Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Goldoni Carlo: Μεταρρυθμιστής Αξιαγάπητος Δημιουργός

 

   Βιογραφικό  


     Ο
Κάρλο Γκολντόνι (Carlo Goldoni) διάσημος Ιταλός θεατρικός συγγραφέας, ποιητής & στιχουργός, κατατάσσεται στους μεγαλύτερους συγγραφείς του Ιταλικού & Ευρωπαϊκού Θεάτρου. Με πάνω από 120 έργα, πεζά ή έμμετρα στο ενεργητικό του. Μαζί με τον μεταγενέστερό του Λουίτζι Πιραντέλο είναι οι κωμικοί με τη μεγαλύτερη αναγνώριση σε παγκόσμιο επίπεδο. Ήταν μεγάλος μεταρρυθμιστής της παραδοσιακής ιταλικής κωμωδίας (commedia dellarte) που μες απ' το ανανεωτικό έργο παραμέρισε δυναμικά το παραδοσιακό αυτοσχεδιαστικό ύφος και το άσεμνο λεξιλόγιό της μετατρέποντάς τη σε νέα ιταλική κωμωδία χαρακτήρων. Σ' αυτή τη νέα μορφή οι μάσκες εγκαταλείπονται, μετασχηματίζονται σε τρισδιάστατα θεατρικά πρόσωπα και στη σκηνή αποτυπώνεται ο ρεαλισμός της πραγματικής ζωής όπου περνά απ' τη κωμωδία καταστάσεων στη "ποιητική" των χαρακτήρων.
    
Γεννήθηκε 25 Φλεβάρη 1707 στη Βενετία στο Μέγαρο Τσεντάνι δίπλα στο Ponte San Toma. Πατέρας ήταν ο Τζούλιο, παθολόγος (κατ' άλλους, φαρμακοποιός) και μητέρα η Μαργκερίτα ΣαβιόνιΣαλβιόνι), ηθοποιός. Κληρονόμησεν ωστόσο την αγάπη του για το θέατρο από τον παππού του Κάρλο Αλεσάντρο που ήταν μεγάλος λάτρης του θεάτρου (ενίοτε και των γυναικών ηθοποιών!) ενώ το θέατρο αποτελούσε τη κύρια διασκέδαση όλης της οικογένειας. Έτσι ο μικρός Κάρλο εμφάνισεν εξαίρετη θεατρική κλίση απ' τα παιδικά του χρόνια. Παιχνίδια του ήταν οι μαριονέτες και τα διαβάσματά του θεατρικά έργα. Λέγεται μάλιστα ότι στα 8 του έγραψε το πρώτο του θεατρικό έργο. Σύμφωνα με τα "Απομνημονεύματά" του, απεικονίζεται γεννημένος κωμικός, με μεγάλη ζωντάνια, απρόσεκτος, αμέριμνος, μ' εύθυμη ιδιοσυγκρασία (απόδειξη ενάντια σ' όλα τα κτυπήματα της μοίρας που δέχτηκε στη ζωή) αλλά επιμελώς αξιοσέβαστη κι έντιμη.
    
Το 1712 ο πατέρας του Τζούλιο, πηγαίνει στη Ρώμη να σπουδάσει ιατρική κι έτσι ο Κάρλο μένει με τη μητέρα του και το μικρότερο αδελφό του Τζιαν-Πάολο στη Βενετία. Το 1719 ο πατέρας του καλεί τον Κάρλο στη Περούτζια -που 'χει εγκατασταθεί- και τον στέλνει να σπουδάσει στο Κολέγιο ΙησουιτώνΤο 1720 πατέρας και γιος εγκαθίστανται στο Ρίμινι όπου ο Τζούλιο θέτει υπό την επίβλεψη του φιλόσοφου Caldini, το γιό του επειδή δεν επιθυμούσε ν' ασχοληθεί με το θέατρο. Ωστόσο ο νεαρός κι ανήσυχος Κάρλο συναντά το θίασο του Φλορίντο ντε Μακερόνι και το σκάει με τους ηθοποιούς από το Ρίμινι για τη Κιότζια. Το έτος 1723 πάλι με προτροπή του πατέρα, γράφεται στο διάσημο Κολλέγιο Ghislieri στη Πάβια με σκοπό να σπουδάσει νομικά, αλλά στα "Απομνημονεύματά" του, μας λέει ότι σημαντικό μέρος του χρόνου του το αφιέρωνε διαβάζοντας Ελληνικές & Λατινικές κωμωδίες. Διάβαζε συνήθως Πλαύτο, Terence κι Αριστοφάνη κι αργότερα, ακολούθησε σπουδές στα γαλλικά για να διαβάσει Μολιέρο.
    
Τ
ον 3ο χρόνο φοίτησης έγραψε το σατιρικό ποίημα "Ο Κολοσσός"  (Il colosso) για τις κόρες ορισμένων οικογενειών της Παβία. Αυτό κι επίσης μια επίσκεψή του σε οίκο ανοχής, είχε σαν αποτέλεσμα να διωχτεί απ' το Κολλέγιο. Έτσι η οικογένεια Γκολντόνι αναγκάστηκε να φύγει απ' τη πόλη κι εγκαθίσταται στο Ούντινε (1725). Υπακούοντας μιαν ακόμη φορά, στη θέληση του πατέρα, σπουδάζει νομικά στη Μοντένα και παίρνει τελικά πτυχίο στις 12 Οκτώβρη 1731 ύστερα από φοίτηση 6 ετών. Πτυχιούχος νομικής εργάστηκε σα δικαστικός υπάλληλος της Ενετικής Δημοκρατίας, θέση επικερδής, στη Κιότζια κι ενώ φαινόταν ότι μπορούσε να στεριώσει σ' αυτό το επάγγελμα, μια απρόσμενη έκκληση για επιστροφή του στη Βενετία (ύστερα από απουσία ετών) είχε σαν αποτέλεσμα να του αλλάξει σταδιοδρομία και να τον στρέψει στο να αφοσιωθεί στο γράψιμο θεατρικών έργων κι αργότερα να γίνει διευθυντής θεάτρων.
    
Το 1731 ο δέχτηκε μεγάλο πλήγμα καθώς πέθανε ξαφνικά ο πατέρας του στο Μπανιακαβάλο (βρισκόταν εκεί ως αντικαταστάτης γιατρός) κι έτσι γύρισε ξανά στη Βενετία. Ωστόσο το 1732, προκειμένου ν' αποφύγει έναν ανεπιθύμητο γάμο, εγκαταλείπει τη Βενετία και πηγαίνει πρώτα στο Μιλάνο και στη συνέχεια στη Βερόνα. Εκεί έρχεται σε επαφή με τον διευθυντή του θεάτρου San Samuele της Βενετίας, Τζουζέπε Ίμερ, που τον ώθησε ν' ασχοληθεί με τη συγγραφή θεατρικών έργων. Έτσι μ' αγάπη, άρχισε να συνθέτει ιντερμέτζα, ιλαροτραγωδίες και μελοδράματα.
     
Πρωτοεμφανίστηκε την ίδια χρονιά στην ιταλική θεατρική σκηνή με τη τραγωδία "Αμαλασούντα" (Amalasunta) που παίχτηκε στο Μιλάνο. Ωστόσο είναι θεατρική αποτυχία επειδή δεν τηρεί τους κανόνες σύνθεσης του λιμπρέτου. Ο διευθυντής της όπερας του τόνισε πως στη Γαλλία ο συγγραφέας θα 'πρεπε να προσπαθήσει να ευχαριστήσει το κοινό, αλλά στην Ιταλία έπρεπε να συμβουλευτεί και να ευχαριστήσει τα μέλη του θιάσου. Απογοητευμένος ο Γκολντόνι τη καίει. Το επόμενό του έργο "Βελισάριος" (Belisario) γραμμένο το 1734 παρόλο που σημείωσε επιτυχία, δε μπόρεσε να το χαρεί στο βαθμό που 'πρεπε, επειδή ακόμη ένιωθε ντροπιασμένος. Την ίδια χρονική περίοδο έγραφε επίσης και λιμπρέτα για την Όπερα ενώ παράλληλα, υπηρέτησε για ένα χρονικό διάστημα ως λογοτεχνικός διευθυντής του San Giovanni Grisostomo, της πιο διακεκριμένης Όπερας της Βενετίας. Το 1736 ο Τζουζέπε Ίμερ γνώρισε στον Γκολντόνι τη 19χρονη Nicoletta Conio (νεότερη κόρη συμβολαιογράφου) που ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε πολύ σύντομα. Ο γάμος έγινε στις 22 Αυγούστου 1736 και βάσει διηγήσεών του ο έγγαμος βίος ήτανε πολύ καλός, χωρίς παιδιά, ζώντας ήρεμη κι ευτυχισμένη ζωή με τη πιστή κι αφοσιωμένη Νικολέτα, απολαμβάνοντας τις φροντίδες της, ενώ κείνη προτίμησε να μείνει στη σκιά των μεγάλων επιτυχιών του ανδρός της. Μετά το γάμο επέστρεψε με τη Νικολέτα στη Βενετία και παρέμειναν εκεί ως το 1743.
     Έ
γραψε κι άλλες τραγωδίες για λίγο, μέχρι που τελικά διαπίστωσε τη κλίση του στη κωμωδία. Τότε συνειδητοποίησε πως η παραδοσιακή ιταλική σκηνή χρειαζόταν μεταρρύθμιση. Έβαλε κύριο στόχο του ν' ανανεώσει τη μονότονη Κομέντια ντελ Άρτε. Αντικαθιστά τις μάσκες και παρουσιάζει ολοκληρωμένο σενάριο για το ρόλο του πρωταγωνιστή. Παράλληλα προσέδωσε στις κωμωδίες ευγένεια, συνοχή κι αλήθεια. Έχοντας πρότυπό του τον Μολιέρο εργάστηκε σοβαρά ώσπου το 1738 έγραψε τη 1η του κωμωδία με τίτλο "Ο Άνθρωπος Του Κόσμου" (L' uomo di mondo). Παρά το γεγονός ότι τονε θαύμαζε πολύ -και συχνά προσπάθησε να μιμηθεί το συγγραφικό του ύφος- δε το μιμήθηκε πραγματικά καθώς τα δικά του θεατρικά έργα ήταν ηπιότερα και με πιο αισιόδοξο ύφος.
     Σ
τη διάρκεια της περιπλάνησης και διαφόρων δυσκολιών που αντιμετώπισε στην Ιταλία δουλεύοντας αδιάκοπα, γνωρίζεται με το θιασάρχη Girolamo Medebac κι αποφασίζει να εργαστεί επαγγελματικά ως δραματουργός προκειμένου να ζήσει. Εργάστηκε δίπλα στον Μέντεμπακ γράφοντας έργα για το θίασό του στη Βενετία. Παράλληλα όμως δούλεψε και γι' άλλους θιασάρχες κατά τη παραμονή του στη πόλη. Το 1739 ανακηρύσσεται Πρόξενος της Δημοκρατίας της Γένοβας στη Βενετία, ενώ παρουσιάζει μ' επιτυχία στο Σαν Σαμουέλε τη κωμωδία "Αυλικό Μόμολο" (Momolo Cortesan) με την οποία ουσιαστικά εγκαινίασε τη μεταρρύθμιση του παραδοσιακού ιταλικού θεάτρου. Το 1743 γράφει τη "Μοντέρνα Κυρία" (La donna di garbo) και το 1745 γράφει τη κωμωδία "Υπηρέτης Δυο Αφεντάδων" (Il servitore di due padroni) για τον Αρλεκίνο Αντόνιο Σάκκι, ενώ το 1748 γράφει τη "Πονηρή Χήρα" (La vedova scaltra).

                          

    
Το 1748 επιστρέφει στη Βενετία όπου γνωρίζεται και συνεργάζεται με τον συνθέτη Μπαλντάσαρ Γκαλούπι στη νέας μορφής Όπερα Μπούφα, ο οποίος συνέθεσε μουσική για περισσότερα από 20 λιμπρέτα που 'γραψε ο Γκολντόνι. Παράλληλα με τις κωμωδίες του Γκολντόνι η Όπερα Μπούφα ενσωμάτωσε στοιχεία της Commedia dell'arte με γνωστά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τοπικής και μεσαίας τάξης. Τα έτη 1748-1762 αποτελούν τα πιο δημιουργικά κι επιτυχημένα της καριέρας του διότι τώρα ήταν σε θέση να ενσωματώσει τις απόψεις για δραματική μεταρρύθμιση στο συγγραφικό του ύφος. Γράφει για το Teatro San Luca (τώρα Teatro Goldoni). Η commedia dell’ arte βρίσκεται πλέον πίσω του. Τότε δημιούργησε τα καλύτερά του έργα: "Ο Ψεύτης" (Il Bugiardo), "Πάμελα(Pamela), "Ο Αληθινός Φίλος" (Il Vero Amico) 1750, "Το Καφενείο" (La Bottega del caffè) 1751, το αριστούργημα Λοκαντιέρα" (La locandiera) 1753, "Ένα Περίεργο Συμβάν" (Un curioso accidente) 1760, "Οι Αγροίκοι"  (Il rusteghi) 1760, κλπ.
   
Οι επιτυχίες που σημείωσε τότε είχαν αποτέλεσμα, το 1757 να πέσει σ' έντονη διαμάχη με το θεατρικό συγγραφέα Κάρλο Γκότζι (και με άλλους συμπατριώτες του) ο οποίος του άσκησε έντονη κριτική, σχετικά με τη φύση του θεάτρου και τον κατηγόρησε ότι στερεί από το θέατρο φαντασία και ποίηση. Ο Γκολντόνι πολύ πικραμένος αηδίασε με τα γούστα των συμπατριωτών του τόσο πολύ, ώστε το 1762 αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία. Εγκαθίσταται στο Παρίσι για να διευθύνει την Comédie-Italienne. Εκεί ξαναγράφει όλα του τα έργα από τα γαλλικά για το βενετσιάνικο κοινό: το γαλλικό "L’ Éventail" (1763), μετατράπηκε στα ιταλικά στο εξαιρετικό "Il ventaglio" (Ο Θαυμαστής) (1764). Διορίζεται επικεφαλής του ιταλικού θεάτρου στο Royal Court. Αργότερα δέχτηκε τη θέση καθηγητή ιταλικής στην Αυλή του Λουδοβίκου XV, που τονε προσκάλεσε προκειμένου να διδάσκει ιταλικά τις κόρες του. Το 1769, μετά 4 χρόνια αυλικής ζωής, του χορηγήθηκε σύνταξη που λάμβανε τακτικά ως και το 1792.
    
Πέρασε την υπόλοιπη ζωή του στη Γαλλία γράφοντας τα περισσότερα έργα του στα γαλλικά, ενώ παράλληλα έγραψε τα "Απομνημονεύματά" του στην ίδια γλώσσα (ξεκίνησε να τα γράφει το 1783). Στη διάρκεια της διαμονής του εκεί γράφει 2 σημαντικές κωμωδίες στα γαλλικά: "Bourru bienfaisant(1771) για το γάμο του βασιλιά Λουδοβίκου XVI με τη Μαρία Αντουανέτα (που αργότερα μετάφρασε στα Ιταλικά) και το "Avare fastueux". Τα έργα του που γράφτηκαν στην Ιταλία δεν έχουν θρησκευτικό ή εκκλησιαστικό θέμα ούτε εκφράζουν σκέψεις για το θάνατο ή τη μετάνοια, κάτι που προκαλεί εντύπωση λόγω της αυστηρής καθολικής ανατροφής του. Στη Γαλλία έγινε πιο ξεκάθαρος, καθώς τα έργα του είχαν έντονο αντιεκκλησιαστικό τόνο και συχνά σατίριζαν την υποκρισία των μοναχών και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
    
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ταλαιπωρήθηκε αρκετά καθώς είχε τυφλωθεί και πέθανε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, ενώ η σύνταξη που του είχε χορηγηθεί από τον Λουδοβίκο, αποσύρεται με εντολή της Εθνικής Συνέλευσης το 1792 στην έλευση της Γαλλικής Επανάστασης (1789). Μετά την επανάσταση η Εθνοσυνέλευση επιχείρησε να τη ξαναχορηγήσει, μα η απόφαση εγκρίθηκε πολύ αργά: την επόμενη μέρα του θανάτου του. Πέθανε 6 Φλεβάρη 1793, σ' ηλικία 86 ετών.
     Έ
γραψε πάνω από 260 θεατρικά όλων των ειδών κι Όπερες, ενώ μες από τα έργα του αποσκοπούσε στη ρεαλιστική απεικόνιση της καθημερινής ζωής. Θεωρείται απ' τους Ιταλούς σαν εκείνος που ανέβασε τη δραματική τέχνη στην Ιταλία στο ψηλότερο σημείο τελειότητας. Αγαπήθηκε απ' το κοινό του γιατί διέθετε 2 βασικά στοιχεία: ευφυές πνεύμα κι ειλικρίνεια. Έγραψε -μ' επιμονή σ' αυτό- για τις σχέσεις που αναπτύσσουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, για τις πόλεις, για το ανθρωπιστικό κίνημα καθώς και τη μελέτη της φιλοσοφίας.

          

    
Οι ηθικές και πολιτικές αξίες που προβάλλει στα έργα του είναι αυτές του ορθολογισμού, της ευγένειας και του ανθρωπισμού καθώς επίσης τη σημασία της ανερχόμενης μεσαίας τάξης, κρατώντας μια προοδευτική στάση σε ζητήματα που αφορούσαν το κράτος και δίνοντας σημασία στη τιμή κι εντιμότητα, ενώ παράλληλα απεχθανότανε την αλαζονεία, την αδιαλλαξία και τη κατάχρηση εξουσίας. Τα έργα του προσέφεραν στους μετέπειτα συγγραφείς εικόνες του εαυτού τους, συχνά δραματοποιημένες, τη ζωή τους και τις συγκρούσεις της ανερχόμενης μεσαίας τάξης. Παρόλο που έγραψε στα γαλλικά και στα ιταλικά, έκανε πλούσια χρήση της βενετσιάνικης διαλέκτου, της ντοπιολαλιάς και της καθομιλουμένης. Για όλες αυτές τις καινοτομίες, θεωρείται ιδρυτής της ιταλικής ρεαλιστικής κωμωδίας κι όχι άδικα.

    
    

     Στον ελληνικό χώρο ήτανε γνωστός και προ της Επανάστασης του '21, χάρη σ' ερασιτεχνικές και πρόχειρες μεταφράσεις έργων του στα ελληνικά. Μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους, τα έργα του γνώρισαν μεγάλη επιτυχία, χάρις στις μεταφράσεις του πρώην ηγεμόνα της Βλαχίας Ιωάννη Καρατζά. Αυτό διεκόπη από τη κυριαρχία του κωμειδυλλίου, αλλά πολλά έργα του ("Ο Υπηρέτης Δυο Αφεντάδων", "Λοκαντιέρα", "Καβγάδες Στη Κιότζια", "Οι Αγροίκοι" κλπ) παίζονται και σήμερα μ' επιτυχία.

    
    
                                
                Το σπίτι του Κάρλο Γκολντόνι (σήμερα Μουσείο)
           στο Μέγαρο Τσεντάνι (Ponte San Toma)στη Βενετία.

                        

Σημ. Δική μου: Το βιογραφικό αυτό δε θα γινόταν, αν δεν ήτανε προσφορά της πολύ καλής φίλης του Στεκιού, Μαρίας Αλεξιάδου, την οποία ευχαριστώ δημοσίως!


------------------------------------------------------------------------------

                               Υπηρέτης Δυο Αφεντάδων

            ΠΡΟΣΩΠΑ

ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ Των Μπιζονιόζων
ΚΛΕΑΡΕΤΗ κόρη του Πανταλόνε
ΔΟΤΟΡΟΣ ΛΟΜΠΑΡΔΗΣ
ΣΙΛΒΙΟΣ γιος του Λομπάρδη
ΒΕΑΤΡΙΚΗ
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ ΑΡΕΤΟΤΣΗΣ ερωμένος της Βεατρίκης
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ ξενοδόχος
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ καμαριέρα της Κλεαρέτης
ΤΡΟYΦΑΛΔΙΝΟΣ υπηρέτης της Βεατρίκης, έπειτα και του Φλωρίνδου
ΚΑΜΑΡΙΕΡΗΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟY
YΠΗΡΕΤΗΣ Tου Πανταλόνε
ΔYΟ ΒΑΣΤΑΖΟΙ
ΓΚΑΡΣΟΝΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟY (πρόσωπα βουβά)

Το επεισόδιο συμβαίνει στη Βενετία.

                                           ΠΡΑΞΗ 1η

Δωμάτιο στο σπίτι του Πανταλόνε.

Σκηνή 1η:

ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ, ΔΟΤΟΡΟΣ, ΚΛΕΑΡΕΤΗ, ΣΙΛΒΙΟΣ, ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ, ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ κι ΥΠΗΡΕΤΗΣ Tου ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ
.

ΣΙΛΒΙΟΣ (προσφέροντας το χέρι στη Κλεαρέτη): Ιδού το δεξί μου χέρι και μ' αυτό σας προσφέρω όλη μου τη καρδιά.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ (στη Κλεαρέτη): Εμπρός, μη ντρεπόσαστε δώστε το χέρι κι εσείς. Έτσι θ' αρραβωνιαστείτε και μάνι μάνι θα παντρευτείτε.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Μάλιστα, αγαπητέ Σίλβιε, ιδού το δεξί μου. Υπόσχομαι να γίνω γυναίκα σας.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Κι εγώ υπόσχομαι να γίνω δικός σας. (Δίνουνε τα χέρια).
ΔΟΤΟΡΟΣ: Εύγε, πάει κι αυτό. Τώρα πια δεν αλλάζουν τα πράματα.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ (μόνη): Αχ! Τί ωραίο πράμα! Ως κι εγώ αλήθεια λυώνω απ' το καημό μου.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ (προς Μπριγκέλα κι Υπηρέτη): Σεις να 'στε μαρτύροι στο σημερινό αρραβώνιασμα τση κόρης μου τση Κλεαρέτης και του σιορ Σίλβιου, του αξιότιμου γιου από 'δω, του σιορ δοτόρου Λομπάρδη.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ (στον Πανταλόνε): Μάλιστα, μάλιστα, κυρ-κουμπάρε και σας ευχαριστώ για τη τιμή που μου κάνετε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Εγώ έγινα κουμπάρος στο γάμο σας κι εσείς γενόσαστε μάρτυρας στο γάμο τση κόρης μου. Δε θέλησα να κράξω κουμπάρους, να καλέσω δικούς, γιατί κι ο σιορ Δοτόρος είναι του χαραχτήρα μου, του αρέσει να κάνει τσι δουλειές του χωρίς θόρυβο, χωρίς μεγαλεία. Θα φάμε μαζί, θα γλεντήσουμε συναμεταξύ μας και δε θα ενοχλήσουμε κανένα. (προς Κλεαρέτη και Σίλβιο). Τ ι λέτε, παιδιά, δε θα κάμουμε καλά;
ΣΙΛΒΙΟΣ: Εγώ δεν επιθυμώ άλλο παρά να 'μαι κοντά στην αγαπημένη μου Κλεαρέτη.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ (μόνη): Βέβαια, αυτό είναι το καλύτερο φαΐ.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Ο γιος μου δεν είναι φαντασμένος. Είν' ένας νέος με καλή καρδιά. Αγαπάει την κόρη σας και δεν ενδιαφέρεται για τίποτ' άλλο.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ (στον Σίλβιο): Για να πούμε την αλήθεια, ο γάμος αυτός ήτανε γραμμένος από Θεού, γιατί, αν δεν απέθαινε στο Τουρίνο ο σιορ Φρεντερίκος Ρασπόνης, ο αντιπρόσωπος μου, να ξέρετε πως τη κόρη μου την είχα τάξει εκείνου και δε θα μπορούσε να τη πάρει ο αγαπητός μου γαμπρός.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Ασφαλώς, μπορώ να πω πως εστάθηκα τυχερός. Δε ξέρω αν λέει το ίδιο η κυρία Κλεαρέτη.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Αγαπητέ Σίλβιε, μ' αδικείτε. Ξέρετε αν σας αγαπώ. Για να υπακούσω στον πατέρα μου θα 'παιρνα τον Τουρινέζο, μα η καρδιά μου ήτανε πάντα μ' εσάς.
ΔΟΤΟΡΟΣ (στον Πανταλόνε): Κι όμως, είναι σωστό, όταν γράφετ' από Θεού κάτι, θα γίνει με τρόπο ανέλπιστο. Και πώς πέθανε ο Φρειδερίκος Ρασπόνης;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Ο άμοιρος! Τον εσκοτώσανε τη νύχτα, εξαιτίας τση αδερφής του... Δεν ηξέρω ποιος. Του δώκανε μια σπαθιά κι έμεινε στον τόπο.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ (στον Πανταλόνε): Κι αυτό γένηκε στο Τουρίνο;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Ναι στο Τουρίνο.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Ω, το δύστυχο! Πολύ μου κακοφάνηκε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ (στον Μπριγκέλα): Τον ηξέρατε τον σιορ Φρεντερίκο Ρασπόνη;
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Βέβαια που τον ήξερα. Έμεινα στο Τουρίνο τρία χρόνια κι εγνώρισα ως και την αδερφή του. Μια νέα με μυαλό, με θάρρος ντυνόταν αντρίκια, πήγαινε με τ' άλογο κι εκείνος την ελάτρευε. Ποιός να το 'λεγε τέτοιο πράμα!
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Ε, τα δυστυχήματα γένονται από μινούτο σε μινούτο. Τέλος, ας τ' αφήκουμε τα λυπητερά πράματα. Ξέρετε τί λέω γώ, αγαπητέ μου σιορ Μπριγκέλα; Ξέρω πως σας αρέσει ν' ανακατευόσαστε στη κουζίνα, θα 'θελα να κάνατε κανένα φαΐ τση όρεξής σας.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Μετά χαράς. Δεν το λέω γώ, μα στο ξενοδοχείο μου όλοι μένουν ευχαριστημένοι. Έχουνε να το πούνε: πουθενά δεν τρών' έτσι, όπως τρώνε στο ξενοδοχείο μου. Καταλαβαίνουμε μια κάποια ουσία.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τηράχτε, κάτι βραστό για να βουτήσει κανείς καμιά μπουκιά ψωμί.(Ακούονται χτυπήματα). Ω, χτυπάνε! Σμεραλδίνα, για τήραξε, ποιος είναι.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Αμέσως. (φεύγει).
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Πατέρα, με την άδεια σας.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Περιμένετε, θα 'ρθουμ' όλοι. Ας δούμε πρώτα ποιος είναι.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ (γυρίζοντας): Αφέντη, είν'ένας υπερέτης κάποιου ξένου, που θέλει να σας δώκει μιαν αγγελία. Σ' εμέ δε θέλησε να πει τίποτα. Είπε πως θέλει να μιλήσει με τον αφέντη.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Πέστε του να 'ρθει. Ας δούμε τι θέλει.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Πάω να τόνε φέρω. (φεύγει).
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Μα εγώ, πατέρα, να πηγαίνω.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Πού;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Ξέρω 'γω; Στο δωμάτιο μου.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Κυρά μου, όχι, να σταθείτε δώ. (σιγά στο Δοτόρο). Δε μου αρέσει ακόμα ν' αφήκουμε μοναχούς τσου αρραβωνιασμένους.
ΔΟΤΟΡΟΣ (σιγά στον Πανταλόνε): Πολύ σωστά, πολύ φρόνιμα.

Σκηνή 2η:

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ κι οι επάνω
.

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Προσκυνώ ταπεινότατα όλους τσου κυρίους. Ω, τί όμορφη συντροφιά! Τί όμορφη συναναστροφή!
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ
: Ποιός είστε, φίλε; Τί ορίζετε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (δείχνοντας τη Κλεαρέτη): Ποιά είν' ετούτ' η αρχοντοπούλα;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Είναι η κόρη μου.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Χαίρω πολύ.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ (στον Τρουφαλδίνο): Κι εξόν απ' αυτό είναι νύφη.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ευχαριστώ. Κι εσείς ποιά εισάστενε;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Είμαι η καμαριέρα της, κύριε.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Έχω ευχαρίστηση.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Έλα, έλα, κύριε, παρατήστε τσου χαιρετισμούς. Τί θέλετε; Ποιός είστε; Ποιός σας στέρνει;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Σιγά-σιγά ντε, με το καλό. Τρεις ερώτησες μονορούφι πάει πολύ σ' έναν άμοιρο άνθρωπο.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ (σιγά στον Δοτόρο): Μου φαίνεται πως είναι μπαγαπόντης.
ΔΟΤΟΡΟΣ (σιγά στον Πανταλόνε): Πιο πολύ μου φαίνεται για κωμικός.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (στη Σμεραλδίνα): Η αφεντιά σας είσαστε η νύφη;
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ (αναστενάζει): Αχ, όχι κύριε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Θα πείτε ποιός είσαστε ή θέλετε να πάτε από κει που 'ρθατε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Α δε γυρεύετ'άλλο παρά να μάθετε ποιος είμαι, ξηγιέμαι με δυο λόγια. Είμαι ο υπερέτης του αφέντη μου. (στη Σμεραλδίνα). Κι έτσι, γυρίζοντας στη κουβέντα μας...
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Και ποιός είναι ο αφέντης σας;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Είν ' ένας ξένος, που θέλει να σας κάμει επίσκεψη. (στη Σμεραλδίνα). Όσο για το γάμο θα κουβεντιάσουμε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Αυτός ο ξένος ποιός είναι; Πώς τόνε λένε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ω, πάει σε μάκρος. Ο αφέντης μου είν' ο σιορ Φρεντερίκος Ρασπόνης, ο Τουρινέζος και σας προσκυνάει. Έχει έρθει ξεπίτηδες κι είναι κάτω και με στέρνει να σας πω πως θέλει να 'ρθει μέσα, και με περιμένει να του πάω την απάντηση. Είσαστ' ευχαριστημένος; Θέλετ' άλλο; (στη Σμεραλδίνα). Ας έρθουμε στα δικά μας... (όλοι κάνουνε χειρονομίες θαυμασμού).
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Για ελάτε δώ , μιλάτε μ' εμέ. Τί διάολο λέτε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Κι αν θέλετε να μάθετε και για με, εγώ είμ' ο Τρουφαλδίνος ο Μπατόκιος, από τα μέρη τση Μπέργαμος.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Δε μ' ενδιαφέρει ποιος είσαστε σείς, θα 'θελα να μου ξαναπείτε ποιός είν' αυτός ο αφέντης σας. Σκιάζομαι να μη παράκουσα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Καψόγερε! θα 'ναι βαρύκουος. Ο αφέντης μου είναι ο σιορ Φρεντερίκος Ρασπόνης, από το Τουρίνο.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Άμε από δω, εσ' είσαι βουρλισμένος. Ο σιορ Φρεντερίκος Ρασπόνης, από το Τουρίνο, απέθανε.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Απέθανε;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Απέθανε σίγουρα. Δυστυχώς για κείνονε.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (μόνος): Διάολε! Ο αφέντης μου απέθανε; Εγώ τον άφηκα κάτω γερό. (στον Πανταλόνε). Λέτε σωστά πως απέθανε;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Σας το λέω καθαρά, απέθανε.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Μάλιστα, είν' αλήθεια, πέθανε δεν υπάρχει λόγος να το αμφισβητήσετε.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (μόνος): Ωχ, άμοιρε αφέντη μου! Θα του 'ρθε κάνα ξαφνικό. (αποχαιρετά). Με την άδεια σας.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Δε θέλετε τίποτ' άλλο από με;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μια κι απέθανε δε μου χρειάζετ' άλλο. (μόνος). Θα πάω να δώ, αν είν' αλήθεια. (φεύγει).
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τί νάν' αυτός; Παλαβός ή μπαγαπόντης;
ΔΟΤΟΡΟΣ: Δε ξέρω. Φαίνεται πως είναι λίγο από το 'να και λίγο από τ' άλλο.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Εμέ μου φαίνεται πιο πολύ γι' απλοϊκός. Είναι Μπεργαμάσκος, δε μου φαίνεται για κατεργάρης.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Έτσι μου φαίνεται κι εμέ. (μόνη). Δεν είν' άσκημος, αυτός ο μελαψούλης.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μα τί; Ονειρεύεται τον σιορ Φρεντερίκο;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Αν είν'αλήθεια, πως είν' εκείνος εδώ, για με θα 'τανε πολύ κακή είδηση.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τί κουταμάρες! Δεν είδατε κι εσείς τα γράμματα;
ΣΙΛΒΙΟΣ: Και ζωντανός να 'ναι και να βρίσκεται δώ, ήρθε πολύ αργά.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (γυρίζει): Μου κάνει εντύπωση μ' εσάς, κύριοι. Δε φέροντ' έτσι με τον άμοιρο τον κόσμο. Δεν κοροϊδεύουν έτσι τσου ξένους. Δεν είν' αυτά πράματ' απ' ανθρώπους όπως πρέπει. Και θα γυρέψω το λόγο.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ (στους άλλους): Να ιδείτε πως είναι παλαβός. (στον Τρουφαλδίνο). Τί τρέχει; Τί σας εκάμανε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Να μου πείτε πως ο σιορ Φρεντερίκος Ρασπόνης απέθανε!
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Κι έτσι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Κι έτσι, είν' εδώ, ζωντανός, γερός, έξυπνος, μια χαρά και θέλει να σας προσκυνήσει, αν έχετε την ευχαρίστηση.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Ο σιορ Φρεντερίκος;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ο σιορ Φρεντερίκος.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Ο Ρασπόνης;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ο Ρασπόνης.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Από το Τουρίνο;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Από το Τουρίνο.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Παιδάκι μου, αμέτε στο ζουρλοκομείο, εσείς είσαστε βουρλισμένος.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Έλα, διάολε! Θα με κάμετε να βλαστημήσω, σα να 'μουνε κανάς χαρτοπαίχτης. Σας λέω, είναι δώ, στο σπίτι μέσα, που κακό χρόνο να 'χετε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τώρα, εγώ σου τσακίζω τα μούτρα.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Όχι, κυρ-Πανταλόνε, ακούστε με πέστε του να πει να 'ρθει εδώ αυτός ο άνθρωπος, που θαρρεί πως είν' ο Φρειδερίκος Ρασπόνης.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Εμπρός, πέστε να 'ρθει σ' αυτό τον αναστημένο νεκρό.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Αν απέθανε κι αν αναστήθηκε, μπορεί, δεν αντιλέω καθόλου. Μα τώρα είναι ζωντανός και θα τόνε ιδείτε με τα μάτια σας. Πάω να του πω να 'ρθει. Κι από δω κι ομπρός να μάθετε να φερνόσαστε με τους ξένους, με τσ' ανθρώπους σαν κι εμέ, με τσου Μπεργαμάσκους τσου τιμημένους. (στη Σμεραλδίνα). Εσάς, κοπέλα μου, τόμου βρω ευκαιρία, θα σας μιλήσω. (φεύγει).
ΚΛΕΑΡΕΤΗ (σιγά στον Σίλβιο): Σίλβιέ μου, τρέμω σύγκορμη.
ΣΙΛΒΙΟΣ (σιγά στη Κλεαρέτη): Μην αμφιβάλλετε, οτιδήποτε και να συμβεί, θα γίνετε δική μου.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Τώρα θα μάθουμε την αλήθεια.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μπορεί να 'ρθει κανένας μπαγαπόντης, να μου πει παραμύθια.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Εγώ, καθώς σας είπα, κυρ-κουμπάρε, γνώρισα τον κυρ-Φρεντερίκο. Αν είν' αυτός, θα το ιδούμε.
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ (μόνη): Κι όμως ο μελαψούλης αυτός δεν έχει φυσιογνωμία για ψεύτης. Θα ιδώ αν θα μπορέσω... (στους άλλους) Με την άδεια σας, κύριοι. (φεύγει).

Σκηνή 3η:

ΒΕΑΤΡΙΚΗ ντυμένη αντρίκια και με τ' όνομα Φρειδερίκος κι οι πάνω.

ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Κύριε Πανταλόνε, η ευγένεια που θαύμασα στις επιστολές σας δεν ανταποκρίνεται με την υποδοχή που κάνετε στο άτομο μου. Σας στέρνω τον υπηρέτη μου, σας ειδοποιώ πως επιθυμώ να μπω στο σπίτι σας, κι εσείς μ' αφήνετε στο
δρόμο, χωρίς να μ' αξιώσετε να με μπάσετε, παρά έπειτ' από μισήν ώρα!
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Λυπάμαι πολύ... Μα ποιός είσαστε, αφέντη;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ο Φρειδερίκος Ρασπόνης από το Τουρίνο, δούλος σας. (όλοι κάνουνε χειρονομίες θαυμασμού).
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ (μόνος): Τί βλέπω; Τι δουλειά είν' ετούτη. Αυτός δεν είναι ο Φρεντερίκος, είναι η κυρα-Βεατρίκη, η αδερφή του. Θα ιδώ τι σκοπό έχει ετούτ' η μασκαράτα.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Με κάνετε και σαστίζω... Χαίρομαι που σας βλέπω γερό και ζωντανό, ενώ είχαμε μάθει άσχημα νέα. (σιγά στον Δοτόρο). Μα δεν τόνε πιστεύω ακόμα, να ξέρετε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Το ξέρω είχε βγει ο λόγος πως σε μια συμπλοκή εσκοτώθηκα. Έκαμε ο Θεός κι επληγώθηκα μονάχα και μόλις εγιατρεύτηκα, επήρα το δρόμο για τη Βενετία, καθώς είχαμε συμφωνήσει από πολύν καιρό.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Δε ξέρω τι να πω. Η όψη σας είναι από άνθρωπο καθώς πρέπει, μα έχω πληροφορίες σίγουρες και σωστές πως ο σιορ Φρεντερίκος απέθανε. Έτσι βλέπετε καλά... αν δε μου δώκετε κάποιαν απόδειξη για το αντίθετο...
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Έχετε τελείως δίκιο ν' αμφιβάλλετε καταλαβαίνω την ανάγκη να δώσω αποδείξεις. Ιδού τέσσερις επιστολές των φίλων αντιπροσώπων σας μια είναι του διευθυντή της Τράπεζας μας. Αναγνωρίστε τις υπογραφές και βεβαιωθείτε για το
άτομο μου. (του δίνει τέσσερις επιστολές, που τις διαβάζει από μέσα του).
ΚΛΕΑΡΕΤΗ (στον Σίλβιο): Αχ, Σίλβιε, είμαστε χαμένοι.
ΣΙΛΒΙΟΣ (σιγά στη Κλεαρέτη): Τη ζωή μου θα χάσω, μα εσάς όχι.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ (μόνη, βλέποντας τον Μπριγκέλα): Αλίμονο! Εδώ ο Μπριγκέλας; Πώς διάβολο βρέθηκ' ετούτος εδώ; Αυτός θα με γνωρίσει δίχως άλλο. (δυνατά στον Μπριγκέλα). Φίλε, μου φαίνεται πως σας ξέρω.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Μάλιστα, κύριε, δε θυμόσαστε στο Τουρίνο τον Μπριγκέλα Καβίκιο;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Α, μάλιστα, τώρα σας αναγνωρίζω. (πλησιάζει τον Μπριγκέλα). Λαμπρέ αρχοντάνθρωπε, τί κάνετε στη Βενετία; (σιγά στον Μπριγκέλα). Για τ' όνομα του Θεού μη με φανερώσετε.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ (σιγά): Μην έχετε φόβο. (δυνατά). Είμαι ξενοδόχος, δούλος σας.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ω, ακριβώς, μια κι έχω την ευχαρίστηση να σας γνωρίζω, θα 'ρθω να μείνω στο ξενοδοχείο σας.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Μετά χαράς. (μόνος). Κάποιο λαθραίο, χωρίς άλλο.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τα ειδα όλα. Βέβαια, τα γράμματα αυτά μου τα φέρνει ο σιορ Φρεντερίκος Ρασπόνης, και μια και μου τα παρουσιάζετε σείς. Είμαι αναγκασμένος να πιστέψω πως είσαστε... καθώς λένε τα γράμματα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αν έχετε ακόμα καμιάν αμφιβολία, ιδού ο κύριος Μπριγκέλας· με γνωρίζει, μπορεί να σας βεβαιώσει ποιος είμαι. (σιγά στον Μπριγκέλα). Έχεις δέκα ντόπιες.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Χωρίς άλλο, κυρ-κουμπάρε, το βεβαιώνω γώ, από 'δω είναι ο κυρ-Φρεντερίκος Ρασπόνης. (μόνος). Μπορεί ν' αφήκεις να χάσεις δέκα ντόπιες;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μια κι είν' έτσι, μια και μου το βεβαιώνει, εξόν από τα γράμματα κι ο κουμπάρος μου, ο Μπριγκέλας, αγαπητέ μου σιορ Φρεντερίκε, είμαι ευτυχισμένος που σας βλέπω και σας ζητάω συγνώμη, αν είχα αμφιβολία.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Πατέρα, αυτός είναι λοιπόν ο κύριος Φρειδερίκος Ρασπόνης;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μάλιστα, αυτός είναι.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ (σιγά στον Σίλβιο): Δυστυχία μου, τί θα γίνει με μάς;
ΣΙΛΒΙΟΣ (σιγά στη Κλεαρέτη): Μην αμφιβάλλετε, σας λέω είσαστε δική μου και θα σας υπερασπιστώ.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ (σιγά στον Δοτόρο): Τί λέτε, Δοτόρε μου, ήρθε στην ώρα του;
ΔΟΤΟΡΟΣ (σιγά στον Πανταλόνε): Accidit in puncto, quod non contingit in anno! (Όσα φέρνει μια στιγμή, δε τα φέρνει ολάκερος χρόνος).
ΒΕΑΤΡΙΚΗ (δείχνοντας τη Κλεαρέτη): Κύριε Πανταλόνε, ποιά είν' εκείνη η κυρία;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Είναι η Κλεαρέτη, η κόρη μου.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Η προορισμένη για γυναίκα μου;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μάλιστα, κύριε, αυτή. (μόνος). Τώρα είμαι για τα καλά μπερδεμένος.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ (στη Κλεαρέτη): Κυρία, επιτρέψατε μου να λάβω τη τιμή να σας υποβάλω τα σέβη μου.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ (συγκρατημένα): Δούλη σας πιστή.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ (στον Πανταλόνε): Πολύ ψυχρά με υποδέχεται.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τί να γένει; Είναι ντροπιάρα από φυσικό της.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ (δείχνοντας τον Σίλβιο): Κι εκείνος ο κύριος είναι συγγενής σας;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μάλιστα, κύριε, είν' ανεψιός μου.
ΣΙΛΒΙΟΣ (στη Βεατρίκη): Όχι, κύριε, δεν είμαι ανεψιός του, μα παίρνω γυναίκα μου τη Κλεαρέτη.
ΔΟΤΟΡΟΣ (σιγά στον Σίλβιο): Μπράβο! Μη τα χάνεις. Πες το δίκιο σου, μα χωρίς παραφορές.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πώς; Εσείς άνδρας της κυρίας Κλεαρέτης; Δεν είναι προορισμένη για με;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Έλα, έλα, θα τα φανερώσω όλα. Αγαπητέ σιορ Φρεντερίκο, πίστευα πως ήταν αληθινό το δυστύχημα του θανάτου σας κι έτσι έδωκα την κόρη μου στο σιορ Σίλβιο, αυτό δεν είναι πράμα κακό. Τέλος εφτάκατε στην ώρα σας. Η Κλεαρέτη
είναι δική σας, αν τη θέλετε κι εγώ ε ί μ ' έτοιμος να βαστάξω το λόγο μου. Ο σιορ Σίλβιος δε ξέρω τι λέει. Βλέπετε με τα μάτια σας την αλήθεια. Ακούσατε τι σας είπα και μαζί μου δε μπορείτε να 'χετε κανένα παράπονο.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Μα ο κύριος Φρειδερίκος δε θα θελήσει να πάρει γυναίκα του μια που έδωσε σ' άλλονε το χέρι.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Δεν είμαι και τόσο ψιλοκοσκινιστής. Όπως και να 'ναι, θα τη πάρω. (μόνη). Μ' αρέσει να διασκεδάσω και λιγάκι.
ΔΟΤΟΡΟΣ (μόνος): Τί ωραίος σύζυγος της μόδας! Δεν είν' άσκημος.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ελπίζω πως η κυρία Κλεαρέτη δε θ' αρνηθεί το χέρι μου.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Παρατήστε τα, κύριε, εφτάσατε αργά. Η κυρία Κλεαρέτη είναι δική μου και μην ελπίζετε πως θα σας την παραχωρήσω. Αν ο κυρ-Πανταλόνε μ' αδικήσει θα εκδικηθώ κι όποιος θέλει τη Κλεαρέτη, πρέπει να τη διεκδικήσει με το σπαθί του. (φεύγει).
ΔΟΤΟΡΟΣ (μόνος): Μπράβο, μα το ναι!
ΒΕΑΤΡΙΚΗ (μόνη): Όχι, όχι, μ' αυτό τον τρόπο δεν έχ' όρεξη να πεθάνω.
ΔΟΤΟΡΟΣ: Αφέντη μου, του λόγου σας, εφτάσατε λιγάκι αργά. Η Κλεαρέτη θα πάρει το γιο μου. Ο νόμος μιλεί καθαρά: Prior in tempore, potior in jure. [ο πρώτος χρονικά, ισχυρότερος στο νόμο]. (φεύγει).
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Μα σεις, κυρία Κλεαρέτη, δε λέτε τίποτα;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Λέγω πως ήρθατε για να με βασανίσετε. (φεύγει).

Σκηνή 4η:

ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ, ΒΕΑΤΡΙΚΗ, ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ, ΥΠΗΡΕΤΗΣ του ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ.

ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Πώς; Γλωσσού! Τί είπατε; (κάνει να τη κυνηγήσει).
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Σταθείτε κύριε Πανταλόνε, τη συγχωρώ. Δε πρέπει να τη πάρουμε με τ' άγριο. Με τον καιρό ελπίζω να μου χρωστά τούτη τη χάρη. Στο μεταξύ, ας εξετάσουμε τους λογαριασμούς μας, που 'ναι μια από τις δυο αιτίες που με φέρανε, καθώς ξέρετε, στη Βενετία.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Όλα είν' έτοιμα για το λογαριασμό μας. Θα σας δείξω τον τρεχούμενο λογαριασμό. Τα λεφτά σας είν' έτοιμα και μπορούμε να ξοφλήσουμε τόμου επιθυμείτε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Θα 'ρθω με πιο άνεση να σας υποβάλω τα σέβη μου. Για τώρα, αν μου επιτρέπετε, θα πάω με τον Μπριγκέλα να τελειώσω μερικές μικροδουλειές, που μου 'χουν αναθέσει. Αυτός ξέρει τη πόλη, θα μπορέσει να με βοηθήσει στις ανάγκες μου.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Κάμετε όπως σας αρέσει κι αν σας χρειάζεται τίποτε, διατάχτε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αν μου δίνατε μερικά χρήματα, θα μου κάνατε χάρη δεν επήρα μαζί μου, για να μη ζημιωθώ από το άλλαγμα των νομισμάτων.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μετά χαράς, να σας δώκω. Τώρα δεν είν' εδώ ο ταμίας μου. Μα τόμου έρθει, θα σας στείλω τα λεφτά στο σπίτι. Δε πάτε να κάτσετε στου κουμπάρου μου του Μπριγκέλα;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Βέβαια, κεί πηγαίνω κι έπειτα θα σας στείλω τον υπηρέτη μου. Είναι πιστότατος, μπορεί κανείς να του εμπιστευτεί οτιδήποτε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Πολύ καλά, θα κάμω καθώς ορίζετε κι αν θέλετε να κάτσετε να φάτε μαζί μας, είσαστε νοικοκύρης.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Για σήμερα σας ευχαριστώ. Θα 'ρθω άλλη φορά να σας ανησυχήσω.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Λοιπόν, θα σας περιμένω.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ (παρουσιάζεται): Κύριε Πανταλόνε σας ζητάνε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕΣ: Ποιός;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Από κει... δε ξέρω... (σιγά). Γίνονται φασαρίες.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Έρχομαι αμέσως. (στη Βεατρίκη). Με την άδεια σας. Με συμπαθάτε, αν δε σας κάνω συντροφιά. Μπριγκέλα, εσείς είσαστε του σπιτιού, περιποιηθείτε τον σιορ Φρεντερίκο.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Μη στενοχωρείστε για με.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Πρέπει να πάω. Καλή αντάμωση. (μόνος). Δε μ' αρέσει να βγει στη μέση κανάς διαολάκος. (φεύγει).

Σκηνή 5η:

ΒΕΑΤΡΙΚΗ, ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ.

ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Μπορώ να μάθω, κυρά Βεατρίκη...
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Σωπάστε, για τ' όνομα του Θεού, μη με φανερώσετε . Ο άμοιρος ο αδελφός μου πέθανε και τον εσκότωσε ή ο Φλωρίνδος Αρετούσης με τα χέρια του ή κάποιος άλλος βαλμένος από κείνον. Θυμούσαστε πως ο Φλωρίνδος μ' αγαπούσε κι ο αδελφός μου δεν ήθελε να τον πάρω. Επιαστήκανε, δεν ηξέρω πώς ο Φρειδερίκος πέθανε κι ο Φλωρίνδος, φοβούμενος τη Δικαιοσύνη, έφυγε χωρίς να μου πει ένα γεια σου. Ξέρει ο Θεός αν με λύπησε ο θάνατος του αδελφού μου και πόσο έκλαψα γι' αυτόν. Μα τώρα πια δε βρίσκεται καμιά γιατριά, και με θλίβει το χάσιμο του Φλωρίνδου. Ξέρω πως είχε τραβήξει για τη Βενετία κι επήρα την απόφαση να τον ακολουθήσω. Με τα φορέματα και
τις συστατικές επιστολές του αδελφού μου, να 'μαι δώ, με την ελπίδα να ξαναβρώ τον αγαπημένο μου. Ο κύριος Πανταλόνε, χάρη σ' αυτές τις επιστολές και πιο πολύ χάρη στη βεβαίωση σας, με θεωρεί πια για Φρειδερίκο. Θα εξοφλήσουμε τους λογαριασμούς
μας, θα εισπράξω χρήματα, και θα μπορέσω να βοηθήσω και τον Φλωρίνδο, αν έχει ανάγκη. Κοιτάχτε πού φέρνει ο έρωτας! Συνδράμετε με, αγαπητέ Μπριγκέλα, βοηθήστε με και θα ικανοποιηθείτε με το παραπάνω.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Όλα καλά, μα δε θα 'θελα εξαιτίας μου να σας πλερώσει με καλή πίστη ο κυρ-Πανταλόνες το λογαριασμό κι έπειτα να βρεθεί γελασμένος.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πώς γελασμένος; Πεθαίνοντας του αδελφού μου, δεν είμ' εγώ κληρονόμα;
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Είναι σωστό. Μα γιατί δε φανερωνόσαστε;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αν φανερωθώ δε κάνω τίποτα. Ο Πανταλόνε θ' αρχίσει να μου κάνει τον κηδεμόνα κι όλοι θα μ' ενοχλούνε, πράμα που δεν είναι καθόλου σωστό κι έπειτα πού ξέρω εγώ τι μπορεί να συμβεί. Θέλω την ελευθερία μου. Αυτό θα βαστάξει για λίγο, υπομονή. Στο αναμεταξύ κάτι θα κατορθώσω.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Πραματικά κυρία, σταθήκατε πάντα ένα μυαλό παράξενο. Αφήστε μ' εμέ, μπιστευτείτε σ' εμέ κι έχω γώ να κάμω.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ας πάμε στο ξενοδοχείο σας.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Κι ο υπηρέτης σας, πού είναι;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Του πα να με περιμένει στο δρόμο.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Πού τον ευρήκατε αυτό το βλάκα; Δε ξέρει μήτε να μιλήσει.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Τον επήρα στο δρόμο. Φαίνεται κουτός καμιά φορά, μα δεν είναι κι όσο για εμπιστοσύνη, δεν είμαι δυσαρεστημένη.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Α, η εμπιστοσύνη είναι ωραίο πράμα. Πάμε, είμαι στον ορισμό σας. Κοιτάτε ο έρωτας τι πάει και κάνει!
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αυτό είναι τίποτα. Ο έρωτας κάνει και χειρότερα. (φεύγουν).

Σκηνή 6η:

Δρόμος με το ξενοδοχείο του Μπριγκέλα... ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ μόνος.

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Βαρέθηκα να περιμένω, δε μπορώ άλλο. Μ' αυτό τον αφέντη τρώγω λίγο κι αυτό το λίγο με κάνει να το λαχταράω. Το ρολόι τση χώρας εσήμανε μεσημέρι εδώ και μισή ώρα και το στομάχι μου σήμανε μεσημέρι εδώ και δυο ώρες. Να 'ξερα κάνε πού θα πάει να κάτσει! Οι άλλοι τόμου φτάκουνε σε μια χώρα, πρώτη δουλειά πάνε στο ξενοδοχείο. Αυτός, κύριε μου, όχι· αφήνει τα μπαούλα στη βάρκα και πάει να κάμει βίζιτες και δε θυμάται τον άμοιρο τον υπερέτη του. Τόμου σου λένε πως πρέπει να δουλεύεις τον αφέντη μ' αγάπη, πρέπει να πούνε και στους αφέντηδες να 'χουνε κι αυτοί μια σταλιά λύπηση για την υπερεσία. Εδώ είν' ένα ξενοδοχείο έτσι μου 'ρχεται να
πάω να ιδώ αν μπορώ να γλεντήσω τα δόντια μου. Κι αν με γυρέψ' ο αφέντης; Το λάθος δικό του, έπρεπε να 'χει και λίγη διάκριση. Λέω να πάω, μα τώρα που το σκέφτομαι βρίσκω μια μικρή δυσκολία, που δεν την είχα λογαριάσει: δεν έχω μήτε δεκαράκι. Αχ, άμοιρε Τρουφαλδίνε! Παρά να κάνεις τον υπερέτη, κάλλιο να 'κανες... να πάρει ο διάολος... σαν τι; Δόξα σοι ο Θεός, δε ξέρω να κάμω τίποτα.

Σκηνή 7η:

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ μ' ένα ΒΑΣΤΑΖΟ με μπαούλο στον ώμο κι ο άνω.

ΒΑΣΤΑΖΟΣ: Σας λέω πως δε βαστάω άλλο, πεζάρει πολύ, θα με ζουπίσει.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Νάτο εδώ, μια επιγραφή μαγέρικου ή ξενοδοχείου. Δε μπορείς να κάμεις αυτά τα τέσσερα βήματα;
ΒΑΣΤΑΖΟΣ: Βοήθεια, το μπαούλο μου πέφτει.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Το 'πα πως εσύ δεν ήσουνε κατάλληλος, είσαι πολύ αδύνατος δεν έχεις δύναμη. (βαστά το μπαούλο στον ώμο του Βαστάζου).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (κοιτώντας το Βαστάζο): Αν μπορούσα να βγάλω καμιά δεκάρα. (στον Φλωρίνδο). Κύριε, αγαπάτε μήπως τίποτα; Μπορώ να σας δουλέψω;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Καλέ μου άνθρωπε, βοηθήστε να πάρει αυτό το μπαούλο σε κείνο το ξενοδοχείο;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δελέγκου άστεμε 'μέ. Να, πως κάνουνε. Αμόλα το. (με τον ώμο κάτω απ' το μπαούλο, το παίρνει όλο πάνω του και ρίχνει χάμω το Βαστάζο με μια σπρωξιά).
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Εύγε.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δεν πεζάρει καθόλου. (μπαίνει στο ξενοδοχείο με το μπαούλο).
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ (στο Βαστάζο): Βλέπετε πώς κάνουνε;
ΒΑΣΤΑΖΟΣ: Εγώ δε μπορώ πλιότερο. Κάνω το χαμάλη απ' ανάγκη, μα είμαι από καλό σπίτι.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τί έκανε ο πατέρας σου;
ΒΑΣΤΑΖΟΣ: Ο πατέρας μου; Έγδερνε τ' αρνιά τση χώρας.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ (μόνος): Ετούτος, χωρίς άλλο είναι παλαβός. (κάνει να μπει στο ξενοδοχείο).
ΒΑΣΤΑΖΟΣ: Αφέντη, με συμπαθάτε...
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τί θέλετε;
ΒΑΣΤΑΖΟΣ: Τη πλερωμή για το θέλημα.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τί; Θα σου δώσω για δέκα βήματα! Νάτην, εκεί είν' η βάρκα. (δείχνει στο βάθος της σκηνής).
ΒΑΣΤΑΖΟΣ: Εγώ δε μετράω τα βήματα! Να με πλερώσετε. (απλώνει το χέρι).
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πάρε πέντε σολδιά. (του τα βάζει στο χέρι).
ΒΑΣΤΑΖΟΣ (απλώνει το χέρι): Να με πλερώσετε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ω, τι επιμονή! Πάρε άλλα πέντε..
ΒΑΣΤΑΖΟΣ: Να με πλερώσετε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ (του δίνει μια κλωτσά): Μου 'βγαλες τη ψυχή.
ΒΑΣΤΑΖΟΣ: Τώρα είμαι πλερωμένος. (φεύγει).

Σκηνή 8η:

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ.

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τί κόσμος που σου 'ναι! Περίμενε ακριβώς να τόνε κακομεταχειριστώ. Ας πάμε να ιδούμε τί ξενοδοχείο είν' ετούτο...
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Κύριε, το πήρα.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τί ξενοδοχείο είν' αυτό;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Είναι καλό ξενοδοχείο, κύριε. Όμορφα κρεβάτια, όμορφοι καθρέφτηδες, μια σπουδαία κουζίνα, με μια μυρουδιά που ανασταίνει. Εμίλησα με τον καμαριέρη. Θα σας περιποιηθεί βασιλικά.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Εσείς τί επάγγελμα κάνετε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τον υπερέτη.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Είσαστε Βενετσιάνος;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δεν είμαι Βενετσιάνος, μα είμ' εδώ από το κράτος. Είμαι Μπεργαμάσκος, δούλος σας.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τώρα έχετε αφέντη;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τώρα... πραματικά δεν έχω.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Είσαστε χωρίς αφέντη;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Να 'μαι, με βλέπετε, είμαι δίχως αφέντη. (μόνος). Εδώ δεν είν' ο αφέντης μου, δε λέω ψέματα.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ερχόσαστε στην υπηρεσία μου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Στην υπερεσία σας; Γιατί όχι; (μόνος). Αν η συμφωνία είναι καλύτερη, αλλάζω παρτσινέβελο.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τουλάχιστο για το διάστημα που θα μείνω στη Βενετία.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Πολύ καλά. Πόσο θα μου δίνετε;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πόσο ζητάτε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Να σας πω. Ένας άλλος αφέντης που είχα και που τώρα εδώ δεν τον έχω άλλο, μούδιν' ένα Φίλιππο το μήνα και τα έξοδα μου.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Καλά, τόσο θα σας δίνω κι εγώ.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Πρέπει να μου δώκετε κάτι πλιότερο.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Και τί πλιότερο ζητάτε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ένα σολδάκι την ημέρα για το ταμπάκο.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Μάλιστα, ευχαρίστως, θα σας το δώσω.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μια κι είν' έτσι, στέκω μ' εσάς.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Μα θα 'θελα και κάποια σύσταση για τη διαγωγή σας.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τόμου δε γυρεύετ' άλλο, παρά σύσταση για τη διαγωγή μου, αμέτε στη Μπέργαμο κι όλοι θα σας πούνε για με.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Δεν έχετε κανένα στη Βενετία να σας ξέρει;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Έφτακα σήμερα το πρωί, κύριε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Καλά, μου φαινόσαστε καλός άνθρωπος, θα σας δοκιμάσω.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δοκιμάστε με και θα ιδείτε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πρώτ' απ' όλα, βιάζομαι να ιδώ αν υπάρχουνε στο ταχυδρομείο επιστολές για με. Πάρτε μισό σκούδο, πηγαίνετε στο ταχυδρομείο του Τουρίνου και ρωτήστε αν είν' επιστολές για τον Φλωρίνδο Αρετούση. Αν είναι, τις παίρνετε και τις φέρνετε αμέσως, γιατί σας περιμένω.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ως τόσο διατάχτε να ετοιμάσουνε το γιόμα.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ναι, καλά, θα πω να το ετοιμάσουνε. (μόνος). Είναι κωμικός, δε μου φαίνεται κακός. Σιγά-σιγά θα τόνε δοκιμάσω. (μπαίνει στο ξενοδοχείο).

Σκηνή 9η:

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, ΒΕΑΤΡΙΚΗ, ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ.

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ένα σολδί πλιότερο τη μέρα, κάνουνε τριάντα σολδιά το μήνα και δεν είναι μήτε σίγουρο πως ο άλλος μου δίνει ένα Φίλιππο μου δίνει δέκα Παύλους. Μπορεί δέκα Παύλοι να κάνουν ένα Φίλιππο, μα 'γω δε το ξέρω σίγουρα. Κι έπειτα κείνο το σιορ Τουρινέζο, δε τόνε βλέπω άλλο. Είναι παλαβός. Είν' ένας γκιοβινότος χωρίς μουστάκι και χωρίς μυαλό. Ας πάει να κουρεύεται κι ας πάμε στο Ταχυδρομείο για τούτο τον αφέντη. (πάει να φύγει και συναντά τη Βεατρίκη).
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Εύγε σου, έτσι με περιμένεις;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Εδώ είμαι, κύριε. Σας περιμένω ακόμα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Και γιατ' ήρθες να με περιμένεις εδώ κι όχι στο δρόμο που σου 'πα; Είναι σύμπτωση που σε ξαναβρήκα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Επροβάτησα κομμάτι, για να μου περάσει η πείνα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Έλα, πήγαινε αμέσως στη βάρκα, πες του βαρκάρη να σου δώσει το μπαούλο μου και πάρτο στο ξενοδοχείο του κύριου Μπριγκέλα.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Νάτο εκεί το ξενοδοχείο μου δεν έχει να λαθέψεις.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Καλά, λοιπόν, κάμε γρήγορα, γιατί σε περιμένω.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (μόνος): Διάολε! Σε κείνο το ξενοδοχείο!
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Άκου, συγχρόνως να πας στο Ταχυδρομείο του Τουρίνου και να ρωτήσεις αν είναι δικές μου επιστολές. Μάλιστα, ρώτα αν είν' επιστολές για τον Φρειδερίκο Ρασπόνη και για τη Βεατρίκη Ρασπόνη. 'Ητανε να 'ρθει μαζί μου ως κι η αδελφή μου και για κάποιο εμπόδιο έμεινε στο σπίτι. Μπορεί να της έγραψε καμιά φίλη της. Κοίτα αν είν' επιστολές ή για κείνην ή για με.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (μόνος): Δε ξέρω τι να κάμω. Είμ' ο πλιο μπερδεμένος άνθρωπος του κόσμου.
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ (σιγά στη Βεατρίκη): Πώς περιμένετε γράμματα στο σωστό σας τ' όνομα και στο πλαστό, τη στιγμή που φύγατε μυστικά;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ (σιγά στον Μπριγκέλα): Άφησα παραγγελία σ' ένα πιστό υπηρέτη μου, που φροντίζει το σπίτι μου, να μου γράψει και δε ξέρω με τι όνομα μπορεί να μου γράψει. Μα πάμε και με την ησυχία μας θα σας τα πω όλα. (στον Τρουφαλδίνο). Κάμε γρήγορα, πήγαινε στο ταχυδρομείο κι έπειτα στη βάρκα. Πάρε τις επιστολές, δώσε να φέρουνε το μπαούλο και σε περιμένω στο ξενοδοχείο. (μπαίνει στο ξενοδοχείο).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (στον Μπριγκέλα): Εσείς είσαστε ο παρτσινέβελος του ξενοδοχείου;
ΜΠΡΙΓΚΕΛΑΣ: Μάλιστα, εγώ είμαι. Φερθείτε καλά και να 'σαστ' ήσυχος πως θα σας δώκω να φάτε καλά. (μπαίνει στο ξενοδοχείο).

Σκηνή 10η:

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, ΣΙΛΒΙΟΣ.

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τί ωραία! Κόσμος και κόσμος γυρεύει έναν αφέντη κι εγώ εύρηκα δύο. Τί διάβολο να κάμω; Και τσου δυο δε μπορώ να τσου υπερετάω. Δε μπορώ; Και γιατί όχι; Δε θα 'ταν όμορφο να δουλεύω και τσου δυο, και να βγάνω δυο μιστούς και να τρώγω διπλό; Θα 'τανε ζάχαρη αν δεν το μυριζόντανε. Κι αν το μυριστούνε, τί θα χάσω; Τίποτα! Αν ο ένας με διώξει, στέκω με τον άλλονε, με κείνονε που θέλει να με δοκιμάσει.
Και μια μέρα να βαστάξει, θέλω να δοκιμάσω. Στον πάτο τση γραφής, πάντα κάτι θ' απολάψω. Κουράγιο, ας πάμε στο Ταχυδρομείο και για τσου δυο. (κάνει να ξεκινήσει).
ΣΙΛΒΙΟΣ (μόνος): Τούτος είν' ο υπηρέτης του 
Ρασπόνη. (στο Τρουφαλδίνο). Πατριώτη!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ορίστε!
ΣΙΛΒΙΟΣ: Πού είναι ο αφέντης σας;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ο αφέντης μου; Είν' εκεί, σε κείνο το ξενοδοχείο.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Να πάτε αμέσως στον αφέντη σας και να του πείτε πως θέλω να του μιλήσω κι αν έχει φιλότιμο να 'ρθει κάτω, που τόνε περιμένω.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μα αγαπητέ κύριε...
ΣΙΛΒΙΟΣ (με δυνατή φωνή): Να πάτε αμέσως!
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μα γι' ακούστε, ο αφέντης μου...
ΣΙΛΒΙΟΣ: Λιγότερες κουβέντες, γιατί, μα το Θεό...
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μα ποιανού να πω να 'ρθει;
ΣΙΛΒΙΟΣ: Αμέσως, ή σε τσακίζω στο ξύλο.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (μόνος): Δε ξέρω τίποτα, θα στείλω τον πρώτο που θα βρεθεί μπροστά μου. (μπαίνει στο ξενοδοχείο).

Σκηνή 11η:

ΣΙΛΒΙΟΣ, ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ, ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ.

ΣΙΛΒΙΟΣ: Όχι, ποτέ, είναι αδύνατο ν' ανεχτώ μπρος στα μάτια μου έναν αντεραστή. Αν ο Φρειδερίκος εγλίτωσε μια φορα, δε θα 'χει πάντα την ίδια τύχη. Ή θα παρατήσει κάθε αξίωση για τη Κλεαρέτη ή θα λογαριαστεί μαζί μου. Βγαίνουν άλλοι άνθρωποι από το ξενοδοχείο. Δεν θέλω να μ' ανησυχήσουν. (τραβιέται στο αντίθετο μέρος).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (δείχνει τον Σίλβιο στον Φλωρίνδο): Νάτος εκεί, κείνος ο κύριος που πετά φωτιές απ' όλες του τσι μπάντες.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Δε τόνε ξέρω. Τί θέλει από με;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δε ξέρω. Πάω για τα γράμματα. Με την άδεια σας. (μόνος). Δε θέλω σκοτούρες.
ΣΙΛΒΙΟΣ (μόνος): Ο Φρειδερίκος δεν έρχεται.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ (μόνος): Θα ιδώ τι συμβαίνει. (στο Σίλβιο). Κύριε, εσείς μ' εζητήσατε;
ΣΙΛΒΙΟΣ: Εγώ; Δεν έχω τη τιμή μήτε να σας γνωρίζω.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Κι όμως ο υπηρέτης που είδατε να φεύγει τώρ' από 'δω, μου 'πε πως με αγέρωχη φωνή και με φοβέρες ζητούσατε να με προκαλέσετε.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Δε με κατάλαβε καλά. Είπα να μιλήσει στον αφέντη του.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ωραία, εγώ είμαι ο αφέντης του.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Εσείς; Ο αφέντης του;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Χωρίς αμφιβολία. Είναι στην υπηρεσία μου.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Συγνώμη λοιπόν, ή ο υπηρέτης σας μοιάζει με κάποιον άλλο που είδα σήμερα το πρωί ή δουλεύει και σε κάποιον άλλο.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Αυτός υπηρετεί σ' εμέ , μην αμφιβάλλετε.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Μια κι είν' έτσι, σας ξαναζητώ συγνώμη.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Παρακαλώ. Ομοιότητες παρουσιάζονται κάθε στιγμή.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Εσείς είσαστε ξένος, κύριε;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τουρινέζος, στον ορισμό σας.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Τουρινέζος ακριβώς ήτανε κι εκείνος που γυρεύω να ξεθυμάνω.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Αν είναι συμπολίτης μου, μπορεί να τόνε ξέρω κι αν σας έχει πειράξει, αναλαβαίνω ευχαρίστως να σας ικανοποιήσω.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Γνωρίζετε κάποιο Φρειδερίκο Ρασπόνη;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ω! Τον εγνώρισα δυστυχώς.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Γυρεύει, για ένα λόγο που 'λαβε απ' τον πατέρα, να μου πάρει τη γυναίκα που σήμερα το πρωί αρραβωνιάστηκα.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Μη φοβάστε, φίλε, ο Φρειδερίκος Ρασπόνης δε μπορεί να σας πάρει τη γυναίκα σας. Είναι πεθαμένος.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Μάλιστα, όλοι πιστεύανε πως ήτανε πεθαμένος, μα σήμερα το πρωί έφθασε στη Βενετία γερός και ζωντανός, για μεγάλη μου δυστυχία.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Κύριε, με κάνετε να σαστίσω.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Μα σάστισα κι εγώ.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ο Φρειδερίκος Ρασπόνης, σας βεβαιώνω πως απέθανε.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Ο Φρειδερίκος Ρασπόνης σας βεβαιώνω πως ζει.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Προσέχετε καλά, γιατί γελιόσαστε.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Ο κυρ-Πανταλόνε των Μπιζονιόζων, ο πατέρας του κοριτσιού, εξέτασε με όλες τις λεπτομέρειες για να βεβαιωθεί και με αναμφισβήτητες απόδειξες επείστηκε πως είναι ο ίδιος.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ (μόνος): Δε σκοτώθηκε λοιπόν καθώς επίστεψαν όλοι;
ΣΙΛΒΙΟΣ: Ή αυτός ή εγώ θ' αφήσουμε τον έρωτα για τη Κλεαρέτη ή τη ζωή.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ (μόνος): Ο Φρειδερίκος εδώ; Φεύγω απ' τη Δικαιοσύνη και βρίσκω μπρος τον εχθρό μου!
ΣΙΛΒΙΟΣ: Είναι περίεργο πώς δεν τον είδατε. Επρόκειτο να μείνει σ' αυτό το ξενοδοχείο.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Δεν τον είδα εδώ μου 'πανε πως δεν έμενε κανείς ξένος.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Θ' άλλαξε γνώμη. Κύριε, συγνώμη αν σας ανησύχησα. Αν τον δείτε, πέστε του, για το καλό που του θέλω, να βγάλει την ιδέα γι' αυτό το γάμο. Τ' όνομα μου είναι Σίλβιος Λομπαρδης, έχω τη τιμή να σας υποβάλλω τα σέβη μου.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Χαίρω πολύ για τη γνωριμία σας. (μόνος). Τούτ' η δουλειά το νου μου αναστατώνει.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Έχετε την ευχαρίστηση να μου πείτε τ' όνομα σας;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ (μόνος): Δε θέλω να φανερωθώ. (δυνατά). Οράτιος Αρντέντης, στον ορισμό σας.
ΣΙΛΒΙΟΣ: Κύριε Οράτιε, είμαι στις διαταγές σας. (φεύγει).

Σκηνή 12η:

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ.

ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πώς είναι δυνατό, μια σπαθιά, που του μπήκε από το στήθος και του βγήκε στα νεφρά, να μην τον εσκότωσε; Τον είδα κι εγώ με τα μάτια μου ξαπλωμένο χάμου και βουτηγμένο στο αίμα του. Άκουσα να λένε πως έμεινε στον τόπο. Μα μπορεί και να μην απέθανε. Το σίδερο μπορεί να μη του πείραξε σοβαρά μέρη. Θα χτύπησα στα πλευρά κι ενόμισα πως τονε χτύπησα στο στήθος. Η σύγχυση ξεγελά. Με το να φύγω από το Τουρίνο αμέσως, γιατί ξαιτίας της έχθρας μας ήμουνε κατηγορούμενος, δεν έλαβα τον καιρό να μάθω την αλήθεια. Λοιπόν, μια και δεν εσκοτώθηκε, θα 'ναι καλύτερα να γυρίσω στο Τουρίνο, για να παρηγορήσω την αγαπητή μου Βεατρίκη, που ίσως υποφέρει και κλαίει για την απουσία μου.

Σκηνή 13η:

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ μ' ένα βαστάζο, που φέρνει το μπαούλο της Βεατρίκης κι ο πάνω.

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (προχωρεί μερικά βήματα μαζί με το βαστάζο, έπειτα παρατηρώντας τον Φλωρίνδο και φοβούμενος μήπως τον ιδεί, απομακρύνει το βαστάζο): Έλα μαζί μου... Ω, διάολε! Είν' εδώ ο άλλος αφέντης μου. Συνάδερφε, αποτραβηχτείτε και
περιμένετέ με σε κείνη την αγκωνή (ο βαστάζος απομακρύνεται).
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ναι, χωρίς άλλο θα γυρίσω στο Τουρίνο.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Εδώ είμαι, κύριε...
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τρουφαλδίνο, έρχεσαι στο Τουρίνο μαζί μου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Πότε;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τώρα αμέσως.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Χωρίς να φάμε;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Όχι, θα φάμε κι έπειτα φεύγουμε.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Πολύ καλά, τρώγωντας θα σκεφτώ.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Επήγες στο Ταχυδρομείο;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα, κύριε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Εύρηκες γράμματα μου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Εύρηκα.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πού είναι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τώρα να τα βρω. (βγάζει απ' τη τσέπη του τρεις επιστολές. μονολογεί). Ω, διάολε! Πώς θα βρω τώρα τα δικά του; Εγώ δε ξέρω να διαβάζω.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Θάρρος, δώσε μου εδώ τις επιστολές μου.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τώρα, κύριε. (μόνος). Μπερδεύτηκα. (στο Φλωρίνδο). Να σας πω, κύριε: Αυτά τα τρία γράμματα δεν είν' όλα τση αφεντιάς σας. Αντάμωσα ένα γνώριμο μου υπερέτη, που δουλεύαμε στη Μπέργαμο μαζί του 'πα πως πάω Ταχυδρομείο κι εκείνος μ' επαρακάλεσε να κοιτάξω αν ήτανε τίποτα για τον αφέντη του. Μου φαίνεται πως ήταν ένα γράμμα, μα δεν το γνωρίζω δεν ξέρω ποιο είναι.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Δώσε μου να ιδώ εγώ, θα πάρω τα δικά μου και τ' άλλο θα σου το ξαναδώσω.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ορίστε. Βιάζομαι να το δώκω στο φίλο μου.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τί βλέπω! Επιστολή στ' όνομα της Βεατρίκης; Μα είν' εδώ στη Βενετία;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Το βρήκατε το γράμμα του συναδέρφου μου;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ποιός είν' αυτός ο συνάδερφος σου, που σου 'δωσε τη παραγγελία;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Είν' ένας υπερέτης... που τόνε λένε Πασκάλη.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Και πού υπηρετεί;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δε ξέρω, κύριε.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Μα τη στιγμή που σου 'πε να ζητήσεις τα γράμματα του αφέντη του, θα σου 'πε και τ' όνομα του.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Φυσικά. (μόνος). Το μπέρδεμα μεγαλώνει.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Λοιπόν τί όνομα σου 'πε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δε το θυμάμαι.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πώς;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μου το 'γραψε σ' ένα χαρτί.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Και πού είναι το χαρτί;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τ' άφηκα στο ταχυδρομείο.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ (μόνος): Βρίσκομαι σ' ένα πέλαο από μπερδέματα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (μόνος): Να ιδώ πώς θα τα βγάλω πέρα.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πού μένει αυτός ο Πασκάλης;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Καλά δε ξέρω.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Και πώς θα του δώσεις το γράμμα;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μου 'πε πως θα ιδωθούμε στη πλατεία.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ (μόνος): Δε ξέρω τι να πω.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (μόνος): Αν τα βγάλω πέρα, θα 'ναι θάμα. (δυνατά). Δώστε μου το γράμμα και θα κοιτάξω να τόνε βρω.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Όχι, αυτό το γράμμα θα τ' ανοίξω.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ω, πω πω! Μην το κάμετ' αυτό. Θα το ξέρετε πως τιμωριέται αυτός που ανοίγει τα γράμματα.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Έτσι θα κάμω! Τούτο το γράμμα μ' ενδιαφέρει πολύ. Στέλνεται σε πρόσωπο δικό μου. Χωρίς φόβο μπορώ να τ' ανοίξω. (τ' ανοίγει).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δούλος σας κύριε! (μόνος) Το 'καμε!
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ (διαβάζει): Αξιότιμη κυρά. Η αναχώρηση σας από το Τουρίνο έκαμε σ' όλη τη χώρα να μιλούνε για σας κι όλοι καταλαβαίνουνε πως επήρατε μια τέτοιαν
απόφαση, για ν' ακολουθήσετε τον κύριο Φλωρίνδο. Η αστυνομία εξακρίβωσε πως εφύγατε ντυμένη αντρίκια και δεν παύει να προσπαθεί να βρει τη ίχνη σας, για να σας πιάσει. Εγώ την επιστολή αυτή δεν την έστειλα από το Τουρίνο κατευθείαν στη Βενετία,
για να μη μαθευτεί η χώρα που μου 'χατε πει πως εσκοπεύατε να πάτε, μα την έστειλα σε κάποιο φίλο στη Γένοβα, για να σας τη στείλουν από κει. Αν μάθω τίποτ' άλλο, δε θα παραλείψω να σας το γράψω με τον ίδιο τρόπο και ταπεινά υπογράφομαι. Ταπεινότατος και πιστότατος δούλος σας: Αντόνιο του Ντόιρα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (μόνος): Τί ωραία δουλειά! Να διαβάζει τα μυστικά του άλλου!
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ (μόνος): Τί μαθαίνω; Τί διάβασα; Η Βεατρίκη έφυγε απ' το σπίτι της; Ντυμένη αντρίκια; Για να 'ρθει να με βρει; Μ ' αγαπά στ' αλήθεια. Μακάρι να τη ξαναβρώ στη Βενετία. (στον Τρουφαλδίνο). Πήγαινε, αγαπητέ, Τρουφαλδίνο, βάλε τα δυνατά σου να συναντήσεις τον Πασκάλη προσπάθησε να μάθεις απ' αυτόνε ποιος είν' ο αφέντης του, είτε άντρας είτε γυναίκα, ανακάλυψε πού μένει κι αν μπορέσεις, φέρτονε σ' εμέ κι εγώ θα σας δώσω και στους δυο από ένα καλό φιλοδώρημα.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δώστε μου το γράμμα και θα προσπαθήσω να τόνε βρω.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πάρε το σου δίνω την έγνοια: αυτό το πράμα μ' ενδιαφέρει πολύ.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μα να του το δώκω έτσι ανοιγμένο;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πέστε του πως έγινε λάθος, απροσεξία. Μη μου φέρνετε δυσκολίες.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Και στο Τουρίνο θα πάτε τώρα πια;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Όχι, δε θα πάω για την ώρα. Μη χασομεράς. Προσπάθησε να συναντήσεις τον Πασκάλη. (μόνος) Η Βεατρίκη στη Βενετία, ο Φρειδερίκος στη Βενετία. Αν τη βρει ο αδελφός της, αλίμονο της! Θα κάμω το παν να τη συναντήσω. (φεύγει).

Σκηνή 14η:

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, ΒΑΣΤΑΖΟΣ με το μπαούλο στον ώμο.

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Καλός είμαι και του λόου μου, που δε πάω καλλιά μου. Να ιδώ πώς θα τα καταφέρω μ' αυτές τσι δυο υπερεσίες. Θα ιδώ την ικανότητα μου. Ετούτο το γράμμα, που είναι για τον άλλον αφέντη, μου κακοφαίνεται να του το δώκω ανοιγμένο. Θα τηράξω να το διπλώσω. (κάνει διάφορα διπλώματα άσχημα). Τώρα πρέπει να το βουλώσω. Μα πώς γένεται; Έχω ιδεί τη νόνα μου που καμιά φορά βούλωνε τα γράμματα με ψωμί μασημένο. Θα δοκιμάσω. (βγάζει απ' τη τσέπη του ένα κομμάτι φωμί). Μου κακοφαίνεται να χαλάσω αυτό το λίγο ψωμί μα θέλει υπομονή. (μασά λίγο φωμί να
σφραγίσει την επιστολή, μα χωρίς να θέλει το καταπίνει
). Ω, διάολε! Επήγε κάτω. Πρέπει να μασήσω άλλο κομμάτι. (τα ίδια και καταπίνει). Δεν έχει γιατριά. Η φύση αντιστέκεται.
Θα δοκιμάσω ξανά. (μασά όπως και πριν θέλει να καταπιεί το φωμί, μα συγκρατιέται και με πολύ δυσκολία το βγάζει από το στόμα). Ω, το καταφέραμε! Θα βουλώσω το γράμμα.
(το σφραγίζει με φωμί). Μου φαίνεται πως είναι καλά. Δεν πρέπει να καταλάβει πως τ' ανοίξανε. Είμαι σπουδαίος εγώ για να τα διορθώνω! Ω ξέχασα τέλεια το χαμάλη. (κράζει) Συνάδερφε, έλα 'δω, φέρε το μπαούλο.
ΒΑΣΤΑΖΟΣ (με το μπαούλο στον ώμο): Εδώ είμαι, πού θα το πάρουμε;
ΤΡΟΥΦ: Πάρτο σε κείνο το ξενοδοχείο και τώρα έφτακα κι εγώ.
ΒΑΣΤΑΖΟΣ: Και ποιός θα με πλερώσει;

Σκηνή 15η:

ΒΕΑΤΡΙΚΗ, βγαίνει από το ξενοδοχείο κι οι πάνω.

ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ετούτο είναι το μπαούλο μου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα, κύριε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πάρτε το στο δωμάτιο μου.
ΒΑΣΤΑΖΟΣ: Ποιό είναι το δωμάτιο σας;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ρωτήστε τον καμαριέρη.
ΒΑΣΤΑΖΟΣ: Εσυμφωνήσαμε τριάντα σολδιά.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πηγαίνετε, θα σας πληρώσω.
ΒΑΣΤΑΖΟΣ: Θέλω δελέγκου.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Μη μ' ενοχλείτε.
ΒΑΣΤΑΖΟΣ: Τώρα πετάω το μπαούλο στη μέση του δρόμου. (μπαίνει στο ξενοδοχείο).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Σπουδαίοι άρχοντοι κι ετούτ' οι χαμάληδες!
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Επήγες στο ταχυδρομείο;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μάλιστα, κύριε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ήταν επιστολές μου;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ήταν ένα γράμμα τση αδερφής σας.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Καλά, πούναι το;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Εδώ είναι. (δίνει την επιστολή).
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αυτή την επιστολή την έχουν ανοίξει.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Το 'χουν ανοίξει; Και πώς μπορεί;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Την έχουν ανοίξει και την έχουνε σφραγίσει τώρα με ψωμί.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Εγώ δεν έχω ιδέα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Δεν έχεις ιδέα, ε; Κατεργάρη, ανάξιε, ποιός άνοιξε αυτή την επιστολή; Απαιτώ να το μάθω.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Θα σας πω, κύριε, θα σας μαρτυρήσω την αλήθεια. Όλοι μπορεί να λαθέψουμε. Στο ταχυδρομείο ήταν ένα γράμμα δικό μου, δε ξέρω καλά να διαβάζω κι από λάθος, αντίς ν' ανοίξω το δικό μου, άνοιξα το δικό σας. Σας ζητώ συμπάθειο.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αν έγιν' έτσι, δε πειράζει.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Έγιν' έτσι, σας τ' ορκίζομαι.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Τη διάβασες την επιστολή; Ξέρεις τι λέει;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Καθόλου. Είν' ένας χαρακτήρας, που δε τόνε βγάνω.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Την είδε κανείς;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μπα!
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πρόσεξε καλά.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Ου!
ΒΕΑΤΡΙΚΗ (μόνη): Δε θα 'θελα να με γελάσει αυτός. (διαβάζει σιγά).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (μόνος): Πάει κι αυτό, σκεπάστηκε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ (μόνη): Ο Αντόνιο είναι πιστός υπηρέτης. Του 'μαι υπόχρεη. (δυνατά). Άκου, εγώ πάω για κάποια δουλειά λίγο πέρα. Εσύ πήγαινε στο ξενοδοχείο, άνοιξε τό μπαούλο, πάρε και τα κλειδιά κι αέρισε λιγάκι τα φορέματα μου. Όταν θα γυρίσω, θα φάμε. (μόνη) Ο κύριος Πανταλόνε δε φαίνεται κι εμέ μου χρειάζονται αυτά τα χρήματα. (φεύγει).

Σκηνή 16η:

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ.

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Τέλειωσε μια χαρά, που δε μπορούσε καλύτερα. Είμαι σπουδαίος. Εχτιμάω τον εαυτό μου εκατό σκούδα πλιότερο απ' όσο τον εχτιμούσα.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Πέστε μου, φίλε, ο αφέντης σας είναι σπίτι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Όχι, κύριε, δεν είναι.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Ξέρετε πού είναι;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μήτε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Πάει στο σπίτι να φάει;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μου φαίνεται.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Πάρτε και τόμου γυρίσει, του δίνετε αυτά τα όβολα. Είν' εκατό δουκάτα. Δε μπορώ να περιμένω γιατί έχω δουλειά. Σας προσκυνώ. (φεύγει).

Σκηνή 17η:

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ, ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ.

ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Αυτός το 'πε κι αυτός τ' άκουσε. Καλό ταξίδι. Δε μου 'πε μήτε ποιανού από τσου δυο μου αφέντηδες να τα δώκω.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Λοιπόν, εύρηκες τον Πασκάλη;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Όχι κύριε δεν εύρηκα τον Πασκάλη, μα εύρηκα ένανε που μου 'δωκε ένα σακκούλι μ' εκατό δουκάτα.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Εκατό δουκάτα; Να τα κάμεις τί ;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Πέστε μου την αλήθεια, αφέντη, περιμένετε όβολα από πουθενά;
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Ναι, έχω δώσει μιαν επιστολή σε κάποιον έμπορο.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Λοιπόν, αυτά τα όβολα θα 'ναι δικά σας.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Τί σου 'πε αυτός που σου τα 'δωσε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Μου 'πε να τα δώκω του αφέντη μου.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Λοιπόν, είναι δικά μου χωρίς άλλο. Εγώ δεν είμ' ο αφέντης σου; Υπάρχει αμφιβολία;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ (μόνος): Δε ξέρει τίποτα για τον άλλο μου αφέντη. (δυνατά) Βέβαια...
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Και δε ξέρεις ποιος σου τα 'δωσε;
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Δε ξέρω, μου φαίνεται πως τη φυσιογνωμία του την ξανάδα κάποια άλλη φορά, μα δε θυμάμαι που.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Θα 'ναι ο έμπορος που μ' έχουνε συστήσει.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Αυτός θα 'ναι δίχως άλλο.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Θυμήσου τον Πασκάλη.
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Έπειτ' απ' το γιόμα θα τόνε βρω.
ΦΛΩΡΙΝΔΟΣ: Πάμε λοιπόν γρήγορα να ετοιμάσουμε το γιόμα. (μπαίνει στο ξενοδοχείο).
ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ: Πάμε, μάλιστα. Πάλε καλά, που αυτή τη φορά δεν έπεσα όξω. Τα όβολα τα 'δωκα του ανθρώπου που 'τανε δικά του. (μπαίνει στο ξενοδοχείο).

Σκηνή 18η:

ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ, ΚΛΕΑΡΕΤΗ, ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ.

ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Αυτό είναι: ο σιορ Φρεντερίκος θα γένει άντρας σας. Έδωκα λόγο κι εγώ δεν είμαι καραγκιόζης.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Είσαστε αφέντης μου, πατέρα, μα συγνώμη, αυτό είναι τυραννία.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τόμου ο σιορ Φρεντερίκος σας εγύρεψε, σας το 'πα, εσείς δε μου 'πατε πως δεν τόνε θέλετε. Τότες έπρεπε να μιλήσετε. Τώρα είναι αργά.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Η υποταγή, ο σεβασμός μ' έκανε να κλείσω το στόμα.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Ο σεβασμός κι η υποταγή να κάμουνε το ίδιο και τώρα.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Μου είναι αδύνατο, πατέρα.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Αδύνατο; Και γιατί;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Τον Φρειδερίκο δεν τόνε παίρνω, ασφαλώς.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Σου φαίνεται τόσο άσκημος;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Στα μάτια μου είναι μισητός.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Κι αν ακόμα σας δείξω πώς να σας αρέσει;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Με ποιον τρόπο, πατέρα;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Βγάλτε από το νου σας τον σιορ Σίλβιο και θα σας αρέσει.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Ο Σίλβιος είναι βαθιά μες στη ψυχή μου κι εσείς με τη συγκατάθεση σας τονε ριζώσατε ακόμα πιο πολύ.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ (μόνος): Από 'να μέρος λυπάμαι. (δυνατά) Πρέπει να κάμετε την ανάγκη φιλοτιμία.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Η καρδιά μου δεν είναι ικανή για μια τόσο μεγάλη προσπάθεια.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Βάλτε τα δυνατά σας, πρέπει να γένει...
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Αφέντη, είν' εδώ ο κυρ-Φρεντερίκος και θέλει να σας υποβάλει τα σέβη του.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Να 'ρθει μέσα, είναι νοικοκύρης.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Ωιμέ! Τί τυραννία! (κλαίει).
ΣΜΕΡΑΛΔΙΝΑ: Τί έχετε κυρά; Κλαίτε; Μα την αλήθεια έχετ' άδικο. Δεν είδατε τί ωραίος που είν' ο κυρ Φρεντερίκος; Αν είχα 'γω μια τέτοια τύχη, δε θα 'κλαια καθόλου, μα θα γελούσα μ' ένα στόμα τόσο. (φεύγει).
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Έλα, κόρη μου, μη σε ιδεί πως κλαις.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Μα όταν νιώθω πως σκίζεται η καρδιά μου;

Σκηνή 19η:

ΒΕΑΤΡΙΚΗ κι οι πάνω.

ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Τα σέβη μου στον κύριο Πανταλόνε.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕΣ: Αφέντη, τα σέβη μου. Ελάβατ' εκατό δουκάτα;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Εγώ, όχι.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τα 'δωκα λίγο πριν στον υπερέτη σας. Μου 'πατε πως είναι τίμιος άνθρωπος.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Μάλιστα, δεν είναι φόβος. Δεν τον είδα. Θα μου τα δώσει μόλις γυρίσω στο σπίτι. (σιγά). Τί έχ' η κυρία Κλεαρέτη και κλαίει;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ (σιγά): Αγαπητέ σιορ Φρεντερίκο, πρέπει να τη συχωρέσετε. Η είδηση του θανάτου σας έγιν' αιτία γ ι ' αυτό το κάζο. Με τον καιρό ελπίζω ν' αλλάξει.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ (σιγά): Κάμετ' ένα πράμα κύριε Πανταλόνε, αφήστε με μονάχο μια στιγμή μαζί της, να ιδώ αν θα καταφέρω να της πάρω κανένα καλό λόγο.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μάλιστα, κύριε, πάω και γυρίζω. (μόνος). Θα τα δοκιμάσω όλα. (σιγά). Κόρη μου, περιμένετε κι έφτακα. Κάμετε λίγη συντροφιά στον αρραβωνιαστικό σας.
(φεύγει).

Σκηνή 20η:

ΒΕΑΤΡΙΚΗ, ΚΛΕΑΡΕΤΗ.

ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Κυρία Κλεαρέτη...
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Απομακρυνθείτε και μη τολμήσετε να μ' ανησυχήσετε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Τόση σοβαρότητα με κείνον που πρόκειται να πάρετ' άντρα σας;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Αν συρθώ με βία στο γάμο σας, θα πάρετε το χέρι μου, μα όχι τη καρδιά μου.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Είσαστε θυμωμένη μ' εμέ, μα εγώ ελπίζω να σας ησυχάσω.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Θα σας σιχαίνομαι στον αιώνα τον άπαντα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αν μ' εγνωρίζατε, δε θα μου μιλούσατ' έτσι.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Σας γνωρίζω καλά: Είσαστε η καταστροφή της ησυχίας μου.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Μα εγώ έχω το μέσο να σας παρηγορήσω.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Είσαστε γελασμένος. Άλλος από το Σίλβιο δε μπορεί να με παρηγορήσει.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ασφαλώς, δεν μπορώ να σας δώσω την παρηγοριά που μπορεί να σας δώσει ο Σίλβιος, μα μπορώ να συντελέσω στην ευτυχία σας.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Μου φαίνεται υπερβολικό, κύριε, τη στιγμή που σας μιλώ με τον πιο άγριο τρόπο του κόσμου, να επιμένετε να με βασανίζετε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ (μόνη): Ετούτ' η άμοιρη νέα με συγκινεί, δε βαστά η καρδιά μου να τη βλέπω να υποφέρει.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ (μόνη): Το πάθος με κάνει τολμηρή, αναιδέστατη, βάρβαρη.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Κυρία Κλεαρέτη, έχω να σας εξομολογηθώ ένα μυστικό.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Δε σας υπόσχομαι να το κρατήσω. Μην επιχειρήσετε να μου το εμπιστευτείτε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Η αυστηρότητα σας μου αφαιρεί τον τρόπο να σας κάμω ευτυχισμένη.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Εσείς δεν μπορείτε να με κάμετε παρά δυστυχισμένη.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Γελιόσαστε και για να σας πείσω, θα σας μιλήσω καθαρά. Αν εσείς δε με θέλετ' εμέ, εγώ δε ξέρω τί να σας κάμω. Αν εσείς υποσχεθήκατε σ' άλλον το χέρι σας κι εγώ υποσχέθηκ' αλλού τη καρδιά μου.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Τώρ' αρχίζετε να μου αρέσετε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Δε σας είπα πως είχα τον τρόπο να σας παρηγορήσω;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Αχ, φοβούμαι πως με κοροϊδεύετε.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Όχι, κυρία, δεν υποκρίνομαι. Σας μιλώ με τη καρδιά στα χείλη. Κι αν μου υποσχεθείτε τη μυστικότητα που μου αρνηθήκατε λίγο πριν, θα σας εμπιστευτώ ένα μυστικό, που θα σας κάμει να 'σαστε τελείως ήσυχη.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Ορκίζομαι να βαστάξω τη πιο απόλυτη σιωπή.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Δεν είμαι ο Φρειδερίκος Ρασπόνης, μα η Βεατρίκη, η αδελφή του.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Ω! Τί μου λέτε! Εσείς γυναίκα;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Μάλιστα, γυναίκα. Φανταστείτε αν επιθυμώ με τη καρδιά μου το γάμο σας.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Και για τον αδελφό σας, τί έχετε να μου πείτε;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Εκείνος, δυστυχώς, απέθανε από μια σπαθιά που τον επέρασε από το στήθος στα νεφρά. Εθεωρήθηκ' ένοχος ο αγαπημένος μου, που μ' αυτά τα φορέματα πάω να τον συναντήσω. Σας ορκίζω σ' όλους τους ιερούς νόμους της φιλίας και του
έρωτα, μη με προδώσετε. Ξέρω πως κάνω απερισκεψία, φανερώνοντας ένα τέτοιο μυστικό, μα το κάνω για πολλούς λόγους πρώτα γιατί μου πονούσε να σας βλέπω λυπημένη, έπειτα γιατί μου φαίνεται πως είσαστε μια νέα που μπορεί να κρατήσει ένα
μυστικό, τέλος γιατί ο Σίλβιός σας μ' έχει φοβερίσει και δε θα 'θελα, παρακινούμενος από σας, να με φέρει σε δύσκολη θέση.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Στο Σίλβιο μου επιτρέπετε να το πω;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Όχι, μάλιστα σας το απαγορεύω απολύτως.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Καλά, δε θα του κάμω λόγο.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Προσέχτε πως εμπιστεύομαι σε σας.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Σας το ορκίζομαι ξανά, δε θα κάμω λόγο.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Τώρα δε θα με βλέπετε πια με κακό μάτι.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Μάλιστα θα γίνω φίλη σας κι αν μπορώ να σας βοηθήσω, πέστε μου.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Κι εγώ σας ορκίζομαι φιλία αιώνια. Δώστε μου το χέρι σας.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Α, δε θα 'θελα...
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Φοβάστε πως δεν είμαι γυναίκα; Θα σας δώσω απόδειξη αναμφισβήτητη. (με μια κίνηση, γυμνώνει το στήθος της στην έκπληκτη ακόμα Κλεαρέτη).
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Πιστέψτε με, ακόμα μου φαίνεται σαν όνειρο.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Πραγματικά, δεν είναι κάτι συνηθισμένο.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Είναι πολύ παράδοξο.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Έλα, πρέπει να φύγω. Ας σφίξουμε τα χέρια, απόδειξη της θερμής φιλίας και της πίστης μας.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Ιδού το χέρι μου. Δεν έχω καμιά υποψία πως με γελάτε.

Σκηνή 21η:

ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ κι οι πάνω.

ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μπράβο! Χαίρομαι από καρδιάς. Κόρη μου, συμφωνήσατε, βλέπω, πολύ γλήγορα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Δε σας το 'πα, κύριε Πανταλόνε, πως θα την ησυχάσω;
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μπράβο! Εκάματ' εσείς σε τέσσερα μινούτα, όσα δε θα 'κανα εγώ σε τέσσερα χρόνια.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ (μόνη): Τώρα βρίσκομαι σε χειρότερο λαβύρινθο.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Λοιπόν, θα τελειώσουμε γλήγορα αυτό το γάμο.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Μην έχετε τόση βιάση, πατέρα...
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Πώς; Σφίγγετε σεις τα χέρια σύμφωνοι κι εγώ να μην έχω βιάση; Όχι, όχι, δε θέλω να χουμε κανά ξαφνικό. Αύριο θα τελειώσουν όλα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Θα 'ναι ανάγκη, κύριε Πανταλόνε, πρώτα να ταχτοποιήσουμε τις μερίδες μας, να ιδούμε το λογαριασμό μας.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Θα γένουν όλα. Αυτά είναι πράματα, που γένονται σε δυο ώρες. Αύριο θα βάλετε αρραβώνα.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Αχ, πατέρα μου...
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕΣ: Κόρη μου, πάω αυτή τη στιγμή να τα πω του σιορ Σίλβιου.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Μη τον ερεθίζετε, για τ' όνομα του Θεού.
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Τί; Μήπως θέλετε δύο;
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Δε λέω αυτό. Μα...
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Μα και μου, τέλειωσε. Δούλος σας, κύριοι. (κάνει, να φύγει).
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Ακούστε...
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕ: Είσαστε άντρας και γυναίκα, πάει και τέλειωσε.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Καλύτερα...
ΠΑΝΤΑΛΟΝΕΣ: Απόψε θα τα πούμε. (φεύγει).

Σκηνή 22η:

ΒΕΑΤΡΙΚΗ, ΚΛΕΑΡΕΤΗ.

ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Αχ, κυρία Βεατρίκη, βγαίνω από τη μια στενοχώρια, για να πέσω στην άλλη.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Κάμετε υπομονή. Όλα μπορεί να γίνουν, εχτός να σας πάρω γυναίκα μου.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Κι αν ο Σίλβιος με θεωρήσει άπιστη;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Η πλάνη του θα βαστάξει λίγο.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Αν μπορούσα να του φανερώσω την αλήθεια...
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Εγώ δε σας λύω από τον όρκο σας.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Τί να κάμω λοιπόν;
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Να υπομείνετε λιγάκι.
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Αμφιβάλλω, γιατ' είναι πολύ βαρειά τέτοια υπομονή.
ΒΕΑΤΡΙΚΗ: Μην αμφιβάλλετε, γιατί έπειτ' από τους φόβους, έπειτ' από τα χτυποκάρδια, γίνεται πιο γλυκιά η ερωτική ευτυχία. (φεύγει).
ΚΛΕΑΡΕΤΗ: Δε μπορώ να γελιέμαι πως θα δοκιμάσω την ευτυχία, όσο βλέπω να 'μαι ζωσμένη με βάσανα. Αχ, δυστυχώς είναι σωστό, σ' αυτή τη ζωή, πιο πολύ βασανίζεται κανείς ή ελπίζει και σπάνια χαίρεται. (φεύγει).

                               Τ Ε Λ Ο Σ     1ης     Π Ρ Α Ξ Η Σ

                                                               η 2η Πράξη ---> ΕΔΩ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers