Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Jacobs William Wymark: Το Πόδι Της Μαϊμούς

 

                  Βιογραφικό      

     Ο Γουίλιαμ Γουάιμαρκ Τζέηκομπς (William Wymark Jacobs, μα υπέγραφε πάντα W.W.Jacobs) ήταν Άγγλος συγγραφέας διηγημάτων ΕΦ, που γεννήθηκε
 8 Σεπτέμβρη 1863, στο Wapping, στο Λονδίνο, έμεινε στην ιστορία σαν ο συγγραφέας του πιο γνωστού και συνάμα εξαιρετικότατου: "Το Πόδι Της Μαϊμούς"  (Monkey's Paw, 1902 στην ανθολογία διηγημάτων τρόμου, "The Lady Οf Τhe Barge", "Η Κυρά Του Πλοίου") κι ήταν απ' τις πιο σοβαρές επιρροές του άλλου μεγάλου σύγχρονου συγγραφέα: Στέφεν Κινγκ.
     Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του William Gage Jacobs και της πρώτης συζύγου του, Sophia Wymark, που πέθανε όταν εκείνος ήτανε πολύ μικρός. Ο πατέρας του ήταν επιστάτης στο ντόκο του Σάουθ Ντέβον κι έτσι ο μικρός Τζέηκομπς περνούσε πολύ χρόνο με τ' αδέρφια και τις αδερφές του, εξερευνώντας στις αποβάθρες και μελετώντας τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις των ατμοπλοίων, τράμπες, καθώς και τα πληρώματά τους.
     Μεγάλη και φτωχή η οικογένειά του κι αυτός ήταν σιωπηλός και ντροπαλός από σύμπλεγμα κατωτερότητας. Η ζωή του στους ντόκους διακοπτότανε μόνο για λίγο, όταν έκανε διακοπές σ' ένα αγρόκτημα στο SevenOaks, κι όταν επισκεπτότανε συγγενείς του στην ανατολική Αγγλία, -κι από τις δυο αυτές... διακοπές, εμπνεύστηκε το "Claybury Stories", που δημοσιεύτηκε στο Light Freights, το 1901.
     Φοίτησε σε ιδιωτικό σχολείο στο Λονδίνο και μετά μπήκε στο Birkbeck College. Το 1879 έγινε κληρικός προσφέροντας υπηρεσίες στη τοπική ενορία και μετά τραπεζιτικός υπάλληλος απ' το 1883 μέχρι το 1899. Κάθε έσοδο ήτανε καλοδεχούμενο, για τα δίδακτρα και τα έξοδά του γενικά κι έτσι το 1885 ξεκίνησε να δημοσιεύει ανώνυμα σκετσάκια στο Blackfriars. Οι πρώτες του ιστορίες ήταν κυρίως φυσικές, μαρτυρούσαν ήδη το πολλά υποσχόμενο ταλέντο του, πράγμα που 'δειχνε πως θ' ακολουθήσει καριέρα συγγραφέα κι αυτό το επισήμαναν σε κριτικές τους κι οι: Henry James, G.K. Chesterton, & Christopher Morley.
     Αγαπημένα του θέματα, ναυτικές ιστορίες, που συγκεντρωθήκανε στη συλλογή του, "Many Cargoes", που δημοσιεύτηκε το 1896 κι έκαμε πολύ μεγάλην επιτυχία. Τον επόμενο χρόνο, ακολούθησε η συλλογή "The Skipper's Wooing" κι το 1898 η συλλογή "Sea Urchins", όπου και σφράγισε πλέον τη δημοσιότητά του. Έτσι το 1899 αποφάσισε να σταματήσει κάθε άλλη εργασία και ν' αφοσιωθεί εξ ολοκλήρου στη συγγραφή. Την επόμενη χρονιά νυμφεύτηκε τη σουφραζέτα Agnes Eleanor, με την οποία απέκτησε 2 γιους και 3 κόρες.
     Άλλες συλλογές: "Captains All", "Sailors' Knots", & "Night Watches". Δημοσίεψε πολλές από αυτές τις ιστορίες, κι άλλες σε πολλά περιοδικά της εποχής, -μεταξύ άλλων και στα περιοδικά των, Jerom K. Jerom και Robert Barr: IDLER & TODAY, αντίστοιχα.
     O Τζέηκομπς επέδειξε μιαν ιδιαίτερην ευαισθησία στις ιστορίες του κι αυτό ίσως ήτανε μέρος του μυστικού της επιτυχίας του. Παρόλο που ανήκε κατά κάποιο τρόπο, στην ΕΦ, οι ιστορίες του είχανε κι έντονο χιούμορ κι αυτό ήτανε που του προσέδωσε ακόμα πιότερο μεγαλείο. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως τις περισσότερες φορές, οι ιστορίες του είχαν απροσδόκητο τέλος.
     Πέθανε 1 Σεπτέμβρη 1943 στο Hornsey Lane, Islington, του Λονδίνου, ακριβώς 80 ετών κι η πραγματική αιτία του θανάτου του δεν έχει μέχρι σήμερα διευκρινιστεί.

     Η εργογραφία του είναι η ακόλουθη:

Many Cargoes                     (stories)         (1896)
The Skipper's Wooing            (novel)   \
                                                        >  (1897)
The Brown Man's Servant      (novella)  /     
Sea Urchins (1898) ή More Cargoes (stories) (1898)
A Master of Craft                 (novel)           (1900)
Light Freights                     (stories)          (1901)
At Sunwich Port                  (novel)            (1902)
The Lady of the Barge       (stories) (1902): περ. "Το Πόδι Της Μαϊμούς"
Odd Craft                         (stories)            (1903)
Dialstone Lane                   (novel)              (1902)
Captains All                       (stories)            (1905)
Short Cruises                     (stories)            (1907)
Salthaven                          (novel)             (1908)
Sailors' Knots                     (stories)            (1909)
Ship's Company                  (stories)            (1911)
Night Watches                   (stories)             (1914)
The Bears                          (novel)              (1916)
Deep Waters                     (stories)             (1919)
Sea Whispers                    (stories)             (1926)

     Η ιστορία που φιλοξενώ σήμερα στο Στέκι, "Το Πόδι Της Μαϊμούς" είναι μια ακόμα παράξενη ιστορία που αφορά στο πιο παλιό μύθο του τί θα μπορούσε κανείς να ζητήσει αν είχε να κάνει 3 ευχές και τί τελικά αντίτιμο θα χρειαζόταν να καταβάλλει. Είναι μια εξαίρετη ιστορία όπου δεν υπάρχει μόνον ο τρόμος του υπερφυσικού, αλλά κι η φρίκη της μοναξιάς. Όσο εύθυμα ξεκινά, άλλο τόσο τραγικά εξελίσσεται στις λίγες, σχετικά, γραμμές του κι ελπίζω να την απολαύσετε όσο κι εγώ, αλλά πριν ξεκινήσετε μια συμβουλή-παράκληση:

     Προσέξτε τί εύχεστε, γιατί μπορεί να... πραγματοποιηθεί!

------------------------------------------------------------------------------------------

Ι

     Η νύχτα έξω ήταν υγρή και κρύα, αλλά στη μικρή Βίλλα Λέηκσναμ τα παραθυρόφυλλα ήτανε κλεισμένα κι η φωτιά έκαιγε λαμπερή. Ο πατέρας κι ο γιος παίζανε σκάκι κι ο πρώτος που είχε ιδέες για το παιγνίδι, που απαιτούσανε ριζικές αλλαγές, έβαζε το βασιλιά του σε τόσο μεγάλους και περιττούς κινδύνους, που προκαλούσανε σχόλια, ακόμα κι απ' την ασπρομάλλα γρια κυρία που 'πλεκε ήρεμα δίπλα στη φωτιά.
 -"Ακούστε τον αγέρα". είπεν ο κος Ουάιτ, που έχοντας δει ένα θανάσιμο λάθος, όταν ήτανε πολύ αργά, είχε την αγαθή επιθυμία να εμποδίσει το γιο του να το δει.
 -"Ακούω", είπε ο τελευταίος, εξετάζοντας βλοσυρά τη σκακιέρα, καθώς άπλωνε το χέρι του. "Ρουά"!
 -"Δε θα φανταζόμουνα διόλου, πως θα 'ρχόταν απόψε" είπεν ο πατέρας με το χέρι σηκωμένο πάνω απ' τη σκακιέρα.
 -"Ματ!", απάντησεν ο γιος.
 -"Αυτό είναι το χειρότερο, που ζούμε τόσο απόκεντρα" φώναξε ο κος Ουάιτ με μια ξαφνική κι ανήκουστη βιαιότητα, "απ' όλες τις βρωμερές, λασπερές τοποθεσίες που μπορεί να ζήσει κανείς, αυτή είναι η χειρότερη. Το μονοπάτι είναι βάλτος κι ο δρόμος είναι χείμαρρος. Δε ξέρω τί σκέφτονται οι ανθρώποι. Φαντάζομαι πως επειδή μόνο δυο σπίτια στο δρόμο είναι νοικιασμένα, πιστεύουνε πως δεν έχει και τόση σημασία".
 -"Δε πειράζει, αγάπη μου", είπε η γυναίκα του, καθησυχαστικά. "Μπορεί να κερδίσεις την επόμενη παρτίδα".
     Ο κος Ουάιτ σήκωσε το βλέμμα απότομα, προλαβαίνοντας ίσα-ίσα ένα βλέμμα κατανόησης ανάμεσα στη μάνα και το γιο. Τα λόγια σβήσανε στα χείλη του κι έκρυψε το ένοχο χαμόγελο στ' αραιά, γκρίζα γένεια του.
 -"Έφτασε", είπε ο Χέρμπερτ Ουάιτ, καθώς η εξώπορτα χτύπησε δυνατά και βαριά βήματα πλησιάσανε προς την είσοδο.
     Ο γέρος σηκώθηκε με φιλόξενη βιασύνη κι ανοίγοντας τη πόρτα ακούστηκε ν' ανταλλάσσει λόγια συμπόνοιας με το νεοφερμένο κι εκείνος επίσης ανταπάντησε ανάλογα, έτσι που η κα Ουάιτ φώναξε "Βρε! Βρε!" κι έβηξε σιγά, καθώς ο άντρας της έμπαινε στο δωμάτιο, ακολουθούμενος από ένα ψηλό, γεροδεμένον άντρα με χάντρινα μάτια και κόκκινο πρόσωπο.
 -"Ο επιλοχίας Μόρις", είπε κάνοντας τις συστάσεις. Ο επιλοχίας έσφιξε τα χέρια και καθίζοντας στη καρέκλα που του προσφέρανε δίπλα στη φωτιά, παρακολουθούσε ευχαριστημένα, ενώ ο οικοδεσπότης του 'βαζε ουίσκι σ' ένα ποτήρι κι έβαζε στη φωτιά μια μικρή χάλκινη κατσαρόλα. Στο τρίτο ποτήρι τα μάτια του γίνανε πιο λαμπερά κι άρχισε να μιλά, ενώ η μικρή οικογένεια παρακολουθούσε με ζωηρό ενδιαφέρον τον επισκέπτη από μακρινούς τόπους, καθώς ίσιωνε τους φαρδιούς ώμους του στη καρέκλα και μιλούσε για παράξενα τοπία και γενναίες πράξεις, για πολέμους, λοιμούς και παράξενους ανθρώπους.
 -"Είκοσι χρόνια ιστορίες", είπε ο κος Ουάιτ, κουνώντας το κεφάλι στους υπόλοιπους. "Όταν έφυγε ήταν μια σταλιά νεαρούλης στην αποθήκη. Για δείτε τον τώρα".
 -"Δε φαίνεται να 'χει πάθει και πολλές ζημιές", είπε ευγενικά η κα Ουάιτ.
 -"Θάθελα να πάω κι εγώ στις Ινδίες", είπεν ο γέρος, "έτσι για να δω πως είναι τα πράγματα εκεί, ξέρετε".
 -"Καλύτερα εδώ που 'σαι", είπεν ο επιλοχίας, κουνώντας το κεφάλι. Ακούμπησε κάτω το άδειο ποτήρι κι αναστέναξε σιγά, κουνώντας το πάλι αρνητικά.
 -"Θάθελα να δω κείνους τους παλιούς ναούς, τους φακίρηδες και τους ταχυδακτυλουργούς", είπεν ο γέρος. "Τί ήταν αυτό που 'χες αρχίσει να λες τις άλλες για ένα πόδι μαϊμούς ή κάτι τέτοιο, Μόρις";
 -"Τίποτε!", είπε βιαστικά ο στρατιωτικός. "Τίποτε τουλάχιστον που ν' αξίζει τον κόπο ν' ακούσετε".
 -"Πόδι μαϊμούς;" ρώτησε η κα Ουάιτ με περιέργεια.
 -"Ναι, είναι κάτι που μπορεί να το λέγατε μαγικό, ίσως", είπεν απότομα ο Μόρις.
     Οι τρεις ακροατές του, σκύψανε μπρος με άπληστο ενδιαφέρον. Ο επισκέπτης ακούμπησε αφηρημένα το άδειο ποτήρι στα χείλη και μετά το άφησε πάλι κάτω. Ο οικοδεσπότης του το γέμισε.
 -"Σ' εμφάνιση", είπε ο επιλοχίας, ψαχουλεύοντας τη τσέπη, "είναι ένα συνηθισμένο μικρό πόδι μαϊμούς, που 'χει μουμιοποιηθεί με στέγνωμα".
     Έβγαλε κάτι από τη τσέπη και τους το πρότεινε. Η κα Ουάιτ τραβήχτηκε πίσω μορφάζοντας, αλλά ο γιος της, παίρνοντάς το, το εξέτασε με μεγάλη περιέργεια.
 -"Και τί το ιδιαίτερο συμβαίνει μ' αυτό;" ρώτησε ο κος Ουάιτ, καθώς το 'παιρνε απ' το γιο του κι αφού το εξέτασε το ακούμπησε στο τραπέζι.
 -"Έχει ένα ξόρκι πάνω του από ένα γέρο φακίρη", είπε ο επιλοχίας, "ένα πολύ άγιον άνθρωπο. Ήθελε να δείξει πως η μοίρα κυβερνούσε τη ζωή των ανθρώπων κι εκείνοι που ανακατεύονταν μαζί της, κάνανε μεγάλη ζημιά. Έκανε λοιπόν ένα ξόρκι πάνω του, έτσι ώστε τρεις ξεχωριστοί άνθρωποι θα μπορούσαν να πετύχουνε τρεις ευχές μ' αυτό".
     Το ύφος του ήτανε τόσον εντυπωσιακό, που οι τρεις ακροατές του νιώσαν ότι τα επιπόλαια γέλια τους ήτανε κάπως παράφωνα.
 -"Λοιπόν, γιατί δε κάνατε τρεις ευχές κύριε;" ρώτησε έξυπνα ο Χέρμπερτ Ουάιτ.
     Ο στρατιωτικός τονε κοίταξε με τρόπο που η μέση ηλικία συνηθίζει να κοιτά τ' αυθάδικα νιάτα.
 -"Τις έκανα!" είπε ήσυχα και το κοκκινωπό του πρόσωπο άσπρισε.
 -"Κι οι τρεις ευχές σας εκπληρωθήκανε πραγματικά;" ρώτησε η κα Ουάιτ.
 -"Εκπληρώθηκαν" είπε ο επιλοχίας δαγκώνοντας δυνατά το ποτήρι του.
 -"Κι έχει ευχηθεί κανείς άλλος;" επέμεινε η γηραιά κυρία.
 -"Στον πρώτο, εκπληρώθηκαν οι τρεις ευχές του," ήταν η απάντηση. "Δε ξέρω για τις δυο πρώτες, αλλά η τρίτη ζητούσε το θάνατο. Έτσι απέκτησα το πόδι". Ο τόνος του ήτανε τόσο σοβαρός που έπεσε σιωπή στη παρέα.
 -"Αν εκπληρώθηκαν οι τρεις ευχές σου, τότε δεν έχει καμμιάν αξία για σένα τώρα, Μόρις. Γιατί το κρατάς;" είπε τελικά ο γέρος. Ο επιλοχίας κούνησε το κεφάλι:
 -"Έτσι! Για γούστο, φαντάζομαι. Είχα κάποια ιδέα να το πουλήσω, αλλά δε νομίζω πως θα το κάνω. Αρκετή ζημιά έχει κάνει κιόλας. Εξάλλου οι άνθρωποι δε θα το αγοράσουν. Μερικοί απ' αυτούς νομίζουνε πως είναι παραμύθι κι εκείνοι που το υπολογίζουνε κάπως, θέλουνε να το δοκιμάσουνε πρώτα και να με πληρώσουν μετά", ήταν η απάντηση.
 -"Αν μπορούσες να κάνεις άλλες τρεις ευχές", είπεν ο γέρος κοιτάζοντάς τονε διαπεραστικά, "θα τις έκανες";
 -"Δε ξέρω", είπεν ο άλλος. "Αλήθεια... δε ξέρω".
     Πήρε το πόδι και κρεμόντας το ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρά του, το πέταξε ξαφνικά στη φωτιά. Ο Ουάιτ με μια σιγανή κραυγή, έσκυψε και το άρπαξε από κει.
 -"Καλύτερα να τ' αφήσεις να καεί" είπε σοβαρά ο επιλοχίας.
 -"Αν δε το θες Μόρις, δώστο μου εμένα", είπεν ο γέρος.
 -"Δε θα στο δώσω! Το πέταξα στη φωτιά!" είπε πεισματικά ο Μόρις. "Αν το κρατήσεις, μη με κατηγορήσεις για ό,τι συμβεί. Ρίξτο πάλι στη φωτιά σα λογικός άνθρωπος".
     Ο γερο-Ουάιτ κούνησε αρνητικά το κεφάλι κι εξέτασε προσεχτικά το νέο του απόκτημα.
 -"Πώς το κάνεις;" ρώτησε.
 -"Κράτα το ψηλά στο δεξί σου χέρι κι ευχήσου δυνατά", είπεν ο επιλοχίας, "αλλά σε προειδοποιώ για τις συνέπειες".
 -"Θυμίζει το: 'Χίλιες & Μία Νύχτες'. Δε νομίζεις πως θα 'πρεπε να ευχηθείς να 'χω τέσσερα χέρια;" είπε η κα Ουάιτ καθώς σηκωνότανε κι άρχισε να ετοιμάζει το τραπέζι.
     Ο άντρας της έβγαλε το φυλαχτό από τη τσέπη του και μετά οι τρεις ξεσπάσανε σε γέλια, καθώς ο επιλοχίας μ' ένα ύφος ανησυχίας στο πρόσωπό του, τον άρπαξε απ' το μπράτσο.
 -"Αν θες να ευχηθείς, ευχήσου τουλάχιστον για κάτι λογικό", του 'πε τραχιά.
     Ο κος Ουάιτ το 'ριξε πάλι στη τσέπη και βάζοντας τις καρέκλες, έκανε νόημα στο φίλο του να πλησιάσει στο τραπέζι. Με την ενασχόληση του φαγητού, το φυλαχτό μισοξεχάστηκε κι αργότερα καθίσανε κι οι τρεις τους ακούγοντας γοητευμένοι τη δεύτερη δόση από τις περιπέτειες του επιλοχία στις Ινδίες.
 -"Αν η ιστορία για το πόδι της μαϊμούς δεν είναι πιο αληθινή από κείνες που μας έλεγε", είπεν ο Χέρμπερτ, καθώς η πόρτα έκλεινε πίσω από τον καλεσμένο, ακριβώς στην ώρα, για να προλάβει το τελευταίο τρένο, "δε θα πετύχουμε και πολλά με δαύτο".
 -"Τούδωσες τίποτε σαν αντάλλαγμα;" ρώτησε η κα Ουάιτ, κοιτώντας προσεχτικά τον άντρα της.
 -"Ένα τίποτα", είπεν εκείνος κοκκινίζοντας ελαφρά. "Δε το 'θελε αλλά τον ανάγκασα να το πάρει. Και πάλι με βίασε να το πετάξω μακριά".
 -"Τί λες εκεί!" είπεν ο Χέρμπερτ με προσποιητή φρίκη. "Μα εδώ θα γίνουμε πλούσιοι, διάσημοι κι ευτυχισμένοι. Ευχήσου να γίνεις αυτοκράτορας πατέρα, για ν' αρχίσουμε. Μετά δε θα σε τραβά η μητέρα από τη μύτη".
     Έτρεξε από την άλλη μεριά του τραπεζιού, κυνηγημένος από την... άγρια κα Ουάιτ, που ήταν οπλισμένη μ' ένα κάλυμμα πολυθρόνας.
     Ο κος Ουάιτ έβγαλε το πόδι από τη τσέπη και το κοίταξε με δυσπιστία.
 -"Δε ξέρω για τί πράγμα να ευχηθώ, αυτό είναι σίγουρο", είπεν αργά. "Μου φαίνεται πως έχω όλα όσα θέλω".
 -"Αν εξοφλούσες μόνο το σπίτι, θα 'σουν απόλυτα ευτυχής, δεν είναι έτσι; Λοιπόν ευχήσου για διακόσιες λίρες τότε", είπε ο Χέρμπερτ με το χέρι πάνω στον ώμο του. "Αυτές θα φτάσουνε".
     Ο πατέρας, χαμογελώντας ντροπαλά για την ίδια του την ευπιστία, σήκωσε ψηλά το δεξί του χέρι που κρατούσε το φυλαχτό, καθώς ο γιος του με σοβαρό πρόσωπο, που το χάλασε κάπως ένα κλείσιμο του ματιού στη μητέρα του, κάθισε στο πιάνο και χτύπησε μερικές επιβλητικές νότες.
 -"Εύχομαι να έχω διακόσιες λίρες", είπεν ο γέρος καθαρά και δυνατά. Ένα θαυμάσιο φινάλε από το πιάνο, χαιρέτισε τα λόγια του, που διακόπηκε από μια κραυγή όλο ανατριχίλα απ' το γέρο. Η γυναίκα του κι ο γιος τρέξανε προς το μέρος του. "Κουνήθηκε!" φώναξε με μιαν έκφραση αηδίας, κοιτώντας το αντικείμενο που 'τανε πεσμένο στο πάτωμα. "Καθώς ευχόμουνα συσπάστηκε στα χέρια μου σα φίδι".
 -"Πάντως, δε βλέπω τα λεφτά", είπεν ο γιος, καθώς το σήκωνε και το ακουμπούσε στο τραπέζι, "και βάζω στοίχημα πως δε θα τα δω ποτέ".
 -"Θα πρέπει να 'ταν η φαντασία σου", είπεν η κα Ουάιτ, κοιτώντας τον ανήσυχα. Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι:
 -"Δεν έχει σημασία. Πάντως δεν έγινε και κανένα κακό, αν και παρ'ολ'αυτά, με τάραξε".
     Καθίσανε πάλι δίπλα στη φωτιά, ενώ οι δυο άντρες τελειώσανε τις πίπες τους. Έξω, ο αέρας ήτανε δυνατότερος από ποτέ κι ο γέρος τινάχτηκε νευρικά στον ήχο μιας πόρτας που χτυπούσε στο πάνω πάτωμα. Μια ασυνήθιστη και καταθλιπτική σιωπή τύλιξε και τους τρεις, που κράτησε μέχρι που το ηλικιωμένο ζεύγος σηκώθηκε να πάει να πλαγιάσει, για τη νύχτα.
 -"Φαντάζομαι πως θα βρείτε τα λεφτά κλεισμένα σ' ένα μεγάλο σακούλι, στη μέση του κρεβατιού σας", είπεν ο Χέρμπερτ, ενώ τους καληνύχτιζε, "και κάτι φριχτό να κάθεται μουλωχτά στη κορφή της ντουλάπας, παρακολουθώντας σας όταν τσεπώνετε τα άνομα κέρδη σας".

ΙΙ

     Στη λαμπρότητα του χειμωνιάτου πρωινού ήλιου, καθώς χυνότανε πάνω στο τραπέζι του μπρέκφαστ, ο Χέρμπερτ κορόιδευε τους φόβους του. Υπήρχε μια ατμόσφαιρα πεζής φυσικότητας γύρω στο δωμάτιο, που έλειπε το προηγούμενο βράδυ και το βρώμικο, ζαρωμένο, μικρό πόδι ήτανε πεταμένο πάνω σ' ένα ντουλάπι, με μιαν αδιαφορία που δεν έδειχνε και μεγάλη πίστη στα προσόντα του.
 -"Φαντάζομαι πως όλοι αυτοί οι παλιοί στρατιώτες είναι ίδιοι", είπεν η κα Ουάιτ. "Για φαντάσου να εκπληρώνονται ευχές στις μέρες μας. Κι αν μπορούσαν, πώς θα 'τανε δυνατό να σε βλάψουνε διακόσιες λίρες άντρα μου";
 -"Θα μπορούσαν να πέσουν απ' τον ουρανό στο κεφάλι του", είπεν ο επιπόλαιος Χέρμπερτ.
 -"Ο Μόρις είπε πως τα πράγματα γίνονται τόσο φυσικά, που θα μπορούσες αν ήθελες να τ' αποδώσεις σε σύμπτωση", είπε ο πατέρας.
 -"Πάντως, μην ορμήσετε στα λεφτά προτού γυρίσω", τους είπε ο Χέρμπερτ καθώς σηκωνόταν απ' το τραπέζι. "Φοβάμαι ότι θα σε κάνουνε τσιγκούνη άνθρωπο και θ' αναγκαστούμε να σε αποκληρώσουμε".
     Η μητέρα του γέλασε κι ακολουθώντας τον στη πόρτα τονε παρακολούθησε που κατηφόριζε στο δρόμο και γυρίζοντας στο τραπέζι διασκέδασε με την ευπιστία του άντρα της. Όλ' αυτά δε την εμποδίσαν να τρέξει στη πόρτα με το χτύπημα του ταχυδρόμου, ούτε κι από το ν' αναφερθεί κάπως σύντομα, για τις αλκοολικές συνήθειες των συνταξιούχων επιλοχιών, όταν ανακάλυψε πως ο ταχυδρόμος είχε φέρει ένα λογαριασμό ράφτη.
 -"Ο Χέρμπερτ θα κάνει κάμποσες ακόμα πειραχτικές παρατηρήσεις φαντάζομαι, όταν γυρίσει σπίτι", είπε όταν καθόντουσαν για μεσημεριανό.
 -"Αυτό θάλεγα κι εγώ" είπε ο κος Ουάιτ, ρίχνοντας στο ποτήρι του λίγη μπύρα. "Παρ'ολ'αυτά όμως το πράγμα κουνήθηκε στο χέρι μου, θα ορκιζόμουνα γι' αυτό".
 -"Νόμισες ότι κουνήθηκε", του αντιγύρισε αυτή, κατευναστικά.
 -"Εγώ λέω ότι κουνήθηκε", απάντησεν ο άλλος. "Δεν έκανα καμιά σχετική σκέψη. Μόλις είχα... τί τρέχει";
     Εκείνη δεν απάντησε. Παρατηρούσε τις μυστηριώδεις κινήσεις ενός ανθρώπου έξω, που κοιτάζοντας με αναποφάσιστο τρόπο το σπίτι, φαινόταν να προσπαθεί να χτυπήσει τη πόρτα τους. Κάνοντας νοητικό συσχετισμό με τις διακόσιες λίρες, πρόσεξε πως ο ξένος ήτανε καλοντυμένος και φορούσε μεταξωτό καπέλο που γυάλιζε από φρεσκάδα. Τρεις φορές σταμάτησε στην εξώπορτα και μετά συνέχισε πάλι να βαδίζει. Τη τέταρτη φορά στάθηκε με το χέρι του πάνω της και μετά με ξαφνικήν αποφασιστικότητα την έσπρωξε δυνατά και προχώρησε στο δρομάκι. Την ίδια στιγμή η κα Ουάιτ άπλωσε τα χέρια πίσω της, ξεκούμπωσε βιαστικά τη ποδιά κι ακούμπησε αυτό το χρήσιμο ρούχο κάτω απ' το μαξιλάρι της καρέκλας της.
     Οδήγησε το ξένο που 'δειχνε στεναχωρημένος, μες στο δωμάτιο. Κοίταζε κλεφτά τη κα Ουάιτ κι άκουγε με συλλογισμένο ύφος καθώς η γηραιά κυρία ζητούσε συγνώμη για την εμφάνιση του δωματίου και το σακάκι του άντρα της, ρούχο που συνήθως το 'χε για τον κήπο. Μετά περίμενε όσο υπομονετικά της επέτρεπε το φύλο της, για να κάνει λόγο για το σκοπό του, αλλά κείνος παρέμενε παράξενα σιωπηλός.
 -"Μου... ζητήθηκε να σας επισκεφθώ", είπε τελικά κι έσκυψε να μαζέψει ένα κομματάκι κλωστής απ' το παντελόνι του. "Έρχομαι από τους Μόου & Μέγκινς..." Η κα Ουάιτ ξαφνιάστηκε:
 -"Τρέχει τίποτε;" ρώτησε ξέπνοα. "Συνέβη τίποτα στον Χέρμπερτ; Τί συμβαίνει";
 -"Έλα, έλα γυναίκα", επενέβη βιαστικά ο άντρας της. "Κάτσε και μη πηδάς σε συμπεράσματα. Δε φέρνετε κακά νέα σίγουρα, κύριε..." και τονε κοίταξε, σκεφτικά.
 -"Λυπάμαι..." άρχισε ο επισκέπτης.
 -"Χτύπησε;" ζήτησε να μάθει η μητέρα.
 -"Χτύπησε άσχημα...", ένευσε καταφατικά ο επισκέπτης, "...αλλά δεν υποφέρει καθόλου..."
 -Ω δόξα τω Θεώ!" αναφώνησε η γηραιά κυρία, δένοντας τα χέρια της μεταξύ τους. "Δόξα τω Θεώ γι' αυτό! Δόξα..."
     Διέκοψε ξαφνικά, καθώς το άσχημο νόημα της διαβεβαίωσης πέρασε στο νου της κι είδε τη φοβερή επιβεβαίωση των φόβων της στο γυρισμένο αλλού, πρόσωπο του άλλου. Της κόπηκε η ανάσα και γυρνόντας στον πιο αργόστροφο άντρα της, ακούμπησε το τρεμουλιαστό, γέρικο χέρι της πάνω στο δικό του. Ακολούθησε μεγάλη σιωπή.
 -"Τον άρπαξε η μηχανή", είπε τελικά ο επισκέπτης, χαμηλόφωνα.
 -"Τον άρπαξε η μηχανή;", επανέλαβε ο κος Ουάιτ, παραζαλισμένα.
 -"Ναι".
     Κάθισε κοιτώντας με άδειο βλέμμα έξω απ' το παράθυρο και πιάνοντας το χέρι της γυναίκας του στα δικά του, το 'σφιξε όπως συνήθιζε να κάνει τις παλιές μέρες του φλερτ τους, πριν σαράντα σχεδόν χρόνια.
 -"Ήταν ο μόνος που μας είχεν απομείνει", είπε γυρνώντας απαλά προς τον νεοφερμένο. "Είναι πολύ σκληρό". Ο άλλος έβηξε και σηκώθηκε, πλησίασε αργά στο παράθυρο.
 -"Η επιχείρηση μου ζήτησε να σας μεταφέρω τα ειλικρινή της συλληπητήρια για τη μεγάλη σας απώλεια αυτή", είπε χωρίς να κοιτά πίσω. "Σας παρακαλώ να καταλάβετε πως είμαι υπάλληλός της και μόνο, και μεταφέρω απλά τις εντολές".
     Δε του απάντησε κανείς. Το πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας ήταν άσπρο, τα μάτια της ορθάνοιχτα κι η ανάσα της ανεπαίσθητη. Στο πρόσωπο του άντρα της υπήρχε μια τέτοια έκφραση, σαν εκείνη που μπορεί να 'χε ο φίλος του επιλοχίας στη πρώτη του μάχη.
 -"Με στείλανε να σας πω, ότι οι Μόου & Μέγκινς δε δέχονται καμιάν ευθύνη, καμιάν υπαιτιότητα, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τις υπηρεσίες του γιού σας, επιθυμούν να σας προσφέρουν ένα κάποιο ποσό, σαν αποζημίωση", συνέχισεν ο άλλος.
     Ο κος Ουάιτ άφησε να πέσει το χέρι της γυναίκας του κι αφού σηκώθηκεν όρθιος, κοίταξε μ' έκφραση φρίκης τον επισκέπτη του. Τα ξερά του χείλη, πιότερο σχημάτισαν τις λέξεις, παρά που ακουστήκανε:
 -"Τί ποσό";
 -"Διακόσιες λίρες", ήταν η απάντηση.
     Χωρίς να χει συνείδηση της κραυγής της γυναίκας του, ο γηραιός άντρας χαμογέλασε αχνά, άπλωσε τα χέρια του σα τυφλός κι έπεσε, ένας αναίσθητος μπόγος, στο πάτωμα.

ΙΙΙ

     Στο τεράστιο νέο νεκροταφείο, κάπου δυο μίλια μακρυά, οι γέροι θάψανε το νεκρό τους και γυρίσανε πίσω, σ' ένα σπίτι βυθισμένο στη σκιά και στη σιωπή. Τελειώσαν όλα τόσο γρήγορα, που στην αρχή μόλις και το καταλαβαίνανε και μείνανε σε μια κατάσταση αναμονής, λες και περίμεναν να συμβεί κάτι άλλο, που θ' αλάφρωνε αυτό το φορτίο που 'τανε πολύ βαρύ για να το αντέξουν οι γέρικες καρδιές τους. Αλλά οι μέρες περνούσανε κι η αναμονή έδωσε τη θέση της στην εγκατάλειψη, την απελπισμένη εγκατάλειψη των γέρων που κάποτε ονομάζεται λανθασμένα, απάθεια. Μερικές φορές αντάλλαζαν μια παράξενη λέξη, γιατί τώρα δεν είχανε τίποτε να κουβεντιάσουνε κι οι μέρες τους ήταν εξαντλητικά μεγάλες.
     Ήτανε κάπου μια βδομάδα μετά, που ο γέρος, ξυπνώντας ξαφνικά τη νύχτα, άπλωσε τα χέρια κι ανακάλυψε πως ήταν μόνος. Το δωμάτιο ήτανε σκοτεινό κι ο θόρυβος ενός πνιχτού κλάματος έφτανε απ' το παράθυρο. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι κι αφουγκράστηκε.
 -"Έλα πίσω... θα κρυώσεις", της είπε τρυφερά.
 -"Είναι πιο κρύα για το γιο μου", είπε η γριά γυναίκα και ξανάρχισε το κλάμα.
     Ο θόρυβος από τους λυγμούς της έσβησε στ' αυτιά του. Το κρεβάτι ήτανε ζεστό και τα μάτια του βαριά απ' τη νύστα. Τονε πήρε ο ύπνος ανήσυχα και μετά κοιμήθηκε βαθιά, ώσπου μια ξαφνική άγρια κραυγή απ' τη γυναίκα του, τονε ξύπνησε μ' ένα τίναγμα.
 -"Το πόδι της μαϊμούς!", φώναζε άγρια. "Το πόδι της μαϊμούς"! Τινάχτηκε πάνω αναστατωμένος.
 -"Πού; Πού είναι; Τί τρέχει";
      Τονε πλησιάσε σκοντάφτοντας απ' την άλλη άκρη του δωματίου.
 -"Το θέλω!", του είπε σιγά. "Το 'χεις καταστρέψει";
 -"Είναι στο σαλόνι, στο ραφάκι", απάντησεν αυτός, απορημένος. "Γιατί";
 -"Μόλις το σκέφτηκα", είπε υστερικά. "Γιατί δε το σκέφτηκα νωρίτερα; Γιατί δε το σκέφτηκες εσύ"; Έκλαιγε και γελούσε μαζί και σκύβοντας του φίλησε το μάγουλο.
 -"Τί να σκεφτώ;" τη ρώτησε.
 -"Τις άλλες δυο ευχές!" του απάντησε γρήγορα. "Κάναμε μόνο μια".
 -"Μήπως δεν ήταν αρκετή τάχα;" ρώτησε κείνος άγρια.
 -"Όχι! Θα κάνουμε άλλη μια", του φώναξε θριαμβευτικά. "Κατέβα κάτω και φέρτο γρήγορα. Ευχήσου να ζωντανέψει πάλι το παιδί μας".
     Ο άντρας ανασηκώθηκε απ' το κρεβάτι, πέταξε τα σκεπάσματα από πάνω του, τρέμοντας και της φώναξε εμβρόντητος:
 -"Θεέ μου! Είσαι τρελή"!
 -"Φέρτο... φέρτο γρήγορα κι ευχήσου... -ω αγόρι μου! αγόρι μου"!
     Εκείνος μ' ένα σπίρτο άναψε το κερί και της απάντησε με αστάθεια στη φωνή:
 -"Γύρισε πίσω στο κρεβάτι. Δε ξέρεις τι λες".
 -"Μας εκπληρώθηκε η πρώτη ευχή", του απάντησε πυρετώδικα η γρια γυναίκα. "Γιατί όχι κι η δεύτερη";
 -"Ίσως ήτανε μια σύμπτωση..." ψέλλισεν ο γέρος.
 -"Πήγαινε φέρτο κι ευχήσου!" του φώναξε η γριά και τον έσπρωξε προς τη πόρτα.
     Κατέβηκε στο σκοτάδι και ψαχουλευτά έφτασε στο σαλόνι και μετά στο ράφι του τζακιού. Το φυλαχτό ήτανε στη θέση του. Ένας φριχτός φόβος τονε κατέκλυσε, μήπως κείνη η ανείπωτη ευχή έφερνε τα χειρότερα και του κόπηκε η ανάσα σα διαπίστωσε πως είχε χάσει τη κατεύθυνση της πόρτας. Με το μέτωπο παγωμένο από τον ιδρώτα, έκανε ψαχουλευτά το γύρο του τραπεζιού και προχώρησε αγγίζοντας τον τοίχο, ώσπου βρέθηκε στο μικρό διάδρομο με το ανίερο πράμα στο χέρι του.
     Ακόμα και το πρόσωπο της γυναίκας του φαινόταν να 'χει αλλάξει, καθώς επέστρεψε στο υπνοδωμάτιό τους. Ήταν άσπρη κι όλο προσμονή και στους φόβους του έμοιαζε να 'χει μιαν ασυνήθιστη επήρρεια πάνω του. Τη φοβότανε.
 -"Ευχήσου!" του φώναξε με δυνατή κραυγή.
 -"Είναι κουτό και κακό!" κόμπιασε αυτός.
 -"Ευχήσου!" επανέλαβε στον ίδιο τόνο η γυναίκα του.
     Ο γέρος συγκατένευσε. Σήκωσε απρόθυμα το δεξί χέρι, κοντοστάθηκε λίγο κοιτώντας τη σύζυγό του μη τυχόν κι είχε αλλάξει γνώμη κι όταν είδε πως εκείνη περίμενε σχεδόν σαλεμένη με αγωνία, κοιτώντας το σηκωμένο χέρι του με προσμονή τρελή, φώναξε δυνατά κι όσο πιο καθαρά μπορούσε:
 -"Εύχομαι να ζωντανέψει πάλι ο γιος μου".
     Το φυλαχτό έπεσε στο πάτωμα και το κοίταξε ανατριχιάζοντας. Μετά, σωριάστηκε τρέμοντας σε μια καρέκλα, καθώς η γρια γυναίκα, με ξαναμμένα μάτια, προχώρησε στο παράθυρο κι άνοιξε τα παντζούρια.
     Εκείνος κάθισε μέχρι που πάγωσε απ' το κρύο, κοιτώντας πότε-πότε τη μορφή της γυναίκας του, που κοιτούσε έξω απ' το παράθυρο. Η φλόγα του κεριού, που το 'χε λυώσει μέχρι την άκρη του πορσελάνινου κηροπηγίου, έρριχνε τρεμουλιαστές σκιές στο ταβάνι και τους τοίχους, μέχρι που, με μιαν αναλαμπή δυνατότερη απ' τις άλλες, έσβησε τελείως. Ο γέρος μ' έν ανείπωτο αίσθημα ανακούφισης για την αποτυχία του φυλαχτού, γλύστρησε πίσω στο κρεβάτι κι ένα-δυο λεπτά αργότερα, ήρθε κι η γριά σιωπηλά κι ασυγκίνητα στο πλάι του.
     Κανείς τους δε μιλούσε, αλλά μείνανε κι οι δυο ξαπλωμένοι ακούγοντας το τικ-τακ του ρολογιού. Μια σκάλα έτριξε κι ένα ποντίκι τσίριξε και το 'βαλε στα πόδια με θόρυβο, μες απ' τον τοίχο. Το σκοτάδι ήτανε καταθλιπτικό κι αφού έμεινε κάμποσην ώρα συγκεντρώνοντας το κουράγιο του, ο γέρος πήρε το κουτί με τα σπίρτα κι ανάβοντας ένα, πήγε κάτω για να πάρει ένα κερί.
     Στη βάση της σκάλας το σπίρτο έσβησε και κοντοστάθηκε ν' ανάψει άλλο κι ακριβώς κείνη τη στιγμή, αντήχησε στη μπροστινή πόρτα, ένα χτύπημα, τόσο σιγανό και φευγαλέο, που μόλις κι ακουγότανε. Τα σπίρτα πέσαν απ' το χέρι του. Στάθηκε ακίνητος με κομμένη την ανάσα, μέχρι που το χτύπημα επαναλήφτηκε. Μετά γύρισε και πήγε τρέχοντας πίσω στο δωμάτιο κι έκλεισε τη πόρτα πίσω του. Ένα τρίτο χτύπημα πιο δυνατό τούτη τη φορά, αντήχησε σ' όλο το σπίτι.
 -"Τί είναι αυτό;" ρώτησε κείνη και τινάχτηκε πάνω.
 -"Ένα ποντίκι", της απάντησε κείνος με τρεμουλιαστή φωνή. "Με προσπέρασε στις σκάλες".
     Ανακάθισε στο κρεβάτι της κι αφουγκράστηκε. Έν ακόμα πιο δυνατό χτύπημα ξαναντήχησε παντού.
 -"Είναι ο Χέρμπερτ!" στρίγγλισε. "Είναι ο Χέρμπερτ"! κι όρμηξε στη πόρτα, αλλά ο άντρας της ήταν εκεί κι αρπάζοντάς την απ' το μπράτσο, τη κράτησε σφιχτά.
 -"Τί σκοπεύεις να κάνεις;" ψιθύρισε βραχνά.
 -"Είναι το αγόρι μου! Είναι ο Χέρμπερτ!" φώναξε κείνη, αντιπαλεύοντας μηχανικά το κράτημά του. "Ξέχασα πως ήτανε δυο μίλια μακρυά. Γιατί με κρατάς; Άσε με! Πρέπει να του ανοίξω τη πόρτα"!
     Ακούστηκε άλλο ένα χτύπημα και μετά άλλο ένα. Η γρια μ' ένα ξαφνικό τίναγμα ξέφυγε και βγήκε απ' το δωμάτιο. Ο άντρας την ακολούθησε στο κεφαλόσκαλο και της φώναξε παρακλητικά καθώς εκείνη έτρεχε κάτω. Άκουσε την αλυσίδα να κουδουνίζει κι ο κάτω σύρτης να τραβιέται αργά και δύσκολα απ' τη θήκη του. Μετά, τη φωνή της γριάς, κουρασμένη και λαχανιασμένη.
 -"Ο σύρτης", του φώναξε δυνατά. "Έλα κάτω. Δε μπορώ να τονε φτάσω".
     Αλλά εκείνος ήτανε στα γόνατα, ψάχνοντας σα τρελός στο πάτωμα, αναζητώντας το πόδι της μαϊμούς. Φτάνει μόνο να το 'βρισκε πριν μπει το πλάσμα που 'ταν έξω. Μια κανονική ομοβροντία χτυπημάτων αντήχησε στο σπίτι κι ακούστηκε το σούρσιμο μιας καρέκλας στη πόρτα. Άκουσε το τρίξιμο του σύρτη καθώς τραβιόταν αργά και την ίδια στιγμή βρήκε το πόδι της μαϊμούς. Βιαστικά κι αλαφιασμένα φώναξε τη τρίτη και τελευταία του ευχή.
     Τα χτυπήματα σταματήσανε ξαφνικά, αν κι η ηχώ τους υπήρχε ακόμα στο σπίτι. Άκουσε τη καρέκλα να τραβιέται πίσω και τη πόρτα ν' ανοίγει. Ένας παγερός αγέρας όρμηξε πάνω στη σκάλα κι ένας μακρύς και δυνατός θρήνος απογοήτευσης κι αθλιότητας απ' τη γυναίκα του, του 'δωσε το θάρρος να τρέξει στο πλάι της και μετά στην εξώπορτα πέρα. Η λάμπα του δρόμου τρεμόσβηνε απέναντι...
     Φώτιζε έναν ήσυχο και παντέρημο δρόμο...

------------------------------------------------------------------

William Wymark Jacobs
"The Monkey's Paw", 1902
Μετ.: Γιώργος Μπαλάνος

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers