-

Dali &

-


-









/




 
 

 

Smith Clark Ashton: Imaginarium

Υποκλιθετε, εμαι ο αυτοκρτορας των ονερων.
        Στφομαι με λιους εκατομμυρων χρωμτων
              απ απστευτους μυστικος κσμους και φορω
                      τα μονοπτια των ουρανν για τβεννο καθς πετω
”.

(The Hashish Eater Κ.Α.Σ.)




     Πριν ξεκινσω, να δηλσω πως το παρν γινε τη ευγενικ χορηγα του φλου κι εξαρετου μεταφραστ του Σμιθ, Γιννη Καραγιαννκη, τον οποον ευχαριστ πρα πολ και δημσια! Π. Χ.

                                   Βιογραφικ

     Ο Αμερικανς Clark Ashton Smith εναι γνωστς στη χρα μας και διεθνς κυρως ως συγγραφας του φανταστικο, φλος και συνοδοιπρος του Lovecraftνας απ τον κκλο του Λβκραφτ με τακτικ παρουσα στο περιοδικ Παρξενες Ιστορες (Weird Tales) που η πριμη ποησ του κανε πρωτοσλιδα ρθρα και την εκθεασαν μεγλοι συγγραφες πολ πριν η ποιητικ του πρζα, η ανυπρβλητη φαντασα του κι η ισχυρ ασθηση του δους επηρεσουν το πεδο της επιστημονικς φαντασας. Η αρχικ του παραγνριση οφελεται αφενς στη σνδεση του ονματς του με το χρο της παραλογοτεχνας, αφετρου στο στυλ γραφς του, με αναμνσεις απ τους ελισαβετιανος ως τους Γλλους συμβολιστς, που καθιστονε τη γλσσα, τα θματα και το φος του παρταιρα για τον 20ο αι. απ τον λιοτ και μετ.
     Στον Κλαρκ στον Σμιθ ρεσε να λει τι γεννθηκε Παρασκευ 13 Γενρη 1893 κτω απ την επιρρο του Κρνου που υποτθεται τι προδιαθτει κποιον προς το παρξενο και το μυστριο. Γονες του ταν ο Τμεους στον Σμιθ (Τimeus Ashton Smith) κι η Μαρη Φρνσις Γκιλορντ (Mary Francis Gaylord). Γεννθηκε στο σπτι των παπποδων του στην Long Valley της Καλιφρνια. Ο πατρας του, γις πλοσιου βιομχανου, ταν αγγλικς καταγωγς που αφο ξδεψε λη τη περιουσα του σε ταξδια αν τον κσμο εγκαταστθηκε στη κομητεα Placer, κυρως επειδ τανε κοντ σε μια αρκετ μεγλη αγγλικ αποικα, την πλη του Penryn.
     τανε πολ μορφωμνος, με πολ καλος τρπους κι ξαπτε τη φαντασα του γιο του με διηγσεις απ ταξδια στον Αμαζνιο και με περιπτειες απ το Μεξικ. Ο Τμεους, πολ φτωχς πλον, κρδιζε τα προς το ζην δουλεοντας σα νυχτερινς υπλληλος σε ξενοδοχεο στο μπουρν, σα χρυσοθρας, σα φρουτοπαραγωγς και σαν ορνιθοτρφος πριν η κακ υγεα του τον αναγκσει να τ' αφσει λα και το βρος της οικογνειας να το αναλβει η γυνακα του. Κατφερε μως να αγορσει λγη γη και να φτιξει να μικρ σπτι 4 δωματων με λγη βοθεια κι απ τον μικρ ττε Κλρκ. Η κατασκευ πρε 4-5 χρνια κι η οικογνεια εγκαταστθηκε επσημα το 1907.



     Οι γονες του τανε κι οι δυο πνω απ 40 ταν τον γννησαν. Καθς ταν το μοναδικ παιδ της οικογνειας, ταν μοναχικς κι πως τα περισστερα μοναχικ παιδι μαθε να διαβζει απ νωρς, κυρως ιστορες με ξωτικ και τις χλιες και μια νχτες. Ξεκνησε να γρφει στα 11 επηρεασμνος απ αυτς τις ιστορες. Μια κρση πυρετο απ οστρακι, στα 4, που κρτησε περισστερο απ το συνηθισμνο και κατληξε σε ρευματοειδ πυρετ, εχε σοβαρς επιπλοκς στη μετπειτα πορεα της υγεας του και καθυστρησε και την προδο του στο μονοτξιο τοπικ σχολεο. Εκε οι βιβλιοφιλικο τρποι του, η αδναμη φυσικ του κατσταση κι η μοναχικ του φση τον καναν στχο πειραγμτων απ τους συμμαθητς του. Μετ παραδχτηκε τι υπφερε απ μια ασθηση απομνωσης. Καθς αρνιταν την παρα των λλων βρκε καταφγιο στις ομορφις της φσης και τη παρατρηση των αστεριν.
     Αν κι ο Σμιθ γινε δεκτς στο τοπικ λκειο, αρνθηκε να το παρακολουθσει νιθοντας τι θα τα πγαινε καλτερα αν μορφωνταν και εκπαιδευταν μνος του. τσι, διβασε ολκληρη την εγκυκλοπαδεια Μπριτνικα χι μα αλλ δο φορς, τουλχιστον να πλρες λεξικ και κθε τμο στην τοπικ βιβλιοθκη του Κρνεγκι. Στα 13 ανακλυψε τα ργα του ντγκαρ λαν Πε (Edgar Allan Poe). Και καθς τα διαβσματ του επεκτενονταν ανακλυψε τι η λογοτεχνα της Καλιφρνια χρωστοσε πολλ στον Πε. 4 απ τις ιστορες του τανε τσο καλς στε να μπονε στα λογοτεχνικ περιοδικ της εποχς με τις πρτες 2 το 1911 που δημοσιευτκαν στο περιοδικ Overland Monthly. Μχρι το 1926 γραψε κυρως ιστορες φαντασας καθς και 2 νουβλες κι επηρεστηκε πολ απ τις Αραβικς Νχτες Απ Το Βτεκ του Ουλιαμ Μπκφορντ, απ τον Πε και απ τον Κπλινγκ.



     Υπρξεν μως κι εξαιρετικς ποιητς, μολοντι η αξα του ποιητικο του ργου ξεκνησε ν' αναγνωρζεται πρσφατα, πολ μετ το θνατ του, πως συνβη με τον Poe. Μχρι το 1929 χαρακτριζε τον εαυτ του ποιητ κι τανε σαν ποιητς που κρδισε τη 1η του φμη. ταν ευχαριστημνος ταν βρισκταν αναγνστης που θαμαζε το ργο του αλλ πντα ξεκαθριζε τι δεν αναζητοσε διασημτητα. Αλληλογραφοσε λη του τη ζω με πρα πολλ τομα, να εκ των οποων ταν κι ο Χουαρντ Φλιπς Λβκραφτ (Howard Philips Lovecraft) ο οποος ξεκνησε αλληλογραφα μαζ του το 1922 μχρι και το θνατ του το 1937.

     Παρ την αρχικ του επιτυχα δεν βρισκε καλ την ιδα να συνεχσει να γρφει σντομες ιστορες, αλλ ο θαυμασμς του για τα ποιματα σε πρζα του Μπωντλαρ και για τα ργα του Λβκραφτ τον οδγησαν να κνει πειρματα πνω στην φρμα του γραψματος. Υπρξε απ τους καλλτερους μεταφραστς του Μπωντλαρ στην αγγλικ γλσσα, ντας αυτοδδακτος στα γαλλικ. Ομοως μαθε μνος του την Ισπανικ, κατορθνοντας μλιστα να γρφει πρωττυπα ποιματα στα γαλλικ και στα ισπανικ. Το 1929 αναγκστηκε να βρει να τρπο να υποστηρξει τους γερασμνους γονες του κι τσι ξανρχισε να γρφει φαντασα. Ξεκινντας τον Οκτβρη του 1930 με το Τλος Της Ιστορας (End Of Story) που μπκε στο δισημο περιοδικ Weird Tales ο Σμιθ ξεκνησε να γρφει συνχεια. Εναι γεγονς τι μχρι το Δεκμβρη του 1935 το νομ του ταν η πιο συχν παρουσα στα περιοδικ του χρου.
     Οι ιστορες του Σμιθ ταν κατ πολλος τρπους προεκτσεις των πιο παλιν ργων του με θματα, εικνες και τεχνικς απ τα ποιματ του και την πρζα του να επανεμφανζονται. ταν η χρση της γλσσας κι οι δυνατς λξεις του που τονε ξεχριζαν απ τους σγχρονος του. κανε πολλ ργα ζωγραφικς και σχεδων τη 10ετα του 1920. Η ικαντητ του να εκφρζει τη φαντασα του με ποηση, με πρζα, με ζωγραφικ με γλυπτικ εναι το μεγαλτερο κατρθωμα του Σμθ. Η 10ετα του 1930 φερε πολλς τραγωδες στη ζω του. νας φλος του κι αλληλογρφος, ο Βιτσελ Λντσει (Vachel Lindsay) πθανε το 1931. Οι γονες του τανε συνχεια ρρωστοι αναγκζοντς τον να διακψει το γρψιμ του το 1933. λλος νας αλληλογρφος και φλος του, ο συγγραφας Ρμπερτ Χουαρντ (Robert E. Howard) αυτοκτνησε το 1936. Ο κυριτερος αλληλογρφος του, ο Λβκραφτ, πθανε το 1937. Αργτερα τον διο χρνο πθανε κι ο πατρας του Τμεους.
     Απ το θνατο του πατρα του και μετ ζοσε σε κατσταση απγνωσης και δεν γραψε τποτα τα επμενα 3 χρνια. Στη πραγματικτητα, τα υπλοιπα χρνια της ζως του (1937-1961), γραψε μνο περπου 12 ιστορες, μεγλη αντθεση με τη πρτερη δημιουργικτητ του. ‘πως γραψε κι ο διος σε γρμμα του στον γκοστ Ντρλεθ, (August Derleth) “περισστερο ζω παρ γρφω” και γι' αυτ μετ απ αυτ τη περοδο δεν υπρχουνε και πολλ γρμματ του.



     Αλλ δεν παρμεινε αδρανς το διστημα του τελευταου τρτου της ζως του. Για ακμα μια φορ το ενδιαφρον του ξαναγρισε στη ποηση και σε μια ακμα αγπη του, τη τχνη. Τους πνακες και τα σχδια του, τα χαρακτρισαν αρχικ ως αφελ μνο και μνο για το λγο τι ταν αυτοδδακτος. Ξεκνησε να ζωγραφζει με νερομπογις το 1916. Μχρι το 1920 θεωροσε τον εαυτ του εξειδικευμνο στο σχδιο. Τα θματ του περιλμβαναν αφηρημνες φιγορες χωρς κποιο φντο (συνθως χαρακτρες απ τις ιστορες του), φανταστικς σκηνς κι εξωγινα τοπα με παρξενη αρχιτεκτονικ και παρξενα φυτ. Το 1935 ξεκνησε να κνει γλυπτ κατ λθος μια μρα που επισκφτηκε το ορυχεο χαλκο του θεου του, σκωσε μια πτρα στεαττη και συνειδητοποησε τι ταν αρκετ μαλακ στε να μπορε να τη σκαλσει με τον σουγι του. Πειραματστηκε και με λλα εδη πτρας πως σαπωνλιθο, σερπεντνη, ψαμμτη, λβα και πορφυρτη. Μερικς, αφο τις σκλιζε, τις βαζε στη ξυλσομπα για να σκληρνουν. Οι μικρς σε μγεθος γροθις φιγορες, τα αγλματα κι οι προτομς συγκρθηκαν με τη προ-κολομβιαν τχνη και τα φημισμνα κεφλια της νσου του Πσχα. λλες φιγορες βασζονταν στη κλασσικ μυθολογα και ξαν, στη μυθολογα του Λβκραφτ. Ο γκοστ Ντρλεθ ταν νας απο τους πολλος συλλκτες. Σκλισε επσης ππες, βζα, κηροπγια κι λλα φυσιολογικ αντικεμενα.
     Ο Σμιθ πουλοσε συνθως τους πνακες, τα σχδια και τα γλυπτ για μερικ μνο δολρια. λλα τα στελνε σα δρο στα τομα με τα οποα αλληλογραφοσε -συμπεριλαμβανομνου του Λβκραφτ, ο οποος εμπνεστηκε πολ απ τα γλυπτ του. μαθε μνος του γαλλικ κι ισπανικ, γραψε μερικ ποιματα σε αυτς τις γλσσες και μετφρασε αρκετος ποιητς. Αν κι εχε σχεδν σταματσει να γρφει φαντασα, το ργο του συνχισε να δημοσιεεται και να τραβ τη προσοχ. Ιστορες που βγαζε απ τα συρτρια του συνχισαν να εμφανζονται στο περιοδικ Weird Tales κι αλλο.



     Στην εμφνισ του, χαρακτηριζτανε ψηλς (πνω απ 1,80), αδνατος, με κασταν κι αργτερα γκρζα μαλλι, μουστκι κι να μεγλο κεφλι στο οποο συνθως φοροσε μαρο κκκινο μπερ. Κπνιζε πολ (ππα και τσιγρα), πινε μτρια ως πολ (κυρως σπιτικ κρασ) και παρ το πιο δισημο ποημ του (The Hashish-Eater) δεν φανεται να πειραματστηκε ποτ με ναρκωτικ. Στην ερωτικ του ζω φανεται τι περσανε πολλς γυνακες, κυρως το διστημα 1909-1930, με πολλς απ αυτς να 'ναι παντρεμνες. Λγεται επσης τι κανε σχση που κρτησε πολλ χρνια αλλ ληξε δοξα το 1950. Στις 14 Νομβρη 1954, στα 61, νυμφετηκε τη Κρολιν Ντρμαν (Carolyn Dorman), χρα με 3 ανλικα παιδι.
     Μχρι κενη την εποχ, εχε πουλσει σχεδν λη τη γη της οικογνεις του κρατντας μνον να μικρ κομμτι με το σπτι των 4 δωματων. νας εργολβος ζητοσε επμονα και το υπλοιπο κομμτι αλλ ο Σμιθ αρνιτανε. Στα τλη του 1955, ταν λειπε, το σπτι βανδαλστηκε, οι τεφροδχοι των γονιν του διαλυθκανε κι η στχτη τους σκορπστηκε. Ο Σμιθ τανε συντετριμμνος κι ρχισε να μεταφρει τα υπρχοντ του σε πιο ασφαλς σημεο. Τελικ το σπτι κηκε ολοσχερς το 1957, αποτλεσμα εμπρησμο και μαζ του κακανε κι ορισμνα χειργραφα και τυπωμνα κεμενα, πιθανς λα τα αδημοσευτα ργα του. Μετ απ αυτ παραδθηκε και πολησε και την υπλοιπη γη.
     Μετ το γμο του γραψε πολ λγο και δολευε σαν επαγγελματας κηπουρς στις γρω κατοικες. Αν κι εχε πντα προβλματα υγεας κι ρασης, αυτ ρχισαν να αυξνονται στη 10ετα του 1950. Το 1953 παθε μφραγμα. Το 1961 υπφερε απ μια σειρ εγκεφαλικν τα οποα επιβρδυναν την ομιλα του. Ο Κλαρκ στον Σμιθ πθανε στον πνο του στις 14 Αυγοστου 1961. Μερικ χρνια αργτερα οι στχτες του μεταφρθηκαν στο μπουρν και θφτηκαν δπλα σε να βρχο κτω απ τις μπλε βελανιδις κοντ στο σημεο που βρισκταν το οικογενειακ σπτι τους. Ακμα αργτερα, ο δρμος που ταν κονττερα στο σπτι μετονομστηκε σε Οδς Ποιητ Σμιθ (Poet Smith Drive). Ο βρχος πρσφατα μεταφρθηκε στο πρκο της 100ετας στο μπουρν που μια πλκα αναφρεται στη ζω του. Η φμη σαν νας σημαντικς συγγραφας φαντασας τον τελευταο αινα, 2ος μετ τον Λβκραφτ, χει τραβξει μεγλο ενδιαφρον αναγνωστν, μελετητν και συλλεκτν σε λους τους τομες, και τα ργα του συνεχζουν και εκτυπνονται ακμα και σμερα σε μεγλες ποστητες. Πρσφατα μλιστα εκδθηκε το σνολο του ποιητικο του ργου σε 3 τμους.

   "Φεγω, αλλ σ' αυτ τον ετοιμρροπο πργο χτισμνο πνω στις εσχατις του κσμου θα κατοικονε τα βιβλα και τα φλτρα μου”.
      (Donald Sidney Fryer 
Εμπνευσμνο απ ποημα του Σμιθ).

-----------------------------------

   Σημ Π. Χ.: ,τι δετε γραπτ δικ του οπουδποτε στο Στκι, χει μεταφραστε υπ Γιννη Καραγιαννκη, εξν σων αναφρουνε ρητ, κτι διαφορετικ.

     Στο Στκι υπρχει Σμιθ, στο Φανταστικ:
 
      Ιστορες


     Επσης στη Πινακοθκη, υπρχει με  πνακες  του!

     Υπρχει πανμορφη πλοσια σελδα του -στα αγγλικ- στο Διαδκτυο:

                   
Clark Aston Smith

==================================

       Η Αρχαα Αναζτηση

(μτφρ.: Πτροκλος) (The Ancient Quest)

Ω, γιγντια στρα γεννημνα απ' το αινιο φως.
Ω, φτερωτς φωτις που σπρνουνε κεν
σα ζοφερο προφτες απ γνωστ Θε,
μιλτε με τον νμο του φωτς!

Δεν εχαμε παρ να δομε και να νισουμε,
τις μετρες τις φλγες σα μια γλσσα απλ,
που θα μας πει για σα μταια ιδρσαμε.
Στο τλος φτνει, η αναζτηση αυτ.

Ω, νοι κσμοι, που πετν ακοραστα δεμνοι,
σκαρφαλνουν διακας σ' πλετο κι κορφο βυθ!
Ω, πλαντες σκοτεινο που ρπουν ζαρωμνοι
μες σε τροχις που πνιγκαν στη νχτα, εδ!

μοια διστζετε, μπρος στην αθνατην Αλθεια,
με θλψην πειρη, που δεν θα τηνε βρετε.
μοια φλεγομνοι λιοι, μα τυφλο χωρς βοθεια
κι απ το φως της δεν θα λαμπρυνθετε.

Για τη Ζω αυτν που με φιλδοξα μτια Θεο
θα δουν το αστροδηλωμνο της αλθειας μεγαλεο,
πρπει μ' αδιβλητη ματι να δονε το θηρο,
τερστιο σαν πειρο, το τρας του Καιρο.

       Δως Μου Τα Χελη Σου

 (μτφρ.: Πτροκλος) (Give Me Your Lips)

Δς μου τα χελη σου:
σαν λικο καρπ του Παραδεσου
που ξνοιξε πριν φρξουνε τις Πλες
και κανε τη ματι μου,
σαν τα πορφυρ εκενα νθη
που στζουνε διακριτικ, γλυκ φαρμκι,
σα στολδια κκκινα, σκληρ και κρα,
που τρυγημνα στη λαχτρα μου,
θα λυσουν με φωτι και με κρασ,
κρασ κρασιν, οπο μετρ το γινο χρνο,
φωτι απ' τις φωτις πιο δυνατ,
σε ουραν με στρα υπρλαμπρα γεμτο.

Δως μου τα χελη σου:
σαν γγιξες τα χελη μου με το χρυσ σου στμα
χωρς προσχδιο και οτε γιατρικ,
οτε κερθρα που γλυκ το μλι στζει,
οτ' λος βουλιαγμνο κτω απ' τον ρημο ουραν,
οτε το πρσινο, πικρ κρασ των θαλασσν,
οτε σταλτσες Παραδεσου Λθης,
οτ' λ' αυτ, μα οτε και το να,
θα προυν απ πνω μου τις φλγες, το κρασ,
π' αφσανε τα χελη σου απνω στα δικ μου.

                   στερα

(μτφρ: Πτροκλος) (Afterwards)

Επικρατε στο κσμο μια σιγ
απ' ταν επαμε το "χε γει"
κι η ομορφι σ' γνωστη γλσσα μας μιλε
μιαν γνωστη ιστορα να μας πει.

Επικρατε στον κσμο μια σιγ
που πια δεν εναι ησυχι σεμν:
Κθε που πω μακρυ να ξεμυτσω
σε ρτες ταραγμνες θα βαδσω.

Μα σαν ακοω μουσικ οιμωγ
σε αθουσες γιομτες γλια
νας μονχα δαμων μ' οδηγε,
κι στερα πλι ρχετ' η σιγ.

                    ρωτας

      (μτφρ.: Πτροκλος) (Amor)

Να της Εστας η φωτι στο προσεγμνο τζκι.
Φλγα που στριζε τη Τροα τη καστρχτιστη.
Σελνης λμψη ερωτικ στον Ενδυμωνα*.
Το ξυπνημνο ολγιομο νειρο του Μελκρθ**.

Να και το πτρινο αστρι που επιστρφει,
πιστ σε αρχαες πλοηγσεις*** της νυχτις.
Δαυλς των Κορυβαντικν**** των Μυστηρων
στη σφραγισμνη λυκηθο σπθα π' ακμα καει...

Να η Λυχνα, που αρχαα χρια την ανψανε
βαθι, σε σφραγισμνες κρπτες αματος κι οστν...
Για μας τους δυο μια μγισσας φωτι που τρζει.

Σα φτερουγσουνε τα μυστικ και σκτεινα φτερ,
αυτ θα κατακψει και Βαλποργια***** και Σελνη
και θα υψωθε ακατσβεστη σα ρδον φθαρτο
στο νεφελδη ουραν κποιου μεσημεριο.
_____________________________________
            * Στο πρωττυπο λει Λτμιαν, που εναι το ρος που μυθολογικ γεννθηκε ο Ενδυμων, και τη Σελνη με κεφαλαο, πρκειται περ αναφορς στο μθο του ρωτα μεταξ τους.
         ** Ο Μλκαρθ εναι φοινικικ θετητα και τ' νομ του σημανει "ο ρχων της πλης". ταν η κρια θετητα της Τρου και των δο αποικιν της, της Καρχηδνας και του Κντιθ (Cádiz, Ισπανα). Ο Ηρδοτος, θεωρε κι αποδδει τον να του Μλκαρθ στον Ηρακλ. τανε θετητα που τον εορτζαν εκε κθ' τος σαν αρχ του χειμνα και πιστεεται τι τανε πρτυπο για το κτσιμο του ναο του Σολομντα στην Ιερουσαλμ.
     *** Στο ποημα χρησιμοποιε την ελληνικς ρζας λξη "Ephmerides" και σημανει αστρολογικ εν προκειμνω, τις αρχαες μεθδους ερεσης θσης και γεωγραφικο στγματος αλλ τη νχτα με τα στρα, εκτς επσης κι λλων γνωστν επεξηγσεων.
   **** Κορβαντες εναι μυθολογικ ντα που θεωρονταν σαν οι "πρτοι νθρωποι πνω στη γη". Αναφρονται επσης και σαν Ιδαοι Δκτυλοι αλλ δεν εναι ακριβς αυτ, καθς οι τελευταοι τανε μυθικ πλσματα που γεννηθκανε στη Κρτη στο ρος δη. Ο αριθμς τους δε απ εκδοχ σε εκδοχ ποικλλει απ 3-5 15 ως κι 100. Λγεται πως αυτο φρανε στη γη τη χρση της φωτις και του σιδρου. Εν τω μεταξ, ο Λχνος-Λυχνα που αναφρεται πιο κτω, πρπει να εννοεται το Ερωτικ ιεροτελεστικο λυχνρι που ανβαν οι εταρες γενικ οι ιρειες της Αφροδτης στε να φγγει σο διαρκσει η συνουσα.
***** Η Βαλποργη (Walpurga) γεννθηκε τον 8ο αι. στο Ντβον της Αγγλας απ οικογνεια τοπικο ηγεμνα. Ο γιος Βονιφτιος -ο γγλος που προσηλτισε στο χριστιανισμ τους Φργκους κι εναι ο προσττης γιος της Γερμανας- ταν θεος της -αδελφς της μητρας της. Η Βαλποργη κι οι δο αδελφο της πγανε στη Γερμανα να βοηθσουνε τον Βονιφτιο στον εκχριστιανισμ των γερμανικν φλων. Για το ργο της και την αρετ της ανακηρχτηκε αγα κι η μνμη της γιορτζεται απ τους Ρωμαιοκαθολικος 1η Μη. Η γιορτ της Βαλποργης μπλχτηκε με τα τοπικ εορταστικ θιμα της παραμονς της πρωτομαγις κι τσι η γερμανικ Walpurgisnacht (αγγλικ Walpurgis Night), η βαλποργεια βαλποργια νχτα πως γινε στα ελληνικ, περιγρφει ειδικτερα τις τελετς μαγισσν που μαζεονται σε βουν μαζ με τους δαμονες να γιορτσουνε την νοιξη, που στο βορρ ρχεται με κποια καθυστρηση. Ττοια νχτα περιγρφει κι ο Γκατε στο Φουστ σκην που αξιοποιε ββαια ο Γκουν στην ομνυμη περα. Γενικτερα οι βαλποργιες νχτες περιγρφουν οργιαστικς τελετς και νχτες οργων.
----------------------------------------------------------

                      Εξορκισμς

      (μτφρ: Πτροκλος) (Adjuration)

Γλυκει Λεσβα, σαν η αγπη μας περσει,
Ας μην αφσουμε στγμα κακ σκι,
Ας σεβαστομεν στω λα τποτα
σα μας κνουν δυο - σα μας κναν να.

Πες μοναχ πως η αγπη μας τελεωσε
χωρς αιτα, ως ανθζει να ρδο
και τρα απλ η δικ του μορα
θα εναι να γευτε το θνατ του.

          Φθινοπωρινς ρωτας

  (μτφρ: Πτροκλος) (Amor Autumnalis)

Ο ρωτς μου αναλαμπ των αε θλλων φλλων,
με φλγα μοιζει απ' ανθισμνο φθινοπρι,
μια πανδαισα ονειρικ χρωμτων και φωτς.

νθη ψηλ και σκορπιστ κι ανμοι τον χνωτζουν,
σπρνωντας μυρωδις φευγτου θρους στη πεδιδα,
που ξεχασμνη, απμερη, τη σεριανς γαλνια,
περιφρονντας τους, χωρς μορφα ρδα, κπους.

Θα σοδηγον διαδοχικ αιμτινα αμπλια,
δση θα σε τυλγουνε χρυσ και θα χαζεεις
καθριες λμνες μπροντζινες και απ μαρο οπλι.

Κοιτντας στις οροσειρς, τα πεκα φλογισμνα
και τις ιτις κεχριμπαρνιες, μες στο φντο,
των κορυφν των που αιωρονται σαστισμνα,
με τα θαμπ μωβ κρπια του ατλειωτου ουρανο.

         O Θραμβος Της Αβσσου

    (μτφρ: Πτροκλος)  (The Abyss Triumphant)

Η ισχς των λιων χθηκε χωρς να ξαναρθε.
Το Χος κυριρχησε τελεως πια σε λα,
Παντο κουφρια μες σε ξεχασμνα βθη,
σκοπα επιπλουνε, λερ και παγωμνα.

Στον ταραγμνον ουραν που μνεσκε μονχος,
καιρ πριν ξεχυθκαν απ' της Κλασης τις πλες,
ο Διβολος κι οι δαμονες, συλντας τη Γαλνη,
και του Θεο η Χρις, δεν επστρεψεν ακμα.

(Θα εχ' αποτραπε αυτ με μαγικ κηρκειο)
Kαι τρα πργωσεν αυτ πα' στην Ουρνια Βση
παντο τριγρω σαπισμνοι πια οι πυλνες
του τελευταου σταθερο Προπργιου της λης.

Ο προμαχν κι ο μιναρς αρχσανε να γνφουν
σπου, το πλθος που λησμνησε τη Ρβδο Του
διασκορπισμνο στη βροντ και στο κεν του Τποτα,
χωθε σ' μμο κινομενη στα πδια του Θεο του!

        Η Αλχημει Της Θλψης

    (μτφρ: Πτροκλος)       (Alchemy of Sorrow)

Ο νας με τη φλγα του στο κσμο θα μιλσει
κι ο λλος με ολκερη τη θλψη του:
Ο πρτος βλπει χαλαρ, χαρμσυνην ημρα,
κι ο λλος ακουρμ του σκουληκιο ψιθρους.

Ο γνωστος Ερμς, που με τη χερα βοηθ
το νου μου και γεμζει φβο τα νειρ μου,
που μσω τους εμαι θρηνητικ τραγοδι,
του πρτου απ' τους αλχημιστς, του Μδα.

Καλ χρυσφι το γυρν σε σκουριασμνο σδερο
και τον Παρδεισο τον κνω Κολασμνο.
Στις συννεφνιες μποκλες και στη λμψη
το λατρεμμνο πτμα περιγρφω:
Και να οικοδομσουμε στις χθες τ' ουρανο,
πυργνοντας περφανα τις σαρκοφγους.

                          γνωστη

        (μτφρ: Πτροκλος) (Ιncognita)

Μπορε να μη γνωρσω πως λλοι, τη μορφ
που δωσες στον ταραγμνο λιο, που σμιλεει
κθε μοβρα νχτα. Κι σως κανες δε μοιραστε,
μαζ μου, τις ομορφις που κρβουν οι σκις,
μτε τ' αρχακ στολδι των φρυδιν σου,
π' ανγλυφα και σοβαρ κοντρρει τη σελνη.

Ξθωρη εικνα αυτοκρτειρας, σ' να πλατ δουβλνι
φλεγμενο, λαμπρ. καστος πντα πρπει να σιμνει
στον τπο που τονε τραβ η ιδιατερη ασθησ του,
τον σφραγισμνο με οπτασες αλλιτικες, εκε,
που μες στη δνη της φθορς του κσμου, κατοικε
η ομορφι σου, να μας μπλxει το μυαλ... Παρθενικ
εσαι, κι αχν αγαπητ, -αν αγαπθηκες καθλου-
γιατ στο πιο σφιχτ φιλ, υπρχουν γνωστοι γκρεμο.

                
Ο Απολογισμς

 (μτφρ: Πτροκλος    (The Balance)

Για λγο κρτησεν ο κσμος τους πυλνες του:
Τρα, κει που 'ταν η βασιλικ Ων κι η Καρχηδνα,
εν' ο καυτς αγρας που στην ερημι αναδεει
την μμο, που 'ταν κποτε τεχος και περιστλιο,

λκκοι σαν στους κεντρικος της πλης δρμους,
που βθη ωκεανν πνω απ' τ' αρχγονο φαγ τους
σκεπσανε, κι οι ξεχασμνες πλεις μνσκουν,
χωρς χορτρι 'πα στης σκνης τους σωρος.

Γι' αυτ το λθος θα ερθε στο τλος πληρωμ,
σαν καταπιε το καστρο, η πεινασμνη γη,
τ' αυτοκρατορικ παλτια ερειπωμνα,
τα τεχη γκρεμισμνα,

κι η σκνη να τινζεται μακρυ πολ και πρα
να δινζεται, απ τη Παρελθοντικ τη Σφαρα,
κι οι ανμοι να τη μπλχουνε μ' γριαν αμχη,
στις στχτες του λιου.

---------------------------

         Τα Δση Του Λυκφωτος

                                                               (The Twilight Woods)

Καθς το σορουπο ματνει τη λαμπρ μρα,
μ' να πλοσιο και φλογερ κκκινο φωτερ αμα
και βφει και τους ουρανος πορφυρος,
τα πδια μου οδηγονται απ Πνεματα-Που-Ψιθυρζουν
στους ανμους που φυσον αυτ τη γκρζα ρα
και πολλ μυστικ ξρουν,
κει που οι βελανιδις και τα πεκα συναντονται
πνω απ' το κεφλι μου σε συμπλγματα,
για να κρατσουνε μακρυ το φως.

Προχωρ κτω απ' τις αψδες τους, συλλογισμνα κι αργ.
Εδ, το λυκφως που αρχζει και σκουρανει εναι μαγεα,
που τα πργματα αποδδονται παρξενα κι αλλκοτα:
Οι θμνοι και τα δντρα παρνουνε φανταστικς μορφς
κι οι σκις κρβονται μες στην απεραντοσνη του δσους,
αισθητς αλλ' απαρατρητες,
γιατ ταν γυρζω τρπονται σε φυγ
στα σκοτειντερα βθη του καθαγιασμνου ζφου.


       Το Αποτρπαιο Σκτος

                                                         (The Eldritch Dark)

Τρα που το δισταχτικ λυκφως, σιγαν,
αποκτ τη βεβαιτητα μιας πλριας νχτας,
νας μγος νεμος φυσ κλαγοντας σπαραχτικ.
Στον κμπο ρπουνε παραμορφωμνες σκις
που καμνονται τα δντρα, το σριγμ τους
ανεβοκατεβανει εκλιπαρντας, σε Σαββατικ κσταση,
τα ουρνια, που υπερφυσικς οπτασες ανεβανουνε
σα στλες τρεπμενες σε φυγ,
απ' το θολωμνο φεγγρι που στκει πνω απ' λα.

Δδυμα ππλα προστατευτικ σννεφα και σιωπ,
ρχνονται απναντι στη κνηση και τον χο των πραγμτων,
κνουνε κεν τη νχτα, μχρι τη σπασμνη δση
η αιματοβαμμνη λεπδα του φεγγαριο εμφανζεται για λγο...
Η νχτα γνεται γεμτη ξαν... Οι σκις αναπαονται,
μαζεμνες κτω απ' τα φτερ μιας μεγαλτερης σκις.

Το Τραγοδι Των Ελεθερων ντων

                                                 (Εl Cantar Del Los Seres Libres)

Αγριγατε, αδερφ της ψυχς μου,
να 'σαι ατθασος και χωρς αλυσδα.
Μην ακλουθς κανν ανθρπινο μονοπτι,
σκεπσου με τα φλλα των φυτν
και μ' αγριχορτα.

Γερκι τ' ουρανο, φτερωτ σντροφε,
αν δεν εναι για το κυνγι, δε βουτς
και σα πργος, φωλιζεις στα κορφοβονια,
που τα περιβλλουν των βουνσιων χειμρρων
οι τρανς χτες.

Τραν κουκουβγια, νυχτοπολι και ντμα μου,
σε σπηλαιδη κυπαρισσνια περιστλια,
να φυλς τα κρυμμνα μυστικ,
απ' ποιον δε μπορε να δει το φως στα σκτη.

           Αφροδτη

                                                 (Venus)

Απ ττε που 'χω δει τη λαμπρτητ της,
απ χαμηλ κι απ κοντ
και με θερμ κι οικεο τρπο
μες στα μτια τα δικ σου,
η Αφροδτη, η μακριν,
στους ουρανος της εναι,
μορφη σα κθε Παραδεισνιο αστρι.

Αλλ τρα εσ χεις φγει:
δκρυα πολλ. Η δξα της,
ταν αυτ ανατλλει, σκοτεινιζει,
στη σιωπ που διαγρφεται:
στους δρμους που εσ φυγες:
προς τη δση και προς το μπα του φθινοπρου.

                         ρτεμις

                                                      (Artemis)

Στον πρσινο κι αλολουδο κπο που 'χω 'νειρευτε,
Που βρσκεται κτω απ' ατλειωτα φεγγρια, μακρι,
που τις κυπαρισσχτιστες αναδεντρδες του
Και τις κισσομνες μυρσνες, κανες δε θα διασχσει·
Στο νεκρικ λαβρινθο του αγριπευκου και της δφνης,
Κατ μκος λευκο γρασιδιο, κατ πλτος φασματικν βουνν,
Διακρνεσαι μες απ' τη καταχνι που λμπει
Απ' λα τα ψηλ φεγγαροκρεμασμνα συντριβνια,
Με τα πδια καλυμμνα απ' το καρπο πρσινο
καλοκαιρινν δντρων που δεν χουν ανθος καλοκαιριο,
Αλειμμνο με χειμωνιτικα λοστρα
Πνω στο περκλειστο μρμαρο
Του δικο σου στθους,
Περιμνεις, εσ,
Ω πνθιμο, αινιγματικ
Εδωλο της μπερδεμνης-σε-ρωτα ρτεμης,
Που τα χελη του τα τρυφερ, πολ αργ,
εντελς καιρα, χουν αναζητσει
Το φιλ που πληγνει.

             Η Λιβελλολα

                                               (The Dragon-fly)

Πλι στο καθριο πρσινο ποτμι,
ν απγευμα, το πριμο φθινπωρο,
Μια λιβελλολα με πορφυρ φτερ ρθε και κθισε
Στο λευκ μηρ της αγαπημνης μου.

Κι απ ττε που πταξε μακρι,
χω καταλβει ακμη πλρια, την ομορφι
Και το φευγαλο των ημερν.

Κι η αγπη κι η ομορφι κανε μσα μου
πως τα σωριασμνα φλλα απ κεχριμπρι κι αμα
Που καγονται στο τλειωμα του φθινοπρου.

   Tο Σπασμνο Λαγοτο

                                                (The Broken Lute)

Επειδ εστε σιωπηλο
στις λυρικς προσευχς μου,
κουφο στις μελωδες που 'χω κνει
με στεναγμος και ψιθυρσματα
μιας πληγωμνης αγπης,
χω σπσει το χρυσ λαγοτο μου
και το 'χω πετξει μακρι,
λερωμνο και χωρς χορδς,
μες στα κκκινα φλλα των ρδων
που αργοπεθανουνε
στο κπο του Σεπτμβρη.

Η σιωπ, η ασημνια σκνη των κρνων,
ο σιωπηλς θλιμμνος αγρας του φθινοπρου
και τα φλλα που παρασρνονται τακτα,
το 'χουνε ζητσει για δικ τους.

Βλποντς το κει,
καθς περντε αδιφοροι μ' αλαζονεα,
ανμεσα στα σπασμνα ρδα,
δε θ' αντηχσει στη καρδι σας
νας στεναγμς απ' τους πολλος,
που, σα μουσικ για την ευχαρστησ σας,
ανασνατε απ τις χορδς του,
τις περασμνες, μισοξεχασμνες πια
καλοκαιρινς ημρες;

         Η Απουσα Της Μοσας

                                                   (The Absence Of The Muse)

Ω Μοσα, πο χασομερς;
Μπως σε κθε γη του Κρνου,
Που τη φωτζουνε φεγγρια και νοφαρα;

Σε ποια μητρπολη ψηλ στον ρη, τχα,
Ν' ακος τα γκονγκ της τρομερς, απκρυφης εντολς,
Και τις σλπιγγες να παζουν απ' το γιαλ, τον γνωστο γιαλ
Ηπερων που κατατροπθηκαν στους παλαιος πολμους
Που ξεκνησαν αρχαοι βασιλιδες;

στις αμμοσρτεις
Απ τις θλασσες στην Αφροδτη
Που αποτραβιονται απ' την μμο
Tου θρυμματισμνου μργαρου με τα χλια χρματα;

Συ ραγε μαδς τ' νθη του πορφυρο φυκιο
Και τα τριαντφυλλα απ τα μπλε κορλλια,
Για τα μαλλι σου;

Μπως τχα, χοντας φγει πρα
Απ το βρυχμενο ζωδιακ,
Μεταφρζεις την ιστορα των γινων νων
Και τα γινα τραγοδια τους
Στους τραγουδιστς του Βωμο;

      Θα Συναντηθομε

                                            (We Shall Meet)

Θα συναντηθομε λλη μια φορ
Τα παρξενα και τελευταα καλοκαρια,
Και θα θυμηθομε,
πως οι παλιο μμοι με το προσωπεο,
Το παλι παιχνδι της αγπης και του πνου.

Θα σε χαιρετσω
χι με τα φιλι
Των ημερν των αλλοτινν,
Γνωρζοντας
Πως αυτ θα 'τανε μταια,
πως εκενα του φυσματος των φαντασμτων
Που μοιζουν της ομχλης, τις σχατες αβσσους.

Εξασθενημνο ρωμα
Θα σε συνοδεει
πως το φυλακισμνο-στη-λρνακα μρο
Κι η καρδι μου που 'νερεται
Κει που τα πεσμνα
Φθινπωριν φλλα σαλεουν,
Θα προσφρει το σβησμνο μισερ τους φως.

Απ τον τφο
Η αγπη θ' αναστηθε
Αμλητα, με τον τρπο ενς φσματος,
Στο φαινμενο κσμο
Φανρια παντοτειν ψυχρ κι ωχρ
Θα εκπμπουν απ τα μτια μας τα νεκρομαντικ.

Αλλ καννα δκρυ
Δε θα τρξει,
Τα δκρυα της γνσης
Εναι κεν και μταια,
πως οι σκρπιες
Σταγνες της βροχς
Στον πνο των λιονταριν της ερμου.

Ψχρα και ξηρασα,
πως η χλη
Που χνουδοξεπετγεται σ' να κομμτι χινι,
Θα ξρουμε τι τποτα δεν εχε σημασα,
Καθς θα ιστορομε
Τη σχεδν σβησμνη πια θλψη
Που περσαμε προηγουμνως.

--------------------------------------

(απ δω και κτω Γιννης Καραγιαννκης μτφρ.)

                           Προς Το Δαιμνιο

                                      (To the Daemon)

     Πες μου πολλς ιστορες, ω ευγενς κακοποι δαιμνιο, αλλ μη μου πεις καμι που να 'χω ακουστ να την χω δει στ' νειρο κποτε, παρ μουντ μονχα σπνια.
     χι μη πεις τποτα που να βρσκεται στα ρια του χρνου  του διαστματος: γιατ λγο αντχω λα τα τη τα καταγεγραμμνα και τα εδφη τα παραχωρημνα και τα νησι στα δυτικ της Κθρα και τα βασλεια στα ηλιοβασιλματα της Ιντ, δεν εναι αρκετ μακριν για να γνουν μνιμος τπος της φαντασας μου· κι η Ατλαντς παραεναι να για να φιλοξενσει τις σκψεις μου εκε κι η Μου χει ατενσει τον λιο ψηλ σε αινες πρσφατους πρα πολ.
     Πες μου πολλς ιστορες, αλλ να 'ναι του παρελθντος, πρματα των παλιν θρλων και να μην υπρχει καμι μυθολογα στο δικ μας σ' οποιονδποτε κσμο γειτονικ.
     Πες μου αν θες, για τα χρνια που το φεγγρι ταν νο κι εχε θλασσες με σειρνες να κελαρζουν μσα τους κι εχε τα βουν ζωσμνα με λουλοδια απ τη ρζα ως τη κορφ· πες μου για πλαντες γκρζους απ το χρνο, σε κσμους που δεν χει κοιτξει ποτ κανες θνητς αστρονμος και που οι απκρυφοι τους ουρανο κι ορζοντες, χουνε βλει σε συλλογσματα τους οραματιστς.
     Πες μου για τα πιο τραν νθη που μες στους λικνιστος τους κλυκες, μια γυνακα μπορε να κοιμτανε· για τις θλασσες φωτις που σκνε σ' ακρογιαλις με πγο που δε λυνει ποτ· γι' αρματα που μπορον να δσουν πνο αινιο με μιαν ανσα· για τους τυφλος Τιτνες που κατοικονε στον Ουραν και τα ντα που περιπλανιονται στο πρσινο φως των δδυμων θαλασσ και πορτοκαλ λιων.
     Πες μου ιστορες ασλληπτου φβου κι αφνταστης αγπης, σ' αστρια που ο δικς μας λιος εναι μια αννυμη μπαλτσα φωτς που κει οι ακτνες του δεν χουνε φτσει ποτ.

       Εδωλο Απ Μπροτζο & Εδωλο Απ Σδερο

      (The Image of Bronze and the Image of Iron)


     Στο να της πλης Μορμ, που βρσκεται μεταξ ερμου και θλασσας, εναι δυο εδωλα του θεο μανον -να μπροτζινο εδωλο απναντι σ' να σιδερνιο στις φωτις και τις αιματνιες κηλδες στο πτρινο θυσιαστρι. ταν το ματωμνο ηλιοβασλεμα της ημρας της θυσας τελεινει κι οι τρεμμενες φλγες της θυσας αργοπεθανουν κι η σελνη γελ μ' να παγωμνο, μαρμρινο χαμγελο στο μαυρισμνο βωμ- ττε ο μανον μιλ στον μανον, με σιδερνια αλλ και μια μπροτζινη φων...
    τσι κι χι μ' λλο τρπο, το σιδερνιο εδωλο μλησε στο μπροτζινο:
 -"Αδελφ, ταν τα θυμιατρια που εναι δουλεμνα με ξχωρα ζαφερια και ρουμπνια, γεμζανε τον αγρα με γαλζιο αρωματισμνο νφωμα και τα κκκινα φδια της φωτις ταστηκαν με τη καρδι της θυσας, εδα να παρξενο νειρο: Μου φνηκε, σε κποια μρα μακριν, μρα απροφτευτη μχρι τα τρα με τ' αστρια, πως ο νας κι η πλη Μορμ, οι νθρωποι της κι εμες, τα εδωλα του Θεο της, εμαστ' να με την μμο της ερμου και της θλασσας την μμο: Η πτρα πεφτε απ' τη πτρα πνω, το τομο χωριζταν απ το τομο, στη φθοροποι επδραση της βροχς και του αρα και του λιου. Οι λειχνες κι η χλη της ερμου, εχανε φει το να ως τη βση του κι η κρα, αργ φωτι της σκουρις, η οξεδωση του μπροντζου, που σερνταν απ το στμα στα ρουθονια κι απ' τα γνατα ως το λαιμ, μας εχαν αφσει τους δυο, να μικρ σωρ κκκινη και πρσινη σκνη. Οι ρζες ενς κκτου σκζανε τη πτρα του βωμο κι η σκι του κκτου, λες κι ταν αδξιος δεκτης κποιου φανταστικο ηλιακο ρολογιο, σρθηκε πνω του, μες στις μρες της μπλε φωτις και τις νυχτες του αποπνικτικο θειοχου σεληνφωτος. Φυσντας μες στη μοναχικ αγορ, ο νεμος της ερμου προσφερε τη σκνη των βασιλιδων στον νεμο της θλασσας".

                             Η Mαρη Lμνη

                                    (The Black Lake)

     Σε μια χρα που τ' αλλκοσμο και το μυστριο εχαν ενωθε δυνατ με την αινια θλψη, η λμνη ξεχελισε κποια γνωστη μρα των παλιτερων αινων, για να γεμσει κποιαν πατη βυσσο μακρι, κτω και πρα μες στις σκις των ηφαιστειακν, δχως χινια, βουνν.
     Καννα μτι, οτε ακμα και του λιου που φτισε μανιασμνα πνω στη γη για λγες ρες το μεσημρι, δε φνηκε ικαν να μαντψει τα πλρια βθη αυτς της μελαγχολικς μαυρλας και της αρυτδωτης σιωπς.
     τανε γι' αυτ το λγο που βρκα μια τσο μοναδικ ευχαρστηση στο να συλλογζομαι συχν τη παρξενη λμνη.
     Καθς καθμουνα, δε ξρω για πσο, στις ψυχρς βασαλτικς ακτς της, που δε φυτρνανε παρ μνο λγες σαρκδεις κκκινες ορχιδες, που σκβανε πνω απ' τα νερ σαν ανοιχτ, διψασμνα στματα, κοταζα επμονα με αμτρητες φανταστικς υποθσεις και σκιερς φαντασες, το δελεαστικ μυστριο της γνωστης κι ανεξερενητης αβσσου.
     τανε σε μιαν ρα πρωινο πριν ο λιος υπερβε τη τραχει και σπασμνη περιφρεια των κορυφν, ταν πρωτρθα και σκαρφλωσα προς τα κτω μες στις σκις που γεμζανε την ηφαιστειακ λεκνη με κποιο λεπτ υγρ.
     Ορατ στο βθος της ασλευτης απχρωσης απ αρα και λυκφως, η λμνη μοιαζε σαν υπολεμματα σκτους.
     Καθς κοταξα ερευνητικ πρτη φορ, μετ τη βαθει και δσκολη κθοδο, τα μουντ και μολυβνια νερ, αντιλφθηκα για πολ, κποιες μικρς και διασκορπισμνες ανταγειες ασημιο, εμφανς μακρι κτω απ' την επιφνεια.
     Τις πρασα για μταλλο σε κποια μυστηριδη προεξοχ  σπινθηρσματα ενς απ καιρ βυθισμνου θησαυρο.
     σκυψα πιο κοντ ανυπμονα και τελικ δικρινα πως αυτ που 'δα, δεν τανε τποτ' λλο παρ η αντανκλαση των στρων, που, μολοντι η μρα πργωνε πνω στα βουν και στο δαφος, ταν ακμη ορατ στο βθος και το ζφο αυτο του σκοτεινιασμνου μρους.

                        να νειρο Της Λθης

                                (A Dream of Lethe)

     Σ' αναζτηση κενης που 'χα χσει, ρθα εντλει στις ακτς της Λθης, κτω απ' τον υπγειο θλαμο του απραντου, κενο, εβνινου ουρανο, απ' που λα τ' στρα εχαν εξαφανιστε να-να.
     Προχωρντας, χωρς να ξρω απ που, πεφτε θαμπ να χλωμ, αριστο φως, σαν απ μισσβηστο φεγγρι απ κποιο φασματικ φωσφορισμ νεκρο λιου, στο σκορο ρεμα και στα μαρα αλολουδα λιβδια.
     Μ' αυτ το φως, εδα πολλς περιπλανμενες ψυχς αντρν και γυναικν, που ρχονταν διστακτικ βιαστικ, να πιουν απ' τ' αργ ακελρυστα νερ.
     Αλλ μεταξ τους δεν υπρξε κανες που να φεγει βιαστικ κι υπρχανε πολλο που μνανε να παρατηρσουνε, με απλαν ματι, την ρεμη κι ακμαντη επιφνει του.
     Τελικ στη λυγερ ψηλ σα κρνο μορφ και τ' ακνητο, υψωμνο πρσωπο μιας γυνακας που στθηκε ξχωρα απ' τους υπλοιπους, εδα αυτ που 'χα γυρψει και τρχοντας προς το μρος της, με καρδι που οι παλις μνμες τραγουδοσανε σα μια φωλι αηδνια, μουνα πρθυμος να τη πρω απ' το χρι.
     Αλλ στα χλωμ, αμετβλητα μτια και στα ωχρ, ασλευτα χελη που συναντσανε τα δικ μου, δεν εδα καννα φως θμησης, οτε καννα σημδι αναγνρισης.
     Ξροντας τρα πως εχε ξεχσει πια, φυγα μακρι, απελπισμνος και βρσκοντας το ποτμι πλι μου, συνειδητοποησα ξφνου την αρχαα δψα μου για το νερ του, δψα που 'χα σκεφτε κποτε να σβσω σ' λλες πολλς και διφορες πηγς, αλλ μταια.
     Πφτοντας βιαστικ, πια και σηκθηκα πλι, χοντας αντιληφθε τι το φως εχε σβσει, εχεν εξαφανιστε, κι τι λο το δαφος ταν πως το δαφος στον αννειρο πνο, που δε μποροσα πλον μσα του να διακρνω πρσωπα συντρφων.
     Οτε κι μουν ικανς πια να θυμηθ, γιατ πεθμησα να πιω απ' το νερ της Λθης.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers