Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Hesse Herman: Ανθρωπιστής Ειρηνολάτρης Λόγιος

        
                                                  
Χέρμαν Έσσε

                                          Βιογραφικό

    Γερμανός λογοτεχνικός γίγαντας, μυθιστοριογράφος και λυρικός ποιητής, που γεννήθηκε στο Καλβ (Calw)της Βυρτεμβέργης, στις 2 Ιούλη 1877. Ο πατέρας του Γιοχάννες ήτανε γιος ενός γιατρού από το Έστλαντ κι η μητέρα του Μαρία -χήρα Ίσενμπεργκ- Γκούντερτ κόρη του δρα Χέρμαν Γκούντερ, από τους σημαντικότερους ιεραποστόλους του πιετισμού στην Ινδία (θρησκευτική τάση που αναπτύχθηκε στους κόλπους του Λουθηρανισμού, που θεωρούσε ότι η τελειοποίηση του ανθρώπου εξαρτιόταν από την επενέργεια του Θεού αλλά και την ατομική προσπάθεια). Η πατρική του οικογένεια ήταν γερμανοβαλτικής καταγωγής, ενώ η μητρική του σουηδοελβετικής.
     Ο πατέρας του, ύστερα από σύντομη ιεραποστολική περιοδεία στην Ινδία, προσλαμβάνεται ως βοηθός του πεθερού του Γκούντερτ, στην Εκδοτική Ένωση του Καλβ. Από το 1881 διαμένουνε στην Βασιλεία, όπου διδάσκει ο πατέρας στην ιεραποστολή -και το 1883 παίρνει την ελβετική υπηκοότητα-, για να επιστρέψουνε στο Καλβ το 1886, κι ο μικρός Χέρμαν παρακολουθεί μαθήματα στο Πρακτικό Λύκειο για τα επόμενα 3 χρόνια. Το 1889 και για 2 χρόνια φοιτά στο Λατινικό Κολέγιο και μελετά για τις κρατικές εξετάσεις στη Βιτεμβέργη, γιατί η συμμετοχή του σ' αυτές (1891) είναι προϋπόθεση για δωρεάν εκπαίδευση στους ευαγγελικούς θεολόγους στο Ίδρυμα του Τίμπινγκεν.     

    
Έζησε τα παιδικά του χρόνια μες στο χριστιανικό κι αντεθνικό κλίμα της οικογένειάς του. Από την εφηβεία του όμως, η φιλοσοφική ανεξάρτητη φύση του άρχισε να συγκρούεται με τις θρησκευτικές, κοινωνικές και πολιτικές αξίες της εποχής και την οικογένεια, κυρίως με τον πατέρα. Οι γονείς του τον προόριζαν για το ιερατικό επάγγελμα κι έτσι φοίτησε σε διάφορα εκκλησιαστικά σχολεία. Αναγκάστηκε να σπουδάσει θεολογία στο Μάουλμπρον. Όμως τον 7ο μήνα κει δραπετεύει (1892) γιατί όπως έλεγε «δε μπορούσε να αντέξει τη στενότητα και την έλλειψη ανεκτικότητας αυτού του είδους αγωγής», μ' επακόλουθο να υποστεί επανειλημμένες ψυχικές διαταραχές, -αποπειράται ν' αυτοκτονήσει (Ιούνιος 1892)- και να κλειστεί κατά διαστήματα απ' τους γονείς του σε ψυχιατρείο. Ο ίδιος μας λέει:

    
«Ήτανε δύσκολη περίοδος, καθώς από τα δεκατρία μου ήτανε φανερό πως ήθελα να γίνω ποιητής ή τίποτα. Επιτρεπόταν να είσαι ποιητής, το να θέλεις να γίνεις όμως, ήτανε γελοίο, ντροπή». ("Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα" 1925).

     Ξεπέρασε τη κρίση εγκαταλείποντας το πατρικό και τις αξίες των γονιών του. Εργάστηκε για λίγο στο βιβλιοπωλείο Έσλιγκεν, κατόπι στο μηχανουργείο της Καλβ και κατέληξε στο βιβλιοπωλείο του Τίμπιγκεν, όπου άρχισε να εκφράζει δημιουργικά τις υπαρξιακές του ανησυχίες δίνοντάς τους λογοτεχνική μορφή. Τα πρώτα λογοτεχνικά του έργα σημείωσαν μεγάλη επιτυχία και μ' αυτά άρχισε μια μακρά επιτυχημένη συγγραφική πορεία, -μόλις στα 21 του κιόλας, εξέδωσε τα πρώτα του ποιήματα. Εκδίδεται στη Βιέννη η 1η ποιητική του συλλογή με τίτλο "Η Γερμανική Πατρίδα Των Ποιητών" κι ακολουθεί το "Ρομαντικά Τραγούδια" τον Οκτώβρη 1898. Μες στο 1899 εκδίδει 2 μυθιστορήματα: αρχές το "Παλιάνθρωποι" και προς το τέλος της χρονιάς το "Μια Ώρα Μετά Τα Μεσάνυχτα". Την επόμενη χρονιά αρθρογραφεί στην εφημερίδα Αλγκεμάινε Σβάιτσερ Τσάιτουνγκ.
     Το 1901 από Μάρτη μέχρι Μάη ταξιδεύει στην Ιταλία, στις πόλεις Φλωρεντία, Ραβέννα, Βενετία. Από τον Αύγουστο μέχρι τις αρχές του 1903 εργάζεται ως βιβλιοπωλητής στο Μπάσλερ. Εκδίδονται το φθινόπωρο τα "Κατάλοιπα Γραπτών & Ποιημάτων". Την επόμενη χρονιά εκδίδεται η ποιητική συλλογή με τίτλο "Ποιήματα". Λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου πεθαίνει η μητέρα του. Το 1903 συναντά κι ερωτεύεται τη Μαρία Μπερνούλι. Την επόμενη χρονιά εκδίδει το "Πέτερ Κάμεντσιντ" και παντρεύεται τη Μαρία. Είναι ελεύθερος συγγραφέας και συνεργάτης πλέον σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά (Ντι Προπυλέεν, Μίνχερ Τσάιτουνγκ, Ράιν Λάντε, Σιμπλιτσίσιμους, Ντερ Σβάμπενσπιγκελ, Βίτενμπεργκ Τσάιτουνγκ). Γράφει δύο βιογραφίες, "Βοκκάκιος" και "Φραγκίσκος Της Ασίζης", που εκδίδονται από τους Σούστερ & Λέφλερ σε Βερολίνο και Λειψία αντίστοιχα.
     Το 1905 γεννιέται ο πρώτος του γιος Μπρούνο και την επόμενη χρονιά γίνεται συνεκδότης του Μερτς, ενώ εκδίδεται το "Κάτω Απ' Τον Τροχό". Μάρτη του 1909 γεννιέται ο 2ος του γιος, Χάινερ ενώ Ιούλη του 1911 γεννιέται ο 3ος του γιος, Μάρτιν.
Το φθινόπωρο ταξίδεψε στην Ινδία κι η επαφή του με την ινδική φιλοσοφία αποτέλεσε σταθμό τόσο στη ζωή όσο και στη συγγραφική του πορεία. Το 1912 μετανάστευσε στην Ελβετία, διαμαρτυρόμενος για το μιλιταριστικό πνεύμα που αναπτυσσόταν στη Γερμανία κατά τον Α' Παγκ. Πολ., έγινε υπέρμαχος της ειρήνης, δίπλα στο Ρομαίν Ρολάν και την υπερασπίστηκε με δημοσιεύματα στον τύπο και συμμετέχοντας σε μια οργάνωση που βοηθούσε γερμανούς αιχμαλώτους.
     Κατακρίθηκε έντονα για τη στάση του αυτή, γεγονός που τον ώθησε στο ν' αποφασίσει να εγκατασταθεί οριστικά στην Ελβετία το 1919 και να πάρει το 1923 την ελβετική υπηκοότητα. Το διάστημα αυτό ήρθε σ' επαφή με τους ψυχαναλυτές της Βέρνης. Η γνωριμία του με την ψυχολογία του Γιουγκ, -από μαθητή του- που τον έφερε σ' επαφή με τη ψυχανάλυση, αποτέλεσε το 2ο σταθμό  στη ζωή του σαν άνθρωπο και δημιουργό.
     Το 1931 παντρεύτηκε τη Νινόν Ντόλμπιν (3ος γάμος, ο 2ος το 1924 με τη Ρουθ Βάγκνερ). Το 1930 ο Ελβετός μαικήνας Χανς Μπόντμπερ του παραχώρησε, εφ' όρου ζωής, ένα σπίτι στο χωριό Ποντανιόλα στο Τεσσίνο, όπου και παρέμεινε για το υπόλοιπο της ζωής του. Στο σπίτι αυτό έγραψε το μεγαλύτερο μέρος των έργων του. Το 1934 γίνεται μέλος της Ένωσης Ελβετών Συγγραφέων.
     Από πολλούς μελετητές το έργο του θεωρείται ότι έχει έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία μ' επιρροές, όπως ο ίδιος αναφέρει, «από τις αξίες της οικογένειάς μου, τη μελέτη των μεγάλων κινέζων δασκάλων και τον ιστορικό Γιάκομπ Μπούρκχαρντ» και τη ψυχανάλυση. Θα μπορούσαμε όμως να προσθέσουμε ότι αυτό που διαποτίζει όλο το έργο του είναι έν άρωμα εσωτερισμού.
     Βασικά θέματα των έργων του: η προσπάθεια του ατόμου να χτίσει ακέραιο κι αρμονικό εαυτό, η αναζήτηση της χαμένης ενότητας του Είναι και της ολοκλήρωσης, του κόσμου και της ζωής, η αναζήτηση διαχρονικής ηθικής, η άρνηση της θρησκευτικής αυθεντίας, των ισοπεδωτικών κοινωνικών κανόνων, των τυπικών διαχωρισμών καλού-κακού που εξυπηρετούν σκοτεινούς σκοπούς, του τεμαχισμού και της διαίρεσης του ορθολογισμού.

     Έργα του (νουβέλες για τη νεολαία και τα εκπαιδευτικά προβλήματα): "Πέτερ Κάμεντσιvτ" 1904, "Το Θαύμα" 1905, "Κάτω Απ' Τον Τροχό" 1906, "Γερτρούδη" 1910, "Ροσάλντε" 1914, "Κvουλπ" 1915, "Ντέμιαv".
Ο βαθύς ανθρωπισμός κι η ανιχνεύουσα φιλοσοφία του αναπτύχθηκαν ακόμα πιότερο μες απ' τα βιβλία του: "Σιvτάρτα" 1922, "Ο Λύκος Της Στέπας" 1927 και "Νάρκισσος & Χρυσόστομος" 1930, "Ταξίδι Στην Ανατολή" 1932, "Παιγνίδι Με Χάντρες" 1943, και μαζί με τα ποιήματα και τα κριτικά του έργα, κέρδισε με την αξία του μιαν εξέχουσα θέση, ανάμεσα στους πρωτοπόρους των καιρών μας.
     Το 1946 τιμήθηκε με το Βραβείο Γκαίτε, ένα χρόνο αργότερα, βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας και το 1955 με το Βραβείο Ειρήνης του Γερμανικού Συνδέσμου Εμπορίας Βιβλίων.

                      

        Σ' ένα αυτοβιογραφικό σχεδίασμα με τίτλο: "Τα Παιδικά Χρόvια του Μάγου" 1923, εξομολογήθηκε πως η καταπιεσμένη φιλοδοξία του, όταν ήτανε παιδί, ήταν να γίνει μάγος. Και τούτο γιατί δεν ήταν ικανοποιημένος απ' αυτό που οι άνθρωποι λένε, συμβατική πραγματικότητα.

   "Από πολύ μικρός είχα απορρίψει αυτή τη πραγματικότητα, την άλλοτε δειλή κι άλλοτε περιφρονητική κι ήθελα φλογερά να την αλλάξω με μάγια, να τη μεταμορφώσω και να της δώσω ύψος".

     Μικρός λοιπόν εφορμούσε σε βολικότερους στόχους: να κάνει πχ, τα μήλα να κοκκινήσουνε το χειμώνα ή να γεμίσει τις τσέπες του μ' ασήμι και χρυσάφι. Κι ολάκερη η ζωή του κυριαρχόταν απ' αυτή την επιθυμία για μαγικές δυνάμεις -αν και με τα μάγια δεν εννοούσε ακόμα την αλλαγή της πραγματικότητας απλώς, αλλά τη δημιουργία μιας ολότελα νέας πραγματικότητας, μες απ' τα γραπτά του. Είναι σίγουρο πως η δυσπιστία προς τη καθημερινή πραγματικότητα -που θεωρούσε προβληματική- παρέμενεν επίμαχο θέμα στη σκέψη του για όλη του τη ζωή. Κάποτε, έγραψε σ' έναν αναγνώστη:

   "Δε πιστεύω στη πολιτική μας, στον τρόπο που διασκεδάζουμε. Δε συμμερίζομαι κανέν από τα ιδανικά της εποχής μας".

     Δέκα χρόνια μετά, έγραφε σ' άλλο γράμμα (1930):

   "Είναι φανερό πως αυτό που λένε πραγματικότητα των τεχνολόγων, των στρατηγών και των διευθυντών τραπεζών, γίνεται διαρκώς όλο και λιγότερο πραγματικό, όλο και λιγότερο πιθανό".

     Ταίριαζε λοιπόν αυτή την απόρριψη της παρούσας πραγματικότητας με μιαν επιβεβαίωση της πίστης του σε μιαν υψηλότερην αλήθεια.

   "Δεν είμαι άπιστος. Πιστεύω στους νόμους της ανθρωπότητας που 'ναι ηλικίας χιλιάδων ετών και πιστεύω πως εύκολα θα επιζήσουνε των ταραχών του καιρού μας". (ίδια επιστολή 1930).

     Το 1940 η άρνηση του στη πραγματικότητα, κατέληγε στον ισχυρισμό πως:

   "Όλη η πνευματική πραγματικότητα, όλη η αλήθεια, όλη η ομορφιά, όλος ο πόθος γι' αυτά τα πράγματα, φαίνονταν σήμερα να 'ναι ουσιαστικότερης σημασίας, παρά ποτέ".

     Αυτή η διχοτόμηση μεταξύ σύγχρονης πραγματικότητας και των αιώνιων αξιών, χαρακτηρίζει ολάκερο το έργο του -τόσο το λογοτεχνικό, όσο και το ζωγραφικό. Οι ήρωες των πιο γνωστών του μυθιστορημάτων: ο Ντέμιαν, ο Σιντάρτα, ο Χάρι Χάλερ του "Λύκου Της Στέπας", ο Χρυσόστομος, ο Χ.Χ. στο "Ταξίδι Στην Ανατολή", κι ο Γιόζεφ Κνεχτ στο "Παιγνίδι Με Τις Χάντρες", είναι άνθρωποι που οδηγούνται από τον πόθο τους για μιαν υψηλότερη πραγματικότητα, όπως την έχουν ονειρευτεί, οραματιστεί, αλλά και που 'ναι δεμένοι από την ιστορία και το πεπρωμένο, με μια πραγματικότητα που δε μπορούν να της ξεφύγουν. Κατά καιρούς, προσπαθούσε να ζωγραφίσει αυτό τον άλλο κόσμο, απευθείας κι όχι μες απ' το όραμα μιας μορφής ριζωμένης με διαφορετικό τρόπο σε τούτο τον κόσμο.
     Η πιο συνηθισμένη μορφή φαντασιώσης στο έργο του είναι το παραμύθι. Είχε δηλώσει πολλάκις πως τον είχαν επηρεάσει πολύ έντονα, τα παραμύθια των αδερφών Γκριμ κι οι "Χίλιες Και Μία Νύχτες". Το 1929 μάλιστα, ξεχώρισε τη τελευταία συλλογή παραμυθιών, και την αποκάλεσε "πηγή έμπνευσης κι ατέλειωτης ευχαρίστησης". Φυσικά είχε μελετήσει διεξοδικά πολλών χωρών και περιοχών, ατέλειωτα παραμύθια, σε σημείο που θα μπορούσε να θεωρηθεί κι ειδικός. Γενικά πάντως, μπορούσε να καταλάβει και την ιστορία αλλά και τη μαγεία τους, που στηριζότανε στη παρατήρηση ομοιοτήτων, ειδικά σε ακραίες αποστάσεις: ανατολίτικων κι ευρωπαϊκών παραμυθιών.

   "Τα παραμύθια, απ' όλο τον κόσμο, μας δίνουν άσφαλτα, ανεκτίμητα παραδείγματα της γενετικής ιστορίας της ψυχής".

     Παρολαυτά, σ' ένα κόσμο που η μαγεία θεωρείται δεδομένη, δεν αρκεί αυτή καθαυτή για να γίνει ένα παραμύθι: πρέπει επίσης να υπάρχει κι ένας κόσμος με σαφή ηθική διάσταση. Πράγματι, η ηθική διάσταση διαφαίνεται σ' όλες τις φανταστικές ιστορίες, είτε το υπερφυσικό στοιχείο είναι σαφώς διατυπωμένο, είτε όχι.
     Ο Έσσε γρήγορα απέρριψε το νεορρομαντισμό της νιότης και στράφηκε σε λιγότερο φανταχτερό τρόπο αφήγησης, ακολουθώντας τα πρότυπα των μεγάλων ρεαλιστών του 19 αι. Τη φαντασίωση όμως δε την απαρνιέται. Διέξοδο στη φαντασία, του έδωσε μια μορφή λόγου που περιείχε και τον τρέχοντα ρεαλισμό: ο μύθος, μορφή λόγου που υπάρχει χώρος για υπερφυσικό, αφού αυτό μπορεί ν' αποδοθεί στη μυθική συναίσθηση που υπήρξε σ' άλλους καιρούς και χρόνους. Όπως όμως παρατήρησε κι ο ίδιος, τα υπερφυσικά συμβάντα στους μύθους, θεωρούνται σα διαλείμματα της κανονικής πραγματικότητας κι όχι, όπως στα παραμύθια που θεωρούνται αυτονόητα. Έτσι βρήκε άλλους τρόπους να χειρίζεται το φανταστικό.
     Τα όνειρα πάντα παίζανε ζωτικό ρόλο στη ψυχική ζωή του, όπως φαίνεται κι απ' τα δοκίμιά του. Όταν πέρασε αυτές τις μπόρες με τη ψυχική του κατάσταση και στράφηκε στη ψυχανάλυση -βάσει του Γιούνγκ- έδωσε έμφαση στα όνειρα και στην ερμηνεία τους και απέκτησε την ικανότητα να επανασυνδεθεί με τον παιδικό κόσμο της φαντασίας, που προσπαθήσει τόσο καιρό να καταπιέσει. Ξεπέρασε λοιπόν τις δυσκολίες κι έτσι, τα όνειρα, σα διέξοδος φαντασιώσεων και σα μέσον επανασύνδεσης με το παρελθόν, βρίσκονται σε αρκετά από τα έργα του.
     Δε πρέπει να θεωρήσουμε πως η τάση του αυτή προς το φανταστικό είναι μόνο σα μια τάση φυγής. Είναι βέβαια αληθές πως οι κλασικές περίοδοι που κυριάρχησε το φανταστικό, ήταν εκείνες οι εποχές που η τεχνολογική πραγματικότητα κατέκλυζε τόσο πολύ τα πάντα, που το άτομο άρχισε ν' αναρωτιέται για τις αξίες της. Συχνά οι φαντασιώσεις αποκαλύπτουνε τις αξίες μιας δεδομένης εποχής πολύ πιο ζωντανά, απ' ό,τι οι αποκαλούμενοι ρεαλισμοί. Κι η εποχή μας, φαίνεται να χρειάζεται τη φαντασίωση πιότερο από κάθε άλλην εποχή...
       Πέθανε στην Ελβετία 9 Αυγούστου 1962 λίγο μετά τα 85α γενέθλιά του.

    ---------------------------------------------------------------------------------------

                             
Ένας Ερωτευμένος Νέος (ένας μύθος)

      Αυτή η διήγηση αναφέρεται σε γεγονότα που γίνανε τα χρόνια του Αγίου Ιλαρίωνα. Στη πόλη που γεννήθηκε κείνος, κοντά στη Γάζα, ζούσε έν απλό, θεοσεβούμενο αντρόγυνο, που ο Κύριος είχεν ευλογήσει με μια κόρη έξυπνη και πολύ-πολύ όμορφη. Αναθρεμμένη από τους γονείς της στην οδό της καλοσύνης, η ευαίσθητη κοπέλα, προς χαρά όλων, μεγάλωνε με ταπεινοφροσύνη κι ευσέβεια κι ήταν, μες σ' όλη τη διακριτική της χάρη, τόσον όμορφη να τη κοιτά κανείς όσο κι ένας άγγελος Κυρίου. Τα σκούρα, γυαλιστερά μαλλιά της παίζανε πάνω στο λευκό της μέτωπο
· μακριές, βελούδινες βλεφαρίδες σκιάζανε τα ντροπαλά χαμηλωμένα μάτια της, περπατούσε στα μικρά, ντελικάτα ποδαράκια της, λεπτοκαμωμένα κι ελαφρά σαν τα ζαρκάδια, κάτω απ' τα φοινικόδεντρα.
     Ούτε που γύριζε να κοιτάξει τους άντρες, γιατί όταν ήτανε δεκατεσσάρων χρονών είχεν αρρωστήσει θανάσιμα κι είχε ορκιστεί -αν Εκείνος την έσωζε- να μη πάρει άλλον για σύζυγο εκτός απ' το Θεό και τελικά γιατρεύτηκε λες κι Εκείνος είχε φροντίσει για τούτο.
     Ένας νέος που ζούσε στην ίδια πόλη ερωτεύτηκε αυτή την εικόνα αμόλυντης, παρ-θενικής αγνότητας. Κι εκείνος ήταν όμορφος κι όλο χάρη, γιος καλής οικογένειας, που τον είχε αναθρέψει και μεγαλώσει με όλη τη πρέπουσα φροντίδα. Αλλά απ' τη στιγμή που ερωτεύτηκε την όμορφη κοπέλα, δεν έκανε τίποτ' άλλο απ' το να ψάχνει μιαν ευκαιρία να τη δει κι όταν την έβλεπε, στεκόταν εκστατικός μπρος στη πανέμορφη παιδούλα, κοιτάζοντάς τη με φλογερή λαχτάρα στα ορθάνοιχτα μάτια του. Όταν περνούσε μια μέρα χωρίς να δει το πρόσωπό της, γυρνούσε μελαγχολικός, χλωμός κι απελπισμένος, χωρίς να τρώει τίποτε και περνοίJσε πολλές ώρες με αναστεναγμούς και θρήνους.
     Έχοντας καλή ανατροφή, ο νέος διέθετε ευγενική, ευσεβή ιδιοσυγκρασία, αλλά τώρα αυτή η βίαιη ερωτική τρέλα κυβερνούσε τη καρδιά και τη ψυχή του. Δε μπορούσε πια να συγκεντρωθεί κι αντί να σκέφτεται λογικά, σκεφτότανε πια μόνο τα μαύρα, μακριά μαλλιά της κόρης, τα ήρεμα, όμορφα μάτια της, το χρώμα και τις στρογγυλάδες των μάγουλων και των χειλιών της, το λεπτό, αστραφτερό λαιμό της και τα μικροσκοπικά, ευκίνητα ποδαράκια της. Αλλά δίσταζε να της μιλήσει για τη μεγάλη αγάπη και το σφοδρό πόθο του, γιατί γνώριζε πολύ καλά πως εκείνη δεν είχε σκοπό να πάρει σύζυγο στη γη, μην έχοντας μέσα της αγάπη παρά μονάχα για το Θεό και τους γονείς της.
     Μαραζωμένος από την αρρώστια του Έρωτα, έγραψε τελικά ένα μεγάλο, ικετευτικό γράμμα, που της αποκάλυπτε το φλογερό έρωτά του. Με όλη του τη καρδιά την ικέτευε να τον δεχτεί και στις μέρες που θα 'ρχονταν, να ζήσει μαζί του με τα ιερά δεσμά του γάμου, όπως έπρεπε κι ήτανε σωστό. Αρωμάτισε το μήνυμά του αυτό με μιαν ευγενική Περσική σκόνη, το τύλιξε σε κύλινδρο, το 'δεσε με μεταξωτή κλωστή και το 'στειλε μυστικά με τα χέρια μιας γριας υπηρέτριας.
     Όταν η κόρη διάβασε τα λόγια του, έγινε κατακόκκινη. Με το πρώτο ξάναμμα της σύγχυσης σκόπευε να σκίσει το γράμμα σε κομμάτια ή να το δείξει αμέσως στη μητέρα της. Έπειτα, όμως, είχε γνωρίσει καλά και συμπαθήσει το νέο όταν ήτανε παιδιά και στα λόγια του διέκρινε μια κάποιαν έλλειψη αυτοπεποίθησης και τρυφερότητα κι έτσι δεν το 'κανε. Αντί να κάνει λοιπόν, αυτό, έδωσε το γράμμα πίσω στη γερόντισσα, λέγοντας:
 -"Επιστρέψτε αυτό το γράμμα σε κείνον που το 'γραψε και πέστε του ότι δε μπορεί να μου απευθύνει ξανά τέτοια λόγια. Πέστε του επίσης ό,τι οι γονείς μου με τάξαν να γίνω νύφη του Κυρίου, γι' αυτό, δε μπορώ να προσφέρω το χέρι μου ποτέ σε κανέναν, αλλά πρέπει να εμμείνω στην απόφασή μου να υπηρετώ και να τιμώ Εκείνον με παρθενική αγνότητα, γιατί η αγάπη προς Εκείνον είναι υψηλότερη και μεγαλύτερης αξίας από την ανθρώπινη αγάπη. Επιπλέον, πέστε του, πως ελπίζω να μη βρω ούτ' έναν άντρα του οποίου η αγάπη να είναι υψηλότερη και μεγαλύτερης αξίας από κείνη του Θεού και θα εμμείνω στον ιερό μου όρκο. Σε κείνον που 'γραψε αυτό το γράμμα εύχομαι να 'χει την ειρήνη του Κυρίου, που είναι πίσω από καθετί ανθρώπινα κατανοητό. Και τώρα πηγαίνετε και να ξέρετε ότι ποτέ ξανά δε θα δεχτώ παρόμοιο μήνυμα απ' τα χέρια σας".
     Έπληκτη με τέτοια προσκόλληση στο καθήκον, η υπηρέτρια επέστρεψε στον αφέντη της, του 'φερε το γράμμα του και του ανάφερε όλα όσα είχε πει η κόρη. Αν και πρόσθεσε μερικά παρηγορητικά λόγια, ο νέος ξέσπασε σε δυνατούς θρήνους, έσκισε τα ρούχα του κι έριξε χώμα στα μαλλιά. Δε τολμούσε πια να περάσει απ' το δρόμο της και προσπαθούσε να τη δει μόνο από μακριά.
     Νύχτες και νύχτες πέρασε άγρυπνος στο δωμάτιό του, φωνάζοντας δυνατά τ' όνομα της αγαπημένης του και χιλιάδες τρυφερές λέξεις λατρείας: την αποκαλούσε Φως του κι Αστέρι του, Ελαφίνα του και Δάφνη του, Αστραφτομάτα του και Μαργαριτάρι του, κι όταν ξυπνούσε απ' αυτούς τους ρεμβασμούς κι ανακάλυπτε πως ήταν μόνος στο σκοτεινό δωμάτιο, έσφιγγε τα δόντια, καταριόταν το όνομα του Θεού και χτυπούσε το κεφάλι του στο τοίχο.
     Αυτή η yήινη αγάπη είχε κάνει κάθε ευσπλαχνία να επισκιαστεί και να σβηστεί απ' τη καρδιά του. Και δεν είχε καλά-καλά καταφέρει ο Διάβολος να μπει μέσα του όταν ο νέος άρχισε να πέφτει από τη μία βδελυγμία στην άλλη. Πήρε όρκο ότι θ' αποκτούσε την όμορφη κοπέλα και θα το 'κανε με τη βία. Ταξίδεψε στη Μέμφιδα, μπήκε στη σχολή των ειδωλολατρών ιερέων του Ασκληπειού και διδάχτηκε τη τέχνη της μαγείας. Ακολούθησε τις σπουδές αυτές με ζήλο για ένα χρόνο πριν γυρίσει πίσω στη Γάζα. Μόλις επέστρεψε, χάραξε πάνω σ' ένα χάλκινο πλακίδιο σημεία και λέξεις που θα 'χανε τη δύναμη να προκαλέσουνε δυνατά ερωτικά μάγια. Στο σκοτάδι της νύχτας, έθαψε το πλακίδιο κάτω απ' το κατώφλι του σπιτιού, που ζούσε η κόρη.
     Απ' την επόμενη κιόλας μέρα, το κορίτσι είχεν αλλάξει αξιοσημείωτα. Άφησε αχαλίνωτο το άλλοτε τόσο ταπεινά χαμηλωμένο βλέμμα της, άφησε κάτω τα μαλλιά της να πέφτουν ελεύθερα, παραμέλησε τα πάντα και τραγουδούσε μοναχή της ένα ερωτικό τραγουδάκι που δεν της το είχε μάθει κανείς. Καθημερινά η κατάστασή της γινόταν όλο και πιο σοβαρή και τη νύχτα στριφογύριζε στο κρεβάτι, φωνάζοντας δυνατά τ' όνομα του νέου, αποκαλώντας τον πολυαγαπημένο της, ποθώντας τον κοντά της.
     Η τόσο αλλαγμένη κατάστασή της δε πέρασε απαρατήρητη απ' τους γονείς της μαγεμένης κοπέλας. Έχοντας πια υποψίες στο μυαλό τους εξαιτίας των λόγων της και της αλλαγμένης συμπεριφοράς της, παρακολούθησαν τη νύχτα τι έλεγε. Τόσο δε ταραχτήκανε και τρομοκρατηθήκανε μ' αυτά που άκουσαν, ώστε ο πατέρας της ήθελε ν' αποκηρύξει αυτή τη κακοαναθρεμμένη, όπως την αποκάλεσε, κόρη. Η μητέρα, όμως, τον ικέτεψε να κάνει υπομονή. Άρχιζαν να εξετάζουνε το θέμα από πιο κοντά και καταλάβανε πως η κόρη τους έπρεπε να 'χε περιπέσει σ' αυτή τη θλιβερή κατάσταση σύγχισης εξαιτίας της επιρροής που θα 'χανε πάνω της τα δεσμά της μαγείας.
     Η κόρη, όμως, παρέμενε κυριευμένη από κάποιο δαίμονα, ξεστομίζοντας βλασφημίες και φωνάζοντας δυνατά τον αγαπημένο της. Επιτέλους, οι γονείς της θυμηθήκανε τον άγιο ερημίτη Ιλαρίωνα, που ζούσε για πολλά χρόνια σ' ένα ερημικό μέρος μακριά απ' τη πόλη και που 'τανε τόσο κοντά στο Θεό, ώστε όλες του οι προσευχές να εισακούονται. Είχε θεραπεύσει τόσους πολλούς αρρώστους κι είχε βγάλει τόσους πολλούς δαίμονες ώστε, δίπλα στον Άγιο Αντώνιο, θα μπορούσε ίσως να ονομαστεί ο πιο ισχυρός άνθρωπος των ημερών του. Του πήγαν την κόρη τους κι ενώ του έλεγαν όλα όσα συνέβαιναν, τον ικέτεψαν να τη θεραπεύσει. Ο άγιος στράφηκε προς την κόρη και φώναξε δυνατά:
 -"Ποιός έκανε τη δούλη του Θεού σκεύος διαβολικού πόθου";
     Αλλά το κορίτσι, με το σώμα της μαραζωμένο, το δέρμα της σταχτί, τονε κοίταξε κι άρχισε να τονε βρίζει, κομπάζοντας για το άσπρο της θέρμα και το απαλό της σώμα, αποκαλώντας τον τραχύ σκιάχτρο, ώστε οι κακόμοιροι γονείς της πέσανε στα γόνατα κι έκρυψαν τα κεφάλια τους από ντροπή. Ο Ιλαρίων, όμως, αναγνωρίζοντας το δαίμονα που κατοικούσε μες στο κορίτσι, χαμογέλασε κι εξαπέλυσε μια σθεναρή επίθεση εναντίον του, ώστε αυτός ν' αναγκαστεί να πει τ' όνομά του και να τα ομολογήσει όλα. Με δύναμη, ο άγιος εξόρκισε το βίαιο και φιλόνεικο δαίμονα απ' το κορίτσι. Τότε κείνη ξύπνησε, σαν από κάποιο παραλήρημα πυρετού, αναγνώρισε και χαιρέτησε τους γονείς της που κλαίγανε, ζήτησε απ' τον Ιλαρίωνα ευλογία κι από τη στιγμή κείνη, έγινε πάλι η ευσεβής θυγατέρα που 'τανε και πριν.
     Ο νέος περίμενε τα μάγια να νικήσουνε τη κόρη και να τη ρίξουνε στην αγκαλιά του. Πέρασε μερικές μέρες νιώθοντας ασφαλής μ' αυτή την ελπίδα κι ήταν τις μέρες εκείνες που γίναν όλα αυτά με το κορίτσι. Θεραπευμένη πια, εκείνη είχε γυρίσει στη πόλη και καθώς ο νέος διέσχισε το δρόμο, την είδε να 'ρχεται από μακριά και προχώρησε προς το μέρος της. Καθώς τονε πλησίαζε, μπορούσε να δει το μέτωπό της που 'λαμπε πάλι με την πρότερή του αγνότητα. Στο πρόσωπό της απλωνότανε τέτοια ειρηνική ομορφιά που φαινότανε σα να 'χε μόλις βγει απ' τον παράδεισο.
     Έχοντάς τα χαμένα, ο νέος έμενε κει, αρχίζοντας απ' τη στιγμή που την είδε, να νιώθει ντροπή για την ιεροσυλία που 'χε διαπράξει. Αλλά προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του κι όταν εκείνη τονε πλησίασε, εκείνος, εμπιστευόμενος τη δύναμη των μαγικών, πήγε προς το μέρος της, της έπιασε το χέρι και της είπε:
 -"Τώρα μ' αγαπάς";
     Χωρίς να κοκκινήσει, η κόρη σήκωσε τα αγνά της μάτια, που λάμψανε πάνω του σαν αστέρια. Μια ανείπωτη αγάπη κι ευγένεια ακτινοβολούσε απ' αυτά. Του 'σφιξε το χέρι κι απάντησε:
 -"Ναι, αδελφέ μου, σ' αγαπώ. Αγαπώ τη φτωχή ψυχή σου και σε παρακαλώ να την ελευθερώσεις απ' το κακό και να τη δώσεις στη φύλαξη του Κυρίου, για να γίνει πάλι όμορφη κι αγνή".
     Ένα αόρατο χέρι άγγιξε την καρδιά του νέου. Τα μάτια του ξεχείλισαν από δάκρυα και φώναξε:
 -"Ώστε πρέπει να σε απαρνηθώ για πάντα; Μα δώσε μου μια εντολή, δε θα κάνω παρά αυτό που θα με διατάξεις".
     Εκείνη χαμογέλασε σαν άγγελος και του είπε:
 -"Δε χρειάζεται να μ' αρνηθείς για πάντα. Θα έρθει κάποια μέρα που θα σταθούμε κι οι δυο μπρος στο θρόνο του Θεού. Ας προετοιμαστούμε για κείνη τη μέρα, ώστε να μπορέσουμε να Τον κοιτάξουμε καταπρόσωπο και ν' αντέξουμε τη κρίση Του. Τότε θα γίνω φίλη σου. Δεν είναι παρά για λίγο καιρό που θα μείνουμε χώρια".
     Απαλά άφησε το χέρι του και χαμογελώντας απομακρύνθηκε. Εκείνος έμεινε για λίγο σαν μαγεμένος, έπειτα απομακρύνθηκε κι εκείνος, κλείδωσε το σπίτι του και πήγε στην έρημο να υπηρετήσει τον Κύριο. Η ομορφιά του τον εγκατέλειψε, αδυνάτησε, το δέρμα του σκούρηνε και μοιραζότανε τη κατοικία του με τα κτήνη της υπαίθρου. Και όταν κουραζότανε κι υπόφερε από αμφιβολίες και δε μπορούσε να βρει άλλη παρηγοριά, επαναλάμβανε ατέλειωτα τα λόγια της:
 -"Δεν είναι παρά για λίγο καιρό..."
     Κι ίσως ο καιρός να του φάνηκε πολύς, τα μαλλιά του γίνανε γκρίζα κι άσπρισαν κι έμεινε στη γη μέχρι και τα ογδονταένα του χρόνια. Τί είναι άλλωστε, ογδόντα χρόνια; Τα χρόνια πετάνε και φεύγουνε σαν να ταξιδεύουνε πάνω σε φτερούγες πουλιών.
     Από τότε που ζούσε ο νέος αυτός, χίλια και μερικές εκατοντάδες χρόνια έχουνε περάσει και πόσο γρήγορα επίσης τα ονόματα κι οι πράξεις μας θα ξεχαστούνε και δε θα μείνει ούτ' ίχνος απ' τη ζωή μας, εκτός ίσως από 'να μικρό, αβέβαιο μύθο...

       Πέθανε στην λίγο μετά τα α γενέθλιά του.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers