-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Smith Clark Ashton: 7

                       Η Αυτοκρατορα Των Νεκρομαντν

                                          The Empire Of The Necromancers

     Ο θρλος των Μμτμουορ και Σοντσμα θα γνει γνωστς μνο στους τελευταους καιρος της γης, ταν οι χαρομενοι θρλοι των νων εποχν θα 'χουνε ξεχαστε. Πριν απ' τον καιρ που θα ειπωθε, πολλς εποχς θα 'χουνε περσει, θλασσες θα 'χουν εξαφανιστον και νες πειροι θ' αναδυθον. σως εκενη τη μρα, να χρησιμψει να ξεγελσει λγο τη μαρη φθορ ενς γνους που πεθανει, καθς αναπτσσεται χωρς ελπδα στη λθη.
     Θα πω την ιστορα πως πρπει να την εξιστορσει κποιος στη Ζοθκ, τη τελευταα πειρο, κτω απ 'να θολ λιο κι να θλιμμνο ουραν, καθς τ' στρα βγανουν με τρομερ λαμπρτητα πριν ρθει το σορουπο.
     Οι Μμτμουορ και Σοντσμα ταν νεκρομντες που 'ρθαν απ' το σκοτειν νησ της Νατ να εξασκσουνε τις ανερες τεχνικς τους στη Τιναρθ περ' απ' τις συρρικνωμνες θλασσες. Αλλ δεν ευδοκμησαν στη Τιναρθ, γιατ ο θνατος ταν ιερς για τους ανθρπους αυτς της γκρζας χρας. Η βεβλωση της ανυπαρξας του τφου, δεν ταν ελαφρ πρμα και το ξπνημα νεκρν απ' τους νεκρομντες θεωρονταν αποτρπαιο.
     τσι, μετ απ λγο καιρ, ο Μμτμουορ κι ο Σοντσμα διχθηκαν απ' τον θυμ των κατοκων κι αναγκστηκαν να πνε στη Σνκορ, μιαν ρημο στα ντια, που οι μνοι κτοικοι τανε τα κκαλα κι οι μομιες, απ 'να γνος που αποδεκατστηκε απ' τη πανοκλα σε περασμνους καιρος. Η γη που πγανε, κειτταν μελαγχολικ και λεπρδης, με χρμα ωχρ απ' τον κοκκινισμνον λιο. Οι θρυμματισμνες πτρες κι η θανσιμη ερημι της μμου θα δημιουργοσαν φβο στις καρδις των κοινν ανθρπων.
     Αφο διωχτκανε στο γονο τοτο μρος, χωρς φα να συντηρηθον, τα χλια που 'χαν οι μγοι θα φανονταν απελπιστικ σε κποιον λλον. Αλλ χαμογελντας μυστικ, με τον αρα των κατακτητν, σα να πλησιαζανε σ' να βασλειο που απ καιρ θλαν, ο Σοντσμα κι ο Μμτμουορ προχρησαν σταθερ μσα στη Σνκορ.
     θικτος μπρος τους, σε μρη χωρς δντρα και γρασδι και πνω απ κοτες ξεραμνων ποταμν, ταν ο μεγλος δρμος που χρησιμοποιοσαν συχν οι ταξιδιτες ανμεσα Σνκορ και Τιναρθ. Δε συνντησαν τποτα ζωνταν. Αλλ σντομα, φτσαν μπρος στους σκελετος ενς αλγου και του αναβτη του, που κετονταν στο δρμο κι ακμα εχανε τα πολυτελ χαλινρια και ροχα που κποτε φοροσανε στη σρκα. Κι ο Μμτμουορ κι ο Σοντσμα σταμτησαν μπρος στα αξιοθρνητα κκαλα, που κανν χνος παρακμς δεν υπρχε και χαμογελσανε διαβολικ ο νας στον λλο.
 -"Το λογο πρπει να το πρεις εσ" επε ο Μμτμουορ, "εσαι ο πιο μεγλος απ τους δυο μας κι αυτ σου δνει το δικαωμα να προηγηθες. Ο αναβτης θα υπηρετσει και τους δυο και θα 'ναι ο πρτος της Σνκορ που θ' αφοσιωθε σε μας".
     Ττε, πνω στη τεφρδη μμο στην κρη του δρμου, σχεδασαν να τριπλ κκλο κι αφο σταθκανε στο κντρο του, εκτελσανε τις αποτρπαιες τελετουργες τους που υποχρενουνε τους νεκρος να σηκωθον απ' την ρεμη ανυπαρξα τους και να υπακοουν σ' λα τα πρματα, στη σκοτειν θληση των νεκρομαντν. Μετ, ρντισαν με μια τσιμπι μαγικ σκνη, τα ρουθονια του ντρα και του αλγου. Και τα λευκ κκαλα, τρζοντας πνθιμα, σηκθηκαν απ κει που εχανε πσει και στθηκαν τοιμα να υπηρετσουν τους αφντες τους. Κι τσι πως εχανε συμφωνσει, ππευσε ο Σοντσμα τον σκελετ του αλγου, πρε τα πολυτελ χαλινρια και ξεκνησε, σα διαβολικ παρωδα θαντου, πνω στ' ωχρ λογ του. Ο Μμτμουορ στθηκε δπλα του στηριζμενος ελαφρ σε μιαν εβνινη ρβδο κι ο σκελετς του ντρα, με τα πλοσια ροχα να κυματζουνε χαλαρ, ακολοθησε απ πσω, σαν υπηρτης.
     Μετ' απ λγο στη γκρζα ρημο, βρκανε λεψανα κι λλου αλγου με τον αναβτη του, που τα τσακλια εχαν αφσει θικτα κι ο λιος τα 'χε ξερνει στε να μοιζουν με μομιες. Τα σηκσανε κι αυτ απ' το θνατο κι ο Μμτμουορ πδησε στο μαραμνο λογο. Κι οι δυο μγοι ππευσαν μ' επισημτητα σα ξεπεσμνοι αυτοκρτορες, με μια μομια κι να σκελετ να τους συνοδεουν. Ανστησαν αμσως κι λλα κκαλα, απομεινρια ανθρπων και θηρων που συναντσανε κι τσι συγκεντρσανε μεγλη σειρ στη πορεα τους μες απ τη Σνκορ.
     Στο μκος του δρμου, καθς πλησαζανε στη Γεθλρεομ που 'τανε πρωτεουσα, βρκανε πολυριθμους τμβους και νεκροπλεις, ακμη θικτους μετ' απ τσα χρνια, που περιεχανε τυλιγμνες μομιες που δεν εχαν αλλοιωθε απ' το θνατο. λες αυτς, τις κλεσαν απ τη νχτα των μνημτων να υπακοσουν στις προσταγς τους. Μερικς τις διταξαν να σπερουνε και να καλλιεργσουνε τα λιβδια της ερμου και να σηκσουν νερ απ τα βουλιαγμνα πηγδια. λλες τις φησαν να κνουνε διφορες δουλεις, σαν αυτς που κναν ταν ζοσαν. Η αινια σιωπ, σπασε απ' το θρυβο και τη φασαρα μυριδων δραστηριοττων. Και τα λεπτ πτματα των υφαντουργν κτσανε στις σατες τους και τα πτματα των αγροτν ακολουθσανε τ' αυλκια πσω απ ψφια βδια.
     Εξαντλημνοι απ' το παρξενο ταξδι τους και τις συχν επαναλαμβανμενες επωδος, οι Μμτμουορ και Σοντσμα εδαν επιτλους μπρος τους, απ' να λφο της ερμου, τα ψηλ κωδωνοστσια και τους ωραους θικτους θλους της Γεθλρεομ, που φανονταν απκρημνα στο σκοτειν στσιμο αμα του δυσοωνου λυκφωτος.
 -"Εναι μια μορφη χρα" επε ο Μμτμουορ, "εγ κι εσ θα τη μοιραστομε και θα κρατσουμε τη κυριαρχα πνω σ' λους τους νεκρος της κι αριο θα στεφθομε αυτοκρτορες της Γεθλρεομ".
 -"Ναι", απντησε ο Σοντσμα, "γιατ δεν υπρχει κανες ζωντανς εδ για να μας αμφισβητσει. Κι αυτο που καλσαμε απ' τον τφο θα κινονται και θ' αναπνουν μνο με τη συγκατθεσ μας και δε θα εξεγερθον εναντον μας".
     τσι μες στο κκκινο λυκφως που θλωνε πορφυρ, μπκανε στη Γεθλρεομ, πρασαν απ ψηλς χωρς φτα επαλεις κι εγκαταστθηκαν μαζ με τη φοβερ ακολουθα τους στο μεγαλοπρεπς εγκαταλελειμμνο παλτι, που η δυναστεα των αυτοκρατρων της Νμποθ βασλευσε για δυο χιλιδες χρνια και κυριρχησε σ' λη τη Σνκορ.
     Στους σκονισμνους χρυσος διαδρμους, ανψανε τις δειες λμπες απ' νυχα με τρπους της σατανικς μαγεας τους και δεπνησαν με βασιλικ φαγητ παλιτερων εποχν που επανφεραν με τον διο τρπο. Αρχαα αυτοκρατορικ κρασι χθηκανε γι' αυτος σε κπελλα απ φεγγαρπετρα, απ τ' σαρκα χρια των υπηρετν τους, μθυσανε, γιορτσανε κι οργισανε με φαντασμαγορικ λαμπρτητα, αναβλλοντας γι αριο την ανσταση αυτν που 'χαν πεθνει στην Γεθλρεομ.
     Τη σκοτειν πορφυρ αυγ, σηκθηκαν εγκαρως απ' τα υπρπλουτα κρεβτια του παλατιο που 'χανε κοιμηθε, γιατ εχανε πολλ να κνουν ακμη. Παντο σε κενη τη ξεχασμνη πλη, χρησιμοποισανε τα ξρκια τους πνω στους ανθρπους που 'χανε πεθνει τον τελευταο χρνο της πανοκλας κι εχαν μενει ταφοι. Αφο ολοκλρωσαν αυτ, πγανε πρ' απ' τη Γεθλρεομ, στην λλη πλη των υψηλν τφων και των μεγαλοπρεπν μαυσωλεων, που κετονταν οι αυτοκρτορες της Νμποθ κι οι πιο σοβαροφανες πολτες κι ευγενες της Σνκορ. Εκε, αναγκσανε τους σκελετωμνους σκλβους να σπσουνε τις σφραγισμνες πρτες με σφυρι και μετ, με τις αμαρτωλς τυραννικς επωδος τους, κλεσαν να 'ρθουνε μπρος οι αυτοκρατορικς μομιες, ακμα κι οι γηραιτερες της δυναστεας κι λες ρθανε περπατντας δσκαμπτα, με μτια χωρς λμψη και με πλοσιες φορεσις ραμμνες με κοσμματα που λμπανε σα φωτι. Κι αργτερα αναστσανε, σε μια παρωδα ζως, πολλς γενες τιτλοχων κι αυλικν.
     Κινομενοι σ' επσημη πομπ, με σκοτειν, αλαζονικ και κολα πρσωπα, οι νεκρο αυτοκρτορες κι αυτοκρτειρες της Σνκορ, δεξαν υπακο στους Μμτμουορ και Σοντσμα κι ακολουθσανε, σα μια σειρ απ αιχμαλτους, μες σ' λους τους δρμους της Γεθλρεομ. Μετ, στο τερστιο δωμτιο του θρνου του παλατιο, οι νεκρομντες ανβηκανε στο ψηλ διπλ θρνο, που δκαιοι κυβερντες εχανε κτσει παλι μαζ με τις συντρφους τους. Ανμεσα στους συγκεντρωμνους αυτοκρτορες πρανε σε μια λαμπρ και πνθιμη τελετ το αρχοντικ στμμα, απ' τα ζαρωμνα χρια του Χεσταγιον, του μεγαλτερου της σειρς των Νμποθ, που βασλευσε σε σχεδν μυθικ χρνια. Ττε λοι οι απγονοι του Χεσταγιον που μεγλο πλθος εχανε γεμσει την αθουσα, ζητωκραγασαν μ' τονες υπηχες φωνς τη κυριαρχα των Μμτμουορ και Σοντσμα.
     τσι, οι εξριστοι νεκρομντες, βρκανε για τους εαυτος τους να βασλειο κι υπηκους, σε μιαν ρημη γονη γη που οι νθρωποι της Τιναρθ τους εχαν οδηγσει να χαθονε. Σαν υπρτατοι βασιλιδες πνω σ' λους τους νεκρος της Σνκορ, με την αρετ της τρομερς μαγεας τους, εξασκοσαν απασιο δεσποτισμ. Τιμς φρνανε σ' αυτος, σαρκοι κλητρες απομακρυσμνων βασιλεων. Πτματα φαγωμνα απ τη πανοκλα και ψηλς μομιες αρωματισμνες με νεκρικ βλσαμα κνανε τα θελματ τους στη Γεθλρεομ φρνανε σε σωρος μπρος στ' πληστα μτια τους, απ ανεξντλητους θαλμους, χρυσφια σκεπασμνα με ιστος αρχνης και σκονισμνους πολτιμους λθους περασμνων χρνων.
     Νεκρο εργτες κνανε τους κπους του παλατιο ν' ανθσουν με λουλοδια χαμνα απ καιρ. Πτματα και σκελετο μοχθοσανε γι' αυτος στα ορυχεα  φτιχνανε ψηλος πργους στον λιο που πθαινε. Θαλαμηπλοι και πργκιπες παλιν καιρν ταν οι οινοχοι τους κι γχορδα ργανα παζανε για την ευχαρστησ τους απ' τα λεπτ χρια αυτοκρατειρν με χρυσ μαλλι που δεν εχανε ξεθωρισει απ' τη νχτα του τφου. Τις καλτερες απ' αυτς, σες δεν εχανε καταστραφε πολ απ τη πανοκλα και το σκουλκι, τις πραν ερωμνες και τις ανγκασαν να ικανοποιονε νεκροφιλικος τους πθους.
     Οι κτοικοι της Σνκορ, κνανε πρματα που κνανε κι ταν ζοσαν, αλλ τρα πλον με τη θληση των Μμτμουορ και Σοντσμα. Μιλοσανε, κινονταν, τργανε και πναν πως ταν ταν στη ζω. Ακογανε, βλπανε και νιθανε με την ομοιτητα των αισθσεων που 'χανε πριν τον θνατο, αλλ τα μυαλ τους ταν υπδουλα απ την απασια νεκρομαντεα. Η θμηση των προηγομενων υπρξεν τους τανε πολ αμυδρ κι η κατσταση που 'χανε κληθε ταν δεια, προβληματικ και σκιδης. Το αμα τους ρεε κρο και πηχτ, αναμιγμνο με το νερ της λθης, που οι ατμο της συννεφιζανε τα μτια τους. Βουβ υπακοανε διαταγς των τυραννικν κυρων τους, χωρς να επαναστατον να διαμαρτρονται αλλ γεμτοι μ' αυτ την αμυδρ, απεριριστη κοραση που μνον οι νεκρο γνωρζουν, ταν χουν μεθσει απ' τον αινιο πνο και καλονται γι' ακμα μια φορ στη πικρτητα της θνητς παρξης. Δε γνωρζανε καννα πθος, επιθυμα ευχαρστηση, μνο τη μαρη χανωση του ξυπνματος απ' τη λθη κι να γκρζο, ακατπαυστο πθος για να γυρσουνε στον αδιατρακτο πνο τους.
     Νετερος και τελευταος απ' τους αυτοκρτορες της Νμποθ ταν ο Ιλλιρο, που 'χε πεθνει τον πρτο μνα της πανλης κι εχε μενει σε ψηλ μαυσωλεο για διακσια χρνια, πριν τον ερχομ των νεκρομαντν. Αναστημνος μαζ με τους ανθρπους του και τους πατρες του ν' ακολουθσει τους τυρννους, ο Ιλλιρο κατλαβε τη κεντητα της παρξς του χωρς αντδραση και δεν νιωσε καμαν κπληξη. Αποδχτηκε την ανσταση τη δικ του και των προγνων του, πως κποιος αποδχεται τις προσβολς και τα θαματα ενς ονερου. ξερε πως εχε ρθει σ' να μαραμνον λιο, σ' να κοφιο και φασματικ κσμο, σε μια σειρ πραγμτων, που η θση του ταν απλς αυτ μιας υπκουης σκις. Αλλ στην αρχ εχε ενοχληθε μνο, πως κι οι λλοι, απ μιαν αμυδρ εξντληση και μια σβησμνη πενα για τη χαμνη λθη. Ναρκωμνος απ' τη μαγεα των κυρων του, αδναμος απ' τη μακρχρονη αδρνεια του θαντου, παρατηροσε σαν υπνοβτης τις υπερβολς που υποβλλονταν οι πατρες του.
     Με κποιο τρπο μως, μετ απ πολλς μρες, μια ασθενικ σπθα ναψε στο πηχτ λυκφως του μυαλο του. Σα κτι χαμνο κι ανεπανρθωτο πσω απ τερστιους κλπους, θυμθηκε το μεγαλεο της βασιλεας του στη Γεθλρεομ και τη χρυσ περηφνεια κι αγαλλαση που 'νιωθε ταν ταν νος. Κι ανακαλντας αυτ, νιωσε να αριστο ασθημα επανστασης και μιαν αμυδρ δυσφορα ναντι στους μγους που τον εχαν υποβλει σ' αυτ την ολθρια κοροδα της ζως. Θλιμμνα, ρχισε να θρηνε για την εξευτελιστικ κατστασ του και τη πνθιμη θση των προγνων και των ανθρπων του.
     Μρα τη μρα, σαν οινοχος στα δωμτια που παλι εξουσαζε, ο Ιλλιρο εδε αυτ που κναν οι Μμτμουορ και Σοντσμα. Εδε τις σκληρς ιδιοτροπες τους, τ' αυξανμενα μεθσια και τη λαιμαργα τους. Τους βλεπε να κυλινται στη νεκρομαντικ τους πολυτλεια, να γνονται χαλαρο, νωθρο και να παραδδονται στο πχος. Αμλησαν τη μελτη της τχνης τους και ξεχσανε πολλ απ' τα ξρκια τους. Αλλ' ακμα εξουσαζανε, δυνατο και φοβερο. Και ξαπλνοντας σε πορφυρος και κκκινους
καναπδες, σχεδαζαν να οδηγσουν να στρατ απ νεκρος ενντια στη Τιναρθ.
     Ονειρευμενοι κατακτσεις κι υπρτατες νεκρομαντεες, γνανε χοντρο και νωθρο σα σκουλκια που εγκατασταθκανε σε τφους γεμτους αποσνθεση. Και μαζ με την αμλεια και τη τυραννα τους, η φωτι της επανστασης ανβηκε στη σκοτειν καρδι του Ιλλιρο, σα φλγα που πνγει την υγρασα της λθης. Και σντομα μαζ με την οργ του που μεγλωσε, επστρεψε σ' αυτν λγη απ' τη δναμη και την αποφασιστικτητα που 'χε και στη ζω. Βλποντας τη τυραννα των καταπιεστν και ξροντας την αδικα που 'χε γνει, κουσε μες στο μυαλ του τις κραυγς των καταπνιγμνων φωνν που απαιτοσαν εκδκηση.
     Μες στους διαδρμους του παλατιο της Γεθλρεομ, ο Ιλλιρο κινθηκε σιωπηλ ανμεσα στους πατρες του, ακογοντας τις προσταγς των αφεντν του και στθηκε περιμνοντας τις διαταγς τους. χυσε στα κπελλ τους απ' νυχα κκκινα κρασι πο εχαν φρει με μαγεα απ λφους πρ' απ 'να νετερο λιο. Υποτχτηκε στις βρισις και στις προσβολς τους. Και νχτα με τη νχτα τους βλεπε να κουτουλν απ' το μεθσι σπου να πσουνε για πνο, ξαναμμνοι και χοντρο μες στην αλαζονικ τους λαμπρτητα.
     Υπρχανε πολ λγες κουβντες ανμεσα στους ζωντανος-νεκρος. Πατρες και γιοι, μητρες και κρες, εραστς κι ερωμνοι, προχωροσανε χωρς ν' αναγνωρζονται και χωρς σχλια για την σχημη μορα τους. Αλλ επιτλους, μια νχτα, ταν οι τραννοι εχανε κοιμηθε κι οι φλγες ταλαντεονταν στις νεκρομαντικς τους λμπες, ο Ιλλιρο συμβουλετηκε τον Χεσταγιον, το γηραιτερο πργον του που 'χε φμη μεγλου και μυθικο μγου και λεγταν τι ξερε τη μυστικ γνση της αρχαιτητας. Ο Χεσταγιον πγε μακρι απ' τους λλους, σε μια σκοτειν γωνι του δωματου. Εχε χρμα κασταν και φαινταν μαραμνος στα μουμιοποιημνα ροχα που φοροσε και τα χωρς λμψη μτια του φανονταν ν' ατενζουν το κεν. μοιαζε σα να μην κουσε τις ερωτσεις του Ιλλιρο, αλλ σε λγο απντησε μ' να ξερ, τρεμουλιαστ ψιθρισμα:
 -"Εμαι γρος, η νχτα του τφου ταν μεγλη κι χω ξεχσει πολλ, αλλ ψηλαφντας πρ' απ' το κεν του θαντου σως καταφρω να επανορθσω λγη απ τη παλι μου γνση και να επινοσω κποιον τρπο ν' απελευθερωθομε". Κι ο Χεσταγιον ψαξε ανμεσα στα ξεφτσματα της μνμης του, σα κποιονε που φτνει σε σκουληκιασμνο μρος που τα κρυμμνα αρχεα των αρχαων καιρν χουνε σαπσει στα καλμματ τους, σπου τελικ κτι θυμθηκε κι επε: "Θυμμαι τι κποτε μουν νας ισχυρς μγος κι ανμεσα σ' λα τα πρματα, γνριζα και τα ξρκια της νεκρομαντεας, αλλ δεν εχα ασχοληθε μαζ τους, καθς εχα κρνει τη χρση τους και το σκωμα των νεκρν απεχθες πρξεις. Κατεχα μως κι λλες αρχαες γνσεις κι σως ανμεσα στα λεψαν τους, να υπρχει κτι που μπορε να χρησιμψει για να μας οδηγσει κπου. Θυμμαι μιαν αμυδρ, αμφβολη προφητεα που 'χε γνει τα πρτα χρνια της δρυσης της Γεθλρεομ και της αυτοκρατορας της Σνκορ. Η προφητεα λεγε τι να κακ μεγαλτερο απ' το θνατο θα πσει στους αυτοκρτορες και τους κατοκους της Σνκορ σε μελλοντικος χρνους κι τι ο πρτος κι ο τελευταος της δυναστεας των Νμποθ, δουλεοντας μαζ, θα βρονε τρπο που θα 'χει αποτλεσμα την αποδσμευση και την ρση της κατρας. Η προφητεα δεν λεγε ποια θα 'ναι η κατρα, αλλ λεγε πως οι δυο αυτοκρτορες θα μθουνε τη λση του προβλματος, αν σπσουνε το αρχαο πλινο εδωλο που φυλ το χαμηλτερο θλαμο, κτω απ' το αυτοκρατορικ παλτι της Γεθλερομ".
     χοντας ακοσει τη προφητεα απ' τα μαραμνα χελη του προγνου του ο Ιλλιρο συλλογστηκε για λγο κι επε:
 -"Θυμμαι τρα ν απγευμα ταν μουν νος, τι καθς ψαχνα βαριεστημνα τους ασυνθιστους θαλμους του παλατιο, πως να μικρ αγρι μπορε να κνει, βρθηκα στον τελευταο θλαμο και βρκα μες σ' να σκονισμνο, δσμορφο εδωλο απ πηλ, κτι που η εμφνιση κι η ψη του ταν γνωστες σε μνα. Και μη ξροντας τη προφητεα γρισα απογοητευμνος, το διο βαριεστημνα πως ταν εχα ρθει, για ν' αναζητσω το αμυδρ φως του λιου".
     Ττε, ξεγλιστρντας απ' τους απρσεκτους συγγενες τους και κρατντας διακοσμημνες λμπες που πραν απ' το δωμτιο, ο Χεσταγιον κι ο Ιλλιρο πγανε κτω απ' το παλτι ακολουθντας υπγεια σκαλοπτια και προχωρντας σαν αδυσπητες πουλες σκις στους λαβρινθους των σκοτεινν διαδρμων, φτσαν στη χαμηλτερη κρπτη. Εκε, μες στη μαρη σκνη και τους ιστος που 'χαν υφνει αρχνες σε αμνημνευτο παρελθν, βρκαν πως το 'χανε πιστψει, το πλινο εδωλο, που τα βναυσα χαρακτηριστικ του ταν αυτ ενς ξεχασμνου γινου θεο. Κι ο Ιλλιρο σντριψε το εδωλο μ' να κομμτι πτρας και μαζ με τον Χεσταγιον πραν απ' το κοφιο κντρο του να μεγλο σπαθ απ' ανοξεδωτο ατσλι, να βαρ κλειδ απ αξεθριαστο μπροντζο και πλκες απ λαμπρ ορεχαλκο που τανε γραμμνα τα διφορα πρματα που 'πρεπε να γνουν στε η Σνκορ ν' απαλλαγε απ' τη μαρη βασιλεα των νεκρομαντν κι οι νθρωποι να γυρσουνε πσω στη λθη του θαντου.
     τσι, με το κλειδ απ αξεθριαστο μπροντζο, ο Ιλλιρο ξεκλεδωσε, σμφωνα με τις οδηγες των πλακν, μια χαμηλ και στεν πρτα στο τλος του καττερου θαλμου πσω απ' το σπασμνο εδωλο. Και μαζ με τον Χσταiγιον εδαν, πως εχε προφητευτε, τα ελικοειδ σκαλοπτια απ μαρη πτρα που οδηγοσανε κτω σ' ανεξερενητες αβσσους, που καγαν ακμη οι βυθισμνες φωτις της γης. Κι αφνοντας τον Ιλλιρο να φρουρε την ανοιχτ πρτα, ο Χεσταγιον πρε το σπαθ απ' ανοξεδωτο ατσλι στο χρι και πγε πσω στο δωμτιο που κοιμονταν οι νεκρομντες πνω στους κκκινους και πορφυρος καναπδες με τους χλωμος, αναμακτους νεκρος να περιμνουνε κοντ τους σε υπομονετικς σειρς.
     Εμψυχωμνος απ' την αρχαα προφητεα και τη γνση απ' τις λαμπρς πλκες, ο Χεσταγιον σκωσε το μεγλο σπαθ κι κοψε τα κεφλια των Μμτμουορ και Σοντσμα, το καθνα μ' να μοναδικ χτπημα. Ττε, πως ανφεραν οι οδηγες, κοψε τα σματα σε τσσερα μρη με δυνατ χτυπματα. Κι οι νεκρομντες δωσαν τις ακθαρτες ζως τους κι μειναν ανσκελα χωρς να κινονται, προσθτοντας να βαθτερο κκκινο και μια λαμπρτερη απχρωση στο μελαγχολικ πορφυρ των καναπδων.
     Ττε, στους συγγενες του που στκονταν αμλητοι χωρς να συνειδητοποιονε την απελευθρωσ τους, η σεβσμια μομια του Χεσταγιον μλησε μ' εξουσιαστικ μουρμουρητ, σα βασιλις που δνει διαταγς στα παιδι του. Οι νεκρο αυτοκρτορες κι αυτοκρτειρες ανακινθηκαν, πως τα φθινοπωριν φλλα σε ξαφνικ νεμο κι νας ψθυρος πρασε ανμεσ τους και πγε μπρος απ' το παλτι για να συνεχιστε κατ μκος λων των δρμων και να ακουστε απ λους τους νεκρος της Σνκορ.
     λη αυτ τη νχτα και στη διρκεια της σκοτεινς μρας που ακολοθησε, με ταλαντευμενους πυρσος με το φως του χλωμο λιου, νας ατελεωτος στρατς απ πτματα φαγωμνα απ' τη πανοκλα και ρακνδυτων σκελετν, χυθκανε σ' ναν ωχρ χεμαρρο μες στους δρμους της Γεθλερομ και μες απ' τα δωμτια του παλατιο, που ο Χεσταγιον στεκτανε φρουρς πνω απ' τους σφαγμνους νεκρομντες.
     Ασταμτητα, με αριστα, θαμπ μτια, προχωροσανε σα κατευθυνμενες σκις, να αναζητσουνε τους υπγειους θαλμους κτω απ' το παλτι και να περσουν απ την ανοιχτ πρτα του τελευταου θαλμου που περμενε ο Ιλλιρο και να κατβουνε τα χιλιδες χιλιδων σκαλι που οδηγοσανε στο χελος του χσματος που βρζαν εξασθενημνες οι φωτις της γης. Εκε, απ το χελος του χσματος, ρχνονταν στον δετερο θνατο και τον καθαρ εκμηδενισμ των απθμενων φλογν.
     Αλλ αφο λοι εχαν λυτρωθε, ο Χεσταγιον παρμεινε ακμη μνος στο μαραμνο ηλιοβασλεμα δπλα στα σφαγμνα πτματα των Μμτμουορ και Σοντσμα. Ττε πως τον εχανε καθοδηγσει οι πλκες, δοκμασε τα ξρκια της αρχαας νεκρομαντεας που γνριζε απ' τη πρτερη σοφα του και καταρστηκε τα διαμελισμνα πτματα με την αινια ζω μσα στον θνατο, αυτ την δια που οι Μμτμουορ και Σοντσμα εχανε προσπαθσει να επιβλουνε στους ανθρπους της Σνκορ.
     Κατρες ειπθηκαν απ' τα ωχρ χελη και τα κεφλια κυλσανε φριχτ με μτια που ακτινοβολοσανε και τα μλη και τα σματα συστραφκανε στους αυτοκρατορικος καναπδες μες στο πηγμνο αμα. Χωρς να κοιτξει πσω, ξροντας τι λα εχανε γνει πως εχεν οριστε και προβλεφθε απ' την αρχ, η μομια του Χεσταγιον φησε τους νεκρομντες στη καταδκη τους και πγε κουρασμνα μες απ το σκοτειν λαβρινθο των θαλμων να συναντσει τον Ιλλιρο.
     τσι στη γαλνια σιωπ, χωρς να χρειζεται να πονε τποτ' λλο, ο Ιλλιρο κι ο Χεσταγιον πρασαν απ την ανοιχτ πρτα του καττερου θαλμου κι ο Ιλλιρο κλεδωσε τη πρτα πσω τους με το κλειδ απ αξεθριαστο μπροντζο. Κι τσι απ' τα ελικοειδ σκαλοπτια, πγανε στο χελος των βυθισμνων φλογν κι γιναν να με τους συγγενες και τους ανθρπους τους σε μια τελικ, στατη ανυπαρξα.
     Αλλ για τους Μμτμουορ και Σοντσμα, οι νθρωποι λν τι τα τεμαχισμνα τους σματα σρνονται στη Γεθλερομ μχρι αυτ τη μρα, χωρς να βρσκουνε γαλνη ανπαυλα στη καταδκη της ζως μες στο θνατο και ψχνοντας μταια μες στη μαρη μζα των καττερων θαλμων τη πρτα που εναι κλειδωμνη απ τον Ιλλιρο.

                             Το Πτμα Κι Ο Σκελετς

                                  The Corpse And The Skeleton

ΣΚΗΝΗ
: Οι κατακμβες της αρχαας πλης ομαλ. να νο πτμα αφθηκε δπλα σ' να σκελετ, που απ' τη μουχλιασμνη και φαγωμνη απ' τα σκουλκια εμφνισ του μοιζει αξιλογα αρχαος.

ΤΟ ΠΤΩΜΑ: Χαιρετ τα γρικα κκαλα! Τ να απ' το σκουλκι; Νομζω πως το 'μαθες καλ στο καιρ σου.
Ο ΣΚΕΛΕΤΟΣ: Ναι, ναι κι εσ θα το μθεις. Εναι δω ο κσμος που τφος και σκουλκι εναι οι τελευταοι πιστωτς. ταν παρνουν αυτ που τους χρωστμε, μνουνε πολ λγα για το διβολο. Το βλαβερ σκουλκι χει γερ σαγνι. Θα πρει και τη τελευταα ουγκι απ μυαλ και μεδολι. Ποτ δε μου χρισε να κομμτι σρκα να κουρλι δρμα, να προστατευτ απ τη μουχλιασμνη ανσα του κρου ανμου του σπηλαου, που κνει τα δντια μου να χτυπνε.
ΤΟ ΠΤΩΜΑ: Μιλς τσο μελαγχολικ: Για ν' αλλξουμε θμα, ας μιλσουμε για τις προηγομενες ζως μας.
Ο ΣΚΕΛΕΤΟΣ: σον αφορ στον εαυτ μου, μετ' απ πεντακσια χρνια λγο-πολ, σ' αυτ τον αγρα που σπισε μαζ με τους νεκρος, φοβμαι πως οι ασμαντες αναμνσεις μου γμισανε μοχλα. μως απ' τη σκνη που υπρχει στα κκαλα του λαιμο μου, θυμμαι τι κποτε μουνα ταβερνιρης. Πολ συχν απ ττε διψ κι επιθυμ να πιω κι ας εναι στω μνον να τταρτο του γαλονιο κρασ. Ο χρνος εναι νας απατενας μεγαλμπορος. Μου 'δωσε αυτ τη μοχλα μ' αντλλαγμα το ευγενικ μου πτμα. Ο θνατος, θα το μθεις κι εσ, εναι ανιαρ δουλει, χωρς κρδος και περιφρονε λους σους ρχονται δω.
ΤΟ ΠΤΩΜΑ: Πο 'ναι ττε με τις πολμορφες λμψεις τους, οι παρδεισοι απ φτα κι οι κολσεις απ φωτι, που με τση πστη υπσχονται οι σβυλλες κι οι ιεροφντες;
Ο ΣΚΕΛΕΤΟΣ: Ρτα τον Γιντερ Κνταβερ, αυτν που η παχει σρκα του καλμαθε τα σκουλκια. τανε κποτε ιερας και μιλοσε αξιπιστα γι' αυτ τα θματα, μαζ με τις βροντς που στλναν οι θεο. σο για μνα, δε βρκα τποτ' λλο εκτς απ' αυτ το στεν θολωτ υπγειο μρος, που στο θανσιμο σκοτδι του, οι ατμο της πανοκλας περιφρονται σα μεγλο κμα κι αναδονται απ' τη σαπισμνη γη, σαν ανερο θυμαμα στον λιο.
ΤΟ ΠΤΩΜΑ: ταν η πανοκλα που μ' στειλε κι εμνα δω απ' το κρεβτι του γμου. μουν νας απ 'τους αισιδοξους της ομαλ κι μως, με σπρξαν εδ να σαπσω σε κοιν μρος.
Ο ΣΚΕΛΕΤΟΣ: (Συμπονετικ και λιγτερο γρια): Πολ σχημο, πολ σχημο! Αν κι η σρκα μου χει φγει εδ και καιρ απ πνω μου, σε συμπον. Ακμα κι αν το φως του θαντου στις κγχες των ματιν σου λμψει απ πθο, το μνο που θα βρεις εδ εναι νφες απ κκαλα και κρα συντροφι στο κρεβτι.
ΤΟ ΠΤΩΜΑ:Θα βρομε ποτ καμι αποζημωση, καννα βραβεο σοφας που κατχει ο θνατος, καννα μυστικ θαμμνο μακρι απ' τον λιο σ' αυτ το βαθ σκοτδι;
Ο ΣΚΕΛΕΤΟΣ: Κατχουμε σοφα, αν σου αρσει ανιαρ και σκονισμνη και θα την δινα ευχαρστως λη για μια ρουφηξι απ κρασ της Τσιν. σως και να το ξρεις δη, τι τα σματα εναι φτιαγμνα απ χμα και νερ, που το τελευταο εξατμζεται και το πρτο τενει να εξαφανιστε. Αυτ εναι η γνση μας, που μ' χθρα εναι γνωστ απ' τους ιεροφντες και τους φιλοσφους. μως τη γνση αυτ, τη κατχω χωρς ντροπ μες σ' να κρανο
.

                                                        Σαντστορ

                                               Sandastor


     Ακοστε γιατ αυτ εναι η ιστορα που επε στην μορφη Λμια ο δαμονας Τσαρνντις, καθς κθονταν μαζ στην κορυφ του Μφι, πνω απ τις πηγς του Νελου, κενους τους καιρος που η σφγγα ταν να. Τρα η Λμια ταν ταραγμνη, γιατ η ομορφι της εχε γεννσει ναν σχημο θρλο στις Θβες και την Ελεφαντνη. τσι, οι ντρες ρχισαν να αισθνονται φβο για τα χελη της και απφευγαν την αγκαλι της, και δεν εχε κανναν εραστ για σχεδν να φεγγρι. Μαστγωσε το δαφος με την ερπετοειδ ουρ της βγκηξε μαλακ και σκοπισε αυτ τα μυθικ δκρυα που βγζουν τα ερπετ. Κι ο δαμονας επε αυτ την ιστορα για την ανακοφισ της:
      Πολ, πολ καιρ πριν, στους κκκινους κκλους της νιτης μου, μουν σαν λους τους λλους νεαρος δαμονες, επιρρεπς στο να χρησιμοποι τα εκαμπτα φτερ μου σε φανταστικς πτσεις να αιωρομαι και να ισορροπ σαν αετς πνω απ τα τρταρα και τους λκκους του Πθωνα˙ να σηκνω την πλετη μαυρλα των πτερυγων μου στην τροχι των στρων. Ακολοθησα το φεγγρι απ το απογευματιν μχρι το πρωιν λυκφως κι ατνισα τα μυστικ στο πρσωπο της μδουσας που το αποστρφει αινια απ την γη. Διβασα μσα απ λεπτ στρμα πγου τους ιθυφαλλικος ρονους πνω σε στλες ακμα σωζμενες στις ερημις. Και ξρω τα ιερογλυφικ που λνουν ξεχασμνους γρφους αινιες κρυμμνες ιστορες πνω στους τοχους πλεων κατακτημνων απ λιωτο χινι. χω πετξει μσα απ το τριπλ δαχτυλδι του Κρνου και ζευγρωσα με πανμορφους βασιλσκους σε πανψηλα νησι, λεγες ψηλτερα απ πελριους ωκεανος που κθε κμα μοιζει με την νοδο και πτση των Ιμαλαων. Αψφησα τα σννεφα του Δα και τις μαρες και παγωμνες αβσσους του Ποσειδνα που στεφαννονται απ αινιο αστρικ φς. Και πλανθηκα πρα απ ασμμετρους λιους που συγκρινμενος ο λιος που γνωρζεις εναι μια ετοιμοθνατη φλγα κεριο σε περιορισμνη κρπτη. Εκε σε τρομερος πλαντες, περιρισα την πτση μου σε οροπδια μεγλα σαν πεσμνους αστεροειδες, που, με χλια ονματα και με χλιες εικνες, το κακ που δεν μπορε καν κποιος να ονειρευτε, υπηρετεται και λατρεεται με αφνταστους τρπους. , αγκιστρωμνος στα σαρκχρωμα χελη κιονοειδν ανθν, που το ρωμ τους ταν μια κσταση αμετδοτων ονερων, κοριδεψα τα συζευγμνα τρατα και προσλκυσα τα θηλυκ τους, που βυθζονταν και αναδονταν στην βση της κρυψνας μου.
      Τρα, στην ακοραστη αναζτησ μου ανμεσα σε απμακρους γαλαξες, φτασα μια μρα στον ξεχασμνο κι ετοιμοθνατο πλαντη που στην γλσσα των γνωστων κατοκων του λεγταν Σαντστορ. Απραντος και καταθλιπτικς και γκρζος κτω απ ναν χλωμ λιο, με μακρις σχισμς και πελρια χσματα, καλυμμνος απ πλο σε πλο με τις ασταμτητες παλρροιες απ την μμο της ερμου, κρεμταν στο διστημα χωρς φεγγρι δορυφρο, να βδλυγμα και μια νδειξη κατρας για ομορφτερους και νετερους κσμους. Ελγχοντας την ταχτητα της διαστρικς πτσης μου, ακολοθησα τον ισημεριν, μ' να σταθερ κι εππεδο νεμο πνω απ τις κορυφς κυκλπειων ηφαιστεων και γυμνν, τρομερν κορυφν απ πρεσβτερους λφους, και ερμων, ωχρν με τη χλωμδα του αλατιο που φανρωναν την παρξη παλαιτερων ωκεανν.
      Ακριβς στο κντρο μιας απ' τις κοτες αυτν των ωκεανν, χωρς να φανεται απ' τα βουν που σχημτισαν τις πανρχαιες ακτογραμμς και πολλς λεγες κτω απ' το εππεδ τους βρκα πελρια και σπειροειδ πεδιδα που βυθιζταν ακμη βαθτερα μες στις αβσσους αυτο του φοβερο κσμου. Περιτοιχιζταν με κατακρυφους γκρεμος κι επλξεις και κορφς απ σκουροκκκινη πτρα, που 'χε σκαλιστε σε εκατομμρια αλλκοτες μοχθηρς μορφς απ τη καταβθιση των αρχαων θαλασσν. Πταξα αργ ανμεσα στους γκρεμος καθς περιτυλσσονταν κατεβανοντας συνχεια σ' ελικοειδς σπερες απ μλι σε μλι, σε μια ολοσχερ κι αλτρωτη ερημι και το φως γινταν αμυδρτερο απ πνω μου καθς κορφ τη κορφ κι παλξη την παλξη, η παρξενη κκκινη πτρα αναδυταν ανμεσα στα φτερ μου και στα ουρνια. Εδ καθς στριψα σε μια απτομη στροφ ενς γκρεμο, σε βθος που οι ακτνες του λιου πφτουν μνο για λγο το μεσημρι κι οι βρχοι γνονταν πορφυρο με αινιες σκις, βρκα μια λμνη σκουροπρσινου νερο -τελευταο απομεινρι προηγομενου ωκεανο, ακμα να πφτει μσα σε απτομους, ανυπρβλητους καταρρκτες. Κι απ αυτ τη λμνη βγαινε φων, σε τνους αμυδρ γλυκος σα θανσιμο κρασ απ μανδραγρα και ξφτιζε σα μουρμουρητ απ κοχλια, Κι η φων επε:
 -"Σταμτα και περμενε, σ' εξορκζω και πες μου ποις εσαι, που 'ρθες σ' αυτ τη καταραμνη απομνωση που πεθανω".
      Ττε, σταματντας στην κρη της λμνης, κοταξα στον κλπο των σκιν κι εδα την ωχρ λμψη μιας θηλυκς μορφς να αναδεται απ τα νερ. Και η μορφ ταν αυτ μιας σειρνας με μαλλι στο χρμα των ωκενιων φυκιν, βυρηλλχρωμα μτια και μια δελφινμορφη ουρ. Κι επα σ’ αυτ:
 -"Εμαι ο δαμονας Τσαρνντις. Αλλ ποι εσαι συ που με καθυστερες σ' αυτ τον σχατο, αποτρπαιο λκκο, στα βθη ενς ετοιμοθνατου κσμου";
 -"Εμαι σειρνα και το νομ μου εναι Λσπιαλ. Απ τις θλασσες που εδα και διασκδαζα πολλος αινες πριν κι που τραβοσα γενναους ναυτικος σ' να μαγεμνο θνατο στις ακτς του καταστροφικο νησιο μου, απομνει μνο αυτ η ξεπεσμνη λμνη. Αλμονο! Γιατ η λμνη συρρικννεται καθημεριν κι ταν εξαφανιστε ολκληρη ττε θα χαθ κι εγ." απντησε αυτ. ρχισε να κλαει, και τα αλμυρ της δκρυα πεσαν κτω και προστθηκαν στα αλμυρ νερ. Πρθυμα θλησα να τη παρηγορσω κι τσι της επα:
 -"Μη κλας, γιατ θα σε σηκσω πνω στα φτερ μου και θα σε μεταφρω σε κποιον νετερο κσμο, που νερ στο μπλε χρμα του ουρανο σε φθονες θλασσες συντρβονται σε πολπλοκους ιστος χλωμν αφρν πνω σε χαμηλς ακτς που εναι πρσινες και χρυσς, με πρωτγονες πηγς. Εκε, πιθανν για πολλος αινες, θα χεις ριστη διαμον, και γαλρες με χρωματιστ κουπι και μεγλες καλοπλεομενες φορτηγδες θα σρνονται πνω στα βρχια τα καλυμμνα με κκκινο φως απ την κυκλωμνη με καταιγδα δση του λιου, και θα αναμιγνεις τον χο της σγκρουσης απ τα καλυμμνα με ξυλγλυπτα ακρπρωρα, με την γλυκει μαγεα του θανσιμου τραγουδιο σου".
 -"Εσαι ευγενικς, αλλ αυτ δεν θα με ωφελσει, γιατ γεννθηκα απ τα νερ αυτο του κσμου και στα νερ του πρπει να πεθνω. Αλμονο! Οι αγαπημνες μου θλασσες που κυλοσαν σαν σπαστο ζαφερι απ ακτς με προσωριν νθη σε ακτς με αινια χινια! Αλμονο! Οι θαλσσιοι νεμοι που αναμγνυαν αρματα απ αρμρα και φκια κι οσμς απ ωκενια λουλοδια και λουλοδια της ξηρς και μακριν αερκια εξωτικν βλσαμων! Αλμονο! Τα πολεμικ πλοα με πντε σειρς κουπιν κι οι βαρυφορτωμνες φορτηγδες με πανι και σχοινι απ βσσο που πλεαν ανμεσα απ βαρβαρικ νησι με φορτα απ τοπζι και κοκκινχρωμα κρασι κι εδωλα απ νεφρτη κι ελεφαντδοντο, στα αρχαα καλοκαρια που τρα εναι λιγτερο απ μυθικ! Αλμονο! Οι νεκρο καπετνιοι, οι πανμορφοι νεκρο ναυτικο που μεταφρθηκαν απ την παλρροια σε καναπδες απ φκια στο χρμα του λεκτρου, σε σπλαια κτω απ ακρωτρια με κδρους! Αλμονο! Τα φιλι που απθεσα πνω στα κρα και χρωμα χελη τους και τα σφραγισμνα βλφαρ τους"!
     Λπη και οκτος με δραξαν καθς κουσα τα λγια της, γιατ ξερα πως επε τη θρηνητικ αλθεια πως η καταδκη της βρισκταν στη συρρκνωση των πικρν νερν. τσι, αφο της δωσα πολλ συλλυπητρια, αριστα και μταια, της επα να μελαγχολικ αντο και πταξα βαρι ανμεσα στους σπειροειδες γκρεμος απ που εχα ρθει, και σκαρφλωσα στους μουντος ουρανος, μχρι που ο πλαντης Σαντστορ ταν μνο μια σκοτειν κηλδα χαμηλ στο διστημα. Αλλ η τραγικ σκι της μορας της σειρνας κι η λπη της, κετονταν θλιβερ πνω μου για ρες και μνο τα φιλι ενς πανμορφου θηριδους βαμπρ, σε ναν μακριν, νο και φθονο κσμο, με καναν να τη ξεχσω.
     Και λω αυτν την ιστορα τρα, ευχμενος να παρηγορηθες απ την θερηση μιας κατστασης πολ πιο οδυνηρς κι αναπφευκτης απ την δικ σου
.

                                 Η Πτρα Του Αγγγματος

                                       The Touch Stone


     Ο φιλσοφος Νασφρα ψαχνε για πολλ χρνια και σε πολλς χρες για τη μυθικ πτρα του αγγγματος για την οποα λεγταν τι αποκλυπτε την αληθιν φση λων των πραγμτων. Βρκε λα τα εδη των πετρν, απ τους ογκλιθους που εχαν λαξευτε στις πυραμδες των μοναρχν, μχρι τα μικροσκοπικ πετρδια που ταν ορατ μνο μσα απ μεγεθυντικ φακ, αλλ καθς καννα απ αυτ δεν φερνε καμι αλλαγ, οτε κποια φανερ μετατροπ στα υλικ με τα οποα τα φερνε σε επαφ, ο Νασφρα ξερε τι δεν ταν αυτ τα οποα ζητοσε. Αλλ η αληθιν παρξη της πτρας του αγγγματος εχε επιβεβαιωθε απ λους τους αρχαους συγγραφες και σοφος, και τσι, παρ τους αυξανμενους αριθμος των χρηστων ορυκτν και την λλειψη της καλς ποιτητας, νιωθε αποστροφ στην σκψη να εγκαταλεψει την αναζτησ του.
     Μια μρα, ο Νασφρα εδε να μεγλο στρογγυλ βτσαλο πεσμνο μσα σε βορκο και το μζεψε απ την δναμη της συνθειας, καθς δεν εχε ιδα τι μπορε να ταν η πτρα του αγγγματος. Το χρμα του ταν να συνηθισμνο γκρζο, και η μορφ του, χι λιγτερο ασυνθιστη απ το χρμα του. Αλλ καθς ο Νασφρα πιασε το βτσαλο στο χρι του, ξαφνιστηκε, σε αντθεση με την φιλοσοφικ του ηρεμα, απ τα παρξενα αποτελσματα: τα δχτυλα που πιαναν την πτρα, ξαφνικ γιναν αυτ ενς σκελετο, λμποντας σπρα, αδνατα και σαρκα στο φς του λιου. Και ο Νασφρα κατλαβε απ αυτν την νδειξη τι βρκε την πτρα του αγγγματος.
     Προχρησε σε πολλς δοκιμς των πρσθετων ιδιοττων της και τα αποτελσματα ταν λα μοναδικ. Του αποκαλφθηκε το γεγονς τι το σπτι του ταν νας μουχλιασμνος τφος, τι η βιβλιοθκη του ταν μια συλλογ απ σκουληκοφαγωμνα σκουπδια, τι οι φλοι του ταν σκελετο, μομιες, αγρμια και αινες, τι η γυνακα του ταν να φτην και κακ τρας, τι η πλη που ζοσε ταν μια μυρμηγκοφωλι και ολκληρος ο κσμος ταν νας κλπος σκιν και κεντητας. Πργματι, δεν υπρχε ριο στις ενοχλητικς και τρομερς αποκαλψεις που κανε αυτ το φαινομενικ συνηθισμνο βτσαλο. τσι, μετ απ λγο, ο Νασφρα το πταξε, προτιμντας να μοιρζεται με τους λλους ανθρπους τις κοινς αυταπτες και τα φιλικ και καλ ορματα που καναν την παρξ μας πιθαν.

                                        Ο νατος Σκελετς

                                      The Ninth Skeleton

     τανε κτω απ το σπιλο μπλε ενς πρωινο του Απρλη που ξεκνησα για τη συνντησ μου με την Γκουνεβιρ. Εχαμε κανονσει να συναντηθομε στη Βραχδη Ρχη, να σημεο που ξραμε καλ και οι δυο μας, να μικρ και κυκλικ σημεο περικυκλωμνο απ πεκα και γεμτο απ μεγλες πτρες, ανμεσα στο σπτι των γονιν της στο Νιοκαστλ και στην καλβα μου στα βορειοανατολικ της ρχης, κοντ στο μπουρν.
     Η Γκουνεβιρ εναι η αρραβωνιαστικι μου. Πρπει να εξηγσω τι μχρι την στιγμ την οποα γρφω αυτ, υπρχε μια ορισμνη διαφωνα απ μρους των γονιν της για αυτν τον δεσμ, μια διαφωνα που ευτυχς δεν υπρχει πλον. Για την ακρβεια, φτασαν στο σημεο να μου απαγορεσουν να της τηλεφων κι η Γκουνεβιρ κι εγ μποροσαμε να βρεθομε μνο κρυφ και σε τακτα διαστματα.
     Η ρχη ταν να μακρ και τραχ μρος, ντονα διεσπαρμνο με βρχους, πως υπονοε το νομ της, και με πολλ σημεα απ μαρη ηφαιστειακ πτρα. Εκτσεις με φροτα ταν κολλημνες σε μερικς πλαγις της, αλλ στην κορυφ σχεδν καμα δεν ταν γνιμη, γιατ το χμα ταν πολ λεπτ και πετρδες για να καλλιεργηθε. Ανμεσα στα στρεβλωμνα πεκα, τσο φανταστικ σε μορφ σο και τα κυπαρσσια στις ακτς της Καλιφρνια και στις στραβς και μισξερες βαλανιδις, η θα εχε μια γρια κι αλλκοτη ομορφι, μοιζοντας με Ιαπωνικ τοπο.
     Εναι σως δυο μλια απ την καλβα μου μχρι το μρος που θα συναντοσα την Γκουνεβιρ. Αφο γεννθηκα στην σκι της Βραχδους Ρχης και ζησα πνω της δπλα της για τα περισστερα απ τα τριντα-κτι μου χρνια, εμαι εξοικειωμνος με κθε σημεο της μορφης και τραχις κτασης και, πριν απ κενο το πρω του Απρλη, σπνια μποροσα να συγκρατσω τα γλια μου ταν μου λεγαν τι εναι δυνατν να χσω τον δρμο μου. Απ ττε... λοιπν, ας πομε τι δεν νιθω την διθεση να γελσω...
     Αλθεια, ταν να πρωιν φτιαγμνο για τις συνευρσεις των εραστν. γριες μλισσες βοιζαν βιαστικ πνω στα καλμματα απ τριφλλι, και στους κυανχρωμους θμνους με τις μεγλες μζες απ λευκ λουλοδια, παρξενα και βαρι αρματα μεθοσαν τον αρα. Τα περισστερα απ τα ανοιξιτικα μπουμποκια ταν ανοιχτ: κυκλμινα, κτρινες βιολτες, παπαρονες, γριοι υκινθοι και στρα του δσους· και το πρσινο του τοπου ταν διεσπαρμνο απ τα χρματ τους. Ανμεσα στο σμαραγδνιο χρμα των φουντουκιν, το γκριζοπρσινο των πεκων, το σκορο χρυσ και πρσινο-μπλε των βαλανιδιν, βλεπα λμψεις απ τις χιονλευκες κορυφς στα ανατολικ, και το ξεθωριασμνο μπλε των ακτν στα δυτικ, πρα απ τα ωχρ, ανοιχτχρωμα εππεδα της κοιλδας του Σακραμντο. Ακολουθντας να αδιρατο μονοπτι, ανβηκα πρα απ ανοιχτος αγρος, που πρεπε να διασχσω ομδες απ βρχους.
     λες οι σκψεις μου ταν για τη Γκουνεβιρ και κοταζα μνο με τυχαο και πρχειρο βλμμα την εικνα της ανοιξιτικης ομορφις που κλυπτε το πρασμ μου. μουν στα μισ της πορεας που κλυπτε την απσταση ανμεσα στην καλβα μου και στο σημεο συνντησης, ταν ξαφνικ διαπστωσα τι το φως του λιου γινε πιο σκοτειν και κοταξα πνω, νομζοντας φυσικ τι να απριλιτικο σννεφο ρθε απαρατρητο απ τον ορζοντα και πρασε μπροστ απ τον λιο. Φανταστετε την κπληξ μου, ταν εδα το γαλζιο ολκληρου του ουρανο να χει γυρσει σε να απασιο και σκορο καφ, στο μσο του οποου ο λιος φαινταν καθαρ, λμποντας σαν να μεγλο στρογγυλ κκκινο κρβουνο. Ττε, κτι παρξενο κι ανοκειο μες στη φση του περιβλλοντος, που μουν ανκανος να καθορσω, τρβηξε την προσοχ μου κι η κπληξ μου γινε μια αυξανμενη ανησυχα. Σταμτησα και κοταξα γρω μου και συνειδητοποησα, αδνατον πως μου φαινταν, τι χασα τον δρμο μου. Γιατ τα πεκα και στις δυο πλευρς μου δεν ταν αυτ που περμενα να δω. ταν γιγντια, πιο στραβ απ αυτ που θυμμουν. Κι οι ρζες τους βγαιναν συστρεφμενες σε γριες ερπετοειδες μορφς, απ να χμα που ταν παρξενα χαμηλωμνο, που το γρασδι βγαινε μνο σε σπνιες τοφες. Υπρχαν βρχοι τσο μεγλοι σα δρυιδικο μονλιθοι και το σχμα μερικν απ αυτος ταν εφιαλτικ και φυσικ, νμισα τι λα ταν να νειρο. Αλλ με μια ασθηση πλρους σγχυσης, που σπνια ποτ δεν συγκεντρνει παραλογισμος τερατδεις εφιλτες, βλθηκα μταια να προσανατολιστ και να βρω κποιο οικεο σημδι στο παρλογο τοπο που απλωνταν μπροστ μου.
     να μονοπτι, πιο πλατ απ αυτ που ακολουθοσα, αλλ πηγανοντας πως νμιζα στη δια κατεθυνση, περιτυλισσταν ανμεσα στα δντρα. Καλυπτταν απ μια γκρζα σκνη, που καθς προχωροσα γινε πιο παχι και αποκλυπτε αποτυπματα ποδιν μιας μοναδικς μορφς -αποτυπματα που, παρ τα σημδια απ πντε δχτυλα, ταν πιο μακρι, πιο αφνταστα λεπτ για να εναι ανθρπινα. Κτι που εχαν, δεν ξρω τι, κτι στην ισχντητ τους και το μκος τους, μ' κανε να ανατριχισω. Αργτερα, αναρωτθηκα γιατ δεν τα αναγνρισα για αυτ που ταν, αλλ κενη τη στιγμ καμι υποψα δεν πρασε απ το μυαλ μου -μνο μια αριστη ασθηση ανησυχας, νας απροσδιριστος τρμος.
     Καθς προχρησα, τα πεκα γρω απ τα οποα περνοσα γνονταν στιγμιαα πιο φασματικ και πιο απασια στις συστροφς των κορμν, των κλαδιν και των ριζν τους. Μερικ ταν σαν θηλις κρεμλας, λλα σαν αισχρ ζαρωμνα τρατα, μερικ φανονταν σαν να στρφονται αινια σε κολασμνα βασανιστρια και λλα σαν να συνταρσσονταν απ σατανικ δεινοπαθματα. Στο μεταξ, ο ουρανς συνχιζε σταδιακ να σκοτεινιζει, το σκορο και ζοφερ καφ που εχα παρατηρσει αρχικ λλαξε με ανεπασθητους τνους σε να νεκρ, πνθιμο πορφυρ χρμα μσα στο οποο ο λιος καθταν σαν να φεγγρι που ανυψνεται απ να λουτρ αματος. Αυτ το μακβριο πορφυρ σρωνε τα δντρα και ολκληρο το τοπο, τα καταβθιζε στους γκρεμος αυτο του αφσικου φωτς. Μνο οι πτρες, καθς προχωροσα, γνονταν παρξενα ωχρς. Και οι μορφς τους μοιαζαν κπως με ταφπλακες, τμβους και μνημεα. Δεν υπρχε πλον το πρσινο του ανοιξιτικου γρασιδιο δπλα απ το μονοπτι – μνο χμα καλυμμνο με στεγν μοχλα και μικροσκοπικς λειχνες με οξειδωμνο χρμα. Υπρχαν επσης καλμματα απ σχημους μκητες με λεπρδη, ωχρ κοτσνια και μαυριδερ κεφλια που μαρανονταν και γερναν συστρεμμνα.
     Ο ουρανς εχε γνει τρα τσο σκοτεινς που το λο τοπο εχε πρει μια σχεδν νυχτεριν ψη και μ' κανε να σκεφτ να καταραμνο κσμο στο λυκφως ενς πεθαμνου λιου. λα ταν ακνητα κι αθρυβα, δεν υπρχαν πουλι, οτε ντομα, οτε τριξματα απ τα πεκα, οτε θρισμα στα φλλα: μια απασια κι υπερφυσικ ησυχα, σαν την ησυχα του απραντου κενο.
     Τα δντρα γιναν πιο πυκν, μετ ελαττθηκαν και βρθηκα σε να κυκλικ πεδο. Εδ, δεν μποροσες να μπερδψεις την αληθιν φση των μονολιθικν βρχων -ταν ταφπλακες και νεκρικ μνημεα, αλλ τσο πολ αρχαα που οι επιγραφς οι φιγορες πνω τους εχαν σχεδν εξαλειφθε. Κι οι λγοι χαρακτρες που μποροσα να ξεχωρσω δεν νηκαν σε καμι γνωστ γλσσα. Πνω τους υπρχαν η γκριζδα και το μυστριο κι ο τρμος ανυπολγιστης παλαιτητας. ταν δσκολο να πιστψω τι η ζω κι ο θνατος μποροσαν να εναι τσο παλι σο αυτο. Τα δντρα γρω τους ταν ασλληπτα στρεβλωμνα κι σκυβαν σαν να τα επιβρυνε η δια ηλικα. Η ασθηση τη απασιας παλαιτητας που μου μετφεραν τα πεκα κι οι πτρες, αξησαν την νταση της σγχυσς μου κι επιβεβαωσαν την ανησυχα μου. Επιβεβαιθηκε περισστερο ταν παρατρησα πνω στη μαλακ γη γρω απ τις ταφπλακες μερικ απ τα μακρστενα αποτυπματα τα οποα προανφερα. ταν σε μια μοναδικ διταξη και φανονταν να ξεκινον και να καταλγουν στο περγυρο της κθε πτρας.
     Τρα, για πρτη φορ, κουσα ναν χο διαφορετικ απ τον χο των ποδιν μου στην ησυχα του μακβριου σκηνικο. Πσω μου, ανμεσα στα δντρα, υπρχε να αχν και μοχθηρ κροτλισμα. Γρισα και αφουγκρστηκα. Υπρχε κτι σε αυτν τον χο που ολοκλρωσε την εξαχρεωση των ταραγμνων μου νερων. Και τερατδεις φβοι, αποτρπαιες σκψεις, ρμησαν στο μυαλ μου σαν ορδς μαγισσν.
     Η πραγματικτητα που εχα να αντιμετωπσω δεν ταν λιγτερο τερατδης! Υπρξε να λευκ τρεμοφγγισμα στην σκι των δντρων, και νας ανθρπινος σκελετς, κρατντας στα χρια του τον σκελετ ενς βρφους, βγκε και πλησασε προς το μρος μου! Στοχεοντας σε κποιον αντερο μυστικ σκοπ, κποιο σκοτειν θλημα που οτε φαντζονται οι ζωντανο, προχρησε με συχο βμα, να αβαστο σαν γλστρημα-πτημα στο οποο, παρ τον τρμο μου και την αποβλκωσ μου, δικρινα μια φρικτ θηλυκ χρη. Ακολοθησα την παρουσα με τα μτια μου καθς περνοσε ανμεσα στα μνημεα χωρς να σταματσει και χθηκε στα σκοτδια των πεκων στην απναντι πλευρ του πεδου. Αμσως μλις εξαφανστηκε, εμφανστηκε δετερος, κρατντας κι αυτς ναν σκελετ μωρο, και πρασε μπροστ μου προς την δια κατεθυνση και με την δια αποτρπαιη και ληθαργικ χρη στην κνησ του.
     νας τρμος πιο πνω απ τον τρμο, νας φβος πρα απ τον φβο, πτρωσε λες τις λειτουργες μου, και νοιωσα σαν να με πλκωνε να δυσθερητο και ασταθς εφιαλτικ φορτο. Μπροστ μου, σκελετς μετ τον σκελετ, καθνας διος με τον προηγομενο, με την δια μακβρια πρατητα κι ηρεμα στην κνηση, καθνας κρατντας το αξιοθρνητο βρφος του, βγαιναν απ την σκι των αρχαων πεκων και πγαιναν εκε που εξαφανστηκε ο πρτος, αφοσιωμνοι στον διο μυστικ σκοπ. νας-νας ρχονταν, μχρι που μτρησα οχτ! Τρα ξερα τι ταν τα παρξενα αποτυπματα που η παρατρησ τους με τραξε και με προβλημτισε.
     ταν κι ο γδοος σκελετς φυγε απ μπρος μου, η ματι μου στρφηκε απ μια ακατανκητη παρρμηση, πνω σε μια απ τις πιο κοντινς ταφπλακες, δπλα στην οποα με κπληξη διαπστωσα αυτ που δεν εχα παρατηρσει πριν. νας φρεσκοανοιγμνος τφος, χασκε σκοτεινς στο μαλακ χμα. Ττε δπλα στον αγκνα μου, κουσα να σιγαν κροτλισμα, και τα δχτυλα απ να σαρκο χρι πιασαν μαλακ το μανκι μου. νας σκελετς ταν δπλα μου, διαφροντας απ τους υπλοιπους μνο στο γεγονς τι δεν κρατοσε βρφος στα χρια του. Με να δυσοωνο, χωρς χελη χαμγελο, πιασε ξαν το μανκι μου, σαν να θελε να με τραβξει στον ανοιχτ τφο και τα δντια του κροτλισαν σαν να θελε να μου μιλσει. Οι αισθσεις μου και το μυαλ μου, καλυμμνα απ ιλιγγιδη τρμο, δεν μπρεσαν να αντξουν περισστερα. νοιωσα να πφτω και να πφτω σε βθη αινιων σκοταδιν, με τον τρμο απ τα δχτυλα ακμα πνω στο χρι μου, σπου η συνεδησ μου δεν ακολοθησε την πτση μου.
     ταν συνλθα, η Γκουνεβιρ με κρατοσε απ το χρι, με την ανησυχα και την απορα πνω στο γλυκ οβλ πρσωπ της και βρισκμουν ανμεσα στους βρχους στο μρος που εχαμε κανονσει την συνντησ μας.
 -"Τ στο καλ συμβανει με σνα Χρμπερτ;" ρτησε νευρικ. "Εσαι ρρωστος; Στεκσουν ασλευτος ταν ρθα και δεν φνηκε να με κουσες οτε να με εδες ταν σου μλησα. Και πραγματικ πστεψα τι θα λιποθυμοσες ταν γγιξα το χρι σου".

                                        Το Τελευταο Ξρκι

                                      The Last Incantation

     Ο μγος Μαλγκρις καθταν στο ψηλτερο δωμτιο του πργου του που ταν χτισμνος σε ναν κωνικ λφο πνω απ την καρδι του Σουσρν, πρωτεουσα της ποσειδωνας. Κατεργασμνος απ μαρη πτρα που εξορχτηκε βαθει απ την γη, δυνατ και σκληρ σαν τον φημισμνο αδμαντα, αυτς ο πργος στεκταν πνω απ λους τους λλους και ριχνε την σκι του μακρι πνω στις σκεπς και στους θλους της πλης, πως και η αμαρτωλ δναμη του Μαλγκρις ριχνε το σκοτδι της στα μυαλ των ανθρπων.
     Τρα ο Μαλγκρις ταν γρος κι λη η απασια δναμη των γητειν του, λοι οι τρομερο και περεργοι δαμονες που εχε υπ τον λεγχ του, λοι οι φβοι που εχε υφνει στις καρδις των βασιλων και των ιεραρχν, δεν φταναν για να καταπρανουν την μαρη ανα των ημερν του. Καθισμνος στην καρκλα του που ταν διακοσμημνη με δντι απ μαστδοντα και τοποθετημνους απκρυφους ρονους απ κκκινο τουρμαλνη και γαλζιους κρυστλλους, κοιτοσε κατσουφιασμνα απ το κυβμορφο παρθυρο απ σπαστο γυαλ. Τα λευκ του φρδια συστλθηκαν σε μια μοναδικ γραμμ πνω στην σταχτι περγαμην του προσπου του και κτω απ’ αυτ, τα μτια του ταν κρα και πρσινα σαν πγος απ αρχαες πλημρες. Τα γνια του, μισ σπρα και μισ μαρα με ασημνιες λμψεις, πεφταν σχεδν μχρι τα γνατ του και κρυβαν τους τοποθετημνους ερπετοειδες χαρακτρες απ ασημνιο μαλλ που υπρχαν στο στθος της βιολετις ρμπας του.
     Γρω του υπρχαν σκορπισμνα τα εξαρτματα της τχνης του. Κρανα ανθρπων και τερτων, φιλες γεμτες με μαρα και κκκινα υγρ που η ιερσυλη χρση τους ταν γνωστ μνο σ’ αυτν, μικρ τμπανα απ δρμα ρνεων και κρταλα φτιαγμνα απ τα κκκαλα και τα δντια κροκδειλου που χρησιμοποιονταν για να συνοδεσουν συγκεκριμνα ξρκια. Το μωσακ πτωμα ταν μισοσκεπασμνο με τα δρματα μαρων κι ασημνιων πιθκων και πνω απ την πρτα κρεμταν το κεφλι ενς μονκερου στο οποο κατοικοσε ο οικεος δαμονας του Μαλγκρις με την μορφ μιας χιδνας απ κορλλι με ωχρ πρσινη κοιλι και σκορες κηλδες. Βιβλα υπρχαν σφραγισμνα παντο: αρχαοι τμοι με καλμματα απ δρμα φιδιο και πρπες φαγωμνες απ την οξεδωση, που κρατοσαν την τρομερ γνση της Ατλαντδας, τα μυστικ που εξουσαζαν τους δαμονες της γης και του φεγγαριο, τα μαγικ που μεττρεπαν αποσνθεταν τα στοιχεα και τους ρονους απ μια χαμνη γλσσα της Υπερβορεας, που ταν προφρονταν δυνατ, ταν πιο θανσιμα απ δηλητριο και πιο ισχυρ απ κθε φλτρο.
     Αλλ, παρ λα αυτ τα αντικεμενα και την δναμη που κρατοσαν και τον τρμο που συμβλιζαν στους ανθρπους και τον φθνο που προκαλοσαν σε αντπαλους μγους, οι σκψεις του Μαλγκρις ταν σκοτεινς με αμεωτη μελαγχολα και φθορ γμιζε την καρδι του, πως οι στχτες γεμζουν την εστα που μια μεγλη φωτι πθανε. Καθταν ακνητος κι ονειροπολοσε, ταν ο λιος του απογεματος, καθς πεφτε πνω απ την πλη και πνω απ την θλασσα που ταν πρα απ την πλη, χτπησε με τις φθινοπωρινς ακτνες του το παρθυρο με το κιτρινοπρσινο γυαλ, γγιξε με τα χρυσ φαντσματ του τα ρυτιδωμνα χρια του Μαλγκρις και ναψε τα ρουμπνια που ταν δεμνα στα δαχτυλδια του μχρι που καιγαν σαν μτια δαιμνων.
     Αλλ στις ονειροπολσεις του δεν υπρχε οτε φς οτε φωτι. Και φεγοντας απ την γκριζδα του παρντος και το σκοτδι που φαινταν να πλησιζει στο μλλον, δρχτηκε απ τις σκις της μνμης, πως νας τυφλς που χασε τον λιο και τον αναζητ μταια παντο. Και λες οι ψεις του χρνου που ταν τσο γεμτες με χρυσ και λαμπρτητα, οι μρες του θριμβου που ταν χρωματισμνες πως μια αναδυμενη φλγα, τα πορφυρ αυτοκρατορικ χρνια της νιτης του, λα αυτ τρα ταν ψυχρ και αμυδρ και παρξενα ξεθωριασμνα, και η αναπληση δεν ταν τποτα παραπνω απ να ανακτεμα σε σβησμνα κρβουνα. Ο Μαλγκρις ψηλφισε πσω στα χρνια της νιτης του, στα θολ, μακριν, απστευτα χρνια, που, σαν να εξωγινο στρο, μια ανμνηση ακμα καιγε με αμεωτη ηδον -η ανμνηση της Νυλσσα, που εχε αγαπσει τις μρες πριν ο πθος για απαγορευμνη γνση και νεκρομαντικ κυριαρχα μπει στη ψυχ του. Την εχε ολτελα ξεχσει για δεκαετες, μσα σε μυριδες προκαταλψεις μιας ζως τσο παρξενα πολυποκιλης, τσο πλρης με απκρυφα συμβντα και δυνμεις, με υπερφυσικος θριμβους και κινδνους. Αλλ τρα, με την απλ σκψη αυτς της λυγερκορμης κι αθας νας, που τον εχε αγαπσει τσο αληθιν ταν κι αυτς ταν νος, λεπτς κι πειρος και που εχε πεθνει απ ναν ξαφνικ, παρξενο πυρετ, μλις τη παραμον της μρας του γμου τους, το σταχτ σαν μομιας χρμα του πηγουνιο του πρε μια φασματικ ξαψη και βαθι μσα στα παγωμνα μτια του υπρξε να σπινθηροβλημα, διο με την λμψη των καντηλιν στα νεκροταφεα. Στα νειρ του, εγρθηκαν οι ανεπανρθωτοι λιοι της νιτης κι εδε τη σκιασμνη απ μυρτις κοιλδα του Μρος και τον χεμαρρο Ζεμντερ στου οποου τις αινιες χλοερς χθες, εχε περπατσει στην μπωτη με την Νυλσσα, βλποντας την γννηση των θερινν αστεριν στον ουραν, στον χεμαρρο και στα μτια της αγαπημνης του.
     Τρα, απευθυνμενος στην δαιμονικ χιδνα που κατοικοσε στο κεφλι του μονκερου, ο Μαλγκρις μλησε, με την χαμηλ, μοντονη ψαλμωδα κποιου που σκφτεται δυνατ:
 -"χιδνα, στα χρνια πριν ρθεις να κατοικσεις μαζ μου και να φτιξεις την φωλι σου στο κεφλι του μονκερου, ξερα να κορτσι που ταν μορφο κι εθραυστο σαν τις ορχιδες της ζογκλας και που πθανε, πως πεθανουν οι ορχιδες… χιδνα, δεν εμαι ο Μαλγκρις, στον οποο συγκεντρνονται οι αρχς λων των απκρυφων γνσεων, οι απαγορευμνες εξουσες, αυτς πνω στους ηλιακος και σεληνιακος δαμονες, πνω στους ζωντανος και τους νεκρος; Aν το θλω δε μπορ να καλσω τη Νυλσσα, στη καλτερη στιγμ της νιτης και της ομορφις της και να τη φρω απ τις απαρλλαχτες σκις των μυστικν τμβων, για να σταθε μπρος μου μες σε αυτ το δωμτιο, μες στις απογευματινς ακτνες αυτο του φθινοπωρινο λιου";
 -"Ναι αφντη", απντησε η χιδνα, με μαλακ αλλ ιδιατερα διαπεραστικ σριγμα, “εσαι ο Μαλγκρις κι λες οι μαγικς και νεκρομαντικς δυνμεις εναι δικς σου, λα τα ξρκια, οι γητις και τα μυστικ εναι γνωστ σε σνα. Εναι δυνατν αν το θελσεις, να καλσεις τη Νυλσσα απ το μρος που διαμνει μαζ με τους νεκρος και να τη δεις πως ταν πριν η ομορφι της γνωρσει το κορακσιο φιλ του σκουληκιο".
 -"χιδνα, εναι σωστ; Εναι καλ να τη καλσω ανμεσ μας; Θα υπρξει κτι που θα χσω θα μετανισω";
     Η χιδνα φνηκε να διστζει. Ττε, με πιο αργ κι υπκωφο σριγμα, επε:
 -"Εναι σωστ για τον Μαλγκρις να κνει τι θελσει. Ποις, εκτς απ τον Μαλγκρις, μπορε ν' αποφασσει αν κτι εναι καλ ρρωστο";
 -"Με λλα λγια, δεν θα με συμβουλεσεις;" επε πιτερο σα δλωση παρ ερτηση, κι η χιδνα δεν αποκρθηκε.
     Ο Μαλγκρις σκφτηκε για λγο, χοντας το πιγονι του στα ροζιασμνα του χρια. Ττε σηκθηκε με μια μεγλη, ασυνθιστη αποφασιστικτητα και βεβαιτητα στις κινσεις του που κονησε τις ρυτδες του και συγκντρωσε, απ διφορα σημεα του δωματου, απ ρφια απ βενο, απ μπαολα με χρυσς, μπροντζινες και απ λεκτρο κλειδαρις, τα διφορα εξαρτματα που θα χρειαζταν για την μαγεα του. Σχεδασε στο πτωμα τους κατλληλους κκλους και μπανοντας στον εσωτερικ, ναψε τα θυμιατ που περιεχαν τα κατλληλα θυμιματα και διβασε φωναχτ απ να μακρ και στεν χειργραφο απ γκρζο ππλο, τους πορφυρος, σκουληκμορφους ρονους της τελετς που καλοσε τους νεκρος.
     Οι καπνο απ τα θυμιματα, μπλε, σπροι και βιολετιο, σηκθηκαν σε πυκν σννεφα και γργορα γμισαν το δωμτιο με ολονα συστρεφμενες κι εναλλασσμενες στλες, ανμεσα στις οποες το φς του λιου χανταν και το διαδεχταν μια ωχρ, αναδυμενη λμψη, χλωμ σαν το φς των φεγγαριν που ανεβανουν απ την λθη. Με αφσικη νωχελικτητα, με απνθρωπη επισημτητα, η φων του νεκρομντη συνχισε με ιερατικος ψαλμος μχρι που το χειργραφο τελεωσε κι οι τελευταοι χοι ελαττθηκαν και πθαναν μσα σε κοφιες ταφικς δονσεις.
     Ττε, οι χρωματιστο ατμο καθρισαν, πως οι πτυχς μιας κουρτνας που τραβιται πσω. Αλλ η ωχρ αναδυμενη λμψη ακμα γμιζε το δωμτιο κι ανμεσα στον Μαλγκρις και στη πρτα που κρεμταν το κεφλι του μονκερου, στεκταν η Νυλσσα, εμφανισμνη πως στεκταν τα περασμνα χρνια, λγο σκυμμνη σα λουλοδι στον νεμο, χαμογελντας με την απρσεκτη δριμτητα της νιτης. Εθραυστη, ωχρ, αλλ απλ ντυμνη, με μπουμποκια ανεμνης στα μαρα της μαλλι, με μτια που κρατοσαν το νεογννητο γαλζιο των ανοιξιτικων παραδεσων, ταν λα σα θυμταν ο Μαλγκρις κι η γλοιδης του καρδι ταρχτηκε μ' ναν υπροχο πυρετ καθς τη κοιτοσε.
 -"Εσαι η Νυλσσα;" ρτησε, "Η Νυλσσα που αγπησα στην σκιασμνη απ μυρτις κοιλδα του Μρος, τις χρυσς μρες που χουν φγει μαζ με τους νεκρος αινες στον χρονο κλπο";
 -"Ναι, εμαι η Νυλσσα".
     Η φων της εχε τον διο απλ και ασημνιο κυματισμ της φωνς που ηχοσε τσο καιρ στην μνμη του… Αλλ κπως, καθς ατνιζε κι κουγε, γεννθηκε μια αμυδρ αμφιβολα· μια αμφιβολα χι τσο παρλογη αφρητη, αλλ ωστσο επμονη. ταν ολκληρη η Νυλσσα που ξερε; Μπως υπρχε μια αμυδρ αλλαγ, τσο δσκολη να ονομαστε η να αναγνωριστε, κτι που ο χρνος κι ο τφος εχαν πρει μακρι, να ακαθριστο κτι που η μαγεα του δεν εχε επαναφρει; ταν τα μτια τσο τρυφερ, ταν τα μαρα μαλλι τσο λαμπερ, η μορφ τσο λιγν και εκαμπτη σο του κοριτσιο που θυμταν;
     Δεν μποροσε να εναι σγουρος κι η αμφιβολα που μεγλωνε πτυχε να φρει μια απγνωση και μια φρικαλα απελπισα που πνιγαν τη καρδι του σα στχτες. Η λεπτομερς εξταση γινε κρσιμη και σκληρ ρευνα και ξαφνικ το φντασμα γινε λιγτερο και λιγτερο η τλεια μορφ της Νυλσσα, στιγμιαα τα χελη και τα φρδια γιναν λιγτερο αγαπητ, λιγτερο λεπτ και καμπυλωτ. Η λεπτ φιγορα γινε ισχν, οι μποκλες πραν να κοιν μαρο χρμα κι ο λαιμς να συνηθισμνο χλωμ.
     Η ψυχ του Μαλγκρις γινε ξαν ρρωστη απ τα γηρατει και την απγνωση του θαντου της εξαφανισμνης ελπδας. Δεν μποροσε να πιστψει πια στην αγπη στα νιτα στην ομορφι κι ακμα κι η θμηση αυτν των πραγμτων ταν να αμφβολο ραμα, κτι που μπορε να γινε, μπορε κι χι. Δεν μεινε τποτα παρ σκις και γκριζδα και σκνη, τποτα παρ το δειο σκοτδι και το κρο και το βρος μιας αφρητης εξντλησης και μιας αγιτρευτης αγωνας.
     Με τνους που ταν λεπτο και τρεμμενοι, σαν το φντασμα της προηγομενης φωνς του, πρφερε το ξρκι που αποδεσμεει το καλομενο πνεμα. Η μορφ της Νυλσσα λιωσε στον αρα σαν καπνς κι η σεληνιακ λμψη που την περιβαλλε αντικαταστθηκε απ τις τελευταες ακτνες του λιου. Ο Μαλγκρις γρισε στην χιδνα και μλησε με να τνο μελαγχολικς μομφς:
 -"Γιατ δεν με προειδοποησες";
 -"Θα ταν αυτ η προειδοποηση ωφλιμη;" ταν η αντερτηση. "λη η γνση εναι δικ σου Μαλγκρις, εκτς απ να πργμα και δεν υπρχε λλος τρπος να το μθεις".
 -"Ποι πργμα;" ρτησε ο μγος. "Δεν μαθα τποτα λλο παρ την ματαιτητα της σοφας, την ανικαντητα της μαγεας, την ακρωση της αγπης και την απατηλτητα της μνμης… Πες μου, γιατ δεν μπρεσα να καλσω στη ζω την δια Νυλσσα που ξερα, νμιζα πως ξερα";
 -"ταν ντως η Νυλσσα αυτ που κλεσες κι εδες", απντησε η χιδνα. "Η νεκρομαντεα σου ταν ισχυρ ως αυτ το σημεο, αλλ καννα νεκρομαντικ ξρκι δε μπορε να επαναφρει την δικ σου χαμνη νιτη τη θερμ κι αγν καρδι που αγπησε τη Νυλσσα, τα μτια που διακας τη κοιτοσαν ττε. Αυτ, αφντη μου, ταν το πργμα που πρεπε να μθεις".

                                Η Ανσταση Του Κροταλα

                          The Resurrection Of The Rattlesnake

 -"χι φλοι μου, πως σας επα και πριν, δεν δνω την παραμικρ αξα στην πστη του υπερφυσικο".
     Αυτς που μιλοσε ταν ο ρθουρ βιλτον, του οποου τις ιστορες για τα φαντσματα και το μακβριο συχν τις συνκριναν με αυτς του Πε, του Μπiρς και του Μχεν. ταν ο αφντης του φανταστικο τρμου, με διαβολικ πειστικς πληροφορες, με τερατωδς μπλεγμνες προτσεις που συχν φηναν μαγεμνα τα μυαλ των αναγνωστν που συνθως δεν τους λκυε οτε τους συνρπαζε η λογοτεχνα αυτο του εδους. ταν συχν καχημ του τι λα τα δημιουργματ του ταν ασφαλισμνα, με αιτιοκρατικ και επιστημονικ τρπο, παζοντας με τα στοιχεα του υποσυνεδητου φβου και τις αρχγονες προκαταλψεις των περισστερων ανθρπων. Αλλ ισχυριζταν τι ταν λως διλου δσπιστος σε οτιδποτε απκρυφο φανταστικ και τι ποτ στην ζω του δεν γνρισε τον παραμικρ τρμο που να αφορ αυτ τα πργματα.
     Οι ακροατς του βιλτον, τον κοταξαν λγο δσπιστα. ταν ο Τζων Γκντφρυ, νας νεαρς ζωγρφος τοπων κι ο Εμλ Σολερ, νας πλοσιος ερασιτχνης που τα ενδιαφροντ του εναλλσσονταν μεταξ λογοτεχνας και μουσικς, αλλ δεν δειχνε πραγματικ ενδιαφρον για καννα απ τα δο. ταν παλιο φλοι και θαυμαστς του βιλτον, στου οποου το σπτι στην Στερ Στρτ, στο Σαν Φραντσσκο, συναντθηκαν κατ τχη αυτ το απγευμα. Ο βιλτον εχε σε εξλιξη μια ιστορα που θελε να συζητσει μαζ τους, αλλ και να καπνσουν μια καλ ππα. Καθταν μπροστ στο γραφεο του με να πκο φρεσκογραμμνων χαρτιν μπροστ του. Η εμφνισ του ταν φυσιολογικ και απλ σαν τον γραφικ του χαρακτρα, και θα μποροσε κλλιστα να ταν δικηγρος, γιατρς, χημικς, παρ να συνθτει παρξενες ιστορες. Το δωμτι, η βιβλιοθκη του, ταν αρκετ πολυτελ, μσα στην μδα, και δεν υπρχε τποτα παρξενο στην εππλωσ του. Οι μνες ασυνθιστες πινελις ταν δυο βαρι ορειχλκινα κηροπγια πνω στο γραφεο του στο σχμα ερπετν, και ναν ταριχευμνο κροταλα που κουλουριαζταν πνω σε μα απ τις χαμηλς βιβλιοθκες.
 -"
Λοιπν", παρατρησε ο Γκντφρυ, "αν εναι κτι που θα μποροσε να με πεσει τι το υπερφυσικ πργματι υπρχει, θα ταν μερικς απ τις ιστορες σου, βιλτον. Πντα τις διαβζω με το φως της μρας, ποτ δεν θα μποροσα να το κνω τα βρδια… Και μια και το φερε η κουβντα, πνω σε τι εργζεσαι τρα";
 -"Εναι για να ταριχευμνο ερπετ που ρχεται ξαφνικ στη ζω", aπντησε ο βιλτον. "Το τιτλοφρησα: 'H Aνσταση Tου Kροταλα'. Πρα την ιδα σμερα το πρω καθς κοταζα τον κροταλα μου".
 -"Κι υποθτω τι θα κτσεις με αναμμνα τα κηροπγι σου σμερα το βρδυ," πρσθεσε ο Σολερ, "και θα συνεχσεις την μικρ χαρομενη ιστορα τρμου χωρς να σου σηκωθε η τρχα".
     τανε γνωστ τι ο βιλτον κανε την περισστερη δουλει του το βρδυ. Ο βιλτον χαμογλασε.
 -"Το σκοτδι πντα με βοηθοσε να συγκεντρνομαι. Και λαμβνοντας υπψη τι η περισστερη δρση στις ιστορες μου εναι μεταμεσονχτια, δεν εναι ακατλληλη ρα".
 -"Φυσικ", επε ο Σολερ με ναν αστεο τνο. Σηκθηκε για να φγει κι ο Γκντφρυ σκφτηκε τι εναι ρα να πηγανει και αυτς.
 -"Ει, μια και συζητμε" επε ο οικοδεσπτης τους, "σχεδιζω να μικρ πρτι το σαββατοκριακο. Θα θλατε να ρθετε το επμενο Σββατο το απγευμα; Θα εναι λλοι δυο τρες απ τους φλους μας. Θα χω βγλει αυτ την ιστορα απ μσα μου μχρι ττε και θα ξεσηκσουμε τον κσμο".
     Ο Γκντφρυ με τον Σολερ δχτηκαν την πρταση κι φυγαν μαζ. Κι οι δυο ζοσαν πρα απ τον κλπο, στο ουκλαντ, εχαν τον διο δρμο για το σπτι τους, τσι πραν το διο αμξι για το φρρυ.
 -"Ο γρο-βιλτον εναι σγουρα περπτωση ζωντανς αντφασης, αν πτε υπρξε κποια", επε ο Σολερ. "Φυσικ, κανες πλον δεν πιστεει στα απκρυφα και στις νεκρομαντεες, αλλ ποιος μπορε να κατασκευσει ττοιες δαιμονικ ρεαλιστικς ιστορες τρμου, που σου σηκνουν τις τρχες του σβρκου, απλ δεν χει το δικαωμα να εναι τσο ψυχρς απναντι σε αυτς. Πιστεω τι αυτ εναι αληθιν ανρμοστο".
 -"Συμφων", συνανεσε ο σντροφς του. "Εναι τσο διαβολεμνα σγουρο στε με πινει μια παρρμηση να φερθ λγο σαν να εναι Χλογουιν. Να βλω να παλι σεντνι και να κνω το φντασμα απλ για να τον περιγελσω για τον σκεπτικισμ του".
 -"Θεο και μικρ φαντσματα!" επε ο Σολερ. "χω μια μπνευση. Θυμσαι που ο βιλτον μας επε για την να ιστορα που γρφει; Για το ερπετ που ζωντανεει";
     Περιγραψε τη φρσα που συνλαβε, και γλασαν παρα σαν δυο σχολιαρπαιδα που σχεδιζουν κποια διαβολι.
 -"Γιατ χι; θα κνει τον παλιφιλο να τρομξει" γλασε ο Γκντφρυ, "και θα σκεφτε τι η φαντασα του εναι πιο επιστημονικ απ' ,τι χει ποτ ονειρευτε".
 -"Ξρω που μπορομε να βρομε να", επε ο Σολερ. "Θα το βλω σ' να καλθι ψαρματος και θα κρψω το καλθι στη βαλτσα μου το επμενο Σββατο που θα πμε στον βιλτον. Ττε θα βρομε και την ευκαιρα να κνουμε την αλλαγ".
     Το Σββατο το απγευμα οι δυο φλοι φτασαν μαζ στο σπτι του βιλτον και τους υποδχτηκε νας Ιπωνας που συνδαζε τους ρλους του μγειρα, του μπτλερ, του επισττη και του υπηρτη. Οι λλοι καλεσμνοι, δυο νεαρο μουσικο, εχαν δη ρθει κι ο βιλτον, που προφανς θελε να χαλαρσει, τους λεγε μια ιστορα, η οποα, αν κρνουμε απ τα γλια που τον δικοπταν συχν, δεν ταν απ αυτς για τις οποες γινε δισημος. μοιαζε σχεδν αδνατον να πιστψεις τι ιστορες τσο τρομακτικς που σου σκωναν τις τρχες του κεφαλιο σου φεραν το νομ του.
     Το απγευμα ταν επιτυχημνο, με να καλ δεπνο, χαρτι και λγο παλι μπρμπον κι ταν μετ τα μεσνυχτα που ο βιλτον δειξε στους καλεσμνους του τα δωμτι τους, και πγε στο δικ του.
     Ο Γκντφρυ κι ο Σολερ δεν πγαν στα κρεβτια τους, αλλ κθισαν και μλαγαν στο δωμτιο που τους βαλαν μαζ, μχρι που στο σπτι πεσε απλυτη σιωπ και το πιθαντερο ταν τι λοι εχαν πει για πνο. ξεραν τι ο βιλτον κοιμταν με ροχαλητ, και καυχιταν τι ακμη κι να εργοστσιο καρφιν μια ορχστρα πνευστν δεν θα μποροσε να τον κρατσει ξπνιο οτε για πντε λεπτ απ την στιγμ που θα ακουμποσε το κεφλι του στο μαξιλρι.
 -"Τρα εναι η ευκαιρα μας", ψιθρισε ο Σολερ κποια στιγμ.
     Πρε απ την βαλτσα του να καλθι ψαρματος μες στο οποο ταν να μεγλο και σχετικ ανσυχο πευκφιδο κι νοιξε μαλακ την πρτα, που δεν εχαν κλεσει τελεως και οι συνωμτες περπατντας στις μτες των ποδιν τους, πγαν στην λλη πλευρ που βρισκταν η βιβλιοθκη του βιλτον. Το σχδι τους ταν να αφσουν το ζωνταν φδι στην θση του ταριχευμνου κροταλα, τον οποο θα αφαιροσαν. Το πευκφιδο εναι σχεδν διο με τον κροταλα και τα σημδια του, και για να ενισχσουν την αληθοφνεια, ο Σολερ εχε προμηθευτε μερικ κρταλα, που θελε να βλει στην ουρ του ερπετο πριν το ελευθερσει. Η αντικατσταση, πστευαν τι θα δινε μια μικρ τρομρα, ακμα και σ' να τομο με σιδερνια νερα κι καμπτο σκεπτικισμ σαν τον βιλτον.
     Σαν να θελε να διευκολνει την σκην, η πρτα της βιβλιοθκης στεκε μισνοιχτη. Ο Γκντφρυ βγαλε ναν φακ και μπκαν μσα. Αλλ, σε πεσμα της εθυμης διθεσς τους, σε πεσμα της παιδιστικης φρσας που σχεδαζαν και του μπρμπον που εχαν πιε, η σκι απ κτι ακαθριστο, αμαρτωλ κι ανησυχητικ πεσε στους δυο ντρες καθς δισχιζαν το κατφλι. ταν σαν να προασθημα τι μια γνωστη κι αναπντεχη απειλ καραδοκοσε στο σκοτδι του κατοικημνου απ βιβλα δωματου, στο οποο ο βιλτον εχε υφνει τσους πολλος απ του παρξενους και φασματικος ιστος του. Κι οι δυο τους, ρχισαν να θυμονται περιστατικ νυχτερινν τρμων απ τις ιστορες του, περιστατικ που ταν δαιμονικ, αποτρπαια και φριχτ με παρξενες νεκρομαντεες. Τρα, ττοια πργματα μοιζανε περισστερο ευλογοφαν απ την ως τρα διαβολικ τχνη του συγγραφα τους. Αλλ κανες τους δεν μπρεσε, οτε να προσδιορσει την ασθηση που τους κυρεψε, οτε να την εκλογικεσει.
 -"Νιθω λγο ανατριχιαστικ" επιβεβαωσε ο Σολερ καθς στκονταν στην σκοτειν βιβλιοθκη. "ναψε το φακ καλτερα".
     Το φς πεσε ακριβς πνω στην χαμηλ βιβλιοθκη, που κουλουριαζταν ο ταριχευμνος κροταλας, αλλ με μεγλη κπληξη, ανακλυψαν τι το ερπετ λειπε απ την συνηθισμνη του θση.
 -"Πο εναι το καταραμνο πρμα;" μουρμορισε ο Γκντφρυ.
     Γρισε τον φακ στις διπλανς βιβλιοθκες και μετ στο πτωμα και στις καρκλες μπροστ τους, χωρς μως ν' αποκαλψει το αντικεμενο που ψαχνε. Τελικ, καθς γυρνοσε, η ακτνα χτπησε το γραφεο του βιλτον κι εδαν το φδι, το οποο, σε κποια στιγμ μαρου χιομορ, ο βιλτον εχε τοποθετσει πνω στα χαρτι του για να τα συγκρατε με το βρος του. Πσω του, λαμπαν τα δυο κηροπγια στο σχμα ερπετν.
 -", εδ εσαι", επε ο Σολερ.
     ταν τοιμος να ανοξει το καλθι του, ταν συνβη να μοναδικ κι αρκετ απροπτο γεγονς. Αυτς κι ο Γκντφρυ εδαν κνηση πνω στο γραφεο και μπρος στα κπληκτα μτια τους, το κουλουριασμνο πνω στα χαρτι ερπετ σκωσε σιγ το σαν βλος κεφλι του και τναξε μπροστ τη διχαλωτ γλσσα του! Τα παγωμνα, ορθνοιχτα μτια του στθηκαν με μια απασια, υπνωτικ εμμον πνω στους δυο εισβολες. Αυτο, καθς κοταζαν με απστευτη φρκη, κουσαν το οξ κροτλισμα της ουρς του, που ακουγταν σαν μαραμνοι σπροι που κινονται απ τρομερ αρα.
 -"Θε μου!" φναξε ο Σολερ. "Αυτ το πρμα εναι ζωνταν"!
     Καθς μλησε, ο φακς πεσε απ το χρι του Γκντφρυ κι σβησε, αφνοντς τους σε κατμαυρο σκοτδι. Καθς στκονταν, μισοπετρωμνοι απ την κπληξη και τον τρμο, κουσαν το κροτλισμα ξαν, και μετ κποιο αντικεμενο που πεσε και χτπησε το πτωμα. Μερικς στιγμς μετ, κουσαν ακμα μια φορ το οξ κροτλισμα, αυτ την φορ σχεδν μπροστ στα πδια τους.
     Ο Γκντφρυ κραγασε δυνατ κι ο Σολερ ρχισε να βρζει ασυνρτητα καθς γρισαν μαζ και τρεξαν προς την ανοιχτ πρτα. Ο Σολερ ταν πρτος και καθς πρασε το κατφλι στο αμυδρ φωτισμνο χολ, που μια ηλεκτρικ λμπα ακμα ναβε, κουσε τον χο απ τον σντροφ του που πεφτε, αναμιγμνο με ναν λυγμ ττοιου πειρου τρμου, ττοιας φρικδους αγωνας, που πγωσε το μυαλ του και το μεδολι στα κκαλ του. Μσα στον παραλυτικ πανικ που τον κυρευσε, η μνη λειτουργα που μπρεσε να διατηρσει ο Σολερ, ταν αυτ της γργορης κνησης κι οτε καν σκφτηκε τι ταν δυνατ να σταματσει και να εξακριβσει τι παθε ο Γκντφρυ. Δεν εχε καμα σκψη, καμα επιθυμα, εκτς απ το να μεγαλσει την απσταση ανμεσα σε αυτν και στα συμβντα της καταραμνης βιβλιοθκης.
     Ο βιλτον, ντυμνος με πιτζμες, στεκταν στην πρτα του δωματου του. Εχε ξεσηκωθε απ τις κραυγς τρμου του Γκντφρυ.
 -"Τ τρχει;" ρτησε ο συγγραφας με φος ελαφρις κπληξης, που βρυνε γργορα μλις εδε το πρσωπο του Σολερ. ταν σπρο σαν μαρμρινη ταφπλακα και τα μτια του ταν αφσικα διεσταλμνα.
 -"Το φδι!" κραγασε ο Σολερ. "Το φδι! Το φδι! Κτι τρομερ συνβη στο Γκντφρυ, πεσε με αυτ το πρμα ακριβς απ πσω του"!
 -"Ποι φδι; Δεν εννοες σε καμι περπτωση τον ταριχευμνο μου κροταλα, τσι δεν εναι";
 -"Ταριχευμνος κροταλας;” φναξε ο Σολερ. “Το καταραμνο πργμα εναι ζωνταν! ρθε προς το μρος μας ρποντας, κροταλζοντας κτω απ τα πδια μας πριν να λεπτ. Ττε ο Γκντφρυ σκνταψε κι πεσε και δεν ξανασηκθηκε”.
 -“Δεν καταλαβανω", βρυχθηκε ο βιλτον. "Αυτ εναι σγουρα αδνατο, πραγματικ εναι ενντια σε λους τους φυσικος νμους, σε βεβαινω. Σκτωσα αυτ το φδι πριν απ τσσερα χρνια, στην επαρχα του Ελντορντο κι βαλα να το βαλσαμσει νας ειδικς ταριχευτς".
 -"Πγαινε και δες μνος σου", τον προκλεσε ο Σολερ.
     Ο βιλτον τρεξε γργορα στην βιβλιοθκη και ναψε τα φτα. Ο Σολερ, ελγχοντας τον πανικ του και τον τρμο του, ακολοθησε απ ασφαλ απσταση. Βρκε τον βιλτον σκυμμνο πνω απ το σμα του Γκντφρυ, που κειτταν ακνητο σε μια μαζεμνη και απασια συστρεμμνη στση κοντ στην πρτα. Εκε κοντ ταν και το παρατημνο καλθι. Ο ταριχευμνος κροταλας ταν κουλουριασμνος στο συνηθισμνο του μρος πνω στα ρφια της βιβλιοθκης.
     Ο βιλτον, με να θλιβερ και σκυθρωπ φος, τρβηξε το χρι του απ το στθος του Γκντφρυ, και παρατρησε:
 -"Εναι σγουρα καρδιακ ανακοπ απ σοκ, τσι πιστεω".
     Οτε αυτς, οτε ο Σολερ μπρεσαν να κοιτξουν για πολλ ρα το πρσωπο του Γκντφρυ, στο οποο ταν αποτυπωμνη η τρομαχτικ κφραση του τρμου και της αγωνας που καννα ανθρπινο πλσμα δεν μπορε να αντξει. Καθς κι οι δυο εχαν την δια επιθυμα να μη κοιτξουν το πρσωπο του νεκρο, τα μτια τους πεσαν την δια στιγμ στο δεξ του χρι, το οποο ταν σφιγμνο σε μια αποτρπαια ακαμψα και τραβηγμνο κοντ στο πλευρ του.
     Κανες τους δεν μπρεσε να ξεστομσει οτε μια λξη ταν εδαν το πργμα πο εξεχε ανμεσα απ τα δχτυλα του Γκντφρυ. ταν μια χοφτα κρταλα, και στο τελευταο, που προφανς σχστηκε απ την ουρ του ερπετο, κρμονταν πολλ κομμτια απ ωμ και ματωμνη σρκα.

-------------------------------
  Σημ Δικ μου: Στο σνδεσμο που παραθτω εδ του Σμιθ, μπορετε να βρετε βιογραφικ και ποησ του. Εδ οι πνακς του. Η μετφραση, τλος, αυτν των ιστοριν εναι του εξαρετου Ιωννη Καραγιαννκη, τον οποον απ 'δω συγχαρω για τη θαυμσια δουλει του και του ζητ συγνμη γιατ δεν το 'χα αναφρει εξ αρχς, αλλ απλς δε το ξερα κι εγ! Τις ιστορες αυτς καθς κι να σωρ λλα που αφορονε στον Σμιθ, μπορετε να τις δετε στα αγγλικ και στο: http://www.eldritchdark.com/writings/short-stories/

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers