Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Vandel M. S.: Αγάπα Με, Αγάπα Με, Αγάπα Με

 

     Για τον Μ. Σ. Βαντέλ, μήτε ο κύριος Μπαλάνος, μήτε 'γω, καταφέραμε να βρούμε κάτι για βιογραφικά στοιχεία του. Ο κύριος Μπαλάνος όμως -κι έρχομαι κι εγώ να συμφωνήσω μαζί του- τη βρίσκει σα μιαν από τις πιο τρυφερές, αλλά κι από τις πιο ανατριχιαστικές ιστορίες του Φανταστικού.
     Δε θα πω περισσότερα, διαβάστε τη...

---------------------------------------------------

Δεν ήμουν μόνος.
Σταμάτησα και κοίταξα πίσω.
Ήξερα ότι ήταν κάποιος εκεί, κάποιος που ακολουθούσε, κάποιος που δεν ήθελε να φανερωθεί, κάποιος ντροπαλός.
Λοιπόν, εντάξει, δεν ήταν κανείς εκεί.
Μπορεί να ήταν μόνο η φαντασία μου... πάλι.
Αναψα ένα τσιγάρο, σταματώντας κάτω από τη λάμπα του δρόμου.
Μπορεί να ήταν τα νεύρα μου, μπορεί να δούλευα πολύ, μπορεί τώρα να ήταν η κατάλληλη στιγμή να κάνω κάτι γι' αυτό.
Δεν είμαι φτιαγμένος από σίδερο. Καιρός να ξεκουραστώ λίγο.
Ανηφόρισα στη λεωφόρο μετρώντας μηχανικά τα βήματά μου, ανάμεσα στα δέντρα που φύτρωναν κι από τις δύο πλευρές.
Ο Χάρκορτ μπορούσε να τα καταφέρει... καμιά αμφιβολία γι' αυτό. Ήταν ικανός κι ήξερε τα κόλπα. Τίποτε δεν θα μπορούσε να πάει στραβά με τον Χάρκορτ στη διεύθυνση. Δεν υπήρχε ανάγκη να φύγω πραγματικά. Θα μπορούσα να μείνω σπίτι... όπου θα ήμουν διαθέσιμος αν συνέβαινε κάτι.
Αυτό το συναίσθημα πάλι, το συναίσθημα ότι κάποιος με παρακολουθούσε. Αγωνίστηκα ενάντιά του, αλλά ήταν μάταιο.
Κοίταξα πίσω.
Τίποτε.
Ένας ήσυχος δρόμος, δέντρα, θάμνοι κι ένα τυχαίο φιλικό φως που τρεμόσβηνε πάνω από την κορφή ενός φράκτη, μόνο που δεν υπήρχαν πολλά τώρα όπως υπήρχαν συνήθως γιατί ήταν αργά ή νωρίς, ανάλογα με τον τρόπο που το βλέπετε. Μία και τριάντα μετά τα μεσάνυχτα, ένα δροσερό πρωινό, όχι δυσάρεστο. Ο τρόπος που το βλέπω εγώ... ο καλύτερος τρόπος για να χαλαρώσεις' όχι να ξαπλώσεις στο κρεβάτι, αλλά να σηκωθείς και να περπατήσεις. Όχι μακριά, έτσι λίγο κάτω στο δρόμο και πίσω, κάνει τις σκέψεις να σταματούν, κάνει τα πράγματα ασήμαντα. Ανθρωποι... παρά πολλοί άνθρωποι τη μέρα... κανένας τη νύχτα... συνήθως.
Έτσι, τάχυνα το βήμα. Ίσως να ήταν καλύτερα να γυρίσω σπίτι, να πέσω στο κρεβάτι. Αυτό το συναίσθημα... αυτό ήταν το κακό. Τα πόδια στο έδαφος... οι άνθρωποι που έχουν πόδια στο έδαφος δεν αρχίζουν να φαντάζονται οπτασίες, όχι έτσι... αυτό το θρόισμα στο δρόμο πίσω μου.
Nα κοιτάξω πίσω... πάλι; Εντάξει... δεν θα κοιτάξω πίσω. Τότε, τι είναι αυτό το θρόισμα στο δρόμο... κάποιος σκύλος;
Όμως, χαίρομαι που γυρίζω σπίτι. Ανοιξα την εξώπορτα, ανηφόρισα στο δρομάκι. Τριάντα μέτρα, πόδια που ξύνονται στα χαλίκια. Κλειδιά... ψάχνω για τα κλειδιά ψαχουλεύοντας την κλειδαριά.
Κάποιος στεκόταν στην εξώπορτα, κάτι. Μια μορφή... άχρωμη... μετά χάθηκε, έσβησε. Φαντασία... ή δεν ήταν φαντασία; Γύρισα πίσω στην εξώπορτα.
Τίποτε.
Πάντα τίποτε.
Ή μήπως υπήρχε κάτι; Τίποτε το χειροπιαστό... αλλά υπήρχε κάτι. Μια εντύπωση στην ατμόσφαιρα... μια τρυφερότητα... είναι ο μόνος τρόπος να το περιγράψω.
Κάτι το προσωπικό μέσα στη νύχτα.
Μετά, δεν υπήρχε. Υπήρχε μόνο η νύχτα, απρόσωπη. Καιρός να μπω μέσα και να πιω ένα ποτό και να πέσω στο κρεβάτι. Θα κανονίσω με τον Χάρκορτ αύριο για μια άδεια... για να ξεκουραστώ πραγματικά.
Πίσω μέσα στο σπίτι... ένα ποτό... να ηρεμήσω.
Κοιτάζω έξω από το παράθυρο... δεν υπάρχει τίποτε στην εξώπορτα.
Δεν υπάρχει τίποτε στην εξώπορτα.
Υπάρχει κάτι στην εξώπορτα... κάποιος.
Ένας κάποιος... που περιμένει στην εξώπορτα.
Την περασμένη νύχτα... δεν ξέρω για την περασμένη νύχτα. Μπορεί να μην υπήρξε περασμένη νύχτα. Απόψε υπάρχει κάποιος ή κάτι - δεν ξέρω - στην εξώπορτα. Περίεργα, δεν υπάρχει κανένα συναίσθημα ανησυχίας στο μυαλό μου... περιέργεια ναι... αυτό το καλό τουλάχιστον έφερε η ξεκούραση της μέρας.
Αυτό το πράγμα στην εξώπορτα... Ακόμη δεν είναι εκεί όταν κοιτάζω στα ίσια. Πότε - πότε μόνο... μια ματιά μέσα από τις κουρτίνες και να το, λάμποντας αμυδρά στο φως από το δρόμο.
Ο Χάρκορτ έρχεται απόψε. Αυτό θα πρέπει να είναι το τεστ. Μπορώ να το δω καθαρά τώρα... μέσα από την εξώπορτα. Ποτέ κοντά... αλλά μέσα από την εξώπορτα να στέκεται στην άκρη του κήπου στο σκοτάδι.
Δεν είναι τόσο ντροπαλό τώρα... με αφήνει να το κοιτάξω. Δεν φοβάμαι. Μπορεί να είναι φαντασία... μπορεί και όχι. Αν όχι, τότε θα έπρεπε να φοβάμαι. Αλλά δεν φοβάμαι... είμαι μάλλον ευτυχής. Δεν φοβάμαι... ίσως είναι ή ντροπαλό ή κάτι άλλο.
Ο Χάρκορτ δεν το είδε. Ήταν κοντά του, δίπλα του στο σκοτάδι, αλλά δεν το ήξερε. Δεν τον ρώτησα. Δεν μπορούσα να τον ρωτήσω γιατί θα νόμιζε... λοιπόν, είναι φανερό τι θα νόμιζε... δεν θα το νόμιζε ο καθένας;
Δεν μπορείς να μιλήσεις σε έναν άνθρωπο σαν τον Χάρκορτ για κάτι σαν... αυτό το πράγμα. Μπορεί να ονομάσεις ένα πράγμα πρόσωπο; Ο Χάρκορτ έχει το κεφάλι του γερά στερεωμένο. Μπορείς να του μιλήσεις για προϋπολογισμούς και σχέδια και θέματα προς εκτέλεση... το είδος του ανθρώπου μου, ένας άνθρωπος που δεν χρειάζεται φαντασία.
Μιλήσαμε. Καθίσαμε δίπλα στο παράθυρο και μιλήσαμε. Είχα τις κουρτίνες τραβηγμένες στο πλάι... ήθελα να δω αν θα το έβλεπε. Δεν ήθελε να το δει... όχι πραγματικά. Αν το έβλεπε, τότε δεν θα ήταν κάτι το άγνωστο... ήταν κάτι που μπορούσε να ταξινομηθεί και να αρχειοθετηθεί στο τακτικό μυαλό του... αν δεν το έβλεπε, ήταν κομμάτι της φαντασίας μου ή υπερένταση από υπερκόπωση ή νεύρα.
Λοιπόν... δεν το είδε.
Τον είδε αυτό.
Θα έπρεπε να το είχε δει, αν ήταν εκεί για να το δει. Βγήκε ίσια έξω στο φως όπως δεν είχε κάνει ποτέ πριν κι ανηφόρησε στον κήπο προς το παράθυρο.
Ήξερα περισσότερα γι' αυτό τώρα.
Μοιάζει με γυναίκα... με κορίτσι, όχι γυναίκα. Πολύ λεπτό για γυναίκα, πολύ απαλό στις κινήσεις του. Ποτέ δεν φαίνεται να κινείται πραγματικά. Τη μια στιγμή είναι σε ένα σημείο και την άλλη στιγμή λίγο πιο πέρα. Αλλά, σίγουρα έρχεται προς το σπίτι. Ασπρο... ή ίσως όχι πραγματικά άσπρο. Αχρωμο, σαν νερό που έχει πάρει κάποια μορφή, σαν τη βροχή που έχει παγώσει σε σχέδια πάνω στα τζάμια.
-"Ξέρεις το δρόμο;" ρώτησα τον Χάρκορτ στη πόρτα.
-"Κάτω στο σταθμό... ναι".
Του κράτησα ανοιχτή την πόρτα.
-"Καληνύχτα".
-"
Καληνύχτα".
Κατηφόρισε το δρομάκι.
Στάθηκα στην πόρτα. Θα πρέπει να σκέφτηκε ότι κοίταζα εκείνον ειδικά, γιατί έκανε μια κίνηση αποχαιρετισμού στην εξώπορτα.
Το πράγμα στεκόταν δίπλα στο φράκτη. Είχε το πιο μελαγχολικό, όλο λαχτάρα προσωπάκι που έχω δει ποτέ. Στεκόταν στο ύψος του ώμου μου, ακίνητο, περισσότερο από όσο εννοεί η λέξη... ακίνητο, με τα δάχτυλα του σφιγμένα πάνω στην μπέρτα μου. Είχε γυρίσει το πρόσωπο στο πλάι έτσι ώστε δεν μπορούσα να το κοιτάξω στα ίσια. Φορούσε ψηλά παπούτσια παλιάς μόδας, ένα μακρύ φουστάνι με απλό κόψιμο, με μια μπέρτα ριγμένη πάνω από τους ώμους του.
Περίμενα στην πόρτα.
Δεν κουνήθηκε.
-"Έλα μέσα", είπα μεγαλόφωνα. "Μπορείς να μπεις".
Έκανα μπροστά κι εκείνο χάθηκε.
-"Δε πρέπει να με φοβάσαι", είπα, στέκοντας στον κήπο μέσα στο σκοτάδι. "Δε πρέπει να φοβάσαι". Η φωνή μου ακούστηκε στριγκή, αβέβαιη. Προσπαθούσα να είμαι ειλικρινής.
Ήταν φοβισμένο, παγωμένο και χαμένο, ότι και αν ήταν, όποια κι αν ήταν.
Περίμενα ένα λεπτό, δύο, τρία... ώσπου δεν είχε κανένα νόημα. Γύρισα πίσω στο σπίτι, σταματώντας στην πόρτα.
 -
"Δε πρέπει να φοβάσαι", είπα πάλι σιγανά.
Γύρισα μέσα στο σαλόνι. Κάθισα δίπλα στο παράθυρο, κοιτάζοντας έξω, στην αγαπημένη μου πολυθρόνα, εκεί που θα περίμενε να με δει. Περίμενα. Με πήρε ο ύπνος.
Πρώι... κι ο ήλιος λάμπει μέσα από το τζάμι. Ξύπνησα αργά, άνετα, με την άνεση μου σαν γάτος. Είχα πολύ χρόνο... όλον το χρόνο στο κόσμο.
Μόνο εκείνο είχε λίγο χρόνο... δεν είχε βρει αυτό που χρειαζόταν, αναζητούσε ακόμη, με όλον το χρόνο στον κόσμο, αλλά ελάχιστο χρόνο διαθέσιμο.
Στην πάχνη του τζαμιού του παραθύρου είχε γράψει με το δάχτυλό του:

                     ΑΓΑΠΑ ΜΕ, ΑΓΑΠΑ ΜΕ, ΑΓΑΠΑ ΜΕ.|

Απόψε ο Χάρκορτ πέρασε από μέσα του. Περίμενε δίπλα στην πόρτα όταν του άνοιξα και πέρασε από μέσα του. Μόνο για μια στιγμή το πρόσωπο του ανακατεύτηκε με το κομψό μαύρο κοστούμι του Χάρκορτ και μετά το είδα πάνω από τον ώμο του... και με κοιτούσε.
-Φαίνεσαι χλωμός", είπε ο Χάρκορτ καθώς έκλεινα την πόρτα. "Είχες δίκιο που 'θελες άδεια για ξεκούραση".
-"Δε ξέρω", είπα. "Αρχίζω ν' αναρωτιέμαι αν ήτανε τόσο καλή ιδέα".
-"Ω";
Κοίταξα το πρόσωπό του. Δεν ενδιαφερόταν πραγματικά. Αρκετά σωστό... δεν πληρωνόταν για να ενδιαφέρεται.
-"Έχει λιγάκι μοναξιά δώ πέρα"
, είπα. "Ξέρεις πως είναι".
-"Φεύγω για κάπου αλλού τότε", είπε καθίζοντας στη καρέκλα του δίπλα από το τραπέζι κι απλώνοντας μπρος του τα χαρτιά από το χαρτοφύλακα. "Υπάρχει τίποτε που να σε κρατά δώ";
-"Όχι"
, είπα. "Νομίζω πως όχι".
Συνέχισε τότε σε άλλα θέματα... θέματα του είδους του Χάρκοτ. Αλλά εγώ συνέχισα να το σκέφτομαι... και δεν ήταν σωστό. Υπήρχε κάτι που με κρατούσε εδώ... υπήρχε εκείνο το πράγμα στον κήπο.
Πόσον καιρό ακριβώς θα έμενε στον κήπο;
Όχι πολύ.
Εκείνη με περίμενε στο χολ όταν συνόδεψα τον Χάρκορτ στην πόρτα.
Η ίδια παγωμένη στάση, το ίδιο εύθραυστο χέρι που έσφιγγε την άκρη της κάπας της.
Αφησα τον Χάρκορτ να βγει, έκλεισα την πόρτα και γύρισα. Ήταν ακόμη εκεί, στέκοντας στη βάση της σκάλας, με τα μάτια της πάνω μου.
-"Λοιπόν, μπήκες μέσα τελικά"
, είπα. "Τί θέλεις";
Για φάντασμα δεν ήταν και πολύ κοινωνική.
Μόνο τα μάτια της, απαλά και μελαγχολικά, προσπαθούσαν να πουν κάτι.
Ένα εύθραυστο πλασματάκι.
-"Δε ξέρω πώς να σε φτάσω"
, είπα. "Λυπάμαι. Δε ξέρω τι θέλεις".
Χαμογέλασε. Ήταν η πρώτη φορά που την είχα δει να κάνει κάποια κίνηση. Ήταν ένα όμορφο χαμόγελο, γεμάτο λαχτάρα ίσως, αλλά όμορφο. Μετά, άρχισε να σβήνει. Τη μια στιγμή στεκόταν μπροστά από το κιγκλίδωμα και την άλλη δεν υπήρχε.
-"Δε πρέπει να φοβάσαι"
, είπα μ' ελπίδα.
Δεν είχε νόημα να περιμένω στο χολ για ένα δειλό φάντασμα, έτσι παράτησα την ιδέα. Ίσως να μην μπορούσε να μείνει πολύ σε ένα μέρος; Είχε πάντως χαθεί.
Περίμενα ακόμη λίγο εκείνη τη νύχτα, έτσι για να δω αν θα εμφανιζόταν. Δεν συνέβη τίποτε. Μια-δυο φορές φάνηκε σα κάποια σκιά, σα κίνηση στη λάμψη της φωτιάς, μα δε μ' άφησε να τη δω.
Έτσι συνεχίστηκαν τα πράγματα για μια δυο μέρες. Εμφανιζόταν σε διάφορα σημεία γύρω από το σπίτι κι απλώς στεκόταν εκεί και χαμογελούσε. Μια φορά άπλωσε το χέρι προς το μέρος μου, με τα κομψά δάχτυλα να ανοίγουν. Κινήθηκα προς το μέρος της... υπερβολικά γρήγορα... έσβησε. Έτσι γινόταν πάντα... με ήθελε... ήθελε να έρθει σε επαφή μαζί μου, αλλά φοβόταν.
Ο Χάρκορτ ερχόταν ακόμη κάθε βράδυ. Δεν του έδινε καμία προσοχή. Μια ή δυο φορές εμφανίστηκε στο δωμάτιο ενώ μιλούσαμε, τη μία φορά όρθια δίπλα στο παράθυρο, με σουφρωμένα φρύδια, μετά κάθισε πάλι στη μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα, με τα χέρια της μαζεμένα ντροπαλά πάνω στα γόνατά της. Με παρακολουθούσε όλη την ώρα, έτσι ήταν δύσκολο να συγκεντρώσω το μυαλό μου σε κείνα που έλεγε ο Χάρκορτ.
-"Αυτό δε μπορεί να συνεχιστεί"
, είπα μια νύχτα, αφού έφυγε ο Χάρκοτ. Εκείνη ήταν ακόμη εκεί στην πολυθρόνα, ακόμη χαμογελαστή. "Δε καταλήγουμε πουθενά".
Τη πλησίασα αργά αυτή τη φορά έτσι που να μην την τρομάξω. Είχα μάθει το μάθημά μου. Σταμάτησα δυο ή τρία πόδια από τη πολυθρόνα. Απλωσα το χέρι μου.
-"Δεν είναι τίποτε"
, είπα. "Δεν είναι τίποτε".
Αποτραβήχτηκε από το χέρι μου έτσι ώστε το σώμα της έσβησε για μια στιγμή μέσα στη ράχη της πολυθρόνας... αλλά μάθαινε και αυτή και δεν έσβησε εντελώς.
-"Δεν είναι τίποτε. Είσαι εντάξει"
, συνέχισα να λέω.
Μετά, το χέρι της απλώθηκε κι άγγιξε τον δεξιό ώμο μου. Ένα κύμα παγωνιάς διαπέρασε το μπράτσο μου. Ένα αίσθημα που έτσουζε και μάραινε.
Αθελά μου, τράβηξα απότομα το χέρι μου.
Εκείνη έσβησε.
Έμεινα να σφίγγω το δεξί μου μπράτσο, το παγωμένο μου μπράτσο, με το αριστερό μου χέρι.
Αυτό ήταν η αρχή... η αληθινή αρχή φαντάζομαι.
Για πρώτη φορά φοβόμουν. Φοβόμουν γιατί ήθελα να την αγγίξω, ήθελα να χαϊδέψω εκείνο το πρόσωπο, να κρατήσω το μικρό εκείνο παγερό χέρι. Ήξερα πως κι εκείνη το ήξερε... Ήξερα ότι αυτό ήταν εκείνο που ήθελε... ότι τα άλλα, η κουβέντα, η αναζήτηση μιας επικοινωνίας της ήταν όλα τα προκαταρκτικά του έρωτα. Γι' αυτό είχε έρθει. Αυτό ήταν το νόημα των λέξεων που είχε γράψει στο παράθυρο:

                       Αγάπα με, Αγάπα με, Αγάπα με.

Ήταν εύκολο. Δεν υπήρχε κανείς για να μπει ανάμεσα μας. Ο Χάρκορτ ερχόταν, αλλά ερχόταν μόνο τα βράδια και δεν έμενε πολύ. Εκείνη ερχόταν σε εμένα... ερχόταν διάφορες ώρες, δεν υπήρχε κανένας ρυθμός ή σχέδιο. Ερχόταν και καθόταν εκεί χαμογελώντας κι εγώ την πλησίαζα και την έπαιρνα στην αγκαλιά μου κι έσφιγγα το παγερό άυλο σώμα της στο δικό μου κι η παγωνιά με διαπερνούσε ολόκληρο.
-"Δε φαίνεσαι καλά" είπε ο Χάρκορτ, μαζεύοντας τα χαρτιά του. Για πρώτη φορά υπήρχε ένας τόνος αληθινού ενδιαφέροντος στη φωνή του.
-"Νιώθω καλά, αν λάβουμε υπόψη τα πράγματα".
-"Το ατύχημά σου, βέβαια"
. Η φωνή του έσβησε. Κοιτούσε το μπράτσο μου, που οι άσπρες άκρες του επιδέσμου φαίνονταν κάτω από το μανίκι.
-"Ένα κάψιμο"
, είπα, "μάλλον πιο σοβαρό απ' όσο νόμιζα".
-"Θα κάλεσες βέβαια το γιατρό".
-"Ασφαλώς".
Με πίστεψε. Είχε εκπαιδευτεί να με πιστεύει και να μην αμφιβάλλει.
Μετά, έφυγε.
Γύρισα πίσω στο δωμάτιο κι εκείνη στεκόταν δίπλα στο παράθυρο, κοιτάζοντας τον να φεύγει. Αλλά γύρισε και πάλι προς το μέρος μου και την αγκάλιασα κι η σύντομη διαπεραστική παγωνιά διαπέρασε το πλάι του προσώπου μου καθώς τα όμορφα δάχτυλά της απλώθηκαν προς το μέρος μου.
Με αγγίζει τώρα, με χαϊδεύει.
Ξέρω ότι όπου με χαϊδεύει η σάρκα θα μαραθεί και θα ξεφλουδίσει, οι ιστοί θα σαπίσουν, το αίμα θα ξεραθεί.
Με χαϊδεύει τώρα.
Δεν μπορώ να τραβηχτώ μακριά της γιατί την αγαπώ, αλλά σύντομα... σύντομα όλα θα τελειώσουν.
Ο Χάρκορτ ήρθε πάλι απόψε. Μπήκε μόνος του.. του έχω δώσει ένα κλειδί. Ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα και κουβεντιάσαμε. Κράτησα το δωμάτιο σκοτεινό ώστε να μην μπορεί να δει... ότι ήταν να δει. Του είπα ότι υπέφερα από τα μάτια μου... αλλά θα το μάθει αρκετά σύντομα. Εκείνη παρακολουθούσε. Καθόταν στα πόδια του κρεβατιού και τον παρακολουθούσε. Μια ή δυο φορές είδα τα μάτια του να ανοιγοκλείνουν προς το σημείο που καθόταν σαν να είχε δει κάτι, μια σκιερή μορφή στο σκοτάδι. Αλλά πάλι αυτός έχει ένα λογικό μυαλό.
Είπε αντίο και σηκώθηκε να φύγει.
Εκείνη κινήθηκε. Εκείνος βγήκε έξω. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Μου χαμογέλασε και γύρισε το κεφάλι της από την άλλη μεριά, γλίστρησε έξω από το δωμάτιο και κατάλαβα ότι έφευγε κι εκείνη.
Τους παρακολουθώ από το παράθυρο.
Εκείνος βηματίζει στο δρόμο κι εκείνη γλιστρά πίσω του.
Γυρίζει ξαφνικά σαν να νιώθει ότι κάποιος είναι εκεί.
Σταματά.
Ανάβει ένα τσιγάρο.
Κουνάει το κεφάλι του και συνεχίζει το δρόμο.
Ένα κομμάτι μαραμένης σάρκας πέφτει από το πρόσωπό μου στο χαλί καθώς γυρίζω να βρω ψαχουλευτά το κρεβάτι.
Ήταν δική μου... ήταν δική μου...

---------------------------------------------------

M. S. Vandel:
"Love Me, Love Me, Love Me"
Μετφ: Γιώργος Μπαλάνος

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers