Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Παγκόσμιο Θέατρο

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Traven Β. (Ret Marut) : Ένας A-Γνωστός Λόγιος Ευγενικός Επαναστάτης


                                             Αντί Προλόγου

     Λίγο μετά που ξεκίνησα να συλλέγω και να διαβάζω μανιωδώς, λογοτεχνικά βιβλία, πέσανε στα χέρια μου κάποια ΒΙΠΕΡ, (οι παλιοί θα θυμούνται τη φίρμα) που αναγράφανε πάνω "ξένη λογοτεχνία" -και πρέπει να πω πως πριν τα λογοτεχνικά, είχα... ρημάξει τα ουέστερν (Λουί Λ' Αμούρ) και τα αστυνομικά (Άγκαθα Κρίστι). Από τα σκίτσα και τους τίτλους, μπερδεύτηκα, γιατί μοιάζαν ουέστερν ή αστυνομικά κι έτσι τα άφησα παραπίσω στο διάβασμα, δίνοντας προτεραιότητα σε άλλα πιο... ουσιαστικά και λογοτεχνικά. Πέρασε καιρός, κάπως ξέμεινα από ...φρέσκο υλικό και στράφηκα σε αυτά. Διάβασα το πρώτο: Ο Θησαυρός Της Σιέρρα Μάντρε" και μου άρεσε πολύ. Διάβασα "Το Πλοίο Των Νεκρών" κι αλλοπάρθηκα, μα όταν διάβασα την "Επανάσταση Των Κρεμασμένων" μαγεύτηκα κυριολεκτικά.
     Κοίταξα πιο προσεχτικά τ' όνομα του συγγραφέα για να συγκεντρώσω κι άλλα δικά του (πάντα αυτό έκανα και κάνω ακόμα, όταν μου αρέσουνε πάνω από 2 βιβλία ενός συγγραφέα, τονε μαζεύω ολόκληρο σε ό,τι έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά) κι είδα B. Traven! Koίταξα το βιογραφικό του κι εκεί ειλικρινά τάπαιξα! Δε ξέρει κανείς το πραγματικό του όνομα και γράφει πάντα με αυτό το ψευδώνυμο. Η περιέργειά μου κεντρίστηκε κι αναζήτησα κι άλλα δικά του μα δε βρήκα...
     Το θέμα ξεχάστηκε με τη πάροδο του χρόνου και μόλις πρόσφατα έπεσε στην αντίληψή μου ένα άρθρο που τον αφορούσε. Δεν έλεγε και πολλά κι έτσι αναζήτησα στο δίκτυο ό,τι υπήρχε για κείνον, τα συγκέντρωσα όλα, τα 'βαλα σε μια σειρά, κι έφτιαξα αυτή τη παρουσίαση.  Τώρα πιστεύω πως το Στέκι μου είναι κατά πολύ πλουσιότερο, με αυτή τη πρώτη, μετά το πολύμηνο κλείσιμό του, ανάρτηση. Ελπίζω να το απολαύσετε όλοι κι όλες όπως εγώ όταν το 'γραφα.


                                      Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου

=============================================

                                     

                     

      "The creative person should have no other biography than his works".

  "Ο δημιουργός δε μπορεί να'χει καλύτερη βιογραφία ει μη μόνο τη δουλειά του"

                                                                                           B. Traven

                      

                                               Βιογραφικό

                                                 Εισαγωγή

     Ο Τρέηβεν δεν είναι καθόλου αναγνωρισμένος στο ελληνικό κοινό. Δεν τον συναντάμε ούτε στις κατηγορίες των ευπώλητων, ούτε στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων ούτε στα προτεινόμενα των μεγάλων εφημερίδων ή των λογοτεχνικών περιοδικών. Όσα έργα του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά έχουν εξαντληθεί και μάλλον δεν θα βρεθούν ούτε κατόπιν παραγγελίας. Τα σπουδαία βιβλία του "Το Λευκό Ρόδο" και "Το Πλοίο Των Νεκρών" που έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, καθώς και το "Το Γεφύρι Στη Ζούγκλα" που εξέδωσε η Σύγχρονη Εποχή δε βρίσκονται ούτε στα μεταχειρισμένα. Όσο για την "Επανάσταση Των Κρεμασμένων" που εκδόθηκε κι από τις εκδόσεις ΒΙΠΕΡ είναι πιθανότερο να βρεθεί κανά ξεχασμένο αντίτυπο σε κανά περίπτερο παρά από τις εκδόσεις Άρδην που κάνανε  την επανέκδοση το 2006. Μόνον "Ο Θησαυρός Της Σιέρα Μάδρε" ίσως να βρίσκεται πιο εύκολα σχετικά, αν και δε νομίζω, που τον εκδώσανε τα Γράμματα αλλά κι ο Πατάκης.
     Αρχιδούκας φυγάς από την Αυστρία; Αναρχικός επαναστάτης; Εξερευνητής της Αρκτικής; Λεπρός ερημίτης; Μεταφραστής από το Ακαπούλκο; Για περισσότερα από σαράντα χρόνια η μυστηριώδης ταυτότητα του B. Traven υπήρξε αντικείμενο φανταστικών υποθέσεων, φημών κι επισταμένων ερευνών σε διεθνή κλίμακα, οι οποίες μάλιστα ανακινήθηκαν πρόσφατα. Παρά τις επιτυχίες του ο θρυλικός αυτός συγγραφέας απέφευγε τη δημοσιότητα με την ίδια σφοδρότητα που άλλοι την επιδιώκουν.

    «Από έναν εργάτη πού δημιουργεί πνευματικά έργα, ποτέ δε θα 'πρεπε να ζητά κανείς τη βιογραφία του. Είναι αγενές. Τον βάζει στον πειρασμό να πει ψέματα… Θα 'θελα να το πω μ' όλη τη σαφήνεια. Η βιογραφία ενός δημιουργικού ανθρώπου είναι εντελώς χωρίς σημασία. Αν ο άνθρωπος δε μπορεί να γίνει διακριτός μες από τα  έργα του, τότε είτε ο ίδιος δεν αξίζει τίποτε, είτε τα έργα του δεν έχουνε καμμιάν αξία».

      Αυτή είναι η πλήρης αποφθεγματική δήλωση που περιέχεται σε μια ανακοίνωση του Β. Traven προς τους αναρίθμητους Γερμανούς αναγνώστες των πρώτων βιβλίων του. Τη δημοσίευσε ο αριστερός εκδοτικός συνεταιρισμός Büchergilde Gutenberg  το 1927, για να κατευνάσει την περιέργεια των δεκάδων χιλιάδων μελών και αναγνωστών που τον πολιορκούσαν με επιστολές τους, θέλοντας να πληροφορηθούν για τη ζωή και το πρόσωπο του συγγραφέα. Ο δεινός αφηγητής, που μέσα από τις σελίδες των διηγήσεών του τους κρατούσε με  κομμένη την ανάσα στις ώρες αναψυχής, αυτός πού είχε βρεί το μήκος κύματος και τον τόνο για να επικοινωνεί τόσο άμεσα από το μακρινό Μεξικό, απαντούσε στους αναγνώστες του με διευκρινίσεις, αισθητικά και πραγματολογικά σχόλια καθώς και κοινωνικοπολιτικές παρατηρήσεις,  αλλά η αλληλεγγύη και η ζεστασιά του απέκρουαν κάθε ανοίκεια οικειότητα.
     Είναι η απαρχή ενός έκθετου μυστηρίου που κράτησε ως τον επιβεβαιωμένο θάνατό του και κρατά ακόμη και σήμερα. Η αχλύ που περιέβαλλε τη ταυτότητά του (« Εγώ δεν χρειάζομαι διαβατήριο. Ξέρω ποιος είμαι»), απλώθηκε γρήγορα σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική, καθώς τα βιβλία του μεταφράστηκαν στις περισσότερες γλώσσες των δύο ηπείρων και το σώμα των αναγνωστών του μεγάλωσε μετά τον 2ο Παγκ. Πολ. σε δεκάδες εκατομμύρια. Από τότε συνεχίστηκε να πλέκεται ο μύθος του με άπειρα νήματα που φθάνουνε στις μέρες μας. Περιοδικά μαζικής κυκλοφορίας, όπως το Stern και το Life, εξαπέλυαν τακτικά κυνηγητά για να τον ανακαλύψουν, στον μεγάλο κυκεώνα της Πόλης του Μεξικό, στις κοσμοπολίτικες παραλίες του, στην απέραντη ζούγκλα ανάμεσα στους αγαπημένους του ινδιάνους.



     Ο ίδιος είχε περιορίσει την επαφή του με τους απανταχού εκδότες και τον Τύπο στα στενά πλαίσια μιας ταχυδρομικής θυρίδας κι ενός τραπεζικού λογαριασμού, που συχνά άλλαζαν, και στα διάφορα ψευδώνυμα, με τα οποία εμφανιζόταν ως πληρεξούσιος κάτοχος των συγγραφικών του δικαιωμάτων, για να διαπραγματευθεί την έκδοση σε άλλες γλώσσες -στα αγγλικά μετέφραζε κι ίσως έγραφε ο ίδιος- ή την κινηματογράφηση των μυθιστορημάτων του (Ο θησαυρός της Σιέρρα Μάντρε, Το πλοίο των νεκρών, Το Λευκό Ρόδο κ.ά.)· συχνά επίσης για να διαψεύσει τη πατρότητα χειρογράφων, που διάφοροι ευφάνταστοι χωρίς φαντασία πρότειναν κατά καιρούς σε εκδότες σα δήθεν δικά του. Στον λαβύρινθο του μύθου μερικοί ξεπρόβαλαν από την ανωνυμία για να καρπωθούν το ψευδώνυμο, πολλοί  εκμεταλλεύθηκαν τη δίνη του κενού για να κερδίσουν χρήματα και να υποκλέψουν ψευδαισθησιακά τη δόξα, άλλοι μετατράπηκαν σε αυθόρμητους, συχνά άδολους ντετέκτιβς.
     Οι φήμες μεγάλωσαν τη φήμη του πράγματι συναρπαστικού αφηγητή και συνήγορου των καταπιεσμένων και πλάι στο πλούσιο έργο του φύτρωσε μια ευρεία φιλολογική τρεηβενογραφία, έναντι στην οποία τόσον ο ίδιος όσο κι η τελευταία συντρόφισσα και δικαιούχος της κληρονομιάς του, σπάνια λύσανε τη σιωπή τους. Ο αιώνας της πληροφόρησης κι επικοινωνίας καλπάζει με βιομηχανικούς ρυθμούς κι η ηλεκτρονική τύφλωση προς τη μυθολογία. Η ανωνυμία κι η δημοσιότητα υπόκεινται στην ίδια διαλεκτική.

                       Χρονολογημένα Βιογραφικά Στοιχεία

     To μέρος κι η ημερομηνία γέννησής του μας είναι άγνωστη. Πρώτη γνωστή καταγραφή είναι τo 1907 όπου προσλαμβάνεται σαν ηθοποιός στο Essen City Theater για τη σεζόν 1907-8. Το γνωρίζουμε από την αναφορά που γίνεται στο όνομά του στην έκδοση του 1908 του αλμανάκ Neues Theater.  Την επόμενη χρονιά εργάζεται σα σκηνοθέτης για το έργο "Young Hero & Lover" στο Suhl & Ohrdruf της (τότε) Θουριγκίας.  Γίνεται μέλος του Hansen-Eng Theatre Ensemble. Το 1909 είναι ηθοποιός στο City Theater στο Crimmitschau, κοντά στο Chemnitz, όπου γνωρίζεται με την Elfriede Zielke. Αργότερα στον ίδιο χρόνο μετακομίζει στο Βερολίνο.
     Την επόμενη σεζόν '10-'11, μαζί με την Ελφρίντε γίνονται μέλη της Νέας Ενωμένης Σκηνής του Βερολίνου, με παραστάσεις στην Ανατολική Πρωσία (τότε) και στο Πόζναν. Κυρίως όμως πρωτοεμφανιζόντουσαν σε μικρές πόλεις. Στα '11-'12 εργάζεται σα χορευτής στο Θέατρο Γκντάνσκ (Ντάντσιχ). Μετά και για 2 σεζόν παίζει μικρούς ρόλους κυρίως στο Θέατρο Του Ντύσελντορφ κι είναι γραμματέας της Σχολής Δραματικής Τέχνης, βάσει μιας εγγραφής σε κάποιο Θεατρικό Χρονικό Μάσκεν που βρέθηκε και χρονολογείται το 1914. Πρώτες εκδόσεις έργων του αρχίζουν να εμφανίζονται κι επίσης γεννιέται η κόρη του (;) Ιρένε Ζίλκε, στις 20 Μάρτη 1914. Την ίδια χρονιά ωστόσο, χωρίζει με την Ελφρίντε.
     Τη 1η Νέμβρη 1915 ακυρώνει τη καταγραφή του που τον εμφάνιζε ναναι κάτοικος Ντύσελντορφ και γράφεται στο Μόναχο σαν αμερικανός φοιτητής φιλοσοφίας. Στις 24 τον ίδιο μήνα πηγαίνει να συγκατοικήσει μαζί του η Ιρένε Μέρμετ, πρώην σπουδάστρια στο Ντύσελντορφ. Με εκδότη τον J. Mermet Publishers, στο Μόναχο, δημοσιεύει τη νουβέλλα "Στην Αξιότιμη Δεσποινίδα Σ..." με ψευδώνυμο Ρίτσαρντ Μαρούτ, την επόμενη χρονιά. Το 1917 ξεκινά τον "Κεραμοποιό" ("Der Ziegelbrenner" -1 Σεπτέμβρη): περιοδικό με υπεύθυνο έκδοσης, επιμέλειας και περιεχομένου, τον ίδιο τον Ρετ Μαρούτ κάτοικο Μονάχου (βλ παρακάτω).
     Aκολουθώντας τη προκήρυξη της Βαυαρικής Δημοκρατίας, (7 Νοέμβρη 1918) διαμοιράζει την ομιλία "Ο Παγκόσμιος Πόλεμος Είναι Σε Εξέλιξη", σε φυλλάδιο στα μέσα Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου κι οργανώνει 2 ομιλίες πάνω σε αυτή την επικεφαλλίδα.  Στις 21 Φλεβάρη την επόμενη χρονιά, ακολουθώντας τη δολοφονία του Κούρτ Άισνερ, διορίζεται στο τομέα Τύπου του Κεντρικού Συμβουλίου, σα καθοδηγητής, στην εφημερίδα Απογευματινή Μονάχου-Άουξμπουργκ. Στις 7 Απρίλη, προαλείφεται μια σοβιετική δημοκρατία στη Βαυαρία. Ο Μαρούτ είναι πια υπεύθυνος Τύπου στη κεντρική επιτροπή της και μέλος της σοβιετικής κυβερνητικής επιτροπής προπαγάνδας. Τη μέρα της κατάρρευσης της βραχύβιας Δημοκρατίας των Συμβουλίων (7/8 Noέμβρη – 1 Μάη 1919) συλλαμβάνεται καθώς η Λευκή Φρουρά εισέβαλλε νικώντας στη Βαυαρία κι οδηγείται σ' ένα έκτακτο δικαστήριο. Η συνοπτική διαδικασία έχει μόνη ετυμηγορία το θάνατο. Λίγο πριν έλθει η σειρά του, εκμεταλλεύεται μια σύγχυση και με τη βοήθεια ενός φρουρού δραπετεύει με πλοίο από το Μόναχο κι η βαυαρική αστυνομία τονε κηρύσσει καταζητούμενο για εσχάτη προδοσία. Επιστρέφει στο Βερολίνο κι από την άνοιξη του 1919 ως το καλοκαίρι του 1923 ζει κρυφά σε Γερμανία κι Αυστρία. Ως τα τέλη του 1921 έχουν διαπιστωθεί ίχνη του στην παρανομία, από όπου εξέδωσε τα τελευταία τέσσερα τεύχη τoυ περιοδικού του "Κεραμοποιού", -το τελευταίο τεύχος του βγαίνει το Δεκέμβρη του 1921.
     Τον Αύγουστο του 1923 φθάνει στο Λονδίνο και στις 30 Νοέμβρη συλλαμβάνεται κι οδηγείται στις εκεί Φυλακές Μπρίξτον καθώς δε πέτυχε να πιστοποιηθεί σα πρόσφυγας και να πάρει άσυλο. Στις 15 Φλεβάρη 1924 απελευθερώνεται και χωρίς κανένα δισταγμό, χωρίς χαρτιά και πιστοποιητικά, επιβιβάζεται κι αναχωρεί για το Μεξικό το ίδιο καλοκαίρι (πιθανολογείται πως εδώ εμπνεύστηκε το "Πλοίο Των Νεκρών" καθώς μάλλον ήτανε βιωματικό το θέμα του). Μια δημοσίευσή του με τίτλο "Η Βαυαρία Του Μονάχου Είναι Νεκρή" είναι το τελευταίο άρθρο του στη Γερμανία τον Ιούλη του 1926. Στο Μεξικό νοικιάζει μια ξύλινη καλύβα, βόρεια του Ταμπίκο, μια πόλη-λιμάνι με διακίνηση πετρελαίου, κι εκεί ζει απλά κι εργάζεται μέχρι το 1931.
     Το 1925 είναι η χρονιά που... "γεννιέται" ο Μπ. Τρέηβεν. Το ψευδώνυμο αυτό κάνει τη 1η του εμφάνιση με το διήγημα "Την Άνοιξη" (In Spring) σε μια εφημερίδα της εποχής (βλ. παρακάτω), τη Φόρβερτς κι η νουβέλα "Die Baumwollpflücker" (Οι Μπαμπακοσυλλέκτες- The Cotton Pickers) παρουσιάζεται σε 22 συνέχειες από 16 Ιούνη μέχρι τις 21 Ιούλη. Στις 15 Σεπτέμβρη, ο Ερνστ Πρέζανγκ διευθυντής του Εκδοτικού Οίκου Büchergilde Gutenberg (Book Guild of Gutenberg), που ιδρύθηκε το 1924, δέχεται να εκδόσει τους "Μπαμπακοσυλλέκτες" και ζητά κι άλλα γραπτά του Τρέηβεν. Κατόπιν στις 19 Οκτώβρη δέχεται να εκδόσει το "Πλοίο Των Νεκρών".
     Τον Απρίλη του 1926, εκδίδεται το "Πλοίο Των Νεκρών" κι ο ίδιος σα φωτογράφος, παίρνει μέρος στη περιοδεία για το Σιάπας, στο Νότιο Μεξικό, που 'χε οργανώσει ο αρχαιολόγος Ενρίκε Χουάν Παλάσιος. Αφήνει όμως τη 30μελή αποστολή στο Σαν Κριστομπάλ Ντε Λας Κάσες στα τέλη του Ιούνη και συνεχίζει το ταξίδι του προς το Σιάπας μονάχος, μέχρι στις αρχές Αυγούστου. Την ίδια χρονιά εκδίδεται το "The Wobbly" που 'ναι εκτεταμένη εκδοχή των "Μπαμπακοσυλλεχτών". Στις 8 Αυγούστου παραδίδει στον εκδοτικό τον "Θησαυρό Της Σιέρρα Μάντρε" και το χειρόγραφο γίνεται αποδεκτό. Tην επόμενη χρονιά δημοσιεύει σε συνέχειες στη Φόρβερτς, το "Γεφύρι Στη Ζούγκλα" από τις 14 Μάη ως τις 24 Ιούνη. Παράλληλα, στη δική του εφημερίδα Fanal, ο Erich Mühsam αναρωτιέται: Ποιός είναι ο "Κεραμοποιός";
     Ο Τρέηβεν παρακολουθεί ταχύρρυθμα μαθήματα 6 βδομάδων στο Πανεπιστήμιο Nacional Autónoma de México (UNAM) παίρνοντας Ισπανικά, Μάγιαν και Ναχουάτλ σα μαθήματα γλώσσας, και Τέχνη κι Ιστορία. Επισκέπτεται το Σιάπας από Γενάρη ως Ιούνη του 1928, όπου περνά από τη κοινότητα των Μάγιας στο Λακαντόνς, στα σύνορα με τη Γουατεμάλα κι εξερευνά τοποθεσίες του Chichen-Itza. Παρακολουθεί μαθήματα Λατινοαμερικανικής Λογοτεχνίας και Μεξικάνική Ιστορία στο UNAM. Tο βιβλίο διηγημάτων "Ο Θάμνος" και το ταξιδιωτικό "Γη Της Άνοιξης", με φωτογραφίες παρμένες από τον ίδιο (βλ. παρακάτω), εκδίδονται από τον Οίκο Büchergilde.
     Tη χρονιά του '29 επιστρέφει στο Σιάπας κι ετοιμάζει τον "Εβένινο Κύκλο" από τα μέσα του Δεκέμβρη μέχρι το Μάρτη του '30. Εντωμεταξύ το "Γεφύρι Της Ζούγκλας" και το "Λευκό Ρόδο" εκδίδονται από τον Οίκο Büchergilde. Στις 12 Ιούλη 1930 παίρνει πράσινη κάρτα σα νοτιοαμερικάνος μηχανικός Τρέηβεν Τόρσβαν (Traven Torsvan). Εγκαθίσταται σ' ένα μικρό σπίτι στα όρια του Ακαπούλκο και περιηγείται στο Σιάπας ξανά, κατά τα τέλη της χρονιάς. Την επόμενη χρονιά ο Οίκος Büchergilde εκδίδει τους 2 πρώτους τόμους του "Εβένινου Κύκλου": Der Karren (The Carreta) και Regierung (Government). Ο Οίκος Büchergilde σε κάποια μπροσούρα του πληροφορεί τη μεγάλη επιτυχία των βιβλίων του Τρέηβεν: πουλήθηκαν περισσότερα από 100.000 αντίτυπα του "Πλοίου Των Νεκρών". Ο Τρέηβεν ταξιδεύει στους δασόλοφους βόρεια του Ταμπίκο για να συγκεντρώσει στοιχεία του Μοντέριας (βιοτεχνία συλλογής κι επεξεργασίας μαονιού -εβένου) στη ζούγκλα.
     Μια νέα παράγραφος μπαίνει στον κόσμο. Οι διευθυντές του Οίκου Gutenberg Büchergilde συλλαμβάνονται από τις ομάδες περιφρούρησης του νεοσύστατου στο προσκήνιο, κόμματος των Ναζί, του Χίτλερ, στις 2 Μάη 1933 κι ο Οίκος αλλάζει όνομα και σύσταση κάτω από τη νέα ονομασία Deutsche Arbeiterfront (German Workers’ Front - Γερμανικό Εργατικό Μέτωπο). Στις 23 Μάη ο Τρέηβεν παραιτείται όλων των δικαιωμάτων των έργων του από το Βερολίνο και τα μεταφέρει στο τμήμα του Büchergilde στη Ζυρίχη, όπου είναι πια κι η ηγεσία του, καθώς κατέφυγε κει. Ο 3ος τόμος του "Εβένινου Κύκλου": Der Marsch ins Reich der Caoba (March to the Monteria), εκδίδεται σα το 1ο βιβλίο του πλέον δραστηριοποιούμενου Οίκου Büchergilde στη Ζυρίχη.
     Το 1934 είναι η χρονιά του "Πλοίου Των Νεκρών" κι εκδίδεται πρώτα στα αγγλικά, από τον Άλφρεντ Κνόπφ στη Ν. Υόρκη, κι από τους Chatto & Windus στο Λονδίνο. Δύο χρόνια μετά, 2 ακόμα τόμοι από τον "Εβένινο Κύκλο": Die Troza (Trozas - Τα Κούτσουρα) και Die Rebellion Der Gehenkten (The Rebellion Of The Hanged - Η Επανάσταση Των Κρεμασμένων),  δημοσιεύονται στη Ζυρίχη. Τον Απρίλη του '36 ο Οίκος εκδίδει μπροσούρα τιμώντας τον συγγραφέα, με τίτλο "Τα Δέκα Χρόνια Του Τρέηβεν" (10 Years of Traven). Οι υπεύθυνοι του Οίκου τονε συμβουλεύουν να αποσύρει κι αναθεωρήσει το "Ein General Κommt Αus Dem Dschungel" (General From The Jungle - O Στρατηγός Που Ήρθε Από Τη Ζούγκλα), το 1937, το οποίο αποτελεί τον τελευταίο τόμο του "Εβένινου Κύκλου" κι αυτό τον εξοργίζει, ραγίζοντας σοβαρά τη σχέση μεταξύ τους για πρώτη και κρίσμη ωστόσο φορά. Την επόμενη χρονιά δημοσιεύει ένα γράμμα αλληλεγγύης προς το Ισπανικό Αντιφασιστικό Μέτωπο, στην ισπανική ημερήσια εφημερίδα Solidaridad Obrera (Bαρκελώνη).
     Το χρονικό του προαναγγελθέντος θανάτου λαμβάνει τελικά χώραν όχι αμέσως αλλά μετά, στις 14 Γενάρη 1939. Ο Τρέηβεν παραιτείται επίσημα από τον εκδοτικό οίκο Μπουχερίλντε. Ο τελευταίος τόμος του "Εβένινου Κύκλου" δημοσιεύεται τελικά στα σουηδικά ως Djungelgeneralen από τον εκδοτικό οίκο Halmström, στη Στοκχόλμη. Την επόμενη χρονιά ο Ολλανδικός εκδοτικός Οίκος Allert de Lange (Amsterdam) αναδημοσιεύει τον "Στρατηγό" στα γερμανικά. Κατά τη διάρκεια της επετείου των 400 ετών από την ενσωμάτωση της πόλης Μορέλια στη Μεξικανική επικράτεια του Μιχοακάν (Michoacán), μια νέα δραματική εκδοχή της "Επανάστασης Των Κρεμασμένων" παρουσιάζεται με μεγάλη επιτυχία, το 1941. Η Εσπεράντζα Λόπεζ Ματέος (Esperanza Lopez Mateos), αδελφή εκείνου που αργότερα θα γινόταν πρεσβευτής του Μεξικό, μεταφράζει το "Γεφύρι Της Ζούγκλας"  στη μεξικάνικη έκδοση. Τα επόμενα χρόνια θα μεταφράσει 7 ακόμα βιβλία του στα ισπανικά και κρατά τα δικαιώματα τους, ως η ατζέντης του. Την ίδια χρονιά η Γουόρνερ Μπρος ζητά τα δικαιώματα του "Θησαυρού Της Σιέρρα Μάντρε" με σκοπό να γυρίσει ταινία. Το 1942 παίρνει την μεξικανική ταυτότητα, εκδιδομένη στο Ακαπούλκο, με το όνομα Τρέηβεν Τόρσβαν.
    Το 1944 εμφανίζεται πρώτη φορά σε ένα γράμμα με διεύθυνση της Εσπεράντζα Λόπεζ Ματέος, κι ημερομηνία 29 Ιούνη, το όνομα Χάλ Γκρόουβς (Hal Croves), και πλέον το περνά πια και στα δικαιώματα των βιβλίων του. Την επόμενη χρονιά ένα δοκίμιο με τίτλο La Τercera Guerra Μundial (The Third World War), εκδίδεται στο τεύχος Νοέμβρη-Δεκέμβρη του Mexican Journal Estudios Sociales, όπου ο Τρέηβεν προειδοποιεί για τους κινδύνους των εξοπλισμών για ένα πιθανό 3ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1946 γίνεται η 1η συνάντηση με τον Τζον Χιούστον για να συζητήσουνε τις λεπτομέρειες της ταινίας που θα γυρίσει "Ο Θησαυρός Της Σιέρρα Μάντρε". Την επόμενη χρονιά την άνοιξη ξεκινάνε τα γυρίσματα. Ο Χιούστον γράφει το σενάριο, σκηνοθετεί και παίζουν οι Χάμφρι Μπόγκαρτ και Γουόλτερ Χιούστον. Σαν ο ατζέντης του εαυτού του, ο Χαλ Γκρόουβς παίρνει μέρος στην όλη φάση με ενθουσιασμό, αλλά αρνείται μετά μανίας τις υποψίες πως είναι ο ίδιος ο Τρέηβεν. Το 1948 κάνει πρεμιέρα, παίρνει καλές κριτικές και κερδίζει 3 όσκαρ. Ο μεξικανός δημοσιογράφος Λούις Σπόρτα (Luis Sporta) τον εντοπίζει στο Ακαπούλκο τον Ιούλη. Στις 7 Αυγούστου το περιοδικό Μανιάνα (Mañana) γνωστοποιεί με πηχιαίους τίτλους πως ο εστιάτορας Μπέρικ Τρέηβεν Τόρσβαν (Berick Traven Torsvan) είναι ο διάσημος συγγραφέας Μπ. Τρέηβεν, πράγμα που σπεύδει να διαψεύσει σε διάφορες άλλες εφημερίδες ο Τρέηβεν. Ο Πρέζανγκ δείχνει ένα γράμμα που 'χε λάβει από τη κόρη του Ρετ Μαρούτ στον Τρέηβεν, στο οποίο ισχυρίζεται πως είναι πατέρας της μιας και Μαρούτ και Τρέηβεν είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, αλλά σαν αντίδραση, ο Τρέηβεν αρνείται πως είναι ο Ρετ Μαρούτ.
     Το 1950 εκδίδεται από τον Οίκο Μπουχερίλντε στη Ζυρίχη το "Μακάριο". Το 1951 το πρώτο τεύχος του BT-Mitteilungen ( BT-Ανακοινώσεις), ένα τεύχος τυπωμένο με τη τεχνική hectographed (hectograph ή gelatin duplicator ή jellygraph, είναι η εκτυπωτική τεχνική που ανακάλυψε ο ρώσος Mikhail Alisov το 1869 και συνίσταται στη μεταφορά ενός πρωτοτύπου χειρογράφου παρασκευασμένου με ειδικές μελάνες, σε ένα διάστρωμα ζελατίνης που μετά συμπιέζεται δυνατά σε μεταλλικό πλαίσιο, παράγωντας έτσι το επιθυμητό αποτέλεσμα, ένα είδος επιτύπωσης με πίεση περίπου), δημοσιεύεται από τον Γιόζεφ Βίεντερ, στο τέλος Γενάρη και στέλνεται στους λογοτεχνικούς πράκτορες. Στις 3 Σεπτέμβρη ο Τρέηβεν/Τόρσβαν παίρνει τη Μεξικανική υπηκοότητα. Η Εσπεράντζα Λόπεζ Ματέος αυτοκτονεί. Την επόμενη χρονιά ξεκινά να δουλεύει για τον Τρέηβεν η μέλλουσα τελευταία σύντροφός του Rosa Elena Lujan. Το 1953 οι Νιου Γιορκ Τάιμς ανακηρύσσουνε την αγγλική έκδοση του "Μακάριο" (The Third Guest) ως το καλύτερο διήγημα της χρονιάς.
     Το 1954 ξεκινάνε τα γυρίσματα στο Μεξικό, της "Επανάστασης Των Κρεμασμένων" με σενάριο του Χαλ Γκρόουβς, που εμπλέκεται στα παρασκήνια σαν ο ατζέντης του Μπ. Τρέηβεν. Η ταινία κάνει πρεμιέρα στη Μπιενάλε της Βενετίας, στις 28 Αυγούστου. Ο Τρέηβεν κι η Ελένα ταξιδεύουνε στην Ευρώπη, ακολουθώντας τις πρεμιέρες της ταινίας, σε Αμβέρσα, Βενετία, Παρίσι κι Άμστερνταμ, μεταξύ άλλων.  Το 1956 τα δικαιώματα των έργων του μεταφέρονται στην Ελένα. Τον επόμενο χρόνο παντρεύονται στις 16 Μάη στο Σαν Αντόνιο του Τέξας και μετακομίζουν από το Ακαπούλκο στη Πόλη Του Μέξικο, στην οδό Κάλε Ντουράνγκο 33 (Colonia Roma), οικία που γίνεται επίσης και το αρχηγείο της R.E. Lujan Literary Agency ήτις διαχειρίζεται πλέον τα δικαιώματα του Τρέηβεν. Στα επόμενα χρόνια η Ρόζα-Ελένα θα μεταφράζει τα βιβλία του, τα νέα αλλά κι όσα δεν έχουνε μεταφραστεί ακόμα, στην ισπανική γλώσσα για τις Μεξικανικές Εκδόσεις και θα μεταγλωττίσει 2 τόμους από διηγήματα. Το 1958 ολοκληρώνεται το έργο "Ασλάν Νόρβαλ" κι ανακοινώνεται από το ΒΤ-Mitteilungen. Eπίσης την ίδια χρονιά δημοσιεύεται μια προειδοποίηση στο Börsenblatt für den deutschen Buchhandel (Journal of the German Publishers' Stock Exchange), για μερικά ψεύτικα έργα που αποδίδονται σ' αυτόν. Η προειδοποίηση αναφέρει πως μόνο κείνα που προσφέρει ο Γιόζεφ Βίεντερ είναι τα αυθεντικά.
     Η ταινία "Μακάριο" γυρίζεται τελικά στο Μεξικό το 1959. Στις 14 Σεπτέμβρη ο Τρέηβεν υποβάλλεται σε χειρουργική επέμβαση για να διορθώσει τη καλπάζουσα κώφωσή του. 1η Οκτώβρη κάνει πρεμιέρα το "Πλοίο Των Νεκρών" στο Αμβούργο στο θέατρο της πόλης σε συμπαραγωγή της UFA και του Producciones Jose Kohn (Mexico). Το σενάριο είναι του Χανς Τζάκομπι, η σκηνοθεσία είναι του Τζορτζ Τρέσλερ και πρωταγωνιστεί ο Χορστ Μπούχολτς. Το ζεύγος παρακολουθεί τη πρεμιέρα. Το 1960 εκδίδεται ο "Άσλαν Νόρβαλ" με στυλιστική επεξεργασία του χειρόγραφου από τον Γιοχάνες Σούνερ (Johannes Schönherr) ο πρώην εκδότης του Μπουχερίλντε. Το τελευταίο τεύχος του ΒΤ-Mitteilungen δημοσιεύεται τον Απρίλη. Ο Γιόζεφ Βίεντερ πεθαίνει. Στη θέση του αναλαμβάνει ο Τέο Πίνκους από τη Ζυρίχη: να επαναπαρουσιάσει τον Τρέηβεν για το γερμανόφωνο πληθυσμό και τις σοσιαλιστικές χώρες. Το 1961 σε σενάριο του Φίλιπ Στήβενσον γυρίζεται σε ταινία το "Λευκό Ρόδο", αλλά δε θα ελευθερωθεί για τις αίθουσες μέχρι το 1975. Το 1963 ο ρεπόρτερ του Στερν, Gerd Heidemann, ακολουθεί τα βήματα του Τρέηβεν στο Μεξικό. Το Σεπτέμβρη ο Τρέηβεν μετακομίζει στο νούμερο 16 της Κάλε Μισισίπι στο Πόλη Του Μέξικο.
      Το Δεκέμβρη του 1966 ο Γκερντ Χάιντεμαν, εμφανιζόμενος σαν αρχαιολόγος κλείνει μια συνέντευξη με τον Τρέηβεν και μετέπειτα αναφέρει πως είναι ο νόθος γιός του αυτοκράτορα Γουλιέλμου του Β'. Την επόμενη χρονιά η εφημερίδα της Στοκχόλμης Aftonbladet αναφέρει πως ο Τρέηβεν αξίζει να προταθεί για το Νόμπελ λογοτεχνίας. Το 1969 γράφει τη διαθήκη του λέγοντας πως γεννήθηκε σαν Τρέηβεν Τόρσβαν Γκρόουβς στο Σικάγο το 1890 και γιαυτό χρησιμοποίησε τα ονόματα Β. Traven & Hal Groves κατά τη διάρκεια της καριέρας του σα συγγραφέας. Η θέλησή του είναι να αφήσει τη περιουσία αλλά και τα δικαιώματα των έργων του στη σύζυγό του Ρόζα-Ελένα Λουγιάν.
     Ο Τρέηβεν άφησε αυτό τον κόσμο φτωχότερο, 6 ώρα το πρωί στις 26 Μάρτη 1969. Ο θάνατός του πιστοποιήθηκε συνεπεία σκλήρυνσης του νεφρού από καρκίνο του προστάτη. Οι στάχτες του σκορπίστηκαν στο Σιάπας από αεροπλάνο, όπου αγαπούσε πάντα να βρίσκεται. Στις 28 Μάρτη η σύζυγός του, κοινοποίησε στον τύπο πως ο τελευταίος της σύζυγος, ήταν ο γερμανός ηθοποιός, συγγραφέας κι επαναστάτης Ρετ Μαρούτ! Η ίδια πέθανε πολύ αργότερα, Πέμπτη 5 Μάη στη Πόλη Του Μέξικο το 2009, σε ηλικία 94 ετών. Τώρα τα δικαιώματα του Τρέηβεν τα διαχειρίζονται οι: Maria Eugenia Montes de Oca Luján και Irene Pomar Montes de Oca.

                                          Εργογραφία & Σχόλια

     Όποιος διαβάσει σήμερα τη συλλογή των ανάτυπων, μια από τις πιο ενδόμυχες μαρτυρίες της ταραγμένης εποχής, τρίβει τα μάτια του μπρος στην εκτυφλωτική επίκαιρη ριζοσπαστική πολεμική και τη σιγουριά της ματιάς του, που εξιχνίαζε τους θανάσιμους κινδύνους στη γέννεσή τους, αλλά και τα ανθρώπινα σημάδια μες στη  ζοφερότητα του Α' Παγκ. Πολ., και στο στρόβιλο των επαναστατικών μεταβολών. Στον κλεφτοπόλεμο με τη λογοκρισία είχε τολμήσει να αντιπροσωπεύσει  μια τόσο ζωντανή εικόνα της ελευθερίας, άπιαστη σχεδόν στη σημερινή δημοκρατικά κατοχυρωμένη ελευθεροτυπία. Δεν είναι τυχαία η έμμονη απέχθειά του για την «εκπορνευόμενη δημοσιογραφία», εναντίον της οποίας εκτόξευε με ανήμπορη απελπισία τα φλεγόμενα θρύψαλά του.
     Τα «μαζικά μέσα», από τις παραδοσιακές εφημερίδες και τα εικονογραφημένα περιοδικά μέχρι τον νεωτεριστικό κινηματογράφο και το αναδυόμενο ραδιόφωνο της μετεπαναστατικής δεκαετίας του 1920, δεν ήταν επικοινωνιακά δώρα του καπιταλισμού στη φάση μεταξύ ανάρρωσης και  κραχ, αλλά πολύ περισσότερο η εκρηκτική άνοδος της πολιτιστικής βιομηχανίας, το οριστικό βούλιαγμα του προλεταριάτου στην πλημμυρίδα της μαζικής σήμερα πια οικουμενικής προπαγάνδας και χειραγώγησης. Από τότε η μεσσιανική τάξη βωλοδέρνει όπου γης ως μάζα πολεμιστών, απεργών, καταναλωτών, πάντοτε κυριαρχούμενη από δικούς της και ξένους, αναπολώντας μάλλον παρωδιακά τη χαμένη ιστορική αποστολή της. Ο Ret Marυt/B. Traνen μυρίστηκε τους κινδύνους, πάλαιψε σε πολλά μέτωπα απεγνωσμένα, ώσπου στα γερατειά του σιώπησε οριστικά χωρίς να ανακαλέσει τίποτε. Η φωνή του, διαπεραστική και έγκυρη άρθρωση της πνιγμένης κραυγής των καταπιεσμένων, μένει άσβεστη. Μόνη απόκριση σε αυτή θα ήταν η εκπλήρωση του πόθου των μουγγών θυμάτων, η αντικειμενική δικαίωση της εσώτερης πρόθεσής τους: μια κοινωνία συμφιλιωμένη με τον εαυτό της, η ελεύθερη αδιαίρετη ανθρωπότητα.
     Από τον Σεπτέμβρη τoυ 1917, όταν πρωτοκυκλοφόρησε, το Ziegelbrenner (Κεραμοποιός) ήταν η πύρινη εστία του ελεύθερου σκοπευτή Ret Marυt, από την οποία εκσφενδόνιζε τις καυτές κεραμίδες της κοινωνικής, αισθητικής, πολιτικής και αντιπολεμικής κριτικής του. Κρυφό κι εδώ το λημέρι του άφαντου «αντάρτη πόλεων» με την αιχμηρή πέννα, άτακτες οι περίοδοι εκρήξεων της ατομικής του κεραμoκάμινoυ. Τα ψευδώνυμα του ιδιοκτήτη, του πρωτομάστορα και των δήθεν συντακτών του -τον βοηθούσαν μια σύντροφός του με ψευδώνυμο και μερικοί «κάλφες» σε διάφορες πόλεις- συνθέτουν το παραπλανητικό προσωπείο του «μοναδικού» στιρνεριακού αναρχικού, η προσωπική βιογραφία του οποίου δεν θέλησε να παραστρατήσει από το έργο του: Κανένα χάσμα ανάμεσα στον άνθρωπο-δημιουργό και τα ανθρώπινα δημιουργήματά του, που μοιάζουν με κατοπτρίζον εφυάλωμα κεραμεικών και αντανακλούν όποιον σκύψει να δει, την καταραγισμένη κοινωνία ή και τον ίδιο τον κεραμοποιό.
     Στο Ziegelbrenner είχε εκφρασθεί περισσότερες από μία φορά η διάθεση φυγής του «μοναδικού» συντάκτη από τις μητροπόλεις του καπιταλιστικού πολιτισμού, τον γκρίζο αγριότοπο της ευταξίας, για να κρυφθεί στη ζούγκλα των απλοϊκών ιθαγενών, που ο ίδιος έδειχνε να γνωρίζει. Τόσο ο τόνος των γραπτών του όσο και οι διάσπαρτες αναφορές προδίδουν την περηφάνια του ξεριζωμένου απάτριδος που γνώρισε κάθε καρυδιάς καρύδι και ανθό, που ταξίδεψε σε όλες τις ηπείρους, σε όλους τους ωκεανούς, ασκώντας τα πιο απίστευτα επαγγέλματα. Οι συνδρομητές του είναι σκορπισμένοι στις γερμανόφωνες, σκανδιναυικές και αγγλόφωνες χώρες, στις Ινδίες, στην Κίνα και στην Ιαπωνία, σχεδόν σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.
     Μετά το 1921 ό άνθρωπος που δεν ονομάζεται πια Ret Marυt ούτε ακόμη Β. Traven, έζησε στο νότιο Μεξικό κοντά στους Ινδιάνους. Στο βιβλίο του "Χώρα Της Άνοιξης" (1928) χρησιμοποίησε πλούσιο φωτογραφικό υλικό από εκτενείς περιοδείες του στη ζούγκλα, το θέατρο δράσης των περισσότερων μυθιστορημάτων και διηγημάτων του. Η βιωματική εγγύτητα προς τη ζωή των ερυθρόδερμων με τα μελαγχολικά μάτια, είτε αυτοί ζουν ακόμη στις παραδοσιακές κοινότητές τους είτε έχουν προλεταριοποιηθεί βάναυσα, ακόμη και η γνώση διαλέκτων τους, είναι η μαγιά και το θεματικό υλικό που μαζί με τη μεξικάνικη επανάσταση ανάφλεξαν και πάλι το επικοδραματικό ταλέντο του αφηγητή των κολασμένων.
     Ως το 1930 δημοσιεύει διηγήματα και μυθιστορήματα γύρω από τη ζωή των ινδιάνων και συγκεντρώνει υλικό για τη μεξικάνικη επανάσταση, που ξέσπασε στα 1910-11 κι υπό τη μορφή ενός αιματηρότατου εμφύλιου πολέμου (περίπου ένα εκατομμύριο νεκροί) κράτησε ως το 1923, όταν ο ίδιος έφθασε στο Μεξικό. Τα κυριότερα έργα της περιόδου 1925-30, εκτός από τα διηγήματα, που μαζί με κατοπινότερα καταλαμβάνουν δύο τόμους, είναι τα προαναφερθέντα: "Το Πλοίο Των Νεκρών" και "Χώρα Της Άνοιξης", καθώς και τα μυθιστορήματα: "Οι Μπαμπακοσυλλέχτες", "Ο Θησαυρός Της Σιέρρα Μάντρε", "Το Γεφύρι Στη Ζούγκλα" και "Το Λευκό Ρόδο". Σχεδόν όλα έχουν ξαναδουλευτεί και συχνά επεκταθεί στις πολλές επανεκδόσεις, σε μερικές δε περιπτώσεις με αφορμή τη μετάφρασή τους σε ξένες γλώσσες. Υπάρχουν αλλαγές, τόσο προσθήκες και συντμήσεις όσο και διαγραφές, που πρέπει να ερμηνευθούν ως ιδιαίτερα μηνύματα του συγγραφέα προς το αναγνωστικό κοινό μιας  ορισμένης γλώσσας ή που σχετίζονται με την εκάστοτε κατάσταση μιας χώρας: ναζισμός, ισπανική επανάσταση, Δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Μερικές εξαλείφουν τα χνάρια μπροστά στα άπληστα λαγωνικά της δημοσιότητας, που ιχνηλατώντας εισχωρούν στο σώμα του ίδιου του έργου.
     Η Επανάσταση του Μεξικού, αυτή η ελάχιστα γνωστή σ’ εμάς εξωτική κοσμογονία με τις θρυλικές μορφές του Μagόn, του Zapata και του Villa, βρήκε στον Β. Traven έναν αντάξιο επικοδραματικό εκφραστή, που την ξετύλιξε μυθιστορηματικά μετά το 1930 στον μεγάλο "Κύκλο Του Μαονιού". Τον απαρτίζουν τα βιβλία: "Οι Αγωγιάτες Με Τα Κάρρα", "Ο Κυβερνήτης", "Η Πορεία Προς Το Βασίλειο Του Μαονιού", "Κούτσουρα", "Η Επανάσταση Των Κρεμασμένων" κι "Ένας Στρατηγός Βγαίνει Από Τη Ζούγκλα".
     Αργότερα έγραψε νουβέλες και διηγήματα καθώς και δύο μεγάλα ινδιάνικα παραμύθια. Πολλά μυθιστορήματα έχουν γίνει κινηματογραφικές ταινίες, ενώ έχουν μεταφρασθεί σε τουλάχιστον 28 γλώσσες. Από τις εκδόσεις Μπουχερίλντε είχανε κυκλοφορήσει αρκετά μικρότερα έργα του γραμμένα μεταξύ 1912 και 1921, κυρίως λυρικές φαντασίες, διηγήματα, επαναστατικά κι αισθητικά δοκίμια, λίβελλοι και κριτικές. Η χρονική απόσταση βλέπει σε αυτά ακόμη καλύτερα τον γόνιμο σπόρο που αργότερα έγινε τροπική βλάστηση.
     Αν δεν ήταν τόσο χτυπητή η προσωπική σφραγίδα του συγγραφέα, έκδηλη στη νοηματική, ψυχική, συχνότατα ορμική σφαίρα του δημιουργού, τότε η ταυτότητα Marυt/Traven, που ομολογήθηκε μεταθανάτια από την τελευταία σύντροφό του κατ’ επιθυμία του ίδιου, δεν θα αποτελούσε ούτε καν εικασία. Γιαυτό και την είχαν ψυχανεμιστεί µόνο μερικοί πρώην «σύντροφοί» του. Η λεπτεπίλεπτη ανάλυση των βαθύτερων στιβάδων του ύφους του καθώς η παραβολή πραγματολογικών στοιχείων αποκατέστησε σταδιακά με πειστικό τρόπο την προσωπική συνέχεια αυτής της διαλεκτικής ασυνέχειας.
     Μετά από διαδοχικές μεταμορφώσεις, που ίσως αρχίζουν να διαδραματίζονται ήδη στη φάση πριν από το Ziegelbrenner -από το 1907 μέχρι το 1914 ο Ret Marυt ήταν ηθοποιός θεάτρου και σκηνοθέτης ενός περιοδεύοντος θιάσου – και συνεχίζονται στην τριετία της σιωπής ως το 1917, στην περίοδο «νομιμότητας» ως το 1919 και παρανομίας μέχρι το 1922, αλλά προπάντων στη σκοτεινή 3ετία της δεύτερης σιωπής, ο φυγάς αίρει την υποκειμενική «μοναδικότητά» του, για να τη διαφυλάξει στρεφόμενος προς το συλλoγικό, το όποιο σιγά σιγά απλώνεται σε πανανθρώπινη κλίμακα. Ο Marυt της πόλης, το ανώνυμο, άναρχο κι αύταρχο εγώ κατ’ έξοχήν ανοίγεται στο αναγκαστικά και εφιαλτικά αφυπνισμένο συλλογικό σώμα των προλεταριοποιούμενων ινδιάνων. Ο νέος ρόλος είναι βαθύτατα ηθοποιητικός: η ιστορία μεταπλάθει μέσα στο κυλιόμενο μάγμα του χωνευτηριού της τους ανθρώπινους χαρακτήρες, άτομα και λαούς, την οργανική κι ανόργανη οικουμένη.
     Αυτή η θεματική και υφολογική μεταστροφή εμπεριέχει σαν νέα σύνθεση και την απαραίτητη αναστροφή της: από το νέο βήμα ο Traven στρέφεται πάλι στους αναγνώστες της μητρόπολης, προπάντων στους Γερμανούς του. Οι ηπιότεροι τόνοι απευθύνονται στους πολίτες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, οι σκληρότεροι στους υπόδουλους του ναζισμού. Από το ταξίδι χωρίς επιστροφή στέλνει πίσω το πνευματικό αντίβαρό του, μια ενισχυμένη μακρινή φωνή προς ένα  διευρυμένο κοινό που στη συνέχεια παίρνει διηπειρωτικές διαστάσεις. Ο «κόκκος άμμου που στοχεύει στο σύμπαν» (Το Πλοίο Των Νεκρών) ακολουθεί, σθεναρά αντιστεκόμενος, τη πορεία, όπως αυτή παραδειγματικά ζωντανεύεται στο "Λευκό Ρόδο". Η αμυδρή αισιοδοξία της νέας προοπτικής, όπως εμφανίζεται σ’ ένα από τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου είναι μόνο ένα ανάμεσα στα τόσα πουκάμισα φιδιού που αλλάζει ο ηθοποιός και ποιητής της ζωής Marut/Traven.
     Αν ο αντιεξουσιαστής Ret Marut απευθυνόταν όχι σε ένα κοινό, σε μια μάζα με κοινά σημεία, αλλά σε, τουλάχιστον επίδοξα, εγωτικά πρόσωπα στιρνεριακής σύλληψης, ο Β. Traven ριζοσπαστικοποιεί το στοιχείο της συλλογικότητας. Σαν αναγεννημένος μέσα στην αμφίστομη «επανάσταση των μαζών», γράφει για πολλούς, με τη διπλή έννοια της πρόθεσης: περί των πολλών και προς τους πολλούς. Η γλώσσα του γίνεται αισθητηριακή, σχεδόν απτική. Η κορυφωνόμενη ένταση λες και ξεπηδάει όχι από τη γραφή, αλλά από τα ίδια τα πράγματα. Η πλούσια έντεχνη αντίστιξη (ρήγματα, χιούμορ, συνειρμοί) μοιάζει και αυτή σαν ιδιότητα των ίδιων των πραγμάτων.
     Η ζούγκλα που θρασομανά, το φούντωμα της αδιαπέραστης φύσης, οι εξανδραποδιζόμενοι ινδιάνοι, η ωμή και αδιαμεσολάβητη κυριαρχία του δικτάτορα Porfirio Diaz και η απαρερμήνευτη εξέγερση των καταπατημένων υπαγορεύουν μια ρεαλιστική γλώσσα, μια ενσώματη, με την αριστοτελική έννοια μιμητική προσήλωση στο οργανικό αντικείμενο, το οποίο δεν γνωρίζει σύμβολα, μεταφορές και παραβολές, φυτοζωεί, βουίζει, λουφάζει και σφαδάζει μέσα σε τρόπον τινά προγλωσσικά στρώματα της ύπαρξης. Ο πόνος των καταπιεσμένων και εξεγερμένων στον Κύκλο του μαονιού είναι σωματικός, ωμός, φυσικός. Κανένας καταπιεστής δεν απευθύνεται στην ψυχή των θυμάτων του ούτε καν στο ένστικτό τους. Στοχεύει μόνον εκεί που βιτσίζει. Οι ινδιάνοι διανύουν την ιστορία στο ρυθμό μιας περίληψης. Στον ίδιο ρυθμό εξεγείρονται. Η πλοκή των έργων του Β. Traνen είναι ήδη τραγικά μετεπαναστατική.
     Εκτός από το "Πλοίο Των Νεκρών", ένα από τα γνωστότερα μυθιστορήματά του, ολόκληρο το υπόλοιπο έργο του διαδραματίζεται στο Μεξικό, που έμελλε να γίνει πατρίδα του, μολονότι το στοιχείο του incognito -ιδιωτική αφάνεια, ψευδώνυμα, άβατο πρότερου βίου, σβησμένα ίχνη της προσωπικής ταυτότητας, ασαφής μητρική γλώσσα- το φυλά, απέναντι στις εξαγριωμένες πια εφόδους των πρακτόρων της δημοσιότητας, σαν θησαυρό χωρίς άλλοθι και «πόθεν έσχες» ακόμη και μετά τον θάνατο του. Ο Ret Marut, από μόνος του ένας θρύλος!
     B. Traven ήτανε το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο ενός εξαίρετου κι αξιοσημείωτου γερμανού συγγραφέα, του οποίου το πραγματικό όνομα υπήρξε για πάρα πολλά χρόνια ένα μυστήριο, όπως φυσικά και τα λοιπά στοιχεία καταγωγής του. Μερικά που διαρρεύσανε κατά καιρούς ήτανε πως έζησε για κάμποσα χρόνια στο Μεξικό, όπου και συνέγραψε μεγάλο μέρος των έργων του με κυριώτερο το "Ο Θησαυρός Της Σιέρρα Μάντρε", ((1927), που έγινε ομώνυμη ταινία και προτάθηκε για το βραβείο Όσκαρ το 1948, με πρωταγωνιστή τον μέγα και πολύ, κείνη την εποχή, Χάμφρι Μπόγκαρτ.
      Γενικά κάθε λεπτομέρεια της ζωής του είναι σχετικά αμφισβητήσιμη κι υπάρχουνε πολλές υποθέσεις για τη πραγματική του ταυτότητα, μερικές απ' αυτές αγγίζουνε τα όρια της ...επιστημονικής φαντασίας. Οι περισσότεροι πάντως ερευνητές της ζωής του συμφωνούνε, πως το πραγματικό του όνομα ήτανε Ρετ Μαρούτ, γερμανός ηθοποιός του θεάτρου κι αναρχικός, που εγκατέλειψε την Ευρώπη για το Μεξικό περί τα 1924. Ωστόσο υπάρχουνε λόγοι, και θ' αναφερθώ και παρακάτω, στο να πιστέψει κανείς πως το πραγματικό του όνομα ήταν Όττο Φάιγκε (Otto Feige) και γεννήθηκε στο Σβιέμπους του Βραδεμβούργου (Schwiebus, Brandenburg), που σήμερα είναι το Σβιεμπότζιν (Świebodzin) στη Πολωνία.

                              
                             Το Δημαρχείο του Σβιέμπους (Σβιεμπότζιν τώρα)
                                             από ταχ. κάρτα γύρω στα 1900


    Ο B. Traven στο Μεξικό συνδέθηκε επίσης και με τα ψευδώνυμα: Berick, Traven, Torsvan & Hal Croves, που με το καθένα εξ αυτών εμφανίστηκε κι έδρασε σε διαφορετικές περιόδους της συγγραφικής του καρριέρας. Αλλά τελικά αυτό αμφισβητείται καθώς οι εμφανίσεις του ήτανε σπάνιες και μόνο στους εκάστοτε ατζέντηδές του όπου τον εκπροσωπούσανε σ' όλες τις απαραίτητες επαφές του, όσον αφορά συμφωνίες, συμβόλαια κι εκδόσεις.
     Έγραψε 12 νουβέλλες, ένα βιβλίο δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος και ρεπορτάζ, και κάμποσα διηγήματα στα οποία τα συναισθητικα κι η πλοκή τους υπήρξε πάντα ένας κόλαφος για το καπιταλιστικό σύστημα, αντικατοπτρίζοντας τις σοσιαλιστικές κι αναρχικές του τάσεις και συμπάθειες, ειδικότερα στο "Πλοίο Των Νεκρών" (1926), στο "Θησαυρό" που αναφέρθηκε στην αρχή, και στο "Νουβέλλες Της Ζούγκλας" που είναι επίσης γνωστό κι ως "Caoba Cyclus" (δλδ "Εβένινος Κύκλος" από τη λέξη Καόμπα που στα ισπανικά σημαίνει μαόνι-έβενος). Αυτό το βιβλίο απότελείται από 6 νουβέλλες που δημοσιευτήκανε μεταξύ 1930-9 και τοποθετεί τους Ινδιάνους και τους Μεξικανούς ήρωές του καταμεσίς της Μεξικανικής Επανάστασης, στη χαραυγή του 20ού αιώνα.
     Οι νουβέλλες του αυτές γίνανε πολύ δημοφιλείς από τις αρχές του μεσοπολέμου και παραμείναν έτσι και μετά το τέλος του 2ου Παγκ. Πολ., και μεταφραστήκανε σε πολλές γλώσσες. Τα περισσότερα βιβλία του εκδοθήκανε πρώτα στη Γερμανία κι ακολούθησε μετά η Βρεττανική έκδοσή τους, παρόλαυτά ο συγγραφέας πάντα ισχυριζόταν πως οι βρεττανικές εκδόσεις ήταν οι γνήσιες κι οι γερμανικές απλώς μεταφράσεις αυτών. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δε στέκει σοβαρά.

                                                                    

                         1η σελίδα της ημερήσιας εφημερίδας "Φόρβερτς"
                    που δημοσίευσε το 1ο του διήγημα και τη 1η του νουβέλλα
.

     Ο Τρέηβεν αποτελεί παγκόσμιο λογοτεχνικό θρύλο όχι μόνο για τη σχεδόν μυθιστορηματική, απόκρυψη της ταυτότητάς του, όσο και για το ίδιο του το λογοτεχνικό έργο που αφορά στην ανθρώπινη συμπεριφορά μέσα στα επίπλαστα κοινωνικά δεδομένα που καταπιέζουν και αλλοτριώνουν τον άνθρωπο καθιστώντας τον απάνθρωπο. Βαθειά οργισμένος με το καπιταλιστικό σύστημα και ορκισμένος εχθρός του φασισμού πέρασε τη νεότητά του στη Γερμανία όπου παρουσίασε σπουδαία συγγραφική – πολιτική δράση, κυρίως με την έκδοση της αντιμιλιταριστικής εφημερίδας “Der Ziegelbrenner” (Ο Κεραμοποιός). Τη πρωτομαγιά του 1919, που χαρακτηρίζεται ως «αντεπαναστατική» μετά τη νίκη της λευκής φρουράς, συνελήφθη, αλλά κατάφερε να αποδράσει. Από τότε ήταν επικηρυγμένος από τη γερμανική αστυνομία. Το 1923 φυλακίστηκε στο Μπρίξτον, γιατί δεν παρουσιάστηκε στην υπηρεσία αλλοδαπών του Λονδίνου. Μετά την αποφυλάκισή του το 1924 έφυγε κρυφά με πλοίο στο Μεξικό. Ο Rolf Raasch γράφει:

    «...εκεί μεταμορφώθηκε από Γερμανός σεναριογράφος, ηθοποιός και ατομικιστής αναρχικός επαναστάτης ονόματι Ρετ Μαρούτ, στο μεξικανό συγγραφέα Μπ. Τρέηβεν».


                             


                                               

              Εμπρόσθοφυλλο του αντιμιλιταριστικού περιοδικού-εφημερίδα που
   εξέδιδε στη Γερμανία ο Τρέηβεν λίγο πριν ξεκίνησει τη λογοτεχνική του δράση.
                      (Ντερ Ζιγκελμπρένερ - Ο Κεραμοποιός, ως το 1921)


     Στο Μεξικό ο Τρέηβεν συναντά την ταραγμένη μετεπαναστατική πραγματικότητα μετά την πτώση του Diaz. Όταν έφτασε στο Ταμπίκο οι wobblies διοργάνωναν διαρκώς επιτυχημένες απεργίες. Το αντιμιλιταριστικό και αντιιμπεριαλιστικό μένος του Τρέηβεν βρίσκεται στα ουράνια του ενθουσιασμού και αυτή ακριβώς είναι η περίοδος που γράφει το «Μεγαλοβιομήχανο» που μεταφράστηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Πανοπτικόν». Βρισκόμαστε μπροστά στην καταλυτική ματιά του λογοτέχνη Τρέηβεν που αναζητά όλες τις αλήθειες μέσα από τη ζωή των ανώνυμων και των φτωχών ανθρώπων. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να αναδειχθεί η μετεπαναστατική πραγματικότητα του Μεξικού και η οριστική ιδεολογική νίκη της λαϊκής κουλτούρας έναντι κάθε είδους καταπίεσης, είτε της καθαρής τυραννίας, τύπου Diaz, είτε της δήθεν ελευθερίας που υπόσχεται η καπιταλιστική βαρβαρότητα. Κι αυτή ήταν ίσως η βασικότερη αντίρρηση των κριτικών στο έργο του. Το κατά πόσο είναι δυνατό η μακρινή μεξικάνικη νοοτροπία να συμπορευθεί και να εκφράσει την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Είναι αυτονόητο ότι τα βιβλία του απαγορεύτηκαν από το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα στη Γερμανία.
     Πρωτοεμφανίζεται στο προσκήνιο το 1925  όταν δημοσιεύει στην ημερήσια εφημερίδα "Vorwarts", όργανο του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στη Γερμανία, το 1ο του διήγημα, υπογράφοντας Μπ. Τρέηβεν, στις 28 Φλεβάρη. Σύντομα δημοσιεύει και τη 1η του νουβέλλα με τίτλο: "Die Baumwollpflücker " (The Cotton Pickers- Οι Μπαμπακοσυλλέχτες), Ιούνη-Ιούλη του ίδιου χρόνου. Εκτεταμένη έκδοση της νουβέλλας γίνεται στο Βερολίνο από τον οίκο Buchmeister, το 1926, με αρχικό τίτλο: "Der Wobbly" συνηθισμένο όνομα για μέλη του αναρχοσυνδικαλιστικού Σωματείου Μεταφορών κι Εργατών σε Φάμπρικες, όλου του κόσμου, αλλά σε μετέπειτα έκδοση επανέρχεται ο αρχικός τίτλος.
     Στο βιβλίο αυτό πρωτοπαρουσιάζει τον ήρωά του, Γκέραλντ Γκέηλς -που σε άλλα έργα του τονε συναντάμε σαν Γκέηλ ή Τζέραρντ Γκέηλς-, ένας αμερικάνος ναυτικός που ψάχνοντας για δουλειά σε διάφορες επιχειρήσεις, μπλέκει πάντα με ύποπτους τύπους και γίνεται θύμα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, χωρίς όμως, παρόλαυτά να χάνει τη θέληση και το κουράγιο του, να παλέψει και να διεκδικήσει λίγη χαρά στη ζωή. Την ίδια χρονιά (1926) το Büchergilde Gutenberg, που είχε βοηθήσει και στηρίξει και το 1ο του βιβλίο, -κι εξακολούθησε να 'ναι ο εκδοτικός οίκος του Τρέηβεν, μέχρι το 1939-, εκδίδει τη 2η νουβέλλα του με τίτλο: "Το Πλοίο Των Νεκρών" (Das Totenschiff - The Death Ship).

           

                     

      Ο κεντρικός χαρακτήρας του είναι πάλι ο Γκέραλντ Γκέηλ, ένας ναυτικός που έχει χάσει τα χαρτιά και τα πιστοποιητικά του κι ως εκ τούτου δε μπορεί να αποδείξει την ύπαρξή του, αναγκάζεται για να ξανακερδίσει μια θέση στη ζωή, να εργαστεί σα βοηθός μούτσου σε εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες στη γέφυρα ενός "νεκρού πλοίου" ((πλοίο-φέρετρο) που σαλπάρει σε ύποπτα ταξίδια, με ύποπτα μπάρκα, πιάνοντας ευρωπαϊκά ή αφρικανικά λιμάνια. Το βιβλίο είναι μια κατηγόρια ενάντια στην απληστία των πλουσίων αφεντικών, αλλά και κατά της γραφειοκρατίας που εκδιώχνει τον Γκέηλ από κάθε χώρα στην οποία ζητά καταφύγιο. Υπό το φως των μετέπειτα αποκαλύψεων, των βιογράφων του Τρέηβεν, το "Πλοίο Των Νεκρών" θεωρείται ως το βιβλίο που έχει τα περισσότερα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Θεωρώντας πως ο Τρέηβεν είναι ο αναρχικός επαναστάτης Ρετ Μαρούτ, είναι ξεκάθαρο πως γίνεται σαφής παραλληλισμός μεταξύ του πεπρωμένου του Γκέηλ και τη ζωή του συγγραφέα, που αποδιωγμένος από τη χώρα του κι αναγκασμένος να εργαστεί στο καζάνι ενός γκαζάδικου, ταξιδεύει από την Ευρώπη, στο Μεξικό.
     Ένα ακόμα σπουδαίο βιβλίο θεωρείται, (εκτός από το "Πλοίο"): "Ο Θησαυρός Της Σιέρρα Μάντρε" (The Treasure of the Sierra Madre / Der Schatz der Sierra Madre), που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1927. Η δράση του εκτυλίσσεται στο Μεξικό ξανά, κι οι 3 ήρωές του, είναι Αμερικανοί τυχοδιώκτες-χρυσοθήρες, που ενώ παίρνουν όρκο να μη παρασυρθούν από το λεγόμενο, "πυρετό του χρυσού", τελικά καταλαμβάνονται απ' αυτόν με τραγικές συνέπειες. Το 1948 το βιβλίο έγινε ταινία από τον σκηνοθέτη Τζον Χιούστον, με πρωταγωνιστές τους Χάμφρι Μπόγκαρτ και Γουόλτερ Χιούστον, κι είχε εξαιρετική εισπρακτική επιτυχία, ενώ την επόμενη χρονιά κέρδισε 3 Όσκαρ.
     Ο μεγάλος σκηνοθέτης J. Huston ενθουσιάζεται με το βιβλίο κι αποφασίζει να τον γυρίσει ταινία. Τα σχέδια του διακόπτονται με την έλευση του Β' Παγκ. Πολ., αλλά είναι τόσο αποφασισμένος να υλοποιήσει το σχέδιο του ώστε γυρίζοντας από τον πόλεμο αλληλογραφεί με τον Traven γιά να πάρει τα δικαιώματα. Κανονίζουν να συναντηθούν στο Μέξικο Σίτυ το 1946 σε ένα ξενοδοχείο. Στην συνάντηση εμφανίζεται ένας περίεργος τύπος ονόματι Hal Croves ο οποίος έχει μαζί του μιά εξουσιοδότηση από τον Traven να διαπραγματευθεί με τον Huston. Γίνονται διάφορες συναντήσεις και συζητήσεις και πάντα εμφανίζεται ο Croves. Ο Huston υποψιάζεται ότι είναι ο ίδιος ο Traven, ωστόσο δε το πολυψάχνει και τον τοποθετεί Τεχνικό Σύμβουλο της ταινίας, που τελικά γυρίζεται το 1947. Στα γυρίσματα ο Croves τηρεί μια περίεργη στάση, όπου σε άλλους λέει ότι είναι ο Traven αλλά στους περισσότερους το αρνείται. Η ταινία κάνει πρεμιέρα τον Απρίλιο του 1948 με τεράστια καλλιτεχνική κι εμπορική επιτυχία. Όπως είναι φυσικό μετά την ταινία, τα βιβλία του Traven γνωρίζουν θεαματικές πωλήσεις στις ΗΠΑ και το όνομα και η ταυτότητα του συζητιούνται όλο και πιό πολύ.
     Η φιγούρα του Γκέραλντ Γκέηλς επιστρέφει στο επόμενό του βιβλίο με τίτλο "Η Γέφυρα Στη Ζούγκλα" (The Bridge in the Jungle / Die Brücke im Dschungel),  που πρωτοδημοσιεύτηκε στη "Φόρβερτς" το 1927 σε σύντομη εκδοχή, κι αργότερα, το 1929  εκδίδεται σε βιβλίο με πιο εκτενή εκδοχή. Στο βιβλίο ο Τρέηβεν καταπιάνεται λεπτομερώς με ερωτήματα για τους Ινδιάνους της Αμερικής και των διαφορών μεταξύ χριστιανικής κι ινδιάνικης κουλτούρας στη Λατινική Αμερική. Αυτοί οι προβληματισμοί επανέρχονται και στο επόμενο βιβλίο του "Νουβέλλες Της Ζούγκλας" (Jungle Novels).
     Το αριστούργημά του ωστόσο, είναι το επόμενο βιβλίο που εκδίδεται το 1929 με τίτλο: "Το Λευκό Ρόδο" (The White Rose / Die Weiße Rose) κι είναι μια επική ιστορία -υποτίθεται πως στηρίζεται σε αληθινά γεγονότα- για τη κλεμμένη γη των Ινδιάνων για όφελος μιας αμερικανικής εταιρείας πετρελαίων.  Σύμφωνα με κάποιες πηγές, ο τίτλος του βιβλίου μπορεί να ενέπνευσε στην ονοματοδοσία του μαθητικού και σπουδαστικού αντιναζιστικού οργανισμού "Λευκό Ρόδο", που έδρασε στο Μόναχο κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκ. Πολ., και του οποίου όλα τα μέλη εκτελέστηκαν το 1943.
     Μες στη 10ετία του '30 εκδίδονται οι "Νουβέλλες Της Ζούγκλας" -6 νουβέλλες: "The Carreta" (Der Karren, 1931),  "Government" (Regierung, 1931),  "March to the Monteria" (Der Marsch ins Reich der Caoba, 1933),  "Trozas" (Die Troza, 1936),  "The Rebellion of the Hanged" (Die Rebellion der Gehenkten, 1936),  και "The General from the Jungle" (Ein General kommt aus dem Dschungel, με μια σουηδική μετάφραση το 1939 και μια γνήσια το 1940). Οι νουβέλλες περιγράφουνε τη ζωή των μεξικανών ινδιάνων στη πολιτεία Σιάπας (Chiapas), στην αρχή του 20ού αιώνα, που αναγκάζονται να δουλέψουν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες στο καθάρισμα του μαονιού στις εργοστασιακές εγκαταστάσεις - monterias - μες στη ζούγκλα, με αποτέλεσμα την σφοδρή αντίδρασή τους και το ξέσπασμα της Μεξικανικής Επανάστασης.
     Μετά από αυτό το βιβλίο, ο Τρέηβεν ουσιαστικά σταματά να γράφει μυθιστορήματα μεγάλης έκτασης και δημοσιεύει κυρίως διηγήματα, -πολλά απ' αυτά παραμένουν ανέκδοτα- όπως "Ο Θεραπευτής" που εκθειάζεται από τους ΝΥ Τάιμς ως το καλύτερο διήγημα του 1953, ο δε ήρωάς του Μακάριο, γίνεται υλικό για μια ταινία από τον μεξικανό σκηνοθέτη Ρομπέρτο Γκαβαλντόν (Roberto Gavaldón ) το 1960. Η τελευταία νουβέλλα του δημοσιεύεται το 1960 με τίτλο "Aslan Norval" και μέχρι τώρα δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στα αγγλικά ή ελληνικά.
     Πρόκειται για την ιστορία μιας εκατομμυριούχου που παντρεύεται έναν ηλικιωμένο επιχειρηματία ενώ παράλληλα διατηρεί παράνομο δεσμό με ένα νεαρό. Η θεματική, η γλώσσα κι η δομή αυτού του βιβλίου είναι τελείως διαφορετική από το σύνηθες στυλ του συγγραφέα, με αποτέλεσμα ν' απορρίπτεται από τους εκδότες, καθώς αμφέβαλλαν για την αυθεντικότητα της υπογραφής του έργου. Το βιβλίο κατηγορήθηκε επίσης και για "πορνογράφημα" κι έγινε δεκτό μετά από την επιμέλεια του Johannes Schönherr,  όστις μετέτρεψε τη γραφή σε Στυλ-Τρέηβεν. Πάντως μέχρι σήμερα μένουνε κάποιες αμφιβολίες για τη γνησιότητά του.
     Αξίζει να αναφερθεί πως έγραψε κι έναν ταξιδιωτικό οδηγό το 1928, με τίτλο "The Land Οf Springtime" (Land Des Frühlings, Η Χώρα Της Άνοιξης), όπου κυρίως αναφέρεται στην επαρχία Σιάπας του Μεξικού, εκδόθηκε κι αυτό από το Büchergilde Gutenberg και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και 64 φωτογραφίες, όλες τραβηγμένες από τον ίδιο. Παρακάτω, παραθέτω μερικές έτσι για να πάρουμε μιαν ιδέα: