Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Smith Clark Ashton: Η Αυτοκρατορία Των Νεκρομαντών

 

     Ο θρύλος των Μμάτμουορ και Σοντόσμα θα γίνει γνωστός μόνο στους τελευταίους καιρούς της γης, όταν οι χαρούμενοι θρύλοι των νέων εποχών θα 'χουνε ξεχαστεί. Πριν απ' τον καιρό που θα ειπωθεί, πολλές εποχές θα 'χουνε περάσει, θάλασσες θα 'χουν εξαφανιστούν και νέες ήπειροι θ' αναδυθούν. Ίσως εκείνη τη μέρα, να χρησιμέψει να ξεγελάσει λίγο τη μαύρη φθορά ενός γένους που πεθαίνει, καθώς αναπτύσσεται χωρίς ελπίδα στη λήθη.
    
Θα πω την ιστορία όπως πρέπει να την εξιστορήσει κάποιος στη Ζοθίκ, τη τελευταία ήπειρο, κάτω από 'να θολό ήλιο κι ένα θλιμμένο ουρανό, καθώς τ' άστρα βγαίνουν με τρομερή λαμπρότητα πριν έρθει το σούρουπο.
    
Οι Μμάτμουορ και Σοντόσμα ήταν νεκρομάντες που 'ρθαν απ' το σκοτεινό νησί της Ναάτ να εξασκήσουνε τις ανίερες τεχνικές τους στη Τιναράθ περ' απ' τις συρρικνωμένες θάλασσες. Αλλά δεν ευδοκίμησαν στη Τιναράθ, γιατί ο θάνατος ήταν ιερός για τους ανθρώπους αυτής της γκρίζας χώρας. Η βεβήλωση της ανυπαρξίας του τάφου, δεν ήταν ελαφρύ πράμα και το ξύπνημα νεκρών απ' τους νεκρομάντες θεωρούνταν αποτρόπαιο.
    
Έτσι, μετά από λίγο καιρό, ο Μμάτμουορ κι ο Σοντόσμα διώχθηκαν απ' τον θυμό των κατοίκων κι αναγκάστηκαν να πάνε στη Σίνκορ, μιαν έρημο στα νότια, που οι μόνοι κάτοικοι ήτανε τα κόκαλα κι οι μούμιες, από 'να γένος που αποδεκατίστηκε απ' τη πανούκλα σε περασμένους καιρούς. Η γη που πήγανε, κειτόταν μελαγχολική και λεπρώδης, με χρώμα ωχρό απ' τον κοκκινισμένον ήλιο. Οι θρυμματισμένες πέτρες κι η θανάσιμη ερημιά της άμμου θα δημιουργούσαν φόβο στις καρδιές των κοινών ανθρώπων.
     Α
φού διωχτήκανε στο άγονο τούτο μέρος, χωρίς φαΐ να συντηρηθούν, τα χάλια που 'χαν οι μάγοι θα φαίνονταν απελπιστικά σε κάποιον άλλον. Αλλά χαμογελώντας μυστικά, με τον αέρα των κατακτητών, σα να πλησιάαζανε σ' ένα βασίλειο που από καιρό θέλαν, ο Σοντόσμα κι ο Μμάτμουορ προχώρησαν σταθερά μέσα στη Σίνκορ.
    
Άθικτος μπρος τους, σε μέρη χωρίς δέντρα και γρασίδι και πάνω από κοίτες ξεραμένων ποταμών, ήταν ο μεγάλος δρόμος που χρησιμοποιούσαν συχνά οι ταξιδιώτες ανάμεσα Σίνκορ και Τιναράθ. Δε συνάντησαν τίποτα ζωντανό. Αλλά σύντομα, φτάσαν μπρος στους σκελετούς ενός αλόγου και του αναβάτη του, που κείτονταν στο δρόμο κι ακόμα είχανε τα πολυτελή χαλινάρια και ρούχα που κάποτε φορούσανε στη σάρκα. Κι ο Μμάτμουορ κι ο Σοντόσμα σταμάτησαν μπρος στα αξιοθρήνητα κόκαλα, που κανέν ίχνος παρακμής δεν υπήρχε και χαμογελάσανε διαβολικά ο ένας στον άλλο.
 -"
Το άλογο πρέπει να το πάρεις εσύ" είπε ο Μμάτμουορ, "είσαι ο πιο μεγάλος από τους δυο μας κι αυτό σου δίνει το δικαίωμα να προηγηθείς. Ο αναβάτης θα υπηρετήσει και τους δυο και θα 'ναι ο πρώτος της Σίνκορ που θ' αφοσιωθεί σε μας".
    
Τότε, πάνω στη τεφρώδη άμμο στην άκρη του δρόμου, σχεδίασαν ένα τριπλό κύκλο κι αφού σταθήκανε στο κέντρο του, εκτελέσανε τις αποτρόπαιες τελετουργίες τους που υποχρεώνουνε τους νεκρούς να σηκωθούν απ' την ήρεμη ανυπαρξία τους και να υπακούουν σ' όλα τα πράματα, στη σκοτεινή θέληση των νεκρομαντών. Μετά, ράντισαν με μια τσιμπιά μαγική σκόνη, τα ρουθούνια του άντρα και του αλόγου. Και τα λευκά κόκαλα, τρίζοντας πένθιμα, σηκώθηκαν από κει που είχανε πέσει και στάθηκαν έτοιμα να υπηρετήσουν τους αφέντες τους. Κι έτσι όπως είχανε συμφωνήσει, ίππευσε ο Σοντόσμα τον σκελετό του αλόγου, πήρε τα πολυτελή χαλινάρια και ξεκίνησε, σα διαβολική παρωδία θανάτου, πάνω στ' ωχρό άλογό του. Ο Μμάτμουορ στάθηκε δίπλα του στηριζόμενος ελαφρά σε μιαν εβένινη ράβδο κι ο σκελετός του άντρα, με τα πλούσια ρούχα να κυματίζουνε χαλαρά, ακολούθησε από πίσω, σαν υπηρέτης.
    
Μετ' από λίγο στη γκρίζα έρημο, βρήκανε λείψανα κι άλλου αλόγου με τον αναβάτη του, που τα τσακάλια είχαν αφήσει άθικτα κι ο ήλιος τα 'χε ξεράνει ώστε να μοιάζουν με μούμιες. Τα σηκώσανε κι αυτά απ' το θάνατο κι ο Μμάτμουορ πήδησε στο μαραμένο άλογο. Κι οι δυο μάγοι ίππευσαν μ' επισημότητα σα ξεπεσμένοι αυτοκράτορες, με μια μούμια κι ένα σκελετό να τους συνοδεύουν. Ανάστησαν αμέσως κι άλλα κόκαλα, απομεινάρια ανθρώπων και θηρίων που συναντήσανε κι έτσι συγκεντρώσανε μεγάλη σειρά στη πορεία τους μες από τη Σίνκορ.
    
Στο μήκος του δρόμου, καθώς πλησίαζανε στη Γεθλίρεομ που 'τανε πρωτεύουσα, βρήκανε πολυάριθμους τύμβους και νεκροπόλεις, ακόμη άθικτους μετ' από τόσα χρόνια, που περιείχανε τυλιγμένες μούμιες που δεν είχαν αλλοιωθεί απ' το θάνατο. Όλες αυτές, τις κάλεσαν από τη νύχτα των μνημάτων να υπακούσουν στις προσταγές τους. Μερικές τις διέταξαν να σπείρουνε και να καλλιεργήσουνε τα λιβάδια της ερήμου και να σηκώσουν νερό από τα βουλιαγμένα πηγάδια. Άλλες τις άφησαν να κάνουνε διάφορες δουλειές, σαν αυτές που κάναν όταν ζούσαν. Η αιώνια σιωπή, έσπασε απ' το θόρυβο και τη φασαρία μυριάδων δραστηριοτήτων. Και τα λεπτά πτώματα των υφαντουργών κάτσανε στις σαΐτες τους και τα πτώματα των αγροτών ακολουθήσανε τ' αυλάκια πίσω από ψόφια βόδια.
    
Εξαντλημένοι απ' το παράξενο ταξίδι τους και τις συχνά επαναλαμβανόμενες επωδούς, οι Μμάτμουορ και Σοντόσμα είδαν επιτέλους μπρος τους, απ' ένα λόφο της ερήμου, τα ψηλά κωδωνοστάσια και τους ωραίους άθικτους θόλους της Γεθλίρεομ, που φαίνονταν απόκρημνα στο σκοτεινό στάσιμο αίμα του δυσοίωνου λυκόφωτος.
 -"
Είναι μια όμορφη χώρα" είπε ο Μμάτμουορ, "εγώ κι εσύ θα τη μοιραστούμε και θα κρατήσουμε τη κυριαρχία πάνω σ' όλους τους νεκρούς της κι αύριο θα στεφθούμε αυτοκράτορες της Γεθλίρεομ".
 -"
Ναι", απάντησε ο Σοντόσμα, "γιατί δεν υπάρχει κανείς ζωντανός εδώ για να μας αμφισβητήσει. Κι αυτοί που καλέσαμε απ' τον τάφο θα κινούνται και θ' αναπνέουν μόνο με τη συγκατάθεσή μας και δε θα εξεγερθούν εναντίον μας".
    
Έτσι μες στο κόκκινο λυκόφως που θόλωνε πορφυρά, μπήκανε στη Γεθλίρεομ, πέρασαν από ψηλές χωρίς φώτα επαύλεις κι εγκαταστάθηκαν μαζί με τη φοβερή ακολουθία τους στο μεγαλοπρεπές εγκαταλελειμμένο παλάτι, που η δυναστεία των αυτοκρατόρων της Νίμποθ βασίλευσε για δυο χιλιάδες χρόνια και κυριάρχησε σ' όλη τη Σίνκορ.
    
Στους σκονισμένους χρυσούς διαδρόμους, ανάψανε τις άδειες λάμπες απ' όνυχα με τρόπους της σατανικής μαγείας τους και δείπνησαν με βασιλικά φαγητά παλιότερων εποχών που επανέφεραν με τον ίδιο τρόπο. Αρχαία αυτοκρατορικά κρασιά χύθηκανε γι' αυτούς σε κύπελλα από φεγγαρόπετρα, από τ' άσαρκα χέρια των υπηρετών τους, μέθυσανε, γιορτάσανε κι οργιάσανε με φαντασμαγορική λαμπρότητα, αναβάλλοντας γι αύριο την ανάσταση αυτών που 'χανέ πεθάνει στην Γεθλίρεομ.
    
Τη σκοτεινή πορφυρή αυγή, σηκώθηκαν εγκαίρως απ' τα υπέρπλουτα κρεβάτια του παλατιού που 'χανε κοιμηθεί, γιατί είχανε πολλά να κάνουν ακόμη. Παντού σε κείνη τη ξεχασμένη πόλη, χρησιμοποιήσανε τα ξόρκια τους πάνω στους ανθρώπους που 'χανε πεθάνει τον τελευταίο χρόνο της πανούκλας κι είχαν μείνει άταφοι. Αφού ολοκλήρωσαν αυτό, πήγανε πέρ' απ' τη Γεθλίρεομ, στην άλλη πόλη των υψηλών τάφων και των μεγαλοπρεπών μαυσωλείων, που κείτονταν οι αυτοκράτορες της Νίμποθ κι οι πιο σοβαροφανείς πολίτες κι ευγενείς της Σίνκορ. Εκεί, αναγκάσανε τους σκελετωμένους σκλάβους να σπάσουνε τις σφραγισμένες πόρτες με σφυριά και μετά, με τις αμαρτωλές τυραννικές επωδούς τους, κάλεσαν να 'ρθουνε μπρος οι αυτοκρατορικές μούμιες, ακόμα κι οι γηραιότερες της δυναστείας κι όλες ήρθανε περπατώντας δύσκαμπτα, με μάτια χωρίς λάμψη και με πλούσιες φορεσιές ραμμένες με κοσμήματα που λάμπανε σα φωτιά. Κι αργότερα αναστήσανε, σε μια παρωδία ζωής, πολλές γενεές τιτλούχων κι αυλικών.
    
Κινούμενοι σ' επίσημη πομπή, με σκοτεινά, αλαζονικά και κοίλα πρόσωπα, οι νεκροί αυτοκράτορες κι αυτοκράτειρες της Σίνκορ, δείξαν υπακοή στους Μμάτμουορ και Σοντόσμα κι ακολουθήσανε, σα μια σειρά από αιχμαλώτους, μες σ' όλους τους δρόμους της Γεθλίρεομ. Μετά, στο τεράστιο δωμάτιο του θρόνου του παλατιού, οι νεκρομάντες ανέβηκανε στο ψηλό διπλό θρόνο, που δίκαιοι κυβερνήτες είχανε κάτσει παλιά μαζί με τις συντρόφους τους. Ανάμεσα στους συγκεντρωμένους αυτοκράτορες πήρανε σε μια λαμπρή και πένθιμη τελετή το αρχοντικό στέμμα, απ' τα ζαρωμένα χέρια του Χεσταΐγιον, του μεγαλύτερου της σειράς των Νίμποθ, που βασίλευσε σε σχεδόν μυθικά χρόνια. Τότε όλοι οι απόγονοι του Χεσταΐγιον που μεγάλο πλήθος είχανε γεμίσει την αίθουσα, ζητωκραύγασαν μ' άτονες υπόηχες φωνές τη κυριαρχία των Μμάτμουορ και Σοντόσμα.
    
Έτσι, οι εξόριστοι νεκρομάντες, βρήκανε για τους εαυτούς τους ένα βασίλειο κι υπηκόους, σε μιαν έρημη άγονη γη που οι άνθρωποι της Τιναράθ τους είχαν οδηγήσει να χαθούνε. Σαν υπέρτατοι βασιλιάδες πάνω σ' όλους τους νεκρούς της Σίνκορ, με την αρετή της τρομερής μαγείας τους, εξασκούσαν απαίσιο δεσποτισμό. Τιμές φέρνανε σ' αυτούς, άσαρκοι κλητήρες απομακρυσμένων βασιλείων. Πτώματα φαγωμένα από τη πανούκλα και ψηλές μούμιες αρωματισμένες με νεκρικά βάλσαμα κάνανε τα θελήματά τους στη Γεθλίρεομ ή φέρνανε σε σωρούς μπρος στ' άπληστα μάτια τους, από ανεξάντλητους θαλάμους, χρυσάφια σκεπασμένα με ιστούς αράχνης και σκονισμένους πολύτιμους λίθους περασμένων χρόνων.
    
Νεκροί εργάτες κάνανε τους κήπους του παλατιού ν' ανθίσουν με λουλούδια χαμένα από καιρό. Πτώματα και σκελετοί μοχθούσανε γι' αυτούς στα ορυχεία ή φτιάχνανε ψηλούς πύργους στον ήλιο που πέθαινε. Θαλαμηπόλοι και πρίγκιπες παλιών καιρών ήταν οι οινοχόοι τους κι έγχορδα όργανα παίζανε για την ευχαρίστησή τους απ' τα λεπτά χέρια αυτοκρατειρών με χρυσά μαλλιά που δεν είχανε ξεθωριάσει απ' τη νύχτα του τάφου. Τις καλύτερες απ' αυτές, όσες δεν είχανε καταστραφεί πολύ από τη πανούκλα και το σκουλήκι, τις πήραν ερωμένες και τις ανάγκασαν να ικανοποιούνε νεκροφιλικούς τους πόθους.
    
Οι κάτοικοι της Σίνκορ, κάνανε πράματα που κάνανε κι όταν ζούσαν, αλλά τώρα πλέον με τη θέληση των Μμάτμουορ και Σοντόσμα. Μιλούσανε, κινούνταν, τρώγανε και πίναν όπως όταν ήταν στη ζωή. Ακούγανε, βλέπανε και νιώθανε με την ομοιότητα των αισθήσεων που 'χανε πριν τον θάνατο, αλλά τα μυαλά τους ήταν υπόδουλα από την απαίσια νεκρομαντεία. Η θύμηση των προηγούμενων υπάρξεών τους ήτανε πολύ αμυδρή κι η κατάσταση που 'χανε κληθεί ήταν άδεια, προβληματική και σκιώδης. Το αίμα τους έρεε κρύο και πηχτό, αναμιγμένο με το νερό της λήθης, που οι ατμοί της συννεφιάζανε τα μάτια τους. Βουβά υπακούανε διαταγές των τυραννικών κυρίων τους, χωρίς να επαναστατούν ή να διαμαρτύρονται αλλά γεμάτοι μ' αυτή την αμυδρή, απεριόριστη κούραση που μόνον οι νεκροί γνωρίζουν, όταν έχουν μεθύσει απ' τον αιώνιο ύπνο και καλούνται γι' ακόμα μια φορά στη πικρότητα της θνητής ύπαρξης. Δε γνωρίζανε κανένα πάθος, επιθυμία ή ευχαρίστηση, μόνο τη μαύρη χαύνωση του ξυπνήματος απ' τη λήθη κι ένα γκρίζο, ακατάπαυστο πάθος για να γυρίσουνε στον αδιατάρακτο ύπνο τους.
     Ν
εώτερος και τελευταίος απ' τους αυτοκράτορες της Νίμποθ ήταν ο Ιλλέιρο, που 'χε πεθάνει τον πρώτο μήνα της πανώλης κι είχε μείνει σε ψηλό μαυσωλείο για διακόσια χρόνια, πριν τον ερχομό των νεκρομαντών. Αναστημένος μαζί με τους ανθρώπους του και τους πατέρες του ν' ακολουθήσει τους τυράννους, ο Ιλλέιρο κατάλαβε τη κενότητα της ύπαρξής του χωρίς αντίδραση και δεν ένιωσε καμίαν έκπληξη. Αποδέχτηκε την ανάσταση τη δική του και των προγόνων του, όπως κάποιος αποδέχεται τις προσβολές και τα θαύματα ενός ονείρου. Ήξερε πως είχε έρθει σ' ένα μαραμένον ήλιο, σ' ένα κούφιο και φασματικό κόσμο, σε μια σειρά πραγμάτων, που η θέση του ήταν απλώς αυτή μιας υπάκουης σκιάς. Αλλά στην αρχή είχε ενοχληθεί μόνο, όπως κι οι άλλοι, από μιαν αμυδρή εξάντληση και μια σβησμένη πείνα για τη χαμένη λήθη. Ναρκωμένος απ' τη μαγεία των κυρίων του, αδύναμος απ' τη μακρόχρονη αδράνεια του θανάτου, παρατηρούσε σαν υπνοβάτης τις υπερβολές που υποβάλλονταν οι πατέρες του.
    
Με κάποιο τρόπο όμως, μετά από πολλές μέρες, μια ασθενική σπίθα άναψε στο πηχτό λυκόφως του μυαλού του. Σα κάτι χαμένο κι ανεπανόρθωτο πίσω από τεράστιους κόλπους, θυμήθηκε το μεγαλείο της βασιλείας του στη Γεθλίρεομ και τη χρυσή περηφάνεια κι αγαλλίαση που 'νιωθε όταν ήταν νέος. Κι ανακαλώντας αυτά, ένιωσε ένα αόριστο αίσθημα επανάστασης και μιαν αμυδρή δυσφορία έναντι στους μάγους που τον είχαν υποβάλει σ' αυτή την ολέθρια κοροϊδία της ζωής. Θλιμμένα, άρχισε να θρηνεί για την εξευτελιστική κατάστασή του και τη πένθιμη θέση των προγόνων και των ανθρώπων του.
    
Μέρα τη μέρα, σαν οινοχόος στα δωμάτια που παλιά εξουσίαζε, ο Ιλλέιρο είδε αυτά που κάναν οι Μμάτμουορ και Σοντόσμα. Είδε τις σκληρές ιδιοτροπίες τους, τ' αυξανόμενα μεθύσια και τη λαιμαργία τους. Τους έβλεπε να κυλιώνται στη νεκρομαντική τους πολυτέλεια, να γίνονται χαλαροί, νωθροί και να παραδίδονται στο πάχος. Αμέλησαν τη μελέτη της τέχνης τους και ξεχάσανε πολλά απ' τα ξόρκια τους. Αλλ' ακόμα εξουσίαζανε, δυνατοί και φοβεροί. Και ξαπλώνοντας σε πορφυρούς και κόκκινους
καναπέδες
, σχεδίαζαν να οδηγήσουν ένα στρατό από νεκρούς ενάντια στη Τιναράθ.
    
Ονειρευόμενοι κατακτήσεις κι υπέρτατες νεκρομαντείες, γίνανε χοντροί και νωθροί σα σκουλήκια που εγκατασταθήκανε σε τάφους γεμάτους αποσύνθεση. Και μαζί με την αμέλεια και τη τυραννία τους, η φωτιά της επανάστασης ανέβηκε στη σκοτεινή καρδιά του Ιλλέιρο, σα φλόγα που πνίγει την υγρασία της λήθης. Και σύντομα μαζί με την οργή του που μεγάλωσε, επέστρεψε σ' αυτόν λίγη απ' τη δύναμη και την αποφασιστικότητα που 'χε και στη ζωή. Βλέποντας τη τυραννία των καταπιεστών και ξέροντας την αδικία που 'χε γίνει, άκουσε μες στο μυαλό του τις κραυγές των καταπνιγμένων φωνών που απαιτούσαν εκδίκηση.
    
Μες στους διαδρόμους του παλατιού της Γεθλίρεομ, ο Ιλλέιρο κινήθηκε σιωπηλά ανάμεσα στους πατέρες του, ακούγοντας τις προσταγές των αφεντών του και στάθηκε περιμένοντας τις διαταγές τους. Έχυσε στα κύπελλά τους απ' όνυχα κόκκινα κρασιά πού είχαν φέρει με μαγεία από λόφους πέρ' από 'να νεότερο ήλιο. Υποτάχτηκε στις βρισιές και στις προσβολές τους. Και νύχτα με τη νύχτα τους έβλεπε να κουτουλάν απ' το μεθύσι ώσπου να πέσουνε για ύπνο, ξαναμμένοι και χοντροί μες στην αλαζονική τους λαμπρότητα.
    
Υπήρχανε πολύ λίγες κουβέντες ανάμεσα στους ζωντανούς-νεκρούς. Πατέρες και γιοι, μητέρες και κόρες, εραστές κι ερωμένοι, προχωρούσανε χωρίς ν' αναγνωρίζονται και χωρίς σχόλια για την άσχημη μοίρα τους. Αλλά επιτέλους, μια νύχτα, όταν οι τύραννοι είχανε κοιμηθεί κι οι φλόγες ταλαντεύονταν στις νεκρομαντικές τους λάμπες, ο Ιλλέιρο συμβουλεύτηκε τον Χεσταΐγιον, το γηραιότερο πρόγονό του που 'χε φήμη μεγάλου και μυθικού μάγου και λεγόταν ότι ήξερε τη μυστική γνώση της αρχαιότητας. Ο Χεσταΐγιον πήγε μακριά απ' τους άλλους, σε μια σκοτεινή γωνιά του δωματίου. Είχε χρώμα καστανό και φαινόταν μαραμένος στα μουμιοποιημένα ρούχα που φορούσε και τα χωρίς λάμψη μάτια του φαίνονταν ν' ατενίζουν το κενό. Έμοιαζε σα να μην άκουσε τις ερωτήσεις του Ιλλέιρο, αλλά σε λίγο απάντησε μ' ένα ξερό, τρεμουλιαστό ψιθύρισμα:
 
-"Είμαι γέρος, η νύχτα του τάφου ήταν μεγάλη κι έχω ξεχάσει πολλά, αλλά ψηλαφώντας πέρ' απ' το κενό του θανάτου ίσως καταφέρω να επανορθώσω λίγη από τη παλιά μου γνώση και να επινοήσω κάποιον τρόπο ν' απελευθερωθούμε". Κι ο Χεσταΐγιον έψαξε ανάμεσα στα ξεφτίσματα της μνήμης του, σα κάποιονε που φτάνει σε σκουληκιασμένο μέρος που τα κρυμμένα αρχεία των αρχαίων καιρών έχουνε σαπίσει στα καλύμματά τους, ώσπου τελικά κάτι θυμήθηκε κι είπε: "Θυμάμαι ότι κάποτε ήμουν ένας ισχυρός μάγος κι ανάμεσα σ' όλα τα πράματα, γνώριζα και τα ξόρκια της νεκρομαντείας, αλλά δεν είχα ασχοληθεί μαζί τους, καθώς είχα κρίνει τη χρήση τους και το σήκωμα των νεκρών απεχθείς πράξεις. Κατείχα όμως κι άλλες αρχαίες γνώσεις κι ίσως ανάμεσα στα λείψανά τους, να υπάρχει κάτι που μπορεί να χρησιμέψει για να μας οδηγήσει κάπου. Θυμάμαι μιαν αμυδρή, αμφίβολη προφητεία που 'χε γίνει τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης της Γεθλίρεομ και της αυτοκρατορίας της Σίνκορ. Η προφητεία έλεγε ότι ένα κακό μεγαλύτερο απ' το θάνατο θα πέσει στους αυτοκράτορες και τους κατοίκους της Σίνκορ σε μελλοντικούς χρόνους κι ότι ο πρώτος κι ο τελευταίος της δυναστείας των Νίμποθ, δουλεύοντας μαζί, θα βρούνε τρόπο που θα 'χει αποτέλεσμα την αποδέσμευση και την άρση της κατάρας. Η προφητεία δεν έλεγε ποια θα 'ναι η κατάρα, αλλά έλεγε πως οι δυο αυτοκράτορες θα μάθουνε τη λύση του προβλήματος, αν σπάσουνε το αρχαίο πήλινο είδωλο που φυλά το χαμηλότερο θάλαμο, κάτω απ' το αυτοκρατορικό παλάτι της Γεθλίερομ".
    
Έχοντας ακούσει τη προφητεία απ' τα μαραμένα χείλη του προγόνου του ο Ιλλέιρο συλλογίστηκε για λίγο κι είπε:
 -"
Θυμάμαι τώρα έν απόγευμα όταν ήμουν νέος, ότι καθώς έψαχνα βαριεστημένα τους ασυνήθιστους θαλάμους του παλατιού, όπως ένα μικρό αγόρι μπορεί να κάνει, βρέθηκα στον τελευταίο θάλαμο και βρήκα μες σ' ένα σκονισμένο, δύσμορφο είδωλο από πηλό, κάτι που η εμφάνιση κι η όψη του ήταν άγνωστες σε μένα. Και μη ξέροντας τη προφητεία γύρισα απογοητευμένος, το ίδιο βαριεστημένα όπως όταν είχα έρθει, για ν' αναζητήσω το αμυδρό φως του ήλιου".
    
Τότε, ξεγλιστρώντας απ' τους απρόσεκτους συγγενείς τους και κρατώντας διακοσμημένες λάμπες που πήραν απ' το δωμάτιο, ο Χεσταΐγιον κι ο Ιλλέιρο πήγανε κάτω απ' το παλάτι ακολουθώντας υπόγεια σκαλοπάτια και προχωρώντας σαν αδυσώπητες ύπουλες σκιές στους λαβύρινθους των σκοτεινών διαδρόμων, φτάσαν στη χαμηλότερη κρύπτη. Εκεί, μες στη μαύρη σκόνη και τους ιστούς που 'χαν υφάνει αράχνες σε αμνημόνευτο παρελθόν, βρήκαν όπως το 'χανε πιστέψει, το πήλινο είδωλο, που τα βάναυσα χαρακτηριστικά του ήταν αυτά ενός ξεχασμένου γήινου θεού. Κι ο Ιλλέιρο σύντριψε το είδωλο μ' ένα κομμάτι πέτρας και μαζί με τον Χεσταΐγιον πήραν απ' το κούφιο κέντρο του ένα μεγάλο σπαθί απ' ανοξείδωτο ατσάλι, ένα βαρύ κλειδί από αξεθώριαστο μπρούντζο και πλάκες από λαμπρό ορείχαλκο που ήτανε γραμμένα τα διάφορα πράματα που 'πρεπε να γίνουν ώστε η Σίνκορ ν' απαλλαγεί απ' τη μαύρη βασιλεία των νεκρομαντών κι οι άνθρωποι να γυρίσουνε πίσω στη λήθη του θανάτου.
    
Έτσι, με το κλειδί από αξεθώριαστο μπρούντζο, ο Ιλλέιρο ξεκλείδωσε, σύμφωνα με τις οδηγίες των πλακών, μια χαμηλή και στενή πόρτα στο τέλος του κατώτερου θαλάμου πίσω απ' το σπασμένο είδωλο. Και μαζί με τον Χέσταiγιον είδαν, όπως είχε προφητευτεί, τα ελικοειδή σκαλοπάτια από μαύρη πέτρα που οδηγούσανε κάτω σ' ανεξερεύνητες αβύσσους, που καίγαν ακόμη οι βυθισμένες φωτιές της γης. Κι αφήνοντας τον Ιλλέιρο να φρουρεί την ανοιχτή πόρτα, ο Χεσταΐγιον πήρε το σπαθί απ' ανοξείδωτο ατσάλι στο χέρι και πήγε πίσω στο δωμάτιο που κοιμούνταν οι νεκρομάντες πάνω στους κόκκινους και πορφυρούς καναπέδες με τους χλωμούς, αναίμακτους νεκρούς να περιμένουνε κοντά τους σε υπομονετικές σειρές.
    
Εμψυχωμένος απ' την αρχαία προφητεία και τη γνώση απ' τις λαμπρές πλάκες, ο Χεσταΐγιον σήκωσε το μεγάλο σπαθί κι έκοψε τα κεφάλια των Μμάτμουορ και Σοντόσμα, το καθένα μ' ένα μοναδικό χτύπημα. Τότε, όπως ανέφεραν οι οδηγίες, έκοψε τα σώματα σε τέσσερα μέρη με δυνατά χτυπήματα. Κι οι νεκρομάντες έδωσαν τις ακάθαρτες ζωές τους κι έμειναν ανάσκελα χωρίς να κινούνται, προσθέτοντας ένα βαθύτερο κόκκινο και μια λαμπρότερη απόχρωση στο μελαγχολικό πορφυρό των καναπέδων.
    
Τότε, στους συγγενείς του που στέκονταν αμίλητοι χωρίς να συνειδητοποιούνε την απελευθέρωσή τους, η σεβάσμια μούμια του Χεσταΐγιον μίλησε μ' εξουσιαστικά μουρμουρητά, σα βασιλιάς που δίνει διαταγές στα παιδιά του. Οι νεκροί αυτοκράτορες κι αυτοκράτειρες ανακινήθηκαν, όπως τα φθινοπωρινά φύλλα σε ξαφνικό άνεμο κι ένας ψίθυρος πέρασε ανάμεσά τους και πήγε μπρος απ' το παλάτι για να συνεχιστεί κατά μήκος όλων των δρόμων και να ακουστεί από όλους τους νεκρούς της Σίνκορ.
    
Όλη αυτή τη νύχτα και στη διάρκεια της σκοτεινής μέρας που ακολούθησε, με ταλαντευόμενους πυρσούς ή με το φως του χλωμού ήλιου, ένας ατελείωτος στρατός από πτώματα φαγωμένα απ' τη πανούκλα και ρακένδυτων σκελετών, χυθήκανε σ' έναν ωχρό χείμαρρο μες στους δρόμους της Γεθλίερομ και μες απ' τα δωμάτια του παλατιού, όπου ο Χεσταΐγιον στεκότανε φρουρός πάνω απ' τους σφαγμένους νεκρομάντες.
    
Ασταμάτητα, με αόριστα, θαμπά μάτια, προχωρούσανε σα κατευθυνόμενες σκιές, να αναζητήσουνε τους υπόγειους θαλάμους κάτω απ' το παλάτι και να περάσουν από την ανοιχτή πόρτα του τελευταίου θαλάμου που περίμενε ο Ιλλέιρο και να κατέβουνε τα χιλιάδες χιλιάδων σκαλιά που οδηγούσανε στο χείλος του χάσματος που βράζαν εξασθενημένες οι φωτιές της γης. Εκεί, από το χείλος του χάσματος, ρίχνονταν στον δεύτερο θάνατο και τον καθαρό εκμηδενισμό των απύθμενων φλογών.
    
Αλλά αφού όλοι είχαν λυτρωθεί, ο Χεσταΐγιον παρέμεινε ακόμη μόνος στο μαραμένο ηλιοβασίλεμα δίπλα στα σφαγμένα πτώματα των Μμάτμουορ και Σοντόσμα. Τότε όπως τον είχανε καθοδηγήσει οι πλάκες, δοκίμασε τα ξόρκια της αρχαίας νεκρομαντείας που γνώριζε απ' τη πρότερη σοφία του και καταράστηκε τα διαμελισμένα πτώματα με την αιώνια ζωή μέσα στον θάνατο, αυτή την ίδια που οι Μμάτμουορ και Σοντόσμα είχανε προσπαθήσει να επιβάλουνε στους ανθρώπους της Σίνκορ.
    
Κατάρες ειπώθηκαν απ' τα ωχρά χείλη και τα κεφάλια κυλήσανε φριχτά με μάτια που ακτινοβολούσανε και τα μέλη και τα σώματα συστραφήκανε στους αυτοκρατορικούς καναπέδες μες στο πηγμένο αίμα. Χωρίς να κοιτάξει πίσω, ξέροντας ότι όλα είχανε γίνει όπως είχεν οριστεί και προβλεφθεί απ' την αρχή, η μούμια του Χεσταΐγιον άφησε τους νεκρομάντες στη καταδίκη τους και πήγε κουρασμένα μες από το σκοτεινό λαβύρινθο των θαλάμων να συναντήσει τον Ιλλέιρο.
    
Έτσι στη γαλήνια σιωπή, χωρίς να χρειάζεται να πούνε τίποτ' άλλο, ο Ιλλέιρο κι ο Χεσταΐγιον πέρασαν από την ανοιχτή πόρτα του κατώτερου θαλάμου κι ο Ιλλέιρο κλείδωσε τη πόρτα πίσω τους με το κλειδί από αξεθώριαστο μπρούντζο. Κι έτσι απ' τα ελικοειδή σκαλοπάτια, πήγανε στο χείλος των βυθισμένων φλογών κι έγιναν ένα με τους συγγενείς και τους ανθρώπους τους σε μια τελική, ύστατη ανυπαρξία.
    
Αλλά για τους Μμάτμουορ και Σοντόσμα, οι άνθρωποι λέν ότι τα τεμαχισμένα τους σώματα σέρνονται στη Γεθλίερομ μέχρι αυτή τη μέρα, χωρίς να βρίσκουνε γαλήνη ή ανάπαυλα στη καταδίκη της ζωής μες στο θάνατο και ψάχνοντας μάταια μες στη μαύρη μάζα των κατώτερων θαλάμων τη πόρτα που είναι κλειδωμένη από τον Ιλλέιρο.

------------------------------------------------------------------------

Clark Ashton Smith
"The Empire Of The Necromancers"

------------------------------------------------------------------------

                                   Το Πτώμα Κι Ο Σκελετός

 

ΣΚΗΝΗ: Οι κατακόμβες της αρχαίας πόλης Όομαλ. Ένα νέο πτώμα αφέθηκε δίπλα σ' ένα σκελετό, που απ' τη μουχλιασμένη και φαγωμένη απ' τα σκουλήκια εμφάνισή του μοιάζει αξιόλογα αρχαίος.

ΤΟ ΠΤΩΜΑ: Χαιρετώ τα γέρικα κόκαλα! Τί νέα απ' το σκουλήκι; Νομίζω πως το 'μαθες καλά στο καιρό σου.

Ο ΣΚΕΛΕΤΟΣ: Ναι, ναι κι εσύ θα το μάθεις. Είναι δω ο κόσμος όπου τάφος και σκουλήκι είναι οι τελευταίοι πιστωτές. Όταν παίρνουν αυτά που τους χρωστάμε, μένουνε πολύ λίγα για το διάβολο. Το βλαβερό σκουλήκι έχει γερό σαγόνι. Θα πάρει και τη τελευταία ουγκιά από μυαλό και μεδούλι. Ποτέ δε μου χάρισε ένα κομμάτι σάρκα ή ένα κουρέλι δέρμα, να προστατευτώ από τη μουχλιασμένη ανάσα του κρύου ανέμου του σπηλαίου, που κάνει τα δόντια μου να χτυπάνε.

ΤΟ ΠΤΩΜΑ: Μιλάς τόσο μελαγχολικά: Για ν' αλλάξουμε θέμα, ας μιλήσουμε για τις προηγούμενες ζωές μας.

Ο ΣΚΕΛΕΤΟΣ: Όσον αφορά στον εαυτό μου, μετ' από πεντακόσια χρόνια λίγο-πολύ, σ' αυτό τον αγέρα που σάπισε μαζί με τους νεκρούς, φοβάμαι πως οι ασήμαντες αναμνήσεις μου γέμισανε μούχλα. Όμως απ' τη σκόνη που υπάρχει στα κόκαλα του λαιμού μου, θυμάμαι ότι κάποτε ήμουνα ταβερνιάρης. Πολύ συχνά από τότε διψώ κι επιθυμώ να πιω κι ας είναι έστω μόνον ένα τέταρτο του γαλονιού κρασί. Ο χρόνος είναι ένας απατεώνας μεγαλέμπορος. Μου 'δωσε αυτή τη μούχλα μ' αντάλλαγμα το ευγενικό μου πτώμα. Ο θάνατος, θα το μάθεις κι εσύ, είναι ανιαρή δουλειά, χωρίς κέρδος και περιφρονεί όλους όσους έρχονται δω.

ΤΟ ΠΤΩΜΑ: Πού 'ναι τότε με τις πολύμορφες λάμψεις τους, οι παράδεισοι από φώτα κι οι κολάσεις από φωτιά, που με τόση πίστη υπόσχονται οι σίβυλλες κι οι ιεροφάντες;

Ο ΣΚΕΛΕΤΟΣ: Ρώτα τον Γιόντερ Κάνταβερ, αυτόν που η παχειά σάρκα του καλόμαθε τα σκουλήκια. Ήτανε κάποτε ιερέας και μιλούσε αξιόπιστα γι' αυτά τα θέματα, μαζί με τις βροντές που στέλναν οι θεοί. Όσο για μένα, δε βρήκα τίποτ' άλλο εκτός απ' αυτό το στενό θολωτό υπόγειο μέρος, που στο θανάσιμο σκοτάδι του, οι ατμοί της πανούκλας περιφέρονται σα μεγάλο κύμα κι αναδύονται απ' τη σαπισμένη γη, σαν ανίερο θυμίαμα στον ήλιο.

ΤΟ ΠΤΩΜΑ: Ήταν η πανούκλα που μ' έστειλε κι εμένα δω απ' το κρεβάτι του γάμου. Ήμουν ένας απ 'τους αισιόδοξους της Όομαλ κι όμως, με σπρώξαν εδώ να σαπίσω σε κοινό μέρος.

Ο ΣΚΕΛΕΤΟΣ: (Συμπονετικά και λιγότερο άγρια): Πολύ άσχημο, πολύ άσχημο! Αν κι η σάρκα μου έχει φύγει εδώ και καιρό από πάνω μου, σε συμπονώ. Ακόμα κι αν το φως του θανάτου στις κόγχες των ματιών σου λάμψει από πόθο, το μόνο που θα βρεις εδώ είναι νύφες από κόκαλα και κρύα συντροφιά στο κρεβάτι.

ΤΟ ΠΤΩΜΑ:Θα βρούμε ποτέ καμιά αποζημίωση, κανένα βραβείο σοφίας που κατέχει ο θάνατος, κανένα μυστικό θαμμένο μακριά απ' τον ήλιο σ' αυτό το βαθύ σκοτάδι;

Ο ΣΚΕΛΕΤΟΣ: Κατέχουμε σοφία, αν σου αρέσει ανιαρή και σκονισμένη και θα την έδινα ευχαρίστως όλη για μια ρουφηξιά από κρασί της Τσιάν. Ίσως και να το ξέρεις ήδη, ότι τα σώματα είναι φτιαγμένα από χώμα και νερό, που το τελευταίο εξατμίζεται και το πρώτο τείνει να εξαφανιστεί. Αυτή είναι η γνώση μας, που μ' έχθρα είναι γνωστή απ' τους ιεροφάντες και τους φιλοσόφους. Όμως τη γνώση αυτή, τη κατέχω χωρίς ντροπή μες σ' ένα κρανίο.

--------------------------------------------------------------------------

Clark Ashton Smith
"The Corpse And The Skeleton"

  Σημ Δική μου: Η μετάφραση των 2 αυτών ιστοριών είναι του εξαίρετου Ιωάννη Καραγιαννάκη, τον οποίον από δω συγχαίρω για τη θαυμάσια δουλειά του και του ζητώ συγνώμη γιατί δεν το 'χα αναφέρει εξ αρχής, αλλά απλώς δε το ξερα κι εγώ! Τις ιστορίες αυτές καθώς κι ένα σωρό άλλα που αφορούνε στον Σμιθ, μπορείτε να τις δείτε και στο: http://www.eldritchdark.com/writings/short-stories/

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers