ετε χι η διαθκη, δεδομνου, φυσικ, πως ο Βιργνιος τη μοιρζεται μαζ σου. Αλλ ο νθρωπος που σκτωσε τον πατρα σου δεν τανε σγουρος γι' αυτ και δε τολμοσε να ρωτσει. Επειδ δεν θελε να ισχσει αυτ η διαθκη».
 -«Κνεις λθος», επε ο νσελμ, με κενη τη σκληρ, απτομη φων. «Εγ τονε σκτωσα, μα χι εξαιτας του καταραμνου αγροκτματος. Και τρα φρτε το σερφη».
     Και τρα ταν ο Στβενς που, κοιτζοντας επμονα το οργισμνο πρσωπο του νσελμ, επε ρεμα:
 -«Κι εγ λω πως εσ κνεις λθος, νσελμ».
     Για μια στιγμ, μες που παρακολουθοσαμε πσαμε απ' τα σννεφα, σε μια ονειρικ κατσταση, σα να ξραμε εκ των προτρων τι θα γιντανε, ταυτχρονα μως γνωρζοντας τι δεν εχε καμι σημασα γιατ θα ξυπνοσαμε σντομα. ταν σα να 'χε σταματσει ο χρνος, παρακολουθντας τα γεγοντα απ' ξω και πρα απ το χρνο, βλποντας μ' λλα μτια τον νσελμ, σα να μη τον εχαμε δει ποτ πριν. Ακοστηκε νας χος, νας αργς, μακρσυρτος χος, καθλου δυνατς, σως νας χος ανακοφισης -κτι ττοιο. Ισως σκεφτμασταν λοι πως ο εφιλτης του νσελμ πρπει να 'χε τελεισει. ταν σα να 'χαμε κι εμες ανατρξει ξαφνικ πσω κε που το παιδ νσελμ τανε ξαπλωμνο στο κρεβτι του κι η μητρα του, που λγαν τι του 'χε αδυναμα, της οποας τσο τη κληρονομι σο και τη τελευταα κατοικα χασε, τρα μπαινε στο δωμτιο να τονε κοιτξει για μια στιγμ πριν ξαναφγει. Πολ παλις αναμνσεις... Και το αγρι που ττε τανε ξαπλωμνο στο κρεβτι του, εχε πια εξαφανιστε, πως λοι μας το παθανουμε αυτ, γιατ τσι πρπει πντα να γνει κι τσι γνεται. Κενο το αγρι ταν νεκρ πια σο ταν κι οι προγονο του σε κενο το συλημνο κδρινο λσος, ανμεσα λοιπν σ' αυτ το αγρι και τον ντρα που κοιτοσαμε τρα, με λπη σως, αλλ χι με οκτο, υπρχε ν αγεφρωτο χσμα. τσι χρειστηκε σε μας, σο και στον νσελμ, αρκετ ρα μχρι να πισουμε το νημα του τι λεγε ο Στβενς, εν αυτς απλς επανλαβε:
 -«Κι εγ λω πως εσ κνεις λθος, νσελμ».
 -«Τ;» επε ο Ανσε. Επειτα κινθηκε. Δε σηκθηκε, παρλαυτ κπως φαινταν να ορμ μπροστ, βαια: «Εσαι ψετης. Εσ
 -«Εσ κνεις λθος, νσελμ. Δε σκτωσες εσ τον πατρα σου. Ο νθρωπος που σκτωσε τον πατρα σου ταν ο διος που μπρεσε να σχεδισει και να προγραμματσει να σκοτσει τον γρο που καθταν εδ πρα στο γραφεο καθημεριν, ανελλιπς, μχρι που ερχταν νας γρος νγρος, που τονε ξυπνοσε και του 'λεγε πως ρθε η ρα να πηγανει σπτι του -νας νθρωπος που ποτ δεν κανε σε ντρα, γυνακα παιδ παρ μνο καλ, γιατ πστευε τι ο Θες τονε βλπει. Δε σκτωσες εσ τον πατρα σου. Απατησες απ' αυτν ,τι πστευες πως τανε δικ σου κι ταν αυτς αρνθηκε να σου το δσει φυγες μακρι και δε του ξαναμλησες ποτ. Μθαινες πως παραμελοσε τη γη, αλλ κρτησες ειρηνικ στση, γιατ η γη δεν τανε τποτ' λλο παρ "κενο το καταραμνο αγρκτημα". Κρτησες ειρνη μχρι που μαθες πως νας παρανοκς σκαβε τους τφους που βρσκονται η σρκα και το αμα της μητρας σου. Ττε, και μνο ττε, πγες σ' αυτν για να διαμαρτυρηθες. Αλλ εσ δεν σουνα ποτ νθρωπος που διαμαρτρεται κι αυτς δεν ταν ποτ νθρωπος που ακοει. Τονε βρκες εκε, στο λσος, με τη καραμπνα του. Δε νομζω τι δωσες κι ιδιατερη προσοχ στη καραμπνα. Υπολογζω τι απλς του τη πρες απ' τα χρια, τον χτπησες με τα δικ σου γυμν χρια και τον φησες εκε δπλα στο λογο. Ισως νμισες τι πθανε. πειτα κποιος τυχε να περσει απ κει, αφο συ εχες φγει και τονε βρκε. σως εκενος ο κποιος ταν εκε λη την ρα, παρακολουθντας. Κποιος που τον θελε επσης νεκρ, χι απ θυμ κι οργ, αλλ απ ψυχρ υπολογισμ. Ισως για κποιο φελος απ μια διαθκη. ρα ρθε κε, βρκε ,τι εχες αφσει εσ και το αποτελεωσε -κρμασε το πδι του πατρα σου στον αναβολα και προσπθησε να χτυπσει το λογο για να φανεται πιστευτ, ξεχνντας μες στη βιασνη του κτι που δεν πρεπε να 'χε ξεχσει. Αλλ δεν σουν εσ. Γιατ εσ γρισες σπτι σου κι ταν μαθες πως τον βρκαν, δεν επες τποτε. Γιατ ττε σκφτηκες κτι που δεν τλμησες οτε να το πεις δυνατ. Κι ταν μαθες τι γραφε η διαθκη, πστεψες πως τρα πια ξρεις. Και χρηκες. Γιατ εχες ζσει μνος μχρι που τα νιτα κι οι επιθυμες σ' εγκατλειψαν και πλον το μνο που
'θελες ταν να 'σαι τσο ρεμος σο ρεμη εναι κι η στχτη της μητρας σου. Κι επιπλον, τ θα μποροσανε πια περιουσα και θση στη κοινωνα να σημανουν για ναν νθρωπο χωρς πολιτικ δικαιματα και μ' να κηλιδωμνο νομα
»;
     Παρακολουθοσαμε σιωπηλ καθς η φων του Στβενς σβηνε στο μικρ δωμτιο που δεν σλευε οτε ο αρας, λγω της θσης του κτω απ τον τοχο του δικαστικο μεγρου.
 -«Δε σκτωσες εσ οτε τον πατρα σου, οτε τον δικαστ Ντιοκινφιλντ, νσελμ. Διτι αν ο νθρωπος που σκτωσε τον πατρα σου εχε θυμηθε γκαιρα τι ο δικαστς Ντιοκινφιλντ κποτε κατεχε αυτ το λογο, ο δικαστς θα 'τανε ζωντανς τρα».
     Ανασαναμε ρεμα, καθισμνοι στο τραπζι που καθταν ο δικαστς Ντιοκινφιλντ ταν αναγκστηκε να κοιτξει κατφατσα τη κννη του πιστολιο. Το τραπζι δε το 'χε αγγξει κανες. Πνω του βρσκονταν ακμη τα χαρτι, οι πνες, το μελανοδοχεο, το μικρ παρξενα σκαλισμνο μπροντζινο κουτ, που του 'χε φρει η κρη του απ' την Ευρπη πριν απ δδεκα χρνια -για ποιον λγο δεν ξερε οτε αυτ, οτε ο δικαστς, γιατ ταν κατλληλο μνο γι' λατα μπνιου  καπν κι ο δικαστς δε χρησιμοποιοσε οτε το να, οτε τ' λλο- και που το χρησιμοποιοσε σα βρος για να συγκρατε χαρτι, αλλ κι αυτ τανε περιττ, εφσον στο δωμτο δε φυσοσε οτε αερκι. Κι μως το 'χε κε στο τραπζι, λοι μας το ξραμε, τον εχαμε δει πολλς φορς να παζει μ' αυτ εν μιλοσε, ν' ανογει το καπκι με το ελατριο και με το παραμικρ γγιγμα αυτ να κλενει μ' ναν δυνατ ξερ κρτο.
     ταν σκφτομαι λ' αυτ, καταλαβανω πως το υπλοιπο δεν πρεπε να μας κοστσει τσο χρνο. Τρα πια μου φανεται τι το ξραμε απ την αρχ. Ακμη και τρα νιθω κενη την αηδα χωρς οκτο που συνθως μεταφρζεται σε λπη, σα να βλπεις να σκουλκι σουβλισμνο σε μια βελνα και νιθεις αηδιαστικ αναγολα -και θλεις να το αποτελεισεις ακμη και με γυμν χρι, αν δεν χεις τποτε λλο, και σκφτεσαι: «Ελα. Πολτοποησ το. Πτησε το να λισει, να τελεινουμε μ' αυτ».
     Αλλ δεν ταν αυτ το σχδιο του Στβενς. Διτι εχε να σχδιο και καταλβαμε εκ των υστρων τι, εφσον δεν μποροσε να καταδικσει τον δρστη, πρεπε να καταδικαστε ο διος ο δρστης, να πιαστε σε παγδα. τανε λγο δικος ο τρπος του Στβενς κι αργτερα του το επαμε. («Αα», επε. «Δεν εναι η δικαιοσνη πντα δικη; Δεν αποτελεται πντα απ νισα μρη αδικας, τχης και κοινοτοπας;»).
     Τλος πντων, ττε δε μποροσαμε ακμη να καταλβουμε πο αποσκοποσε, ταν ρχισε πλι να μιλ σε κενο τον τνο -ελαφρ, σα να μας λεγε ανκδοτο και με το χρι του τρα στο μπροντζινο κουτ. Αλλ' οι νθρωποι συγκινονται τσο εκολα απ προκαταλψεις. Δεν εναι η πραγματικτητα κι οι συνθκες της που μας εκπλσσουν, αλλ' η ξαφνικ συνειδητοποηση ενς πργματος που 'πρεπε να ξρουμε, αν δεν μασταν τσο απασχολημνοι να πιστεουμε κτι, που αργτερα αποδεικνεται πως αποτελοσε αλθεια μνο και μνον επειδ κποια στιγμ τυχε να το πιστεουμε.
     Ο Στβενς μιλοσε πλι για το κπνισμα, για το πς νας νθρωπος δεν απολαμβνει πργματι τον καπν, παρ μνον ταν αρχζει να πιστεει τι τονε βλπτει και πως οι μη καπνιστς χνουν μιαν απ' τις μεγαλτερες απολασεις της ζως ενς ανθρπου μ' ευαισθησες: τη γνση τι υποκπτει σ' να βτσιο που μπορε να τονε σκοτσει.
 -«Καπνζεις νσελμ;» επε.
 -«χι», απντησε κενος.
 -«Οτε συ, τσι δεν εναι Βιργνιε»;
 -«χι», επε ο Βιργνιος. «Κανες απ μας δε κπνισε ποτ του -ο μπαμπς, ο νσελμ εγ. Μλλον κληρονομικ εναι».
 -«Ενα οικογενειακ χαρακτηριστικ», επεν ο Στβενς. «Συμβανει το διο και στην οικογνεια της μητρας σας; Στον δικ σας κλδο, Γκρνμπι»;
     Ο ξδελφος κοταξε τον Στβενς για λιγτερο απ μια στιγμ. Χωρς να κινηθε φαινταν να τρμει ελχιστα μες στο φτην αλλ καθαρ κοστομι του.
 -«χι, κριε. Δε κπνιζα ποτ».
 -«Ισως επειδ εσαι ιεροκρυκας», επε ο Στβενς. Ο ξδελφος δεν απντησε. Κοταξε ξαν τον Στβενς με την πια, αλλ σα χαμνη, φτσα του. «Εγ πντα κπνιζα», συνχισε ο Στβενς. «Απ ττε που τελικ συνλθα απ το πρτο τσιγρο στην ηλικα των δεκατεσσρων χρνων. Εναι αρκετς χρνος για να γνει κανες σχολαστικς με τον καπν. πως εναι οι περισστεροι καπνιστς, ανεξρτητα απ' τον τυποποιημνο καπν κι απ' ,τι λνε οι ψυχολγοι. , μλλον μνο τα τσιγρα εναι τυποποιημνα. εναι τυποποιημνα μνο για τους ανδεους, τους μη-καπνιστς. Παρατρησα τι οι μη-καπνιστς εναι ικανο να γνουν ξαλλοι εξαιτας του καπνο, πως κνουμε λοι μας για πργματα που δεν χρησιμοποιομε, που δεν χουμε εξοικειωθε, γιατ ο νθρωπος κυριαρχεται απ προκαταλψεις εσφαλμνες αντιλψεις. Πρτε, για παρδειγμα, να που πουλ καπν εν ο διος δε καπνζει, που βλπει πειρους πελτες να σχζουνε το πακτο και ν' ανβουνε τσιγρο μπρος του. Τονε ρωττε αν λοι οι καπνο μυρζουν το διο κι αν μπορε να τους ξεχωρσει απ' τη μυρωδι. σως να φταει το σχμα και το χρμα του πακτου, γιατ οτε οι ψυχολγοι δε μας ξεκαθρισαν μχρι τρα πο ακριβς σταματ η ραση κι αρχζει η σφρηση, πο σταματ η ακο κι αρχζει η ραση. Αυτ μπορε να σας τα εξηγσει κθε δικηγρος».
     Ο πρεδρος τον σταμτησε ξαν. Εχαμε παρακολουθσει αρκετ σιωπηλ μχρι αυτ το σημεο, αλλ πιστεω πως λοι νιθαμε τι το να κρατς το δολοφνο συγχυσμνο ταν μια στρατηγικ, αλλ να κρατ κι εμς τους ενρκους, τανε κτι διαφορετικ.
 -«πρεπε να κνετε λη αυτ την ρευνα πριν μας καλσετε», επε ο πρεδρος. «Αλλ ακμη κι αν αποτελον απδειξη αυτ, σε τι θα ωφελσουν αν δεν συλληφθε ο δολοφνος; Οι εικασες εναι καλς...-»
 -«Εντξει», επε ο Στβενς. «Αφστε με λγο ακμη να κνω εικασες κι αν δεν προχωρσουμε καθλου, μου το επισημανετε, σταματ και συνεχζουμε πως θλετε σες. Προφανς σκφτεστε τι με βση μνον εικασες παρνω πολλς ελευθερες. Αλλ τον δικαστ Ντιοκινφιλντ τον βρκαμε νεκρ, πυροβολημνο ανμεσα στα μτια, στη καρκλα του, εδ, σ' αυτ το γραφεο. Αυτ δεν εναι εικασα. Κι ο θεος Τζομπ καθταν λη τη μρα στη καρκλα στο διδρομο κι οποιοσδποτε μπαινε σ' αυτ το δωμτιο (εκτς αν κατβαινε την ιδιωτικ σκλα απ την αθουσα κι μπαινε απ' το παρθυρο) πρεπε να περσει σε απσταση τριν ποδιν απ' αυτν. Επ δεκαεπτ χρνια δεν πρασε νθρωπος δπλα απ' τον θεο Τζομπ χωρς να τον αντιληφθε. Αυτ δεν εναι εικασα».
 -«Ττε ποι εναι η εικασα σας»;
     Αλλ ο Στβενς μιλοσε πλι για καπν και κπνισμα.
 -«Τη προηγομενη βδομδα σταμτησα στο κατστημα του Ουστ για να πρω
καπν κι ο ιδιοκττης μου 'πε για κποιον που 'ταν επσης απαιτητικς σ' ,τι αφορ στο κπνισμα του. Καθς βγαζε τον καπν μου απ το κουτ, μου 'δωσε κι να κουτ τσιγρα. τανε σκονισμνο, ξεβαμμνο, σα να το 'χε κρατσει πολ καιρ και μου 'πε τι νας τυμπανιστς του 'χε αφσει δυο πακτα χρνια πριν
.
 -"Εχετε καπνσει ποτ ττοια"; με ρτησε.
 -"Οχι", επα. "Πρπει να εναι απ μεγαλοπολη".
 πειτα μου 'πε πως εχε πουλσει το λλο πακτο ακριβς εκενη τη μρα. Επε επσης πως βρισκτανε πσω απ' τον πγκο, μισοδιαβζοντας εφημερδα και προσχοντας ταυτχρονα το μαγαζ, γιατ ο υπλληλος εχε πει για φαγητ. Κι επε πως οτε εδε, οτε κουσε τον ντρα που μπκε, μχρι που σκωσε το κεφλι και τον εδε μπρος του, τσο κοντ που τρμαξε. νας μικρσωμος, νθρωπος της πλης, πως κρινε ο Ουστ απ' τα ροχα που φοροσε και που ζτησε μια μρκα τσιγρων που ο Ουστ δεν εχε ακοσει ποτ.
 -"Δεν τα χω αυτ", επε ο Ουστ. "Δεν τα εμπορεομαι".
 -"Γιατ δεν τα εμπορεεστε;" ρτησε ο ντρας.
 -"Δεν πουλιονται", επε ο Ουστ. Και μου 'λεγε για τα ροχα που φοροσε, για το πρσωπο του σα ξυρισμνη κρινη κοκλα, για τ' ακνητα μτια του και για τον νεκρ τνο της φωνς του. ταν ο Ουστ κοταξε τα ρουθονια του, κατλαβε τι δεν πγαινε καλ μ' αυτν τον ντρα. Πρπει να 'τανε ντοπαρισμνος με κτι. "Δεν χω παραγγελες γι' αυτ", συνχισε μετ' ολγου.
 -"Κι εγ τι κνω;" επε ο λλος. "Σου πουλ μυγοπαγδα";
 Τελικ, αγρασε το λλο πακτο τσιγρα κι φυγε. Κι ο Ουστ επε τι ταν ξαλλος, δρωνε και σα να του ρθε να κνει εμετ. Μου πε πως αν θελα να κνω καμι διαβολι και φοβμουν να τη κνω ο διος, ξρετε τ θα μποροσα να 'κανα; Θα 'δινα κενου του τπου δκα δολρια, θα του 'λεγα πο 'ναι η διαβολι, να τη κνει και να μη μου μιλσει ποτ ξαν. Κπως τσι αισθνθηκε, ταν φυγε. Σα να 'πρεπε να ξερσει».
     Ο Στβενς σταμτησε για μια στιγμ και μας κοταξε. Εμες τονε παρακολουθοσαμε.
 -«Κενος ο νθρωπος της πλης ρθε δ απ κπου με αυτοκνητο, να μεγλο ανοιχτ διθσιο αυτοκνητο. νας νθρωπος της πλης που του 'χανε τελεισει τα τσιγρα της μρκας του». Σταμτησε πλι κι πειτα γρισε το κεφλι αργ προς τον Βιργνιο Χλαντ και τονε κοταξε. Μας φνηκε πως αλληλοκοιτζονταν για να ολκληρο λεπτ. «Κι νας νγρος μου 'πε τι το μεγλο αυτοκνητο το παρκαρισμνο στην αποθκη του Βιργινου Χλαντ τη νχτα πριν απ' το φνο του δικαστ». Και πλι τους παρακολουθοσαμε πως αλληλοκοιτζονταν σταθερ, χωρς αλλαγ κφρασης στα πρσωπα τους. Ο Στβενς μιλοσε σ' ναν ρεμο, σκεπτικ, σχεδν ρεμβαστικ τνο. «Κποιος προσπθησε να τον εμποδσει να 'ρθει εδ με κενο το μεγλο αυτοκνητο, που ο καθνας που θα το 'χε δει μια φορ θα το θυμτανε και θα το αναγνριζε. σως κποιος να 'θελε να του απαγορψει να 'ρθει μ' αυτ και να τον απελησε. Μνο που ο νθρωπος στον οποον ο Ουστ πολησε τα τσιγρα δεν θα ανεχτανε καμι απειλ».
 -«Με το "κποιος" προφανς εννοετε μνα», επε ο Βιργνιος. Δε κινθηκε και δε γρισε το βλμμα του απ' το πρσωπο του Στβενς. Ο νσελμ, μως, κουνθηκε. Γρισε το κεφλι του και κοταξε τον αδελφ του. Επικρατοσε αρκετ σιωπ, παρλαυτ ταν ρχισε να μιλ ο ξδελφος, δε μπορσαμε αμσως να τονε καταλβουμε. Απ ττε που 'χαμε μπει στο δωμτιο κι ο Στβενς εχε κλειδσει τη πρτα, μλησε μνο μια φορ. Η φων του ταν αδνατη. Αν κι ταν ακνητος, εχαμε πλι την εντπωση πως τρεμε ελαφρ. Μιλοσε με κενη τη πτοημνη δειλα με τη βασανιστικ επιθυμα ν' ανοξει η γη να τονε καταπιε, με την οποα μασταν λοι εξοικειωμνοι.
 -«Ο τπος για τον οποον μιλτε, μνα ρθε να δει», επε ο Ντοντζ. «Σταμτησε να με δει. ταν σταμτησε στο σπτι, εχε αρχσει να νυχτνει. λεγε τι προσπαθοσε ν' αγορσει λα τα μικρσωμα λογα που χρησιμοποιον για κενο το -το παιχνδι-».
 -«Πλο;» ρτησε ο Στβενς.
     Ο ξδελφος δε κοιτοσε κανναν εν μιλοσε. τανε σα να μιλοσε στα χρια του, που κουνιονταν ελχιστα πνω απ' τα γνατα του.
 -«Μλιστα, κριε. τανε κι ο Βιργνιος εκε. Μιλοσαμε γι' λογα. Το επμενο πρω μπκε στο αυτοκνητο του κι φυγε. Δεν εχαμε τποτ' λλο μαζ. Δε ξρω οτε απ πο ρθε, οτε πο πγε».
 -« ποιν λλον ρθε να δει», επε ο Στβενς. « τ λλο ρθε να κνει. Δε το ξρετε». Ο Ντοντζ δεν απντησε. Δεν ταν απαρατητο, πλι εχε κρυφτε πσω απ τη δειλα του σα μικρ, αδναμο γριο πλσμα σε μια φωλι. «Αυτ εναι η εικασα μου», επε ο Στβενς.
     Και ττε πρεπε να καταλβουμε. ταν εκε, ολοφνερο, σα γυμν χρι. πρεπε να τον εχαμε νισει -κποιον σε κενο το δωμτιο που αισθανταν κτι που ο Στβενς εχε ονομσει τρμο, οργ, γρια επιθυμα να γυρσει το χρνο για να δευτερλεπτο πσω, ν' ανακαλσει, να διορθσει. Αλλ' σως αυτς ο κποιος δε το 'χε ακμα αισθανθε, δεν εχε νισει ακμη το χτπημα, τη σγκρουση σαν νθρωπος που για να-δυο δευτερλεπτα δε συνειδητοποιε πως χει πυροβοληθε. Γιατ τρα ταν ο Βιργνιος που μλησε, απτομα και σκληρ.
 -«Πς θα το αποδεξετε αυτ»;
 «Ν' αποδεξω τι, Βιργνιε;» επε ο Στβενς. Πλι αλληλοκοιτζονταν, ρεμα, σκληρ, σα δυο πυγμχοι. χι ξιφομχοι, αλλ πυγμχοι , το πολ, σα μονομχοι με πιστλια.
 -«Ποις τανε που πλρωσε αυτ το γορλα, τον μπρβο, να 'ρθει εδ απ' το Μμφις»;
 -«Δε πρπει ν' αποδεξω τποτα πνω σ' αυτ. Το 'πε ο διος. Στο γυρισμ του για το Μμφις χτπησε να παιδ με το αυτοκνητο, στο Μπτενμπεργκ (ταν ακμη κτω απ' την επδραση ναρκωτικο, μπορε να πρε λλη μια δση αφο τελεωσε τη δουλει του εδ). Τονε πισανε, τονε φυλακσανε κι ταν το ναρκωτικ ρχισε να χνει τη δρση του, τους επε πο ταν, ποιον εχε πει να δει. Καθταν εκε στο κελ, τιναζτανε και γρλιζε, αφο πρτα του 'χανε πρει το πιστλι με τον σιγαστρα».
 -«Α», επε ο Βιργνιος. «Ωραα. Αρα μνει μνο ν' αποδεξετε τι κενη τη μρα μπκε σ' αυτ το δωμτιο. Και πς θα το κνετε αυτ; Δνοντας του γρου νγρου λλο να δολριο για να ξαναθυμηθε»;
     Αλλ ο Στβενς δε φαινταν να παρακολουθε. Στεκτανε στην κρη του τραπεζιο, ανμεσα στις δυο ομδες κι εν μιλοσε πλι σε κενο τον ελαφρ, ρεμβαστικ τνο, κρατοσε στα χρια του το μπροντζινο κουτ, το κοιτοσε και το γριζε απ' λες τις πλευρς.
 -«Ολοι ξρετε το ιδιατερο χαρακτηριστικ αυτο του δωματου. Πως δε φυσ ποτ οτε αερκι εδ μσα. Πως ταν καπνζει κανες εδ μσα, το Σββατο ας πομε, ο καπνς θα 'ναι ακμη εδ τη Δευτρα ταν ο θεος Τζομπ ανοξει τη πρτα, ακουμπντας στον πνακα ανακοινσεων σα κοιμισμνο σκυλ. Αυτ εναι κτι που λοι το νισατε κποια φορ».
     Τρα πια σκβαμε λοι λγο μπρος, σαν τον νσελμ, παρακολουθντας τον Στβενς.
 -«Ναι», επε ο πρεδρος. «Το ξρουμε αυτ».
 -«Ναι» επε ο Στβενς κι ακμη φαιντανε σα να μη παρακολουθε, στριφογυρζοντας το κουτ στα χρια του. «Ζητσατε την εικασα μου. Αυτ εναι. Αλλ γι' αυτ χρειζεται νας νθρωπος που να ξρει να κνει υποθσεις -νας νθρωπος που μπρεσε να εμφανιστε ξαφνου μπρος σ' να καταστηματρχη, που καθτανε πσω απ' τον πγκο του, με το 'να μτι στην εφημερδα και τ' λλο στη πρτα, χωρς να τονε καταλβει ο καταστηματρχης. νας νθρωπος της πλης, που ζητοσε τσιγρα που πουλιονται στη πλη. Αυτς ο νθρωπος φυγε απ' το ντργκστορ, δισχισε τη πλατεα, μπκε στα δικαστρια κι ανβηκε τις σκλες, πως λοι. Ισως να τον εδαν μια ντουζνα νθρωποι, σως λλοι εκοσι δεν τονε προσξανε καθλου, επειδ υπρχουνε δυο μρη που δε κοιτμε τα πρσωπα των λλων: στο να του αστικο δικαου και στις δημσιες τουαλτες. Κι τσι μπκε στην αθουσα δικαστηρου, κατβηκε την ιδιωτικ σκλα, μπκε στο διδρομο κι εδε τον θεο Τζομπ να κοιμται στη καρκλα του. πειτα ακολοθησε το διδρομο και σκαρφλωσε απ' το παρθυρο πσω απ' το δικαστ. πρασε δπλα απ' τον θεο Τζομπ, ερχμενος απ πσω, βλπετε. Και να περσει σε απσταση οκτ ποδιν απ ναν νθρωπο που κοιμται στη καρκλα του δε πρπει να 'ναι πολ δσκολο για κποιον που μπορε να εμφανιστε ξαφνου μπρος σ' να καταστηματρχη που στκεται πσω απ' τον πγκο του μαγαζιο του. σως ναψε και το τσιγρο απ' το πακτο που του 'χε πουλσει ο Ουστ πριν καταλβει τη παρουσα του ο δικαστς. μπορε να κοιμταν ο δικαστς, πως καμι φορ συνθιζε. σως ο νθρωπος στεκταν εκε και κπνιζε το τσιγρο του, παρακολουθντας τον καπν να απλνεται αργ πνω απ' το τραπζι και να μαζεεται προς τη πλευρ του τοχου, σκεπτμενος τα εκολα χρματα, τα εκολα ψιλ, πριν ακμη τραβξει το πιστλι. Και το πιστλι πρπει να 'κανε λιγτερο θρυβο απ' το ναμμα του σπρτου προηγουμνως, γιατ εχε προφυλαχθε τσο πολ για θρυβο που ξχασε τη σιωπ. πειτα γρισε πως ρθε κι η ντουζνα νθρωποι κι οι λλοι εκοσι τον εδανε και ταυτχρονα δε τον βλεπαν και στις πντε κενο το απγευμα μπκε ο θεος Τζομπ να ξυπνσει το δικαστ και να του ανακοινσει πως ρθε η ρα να γυρσει σπτι. Ετσι δεν εναι, θεε Τζομπ»;
     Ο γρος νγρος σκωσε το βλμμα του.
 -«Τον πρσεχα, πως εχα υποσχεθε στη κυρα», επε. «Κι ανησυχοσα γι' αυτν, πως εχα υποσχεθε στη κυρα. Και μπανω δ μσα και στην αρχ νμισα τι κοιμτανε, πως καμι φορ...-»
 -«Περμενε», επε ο Στβενς. «Μπκες και τον εδες στη καρκλα του, πως πντα και, καθς πλησαζες, πρσεξες τον καπν πσω απ' το τραπζι, μπρος απ' τον τοχο. Αυτ δε μου 'πες»;
     Καθισμνος στην επιδιορθωμνη καρκλα του, ο γρος νγρος ρχισε να κλαει. μοιαζε με γρικη μαμο, κλαγοντας αδναμα με μαρα δκρυα, σκουπζοντας το πρσωπο του με το ροζιασμνο χρι του που τρεμε λγω ηλικας.
 -«Μπανω δ μσα πολλς φορς κθε πρω, για να καθαρσω. ταν υπρχε καπνς στο δωμτιο κι μπαινε ο δικαστς, που δεν εχε τραβξει μτε τζορα στη ζω του κι εισπνεε τον καπν με κενη τη μεγλη μτη του, μου 'λεγε: "Λοιπν, Τζομπ, ξετρυπσαμε λα τα τρωκτικ του δικαστικο σματος με καπν χθες βρδυ;"».
 -«χι», επε ο Στβενς. «Πες μας για τον καπν κενο το απγευμα ταν μπκες να τονε ξυπνσεις για να πει σπτι, κενη τη μρα που δεν εχε περσει κανες απ δπλα σου εκτς απ' τον κριο Βιργνιο Χλαντ εκε πρα. Κι ο κ. Βιργνιος δε καπνζει κι οτε ο δικαστς κπνιζε. Κι μως, υπρχε καπνς εδ μσα. Πες τους τ μου επες».
 -«Υπρχε καπνς. Κι εγ νμιζα πως ο δικαστς κοιμταν ως συνθως και πλησασα να τονε ξυπνσω...-»
 -«Κι αυτ το μικρ κουτ βρισκτανε στην κρη του τραπεζιο, που το 'χε βλει, γιατ ση ρα μιλοσε με τον κ. Βιργνιο το 'παιζε στα χρια του κι ταν πλωσες το χρι σου να τον ξυπνσεις...-»
 -«Ναι, κριε. Πετχτηκε απ' το τραπζι κι εγ νμισα πως κοιμτανε...-»
 -«Το κουτ πετχτηκε απ' το τραπζι. Κι κανε θρυβο κι εσ αναρωτθηκες πς δε ξπνησε ο δικαστς και κοταξες κτω που βρισκτανε το κουτ μες στον καπν, με το καπκι ανοικτ και νμισες τι εχε σπσει. Κι πλωσες το χρι σου κτω για να δεις, γιατ ο δικαστς το αγαποσε το κουτ, γιατ του το 'χε φρει η δεσποινς μμα απ την λλη πλευρ του ωκεανο, αν και δε το χρειαζτανε για να κρατ τα χαρτι στο γραφεο του. ρα κλεισες το καπκι και το 'βαλες πσω στο τραπζι. Και μετ ανακλυψες τι ο δικαστς δε κοιμτανε».
     παψε να μιλ. Αναπναμε σιωπηλ ακογοντας τις ανσες μας. Ο Στβενς φαινταν να παρακολουθε το χρι του καθς αυτ στριφογριζε το κουτ. Εχε γυρσει λγο τη πλτη προς το τραπζι την ρα που μιλοσε με το γρο-νγρο, τσι στε τρα κοιτοσε περισστερο τον πγκο παρ το τραπζι που κθονταν οι νορκοι.
 -«Ο θεος Τζομπ το λει αυτ χρυσ κουτ. Εναι εξσου καλ νομα με οποιοδποτε λλο. Καλτερο απ πολλ λλα. Γιατ λα τα μταλλα εναι περπου δια, απλς
τυχανει μερικο να προτιμσουν το να στη θση του λλου. Κι μως λα τα μταλλα χουνε κποια γενικ χαρακτηριστικ που 'ναι παρμοια. ν απ' αυτ εναι το γεγονς τι οτιδποτε κλεισμνο σε μεταλλικ κουτ θα παραμενει για περισστερο καιρ αμετβλητο, παρ σε ξλινο χρτινο κουτ. Μπορε να κλεσεις καπν, για παρδειγμα, σ' να μεταλλικ κουτ μ' να σφιχτ καπκι σαν κι αυτ και μια βδομδα αργτερα θα 'ναι ακμη κε. Κι επιπλον, νας χημικς νας καπνιστς νας πωλητς καπνο σαν τον δκτορα Ουστ μπορε να πει απ τ προρχεται ο καπνς, απ τ εδος καπνο, ιδιατερα αν πρκειται για σπνια μρκα, που δε πουλιται στο Τζφερσον και που 'τυχε ο διος να χει δυο πακτα και θυμται σε ποιον πολησε το να απ' αυτ
».
     Δε κινηθκαμε καθλου. Απλς καθμασταν εκε ταν ακοσαμε γργορα βματα στο πτωμα και μετ εδαμε κποιον να χτυπ το χρι του Στβενς που κρατοσε το κουτ. Ακμη και ττε δεν παρακολουθοσαμε προσεκτικ τον δρστη. πως κι εκενος, εδαμε το καπκι ν' ανογει απτομα και το κουτ να γνεται κομμτια κι απ μσα του να βγανει νας εξασθενημνος καπνς που διαλυταν νωθρ. Σκψαμε λοι πνω απ' το τραπζι κοιτξαμε κτω κι εδαμε την απελπιστικ μετριτητα του κεφαλιο του Γκρνμπι Ντοντζ, που γοντιζε στο πτωμα και κυνηγοσε τον καπν που εξασθνιζε με τα χρια του.

 -«Ακμη δε μπορ να...» επε ο Βιργνιος.
     μασταν ξω πια, στην αυλ του δικαστικο μεγρου οι πντε μας, ανοιγοκλενοντας τα μτια σα να 'χαμε μλις βγει απ μια σπηλι.
 -«κανες μια διαθκη, τσι δεν εναι;» επε ο Στβενς. Ο Βιργνιος μεινε ακνητος, κοιτντας τον Στβενς.
 -«Ω!», επε τελικ.
 -«Μια απ κενες τις απλς αμοιβαες διαθκες τπου συμβολαου εμπιστοσνης που γνονται ανμεσα σε δυο συνεταρους», επε ο Στβενς. «Εσ κι ο Γκρνμπι, ο καθνας δικαιοχος και ταυτχρονα εκτελεστς για τον λλον, με σκοπ την αμοιβαα προστασα της περιουσας. Αυτ εναι απλ. Ο Γκρνμπυ πρπει να 'ταν αυτς που το πρτεινε αρχικ, λγοντας τι σ' κανε κληρονμο του. ρα, καλτερα να σχσεις το δικ σου αντγραφο. Βλε τον νσελμ κληρονμο σου, αν πρπει οπωσδποτε να κνεις μια διαθκη».
 -«Δε θα χρειαστε να περιμνει τσο πολ», επε ο Βιργνιος. «Η μισ γη εναι δικ του».
 -«Μεταχειρσου τη σωστ, πως ξρει ο διος τι θα κνεις», επε ο Στβενς. «Του νσελμ δε του χρειζεται η γη».
 -«Ναι», επε ο Βιργνιος και κοταξε αλλο. «Αλλ θα 'θελα...»
 -«Μεταχειρσου τη σωστ. Ξρει πως αυτ θα κνεις».
 -«Ναι», επε ο Βιργνιος. Κοταξε πλι τον Στβενς. «Λοιπν, νομζω τι εγ... τι κι οι δυο μας σου χρωστμε...»
 -«Περισστερα απ' ,τι νομζεις», επε ο Στβενς. Μιλοσε αρκετ σοβαρ. «Και σε κενο το λογο. Μια εβδομδα μετ που πθανε ο πατρας σου, ο Γκρνμπι αγρασε ποντικοφρμακο αρκετ να σκοτσει τρεις ελφαντες, μου 'πε ο Ουστ. Αλλ μετ θυμθηκε τι εχε ξεχσει για κενο το λογο και φοβθηκε να σκοτσει τα ποντκια του πριν κανονιστε κενη η διαθκη. Γιατ εναι νθρωπος ξυπνος και ταυτχρονα χαζς: νας επικνδυνος συνδυασμς. Αρκετ χαζς στε να πιστεει τι ο νμος εναι κτι σαν δυναμτης: επιβλλει τα συμφροντα οποιουδποτε προλβει να τον αρπξει στα χρια του πρτος, αν και πντοτε υπρχει κνδυνος να του σκσει στα χρια, κι αρκετ ξυπνος στε να πιστεει τι οι νθρωποι ωφελονται απ' το νμο και προσφεγουν σ' αυτν μνο για προσωπικος σκοπος. Το ανακλυψα αυτ ταν το περασμνο καλοκαρι στειλε να νγρο να με δει και να με ρωτσει αν ο τρπος που πεθανει κποιος μπορε να επηρεσει την επικρωση της διαθκης του. ξερα ποιος εχε στελει τον νγρο κι επσης ξερα τι οποιαδποτε πληροφορα κι αν γυρνοσε στον νθρωπο που τον εχε στελει, δη ο εν λγω νθρωπος εχε αποφασσει να μη πιστψει τη πληροφορα, γιατ προερχταν απ ναν υπηρτη του νμου, δηλαδ απ τον δυναμτη. ρα, αν εκενο το λογο ταν να φυσιολογικ λογο αν ο Γκρνμπι το 'χε θυμηθε γκαιρα, τρα θα σουν νεκρς. Ο Γκρνμπι, μπορε να μην τανε διλου καλτερα απ' ,τι εναι τρα, αλλ σ θα 'σουν νεκρς».
 -«Ω!», επε ο Βιργνιος ρεμα, με σοβαρτητα. «Νομζω πως σου 'μαι υπχρεως».
 -«Ναι», επε ο Στβενς. «Ανλαβες πολ μεγλη υποχρωση. Χρωστς κτι στον Γκρνμπι». Ο Βιργνιος τονε κοταξε. «Του χρωστς για κενους τους φρους που πλρωνε εδ και δεκαπντε χρνια».
 -«Ω!», επε ο Βιργνιος. «Νμιζα τι ο πατρας μου... Περπου κθε Νομβρη ο Γκρνμπι δανειζτανε χρματα απ μνα και ποτ το διο ποσ. Για ν' αγορσει εμπρευμα, λεγε. Μου επστρεφε πντα να ποσ. Ακμη μου χρωστ... χι. Εγ του χρωστ τρα». τανε πολ σοβαρς, πολ βαρς. «Οταν νας νθρωπος αρχσει να κνει κακ δεν χει τση σημασα τι κνει, αλλ τι αφνει πσω του».
 -«Αλλ εναι αυτ που κνει για το οποο πρπει να τιμωρηθε απ τρτους. Γιατ οι νθρωποι που βλπτονται απ' αυτ που αφνει δε θα τονε τιμωρσουν. ρα εναι καλ για τους υπλοιπους απ μας τι αυτ που κνει τον απομακρνει απ' αυτος που 'βλαψε. Τρα, σας τον πρα εγ απ τα χρια σας, Βιργνιε, αμα σου μη».
 -«Καταλαβανω», επε ο Βιργνιος. «Ετσι κι αλλις δεν θα...». Ξαφνικ κοταξε τον Στβενς. «Γκβιν», επε.
 -«Τ;» ρτησε ο Στβενς.
     Ο Βιργνιος τονε κοιτοσε.
 -«Μιλσατε πολ ξυπνα κε μσα για χημεα κι λλα ττοια, για τον καπν. Πστεψα μερικ απ' αυτ κι λλα χι. Και σκφτομαι τι αν σας λεγα ποια πστεψα και ποια χι, θα γελοσατε μαζ μου». Η κφραση του ταν πολ σοβαρ. Κι η κφραση του Στβενς τανε σοβαρτατη. Κι μως υπρχε κτι στα μτια του Στβενς, στο βλμμα του, κτι ανυπμονο, ενθουσιδες και χωρς καθλου σαρκασμ. «Αυτ γινε πριν απ μια βδομδα. Αν εχατε ανοξει κενο το κουτ για να δετε αν υπρχε ακμη καπνς μσα, θα 'χε βγει. Κι αν δεν υπρχε καθλου καπνς σε κενο το κουτ, ο Γκρνμπι δε θα 'χε προδοθε. Κι αυτ γνανε πριν απ μια βδομδα. Πς ξρατε τι υπρχε αρκετς καπνς εκε μσα»;
 -«Δεν το 'ξερα», επε ο Στβενς. Το ξεφορνισε γργορα, ζωηρ, χαρομενα, σχεδν ευτυχισμνα, λμποντας απ ικανοποηση. «Δεν το 'ξερα. Περμενα σο το δυνατ περισστερο πριν μπετε λοι στο δωμτιο. Γμισα το κουτ με καπν ππας και το 'κλεισα. Αλλ δεν ξερα τι θα γινταν. μουνα πολ πιο φοβισμνος απ' τον Γκρνμπι Ντοντζ. Αλλ πγαν λα καλ. Ο καπνς παρμεινε στο κουτ σχεδν μια ρα».

                                      _________  .  ________

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers