Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Smith Clark Ashton: 5 μικρές ιστορίες

 

                                     Σαντάστορ (Sandastor)

     Ακούστε γιατί αυτή είναι η ιστορία που είπε στην όμορφη Λάμια ο δαίμονας Τσαρνάντις, καθώς κάθονταν μαζί στην κορυφή του Μόφι, πάνω από τις πηγές του Νείλου, κείνους τους καιρούς που η σφίγγα ήταν νέα. Τώρα η Λάμια ήταν ταραγμένη, γιατί η ομορφιά της είχε γεννήσει έναν άσχημο θρύλο στις Θήβες και την Ελεφαντίνη. Έτσι, οι άντρες άρχισαν να αισθάνονται φόβο για τα χείλη της και απέφευγαν την αγκαλιά της, και δεν είχε κανέναν εραστή για σχεδόν ένα φεγγάρι. Μαστίγωσε το έδαφος με την ερπετοειδή ουρά της βόγκηξε μαλακά και σκούπισε αυτά τα μυθικά δάκρυα που βγάζουν τα ερπετά. Κι ο δαίμονας είπε αυτή την ιστορία για την ανακούφισή της:
      Πολύ, πολύ καιρό πριν, στους κόκκινους κύκλους της νιότης μου, ήμουν σαν όλους τους άλλους νεαρούς δαίμονες, επιρρεπής στο να χρησιμοποιώ τα εύκαμπτα φτερά μου σε φανταστικές πτήσεις να αιωρούμαι και να ισορροπώ σαν αετός πάνω από τα τάρταρα και τους λάκκους του Πύθωνα˙ ή να σηκώνω την άπλετη μαυρίλα των πτερυγίων μου στην τροχιά των άστρων. Ακολούθησα το φεγγάρι από το απογευματινό μέχρι το πρωινό λυκόφως κι ατένισα τα μυστικά στο πρόσωπο της μέδουσας που το αποστρέφει αιώνια από την γη. Διάβασα μέσα από λεπτό στρώμα πάγου τους ιθυφαλλικούς ρούνους πάνω σε στήλες ακόμα σωζόμενες στις ερημιές. Και ξέρω τα ιερογλυφικά που λύνουν ξεχασμένους γρίφους ή αιώνιες κρυμμένες ιστορίες πάνω στους τοίχους πόλεων κατακτημένων από άλιωτο χιόνι. Έχω πετάξει μέσα από το τριπλό δαχτυλίδι του Κρόνου και ζευγάρωσα με πανέμορφους βασιλίσκους σε πανύψηλα νησιά, λεύγες ψηλότερα από πελώριους ωκεανούς όπου κάθε κύμα μοιάζει με την άνοδο και πτώση των Ιμαλαΐων. Αψήφησα τα σύννεφα του Δία και τις μαύρες και παγωμένες αβύσσους του Ποσειδώνα που στεφανώνονται από αιώνιο αστρικό φώς. Και πλανήθηκα πέρα από ασύμμετρους ήλιους που συγκρινόμενος ο ήλιος που γνωρίζεις είναι μια ετοιμοθάνατη φλόγα κεριού σε περιορισμένη κρύπτη. Εκεί σε τρομερούς πλανήτες, περιόρισα την πτήση μου σε οροπέδια μεγάλα σαν πεσμένους αστεροειδείς, όπου, με χίλια ονόματα και με χίλιες εικόνες, το κακό που δεν μπορεί καν κάποιος να ονειρευτεί, υπηρετείται και λατρεύεται με αφάνταστους τρόπους. Ή, αγκιστρωμένος στα σαρκόχρωμα χείλη κιονοειδών ανθών, που το άρωμά τους ήταν μια έκσταση αμετάδοτων ονείρων, κορόιδεψα τα συζευγμένα τέρατα και προσέλκυσα τα θηλυκά τους, που βυθίζονταν και αναδύονταν στην βάση της κρυψώνας μου.
      Τώρα, στην ακούραστη αναζήτησή μου ανάμεσα σε απόμακρους γαλαξίες, έφτασα μια μέρα στον ξεχασμένο κι ετοιμοθάνατο πλανήτη που στην γλώσσα των άγνωστων κατοίκων του λεγόταν Σαντάστορ. Απέραντος και καταθλιπτικός και γκρίζος κάτω από έναν χλωμό ήλιο, με μακριές σχισμές και πελώρια χάσματα, καλυμμένος από πόλο σε πόλο με τις ασταμάτητες παλίρροιες από την άμμο της ερήμου, κρεμόταν στο διάστημα χωρίς φεγγάρι ή δορυφόρο, ένα βδέλυγμα και μια ένδειξη κατάρας για ομορφότερους και νεότερους κόσμους. Ελέγχοντας την ταχύτητα της διαστρικής πτήσης μου, ακολούθησα τον ισημερινό, μ' ένα σταθερό κι επίπεδο άνεμο πάνω από τις κορυφές κυκλώπειων ηφαιστείων και γυμνών, τρομερών κορυφών από πρεσβύτερους λόφους, και ερήμων, ωχρών με τη χλωμάδα του αλατιού που φανέρωναν την ύπαρξη παλαιότερων ωκεανών.
      Ακριβώς στο κέντρο μιας απ' τις κοίτες αυτών των ωκεανών, χωρίς να φαίνεται απ' τα βουνά που σχημάτισαν τις πανάρχαιες ακτογραμμές και πολλές λεύγες κάτω απ' το επίπεδό τους βρήκα πελώρια και σπειροειδή πεδιάδα που βυθιζόταν ακόμη βαθύτερα μες στις αβύσσους αυτού του φοβερού κόσμου. Περιτοιχιζόταν με κατακόρυφους γκρεμούς κι επάλξεις και κορφές από σκουροκόκκινη πέτρα, που 'χε σκαλιστεί σε εκατομμύρια αλλόκοτες μοχθηρές μορφές από τη καταβύθιση των αρχαίων θαλασσών. Πέταξα αργά ανάμεσα στους γκρεμούς καθώς περιτυλίσσονταν κατεβαίνοντας συνέχεια σ' ελικοειδής σπείρες από μίλι σε μίλι, σε μια ολοσχερή κι αλύτρωτη ερημιά και το φως γινόταν αμυδρότερο από πάνω μου καθώς κορφή τη κορφή κι έπαλξη την έπαλξη, η παράξενη κόκκινη πέτρα αναδυόταν ανάμεσα στα φτερά μου και στα ουράνια. Εδώ καθώς έστριψα σε μια απότομη στροφή ενός γκρεμού, σε βάθος που οι ακτίνες του ήλιου πέφτουν μόνο για λίγο το μεσημέρι κι οι βράχοι γίνονταν πορφυροί με αιώνιες σκιές, βρήκα μια λίμνη σκουροπράσινου νερού -τελευταίο απομεινάρι προηγούμενου ωκεανού, ακόμα να πέφτει μέσα σε απότομους, ανυπέρβλητους καταρράκτες. Κι από αυτή τη λίμνη έβγαινε φωνή, σε τόνους αμυδρά γλυκούς σα θανάσιμο κρασί από μανδραγόρα και ξέφτιζε σα μουρμουρητό από κοχύλια, Κι η φωνή είπε:
 -"Σταμάτα και περίμενε, σ' εξορκίζω και πες μου ποιός είσαι, που 'ρθες σ' αυτή τη καταραμένη απομόνωση όπου πεθαίνω".
      Τότε, σταματώντας στην άκρη της λίμνης, κοίταξα στον κόλπο των σκιών κι είδα την ωχρή λάμψη μιας θηλυκής μορφής να αναδύεται από τα νερά. Και η μορφή ήταν αυτή μιας σειρήνας με μαλλιά στο χρώμα των ωκεάνιων φυκιών, βυρηλλόχρωμα μάτια και μια δελφινόμορφη ουρά. Κι είπα σ’ αυτή:
 -"Είμαι ο δαίμονας Τσαρνάντις. Αλλά ποιά είσαι συ που με καθυστερείς σ' αυτό τον έσχατο, αποτρόπαιο λάκκο, στα βάθη ενός ετοιμοθάνατου κόσμου";
 -"Είμαι σειρήνα και το όνομά μου είναι Λύσπιαλ. Από τις θάλασσες που είδα και διασκέδαζα πολλούς αιώνες πριν κι όπου τραβούσα γενναίους ναυτικούς σ' ένα μαγεμένο θάνατο στις ακτές του καταστροφικού νησιού μου, απομένει μόνο αυτή η ξεπεσμένη λίμνη. Αλίμονο! Γιατί η λίμνη συρρικνώνεται καθημερινά κι όταν εξαφανιστεί ολόκληρη τότε θα χαθώ κι εγώ." απάντησε αυτή. Άρχισε να κλαίει, και τα αλμυρά της δάκρυα έπεσαν κάτω και προστέθηκαν στα αλμυρά νερά. Πρόθυμα θέλησα να τη παρηγορήσω κι έτσι της είπα:
 -"Μη κλαίς, γιατί θα σε σηκώσω πάνω στα φτερά μου και θα σε μεταφέρω σε κάποιον νεότερο κόσμο, όπου νερά στο μπλε χρώμα του ουρανού σε άφθονες θάλασσες συντρίβονται σε πολύπλοκους ιστούς χλωμών αφρών πάνω σε χαμηλές ακτές που είναι πράσινες και χρυσές, με πρωτόγονες πηγές. Εκεί, πιθανόν για πολλούς αιώνες, θα έχεις άριστη διαμονή, και γαλέρες με χρωματιστά κουπιά και μεγάλες καλοπλεούμενες φορτηγίδες θα σέρνονται πάνω στα βράχια τα καλυμμένα με κόκκινο φως από την κυκλωμένη με καταιγίδα δύση του ήλιου, και θα αναμιγνύεις τον ήχο της σύγκρουσης από τα καλυμμένα με ξυλόγλυπτα ακρόπρωρα, με την γλυκειά μαγεία του θανάσιμου τραγουδιού σου".
 -"Είσαι ευγενικός, αλλά αυτό δεν θα με ωφελήσει, γιατί γεννήθηκα από τα νερά αυτού του κόσμου και στα νερά του πρέπει να πεθάνω. Αλίμονο! Οι αγαπημένες μου θάλασσες που κυλούσαν σαν άσπαστο ζαφείρι από ακτές με προσωρινά άνθη σε ακτές με αιώνια χιόνια! Αλίμονο! Οι θαλάσσιοι άνεμοι που αναμίγνυαν αρώματα από αρμύρα και φύκια κι οσμές από ωκεάνια λουλούδια και λουλούδια της ξηράς και μακρινά αεράκια εξωτικών βάλσαμων! Αλίμονο! Τα πολεμικά πλοία με πέντε σειρές κουπιών κι οι βαρυφορτωμένες φορτηγίδες με πανιά και σχοινιά από βύσσο που έπλεαν ανάμεσα από βαρβαρικά νησιά με φορτία από τοπάζι και κοκκινόχρωμα κρασιά κι είδωλα από νεφρίτη κι ελεφαντόδοντο, στα αρχαία καλοκαίρια που τώρα είναι λιγότερο από μυθικά! Αλίμονο! Οι νεκροί καπετάνιοι, οι πανέμορφοι νεκροί ναυτικοί που μεταφέρθηκαν από την παλίρροια σε καναπέδες από φύκια στο χρώμα του ήλεκτρου, σε σπήλαια κάτω από ακρωτήρια με κέδρους! Αλίμονο! Τα φιλιά που απόθεσα πάνω στα κρύα και άχρωμα χείλη τους και τα σφραγισμένα βλέφαρά τους"!
     Λύπη και οίκτος με άδραξαν καθώς άκουσα τα λόγια της, γιατί ήξερα πως είπε τη θρηνητική αλήθεια πως η καταδίκη της βρισκόταν στη συρρίκνωση των πικρών νερών. Έτσι, αφού της έδωσα πολλά συλλυπητήρια, αόριστα και μάταια, της είπα ένα μελαγχολικό αντίο και πέταξα βαριά ανάμεσα στους σπειροειδείς γκρεμούς από όπου είχα έρθει, και σκαρφάλωσα στους μουντούς ουρανούς, μέχρι που ο πλανήτης Σαντάστορ ήταν μόνο μια σκοτεινή κηλίδα χαμηλά στο διάστημα. Αλλά η τραγική σκιά της μοίρας της σειρήνας κι η λύπη της, κείτονταν θλιβερά πάνω μου για ώρες και μόνο τα φιλιά ενός πανέμορφου θηριώδους βαμπίρ, σε έναν μακρινό, νέο και άφθονο κόσμο, με έκαναν να τη ξεχάσω.
     Και λέω αυτήν την ιστορία τώρα, ευχόμενος να παρηγορηθείς από την θεώρηση μιας κατάστασης πολύ πιο οδυνηρής κι αναπόφευκτης από την δική σου
.

                       Η Πέτρα Του Αγγίγματος (The Touch Stone)

     Ο φιλόσοφος Νασίφρα έψαχνε για πολλά χρόνια και σε πολλές χώρες για τη μυθική πέτρα του αγγίγματος για την οποία λεγόταν ότι αποκάλυπτε την αληθινή φύση όλων των πραγμάτων. Βρήκε όλα τα είδη των πετρών, από τους ογκόλιθους που είχαν λαξευτεί στις πυραμίδες των μοναρχών, μέχρι τα μικροσκοπικά πετράδια που ήταν ορατά μόνο μέσα από μεγεθυντικό φακό, αλλά καθώς κανένα από αυτά δεν έφερνε καμιά αλλαγή, ούτε κάποια φανερή μετατροπή στα υλικά με τα οποία τα έφερνε σε επαφή, ο Νασίφρα ήξερε ότι δεν ήταν αυτά τα οποία ζητούσε. Αλλά η αληθινή ύπαρξη της πέτρας του αγγίγματος είχε επιβεβαιωθεί από όλους τους αρχαίους συγγραφείς και σοφούς, και έτσι, παρά τους αυξανόμενους αριθμούς των άχρηστων ορυκτών και την έλλειψη της καλής ποιότητας, ένιωθε αποστροφή στην σκέψη να εγκαταλείψει την αναζήτησή του.
     Μια μέρα, ο Νασίφρα είδε ένα μεγάλο στρογγυλό βότσαλο πεσμένο μέσα σε βούρκο και το μάζεψε από την δύναμη της συνήθειας, καθώς δεν είχε ιδέα ότι μπορεί να ήταν η πέτρα του αγγίγματος. Το χρώμα του ήταν ένα συνηθισμένο γκρίζο, και η μορφή του, όχι λιγότερο ασυνήθιστη από το χρώμα του. Αλλά καθώς ο Νασίφρα έπιασε το βότσαλο στο χέρι του, ξαφνιάστηκε, σε αντίθεση με την φιλοσοφική του ηρεμία, από τα παράξενα αποτελέσματα: τα δάχτυλα που έπιαναν την πέτρα, ξαφνικά έγιναν αυτά ενός σκελετού, λάμποντας άσπρα, αδύνατα και άσαρκα στο φώς του ήλιου. Και ο Νασίφρα κατάλαβε από αυτήν την ένδειξη ότι βρήκε την πέτρα του αγγίγματος.
     Προχώρησε σε πολλές δοκιμές των πρόσθετων ιδιοτήτων της και τα αποτελέσματα ήταν όλα μοναδικά. Του αποκαλύφθηκε το γεγονός ότι το σπίτι του ήταν ένας μουχλιασμένος τάφος, ότι η βιβλιοθήκη του ήταν μια συλλογή από σκουληκοφαγωμένα σκουπίδια, ότι οι φίλοι του ήταν σκελετοί, μούμιες, αγρίμια και ύαινες, ότι η γυναίκα του ήταν ένα φτηνό και κακό τέρας, ότι η πόλη που ζούσε ήταν μια μυρμηγκοφωλιά και ολόκληρος ο κόσμος ήταν ένας κόλπος σκιών και κενότητας. Πράγματι, δεν υπήρχε όριο στις ενοχλητικές και τρομερές αποκαλύψεις που έκανε αυτό το φαινομενικά συνηθισμένο βότσαλο. Έτσι, μετά από λίγο, ο Νασίφρα το πέταξε, προτιμώντας να μοιράζεται με τους άλλους ανθρώπους τις κοινές αυταπάτες και τα φιλικά και καλά οράματα που έκαναν την ύπαρξή μας πιθανή.

                          Ο Ένατος Σκελετός (The Ninth Skeleton)

     Ήταν κάτω από το άσπιλο μπλε ενός πρωινού του Απρίλη που ξεκίνησα για τη συνάντησή μου με την Γκουίνεβιρ. Είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε στη Βραχώδη Ράχη, ένα σημείο που ξέραμε καλά και οι δυο μας, ένα μικρό και κυκλικό σημείο περικυκλωμένο από πεύκα και γεμάτο από μεγάλες πέτρες, ανάμεσα στο σπίτι των γονιών της στο Νιούκαστλ και στην καλύβα μου στα βορειοανατολικά της ράχης, κοντά στο Όμπουρν.
     Η Γκουίνεβιρ είναι η αρραβωνιαστικιά μου. Πρέπει να εξηγήσω ότι μέχρι την στιγμή την οποία γράφω αυτά, υπήρχε μια ορισμένη διαφωνία από μέρους των γονιών της για αυτόν τον δεσμό, μια διαφωνία που ευτυχώς δεν υπάρχει πλέον. Για την ακρίβεια, έφτασαν στο σημείο να μου απαγορεύσουν να της τηλεφωνώ κι η Γκουίνεβιρ κι εγώ μπορούσαμε να βρεθούμε μόνο κρυφά και σε άτακτα διαστήματα.
     Η ράχη ήταν ένα μακρύ και τραχύ μέρος, έντονα διεσπαρμένο με βράχους, όπως υπονοεί το όνομά της, και με πολλά σημεία από μαύρη ηφαιστειακή πέτρα. Εκτάσεις με φρούτα ήταν κολλημένες σε μερικές πλαγιές της, αλλά στην κορυφή σχεδόν καμία δεν ήταν γόνιμη, γιατί το χώμα ήταν πολύ λεπτό και πετρώδες για να καλλιεργηθεί. Ανάμεσα στα στρεβλωμένα πεύκα, τόσο φανταστικά σε μορφή όσο και τα κυπαρίσσια στις ακτές της Καλιφόρνια και στις στραβές και μισόξερες βαλανιδιές, η θέα είχε μια άγρια κι αλλόκοτη ομορφιά, μοιάζοντας με Ιαπωνικό τοπίο.
     Είναι ίσως δυο μίλια από την καλύβα μου μέχρι το μέρος που θα συναντούσα την Γκουίνεβιρ. Αφού γεννήθηκα στην σκιά της Βραχώδους Ράχης και έζησα πάνω της ή δίπλα της για τα περισσότερα από τα τριάντα-κάτι μου χρόνια, είμαι εξοικειωμένος με κάθε σημείο της όμορφης και τραχιάς έκτασης και, πριν από κείνο το πρωΐ του Απρίλη, σπάνια μπορούσα να συγκρατήσω τα γέλια μου όταν μου έλεγαν ότι είναι δυνατόν να χάσω τον δρόμο μου. Από τότε... λοιπόν, ας πούμε ότι δεν νιώθω την διάθεση να γελάσω...
     Αλήθεια, ήταν ένα πρωινό φτιαγμένο για τις συνευρέσεις των εραστών. Άγριες μέλισσες βούιζαν βιαστικά πάνω στα καλύμματα από τριφύλλι, και στους κυανόχρωμους θάμνους με τις μεγάλες μάζες από λευκά λουλούδια, παράξενα και βαριά αρώματα μεθούσαν τον αέρα. Τα περισσότερα από τα ανοιξιάτικα μπουμπούκια ήταν ανοιχτά: κυκλάμινα, κίτρινες βιολέτες, παπαρούνες, άγριοι υάκινθοι και άστρα του δάσους· και το πράσινο του τοπίου ήταν διεσπαρμένο από τα χρώματά τους. Ανάμεσα στο σμαραγδένιο χρώμα των φουντουκιών, το γκριζοπράσινο των πεύκων, το σκούρο χρυσό και πράσινο-μπλε των βαλανιδιών, έβλεπα λάμψεις από τις χιονόλευκες κορυφές στα ανατολικά, και το ξεθωριασμένο μπλε των ακτών στα δυτικά, πέρα από τα ωχρά, ανοιχτόχρωμα επίπεδα της κοιλάδας του Σακραμέντο. Ακολουθώντας ένα αδιόρατο μονοπάτι, ανέβηκα πέρα από ανοιχτούς αγρούς, όπου έπρεπε να διασχίσω ομάδες από βράχους.
     Όλες οι σκέψεις μου ήταν για τη Γκουίνεβιρ και κοίταζα μόνο με τυχαίο και πρόχειρο βλέμμα την εικόνα της ανοιξιάτικης ομορφιάς που κάλυπτε το πέρασμά μου. Ήμουν στα μισά της πορείας που κάλυπτε την απόσταση ανάμεσα στην καλύβα μου και στο σημείο συνάντησης, όταν ξαφνικά διαπίστωσα ότι το φως του ήλιου έγινε πιο σκοτεινό και κοίταξα πάνω, νομίζοντας φυσικά ότι ένα απριλιάτικο σύννεφο ήρθε απαρατήρητο από τον ορίζοντα και πέρασε μπροστά από τον ήλιο. Φανταστείτε την έκπληξή μου, όταν είδα το γαλάζιο ολόκληρου του ουρανού να έχει γυρίσει σε ένα απαίσιο και σκούρο καφέ, στο μέσο του οποίου ο ήλιος φαινόταν καθαρά, λάμποντας σαν ένα μεγάλο στρογγυλό κόκκινο κάρβουνο. Τότε, κάτι παράξενο κι ανοίκειο μες στη φύση του περιβάλλοντος, που ήμουν ανίκανος να καθορίσω, τράβηξε την προσοχή μου κι η έκπληξή μου έγινε μια αυξανόμενη ανησυχία. Σταμάτησα και κοίταξα γύρω μου και συνειδητοποίησα, αδύνατον όπως μου φαινόταν, ότι έχασα τον δρόμο μου. Γιατί τα πεύκα και στις δυο πλευρές μου δεν ήταν αυτά που περίμενα να δω. Ήταν γιγάντια, πιο στραβά από αυτά που θυμόμουν. Κι οι ρίζες τους έβγαιναν συστρεφόμενες σε άγριες ερπετοειδείς μορφές, από ένα χώμα που ήταν παράξενα χαμηλωμένο, όπου το γρασίδι έβγαινε μόνο σε σπάνιες τούφες. Υπήρχαν βράχοι τόσο μεγάλοι σα δρυιδικοί μονόλιθοι και το σχήμα μερικών από αυτούς ήταν εφιαλτικό και φυσικά, νόμισα ότι όλα ήταν ένα όνειρο. Αλλά με μια αίσθηση πλήρους σύγχυσης, που σπάνια ή ποτέ δεν συγκεντρώνει παραλογισμούς ή τερατώδεις εφιάλτες, βάλθηκα μάταια να προσανατολιστώ και να βρω κάποιο οικείο σημάδι στο παράλογο τοπίο που απλωνόταν μπροστά μου.
     Ένα μονοπάτι, πιο πλατύ από αυτό που ακολουθούσα, αλλά πηγαίνοντας όπως νόμιζα στη ίδια κατεύθυνση, περιτυλισσόταν ανάμεσα στα δέντρα. Καλυπτόταν από μια γκρίζα σκόνη, που καθώς προχωρούσα έγινε πιο παχιά και αποκάλυπτε αποτυπώματα ποδιών μιας μοναδικής μορφής -αποτυπώματα που, παρά τα σημάδια από πέντε δάχτυλα, ήταν πιο μακριά, πιο αφάνταστα λεπτά για να είναι ανθρώπινα. Κάτι που είχαν, δεν ξέρω τι, κάτι στην ισχνότητά τους και το μήκος τους, μ' έκανε να ανατριχιάσω. Αργότερα, αναρωτήθηκα γιατί δεν τα αναγνώρισα για αυτό που ήταν, αλλά κείνη τη στιγμή καμιά υποψία δεν πέρασε από το μυαλό μου -μόνο μια αόριστη αίσθηση ανησυχίας, ένας απροσδιόριστος τρόμος.
     Καθώς προχώρησα, τα πεύκα γύρω από τα οποία περνούσα γίνονταν στιγμιαία πιο φασματικά και πιο απαίσια στις συστροφές των κορμών, των κλαδιών και των ριζών τους. Μερικά ήταν σαν θηλιές κρεμάλας, άλλα σαν αισχρά ζαρωμένα τέρατα, μερικά φαίνονταν σαν να στρέφονται αιώνια σε κολασμένα βασανιστήρια και άλλα σαν να συνταράσσονταν από σατανικά δεινοπαθήματα. Στο μεταξύ, ο ουρανός συνέχιζε σταδιακά να σκοτεινιάζει, το σκούρο και ζοφερό καφέ που είχα παρατηρήσει αρχικά άλλαξε με ανεπαίσθητους τόνους σε ένα νεκρό, πένθιμο πορφυρό χρώμα μέσα στο οποίο ο ήλιος καθόταν σαν ένα φεγγάρι που ανυψώνεται από ένα λουτρό αίματος. Αυτό το μακάβριο πορφυρό σάρωνε τα δέντρα και ολόκληρο το τοπίο, τα καταβύθιζε στους γκρεμούς αυτού του αφύσικου φωτός. Μόνο οι πέτρες, καθώς προχωρούσα, γίνονταν παράξενα ωχρές. Και οι μορφές τους έμοιαζαν κάπως με ταφόπλακες, τύμβους και μνημεία. Δεν υπήρχε πλέον το πράσινο του ανοιξιάτικου γρασιδιού δίπλα από το μονοπάτι – μόνο χώμα καλυμμένο με στεγνή μούχλα και μικροσκοπικές λειχήνες με οξειδωμένο χρώμα. Υπήρχαν επίσης καλύμματα από άσχημους μύκητες με λεπρώδη, ωχρά κοτσάνια και μαυριδερά κεφάλια που μαραίνονταν και έγερναν συστρεμμένα.
     Ο ουρανός είχε γίνει τώρα τόσο σκοτεινός που το όλο τοπίο είχε πάρει μια σχεδόν νυχτερινή όψη και μ' έκανε να σκεφτώ ένα καταραμένο κόσμο στο λυκόφως ενός πεθαμένου ήλιου. Όλα ήταν ακίνητα κι αθόρυβα, δεν υπήρχαν πουλιά, ούτε έντομα, ούτε τριξίματα από τα πεύκα, ούτε θρόισμα στα φύλλα: μια απαίσια κι υπερφυσική ησυχία, σαν την ησυχία του απέραντου κενού.
     Τα δέντρα έγιναν πιο πυκνά, μετά ελαττώθηκαν και βρέθηκα σε ένα κυκλικό πεδίο. Εδώ, δεν μπορούσες να μπερδέψεις την αληθινή φύση των μονολιθικών βράχων -ήταν ταφόπλακες και νεκρικά μνημεία, αλλά τόσο πολύ αρχαία που οι επιγραφές ή οι φιγούρες πάνω τους είχαν σχεδόν εξαλειφθεί. Κι οι λίγοι χαρακτήρες που μπορούσα να ξεχωρίσω δεν άνηκαν σε καμιά γνωστή γλώσσα. Πάνω τους υπήρχαν η γκριζάδα και το μυστήριο κι ο τρόμος ανυπολόγιστης παλαιότητας. Ήταν δύσκολο να πιστέψω ότι η ζωή κι ο θάνατος μπορούσαν να είναι τόσο παλιά όσο αυτοί. Τα δέντρα γύρω τους ήταν ασύλληπτα στρεβλωμένα κι έσκυβαν σαν να τα επιβάρυνε η ίδια ηλικία. Η αίσθηση τη απαίσιας παλαιότητας που μου μετέφεραν τα πεύκα κι οι πέτρες, αύξησαν την ένταση της σύγχυσής μου κι επιβεβαίωσαν την ανησυχία μου. Επιβεβαιώθηκε περισσότερο όταν παρατήρησα πάνω στη μαλακή γη γύρω από τις ταφόπλακες μερικά από τα μακρόστενα αποτυπώματα τα οποία προανέφερα. Ήταν σε μια μοναδική διάταξη και φαίνονταν να ξεκινούν και να καταλήγουν στο περίγυρο της κάθε πέτρας.
     Τώρα, για πρώτη φορά, άκουσα έναν ήχο διαφορετικό από τον ήχο των ποδιών μου στην ησυχία του μακάβριου σκηνικού. Πίσω μου, ανάμεσα στα δέντρα, υπήρχε ένα αχνό και μοχθηρό κροτάλισμα. Γύρισα και αφουγκράστηκα. Υπήρχε κάτι σε αυτόν τον ήχο που ολοκλήρωσε την εξαχρείωση των ταραγμένων μου νεύρων. Και τερατώδεις φόβοι, αποτρόπαιες σκέψεις, όρμησαν στο μυαλό μου σαν ορδές μαγισσών.
     Η πραγματικότητα που είχα να αντιμετωπίσω δεν ήταν λιγότερο τερατώδης! Υπήρξε ένα λευκό τρεμοφέγγισμα στην σκιά των δέντρων, και ένας ανθρώπινος σκελετός, κρατώντας στα χέρια του τον σκελετό ενός βρέφους, βγήκε και πλησίασε προς το μέρος μου! Στοχεύοντας σε κάποιον ανώτερο μυστικό σκοπό, κάποιο σκοτεινό θέλημα που ούτε φαντάζονται οι ζωντανοί, προχώρησε με ήσυχο βήμα, ένα αβίαστο σαν γλίστρημα-πάτημα στο οποίο, παρά τον τρόμο μου και την αποβλάκωσή μου, διέκρινα μια φρικτή θηλυκή χάρη. Ακολούθησα την παρουσία με τα μάτια μου καθώς περνούσε ανάμεσα στα μνημεία χωρίς να σταματήσει και χάθηκε στα σκοτάδια των πεύκων στην απέναντι πλευρά του πεδίου. Αμέσως μόλις εξαφανίστηκε, εμφανίστηκε δεύτερος, κρατώντας κι αυτός έναν σκελετό μωρού, και πέρασε μπροστά μου προς την ίδια κατεύθυνση και με την ίδια αποτρόπαιη και ληθαργική χάρη στην κίνησή του.
     Ένας τρόμος πιο πάνω από τον τρόμο, ένας φόβος πέρα από τον φόβο, πέτρωσε όλες τις λειτουργίες μου, και ένοιωσα σαν να με πλάκωνε ένα δυσθεώρητο και ασταθές εφιαλτικό φορτίο. Μπροστά μου, σκελετός μετά τον σκελετό, καθένας ίδιος με τον προηγούμενο, με την ίδια μακάβρια πραότητα κι ηρεμία στην κίνηση, καθένας κρατώντας το αξιοθρήνητο βρέφος του, έβγαιναν από την σκιά των αρχαίων πεύκων και πήγαιναν εκεί που εξαφανίστηκε ο πρώτος, αφοσιωμένοι στον ίδιο μυστικό σκοπό. Ένας-ένας έρχονταν, μέχρι που μέτρησα οχτώ! Τώρα ήξερα τι ήταν τα παράξενα αποτυπώματα που η παρατήρησή τους με τάραξε και με προβλημάτισε.
     Όταν κι ο όγδοος σκελετός έφυγε από μπρος μου, η ματιά μου στράφηκε από μια ακατανίκητη παρόρμηση, πάνω σε μια από τις πιο κοντινές ταφόπλακες, δίπλα στην οποία με έκπληξη διαπίστωσα αυτό που δεν είχα παρατηρήσει πριν. Ένας φρεσκοανοιγμένος τάφος, έχασκε σκοτεινός στο μαλακό χώμα. Τότε δίπλα στον αγκώνα μου, άκουσα ένα σιγανό κροτάλισμα, και τα δάχτυλα από ένα άσαρκο χέρι έπιασαν μαλακά το μανίκι μου. Ένας σκελετός ήταν δίπλα μου, διαφέροντας από τους υπόλοιπους μόνο στο γεγονός ότι δεν κρατούσε βρέφος στα χέρια του. Με ένα δυσοίωνο, χωρίς χείλη χαμόγελο, έπιασε ξανά το μανίκι μου, σαν να ήθελε να με τραβήξει στον ανοιχτό τάφο και τα δόντια του κροτάλισαν σαν να ήθελε να μου μιλήσει. Οι αισθήσεις μου και το μυαλό μου, καλυμμένα από ιλιγγιώδη τρόμο, δεν μπόρεσαν να αντέξουν περισσότερα. Ένοιωσα να πέφτω και να πέφτω σε βάθη αιώνιων σκοταδιών, με τον τρόμο από τα δάχτυλα ακόμα πάνω στο χέρι μου, ώσπου η συνείδησή μου δεν ακολούθησε την πτώση μου.
     Όταν συνήλθα, η Γκουίνεβιρ με κρατούσε από το χέρι, με την ανησυχία και την απορία πάνω στο γλυκό οβάλ πρόσωπό της και βρισκόμουν ανάμεσα στους βράχους στο μέρος που είχαμε κανονίσει την συνάντησή μας.
 -"Τί στο καλό συμβαίνει με σένα Χέρμπερτ;" ρώτησε νευρικά. "Είσαι άρρωστος; Στεκόσουν ασάλευτος όταν ήρθα και δεν φάνηκε να με άκουσες ούτε να με είδες όταν σου μίλησα. Και πραγματικά πίστεψα ότι θα λιποθυμούσες όταν άγγιξα το χέρι σου".

                           Το Τελευταίο Ξόρκι (The Last Incantation)

     Ο μάγος Μαλίγκρις καθόταν στο ψηλότερο δωμάτιο του πύργου του που ήταν χτισμένος σε έναν κωνικό λόφο πάνω από την καρδιά του Σουσράν, πρωτεύουσα της ποσειδωνίας. Κατεργασμένος από μαύρη πέτρα που εξορύχτηκε βαθειά από την γη, δυνατή και σκληρή σαν τον φημισμένο αδάμαντα, αυτός ο πύργος στεκόταν πάνω από όλους τους άλλους και έριχνε την σκιά του μακριά πάνω στις σκεπές και στους θόλους της πόλης, όπως και η αμαρτωλή δύναμη του Μαλίγκρις έριχνε το σκοτάδι της στα μυαλά των ανθρώπων.
     Τώρα ο Μαλίγκρις ήταν γέρος κι όλη η απαίσια δύναμη των γητειών του, όλοι οι τρομεροί και περίεργοι δαίμονες που είχε υπό τον έλεγχό του, όλοι οι φόβοι που είχε υφάνει στις καρδιές των βασιλέων και των ιεραρχών, δεν έφταναν για να καταπραΰνουν την μαύρη ανία των ημερών του. Καθισμένος στην καρέκλα του που ήταν διακοσμημένη με δόντι από μαστόδοντα και τοποθετημένους απόκρυφους ρούνους από κόκκινο τουρμαλίνη και γαλάζιους κρυστάλλους, κοιτούσε κατσουφιασμένα από το κυβόμορφο παράθυρο από άσπαστο γυαλί. Τα λευκά του φρύδια συστάλθηκαν σε μια μοναδική γραμμή πάνω στην σταχτιά περγαμηνή του προσώπου του και κάτω απ’ αυτά, τα μάτια του ήταν κρύα και πράσινα σαν πάγος από αρχαίες πλημύρες. Τα γένια του, μισά άσπρα και μισά μαύρα με ασημένιες λάμψεις, έπεφταν σχεδόν μέχρι τα γόνατά του και έκρυβαν τους τοποθετημένους ερπετοειδείς χαρακτήρες από ασημένιο μαλλί που υπήρχαν στο στήθος της βιολετιάς ρόμπας του.
     Γύρω του υπήρχαν σκορπισμένα τα εξαρτήματα της τέχνης του. Κρανία ανθρώπων και τεράτων, φιάλες γεμάτες με μαύρα και κόκκινα υγρά που η ιερόσυλη χρήση τους ήταν γνωστή μόνο σ’ αυτόν, μικρά τύμπανα από δέρμα όρνεων και κρόταλα φτιαγμένα από τα κόκκαλα και τα δόντια κροκόδειλου που χρησιμοποιούνταν για να συνοδεύσουν συγκεκριμένα ξόρκια. Το μωσαϊκό πάτωμα ήταν μισοσκεπασμένο με τα δέρματα μαύρων κι ασημένιων πιθήκων και πάνω από την πόρτα κρεμόταν το κεφάλι ενός μονόκερου στο οποίο κατοικούσε ο οικείος δαίμονας του Μαλίγκρις με την μορφή μιας έχιδνας από κοράλλι με ωχρή πράσινη κοιλιά και σκούρες κηλίδες. Βιβλία υπήρχαν σφραγισμένα παντού: αρχαίοι τόμοι με καλύμματα από δέρμα φιδιού και πόρπες φαγωμένες από την οξείδωση, που κρατούσαν την τρομερή γνώση της Ατλαντίδας, τα μυστικά που εξουσίαζαν τους δαίμονες της γης και του φεγγαριού, τα μαγικά που μετέτρεπαν ή αποσύνθεταν τα στοιχεία και τους ρούνους από μια χαμένη γλώσσα της Υπερβορείας, που όταν προφέρονταν δυνατά, ήταν πιο θανάσιμα από δηλητήριο και πιο ισχυρά από κάθε φίλτρο.
     Αλλά, παρά όλα αυτά τα αντικείμενα και την δύναμη που κρατούσαν και τον τρόμο που συμβόλιζαν στους ανθρώπους και τον φθόνο που προκαλούσαν σε αντίπαλους μάγους, οι σκέψεις του Μαλίγκρις ήταν σκοτεινές με αμείωτη μελαγχολία και φθορά γέμιζε την καρδιά του, όπως οι στάχτες γεμίζουν την εστία όπου μια μεγάλη φωτιά πέθανε. Καθόταν ακίνητος κι ονειροπολούσε, όταν ο ήλιος του απογεύματος, καθώς έπεφτε πάνω από την πόλη και πάνω από την θάλασσα που ήταν πέρα από την πόλη, χτύπησε με τις φθινοπωρινές ακτίνες του το παράθυρο με το κιτρινοπράσινο γυαλί, άγγιξε με τα χρυσά φαντάσματά του τα ρυτιδωμένα χέρια του Μαλίγκρις και άναψε τα ρουμπίνια που ήταν δεμένα στα δαχτυλίδια του μέχρι που έκαιγαν σαν μάτια δαιμόνων.
     Αλλά στις ονειροπολήσεις του δεν υπήρχε ούτε φώς ούτε φωτιά. Και φεύγοντας από την γκριζάδα του παρόντος και το σκοτάδι που φαινόταν να πλησιάζει στο μέλλον, δράχτηκε από τις σκιές της μνήμης, όπως ένας τυφλός που έχασε τον ήλιο και τον αναζητά μάταια παντού. Και όλες οι όψεις του χρόνου που ήταν τόσο γεμάτες με χρυσό και λαμπρότητα, οι μέρες του θριάμβου που ήταν χρωματισμένες όπως μια αναδυόμενη φλόγα, τα πορφυρά αυτοκρατορικά χρόνια της νιότης του, όλα αυτά τώρα ήταν ψυχρά και αμυδρά και παράξενα ξεθωριασμένα, και η αναπόληση δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα ανακάτεμα σε σβησμένα κάρβουνα. Ο Μαλίγκρις ψηλάφισε πίσω στα χρόνια της νιότης του, στα θολά, μακρινά, απίστευτα χρόνια, όπου, σαν ένα εξωγήινο άστρο, μια ανάμνηση ακόμα έκαιγε με αμείωτη ηδονή -η ανάμνηση της Νυλίσσα, που είχε αγαπήσει τις μέρες πριν ο πόθος για απαγορευμένη γνώση και νεκρομαντική κυριαρχία μπει στη ψυχή του. Την είχε ολότελα ξεχάσει για δεκαετίες, μέσα σε μυριάδες προκαταλήψεις μιας ζωής τόσο παράξενα πολυποίκιλης, τόσο πλήρης με απόκρυφα συμβάντα και δυνάμεις, με υπερφυσικούς θριάμβους και κινδύνους. Αλλά τώρα, με την απλή σκέψη αυτής της λυγερόκορμης κι αθώας νέας, που τον είχε αγαπήσει τόσο αληθινά όταν κι αυτός ήταν νέος, λεπτός κι άπειρος και που είχε πεθάνει από έναν ξαφνικό, παράξενο πυρετό, μόλις τη παραμονή της μέρας του γάμου τους, το σταχτί σαν μούμιας χρώμα του πηγουνιού του πήρε μια φασματική έξαψη και βαθιά μέσα στα παγωμένα μάτια του υπήρξε ένα σπινθηροβόλημα, ίδιο με την λάμψη των καντηλιών στα νεκροταφεία. Στα όνειρά του, εγέρθηκαν οι ανεπανόρθωτοι ήλιοι της νιότης κι είδε τη σκιασμένη από μυρτιές κοιλάδα του Μέρος και τον χείμαρρο Ζεμάντερ στου οποίου τις αιώνιες χλοερές όχθες, είχε περπατήσει στην άμπωτη με την Νυλίσσα, βλέποντας την γέννηση των θερινών αστεριών στον ουρανό, στον χείμαρρο και στα μάτια της αγαπημένης του.
     Τώρα, απευθυνόμενος στην δαιμονική έχιδνα που κατοικούσε στο κεφάλι του μονόκερου, ο Μαλίγκρις μίλησε, με την χαμηλή, μονότονη ψαλμωδία κάποιου που σκέφτεται δυνατά:
 -"Έχιδνα, στα χρόνια πριν έρθεις να κατοικήσεις μαζί μου και να φτιάξεις την φωλιά σου στο κεφάλι του μονόκερου, ήξερα ένα κορίτσι που ήταν όμορφο κι εύθραυστο σαν τις ορχιδέες της ζούγκλας και που πέθανε, όπως πεθαίνουν οι ορχιδέες… Έχιδνα, δεν είμαι ο Μαλίγκρις, στον οποίο συγκεντρώνονται οι αρχές όλων των απόκρυφων γνώσεων, οι απαγορευμένες εξουσίες, αυτές πάνω στους ηλιακούς και σεληνιακούς δαίμονες, πάνω στους ζωντανούς και τους νεκρούς; Aν το θέλω δε μπορώ να καλέσω τη Νυλίσσα, στη καλύτερη στιγμή της νιότης και της ομορφιάς της και να τη φέρω από τις απαράλλαχτες σκιές των μυστικών τύμβων, για να σταθεί μπρος μου μες σε αυτό το δωμάτιο, μες στις απογευματινές ακτίνες αυτού του φθινοπωρινού ήλιου";
 -"Ναι αφέντη", απάντησε η έχιδνα, με μαλακό αλλά ιδιαίτερα διαπεραστικό σύριγμα, “είσαι ο Μαλίγκρις κι όλες οι μαγικές και νεκρομαντικές δυνάμεις είναι δικές σου, όλα τα ξόρκια, οι γητιές και τα μυστικά είναι γνωστά σε σένα. Είναι δυνατόν αν το θελήσεις, να καλέσεις τη Νυλίσσα από το μέρος που διαμένει μαζί με τους νεκρούς και να τη δεις όπως ήταν πριν η ομορφιά της γνωρίσει το κορακίσιο φιλί του σκουληκιού".
 -"Έχιδνα, είναι σωστό; Είναι καλό να τη καλέσω ανάμεσά μας; Θα υπάρξει κάτι που θα χάσω ή θα μετανιώσω";
     Η έχιδνα φάνηκε να διστάζει. Τότε, με πιο αργό κι υπόκωφο σύριγμα, είπε:
 -"Είναι σωστό για τον Μαλίγκρις να κάνει ότι θελήσει. Ποιός, εκτός από τον Μαλίγκρις, μπορεί ν' αποφασίσει αν κάτι είναι καλό ή άρρωστο";
 -"Με άλλα λόγια, δεν θα με συμβουλεύσεις;" είπε πιότερο σα δήλωση παρά ερώτηση, κι η έχιδνα δεν αποκρίθηκε.
     Ο Μαλίγκρις σκέφτηκε για λίγο, έχοντας το πιγούνι του στα ροζιασμένα του χέρια. Τότε σηκώθηκε με μια μεγάλη, ασυνήθιστη αποφασιστικότητα και βεβαιότητα στις κινήσεις του που κούνησε τις ρυτίδες του και συγκέντρωσε, από διάφορα σημεία του δωματίου, από ράφια από έβενο, από μπαούλα με χρυσές, μπρούντζινες και από ήλεκτρο κλειδαριές, τα διάφορα εξαρτήματα που θα χρειαζόταν για την μαγεία του. Σχεδίασε στο πάτωμα τους κατάλληλους κύκλους και μπαίνοντας στον εσωτερικό, άναψε τα θυμιατά που περιείχαν τα κατάλληλα θυμιάματα και διάβασε φωναχτά από ένα μακρύ και στενό χειρόγραφο από γκρίζο πέπλο, τους πορφυρούς, σκουληκόμορφους ρούνους της τελετής που καλούσε τους νεκρούς.
     Οι καπνοί από τα θυμιάματα, μπλε, άσπροι και βιολετιοί, σηκώθηκαν σε πυκνά σύννεφα και γρήγορα γέμισαν το δωμάτιο με ολοένα συστρεφόμενες κι εναλλασσόμενες στήλες, ανάμεσα στις οποίες το φώς του ήλιου χανόταν και το διαδεχόταν μια ωχρή, αναδυόμενη λάμψη, χλωμή σαν το φώς των φεγγαριών που ανεβαίνουν από την λήθη. Με αφύσικη νωχελικότητα, με απάνθρωπη επισημότητα, η φωνή του νεκρομάντη συνέχισε με ιερατικούς ψαλμούς μέχρι που το χειρόγραφο τελείωσε κι οι τελευταίοι ήχοι ελαττώθηκαν και πέθαναν μέσα σε κούφιες ταφικές δονήσεις.
     Τότε, οι χρωματιστοί ατμοί καθάρισαν, όπως οι πτυχές μιας κουρτίνας που τραβιέται πίσω. Αλλά η ωχρή αναδυόμενη λάμψη ακόμα γέμιζε το δωμάτιο κι ανάμεσα στον Μαλίγκρις και στη πόρτα που κρεμόταν το κεφάλι του μονόκερου, στεκόταν η Νυλίσσα, εμφανισμένη όπως στεκόταν τα περασμένα χρόνια, λίγο σκυμμένη σα λουλούδι στον άνεμο, χαμογελώντας με την απρόσεκτη δριμύτητα της νιότης. Εύθραυστη, ωχρή, αλλά απλά ντυμένη, με μπουμπούκια ανεμώνης στα μαύρα της μαλλιά, με μάτια που κρατούσαν το νεογέννητο γαλάζιο των ανοιξιάτικων παραδείσων, ήταν όλα όσα θυμόταν ο Μαλίγκρις κι η γλοιώδης του καρδιά ταράχτηκε μ' έναν υπέροχο πυρετό καθώς τη κοιτούσε.
 -"Είσαι η Νυλίσσα;" ρώτησε, "Η Νυλίσσα που αγάπησα στην σκιασμένη από μυρτιές κοιλάδα του Μέρος, τις χρυσές μέρες που έχουν φύγει μαζί με τους νεκρούς αιώνες στον άχρονο κόλπο";
 -"Ναι, είμαι η Νυλίσσα".
     Η φωνή της είχε τον ίδιο απλό και ασημένιο κυματισμό της φωνής που ηχούσε τόσο καιρό στην μνήμη του… Αλλά κάπως, καθώς ατένιζε κι άκουγε, γεννήθηκε μια αμυδρή αμφιβολία· μια αμφιβολία όχι τόσο παράλογη ή αφόρητη, αλλά ωστόσο επίμονη. Ήταν ολόκληρη η Νυλίσσα που ήξερε; Μήπως υπήρχε μια αμυδρή αλλαγή, τόσο δύσκολη να ονομαστεί η να αναγνωριστεί, κάτι που ο χρόνος κι ο τάφος είχαν πάρει μακριά, ένα ακαθόριστο κάτι που η μαγεία του δεν είχε επαναφέρει; Ήταν τα μάτια τόσο τρυφερά, ήταν τα μαύρα μαλλιά τόσο λαμπερά, η μορφή τόσο λιγνή και εύκαμπτη όσο του κοριτσιού που θυμόταν;
     Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος κι η αμφιβολία που μεγάλωνε πέτυχε να φέρει μια απόγνωση και μια φρικαλέα απελπισία που έπνιγαν τη καρδιά του σα στάχτες. Η λεπτομερής εξέταση έγινε κρίσιμη και σκληρή έρευνα και ξαφνικά το φάντασμα έγινε λιγότερο και λιγότερο η τέλεια μορφή της Νυλίσσα, στιγμιαία τα χείλη και τα φρύδια έγιναν λιγότερο αγαπητά, λιγότερο λεπτά και καμπυλωτά. Η λεπτή φιγούρα έγινε ισχνή, οι μπούκλες πήραν ένα κοινό μαύρο χρώμα κι ο λαιμός ένα συνηθισμένο χλωμό.
     Η ψυχή του Μαλίγκρις έγινε ξανά άρρωστη από τα γηρατειά και την απόγνωση του θανάτου της εξαφανισμένης ελπίδας. Δεν μπορούσε να πιστέψει πια στην αγάπη ή στα νιάτα ή στην ομορφιά κι ακόμα κι η θύμηση αυτών των πραγμάτων ήταν ένα αμφίβολο όραμα, κάτι που μπορεί να έγινε, μπορεί κι όχι. Δεν έμεινε τίποτα παρά σκιές και γκριζάδα και σκόνη, τίποτα παρά το άδειο σκοτάδι και το κρύο και το βάρος μιας αφόρητης εξάντλησης και μιας αγιάτρευτης αγωνίας.
     Με τόνους που ήταν λεπτοί και τρεμάμενοι, σαν το φάντασμα της προηγούμενης φωνής του, πρόφερε το ξόρκι που αποδεσμεύει το καλούμενο πνεύμα. Η μορφή της Νυλίσσα έλιωσε στον αέρα σαν καπνός κι η σεληνιακή λάμψη που την περιέβαλλε αντικαταστάθηκε από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου. Ο Μαλίγκρις γύρισε στην έχιδνα και μίλησε με ένα τόνο μελαγχολικής μομφής:
 -"Γιατί δεν με προειδοποίησες";
 -"Θα ήταν αυτή η προειδοποίηση ωφέλιμη;" Ήταν η αντερώτηση. "Όλη η γνώση είναι δική σου Μαλίγκρις, εκτός από ένα πράγμα και δεν υπήρχε άλλος τρόπος να το μάθεις".
 -"Ποιό πράγμα;" ρώτησε ο μάγος. "Δεν έμαθα τίποτα άλλο παρά την ματαιότητα της σοφίας, την ανικανότητα της μαγείας, την ακύρωση της αγάπης και την απατηλότητα της μνήμης… Πες μου, γιατί δεν μπόρεσα να καλέσω στη ζωή την ίδια Νυλίσσα που ήξερα, ή νόμιζα πως ήξερα";
 -"Ήταν όντως η Νυλίσσα αυτή που κάλεσες κι είδες", απάντησε η έχιδνα. "Η νεκρομαντεία σου ήταν ισχυρή ως αυτό το σημείο, αλλά κανένα νεκρομαντικό ξόρκι δε μπορεί να επαναφέρει την δική σου χαμένη νιότη ή τη θερμή κι αγνή καρδιά που αγάπησε τη Νυλίσσα, ή τα μάτια που διακαώς τη κοιτούσαν τότε. Αυτό, αφέντη μου, ήταν το πράγμα που έπρεπε να μάθεις".

           Η Ανάσταση Του Κροταλία (The Resurrection Of The Rattlesnake)

 -"Όχι φίλοι μου, όπως σας είπα και πριν, δεν δίνω την παραμικρή αξία στην πίστη του υπερφυσικού".
     Αυτός που μιλούσε ήταν ο Άρθουρ Άβιλτον, του οποίου τις ιστορίες για τα φαντάσματα και το μακάβριο συχνά τις συνέκριναν με αυτές του Πόε, του Μπiρς και του Μάχεν. Ήταν ο αφέντης του φανταστικού τρόμου, με διαβολικά πειστικές πληροφορίες, με τερατωδώς μπλεγμένες προτάσεις που συχνά άφηναν μαγεμένα τα μυαλά των αναγνωστών που συνήθως δεν τους έλκυε ούτε τους συνάρπαζε η λογοτεχνία αυτού του είδους. Ήταν συχνό καύχημά του ότι όλα τα δημιουργήματά του ήταν ασφαλισμένα, με αιτιοκρατικό ή και επιστημονικό τρόπο, παίζοντας με τα στοιχεία του υποσυνείδητου φόβου και τις αρχέγονες προκαταλήψεις των περισσότερων ανθρώπων. Αλλά ισχυριζόταν ότι ήταν όλως διόλου δύσπιστος σε οτιδήποτε απόκρυφο ή φανταστικό και ότι ποτέ στην ζωή του δεν γνώρισε τον παραμικρό τρόμο που να αφορά αυτά τα πράγματα.
     Οι ακροατές του Άβιλτον, τον κοίταξαν λίγο δύσπιστα. Ήταν ο Τζων Γκόντφρυ, ένας νεαρός ζωγράφος τοπίων κι ο Εμίλ Σούλερ, ένας πλούσιος ερασιτέχνης που τα ενδιαφέροντά του εναλλάσσονταν μεταξύ λογοτεχνίας και μουσικής, αλλά δεν έδειχνε πραγματικό ενδιαφέρον για κανένα από τα δύο. Ήταν παλιοί φίλοι και θαυμαστές του Άβιλτον, στου οποίου το σπίτι στην Σάτερ Στρίτ, στο Σαν Φραντσίσκο, συναντήθηκαν κατά τύχη αυτό το απόγευμα. Ο Άβιλτον είχε σε εξέλιξη μια ιστορία που ήθελε να συζητήσει μαζί τους, αλλά και να καπνίσουν μια καλή πίπα. Καθόταν μπροστά στο γραφείο του με ένα πάκο φρεσκογραμμένων χαρτιών μπροστά του. Η εμφάνισή του ήταν φυσιολογική και απλή σαν τον γραφικό του χαρακτήρα, και θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν δικηγόρος, ή γιατρός, ή χημικός, παρά να συνθέτει παράξενες ιστορίες. Το δωμάτιό, η βιβλιοθήκη του, ήταν αρκετά πολυτελή, μέσα στην μόδα, και δεν υπήρχε τίποτα παράξενο στην επίπλωσή του. Οι μόνες ασυνήθιστες πινελιές ήταν δυο βαριά ορειχάλκινα κηροπήγια πάνω στο γραφείο του στο σχήμα ερπετών, και έναν ταριχευμένο κροταλία που κουλουριαζόταν πάνω σε μία από τις χαμηλές βιβλιοθήκες.
 -"Λοιπόν", παρατήρησε ο Γκόντφρυ, "αν είναι κάτι που θα μπορούσε να με πείσει ότι το υπερφυσικό πράγματι υπάρχει, θα ήταν μερικές από τις ιστορίες σου, Άβιλτον. Πάντα τις διαβάζω με το φως της μέρας, ποτέ δεν θα μπορούσα να το κάνω τα βράδια… Και μια και το έφερε η κουβέντα, πάνω σε τι εργάζεσαι τώρα";
 -"Είναι για ένα ταριχευμένο ερπετό που έρχεται ξαφνικά στη ζωή", aπάντησε ο Άβιλτον. "Το τιτλοφόρησα: 'H Aνάσταση Tου Kροταλία'. Πήρα την ιδέα σήμερα το πρωί καθώς κοίταζα τον κροταλία μου".
 -"Κι υποθέτω ότι θα κάτσεις με αναμμένα τα κηροπήγιά σου σήμερα το βράδυ," πρόσθεσε ο Σούλερ, "και θα συνεχίσεις την μικρή χαρούμενη ιστορία τρόμου χωρίς να σου σηκωθεί η τρίχα".
     Ήταν γνωστό ότι ο Άβιλτον έκανε την περισσότερη δουλειά του το βράδυ. Ο Άβιλτον χαμογέλασε.
 -"Το σκοτάδι πάντα με βοηθούσε να συγκεντρώνομαι. Και λαμβάνοντας υπόψη ότι η περισσότερη δράση στις ιστορίες μου είναι μεταμεσονύχτια, δεν είναι ακατάλληλη ώρα".
 -"Φυσικά", είπε ο Σούλερ με έναν αστείο τόνο. Σηκώθηκε για να φύγει κι ο Γκόντφρυ σκέφτηκε ότι είναι ώρα να πηγαίνει και αυτός.
 -"Ει, μια και συζητάμε" είπε ο οικοδεσπότης τους, "σχεδιάζω ένα μικρό πάρτι το σαββατοκύριακο. Θα θέλατε να έρθετε το επόμενο Σάββατο το απόγευμα; Θα είναι άλλοι δυο ή τρείς από τους φίλους μας. Θα έχω βγάλει αυτή την ιστορία από μέσα μου μέχρι τότε και θα ξεσηκώσουμε τον κόσμο".
     Ο Γκόντφρυ με τον Σούλερ δέχτηκαν την πρόταση κι έφυγαν μαζί. Κι οι δυο ζούσαν πέρα από τον κόλπο, στο Όουκλαντ, είχαν τον ίδιο δρόμο για το σπίτι τους, έτσι πήραν το ίδιο αμάξι για το φέρρυ.
 -"Ο γέρο-Άβιλτον είναι σίγουρα περίπτωση ζωντανής αντίφασης, αν πότε υπήρξε κάποια", είπε ο Σούλερ. "Φυσικά, κανείς πλέον δεν πιστεύει στα απόκρυφα και στις νεκρομαντείες, αλλά όποιος μπορεί να κατασκευάσει τέτοιες δαιμονικά ρεαλιστικές ιστορίες τρόμου, που σου σηκώνουν τις τρίχες του σβέρκου, απλά δεν έχει το δικαίωμα να είναι τόσο ψυχρός απέναντι σε αυτές. Πιστεύω ότι αυτό είναι αληθινά ανάρμοστο".
 -"Συμφωνώ", συναίνεσε ο σύντροφός του. "Είναι τόσο διαβολεμένα σίγουρο ώστε με πιάνει μια παρόρμηση να φερθώ λίγο σαν να είναι Χάλογουιν. Να βάλω ένα παλιό σεντόνι και να κάνω το φάντασμα απλά για να τον περιγελάσω για τον σκεπτικισμό του".
 -"Θεοί και μικρά φαντάσματα!" είπε ο Σούλερ. "Έχω μια έμπνευση. Θυμάσαι που ο Άβιλτον μας είπε για την νέα ιστορία που γράφει; Για το ερπετό που ζωντανεύει";
     Περιέγραψε τη φάρσα που συνέλαβε, και γέλασαν παρέα σαν δυο σχολιαρόπαιδα που σχεδιάζουν κάποια διαβολιά.
 -"Γιατί όχι; θα κάνει τον παλιόφιλο να τρομάξει" γέλασε ο Γκόντφρυ, "και θα σκεφτεί ότι η φαντασία του είναι πιο επιστημονική απ' ό,τι έχει ποτέ ονειρευτεί".
 -"Ξέρω που μπορούμε να βρούμε ένα", είπε ο Σούλερ. "Θα το βάλω σ' ένα καλάθι ψαρέματος και θα κρύψω το καλάθι στη βαλίτσα μου το επόμενο Σάββατο που θα πάμε στον Άβιλτον. Τότε θα βρούμε και την ευκαιρία να κάνουμε την αλλαγή".
     Το Σάββατο το απόγευμα οι δυο φίλοι έφτασαν μαζί στο σπίτι του Άβιλτον και τους υποδέχτηκε ένας Ιάπωνας που συνδύαζε τους ρόλους του μάγειρα, του μπάτλερ, του επιστάτη και του υπηρέτη. Οι άλλοι καλεσμένοι, δυο νεαροί μουσικοί, είχαν ήδη έρθει κι ο Άβιλτον, που προφανώς ήθελε να χαλαρώσει, τους έλεγε μια ιστορία, η οποία, αν κρίνουμε από τα γέλια που τον διέκοπταν συχνά, δεν ήταν από αυτές για τις οποίες έγινε διάσημος. Έμοιαζε σχεδόν αδύνατον να πιστέψεις ότι ιστορίες τόσο τρομακτικές που σου σήκωναν τις τρίχες του κεφαλιού σου έφεραν το όνομά του.
     Το απόγευμα ήταν επιτυχημένο, με ένα καλό δείπνο, χαρτιά και λίγο παλιό μπέρμπον κι ήταν μετά τα μεσάνυχτα που ο Άβιλτον έδειξε στους καλεσμένους του τα δωμάτιά τους, και πήγε στο δικό του.
     Ο Γκόντφρυ κι ο Σούλερ δεν πήγαν στα κρεβάτια τους, αλλά κάθισαν και μίλαγαν στο δωμάτιο που τους έβαλαν μαζί, μέχρι που στο σπίτι έπεσε απόλυτη σιωπή και το πιθανότερο ήταν ότι όλοι είχαν πάει για ύπνο. Ήξεραν ότι ο Άβιλτον κοιμόταν με ροχαλητά, και καυχιόταν ότι ακόμη κι ένα εργοστάσιο καρφιών ή μια ορχήστρα πνευστών δεν θα μπορούσε να τον κρατήσει ξύπνιο ούτε για πέντε λεπτά από την στιγμή που θα ακουμπούσε το κεφάλι του στο μαξιλάρι.
 -"Τώρα είναι η ευκαιρία μας", ψιθύρισε ο Σούλερ κάποια στιγμή.
     Πήρε από την βαλίτσα του ένα καλάθι ψαρέματος μες στο οποίο ήταν ένα μεγάλο και σχετικά ανήσυχο πευκόφιδο κι άνοιξε μαλακά την πόρτα, που δεν είχαν κλείσει τελείως και οι συνωμότες περπατώντας στις μύτες των ποδιών τους, πήγαν στην άλλη πλευρά όπου βρισκόταν η βιβλιοθήκη του Άβιλτον. Το σχέδιό τους ήταν να αφήσουν το ζωντανό φίδι στην θέση του ταριχευμένου κροταλία, τον οποίο θα αφαιρούσαν. Το πευκόφιδο είναι σχεδόν ίδιο με τον κροταλία και τα σημάδια του, και για να ενισχύσουν την αληθοφάνεια, ο Σούλερ είχε προμηθευτεί μερικά κρόταλα, που ήθελε να βάλει στην ουρά του ερπετού πριν το ελευθερώσει. Η αντικατάσταση, πίστευαν ότι θα έδινε μια μικρή τρομάρα, ακόμα και σ' ένα άτομο με σιδερένια νεύρα κι άκαμπτο σκεπτικισμό σαν τον Άβιλτον.
     Σαν να ήθελε να διευκολύνει την σκηνή, η πόρτα της βιβλιοθήκης έστεκε μισάνοιχτη. Ο Γκόντφρυ έβγαλε έναν φακό και μπήκαν μέσα. Αλλά, σε πείσμα της εύθυμης διάθεσής τους, σε πείσμα της παιδιάστικης φάρσας που σχεδίαζαν και του μπέρμπον που είχαν πιεί, η σκιά από κάτι ακαθόριστο, αμαρτωλό κι ανησυχητικό έπεσε στους δυο άντρες καθώς διέσχιζαν το κατώφλι. Ήταν σαν ένα προαίσθημα ότι μια άγνωστη κι αναπάντεχη απειλή καραδοκούσε στο σκοτάδι του κατοικημένου από βιβλία δωματίου, στο οποίο ο Άβιλτον είχε υφάνει τόσους πολλούς από του παράξενους και φασματικούς ιστούς του. Κι οι δυο τους, άρχισαν να θυμούνται περιστατικά νυχτερινών τρόμων από τις ιστορίες του, περιστατικά που ήταν δαιμονικά, αποτρόπαια και φριχτά με παράξενες νεκρομαντείες. Τώρα, τέτοια πράγματα μοιάζανε περισσότερο ευλογοφανή από την ως τώρα διαβολική τέχνη του συγγραφέα τους. Αλλά κανείς τους δεν μπόρεσε, ούτε να προσδιορίσει την αίσθηση που τους κυρίεψε, ούτε να την εκλογικεύσει.
 -"Νιώθω λίγο ανατριχιαστικά" επιβεβαίωσε ο Σούλερ καθώς στέκονταν στην σκοτεινή βιβλιοθήκη. "Άναψε το φακό καλύτερα".
     Το φώς έπεσε ακριβώς πάνω στην χαμηλή βιβλιοθήκη, όπου κουλουριαζόταν ο ταριχευμένος κροταλίας, αλλά με μεγάλη έκπληξη, ανακάλυψαν ότι το ερπετό έλειπε από την συνηθισμένη του θέση.
 -"Πού είναι το καταραμένο πράμα;" μουρμούρισε ο Γκόντφρυ.
     Γύρισε τον φακό στις διπλανές βιβλιοθήκες και μετά στο πάτωμα και στις καρέκλες μπροστά τους, χωρίς όμως ν' αποκαλύψει το αντικείμενο που έψαχνε. Τελικά, καθώς γυρνούσε, η ακτίνα χτύπησε το γραφείο του Άβιλτον κι είδαν το φίδι, το οποίο, σε κάποια στιγμή μαύρου χιούμορ, ο Άβιλτον είχε τοποθετήσει πάνω στα χαρτιά του για να τα συγκρατεί με το βάρος του. Πίσω του, έλαμπαν τα δυο κηροπήγια στο σχήμα ερπετών.
 -"Ά, εδώ είσαι", είπε ο Σούλερ.
     Ήταν έτοιμος να ανοίξει το καλάθι του, όταν συνέβη ένα μοναδικό κι αρκετά απρόοπτο γεγονός. Αυτός κι ο Γκόντφρυ είδαν κίνηση πάνω στο γραφείο και μπρος στα έκπληκτα μάτια τους, το κουλουριασμένο πάνω στα χαρτιά ερπετό σήκωσε σιγά το σαν βέλος κεφάλι του και τίναξε μπροστά τη διχαλωτή γλώσσα του! Τα παγωμένα, ορθάνοιχτα μάτια του στάθηκαν με μια απαίσια, υπνωτική εμμονή πάνω στους δυο εισβολείς. Αυτοί, καθώς κοίταζαν με απίστευτη φρίκη, άκουσαν το οξύ κροτάλισμα της ουράς του, που ακουγόταν σαν μαραμένοι σπόροι που κινούνται από τρομερό αέρα.
 -"Θεέ μου!" φώναξε ο Σούλερ. "Αυτό το πράμα είναι ζωντανό"!
     Καθώς μίλησε, ο φακός έπεσε από το χέρι του Γκόντφρυ κι έσβησε, αφήνοντάς τους σε κατάμαυρο σκοτάδι. Καθώς στέκονταν, μισοπετρωμένοι από την έκπληξη και τον τρόμο, άκουσαν το κροτάλισμα ξανά, και μετά κάποιο αντικείμενο που έπεσε και χτύπησε το πάτωμα. Μερικές στιγμές μετά, άκουσαν ακόμα μια φορά το οξύ κροτάλισμα, αυτή την φορά σχεδόν μπροστά στα πόδια τους.
     Ο Γκόντφρυ κραύγασε δυνατά κι ο Σούλερ άρχισε να βρίζει ασυνάρτητα καθώς γύρισαν μαζί και έτρεξαν προς την ανοιχτή πόρτα. Ο Σούλερ ήταν πρώτος και καθώς πέρασε το κατώφλι στο αμυδρά φωτισμένο χολ, όπου μια ηλεκτρική λάμπα ακόμα άναβε, άκουσε τον ήχο από τον σύντροφό του που έπεφτε, αναμιγμένο με έναν λυγμό τέτοιου άπειρου τρόμου, τέτοιας φρικώδους αγωνίας, που πάγωσε το μυαλό του και το μεδούλι στα κόκαλά του. Μέσα στον παραλυτικό πανικό που τον κυρίευσε, η μόνη λειτουργία που μπόρεσε να διατηρήσει ο Σούλερ, ήταν αυτή της γρήγορης κίνησης κι ούτε καν σκέφτηκε ότι ήταν δυνατό να σταματήσει και να εξακριβώσει τι έπαθε ο Γκόντφρυ. Δεν είχε καμία σκέψη, καμία επιθυμία, εκτός από το να μεγαλώσει την απόσταση ανάμεσα σε αυτόν και στα συμβάντα της καταραμένης βιβλιοθήκης.
     Ο Άβιλτον, ντυμένος με πιτζάμες, στεκόταν στην πόρτα του δωματίου του. Είχε ξεσηκωθεί από τις κραυγές τρόμου του Γκόντφρυ.
 -"Τί τρέχει;" ρώτησε ο συγγραφέας με ύφος ελαφριάς έκπληξης, που βάρυνε γρήγορα μόλις είδε το πρόσωπο του Σούλερ. Ήταν άσπρο σαν μαρμάρινη ταφόπλακα και τα μάτια του ήταν αφύσικα διεσταλμένα.
 -"Το φίδι!" κραύγασε ο Σούλερ. "Το φίδι! Το φίδι! Κάτι τρομερό συνέβη στο Γκόντφρυ, έπεσε με αυτό το πράμα ακριβώς από πίσω του"!
 -"Ποιό φίδι; Δεν εννοείς σε καμιά περίπτωση τον ταριχευμένο μου κροταλία, έτσι δεν είναι";
 -"Ταριχευμένος κροταλίας;” φώναξε ο Σούλερ. “Το καταραμένο πράγμα είναι ζωντανό! Ήρθε προς το μέρος μας έρποντας, κροταλίζοντας κάτω από τα πόδια μας πριν ένα λεπτό. Τότε ο Γκόντφρυ σκόνταψε κι έπεσε και δεν ξανασηκώθηκε”.
 -“Δεν καταλαβαίνω", βρυχήθηκε ο Άβιλτον. "Αυτό είναι σίγουρα αδύνατο, πραγματικά είναι ενάντια σε όλους τους φυσικούς νόμους, σε βεβαιώνω. Σκότωσα αυτό το φίδι πριν από τέσσερα χρόνια, στην επαρχία του Ελντοράντο κι έβαλα να το βαλσαμώσει ένας ειδικός ταριχευτής".
 -"Πήγαινε και δες μόνος σου", τον προκάλεσε ο Σούλερ.
     Ο Άβιλτον έτρεξε γρήγορα στην βιβλιοθήκη και άναψε τα φώτα. Ο Σούλερ, ελέγχοντας τον πανικό του και τον τρόμο του, ακολούθησε από ασφαλή απόσταση. Βρήκε τον Άβιλτον σκυμμένο πάνω από το σώμα του Γκόντφρυ, που κειτόταν ακίνητο σε μια μαζεμένη και απαίσια συστρεμμένη στάση κοντά στην πόρτα. Εκεί κοντά ήταν και το παρατημένο καλάθι. Ο ταριχευμένος κροταλίας ήταν κουλουριασμένος στο συνηθισμένο του μέρος πάνω στα ράφια της βιβλιοθήκης.
     Ο Άβιλτον, με ένα θλιβερό και σκυθρωπό ύφος, τράβηξε το χέρι του από το στήθος του Γκόντφρυ, και παρατήρησε:
 -"Είναι σίγουρα καρδιακή ανακοπή από σοκ, έτσι πιστεύω".
     Ούτε αυτός, ούτε ο Σούλερ μπόρεσαν να κοιτάξουν για πολλή ώρα το πρόσωπο του Γκόντφρυ, στο οποίο ήταν αποτυπωμένη η τρομαχτική έκφραση του τρόμου και της αγωνίας που κανένα ανθρώπινο πλάσμα δεν μπορεί να αντέξει. Καθώς κι οι δυο είχαν την ίδια επιθυμία να μη κοιτάξουν το πρόσωπο του νεκρού, τα μάτια τους έπεσαν την ίδια στιγμή στο δεξί του χέρι, το οποίο ήταν σφιγμένο σε μια αποτρόπαια ακαμψία και τραβηγμένο κοντά στο πλευρό του.
     Κανείς τους δεν μπόρεσε να ξεστομίσει ούτε μια λέξη όταν είδαν το πράγμα πού εξείχε ανάμεσα από τα δάχτυλα του Γκόντφρυ. Ήταν μια χούφτα κρόταλα, και στο τελευταίο, που προφανώς σχίστηκε από την ουρά του ερπετού, κρέμονταν πολλά κομμάτια από ωμή και ματωμένη σάρκα.

------------------------------------------------------------------------------------------

     Σημ: Και τα θαυμάσια κείμενα τούτα είναι μετάφραση του Ιωάννη Καραγιαννάκη και πρέπει να πω πως χωρίς αυτόν δε θα υπήρχανε μήτε τούτα, μήτε και τα άλλα που 'ναι στο Φανταστικό. Βρίσκονται επίσης και στο:

             
http://www.eldritchdark.com/writings/short-stories/

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers