Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Sexton Anne: Ψίθυροι Στον Κήπο...

 

      Βιογραφικό

     Η Ανν-Γκρέηβ Χάρβεη (Αnne-Grave Harvey) γεννήθηκε 9 Νοέμβρη 1928 στο Νιούτον, Μασαχουσέτη (Newton, Massachusetts). Ο πατέρας της Ραλφ ήταν επιτυχημένος πωλητής, γιος ισχυρού τραπεζίτη της Βοστώνης κι η μητέρα της, Μέρι-Γκρέι Στέιπλς (Mary Gray Staples) ήταν μοναχοπαίδι κι ιδιαίτερα καλοαναθρεμμένη. Είχε 2 μεγαλύτερες αδερφές, τη Τζέιν και τη Μπλανς. Η ίδια ήταν ιδιαίτερα αντιδραστική προς τους αυστηρούς κανόνες της οικογένειας και πέρασε έντονη εφηβεία. Στα 20 της γνωρίζει τον Κάγιο Σέξτον (Alfred Sexton), νεαρό περιοδεύοντα πωλητή και μερικούς μήνες αργότερα το σκάει απ' το σπίτι της και τον παντρεύεται. Ακολουθεί η γέννηση των 2 κοριτσιών τους (Linda-Gray & Joyce-Ladd) σύντομα, κι η πρώτη ψυχική κατάρρευσή της. Επιβαρυμένη από τις ευθύνες της οικογένειας, τα οικονομικά προβλήματα και καταρρακωμένη από το θάνατο της αγαπημένης της θείας, αποπειράται να δώσει τέρμα στη ζωή της για πρώτη φορά το 1956, σε ηλικία 28 ετών.
    
Μετά από αυτήν τη πρώτη απόπειρα ξεκινά εντατική ψυχοθεραπεία, που δε διέκοψε μέχρι το τέλος της ζωής της. Ο ψυχίατρός της Δρ Μάρτιν Ορν, της συστήνει να ασχοληθεί με την ποίηση ως θεραπευτικό μέσο. Τα χρόνια που ακολούθησαν θα έκανε αρκετές ακόμα απόπειρες αυτοκτονίας και θα νοσηλευόταν δεκάδες φορές σε ψυχιατρικές κλινικές. Οι διαγνώσεις δεν ήταν πάντοτε σαφείς όμως οι ψυχίατροί της συμφωνούσαν ότι έπασχε από μανιοκατάθλιψη κι αυτοκτονικό ιδεασμό. Το 1957 Ο Δρ Ορν την ενθάρρυνε να γραφτεί στο κολέγιο και να κάνει σπουδές όμως δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ένα σεμινάριο ποίησης που δίδασκε ο ποιητής και πανεπιστημιακός καθηγητής Τζον Χολμς. Σε αυτό το σεμινάριο γνώρισε την ποιήτρια και πεζογράφο Μαξίν Κούμιν, που έμελλε να γίνει η πιο στενή της φίλη μέχρι την αυτοκτονία της Σέξτον το 1974. Ένα χρόνο αργότερα, εγγράφεται στο σεμινάριο ποίησης όπου δίδασκε ο ήδη γνωστός ποιητής Ρόμπερτ Λόουελ στη Βοστώνη. Εκεί γνωρίζεται με τους ποιητές Σίλβια Πλαθ και Τζορτζ Στάρμπακ με τους οποίους έβγαινε συχνά.



    
Το 1960 εκδίδεται η 1η της ποιητική συλλογή με τίτλο "Προς Το Μπέντλαμ Κι Εν Μέρει Προς Τα Πίσω". Το κύριο θέμα των ποιημάτων της ήταν οι εμπειρίες της από τις ψυχιατρικές κλινικές και τη θεραπεία της και ποιήματα όπως το "Η Μουσική Επιστρέφει Σε Μένα Κολυμπώντας" & "Ο Δρόμος Της Επιστροφής" έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση σε κοινό και κριτικούς. Το 1961 κερδίζει μία από τις 20 διαθέσιμες υποτροφίες του Ινστιτούτου Ανεξάρτητων Σπουδών Radcliffe ενώ παράλληλα εξαργυρώνει την επιτυχία του "Μπέντλαμ" αυξάνοντας την αμοιβή της για κάθε δημόσια ανάγνωση που έκανε. Το 1962 κυκλοφορεί η 2η ποιητική της συλλογή με τίτλο έναν στίχο του Σαίξπηρ από τον "Μάκβεθ": "Όλοι Οι Ακριβοί Μου". Το βιβλίο χωρίζεται σε 5 ενότητες. Αμέσως μετά την κυκλοφορία του αποθεώνεται από την κριτική και πολλοί το θεωρούν μέχρι σήμερα το καλύτερό της βιβλίο. Αρχίζει να αναδύεται το ενδιαφέρον της για το θέατρο. Κατά τα τέλη του 1962, όχι μόνον είναι πια αναγνωρίσιμη και σημαντική νέα ποιήτρια αλλά κερδίζει και ένα ικανοποιητικό εισόδημα. Επιπλέον, η ίδια νιώθει ότι η υγεία της βελτιώνεται σταθερά.



    
Το 1963 κερδίζει την ταξιδιωτική υποτροφία της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών & Γραμμάτων αξίας 6.500 δολαρίων για να ταξιδέψει για έναν χρόνο στο εξωτερικό. Παράλληλα ανανεώνεται η υποτροφία της στο Ινστιτούτο Radcliffe. Τον Φλεβάρη του 1963 αυτοκτονεί η Σίλβια Πλαθ κι η Σέξτον συγκλονίζεται ακόμα μια φορά. Γράφει το ποίημα "Ο Θάνατος Της Σίλβια" που θα εκδοθεί το 1966 στην συλλογή "Ζήσε Ή Πέθανε". Το 1964 φαίνεται να τα 'χει όλα: είναι γνωστή, βραβευμένη ποιήτρια, μητέρα δυο αξιολάτρευτων κοριτσιών, μ' ένα σύζυγο που στέκεται δίπλα της παρ' όλες τις δυσκολίες. Εντούτοις, εκείνη φαίνεται να ασχολείται όλο και περισσότερο με την εμμονή της με τον θάνατο. Στο "Επιθυμώντας Να Πεθάνω" γράφει:

   
Οι απόπειρες έχουν μια γλώσσα ειδική
     σ
αν μάστορες, θέλουν να ξέρουν ποια εργαλεία
     π
οτέ τους δεν ρωτούν γιατί να χτίσω
.

     Σ
τα τέλη του 1964 συνεργάζεται με τη θεατρική ομάδα του Charles Playhouse της Βοστώνης ετοιμάζοντας το μοναδικό θεατρικό της που ανέβηκε ποτέ, το "Οδός Ελέους". Τ
ο 1965 κερδίζει τη 1η ταξιδιωτική υποτροφία του Διεθνούς Συνεδρίου Πολιτιστικής Ελευθερίας της Νέας Υόρκης ύψους 5.000 δολαρίων και λίγους μήνες αργότερα εκλέγεται μέλος της Βασιλικής Εταιρείας Γραμμάτων του Λονδίνου. Είχε προηγηθεί η έκδοση των "Επιλεγμένων Ποιημάτων" της από την Oxfordπου είχε πουλήσει αρκετές χιλιάδες αντίτυπα στην Αγγλία.
    
Το 1966 εκδίδεται η συλλογή της "Ζήσε Ή Πέθανε" που τον επόμενο χρόνο τιμάται με το Βραβείο Πούλιτζερ για την ποίηση και το Βραβείο Shelley Memorial. Το 1967 τη βρίσκει καθηλωμένη στο κρεβάτι, μετά από ένα ατύχημα που είχε στο σπίτι. Γράφει τα "Ερωτικά Ποιήματα". Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς προσλαμβάνεται ως καθηγήτρια δημιουργικής γραφής στο γυμνάσιο του Wayland. Το 1969 κυκλοφορεί τη 4η ποιητική της συλλογή με τίτλο: "Ερωτικά Ποιήματα". Τα ερωτικά, σχεδόν σαρκικά ποιήματά της, όπως "Το Φιλί" ή "Το Στήθος" γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία στο κοινό κι οι πωλήσεις της εκτοξεύονται. Τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς ανεβαίνει το θεατρικό της: "Οδός Ελέους" σε μια παράσταση off Brodway και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία.



    
Το 1970 είναι μία ιδιαίτερα δημιουργική χρονιά. Γράφει τα ποιήματα που θα κυκλοφορήσουν αργότερα σε 3 συλλογές: "Μεταμορφώσεις(1972), "Το Βιβλίο Της Ανοησίας" (1972) και "Τα Σημειωματάρια Του Θανάτου" (1974). Το 1972 η ακαδημαϊκή καριέρα της παίρνει νέα ώθηση καθώς της προσφέρεται διδακτική θέση 5ετούς θητείας με αρκετά ψηλό μισθό στο Πανεπιστήμιο Colgate. Στις αρχές του 1973 γράφει 39 ποιήματα στο ενδιάμεσο ολιγοήμερων εισαγωγών σε ψυχιατρικές κλινικές ενώ έχει σταματήσει την αντικαταθλιπτική της θεραπεία. Πρόκειται για τα ποιήματα που θα αποτελέσουν τη συλλογή "Η Φριχτή Κωπηλασία Προς Το Θεό".
     Περίπου ένα μήνα αργότερα ανακοινώνει στον Κάγιο ότι θέλει διαζύγιο. Οι κόρες της εξαγριώνονται, όπως κι η υπόλοιπη οικογένεια κι έτσι την αναγκάζουν να μετακομίσει προσωρινά σε φίλους. Παρά την επιφανειακη αυτοπεποίθηση ένιωθε μόνη και βυθιζόταν όλο και περισσότερο στα φάρμακα και το αλκοόλ. Με την έκδοση του διαζυγίου κερδίζει το σπίτι και μετακομίζει ξανά εκεί όμως η μοναξιά είναι ανίκητη. Οι κόρες της έχουν πια την δική τους ζωή, οι φίλοι της μοιάζουν κουρασμένοι κι η προσπάθειά της να βρει ένα ζευγάρι ως συγκάτοικους δεν αποδίδει. Είναι ανήσυχη και μένει άυπνη για βδομάδες. Μετά από μία αποτυχημένη και σύντομη ερωτική σχέση με έναν θερμό θαυμαστή της, παίρνει υπερβολική δόση χαπιών κι εισάγεται στο νοσοκομείο. Της επιτρέπουν να επιστρέψει σπίτι την επόμενη μέρα, όμως ξαναδοκιμάζει να αυτοκτονήσει. Αυτή τη φορά εισάγεται στην κλινική για 3 περίπου εβδομάδες. Μετά την έξοδό της συνεχίζει κανονικά στα διδακτικά της καθήκοντα όμως η απόφαση να δώσει τέρμα στη ζωή της είναι οριστική.
    
Στις αρχές του 1974 εκδίδονται τα "Σημειωματάρια Του Θανάτου" κι αν και δεν ήταν τελικά μεταθανάτια έκδοση όπως ήθελε, εκδόθηκαν τη χρονιά του θανάτου της. Τη Παρασκευή 4 Οκτώβρη 1974 γευμάτισε με την αδερφική της φίλη Μαξίν Κούμιν συζητώντας για την έκδοση της συλλογής "Φριχτή Κωπηλασία Προς Το Θεό", που είχε προγραμματιστεί για έκδοση τον Μάρτη του 1975. Την προηγούμενη μέρα η Σέξτον είχε κάνει μια πολύ επιτυχημένη δημόσια ανάγνωση σε ένα κατάμεστο αμφιθέατρο και στην συνέχεια είχε πάει κανονικά στο μάθημά της στο πανεπιστήμιο. Τελειώνοντας το γεύμα με την Μαξίν, επέστρεψε στο σπίτι της, -έμενε στο Γουέστον, Μασαχουσέτη (Weston, Massachusetts) τα τελευταία χρόνια της- έβγαλε τα κοσμήματα και φόρεσε το παλιό γούνινο παλτό της μητέρας της. Μετά, παίρνοντας ένα ποτήρι βότκα, πήγε στο γκαράζ και μπήκε στο αυτοκίνητο. Άναψε τη μηχανή κι έβαλε μουσική. Δεν άφησε ούτε μία λέξη.
    
Μετά τον θάνατό της, η κόρη της Λίντα φρόντισε για την έκδοση των συλλογών "Οδός Ελέους, Αριθμός 45" και "Λέξεις Για Τον Δρ Υ".

 -----------------------------------------------------------------------------

               Επιθυμώντας Να Πεθάνω

Εφόσον ρωτάς, τις περισσότερες μέρες δεν μπορώ να θυμηθώ.
Μέσα στα ρούχα μου βαδίζω, δίχως σημάδια από κείνο το ταξίδι.
Τότε η σχεδόν ακατονόμαστη λαγνεία επιστρέφει.

Ακόμα και τότε, δεν έχω τίποτα εναντίον της ζωής.
Ξέρω καλά εκείνο το παχύ γρασίδι που αναφέρεις,
τα έπιπλα που έβαλες κάτω από τον ήλιο.

Όμως οι απόπειρες έχουν μια γλώσσα ειδική.
Σαν μάστορες, θέλουν να ξέρουν ποια εργαλεία.
Ποτέ τους δε ρωτούν γιατί να χτίσω.

Δύο φορές διακήρυξα τόσο απλά τον εαυτό μου,
κυριαρχούσα στον εχθρό, έφαγα τον εχθρό,
και δέχτηκα την τέχνη, τη μαγεία του.

Μ' αυτό τον τρόπο, αναπαύτηκα,
βαριά και σκεπτική, θερμότερη από λάδι ή νερό,
με τα σάλια μου να τρέχουν απ' το στόμα.

Δεν σκέφτηκα το σώμα μου να το τρυπούν βελόνες.
Ακόμα κι οι κερατοειδείς χαθήκαν και τα υπολείμματα των ούρων.
Οι απόπειρες έχουν ήδη προδώσει το σώμα.

Θνησιγενείς, δεν πεθαίνουν πάντα,
μα θαμπωμένες, να λησμονήσουν δεν μπορούν ένα
ναρκωτικό τόσο γλυκό
που ακόμα και παιδιά χαμογελώντας θα το θαύμαζαν.

Να χώνεις όλη τούτη τη ζωή κάτω από τη γλώσσα σου!
Αυτό γίνεται πάθος από μόνο του.
Ο θάνατος είναι ένα λυπημένο κοκκαλάκι.
Μελανιασμένο θα 'λεγες
κι όμως με περιμένει, χρόνο με το χρόνο,
για να γιατρέψει απαλά μία παλιά πληγή,
να αδειάσει την ανάσα μου από τη φυλακή της.

Σε ισορροπία εκεί, η απόπειρα συναντά καμιά φορά,
μαινόμενη ενάντια στους καρπούς, μία πρησμένη σελήνη
κι αφήνει το ψωμί που το μπερδέψαν με φιλί,
αφήνει τη σελίδα του βιβλίου απρόσεχτα ανοιχτή,
αφήνει κάτι ανείπωτο, το τηλέφωνο κατεβασμένο
και την αγάπη, ό,τι κι αν ήταν, ένα λοιμώδες νόσημα.

3 Φεβρουαρίου 1964                      
Από τη συλλογή “Ζήσε Ή Πέθανε”

     Το Στήθος

Αυτό είναι το κλειδί.
Αυτό είναι το κλειδί για όλα.
Μονάκριβο κλειδί.

Είμαι χειρότερη κι απ' τα παιδιά του θηροφύλακα,
που σκόνη και ψωμί τσιμπολογάνε.
Ορίστε, εδώ είμαι, με το άρωμά μου προκαλώ.

Άσε με να ξαπλώσω στο χαλί σου,
στο αχυρένιο στρώμα σου -σε ό,τι έχεις πρόχειρο
γιατί μέσα μου το παιδί πεθαίνει, πεθαίνει. 

Δεν είμαι βοδινό που θα με φάνε.
Δεν είμαι κάποιου είδους δρόμος.
Όμως τα χέρια σου με ανακαλύψαν σαν αρχιτέκτονες.

Μια κανάτα γάλα! Ήταν δική σου πριν πολλά χρόνια
όταν ζούσα στην κοιλάδα των οστών μου,
βουβά οστά στο βάλτο. Παιχνιδάκια.

Ίσως ένα ξυλόφωνο με δέρμα
άτεχνα τεντωμένο επάνω του.
Μόνο πολύ αργότερα έγινα κάτι αληθινό.

Αργότερα μετρήθηκα σε σύγκριση με σταρ του σινεμά.
Δεν κρίθηκα αντάξια. Υπήρχε κάτι
ανάμεσα στους ώμους μου, όμως ποτέ
δεν ήταν αρκετό.

Σίγουρα υπήρχε ένα λιβάδι,
μα όχι νέοι άντρες να τραγουδούν την αλήθεια.
Τίποτα δεν υπήρχε απ’ το οποίο να αναγνωρίζεται η αλήθεια.

Άμαθη από άντρες, ξάπλωσα πλάι στις αδερφές μου
κι όπως σηκώθηκα απ' τις στάχτες, φώναξα
"Το φύλο μου θα τρυπηθεί!".

Τώρα είμαι η μάνα σου, η αδερφή σου, το ολοκαίνουριό σου
-φωλιά και σαλιγκάρι.
Ζωντανή είμαι όταν τα δάχτυλά σου ζωντανεύουν.

Φορώ μετάξι -το ντύμα που θα ξεντυθεί-
γιατί μετάξι θέλω να 'χεις στο μυαλό σου.
Όμως αντιπαθώ το ύφασμα. Είναι υπερβολικά τραχύ.

Οπότε, πες μου ό,τι θες μα βρες τα μονοπάτια μου
σαν αναρριχητής,
καθώς εδώ είναι το μάτι, εδώ είναι το κόσμημα,
εδώ που έξαψη διδάσκεται η θηλή.

Είμαι ανισόρροπη -όμως δε με ξετρέλανε το χιόνι.
Είμαι ξετρελαμένη με τον τρόπο των νεαρών κοριτσιών,
προσφέρομαι, προσφέρομαι….

Καίγομαι όπως καίγεται το χρήμα.

                                                      Από τη συλλογή "Ερωτικά Ποιήματα"  

   Η Σύζυγος Του Αγρότη

Απ' της χωριάτικης λαγνείας το χυλό
και τη μικρή ζωή τους στο Ιλινόι
αλλά κι απ' τα χωράφια τους
που 'ναι αγριόχορτα γεμάτα
φαίνεται πως εδώ και δέκα χρόνια
εκείνη είναι η συνήθειά του.

Έτσι κι απόψε αυτός θα πει
"Έλα, γλυκιά μου, πάμε"
κι αυτή δε θα απαντήσει
πως κάτι παραπάνω πρέπει να υπάρχει στη ζωή
απ' τη μικρή, λαμπρή τους γέφυρα
που στο τραχύ και δυνατό κρεβάτι καταλήγει-
απ' το αργό, τυφλό του άγγιγμα
που μοιάζει φως βαρύ, φτιαγμένο απ' το Θεό,
εκείνη την παλιά χειρονομία αγάπης
που πάντα την επιζητεί κι ας την αφήνει μόνη
στο τέλος, αναδομημένη,
με το νου να ξεμακραίνει απ' αυτόν
να ζει με τις δικές της λέξεις τον εαυτό της
και να μισεί τον ίδιο τον ιδρώτα του σπιτιού τους
όταν ξαπλώνουν τελικά σ' όνειρα χωριστά.

Και τότε, πώς τον παρακολουθεί
να παραμένει δυνατός ακόμα κι όταν
άτσαλα κοιμάται, ως συνήθως.

Τα νιάτα της παίρνουνε σβάρνα
το γαμήλιο τους κρεβάτι
κι εκείνη εύχεται
να ήταν ανάπηρος ή ποιητής,
ή έστω μόνος του ή, κάποιες φορές,
ο εραστής μου, καλύτερα, νεκρός.

              Το Είδος Της

Βγήκα δαιμονισμένη μάγισσα,
στοιχειώνοντας τον μαύρο αγέρα,
πιο τολμηρή τη νύχτα πετώ πάνω από σπίτια φτωχικά,
σκέφτομαι το κακό,
πάω από φως σε φως.
Πλάσμα μοναχικό, δωδεκαδάχτυλο, τρελό.
Μια τέτοια γυναίκα δεν είναι ακριβώς γυναίκα.
Έχω υπάρξει ον του είδους της.

Βρήκα τις ζεστές σπηλιές στο δάσος,
τις γέμισα κατσαρολικά, κουζινομάχαιρα και ράφια,
ντουλάπια και μεταξωτά, αμέτρητα αγαθά.
Μαγείρευα για τα σκουλήκια και τα ξωτικά.
Γκρίνιαζα, έβαζα τα πάντα πάλι σε σειρά.
Μια τέτοια γυναίκα τη παρεξηγούν.
Έχω υπάρξει ον του είδους της.

Ανέβηκα στην άμαξά σου οδηγέ,
κούνησα τα γυμνά μου μπράτσα
στα χωριά που προσπερνούσα,
έμαθα όλες τις λαμπρές, ύστατες διαδρομές,
επέζησα εκεί που οι φλόγες σου ακόμα γλείφουν τον μηρό μου,
εκεί που περνούν οι ρόδες σου κι ακόμα σπάνε τα πλευρά μου.
Μια τέτοια γυναίκα δεν ντρέπεται να πεθάνει.
Έχω υπάρξει ον του είδους της.

 Η Μουσική Επιστρέφει Σε Μένα Κολυμπώντας

Ε, κύριε, μισό λεπτό.
Από πού πάνε για το σπίτι;
Έσβησαν το φως
και το σκοτάδι κείτεται στη γωνία.
Δεν υπάρχουν πινακίδες σ' αυτό το δωμάτιο,
τέσσερις γυναίκες, πάνω από ογδόντα,
όλες τους με πάνες.
Λα λα λα, η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας
και νιώθω τη μελωδία που ακουγόταν
τη νύχτα που με αφήσαν
σ' αυτό το ιδιωτικό ίδρυμα πάνω στο λόφο.

Φαντάσου το.
Έπαιζε το ραδιόφωνο
κι όλοι εδώ πέρα ήταν τρελοί.
Μου άρεσε και χόρεψα σε κύκλο.
Η μουσική χύνεται πάνω στη λογική
και με κάποιο παράξενο τρόπο
η μουσική βλέπει περισσότερα από μένα.
Θέλω να πω, θυμάται καλύτερα.
Το κρύο του Νοέμβρη σ' άρπαζε απ' το λαιμό,
ακόμα και τ' αστέρια ήταν δεμένα με λουριά στον ουρανό
κι αυτή η σελήνη, υπερβολικά φωτεινή,
χωνόταν μέσα από τα κάγκελα για να μου κολλήσει
ένα τραγούδι στο κεφάλι.

Έχω ξεχάσει όλα τ' άλλα.
Με δέσαν σ' αυτή τη καρέκλα στις οκτώ το πρωί
και δεν υπάρχουν πινακίδες να δείχνουν το δρόμο,
και το ραδιόφωνο παίζει μόνο του
και το τραγούδι που θυμάται περισσότερο από μένα.
Ω, λα λα λα,
αυτή η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας.
Τη νύχτα που ήρθα χόρεψα σε κύκλο
και δε φοβόμουν.
Κύριε;

Από τη συλλογή "Προς Το Μπέντλαμ Κι Εν Μέρει Προς Τα Πίσω"

-----------------------------------------------------------------

  
Σημ: Όλα τα ποιήματα είναι μετάφραση της Δήμητρας Σταυρίδου κι είναι παρμένα από το βιβλίο με τίτλο: "Ανν Σέξτον: Ποιήματα" και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Printa, τη επιμελεία Παυλίνας Παμπούδη, υπάρχουνε δε και στο blog της:         

                  http://theannesextonblog.blogspot.com/

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers