-


Dali &









/




 
 

 

Hesse Herman:

       
                                                  
Χρμαν σσε

                                          Βιογραφικ

    Γερμανς λογοτεχνικς γγαντας, μυθιστοριογρφος και λυρικς ποιητς, που γεννθηκε στο Καλβ (Calw)της Βυρτεμβργης, στις 2 Ιολη 1877. Ο πατρας του Γιοχννες τανε γιος ενς γιατρο απ το στλαντ κι η μητρα του Μαρα -χρα σενμπεργκ- Γκοντερτ κρη του δρα Χρμαν Γκοντερ, απ τους σημαντικτερους ιεραποστλους του πιετισμο στην Ινδα (θρησκευτικ τση που αναπτχθηκε στους κλπους του Λουθηρανισμο, που θεωροσε τι η τελειοποηση του ανθρπου εξαρτιταν απ την επενργεια του Θεο αλλ και την ατομικ προσπθεια). Η πατρικ του οικογνεια ταν γερμανοβαλτικς καταγωγς, εν η μητρικ του σουηδοελβετικς.
     Ο πατρας του, στερα απ σντομη ιεραποστολικ περιοδεα στην Ινδα, προσλαμβνεται ως βοηθς του πεθερο του Γκοντερτ, στην Εκδοτικ νωση του Καλβ. Απ το 1881 διαμνουνε στην Βασιλεα, που διδσκει ο πατρας στην ιεραποστολ -και το 1883 παρνει την ελβετικ υπηκοτητα-, για να επιστρψουνε στο Καλβ το 1886, κι ο μικρς Χρμαν παρακολουθε μαθματα στο Πρακτικ Λκειο για τα επμενα 3 χρνια. Το 1889 και για 2 χρνια φοιτ στο Λατινικ Κολγιο και μελετ για τις κρατικς εξετσεις στη Βιτεμβργη, γιατ η συμμετοχ του σ' αυτς (1891) εναι προπθεση για δωρεν εκπαδευση στους ευαγγελικος θεολγους στο δρυμα του Τμπινγκεν.     

    
ζησε τα παιδικ του χρνια μες στο χριστιανικ κι αντεθνικ κλμα της οικογνεις του. Απ την εφηβεα του μως, η φιλοσοφικ ανεξρτητη φση του ρχισε να συγκροεται με τις θρησκευτικς, κοινωνικς και πολιτικς αξες της εποχς και την οικογνεια, κυρως με τον πατρα. Οι γονες του τον προριζαν για το ιερατικ επγγελμα κι τσι φοτησε σε διφορα εκκλησιαστικ σχολεα. Αναγκστηκε να σπουδσει θεολογα στο Μουλμπρον. μως τον 7ο μνα κει δραπετεει (1892) γιατ πως λεγε «δε μποροσε να αντξει τη στεντητα και την λλειψη ανεκτικτητας αυτο του εδους αγωγς», μ' επακλουθο να υποστε επανειλημμνες ψυχικς διαταραχς, -αποπειρται ν' αυτοκτονσει (Ιονιος 1892)- και να κλειστε κατ διαστματα απ' τους γονες του σε ψυχιατρεο. Ο διος μας λει:

    
«τανε δσκολη περοδος, καθς απ τα δεκατρα μου τανε φανερ πως θελα να γνω ποιητς τποτα. Επιτρεπταν να εσαι ποιητς, το να θλεις να γνεις μως, τανε γελοο, ντροπ». ("Σντομο Βιογραφικ Σημεωμα" 1925).

     Ξεπρασε τη κρση εγκαταλεποντας το πατρικ και τις αξες των γονιν του. Εργστηκε για λγο στο βιβλιοπωλεο σλιγκεν, κατπι στο μηχανουργεο της Καλβ και κατληξε στο βιβλιοπωλεο του Τμπιγκεν, που ρχισε να εκφρζει δημιουργικ τις υπαρξιακς του ανησυχες δνοντς τους λογοτεχνικ μορφ. Τα πρτα λογοτεχνικ του ργα σημεωσαν μεγλη επιτυχα και μ' αυτ ρχισε μια μακρ επιτυχημνη συγγραφικ πορεα, -μλις στα 21 του κιλας, εξδωσε τα πρτα του ποιματα. Εκδδεται στη Βιννη η 1η ποιητικ του συλλογ με ττλο "Η Γερμανικ Πατρδα Των Ποιητν" κι ακολουθε το "Ρομαντικ Τραγοδια" τον Οκτβρη 1898. Μες στο 1899 εκδδει 2 μυθιστορματα: αρχς το "Παλινθρωποι" και προς το τλος της χρονις το "Μια ρα Μετ Τα Μεσνυχτα". Την επμενη χρονι αρθρογραφε στην εφημερδα Αλγκεμινε Σβιτσερ Τσιτουνγκ.
     Το 1901 απ Μρτη μχρι Μη ταξιδεει στην Ιταλα, στις πλεις Φλωρεντα, Ραβννα, Βενετα. Απ τον Αγουστο μχρι τις αρχς του 1903 εργζεται ως βιβλιοπωλητς στο Μπσλερ. Εκδδονται το φθινπωρο τα "Κατλοιπα Γραπτν & Ποιημτων". Την επμενη χρονι εκδδεται η ποιητικ συλλογ με ττλο "Ποιματα". Λγο μετ την κδοση του βιβλου πεθανει η μητρα του. Το 1903 συναντ κι ερωτεεται τη Μαρα Μπερνολι. Την επμενη χρονι εκδδει το "Πτερ Κμεντσιντ" και παντρεεται τη Μαρα. Εναι ελεθερος συγγραφας και συνεργτης πλον σε πολλς εφημερδες και περιοδικ (Ντι Προπυλεν, Μνχερ Τσιτουνγκ, Ριν Λντε, Σιμπλιτσσιμους, Ντερ Σβμπενσπιγκελ, Βτενμπεργκ Τσιτουνγκ). Γρφει δο βιογραφες, "Βοκκκιος" και "Φραγκσκος Της Ασζης", που εκδδονται απ τους Σοστερ & Λφλερ σε Βερολνο και Λειψα αντστοιχα.
     Το 1905 γεννιται ο πρτος του γιος Μπρονο και την επμενη χρονι γνεται συνεκδτης του Μερτς, εν εκδδεται το "Κτω Απ' Τον Τροχ". Μρτη του 1909 γεννιται ο 2ος του γιος, Χινερ εν Ιολη του 1911 γεννιται ο 3ος του γιος, Μρτιν.
Το φθινπωρο ταξδεψε στην Ινδα κι η επαφ του με την ινδικ φιλοσοφα αποτλεσε σταθμ τσο στη ζω σο και στη συγγραφικ του πορεα. Το 1912 μετανστευσε στην Ελβετα, διαμαρτυρμενος για το μιλιταριστικ πνεμα που αναπτυσσταν στη Γερμανα κατ τον Α' Παγκ. Πολ., γινε υπρμαχος της ειρνης, δπλα στο Ρομαν Ρολν και την υπερασπστηκε με δημοσιεματα στον τπο και συμμετχοντας σε μια οργνωση που βοηθοσε γερμανος αιχμαλτους.
     Κατακρθηκε ντονα για τη στση του αυτ, γεγονς που τον θησε στο ν' αποφασσει να εγκατασταθε οριστικ στην Ελβετα το 1919 και να πρει το 1923 την ελβετικ υπηκοτητα. Το διστημα αυτ ρθε σ' επαφ με τους ψυχαναλυτς της Βρνης. Η γνωριμα του με την ψυχολογα του Γιουγκ, -απ μαθητ του- που τον φερε σ' επαφ με τη ψυχανλυση, αποτλεσε το 2ο σταθμ  στη ζω του σαν νθρωπο και δημιουργ.
     Το 1931 παντρετηκε τη Νινν Ντλμπιν (3ος γμος, ο 2ος το 1924 με τη Ρουθ Βγκνερ). Το 1930 ο Ελβετς μαικνας Χανς Μπντμπερ του παραχρησε, εφ' ρου ζως, να σπτι στο χωρι Ποντανιλα στο Τεσσνο, που και παρμεινε για το υπλοιπο της ζως του. Στο σπτι αυτ γραψε το μεγαλτερο μρος των ργων του. Το 1934 γνεται μλος της νωσης Ελβετν Συγγραφων.
     Απ πολλος μελετητς το ργο του θεωρεται τι χει ντονα αυτοβιογραφικ στοιχεα μ' επιρρος, πως ο διος αναφρει, «απ τις αξες της οικογνεις μου, τη μελτη των μεγλων κινζων δασκλων και τον ιστορικ Γικομπ Μπορκχαρντ» και τη ψυχανλυση. Θα μποροσαμε μως να προσθσουμε τι αυτ που διαποτζει λο το ργο του εναι ν ρωμα εσωτερισμο.
     Βασικ θματα των ργων του: η προσπθεια του ατμου να χτσει ακραιο κι αρμονικ εαυτ, η αναζτηση της χαμνης εντητας του Εναι και της ολοκλρωσης, του κσμου και της ζως, η αναζτηση διαχρονικς ηθικς, η ρνηση της θρησκευτικς αυθεντας, των ισοπεδωτικν κοινωνικν καννων, των τυπικν διαχωρισμν καλο-κακο που εξυπηρετον σκοτεινος σκοπος, του τεμαχισμο και της διαρεσης του ορθολογισμο.

     ργα του (νουβλες για τη νεολαα και τα εκπαιδευτικ προβλματα): "Πτερ Κμεντσιvτ" 1904, "Το Θαμα" 1905, "Κτω Απ' Τον Τροχ" 1906, "Γερτροδη" 1910, "Ροσλντε" 1914, "Κvουλπ" 1915, "Ντμιαv".
Ο βαθς ανθρωπισμς κι η ανιχνεουσα φιλοσοφα του αναπτχθηκαν ακμα πιτερο μες απ' τα βιβλα του: "Σιvτρτα" 1922, "Ο Λκος Της Στπας" 1927 και "Νρκισσος & Χρυσστομος" 1930, "Ταξδι Στην Ανατολ" 1932, "Παιγνδι Με Χντρες" 1943, και μαζ με τα ποιματα και τα κριτικ του ργα, κρδισε με την αξα του μιαν εξχουσα θση, ανμεσα στους πρωτοπρους των καιρν μας.
     Το 1946 τιμθηκε με το Βραβεο Γκατε, να χρνο αργτερα, βραβετηκε με το Νμπελ Λογοτεχνας και το 1955 με το Βραβεο Ειρνης του Γερμανικο Συνδσμου Εμπορας Βιβλων.

                      

        Σ' να αυτοβιογραφικ σχεδασμα με ττλο: "Τα Παιδικ Χρvια του Μγου" 1923, εξομολογθηκε πως η καταπιεσμνη φιλοδοξα του, ταν τανε παιδ, ταν να γνει μγος. Και τοτο γιατ δεν ταν ικανοποιημνος απ' αυτ που οι νθρωποι λνε, συμβατικ πραγματικτητα.

   "Απ πολ μικρς εχα απορρψει αυτ τη πραγματικτητα, την λλοτε δειλ κι λλοτε περιφρονητικ κι θελα φλογερ να την αλλξω με μγια, να τη μεταμορφσω και να της δσω ψος".

     Μικρς λοιπν εφορμοσε σε βολικτερους στχους: να κνει πχ, τα μλα να κοκκινσουνε το χειμνα να γεμσει τις τσπες του μ' ασμι και χρυσφι. Κι ολκερη η ζω του κυριαρχταν απ' αυτ την επιθυμα για μαγικς δυνμεις -αν και με τα μγια δεν εννοοσε ακμα την αλλαγ της πραγματικτητας απλς, αλλ τη δημιουργα μιας ολτελα νας πραγματικτητας, μες απ' τα γραπτ του. Εναι σγουρο πως η δυσπιστα προς τη καθημεριν πραγματικτητα -που θεωροσε προβληματικ- παρμενεν επμαχο θμα στη σκψη του για λη του τη ζω. Κποτε, γραψε σ' ναν αναγνστη:

   "Δε πιστεω στη πολιτικ μας, στον τρπο που διασκεδζουμε. Δε συμμερζομαι κανν απ τα ιδανικ της εποχς μας".

     Δκα χρνια μετ, γραφε σ' λλο γρμμα (1930):

   "Εναι φανερ πως αυτ που λνε πραγματικτητα των τεχνολγων, των στρατηγν και των διευθυντν τραπεζν, γνεται διαρκς λο και λιγτερο πραγματικ, λο και λιγτερο πιθαν".

     Ταριαζε λοιπν αυτ την απρριψη της παροσας πραγματικτητας με μιαν επιβεβαωση της πστης του σε μιαν υψηλτερην αλθεια.

   "Δεν εμαι πιστος. Πιστεω στους νμους της ανθρωπτητας που 'ναι ηλικας χιλιδων ετν και πιστεω πως εκολα θα επιζσουνε των ταραχν του καιρο μας". (δια επιστολ 1930).

     Το 1940 η ρνηση του στη πραγματικτητα, κατληγε στον ισχυρισμ πως:

   "λη η πνευματικ πραγματικτητα, λη η αλθεια, λη η ομορφι, λος ο πθος γι' αυτ τα πργματα, φανονταν σμερα να 'ναι ουσιαστικτερης σημασας, παρ ποτ".

     Αυτ η διχοτμηση μεταξ σγχρονης πραγματικτητας και των αινιων αξιν, χαρακτηρζει ολκερο το ργο του -τσο το λογοτεχνικ, σο και το ζωγραφικ. Οι ρωες των πιο γνωστν του μυθιστορημτων: ο Ντμιαν, ο Σιντρτα, ο Χρι Χλερ του "Λκου Της Στπας", ο Χρυσστομος, ο Χ.Χ. στο "Ταξδι Στην Ανατολ", κι ο Γιζεφ Κνεχτ στο "Παιγνδι Με Τις Χντρες", εναι νθρωποι που οδηγονται απ τον πθο τους για μιαν υψηλτερη πραγματικτητα, πως την χουν ονειρευτε, οραματιστε, αλλ και που 'ναι δεμνοι απ την ιστορα και το πεπρωμνο, με μια πραγματικτητα που δε μπορον να της ξεφγουν. Κατ καιρος, προσπαθοσε να ζωγραφσει αυτ τον λλο κσμο, απευθεας κι χι μες απ' το ραμα μιας μορφς ριζωμνης με διαφορετικ τρπο σε τοτο τον κσμο.
     Η πιο συνηθισμνη μορφ φαντασισης στο ργο του εναι το παραμθι. Εχε δηλσει πολλκις πως τον εχαν επηρεσει πολ ντονα, τα παραμθια των αδερφν Γκριμ κι οι "Χλιες Και Μα Νχτες". Το 1929 μλιστα, ξεχρισε τη τελευταα συλλογ παραμυθιν, και την αποκλεσε "πηγ μπνευσης κι ατλειωτης ευχαρστησης". Φυσικ εχε μελετσει διεξοδικ πολλν χωρν και περιοχν, ατλειωτα παραμθια, σε σημεο που θα μποροσε να θεωρηθε κι ειδικς. Γενικ πντως, μποροσε να καταλβει και την ιστορα αλλ και τη μαγεα τους, που στηριζτανε στη παρατρηση ομοιοττων, ειδικ σε ακραες αποστσεις: ανατολτικων κι ευρωπακν παραμυθιν.

   "Τα παραμθια, απ' λο τον κσμο, μας δνουν σφαλτα, ανεκτμητα παραδεγματα της γενετικς ιστορας της ψυχς".

     Παρολαυτ, σ' να κσμο που η μαγεα θεωρεται δεδομνη, δεν αρκε αυτ καθαυτ για να γνει να παραμθι: πρπει επσης να υπρχει κι νας κσμος με σαφ ηθικ δισταση. Πργματι, η ηθικ δισταση διαφανεται σ' λες τις φανταστικς ιστορες, ετε το υπερφυσικ στοιχεο εναι σαφς διατυπωμνο, ετε χι.
     Ο σσε γργορα απρριψε το νεορρομαντισμ της νιτης και στρφηκε σε λιγτερο φανταχτερ τρπο αφγησης, ακολουθντας τα πρτυπα των μεγλων ρεαλιστν του 19 αι. Τη φαντασωση μως δε την απαρνιται. Διξοδο στη φαντασα, του δωσε μια μορφ λγου που περιεχε και τον τρχοντα ρεαλισμ: ο μθος, μορφ λγου που υπρχει χρος για υπερφυσικ, αφο αυτ μπορε ν' αποδοθε στη μυθικ συνασθηση που υπρξε σ' λλους καιρος και χρνους. πως μως παρατρησε κι ο διος, τα υπερφυσικ συμβντα στους μθους, θεωρονται σα διαλεμματα της κανονικς πραγματικτητας κι χι, πως στα παραμθια που θεωρονται αυτονητα. τσι βρκε λλους τρπους να χειρζεται το φανταστικ.
     Τα νειρα πντα παζανε ζωτικ ρλο στη ψυχικ ζω του, πως φανεται κι απ' τα δοκμι του. ταν πρασε αυτς τις μπρες με τη ψυχικ του κατσταση και στρφηκε στη ψυχανλυση -βσει του Γιονγκ- δωσε μφαση στα νειρα και στην ερμηνεα τους και απκτησε την ικαντητα να επανασυνδεθε με τον παιδικ κσμο της φαντασας, που προσπαθσει τσο καιρ να καταπισει. Ξεπρασε λοιπν τις δυσκολες κι τσι, τα νειρα, σα διξοδος φαντασισεων και σα μσον επανασνδεσης με το παρελθν, βρσκονται σε αρκετ απ τα ργα του.
     Δε πρπει να θεωρσουμε πως η τση του αυτ προς το φανταστικ εναι μνο σα μια τση φυγς. Εναι ββαια αληθς πως οι κλασικς περοδοι που κυριρχησε το φανταστικ, ταν εκενες οι εποχς που η τεχνολογικ πραγματικτητα κατκλυζε τσο πολ τα πντα, που το τομο ρχισε ν' αναρωτιται για τις αξες της. Συχν οι φαντασισεις αποκαλπτουνε τις αξες μιας δεδομνης εποχς πολ πιο ζωνταν, απ' ,τι οι αποκαλομενοι ρεαλισμο. Κι η εποχ μας, φανεται να χρειζεται τη φαντασωση πιτερο απ κθε λλην εποχ...
       Πθανε στην Ελβετα 9 Αυγοστου 1962 λγο μετ τα 85α γενθλι του.

    ---------------------------------------------------------------------------------------

                             
νας Ερωτευμνος Νος (νας μθος)

      Αυτ η διγηση αναφρεται σε γεγοντα που γνανε τα χρνια του Αγου Ιλαρωνα. Στη πλη που γεννθηκε κενος, κοντ στη Γζα, ζοσε ν απλ, θεοσεβομενο αντργυνο, που ο Κριος εχεν ευλογσει με μια κρη ξυπνη και πολ-πολ μορφη. Αναθρεμμνη απ τους γονες της στην οδ της καλοσνης, η ευασθητη κοπλα, προς χαρ λων, μεγλωνε με ταπεινοφροσνη κι ευσβεια κι ταν, μες σ' λη τη διακριτικ της χρη, τσον μορφη να τη κοιτ κανες σο κι νας γγελος Κυρου. Τα σκορα, γυαλιστερ μαλλι της παζανε πνω στο λευκ της μτωπο
· μακρις, βελοδινες βλεφαρδες σκιζανε τα ντροπαλ χαμηλωμνα μτια της, περπατοσε στα μικρ, ντελικτα ποδαρκια της, λεπτοκαμωμνα κι ελαφρ σαν τα ζαρκδια, κτω απ' τα φοινικδεντρα.
     Οτε που γριζε να κοιτξει τους ντρες, γιατ ταν τανε δεκατεσσρων χρονν εχεν αρρωστσει θανσιμα κι εχε ορκιστε -αν Εκενος την σωζε- να μη πρει λλον για σζυγο εκτς απ' το Θε και τελικ γιατρετηκε λες κι Εκενος εχε φροντσει για τοτο.
     νας νος που ζοσε στην δια πλη ερωτετηκε αυτ την εικνα αμλυντης, παρ-θενικς αγντητας. Κι εκενος ταν μορφος κι λο χρη, γιος καλς οικογνειας, που τον εχε αναθρψει και μεγαλσει με λη τη πρπουσα φροντδα. Αλλ απ' τη στιγμ που ερωτετηκε την μορφη κοπλα, δεν κανε τποτ' λλο απ' το να ψχνει μιαν ευκαιρα να τη δει κι ταν την βλεπε, στεκταν εκστατικς μπρος στη πανμορφη παιδολα, κοιτζοντς τη με φλογερ λαχτρα στα ορθνοιχτα μτια του. ταν περνοσε μια μρα χωρς να δει το πρσωπ της, γυρνοσε μελαγχολικς, χλωμς κι απελπισμνος, χωρς να τρει τποτε και περνοJσε πολλς ρες με αναστεναγμος και θρνους.
     χοντας καλ ανατροφ, ο νος διθετε ευγενικ, ευσεβ ιδιοσυγκρασα, αλλ τρα αυτ η βαιη ερωτικ τρλα κυβερνοσε τη καρδι και τη ψυχ του. Δε μποροσε πια να συγκεντρωθε κι αντ να σκφτεται λογικ, σκεφττανε πια μνο τα μαρα, μακρι μαλλι της κρης, τα ρεμα, μορφα μτια της, το χρμα και τις στρογγυλδες των μγουλων και των χειλιν της, το λεπτ, αστραφτερ λαιμ της και τα μικροσκοπικ, ευκνητα ποδαρκια της. Αλλ δσταζε να της μιλσει για τη μεγλη αγπη και το σφοδρ πθο του, γιατ γνριζε πολ καλ πως εκενη δεν εχε σκοπ να πρει σζυγο στη γη, μην χοντας μσα της αγπη παρ μονχα για το Θε και τους γονες της.
     Μαραζωμνος απ την αρρστια του ρωτα, γραψε τελικ να μεγλο, ικετευτικ γρμμα, που της αποκλυπτε το φλογερ ρωτ του. Με λη του τη καρδι την ικτευε να τον δεχτε και στις μρες που θα 'ρχονταν, να ζσει μαζ του με τα ιερ δεσμ του γμου, πως πρεπε κι τανε σωστ. Αρωμτισε το μνυμ του αυτ με μιαν ευγενικ Περσικ σκνη, το τλιξε σε κλινδρο, το 'δεσε με μεταξωτ κλωστ και το 'στειλε μυστικ με τα χρια μιας γριας υπηρτριας.
     ταν η κρη διβασε τα λγια του, γινε κατακκκινη. Με το πρτο ξναμμα της σγχυσης σκπευε να σκσει το γρμμα σε κομμτια να το δεξει αμσως στη μητρα της. πειτα, μως, εχε γνωρσει καλ και συμπαθσει το νο ταν τανε παιδι και στα λγια του δικρινε μια κποιαν λλειψη αυτοπεποθησης και τρυφερτητα κι τσι δεν το 'κανε. Αντ να κνει λοιπν, αυτ, δωσε το γρμμα πσω στη γερντισσα, λγοντας:
 -"Επιστρψτε αυτ το γρμμα σε κενον που το 'γραψε και πστε του τι δε μπορε να μου απευθνει ξαν ττοια λγια. Πστε του επσης ,τι οι γονες μου με τξαν να γνω νφη του Κυρου, γι' αυτ, δε μπορ να προσφρω το χρι μου ποτ σε κανναν, αλλ πρπει να εμμενω στην απφασ μου να υπηρετ και να τιμ Εκενον με παρθενικ αγντητα, γιατ η αγπη προς Εκενον εναι υψηλτερη και μεγαλτερης αξας απ την ανθρπινη αγπη. Επιπλον, πστε του, πως ελπζω να μη βρω οτ' ναν ντρα του οποου η αγπη να εναι υψηλτερη και μεγαλτερης αξας απ κενη του Θεο και θα εμμενω στον ιερ μου ρκο. Σε κενον που 'γραψε αυτ το γρμμα εχομαι να 'χει την ειρνη του Κυρου, που εναι πσω απ καθετ ανθρπινα κατανοητ. Και τρα πηγανετε και να ξρετε τι ποτ ξαν δε θα δεχτ παρμοιο μνυμα απ' τα χρια σας".
     πληκτη με ττοια προσκλληση στο καθκον, η υπηρτρια επστρεψε στον αφντη της, του 'φερε το γρμμα του και του ανφερε λα σα εχε πει η κρη. Αν και πρσθεσε μερικ παρηγορητικ λγια, ο νος ξσπασε σε δυνατος θρνους, σκισε τα ροχα του κι ριξε χμα στα μαλλι. Δε τολμοσε πια να περσει απ' το δρμο της και προσπαθοσε να τη δει μνο απ μακρι.
     Νχτες και νχτες πρασε γρυπνος στο δωμτι του, φωνζοντας δυνατ τ' νομα της αγαπημνης του και χιλιδες τρυφερς λξεις λατρεας: την αποκαλοσε Φως του κι Αστρι του, Ελαφνα του και Δφνη του, Αστραφτομτα του και Μαργαριτρι του, κι ταν ξυπνοσε απ' αυτος τους ρεμβασμος κι ανακλυπτε πως ταν μνος στο σκοτειν δωμτιο, σφιγγε τα δντια, καταριταν το νομα του Θεο και χτυποσε το κεφλι του στο τοχο.
     Αυτ η yινη αγπη εχε κνει κθε ευσπλαχνα να επισκιαστε και να σβηστε απ' τη καρδι του. Και δεν εχε καλ-καλ καταφρει ο Διβολος να μπει μσα του ταν ο νος ρχισε να πφτει απ τη μα βδελυγμα στην λλη. Πρε ρκο τι θ' αποκτοσε την μορφη κοπλα και θα το 'κανε με τη βα. Ταξδεψε στη Μμφιδα, μπκε στη σχολ των ειδωλολατρν ιερων του Ασκληπειο και διδχτηκε τη τχνη της μαγεας. Ακολοθησε τις σπουδς αυτς με ζλο για να χρνο πριν γυρσει πσω στη Γζα. Μλις επστρεψε, χραξε πνω σ' να χλκινο πλακδιο σημεα και λξεις που θα 'χανε τη δναμη να προκαλσουνε δυνατ ερωτικ μγια. Στο σκοτδι της νχτας, θαψε το πλακδιο κτω απ' το κατφλι του σπιτιο, που ζοσε η κρη.
     Απ' την επμενη κιλας μρα, το κορτσι εχεν αλλξει αξιοσημεωτα. φησε αχαλνωτο το λλοτε τσο ταπειν χαμηλωμνο βλμμα της, φησε κτω τα μαλλι της να πφτουν ελεθερα, παραμλησε τα πντα και τραγουδοσε μοναχ της να ερωτικ τραγουδκι που δεν της το εχε μθει κανες. Καθημεριν η κατστασ της γινταν λο και πιο σοβαρ και τη νχτα στριφογριζε στο κρεβτι, φωνζοντας δυνατ τ' νομα του νου, αποκαλντας τον πολυαγαπημνο της, ποθντας τον κοντ της.
     Η τσο αλλαγμνη κατστασ της δε πρασε απαρατρητη απ' τους γονες της μαγεμνης κοπλας. χοντας πια υποψες στο μυαλ τους εξαιτας των λγων της και της αλλαγμνης συμπεριφορς της, παρακολοθησαν τη νχτα τι λεγε. Τσο δε ταραχτκανε και τρομοκρατηθκανε μ' αυτ που κουσαν, στε ο πατρας της θελε ν' αποκηρξει αυτ τη κακοαναθρεμμνη, πως την αποκλεσε, κρη. Η μητρα, μως, τον ικτεψε να κνει υπομον. ρχιζαν να εξετζουνε το θμα απ πιο κοντ και καταλβανε πως η κρη τους πρεπε να 'χε περιπσει σ' αυτ τη θλιβερ κατσταση σγχισης εξαιτας της επιρρος που θα 'χανε πνω της τα δεσμ της μαγεας.
     Η κρη, μως, παρμενε κυριευμνη απ κποιο δαμονα, ξεστομζοντας βλασφημες και φωνζοντας δυνατ τον αγαπημνο της. Επιτλους, οι γονες της θυμηθκανε τον γιο ερημτη Ιλαρωνα, που ζοσε για πολλ χρνια σ' να ερημικ μρος μακρι απ' τη πλη και που 'τανε τσο κοντ στο Θε, στε λες του οι προσευχς να εισακοονται. Εχε θεραπεσει τσους πολλος αρρστους κι εχε βγλει τσους πολλος δαμονες στε, δπλα στον γιο Αντνιο, θα μποροσε σως να ονομαστε ο πιο ισχυρς νθρωπος των ημερν του. Του πγαν την κρη τους κι εν του λεγαν λα σα συνβαιναν, τον ικτεψαν να τη θεραπεσει. Ο γιος στρφηκε προς την κρη και φναξε δυνατ:
 -"Ποις κανε τη δολη του Θεο σκεος διαβολικο πθου";
     Αλλ το κορτσι, με το σμα της μαραζωμνο, το δρμα της σταχτ, τονε κοταξε κι ρχισε να τονε βρζει, κομπζοντας για το σπρο της θρμα και το απαλ της σμα, αποκαλντας τον τραχ σκιχτρο, στε οι κακμοιροι γονες της πσανε στα γνατα κι κρυψαν τα κεφλια τους απ ντροπ. Ο Ιλαρων, μως, αναγνωρζοντας το δαμονα που κατοικοσε μες στο κορτσι, χαμογλασε κι εξαπλυσε μια σθεναρ επθεση εναντον του, στε αυτς ν' αναγκαστε να πει τ' νομ του και να τα ομολογσει λα. Με δναμη, ο γιος εξρκισε το βαιο και φιλνεικο δαμονα απ' το κορτσι. Ττε κενη ξπνησε, σαν απ κποιο παραλρημα πυρετο, αναγνρισε και χαιρτησε τους γονες της που κλαγανε, ζτησε απ' τον Ιλαρωνα ευλογα κι απ τη στιγμ κενη, γινε πλι η ευσεβς θυγατρα που 'τανε και πριν.
     Ο νος περμενε τα μγια να νικσουνε τη κρη και να τη ρξουνε στην αγκαλι του. Πρασε μερικς μρες νιθοντας ασφαλς μ' αυτ την ελπδα κι ταν τις μρες εκενες που γναν λα αυτ με το κορτσι. Θεραπευμνη πια, εκενη εχε γυρσει στη πλη και καθς ο νος δισχισε το δρμο, την εδε να 'ρχεται απ μακρι και προχρησε προς το μρος της. Καθς τονε πλησαζε, μποροσε να δει το μτωπ της που 'λαμπε πλι με την πρτερ του αγντητα. Στο πρσωπ της απλωντανε ττοια ειρηνικ ομορφι που φαιντανε σα να 'χε μλις βγει απ' τον παρδεισο.
     χοντς τα χαμνα, ο νος μενε κει, αρχζοντας απ' τη στιγμ που την εδε, να νιθει ντροπ για την ιεροσυλα που 'χε διαπρξει. Αλλ προσπθησε να υπερασπιστε τον εαυτ του κι ταν εκενη τονε πλησασε, εκενος, εμπιστευμενος τη δναμη των μαγικν, πγε προς το μρος της, της πιασε το χρι και της επε:
 -"Τρα μ' αγαπς";
     Χωρς να κοκκινσει, η κρη σκωσε τα αγν της μτια, που λμψανε πνω του σαν αστρια. Μια ανεπωτη αγπη κι ευγνεια ακτινοβολοσε απ' αυτ. Του 'σφιξε το χρι κι απντησε:
 -"Ναι, αδελφ μου, σ' αγαπ. Αγαπ τη φτωχ ψυχ σου και σε παρακαλ να την ελευθερσεις απ' το κακ και να τη δσεις στη φλαξη του Κυρου, για να γνει πλι μορφη κι αγν".
     να αρατο χρι γγιξε την καρδι του νου. Τα μτια του ξεχελισαν απ δκρυα και φναξε:
 -"στε πρπει να σε απαρνηθ για πντα; Μα δσε μου μια εντολ, δε θα κνω παρ αυτ που θα με διατξεις".
     Εκενη χαμογλασε σαν γγελος και του επε:
 -"Δε χρειζεται να μ' αρνηθες για πντα. Θα ρθει κποια μρα που θα σταθομε κι οι δυο μπρος στο θρνο του Θεο. Ας προετοιμαστομε για κενη τη μρα, στε να μπορσουμε να Τον κοιτξουμε καταπρσωπο και ν' αντξουμε τη κρση Του. Ττε θα γνω φλη σου. Δεν εναι παρ για λγο καιρ που θα μενουμε χρια".
     Απαλ φησε το χρι του και χαμογελντας απομακρνθηκε. Εκενος μεινε για λγο σαν μαγεμνος, πειτα απομακρνθηκε κι εκενος, κλεδωσε το σπτι του και πγε στην ρημο να υπηρετσει τον Κριο. Η ομορφι του τον εγκατλειψε, αδυντησε, το δρμα του σκορηνε και μοιραζτανε τη κατοικα του με τα κτνη της υπαθρου. Και ταν κουραζτανε κι υπφερε απ αμφιβολες και δε μποροσε να βρει λλη παρηγορι, επαναλμβανε ατλειωτα τα λγια της:
 -"Δεν εναι παρ για λγο καιρ..."
     Κι σως ο καιρς να του φνηκε πολς, τα μαλλι του γνανε γκρζα κι σπρισαν κι μεινε στη γη μχρι και τα ογδοντανα του χρνια. Τ εναι λλωστε, ογδντα χρνια; Τα χρνια πετνε και φεγουνε σαν να ταξιδεουνε πνω σε φτερογες πουλιν.
     Απ ττε που ζοσε ο νος αυτς, χλια και μερικς εκατοντδες χρνια χουνε περσει και πσο γργορα επσης τα ονματα κι οι πρξεις μας θα ξεχαστονε και δε θα μενει οτ' χνος απ' τη ζω μας, εκτς σως απ 'να μικρ, αββαιο μθο...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers