Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Smith Clark Ashton: Imaginarium

 

              Τα Δάση Του Λυκόφωτος 
                                                                              (The Twilight Woods)
Καθώς το σούρουπο ματώνει τη λαμπρή μέρα,
μ' ένα πλούσιο και φλογερό κόκκινο φωτερό αίμα
και βάφει και τους ουρανούς πορφυρούς,
τα πόδια μου οδηγούνται από Πνεύματα-Που-Ψιθυρίζουν
στους ανέμους που φυσούν αυτή τη γκρίζα ώρα
και πολλά μυστικά ξέρουν,
κει που οι βελανιδιές και τα πεύκα συναντούνται
πάνω απ' το κεφάλι μου σε συμπλέγματα,
για να κρατήσουνε μακρυά το φως.

Προχωρώ κάτω απ' τις αψίδες τους, συλλογισμένα κι αργά.
Εδώ, το λυκόφως που αρχίζει και σκουραίνει είναι μαγεία,
όπου τα πράγματα αποδίδονται παράξενα κι αλλόκοτα:
Οι θάμνοι και τα δέντρα παίρνουνε φανταστικές μορφές
κι οι σκιές κρύβονται μες στην απεραντοσύνη του δάσους,
αισθητές αλλ' απαρατήρητες,
γιατί όταν γυρίζω τρέπονται σε φυγή
στα σκοτεινότερα βάθη του καθαγιασμένου ζόφου.

       Το Αποτρόπαιο Σκότος
                                                                    (The Eldritch Dark)
Τώρα που το δισταχτικό λυκόφως, σιγανά,
αποκτά τη βεβαιότητα μιας πλέριας νύχτας,
ένας μάγος άνεμος φυσά κλαίγοντας σπαραχτικά.
Στον κάμπο έρπουνε παραμορφωμένες σκιές
που καμώνονται τα δέντρα, το σύριγμά τους
ανεβοκατεβαίνει εκλιπαρώντας, σε Σαββατική έκσταση,
τα ουράνια, όπου υπερφυσικές οπτασίες ανεβαίνουνε
σα στάλες τρεπόμενες σε φυγή,
απ' το θολωμένο φεγγάρι που στέκει πάνω απ' όλα.

Δίδυμα πέπλα προστατευτικά σύννεφα και σιωπή,
ρίχνονται απέναντι στη κίνηση και τον ήχο των πραγμάτων,
κάνουνε κενή τη νύχτα, μέχρι τη σπασμένη δύση
η αιματοβαμμένη λεπίδα του φεγγαριού εμφανίζεται για λίγο...
Η νύχτα γίνεται γεμάτη ξανά... Οι σκιές αναπαύονται,
μαζεμένες κάτω απ' τα φτερά μιας μεγαλύτερης σκιάς.

 

Το Τραγούδι Των Ελεύθερων Όντων
                                                                (Εl Cantar Del Los Seres Libres)
Αγριόγατε, αδερφέ της ψυχής μου,
να 'σαι ατίθασος και χωρίς αλυσίδα.
Μην ακλουθάς κανέν ανθρώπινο μονοπάτι,
σκεπάσου με τα φύλλα των φυτών
και μ' αγριόχορτα.

Γεράκι τ' ουρανού, φτερωτέ σύντροφε,
αν δεν είναι για το κυνήγι, δε βουτάς
και σα πύργος, φωλιάζεις στα κορφοβούνια,
που τα περιβάλλουν των βουνίσιων χειμάρρων
οι τρανές όχτες.

Τρανή κουκουβάγια, νυχτοπούλι και ντάμα μου,
σε σπηλαιώδη κυπαρισσένια περιστύλια,
να φυλάς τα κρυμμένα μυστικά,
απ' όποιον δε μπορεί να δει το φως στα σκότη.

           Αφροδίτη
                                                                      (Venus)
Από τότε που 'χω δει τη λαμπρότητά της,
από χαμηλά κι από κοντά
και με θερμό κι οικείο τρόπο
μες στα μάτια τα δικά σου,
η Αφροδίτη, η μακρινή,
στους ουρανούς της είναι,
όμορφη σα κάθε Παραδεισένιο αστέρι.

Αλλά τώρα εσύ έχεις φύγει:
δάκρυα πολλά. Η δόξα της,
όταν αυτή ανατέλλει, σκοτεινιάζει,
στη σιωπή που διαγράφεται:
στους δρόμους που εσύ έφυγες:
προς τη δύση και προς το έμπα του φθινοπώρου.

                         Άρτεμη
                                                                                        (Artemis)
Στον πράσινο κι αλούλουδο κήπο που 'χω 'νειρευτεί,
Που βρίσκεται κάτω απ' ατέλειωτα φεγγάρια, μακριά,
Όπου τις κυπαρισσόχτιστες αναδεντράδες του
Και τις κισσομένες μυρσίνες, κανείς δε θα διασχίσει·
Στο νεκρικό λαβύρινθο του αγριόπευκου και της δάφνης,
Κατά μήκος λευκού γρασιδιού, κατά πλάτος φασματικών βουνών,
Διακρίνεσαι μες απ' τη καταχνιά που λάμπει
Απ' όλα τα ψηλά φεγγαροκρεμασμένα συντριβάνια,
Με τα πόδια καλυμμένα απ' το άκαρπο πράσινο
καλοκαιρινών δέντρων που δεν έχουν ανθούς καλοκαιριού,
Αλειμμένο με χειμωνιάτικα λούστρα
Πάνω στο περίκλειστο μάρμαρο
Του δικού σου στήθους,
Περιμένεις, εσύ,
Ω πένθιμο, αινιγματικό
Είδωλο της μπερδεμένης-σε-έρωτα Άρτεμης,
Που τα χείλη του τα τρυφερά, πολύ αργά,
Ή εντελώς άκαιρα, έχουν αναζητήσει
Το φιλί που πληγώνει.

             Η Λιβελλούλα
                                                          (The Dragon-fly)
Πλάι στο καθάριο πράσινο ποτάμι,
Έν απόγευμα, το πρώιμο φθινόπωρο,
Μια λιβελλούλα με πορφυρά φτερά ήρθε και κάθισε
Στο λευκό μηρό της αγαπημένης μου.

Κι από τότε που πέταξε μακριά,
Έχω καταλάβει ακόμη πλέρια, την ομορφιά
Και το φευγαλέο των ημερών.

Κι η αγάπη κι η ομορφιά καίνε μέσα μου
Όπως τα σωριασμένα φύλλα από κεχριμπάρι κι αίμα
Που καίγονται στο τέλειωμα του φθινοπώρου.

   Tο Σπασμένο Λαγούτο
                                                                             (The Broken Lute)
Επειδή είστε σιωπηλοί
στις λυρικές προσευχές μου,
κουφοί στις μελωδίες που 'χω κάνει
με στεναγμούς και ψιθυρίσματα
μιας πληγωμένης αγάπης,
έχω σπάσει το χρυσό λαγούτο μου
και το 'χω πετάξει μακριά,
λερωμένο και χωρίς χορδές,
μες στα κόκκινα φύλλα των ρόδων
που αργοπεθαίνουνε
στο κήπο του Σεπτέμβρη.

Η σιωπή, η ασημένια σκόνη των κρίνων,
ο σιωπηλός θλιμμένος αγέρας του φθινοπώρου
και τα φύλλα που παρασέρνονται άτακτα,
το 'χουνε ζητήσει για δικό τους.

Βλέποντάς το κει,
καθώς περνάτε αδιάφοροι μ' αλαζονεία,
ανάμεσα στα σπασμένα ρόδα,
δε θ' αντηχήσει στη καρδιά σας
ένας στεναγμός απ' τους πολλούς,
που, σα μουσική για την ευχαρίστησή σας,
ανασάνατε από τις χορδές του,
τις περασμένες, μισοξεχασμένες πια
καλοκαιρινές ημέρες;

                  Η Απουσία Της Μούσας
                                                                             (The Absence Of The Muse)
Ω Μούσα, πού χασομεράς;
Μήπως σε κάθε γη του Κρόνου,
Που τη φωτίζουνε φεγγάρια και νούφαρα;

Σε ποια μητρόπολη ψηλή στον Άρη, τάχα,
Ν' ακούς τα γκονγκ της τρομερής, απόκρυφης εντολής,
Και τις σάλπιγγες να παίζουν απ' το γιαλό, τον άγνωστο γιαλό
Ηπείρων που κατατροπώθηκαν στους παλαιούς πολέμους
Που ξεκίνησαν αρχαίοι βασιλιάδες;

Ή στις αμμοσύρτεις
Από τις θάλασσες στην Αφροδίτη
Που αποτραβιούνται απ' την άμμο
Tου θρυμματισμένου μάργαρου με τα χίλια χρώματα;

Συ άραγε μαδάς τ' άνθη του πορφυρού φυκιού
Και τα τριαντάφυλλα από τα μπλε κοράλλια,
Για τα μαλλιά σου;

Μήπως τάχα, έχοντας φύγει πέρα
Από το βρυχόμενο ζωδιακό,
Μεταφράζεις την ιστορία των γήινων νέων
Και τα γήινα τραγούδια τους
Στους τραγουδιστές του Βωμού;

      Θα Συναντηθούμε
                                                      (We Shall Meet)
Θα συναντηθούμε άλλη μια φορά
Τα παράξενα και τελευταία καλοκαίρια,
Και θα θυμηθούμε,
Όπως οι παλιοί μίμοι με το προσωπείο,
Το παλιό παιχνίδι της αγάπης και του πόνου.

Θα σε χαιρετήσω
Όχι με τα φιλιά
Των ημερών των αλλοτινών,
Γνωρίζοντας
Πως αυτά θα 'τανε μάταια,
Όπως εκείνα του φυσήματος των φαντασμάτων
Που μοιάζουν της ομίχλης, τις έσχατες αβύσσους.

Εξασθενημένο άρωμα
Θα σε συνοδεύει
Όπως το φυλακισμένο-στη-λάρνακα μύρο
Κι η καρδιά μου που 'νείρεται
Κει που τα πεσμένα
Φθινόπωρινά φύλλα σαλεύουν,
Θα προσφέρει το σβησμένο μισερό τους φως.

Από τον τάφο
Η αγάπη θ' αναστηθεί
Αμίλητα, με τον τρόπο ενός φάσματος,
Στο φαινόμενο κόσμο
Φανάρια παντοτεινά ψυχρά κι ωχρά
Θα εκπέμπουν από τα μάτια μας τα νεκρομαντικά.

Αλλά κανένα δάκρυ
Δε θα τρέξει,
Τα δάκρυα της γνώσης
Είναι κενά και μάταια,
Όπως οι σκόρπιες
Σταγόνες της βροχής
Στον ύπνο των λιονταριών της ερήμου.

Ψύχρα και ξηρασία,
Όπως η χλόη
Που χνουδοξεπετάγεται σ' ένα κομμάτι χιόνι,
Θα ξέρουμε ότι τίποτα δεν είχε σημασία,
Καθώς θα ιστορούμε
Τη σχεδόν σβησμένη πια θλίψη
Που περάσαμε προηγουμένως.

                                   Προς Το Δαιμόνιο
                                                                    (To the Daemon)

     Πες μου πολλές ιστορίες, ω ευγενές κακοποιό δαιμόνιο, αλλά μη μου πεις καμιά που να 'χω ακουστά ή να την έχω δει στ' όνειρο κάποτε, παρά μουντά μονάχα ή σπάνια.
     Όχι μη πεις τίποτα που να βρίσκεται στα όρια του χρόνου ή του διαστήματος: γιατί λίγο αντέχω όλα τα έτη τα καταγεγραμμένα και τα εδάφη τα παραχωρημένα και τα νησιά στα δυτικά της Κάθραϋ και τα βασίλεια στα ηλιοβασιλέματα της Ιντ, δεν είναι αρκετά μακρινά για να γίνουν μόνιμος τόπος της φαντασίας μου· κι η Ατλαντίς παραείναι
νέα για να φιλοξενήσει τις σκέψεις μου εκεί κι η Μου έχει ατενίσει τον ήλιο ψηλά σε
αιώνες πρόσφατους πάρα πολύ.
     Πες μου πολλές ιστορίες, αλλά να 'ναι του παρελθόντος, πράματα των παλιών θρύλων και να μην υπάρχει καμιά μυθολογία στο δικό μας ή σ' οποιονδήποτε κόσμο γειτονικό.
     Πες μου αν θες, για τα χρόνια που το φεγγάρι ήταν νέο κι είχε θάλασσες με σειρήνες να κελαρύζουν μέσα τους κι είχε τα βουνά ζωσμένα με λουλούδια από τη ρίζα ως τη κορφή· πες μου για πλανήτες γκρίζους από το χρόνο, σε κόσμους που δεν έχει κοιτάξει ποτέ κανείς θνητός αστρονόμος και που οι απόκρυφοι τους ουρανοί κι ορίζοντες, έχουνε βάλει σε συλλογίσματα τους οραματιστές.
     Πες μου για τα πιο τρανά άνθη όπου μες στους λικνιστούς τους κάλυκες, μια γυναίκα μπορεί να κοιμότανε· για τις θάλασσες φωτιάς που σκάνε σ' ακρογιαλιές με πάγο που δε λυώνει ποτέ· γι' αρώματα που μπορούν να δώσουν ύπνο αιώνιο με μιαν ανάσα· για τους τυφλούς Τιτάνες που κατοικούνε στον Ουρανό και τα όντα που περιπλανιούνται στο πράσινο φως των δίδυμων θαλασσί και πορτοκαλί ήλιων.
     Πες μου ιστορίες ασύλληπτου φόβου κι αφάνταστης αγάπης, σ' αστέρια που ο δικός μας ήλιος είναι μια ανώνυμη μπαλίτσα φωτός ή που κει οι ακτίνες του δεν έχουνε φτάσει ποτέ.

Είδωλο Από Μπρούτζο & Είδωλο Από Σίδερο
                                                    (The Image of Bronze and the Image of Iron)

     Στο ναό της πόλης Μορμ, που βρίσκεται μεταξύ ερήμου και θάλασσας, είναι δυο
είδωλα του θεού Άμανον - ένα μπρούτζινο είδωλο απέναντι σ' ένα σιδερένιο στις φωτιές και τις αιματένιες κηλίδες στο πέτρινο θυσιαστήρι. Όταν το ματωμένο ηλιοβασίλεμα της ημέρας της θυσίας τελειώνει κι οι τρεμάμενες φλόγες της θυσίας αργοπεθαίνουν κι η σελήνη γελά μ' ένα παγωμένο, μαρμάρινο χαμόγελο στο μαυρισμένο βωμό- τότε ο Άμανον μιλά στον Άμανον, με σιδερένια αλλά και μια μπρούτζινη φωνή...
    Έτσι κι όχι μ' άλλο τρόπο, το σιδερένιο είδωλο μίλησε στο μπρούτζινο:
 -"Αδελφέ, όταν τα θυμιατήρια που είναι δουλεμένα με ξέχωρα ζαφείρια και ρουμπίνια,
γεμίζανε τον αγέρα με γαλάζιο αρωματισμένο νέφωμα και τα κόκκινα φίδια της φωτιάς ταΐστηκαν με τη καρδιά της θυσίας, είδα ένα παράξενο όνειρο: Μου φάνηκε, σε κάποια μέρα μακρινή, μέρα απροφήτευτη μέχρι τα τώρα με τ' αστέρια, πως ο ναός κι η πόλη Μορμ, οι άνθρωποι της κι εμείς, τα είδωλα του Θεού της, είμαστ' ένα με την άμμο της ερήμου και της θάλασσας την άμμο: Η πέτρα έπεφτε απ' τη πέτρα πάνω, το άτομο χωριζόταν από το άτομο, στη φθοροποιό επίδραση της βροχής και του αέρα και του ήλιου. Οι λειχήνες κι η χλόη της ερήμου, είχανε φάει το ναό ως τη βάση του κι η κρύα, αργή φωτιά της σκουριάς, η οξείδωση του μπρούντζου, που σερνόταν από το στόμα στα ρουθούνια κι απ' τα γόνατα ως το λαιμό, μας είχαν αφήσει τους δυο, ένα μικρό σωρό κόκκινη και πράσινη σκόνη. Οι ρίζες ενός κάκτου σκίζανε τη πέτρα του βωμού κι η σκιά του κάκτου, λες κι ήταν αδέξιος δείκτης κάποιου φανταστικού ηλιακού ρολογιού, σύρθηκε πάνω του, μες στις μέρες της μπλε φωτιάς και τις νυχτες του αποπνικτικού θειούχου σεληνόφωτος. Φυσώντας μες στη μοναχική αγορά, ο άνεμος της ερήμου προσέφερε τη σκόνη των βασιλιάδων στον άνεμο της θάλασσας
".

                                       Η Mαύρη Lίμνη
                                                                       (The Black Lake)

     Σε μια χώρα που τ' αλλόκοσμο και το μυστήριο είχαν ενωθεί δυνατά με την αιώνια θλίψη, η λίμνη ξεχείλισε κάποια άγνωστη μέρα των παλιότερων αιώνων, για να γεμίσει κάποιαν άπατη άβυσσο μακριά, κάτω και πέρα μες στις σκιές των ηφαιστειακών, δίχως χιόνια, βουνών.
     Κανένα μάτι, ούτε ακόμα και του ήλιου που φώτισε μανιασμένα πάνω στη γη για λίγες ώρες το μεσημέρι, δε φάνηκε ικανό να μαντέψει τα πλέρια βάθη αυτής της μελαγχολικής μαυρίλας και της αρυτίδωτης σιωπής.
     Ήτανε γι' αυτό το λόγο που βρήκα μια τόσο μοναδική ευχαρίστηση στο να συλλογίζομαι συχνά τη παράξενη λίμνη.
     Καθώς καθόμουνα, δε ξέρω για πόσο, στις ψυχρές βασαλτικές ακτές της, που δε φυτρώνανε παρά μόνο λίγες σαρκώδεις κόκκινες ορχιδέες, που σκύβανε πάνω απ' τα νερά σαν ανοιχτά, διψασμένα στόματα, κοίταζα επίμονα με αμέτρητες φανταστικές υποθέσεις και σκιερές φαντασίες, το δελεαστικό μυστήριο της άγνωστης κι ανεξερεύνητης αβύσσου.
     Ήτανε σε μιαν ώρα πρωινού πριν ο ήλιος υπερβεί τη τραχειά και σπασμένη περιφέρεια των κορυφών, όταν πρωτόρθα και σκαρφάλωσα προς τα κάτω μες στις σκιές που γεμίζανε την ηφαιστειακή λεκάνη με κάποιο λεπτό υγρό.
     Ορατή στο βάθος της ασάλευτης απόχρωσης από αέρα και λυκόφως, η λίμνη έμοιαζε σαν υπολείμματα σκότους.
     Καθώς κοίταξα ερευνητικά πρώτη φορά, μετά τη βαθειά και δύσκολη κάθοδο, τα μουντά και μολυβένια νερά, αντιλήφθηκα για πολύ, κάποιες μικρές και διασκορπισμένες ανταύγειες ασημιού, εμφανώς μακριά κάτω απ' την επιφάνεια.
     Τις πέρασα για μέταλλο σε κάποια μυστηριώδη προεξοχή ή σπινθηρίσματα ενός από καιρό βυθισμένου θησαυρού.
     Έσκυψα πιο κοντά ανυπόμονα και τελικά διέκρινα πως αυτό που 'δα, δεν ήτανε τίποτ' άλλο παρά η αντανάκλαση των άστρων, που, μολονότι η μέρα πύργωνε πάνω στα βουνά και στο έδαφος, ήταν ακόμη ορατά στο βάθος και το ζόφο αυτού του σκοτεινιασμένου μέρους.

                                    Ένα Όνειρο Της Λήθης
                                                                                   (A Dream of Lethe)

     Σ' αναζήτηση κείνης που 'χα χάσει, ήρθα εντέλει στις ακτές της Λήθης, κάτω απ' τον υπόγειο θάλαμο του απέραντου, κενού, εβένινου ουρανού, απ' όπου όλα τ' άστρα είχαν εξαφανιστεί ένα-ένα.
     Προχωρώντας, χωρίς να ξέρω από που, έπεφτε θαμπά ένα χλωμό, αόριστο φως, σαν από μισόσβηστο φεγγάρι ή από κάποιο φασματικό φωσφορισμό νεκρού ήλιου, στο σκούρο ρεύμα και στα μαύρα αλούλουδα λιβάδια.
     Μ' αυτό το φως, είδα πολλές περιπλανώμενες ψυχές αντρών και γυναικών, που έρχονταν διστακτικά ή βιαστικά, να πιουν απ' τ' αργά ακελάρυστα νερά.
     Αλλά μεταξύ τους δεν υπήρξε κανείς που να φεύγει βιαστικά κι υπήρχανε πολλοί που μένανε να παρατηρήσουνε, με απλανή ματιά, την ήρεμη κι ακύμαντη επιφάνειά του.
     Τελικά στη λυγερή ψηλή σα κρίνο μορφή και τ' ακίνητο, υψωμένο πρόσωπο μιας γυναίκας που στάθηκε ξέχωρα απ' τους υπόλοιπους, είδα αυτό που 'χα γυρέψει και τρέχοντας προς το μέρος της, με καρδιά που οι παλιές μνήμες τραγουδούσανε σα μια φωλιά αηδόνια, ήμουνα πρόθυμος να τη πάρω απ' το χέρι.
     Αλλά στα χλωμά, αμετάβλητα μάτια και στα ωχρά, ασάλευτα χείλη που συναντήσανε τα δικά μου, δεν είδα κανένα φως θύμησης, ούτε κανένα σημάδι αναγνώρισης.
     Ξέροντας τώρα πως είχε ξεχάσει πια, έφυγα μακριά, απελπισμένος και βρίσκοντας το ποτάμι πλάι μου, συνειδητοποίησα ξάφνου την αρχαία δίψα μου για το νερό του, δίψα που 'χα σκεφτεί κάποτε να σβήσω σ' άλλες πολλές και διάφορες πηγές, αλλά μάταια.
     Πέφτοντας βιαστικά, ήπια και σηκώθηκα πάλι, έχοντας αντιληφθεί ότι το φως είχε σβήσει, είχεν εξαφανιστεί, κι ότι όλο το έδαφος ήταν όπως το έδαφος στον ανόνειρο ύπνο, που δε μπορούσα πλέον μέσα του να διακρίνω πρόσωπα συντρόφων.
     Ούτε κι ήμουν ικανός πια να θυμηθώ, γιατί πεθύμησα να πιω απ' το νερό της Λήθης.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers