Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Barca Pedro Calderón de la: Χρυσός Λυράρης της Πένας

      


  Βιογραφικό

     Ο Πέδρο Καλντερόν ντε λα Μπάρκα (Pedro Calderón de la Barca y Barreda González de Henao Ruiz de Blasco y Riano), η τελευταία μεγάλη μορφή του Χρυσού Αιώνα των ισπανικών γραμμάτων, γεννήθηκε το 1600 στη Μαδρίτη. Γόνος παλιάς και σεβαστής οικογένειας -ο πατέρας του κατείχε κυβερνητικό αξίωμα-,  εκπαιδεύτηκε στο Κολέγιο των Ιησουιτών της Μαδρίτης. Αργότερα σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα, αλλά επιστρέφοντας στη Μαδρίτη, αφοσιώθηκε αποκλειστικά στο συγγραφικό έργο, συμμετέχοντας σε πολλούς ποιητικούς αγώνες που οργανώνονταν επ’ ευκαιρία θρησκευτικών εορτών. Φημολογείται, μάλιστα, ότι το πρώτο του θεατρικό έργο το έγραψε σε ηλικία δεκατριών ετών.
     Έζησε σε μια εποχή παρακμής, λίγο πριν την οριστική κατάρρευση της ισπανικής κοσμοκρατορίας. Ωστόσο, αυτή η εποχή του λυκόφωτος γνώρισε μια μεγάλη πολιτισμική άνθιση, χάρη κυρίως στην εύνοια και τη προστασία που
βρίσκαν οι Τέχνες στην Αυλή του βασιλιά Φιλίππου Δ'. Ήδη από πολύ νεαρή ηλικία, είχε δεχτεί βασιλική παραγγελία να γράψει μια σειρά έργων για το θέατρο του ανακτόρου του Βuen Retiro. Το 1636, ο βασιλιάς τον τίμησε για τις υπηρεσίες του με το παράσημο του Τάγματος του Σαντιάγο και τον διόρισε γενικό υπεύθυνο των θεατρικών παραστάσεων της Αυλής. Για ένα διάστημα (1637-40), ακολούθησε καριέρα στρατιωτικού, διαπρέποντας σε αρκετές μάχες κι εκστρατείες. Αποστρατεύτηκε λόγω προβλημάτων υγείας, αλλά με ισόβια στρατιωτική σύνταξη.
     Τα πρώτα έργα του ήτανε κοσμικού χαρακτήρα. Αλλά μετά το θάνατο των δύο αδελφών του και της ερωμένης του το 1648, η θρησκευτική σκέψη άρχισε να κυριαρχεί στο χειρισμό των θεμάτων του. Το 1651 έγινε μοναχός κι αργότερα χειροτονήθηκε ιερέας (ακολουθώντας κι αυτός τη πορεία του Λόπε δε Βέγκα), ενώ ο βασιλιάς τον διόρισε επίτιμο προσωπικό του εφημέριο το 1663. Παρά τα θρησκευτικά του καθήκοντα όμως, συνέχισε ανελλιπώς το συγγραφικό του έργο
ώσπου να πεθάνει, γράφοντας κάθε χρόνο 2 autos sacramentales (μυστηριακά δράματα)* για τον Δήμο της Μαδρίτης.
     Ο θάνατός του το 1681 σήμανε και το τέλος του Χρυσού Αιώνα του ισπανικού θεάτρου. Από τα έργα του, σώζονται 120 comedias (κανονικά δράματα), περίπου 80 autos κι ένας μικρός αριθμός από entremeses (κωμικά ιντερμέδια) και sainetes (σύντομα φαρσικά μουσικά έργα). Το είδος στο οποίο ο Καλντερόν θεωρήθηκε ανυπέρβλητος, ήταν το auto sacramental. Αυτά τα ιδιότυπα αλληγορικά δρώμενα, που παίζονταν σε άρματα στους δρόμους και τις πλατείες της Μαδρίτης στην εορτή της Αγίας Δωρεάς δραματοποιούσαν τις πιο λεπτές πτυχές του καθολικού δόγματος ως προς το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας προσωποποιώντας αφηρημένες έννοιες όπως η Πίστη, η Ελεύθερη Βούληση, η Αλαζονεία, κτλ. Ο Καλντερόν είχε απ' το 1648 την αποκλειστικότητα της συγγραφής αυτών των έργων. Το κενό που άφησε πεΒαίνοντας, δεν το αναπλήρωσε κανείς, τα δε έργα του συνέχισαν να παίζονται μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα, οπότε τα θεάματα αυτού του είδους απαγορεύτηκαν ως 'κακόγουστα'.

       

     Στα κανονικά του δράματα, υιοθέτησε τη σκηνική γλώσσα του προηγούμενου αιώνα, που είχε εξελίξει και τελειοποιήσει ο Λόπε δε Βέγκα. Δύο ήταν τα φιλολογικά κινήματα που τον επηρέασαν: Πρώτο, το ύφος του culteranismo, ύφος χαρακτηριστικό τού Μπαρόκ, αντίστοιχο της γαλλικής preciosite και του αγγλικού euphuism, τεχνητό κι επιτηδευμένο με πλήθος μυθολογικών αναφορών κι ακραίων μεταφορικών σχημάτων, ίχνη του συναντούμε στον εναρκτήριο μονόλογο της Ροζάουρα στο "Η Zωή Eίναι Όνειρο". Και δεύτερο, το κίνημα τού conceptismo, που διακρινόταν για την εξαιρετική καθαρότητα, τις λεπτές αποχρώσεις των ιδεών και το παιχνίδι με τις σημασίες των λέξεων, αυτό το ύφος ταίριαζε περισσότερο στην ιησουϊτική παιδεία του Καλντερόν.
     Ως προς τη θεματολογία, τη πλοκή και τους χαρακτήρες των έργων του, δε διακρινόταν από ιδιαίτερη πρωτοτυπία και συχνά δανειζόταν ολόκληρα αποσπάσματα από έργα των προκατόχων του. Οι ήρωές του ήταν περισσότερο φορείς ιδεών παρά αυθύπαρκτα πρόσωπα με σάρκα κι οστά. Σύμφωνα με μια ενδιαφέρουσα αξιολόγηση του συγγραφέα από τους μελετητές του, «αν ο Σαίξπηρ κι ο Μολιέρος είναι παγκόσμιοι και διαχρονικοί, κι ο Λόπε δε Βέγκα είναι καθαρά Ισπανός, ο Καλντερόν έχει ακόμη πιο περιορισμένη εμβέλεια, όντας Ισπανός που εκφράζει κυρίως τα αισθήματα και τα ιδεώδη του 17ου αιώνα». Αυτά τα ιδεώδη περιστρέφονταν γύρω από τρεις θεματικούς άξονες: 1) τη βαθιά αφοσίωση στη καθολική πίστη, 2) την απόλυτη κι αδιαμφισβήτητη υπακοή στον Ισπανό μονάρχη, και 3) την αποκατάσταση της τιμής (pundonor) μέσω της εκδίκησης, θέμα που συχνά αναπτύσσεται σε βαθμό εξωπραγματικής υπερβολής. Παρ’ όλα αυτά, χάρη στον ελκυστικό χειρισμό αυτών των θεμάτων και κυρίως, χάρη στον εξαίρετο λυρισμό του, λατρεύτηκε από τους Ισπανούς ως ο κορυφαίος δραματουργός τους. Aυτή η λατρεία, που οδήγησε και στην άνθιση του ρομαντικού δράματος στην Ισπανία του 19ου αιώνα, συνεχίζεται ακόμη, παρ’ όλη τη σύγχρονη τάση να αποδοθεί πρωτεύουσα θέση στον Λόπε δε Βέγκα.

        

     Το δημοφιλέστερο έργο του, και ίσως το μόνο που έσπασε τα στενά τοπικά και χρονικά πλαίσιά του, χάρη στο πυκνό φιλοσοφικό του περιεχόμενο, είναι
το "Η Zωή Eίναι Όνειρο" (1631-35). Το έργο αυτό, που πραγματεύεται τη σύγκρουση μεταξύ της ελεύθερης βούλησης και της προδιαγεγραμμένης
μοίρας, αγαπήθηκε σε όλη την Ευρώπη ως το κατεξοχήν αριστούργημα του ισπανικού θεάτρου -τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το Φουέντε Οβεχούνα του Λόπε δε Βέγκα μονομερώς ερμηνευμένο 'ανακαλύφθηκε' από την ρωσική πρωτοπορία και στη συνέχεια υποστηρίχθηκε από αριστερούς σκηνοθέτες και κριτικούς σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο, το "Η Zωή Eίναι Όνειρο" συνεχίζει να κατέχει στα ισπανικά γράμματα θέση ανάλογη με αυτήν του Άμλετ στην αγγλική λογοτεχνία και τού Φάουστ στη γερμανική. Ο μονόλογος του Σιγισμούνδου στο τέλος της β' πράξης είναι για τους απανταχού ισπανόφωνους ό,τι είναι για τους Άγγλους το περίφημο "να ζεις ή να μη ζεις" του Άμλετ.
     Το βασικό θέμα του έργου κατάγεται από την Ανατολή, και οι πηγές του εντοπίζονται σε δύο ιστορίες, γνωστές και δημοφιλείς στην Ευρώπη αρκετόν καιρό πριν συνθέσει το έργο του ο Καλντερόν. Πρώτη πηγή είναι η ιστορία του Βαρλαάμ και του Ιωσαφάτ: ένας Ινδός μονάρχης, ακούγοντας από τους αστρολόγους ότι ο νεογέννητος γιος του ο Ιωσαφάτ θα γίνει Χριστιανός, τον εξορίζει στα βουνά, αλλά κεί τον βρίσκει ο ερημίτης Βαρλαάμ και τον μυεί στη νέα θρησκεία. Η ιστορία ήταν γνωστή κι αγαπητή στον μεσαιωνικό κόσμο, ο Καλντερόν, αν μη τι άλλο, πρέπει να την ήξερε από το ομώνυμο θεατρικό έργο τού Λόπε. Δεύτερη πηγή είναι μια ιστορία από τις Χίλιες και μια νύχτες: ο χαλίφης Χαρούν-αλ-Ρασίντ κοιμίζει τον φίλο του Αμπού-Χασάν και τον βάζει για μια μέρα να κυβερνήσει στη θέση του. Όταν την άλλη μέρα ο Αμπού-Χασάν ξυπνά στο σπίτι του, πιστεύει πως όλα ήταν όνειρο. Η ιστορία χρήσιμοποιήθηκε παραλλαγμένη από τον Βοκκάκιο στο Δεκαήμερο κι επέζησε στην ισπανική γραμματεία μέσω του έργου τού Αγκουστίν ντε Ρόχας Ένα διασκεδαστικό ταξίδι (1603). Είναι η ίδια ιστορία που, ιδωμένη από την κωμική πλευρά της, έδωσε υλικό στον Σαίξπηρ για την Εισαγωγή του στο "Ημέρωμα Της Στρίγγλας". Ο Καλντερόν συνδύασε αυτές τις δύο ιστορίες και προσέθεσε, ως δεύτερεύουσα πλοκή, την ιστορία της νέας που αναζητά την επούλωση της πληγωμένης τιμής της. Πάντως, το βασικό θέμα του έργου πρέπει να τον απασχολούσε βαθιά κι ίσως γι’ αυτόν το λόγο, μετά από αρκετά χρόνια, συνέθεσε ένα auto sacramental με τον ίδιο τίτλο. Επίσης, ένα άλλο θεατρικό έργο γνωστό σε μας μιας κι έχει επίσης μεταφραστεί στα ελληνικά παλιότερα είναι το "Ο Δήμαρχος Της Θαλαμέα" (El Alcalde De Zalamea)
     Το γεγονός ότι η ελληνική μετάφραση έγινε με την προοπτική ενός συγκεκριμένου ανεβάσματος του έργου, καθόρισε, όπως είναι φυσικό, κά-
ποιες γλωσσικές και μορφολογικές επιλογές. Τρεις ήταν οι βασικοί στόχοι: 1) η χρήση μιας ελληνικής γλώσσας όσο το δυνατόν πιο οικείας για τον σημερινό θεατή, που δε καταφεύγει σε παλιότερα “ποιητικίζοντα” γλωσσικά ιδιώματα, 2) η αποκατάσταση της πλήρους μορφής του έργου, χωρίς απλουστεύσείς και συντομεύσεις, και 3) η έμμετρη απόδοση που διατηρεί τα ομοιοκατάληκτα μέρη
του πρωτοτύπου και τις εναλλαγές τους. Το κλασικό ισπανικό θέατρο δε καθιέρωσε δικό του στιχουργικό ύφος, αντίστοιχο με τον αλεξανδρινό στίχο του γαλλικού κλασικισμού, ή με το ιαμβικό πεντάμετρο του ελισαβετιανού θεάτρου, αντίθετα, δανειζόταν διάφορα μετρικά σχήματα που ήδη χρησιμοποιούσε η λυρική ποίηση της εποχής. Για το "Όνειρο", ο Καλντερόν χρησιμοποίησε έξι στιχουργικά σχήματα, διαφορετικά μεταξύ τους ως προς το είδος της ομοιοκαταληξίας και το μέτρο (ως επί το πλείστον 8σύλλαβο ή 11σύλλαβο). Η ελληνική απόδοση, θέλοντας να αποφύγει την έντονη μουσικότητα ενός δεκαπεντασύλλαβου -που θα ήταν ίσως η φυσικότερη επιλογή στη γλώσσα μας-, υιοθέτησε παντού τον ιαμβικό ενδεκασύλλαβο στίχο, μορφή ήδη δοκιμασμένη
στη γραμματεία μας, διατήρησε ωστόσο την εναλλαγή των σχημάτων κατά το πρωτότυπο, αλλάζοντας το είδος της ομοιοκαταληξίας. Σε μεγάλο μέρος του έργου, όμως, ο Καλντερόν χρησιμοποίησε το παραδοσιακό ύφος τού ρομάντσου, το ύφος της παλιάς ισπανικής μπαλάντας. Είναι ένα στιχουργικό σύστημα -με τροχαϊκό 8σύλλαβο μέτρο και παρηχητική κατάληξη σε κάθε δεύτερο στίχο- που δεν έχει αντίστοιχο στην ελληνική γλώσσα, στα δε αυτιά μας ηχεί ως ανομοιοκατάληκτο, έτσι, σ’ αυτά τα μέρη υιοθετήθηκε ο ανομοιοκατάληκτος 11σύλλαβος στίχος. Αυτή η διαφορά των συλλαβών είχε συχνά ως αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των στίχων σε σχέση με το πρωτότυπο, το περιεχόμενό τους όμως, παρέμεινε το ίδιο.

   * Σημ: Μετά το τέλος του έργου θα υπάρχει ειδικό παράρτημα όπου θα περιέχονται όλες οι γνωστές και βρεθείσες πληροφορίες για όλα τούτα τα ιδιώματα που αναφέρονται στο βιογραφικό.  Π. Χ.

==============================================

                       Η Ζωή Είναι Όνειρο ( La Vida Es Sueno)

δράμα σε 3 'ημέρες'

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ,               βασιλιάς της Πολωνίας
ΣΙΓΙΣΜΟYΝΔΟΣ         πρίγκιπας, γιος του Βασιλείου
ΑΣΤΟΛΦΟ                 δούκας της Μοσχοβίας, ανιψιός του Βασιλείου
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ              πρεσβύτης, παιδαγωγός του Σιγισμούνδου
ΚΛΑΡΙΝ                     κωμικός, υπηρέτης
ΕΣΤΕΛΛΑ                   ινφάντα, ανιψιά του Βασιλείου
ΡΟΖΑΟΥΡΑ                νέα ευγενούς καταγωγής
                                 Υπηρέτες, στρατιώτες, αυλικοί, μουσικοί

ΜΕΡΑ 1η
                ΣΚΗΝΗ 1η

     Στα βουνά της Πολωνίας. Ψηλά από μια βουνοπλαγιά, εμφανίζεται
η ΡΟΖΑΟΥΡΑ, ντυμένη ανδρικά, και κατεβαίνει προς τα κάτω λέγοντας τους
πρώτους στίχους.

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Άλογο ον, που βάλθηκες να φτάσεις
τον άνεμο και να τον ξεπεράσεις
πουλί άφτερο, Πήγασε πεισματάρη,
άφλογε κεραυνέ, χερσόβιο ψάρι,
κτήνος, αφύσικο της φύσης πλάσμα,
πού μ, έφερες; Μπροστά σ’ αυτό το χάσμα,
σ’ ένα λαβύρινθο γυμνά λιθάρια
με παρατάς και σπας τα χαλινάρια;
Εσύ μείνε εδώ πάνω, όπου τ’ αγρίμια
του Φαέθοντα προσμένουν τα συντρίμμια.
Εγώ, που δεν μου μένει παρά ο δρόμος
που χάραξε του πεπρωμένου ο νόμος,
τυφλή κι απελπισμένη, κατεβαίνω
στη ρίζα του βουνού, που ’χει ορθωμένο
το ανάστημα με θράσος προς τον ήλιο
και μ’ οδηγεί στου σκότους το βασίλειο.
Αχ, Πολωνία, σκληρή η υποδοχή σου
στον ξένο που ’χει μόλις μπει στη γη σου:
το πόδι του ματώνει όπου πατάει,
με πόνους έρχεται, σε πόνους πάει.
Μα η τύχη μου είν’ γραμμένη εδώ και χρόνια,
πώς να ’βρει ένας δύσμοιρος συμπόνια;

     Μπαίνει ο Κλαριν, κωμικός.

ΚΛΑΡΙΝ
Δυο δύσμοιροι να λες! Κι όχι ν’ αρχίζεις
τις κλάψες και να μη με υπολογίζεις!
Γιατί αν αποξαρχής ήμασταν δύο
που είπαμε στην πατρίδα μας αντίο,
αν μπήκαμε κι οι δυο σε περιπέτειες,
μπελάδες, τρέλες και λαχτάρες τέτοιες,
κι αν φτάσαμε κι οι δυο μαζί εδώ κάτω,
κουτρουβαλώντας στου βουνού τον πάτο,
βρίσκεις σωστό σ’ όλα να μ’ έχεις μπλέξει
και να μη λες για μένα ούτε μια λέξη;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Προτίμησα να μη σε υπολογίσω
στους θρήνους μου, Κλαρίν, μη σου στερήσω
την ευχαρίστηση που θα γευτείς
αν κάτσεις μοναχός σου να κλαφτείς.
Γιατί το κλάμα τόσο ανακουφίζει,
που λέει ένας φιλόσοφος: «Αξίζει
πόνους και βάσανα να επιζητήσεις,
για να ευχαριστηθείς να τα θρηνήσεις».

ΚΛΑΡΙΝ
Τέτοιες βλακείες, φιλοσοφίες τάχα,
τις λέει φιλόσοφος μπεκρής μονάχα.
Και να ’τρωγε χίλια χαστούκια, λέει,
να δεις πώς θα χαιρότανε να κλαίει!
Όμως, μ’ εμάς, κυρά μου, τι θα γίνει
σ' αυτή την ερημιά που έχουμε μείνει,
πεζοί, χαμένοι μες στην άγρια φύση,
τώρα που ο ήλιος πάει πια να δύσει;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Τέτοιο τοπίο παράξενο, αμφιβάλλω
αν είδε άλλος κανείς. Αλλά αν δεν σφάλλω,
αν δεν με περιπαίζει η φαντασία
και δεν είναι μονάχα μια οπτασία,
στο φως το αχνό του δειλινού, στο βάθος,
βλέπω ένα κτίριο.

ΚΛΑΡΙΝ
                           Ναι, δεν κάνεις λάθος,
εκτός κι αν βλέπω οράματα απ’ την πείνα.

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Χωμένος πίσω από τα βράχια εκείνα,
είναι ένας πύργος, τόσο χαμηλός,
που ο ήλιος τον περιφρονεί εντελώς.
Κι είναι τόσο άτεχνη η κατασκευή του
και τόσο αδρή η αρχιτεκτονική του,
που, στου γκρεμού τα πόδια όπως κουρνιάζει
και μες στις πέτρες, θα ’λεγες πως μοιάζει
βράχος που αρνήθηκε του ήλιου τα χάδια
κι έχει κατρακυλήσει στα σκοτάδια.

ΚΛΑΡΙΝ
Όμως, γιατί δεν πάμε προς τα κει;
Ωραία είναι να βλέπουμε, μα αρκεί.
Καλύτερα να δώσουμε, κυρία,
σ’ αυτόν που μένει εκεί την ευκαιρία
γενναιόδωρα να μας υποδεχτεί.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Η πόρτα, απ’ ό,τι βλέπω, είν’ ανοιχτή.
Μα μέσα, νύχτα, ζοφερό σκοτάδι,
λες και στεκόμαστε στην πύλη του Άδη.

Από μέσα αχούγεται θόρυβος από αλυσίδες.

ΚΛΑΡΙΝ
Θεέ μου, τι ακούω;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
                     Παγώνω από τον τρόμο,
σαν να μ’ αγγίζει ο θάνατος στον ώμο!

ΚΛΑΡΙΝ
Δεν ήταν αλυσίδα αυτό; Ποιος ξέρει
ποιανού κατάδικου η ψυχή υποφέρει,
και τρέμω από το φόβο μου, ο καημένος!

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ (Από μέσα)
Ο άμοιρος εγώ, ο δυστυχισμένος!

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Τι θρήνος είν’ αυτός που ακούν τ ’ αυτιά μου;
Νέοι πόνοι, νέα βάσανα μπροστά μου.

ΚΛΑΡΙΝ
Κι εγώ νέες λαχτάρες περιμένω.

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Κλαριν...

ΚΛΑΡΙΝ
               Κυρία;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
               Μακριά απ’ τον στοιχειωμένο
πύργο!

ΚΛΑΡΙΝ
               Δεν πάω πουθενά, δεν έχω
κουράγιο ούτε να φύγω! Δεν αντέχω!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Είναι λυχνάρι εκείνο το φωτάκι
που τρεμοπαίζει σαν χλωμό αστεράκι,
εκείνη η ξέπνοη λάμψη, που πασχίζει
να μην πεθάνει, κι αντί να φωτίζει
το χώρο αυτό, πιο σκοτεινό τον δείχνει
με τι θαμπές ανταύγειες που ρίχνει;
Λυχνάρι, ναι! Στο ημίφως του, εκεί,
διακρίνω από μακριά μια φυλακή,
μαύρη σαν τάφο για ζωντανό πτώμα.
Και, πράγμα πιο τρομακτικό ακόμα,
βλέπω έναν άνθρωπο χάμω πεσμένο,
σαν άγριο θεριό αλυσοδεμένο,
ντυμένο μοναχά μ’ ένα τομάρι,
με μόνη συντροφιά του το λυχνάρι.
Κι αφού να φύγουμε πια δεν μπορούμε,
τους θρήνους του ας ακούσουμε, να δούμε
για ποιαν αιτία ζει φυλακισμένος.

Αποκαλύπτεται ο ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ, αλυσοδεμένος,
ντυμένος με τομάρια ζώων και κρατώντας ένα λυχνάρι.

ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Ο άμοιρος εγώ, ο δυστυχισμένος!
Με βλέπεις, ουρανέ, πόσο υποφέρω,
πες μου: τόσο πολύ σ’ έχω προσβάλλει
που ήρθα στον κόσμο, κι έχεις επιβάλλει
τέτοια σκληρή ποινή; Αν κι ίσως ξέρω
γιατί η γέννησή μου είν’ η αιτία
να λιώνω εδώ, σε μαύρη φυλακή:
η γέννηση του ανθρώπου μόνο αρκεί,
αυτή ’ναι η πιο μεγάλη του αμαρτία.
Μα σε ρωτώ, ουρανέ, κι εσύ αποκρίσου,
να βρω μια λογική στα βάσανά μου:
έξω απ’ τη γέννηση, ποιο έγκλημά μου
προκάλεσε τη φοβερή οργή σου
για να ’χω τέτοια τύχη; Δεν γεννιούνται
στον κόσμο πλάσματα άλλα; Αυτά τι κάνουν;
Γιατί τόσα προνόμια απολαμβάνουν,
προνόμια που εμένα μου στερούνται;
Γεννιέται το πουλί, και κελαηδάει,
ίσα-ίσα μια μικρή μπάλα από χνούδι,
όμορφο, λες, σαν φτερωτό λουλούδι
η φύση το ’χει πλάσει. Όμως πετάει,
αρνιέται της φωλιάς την προστασία
σκίζει τη διάφανη οροφή του κόσμου,
κι εγώ, με πιο πολλή ψυχή εντός μου,
λιγότερη να έχω ελευθερία;
Γεννιέται και το αγρίμι, στολισμένο
μ’ όμορφα στίγματα, λες και η φύση
μ’ αστερισμούς τού έχει ζωγραφίσει
το δέρμα. Μα σαν νιώσει πεινασμένο,
θα δείξει την τυφλή του θηριωδία
και άγρια θα ξεσκίσει τη βορά του,
κι εγώ, που ένστικτα έχω ανώτερά του,
λιγότερη να έχω ελευθερία;
Γεννιέται και το ψάρι, τυφλό σπέρμα
του αφρού και των φυκιών, κι ούτε αναπνέει,
άβουλο μες στα κύματα επιπλέει
σαν ασημένια βάρκα δίχως έρμα.
Κι όμως, βουτά στην άβυσσο την κρύα,
τα απύθμενά της βάθη να μετρήσει,
κι εγώ, που έχω βούληση και κρίση,
λιγότερη να έχω ελευθερία;
Γεννιέται το ρυάκι, στα λουλούδια
ανάμεσα τις σπείρες ξεδιπλώνει
σαν φίδι που ολοένα μεγαλώνει.
Κι αμέσως, με κελαρυστά τραγούδια,
υμνεί του κάμπου τη γενναιοδωρία
κι ελεύθερο κυλάει, χωρίς εμπόδιο,
κι εγώ, που έχω της ζωής το εφόδιο,
λιγότερη να έχω ελευθερία;
Η σκέψη αυτή μαρτύριο μού ’χει γίνει,
ηφαίστειο που μου καίει τα σωθικά μου,
και μου ’ρχεται να κάνω την καρδιά μου
χίλια κομμάτια. Ποια δικαιοσύνη,
ποια λογική, ποιοι νόμοι έχουν στερήσει
από τον άνθρωπο ένα δώρο θείο
που απλόχερα χαρίζουν στο θηρίο,
στο ψάρι, στο πουλί, σ’ όλη τη φύση;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Φόβο μού προκαλούν αυτά τα λόγια,
μα και συμπόνια.

ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
                        Είναι εκεί κανένας;
Κλοτάλντο εσύ;

ΚΛΑΡΙΝ
                     Πες ναι!

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
                                Όχι, μόνο ένας
δύστυχος είμαι, που σ’ αυτά τα υπόγεια
τα σκοτεινά σ’ άκουσε να θρηνείς.

ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Τότε, σε περιμένει ο θάνατός σου,
γιατί αυτό που μόλις είδες μπρος σου,
δεν έπρεπε να το ’χει δει κανείς.

(Την αρπάζει στα χέρια του).

Και μόνο επειδή μ’ άκουσες, θα δέσω
βρόχο τα μπράτσα μου και θα σε λιώσω!

ΚΛΑΡΙΝ
Εγώ λέξη δεν άκουσα, μη σώσω!
Είμαι κουφός!

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
                  Στα πόδια σου αν πέσω
κι έχεις καρδιά, θα βρω το λυτρωμό.

ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Αυτή η φωνή σου πόσο με ημερεύει,
κι η παρουσία σου πώς με γαληνεύει,
και μπρος στη θέα σου νιώθω σεβασμό!
ΙΙοιος είσαι; Γιατί, μες στη φυλακή μου,
από τον κόσμο ελάχιστα έχω μάθει,
αφού τούτος ο πύργος που ’μαι εστάθη
τάφος μαζί και κούνια βρεφική μου,
κι από της γέννας μου τη μέρα -αν όντως
γεννήθηκα ποτέ- αντικρίζω μόνο
την ερημιά, και σ’ αυτήν μέσα λιώνω
σαν άταφος νεκρός, σκιά ανθρώπου ζώντος,
και μ’ όλο που δεν μου ’κανε παρέα
άνθρωπος άλλος, παρά ένας μόνο,
εκείνος που μου στέκεται στον πόνο
και λέει της γης και τ’ ουρανού τα νέα,
μ’ όλο που η όψη τούτου του προσώπου
δείχνει -για να σε κάνει να τρομάζεις
κι ανθρώπινο θεριό να με ονομάζεις-
κάτι μεταξύ τέρατος και ανθρώπου,
μ’ όλο που, μες σε τόση δυστυχία,
σπούδασα την πολιτική, τους νόμους,
μελέτησα των αστεριών τους δρόμους,
μαθαίνοντας από όρνεα και θηρία,
εσύ, μονάχα εσύ έχεις καταφέρει
να μετριάσεις κάπως την οργή μου,
εσύ κατέπληξες την ακοή μου
κι εσύ το δέος στο βλέμμα μου έχεις φέρει.
Όσο σε βλέπω, τόσο σε θαυμάζω,
τόσο την παρουσία σου δεν χορταίνω,
που, με τα μάτια ορθάνοιχτα, επιμένω
ακόμα πιο πολύ να σε κοιτάζω,
σαν θάνατο γλυκόπιοτο ρουφάω
τη θέα σου, κι όλο πίνω παραπάνω,
κι ενώ, κοιτάζοντάς σε, θα πεθάνω
-το ξέρω-, όμως πεθαίνω να κοιτάω.
Αλλά ας πεθάνω, τι έχει να μου λείψει;
Αν είναι θάνατος το να σε βλέπω,
τάχα τι θα ναι το να μη σε βλέπω;
Χειρότερο από θάνατο, από θλίψη
αβάσταχτη, πάθος απελπισμένο:
θα ’ναι ζωή. Τέτοια ζωή αν χαρίζεις
στον δυστυχή, μοιάζει σαν να δωρίζεις
το θάνατο σ’ έναν ευτυχισμένο.

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Με τόσο δέος, κατάπληξη και τρόμο
σε βλέπω και σ’ ακούω, που τα χάνω!
Τι να σου πω, τι ερώτηση να κάνω;
Ένα θα πω: ότι μού ’δειξε το δρόμο
ο ουρανός να ’ρθω σ’ αυτό το μέρος,
να παρηγορηθώ - αν επιτρέπει
παρηγοριά στον δυστυχή να βλέπει
άνθρωπο δυστυχέστερο. Ένας γέρος
σοφός, λένε πως βρέθηκε σ’ ανέχεια
τόσο βαθιά, που τρέφονταν μονάχα
με άγρια χόρτα. «Τπάρχει άλλος, τάχα,
φτωχότερος στον κόσμο;» Αυτό συνέχεια
ρωτούσε, ώσπου, γυρνώντας να κοιτάξει,
είδε, πιο πίσω, την απάντησή του:
άλλον σοφό, που μάζευε ως τροφή του
τις ρίζες που αυτός είχε πετάξει.
Κι εγώ έτσι ζούσα, κλαίγοντας τη μοίρα,
κι ενώ απορούσα αν πλάσμα άλλο κανένα
είχε ατυχία χειρότερη από μένα,
βρέθηκα εδώ, κι έτσι από σένα πήρα
μια απάντηση λυτρωτική, αφού τώρα,
ξαναγυρνώντας πια στα λογικά μου,
καταλαβαίνω πως τα βάσανά μου
για σένα θα ’ταν ευσπλαχνίας δώρα.
Κι αν η ιστορία μου λίγο θα μπορούσε
να σε παρηγορήσει, άκουσε τώρα
τα πάθη μου, κι εγώ θα σου χαρίσω
όσα απ’ αυτά νομίζεις πως δεν έχεις.
Είμαι, λοιπόν...

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Ακούγεται από μέσα ο ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ.

ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Φρουροί αυτού του πύργου,
ποιος από σας, δειλός ή κοιμισμένος,
επέτρεψε να εισβάλλουν δύο ξένοι
παράτυπα απ’ της φυλακή την πύλη;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Καινούργιο μπλέξιμο μας περιμένει!

ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Είν’ ο Κλοτάλντο, αυτός που με προσέχει.
Δεν θα ’χουν τέλος πια τα βάσανά μου;

ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ξυπνήστε, μπρος! Τα όπλα σας αρπάξτε!
Πιάστε τους πριν προλάβουν ν’ αμυνθούνε!
Τους θέλω ζωντανούς ή πεθαμένους!
Συνομωσία!

ΚΛΑΡΙΝ
Φρουροί αυτού του πύργου,
πού διάβολο κρυβόσασταν, δεν ξέρω,
αλλά αν διαλέξετε ένα από τα δύο,
πιάστε μας ζωντανούς, πιο εύκολο είναι!
Μπαίνει ο ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ, κρατώντας πιστόλι,
με στρατιώτες. Όλοι έχουν
καλυμμένα τα πρόσωπά τους.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Όλοι τα πρόσωπά σας καλυμμένα,
στο χώρο αυτό, είν’ απόλυτη ανάγκη
να μην μπορεί κανείς να μας γνωρίσει.
ΚΛΑΡΙΝ
Τι βλέπω; Μασκαράδες;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Εσείς, ξένοι,
εσείς οι δυο, που ’χετε μπει λαθραία
στο χώρο αυτό τον απαγορευμένο,
αγνοώντας εντολές του βασιλιά μας
που διέταξε κανείς να μην τολμήσει
να δει τι κρύβουν τούτοι εδώ οι τοίχοι,
παραδοθείτε! Καταθέστε τα όπλα!
Αλλιώς, αυτού του πιστολιού η κάνη,
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ
αυτή η οχιά από ατσάλι, θα ξεράσει
το διαπεραστικό της δηλητήριο,
δυο σφαίρες, που η πύρινη τροχιά τους
σαν αστραπή θα σκίσει τον αέρα.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Πριν τους σκοτώσεις, τύραννε δυνάστη,
πριν οποιοδήποτε κακό τους κάνεις,
να ξέρεις πως θα σκοτωθώ εγώ πρώτος.
Γιατί, μα το Θεό, έτσι όπως είμαι
δεμένος μ, αλυσίδες, θα ξεσκίσω
τις ίδιες μου τις σάρκες με τα νύχια,
ή με τα δόντια, ή πέφτοντας στα βράχια,
προτού σταθώ μάρτυρας στο χαμό τους,
προτού θρηνήσω την κακή τους μοίρα.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αφού ξέρεις καλά πως τα δεινά σου
είναι μεγάλα, Σιγισμούνδο, τόσο
που πριν να γεννηθείς έχεις πεθάνει,
με πρόσταγμα των ουρανών, και ξέρεις
πως τούτη η φυλακή κι οι αλυσίδες
είναι για σένα φρένο, χαλινάρι,
που συγκρατεί και που περιορίζει
την αλαζονική μανία σου, τότε,
προς τι τόση έπαρση και τόσο θράσος;
Πάρτε τον, και την πόρτα του κελιού του
κλείστε καλά.
Οι στρατιώτες τον κλειδώνουν. Ο Σΐ-
ΓΙΣΜΟΤΝΔΟΣ ακουγεται από μέσα.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Ουρανέ, ευτυχώς για σένα,
μου ’χεις στερήσει την ελευθερία.
Αλλιώς, απ’ την οργή μου ενάντιά σου,
θα ορθωνόμουν τώρα σαν Τιτάνας,
θα σώριαζα το ένα πάνω στ’ άλλο
βουνά από μάρμαρο, μέχρι να φτάσω
στον ήλιο το λαμπρό, να θρυμματίσω
μία-μία τις κρυστάλλινές σου σφαίρες!
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μπορεί να βασανίζεσαι έτσι τώρα
για να μη γίνει αυτό που μόλις είπες.
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Αφού είδα πώς θεριεύει την οργή σου
η τόση αλαζονεία, ανόητος θα ’μουν
αν ταπεινά δεν σε παρακαλούσα
να λυπηθείς τη ζωή μου. Δείξε μου οίκτο,
γιατί θα ’ταν σκληρότητα μεγάλη
αν ούτε ο ταπεινός ούτ’ ο αλαζόνας
δεν γνώριζαν την εύνοια της καρδιάς σου.
ΚΛΑΡΙΝ
Κι αν ούτε καν στο τόσο δεν σ’ αγγίζουν
η Αλαζονεία κι η Ταπεινοφροσύνη
-πρόσωπα που ’χουν πρωταγωνιστήσει
σε δράματα θρησκευτικά χιλιάδες-*
εγώ, ούτε ταπεινός ούτε αλαζόνας,
μα κάπου ανάμεσα στα δυο, ζητάω
για μας το έλεος και τη συνδρομή σου.

{* Άμεση αναφορά στα autos sacramentales, όπου τα πρόσωπα
ενσαρκώνουν αφηρημένες έννοιες.}

ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Εσείς!

ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ
Διατάξτε!

ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Πάρτε τους τα όπλα,
και δέστε τους τα μάτια, να μη δούνε
ούτε από πού, ούτε και πώς θα βγούνε.

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Αυτό είναι το σπαθί μου, αλλά οφείλω
μόνο σε σένα να το παραδώσω,
γιατί εσύ ’σαι ο ανώτερος απ’ όλους,
δεν διανοούμαι να τ’ αφήσω σ’ άλλον
κατώτερο σε αξίωμα.

ΚΛΑΡΙΝ
Το δικό μου
είναι αρκετά φτηνό για να το πάρει
κι ο πιο αχρείος. Πάρ’ το εσύ, ορίστε.

(Το δίνει σ ’ έναν στρατιώτη).

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Κι αν είναι να πεθάνω, κράτησέ το
ως δώρο επειδή έδειξες συμπόνια,
ενέχυρο, που ’χει αποκτήσει αξία
από τον περασμένο κάτοχό του.
Ζητώ με προσοχή να το φυλάξεις,
γιατί, όσο κι αν αγνοώ το μυστικό του,
ξέρω πως το περίτεχνο αυτό ξίφος
κρύβει κάποιο σημαντικό μυστήριο.
Μόνον αυτό εμπιστεύθηκα και ήρθα
στην Πολωνία, εκδίκηση να πάρω
για κάποια προσβολή.

ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κατ ιδίαν)
Θεέ μου, τι βλέπω;
Όλο και μεγαλώνει η σύγχυσή μου,
οι φόβοι, οι αμφιβολίες, οι αγωνίες.
(Στη ΡΟΖΑΟΥΡΑ).
Ποιος σου ’δωσε το ξίφος;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Μια γυναίκα.

ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
                Πώς λέγεται;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
                 Θα πρέπει τ’ όνομά της
να το αποκρύψω.

ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
                  Και πώς συμπεραίνεις,
πώς ξέρεις ότι κρύβει ένα μυστήριο;

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Εκείνη που μου το ’δωσε, μου είπε:
«Πάρ’ το και πήγαινε στην Πολωνία,
κι εκεί, με τέχνασμα, με πλάγιους τρόπους
και πονηριά, κάνε να δουν το ξίφος
οι ευγενείς και οι άρχοντες του τόπου,
γιατί γνωρίζω ότι ένας από κείνους
θα σε υπερασπιστεί σαν άνθρωπό του».
Δεν θέλησε, όμως, να μου πει ποιος είναι,
μήπως στο μεταξύ έχει πεθάνει.

ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κ α τ’ ιδίαν)
Θεέ και Κύριε! Τι ειΥ αυτά που ακούω;
Ακόμα δεν μπορώ να ξεχωρίσω
αν όλα τούτα είν’ όνειρο ή αλήθεια!
Αυτό είναι το σπαθί που είχα αφήσει
εγώ ο ίδιος στην ωραία Βιολάντα,
κι ορκίστηκα πως όποιος μου το δείξει
μια μέρα, εγώ θα τον αναγνωρίσω
ως γιο μου και θα του σταθώ ως πατέρας
Μα τώρα τι να κάνω; Τι ειρωνεία
της τύχης, Θεέ μου! Γιατί ενώ αυτός φέρνει
σε μένα το σπαθί προς όφελος του,
προς θάνατο το φέρνει, αφού μπροστά μου
έρχεται προορισμένος να πεθάνει!
Τι μπέρδεμα, τι δίλημμα τεράστιο!
Τι απρόβλεπτα παιχνίδια παίζει η μοίρα!
Ο γιος μου είναι! Το λένε τα σημάδια,
το λέει κυρίως ο χτύπος της καρδιάς μου,
που φτερουγίζει σαν τρελή στο στήθος
μόλις τον δει, κραυγάζει και χτυπιέται,
κι ανήμπορη να σπάσει τα δεσμά της,
κάνει ό,τι κάνει κι ο φυλακισμένος,
που όταν ακούσει θόρυβο στο δρόμο,
ορμάει στο φεγγίτη να δει απ’ έξω.
Το ίδιο κι η καρδιά: επειδή δεν ξέρει
τι τρέχει, και θορύβους μόνο ακούει,
ορμάει να κοιτάξει από τα μάτια,
που είναι του κορμιού μας οι φεγγίτες,
κι αυτό που βλέπει, δάκρυα της φέρνει.
Μα τι να κάνω; Τι να κάνω, Θεέ μου;
Γιατί, αν τον πάω στον βασιλιά, τον σέρνω
σε βέβαιο θάνατο. Πάλι, αν τον κρύψω
από τον βασιλιά, θα 'χω πατήσει
τον όρκο υποταγής μου. Με διχάζουν
από τη μια η αγάπη στο παιδί μου
κι από την άλλη η υπακοή στο νόμο.
Μα τι αμφιβάλλω; Δεν προηγείται η πίστη
στον βασιλιά κι απ’ τη ζωή ακόμα,
κι απ’ την τιμή; Τότε, ας ζήσει η πίστη
κι ο γιος μου ας πεθάνει. Εξάλλου ο ίδιος
είπε, αν κατάλαβα καλά, πως ήρθε
να εκδικηθεί μια προσβολή που υπέστη,
κι αυτό θα πει πως την υπόληψή του
την έχει χάσει. Όχι, δεν είναι γιος μου,
αίμα τιμίου κι ευγενούς δεν έχει.
Αν, όμως, τον εβρήκε κάποιο πλήγμα
απ’ τ’ αναπάντεχα, που όλους μάς βρίσκουν,
αφού η τιμή είναι τόσο εύθραυστη ύλη
που μ’ ένα μόνο άγγιγμα ραγίζει,
με μιαν ανάσα μοναχά θαμπώνει,
αυτός, που είν’ ευγενής, τι άλλο να κάνει,
τι άλλο, παρά, κόντρα στους κινδύνους,
να ’ρθει για να την αποκαταστήσει;
Ναι, ναι, είναι γιος μου, αίμα δικό μου έχει,
αφού είναι τόσο ανδρείος. Έτσι που ’μαι
σε δίλημμα, μια μέση οδό διακρίνω:
να πάω στον βασιλιά, να ομολογήσω
πως είναι γιος μου, κι ό,τι θέλει ας γίνει.
Ποιος ξέρει, ίσως η εντιμότητά μου
τον συγκινήσει κάπως, κι αν ελεήσει
να τον αφήσει ζωντανό, εγώ ο ίδιος
θα τον βοηθήσω στην εκδίκησή του.
Μα αν μένει ανένδοτος ο βασιλέας
και τον σκοτώσει, τότε θα πεθάνει
πριν μάθει πως εμένα έχει πατέρα.
                                             (Στη ΡΟΖΑΟΥΡΑ και στον ΚΛΑΡΙΝ).
Εσείς οι δύο, θα ’ρθετε μαζί μου,
και σας διαβεβαιώ, δεν θα ’στε μόνοι
στα βάσανα: είναι βάσανο μεγάλο
αναποφάσιστος να παραπαίεις
στο όριο της ζωής και του θανάτου.
(Βγαίνουν).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

Στο βασιλικό ανάκτορο. Μπαίνει από τη μία μεριά ο ΑΣΤΟΛΦΟ
με στρατιωτική συνοδεία, κι από την άλλη η ΕΣΤΕΛΛΑ με κυρίες των τιμών.
Ακούγεται μουσική.

ΑΣΤΟΛΦΟ
Για των ματιών σου τις εξαίσιες χάρες,
με αχό θριαμβικό σε χαιρετούνε
τύμπανα και τρομπέτες με φανφάρες,
ρυάκια και πουλιά που κελαηδούνε.
Η φύση ολόκληρη έστησε ορχήστρα
για να τιμήσει αυτήν την ομορφιά,
τα πάντα επιστρατεύει, αντί για σείστρα
βάζει λουλούδια, αντί γι’ αυλούς πουλιά.
Και όλα είναι της χάρης σου υπηρέτες,
και σε δοξάζουν τα πουλιά ως Αυγή,
ως Αθηνά Παλλάδα οι τρομπέτες,
ως Άρτεμη τ’ άνθη, τα ζώα κι η γη.
Γιατί είσαι Αθηνά στην περηφάνια,
είσαι η Αυγή, ο ήλιος ο ζεστός,
είσαι Άρτεμη στον οίστρο, στη ζωντάνια,
κι εγώ είμαι υπηρέτης σου πιστός.

ΕΣΤΕΛΛΑ
Αν θα ’πρεπε τ ’ ανθρώπινα τα λόγια
με τα έργα και τις πράξεις να συμπλεύσουν,
κακώς μού απηύθυνες τόσα υμνολόγια,
αφού εύκολα μπορούν να τα διαψεύσουν
τα όπλα κι η πολεμική θωριά σου,
που εμένα με τρομάζει. Δεν νομίζω
πως συμφωνούν τα λόγια τα θερμά σου
με το ψυχρό το θέαμα που αντικρίζω.
Εγώ, λοιπόν, θεωρώ ύπουλη πράξη
και ποταπή, αντάξια για θηρία,
το να ’χει κάποιος πρόθεση να σφάξει
ενώ χαϊδεύει με την κολακεία.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Λάθος πληροφορίες έχεις πάρει
Εστέλλα, και γι’ αυτό ίσως αμφιβάλλεις
για ό,τι λέω, μα στο ζητώ σαν χάρη,
άκου με, πριν συμπέρασμα να βγάλεις.
Ο Ευστόργιος, μετά το θάνατό του,
άφησε τον Βασίλειο στο θρόνο
της Πολωνίας, γιο και διάδοχό του,
και δύο θυγατέρες - θα πω μόνο
τα σχετικά, για να μην κάνουμε ώρες.
Μάνα δική σου ήταν η Κλοριλένη,
38
η πιο μεγάλη από τις δύο κόρες,
σε τόπους χλοερούς αναπαυμένη
βρίσκεται τώρα. Η άλλη θυγατέρα,
η Ρεθισούντα, που ήταν παντρεμένη
στη Μοσχοβία, δική μου είναι μητέρα,
χιλιόχρονη να ζει κι ευλογημένη.
Στο θέμα, ναι. Ο Βασίλειος, νικημένος
από τη μοίρα των θνητών, το γήρας,
στου πνεύματος τα κάλλη πιο δοσμένος,
φιλομαθής παρά ηδονοθήρας,
έμεινε χήρος, άκληρος και μόνος,
και φεύγει δίχως διάδοχο να αφήσει.
Οπότε μένει ελεύθερος ο θρόνος
που εμείς οι δυο έχουμε επιθυμήσει.
Τον διεκδικείς εσύ, ως θυγατέρα
της πρώτης αδελφής, μα εγώ τ’ αρνούμαι,
γιατί, παρότι από πιο νέα μητέρα,
είμαι άνδρας, και θεωρώ πως προηγούμαι.
Στο θείο μας έχουμε κι οι δυο μιλήσει
για τις προθέσεις μας, κι η απάντησή του
ήταν τη διαφορά μας πως θα λύσει
σήμερα εδώ, με μια ανακοίνωσή του.
ΙΥ αυτό, λοιπόν, το λόγο είμαι φερμένος
στην Πολωνία, όχι για να προβάλλω
διαθέσεις ανταγωνισμού και μένος
πολεμικό εναντίον σου, κάθε άλλο.
Είθε ο σοφός ο Έρως να δεήσει
να βγει αλήθεια αυτό που είχαν προβλέψει
όλοι για μας: να πραγματοποιήσει
39
την ένωσή μας, κι έτσι να σε στέψει
βασίλισσα, μα με τη θέλησή μου.
Του θείου μας το στέμμα είναι, κυρία,
ο θρίαμβός σου, μα η καρδιά η δική μου
θα ’ναι η μεγάλη σου αυτοκρατορία.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Τέτοια γενναιοδωρία πώς ν’ αφήσω
χωρίς μιαν ανταπόδοση; Δηλώνω
πως αν το στέμμα θέλω ν’ αποκτήσω,
είναι για να σου το προσφέρω μόνο.
Παρ’ όλα αυτά, η αγάπη μου, υποθέτω,
σε βρίσκει δυσμενώς διατεθειμένο,
γιατί, πώς να ερμηνεύσω το πορτραίτο
που έχεις στο λαιμό σου κρεμασμένο;
ΑΣΤΟΛΦΟ
Θα σου εξηγήσω τι ειΥ αυτό, μα τώρα
δεν γίνεται, γιατί ήδη έχουν ηχήσει
τα τύμπανα, που λεν πως ήρθε η ώρα
να βγει ο βασιλιάς να μας μιλήσει.
ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ
Μπαίνει ο βασιλιάς ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ με συνοδεία.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Σοφέ Θαλή...
40
ΑΣΤΟΛΦΟ
...και παντογνώστη Ευκλείδη.
ΕΣΤΕΛΛΑ
.που μελετάς τα ζώδια,...
ΑΣΤΟΛΦΟ...τους αστέρες,.
ΕΣΤΕΛΛΑ
.το^ν πλανητών τους δρόμους,...
ΑΣΤΟΛΦΟ
...το ταξίδι
ΕΣΤΕΛΛΑ
.του ήλιου...
ΑΣΤΟΛΦΟ
...μέσα στις ουράνιες σφαίρες,.
ΕΣΤΕΛΛΑ
...άνοιξε στοργικά την αγκαλιά σου...
ΑΣΤΟΛΦΟ
.δείξε μου σπλαχνικά την εύνοιά σου...
ΕΣΤΕΛΛΑ
.σαν τον κισσό να τυλιχτώ στη σκιά σου.
ΑΣΤΟΛΦΟ
...να πέσω ταπεινά στα γόνατά σου.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Ανίψια μου γλυκά, που έχετε σπεύσει
στο κάλεσμά μου ν' ανταποκριθείτε,
μες στην καρδιά μου ίση έχετε θέση,
και σας το λέω, δεν θα αδικηθείτε.
Μόνο, παρακαλώ, επειδή είμαι γέρος,
κι ίσως μακρηγορώ λόγω ηλικίας,
ζητώ σιωπή, κι αφήστε κατά μέρος
τις εκδηλώσεις της θερμής λατρείας.
Γνωρίζετε -θέλω την προσοχή σας
ανίψια μου, αυλικοί της Πολωνίας,
υπήκοοί μου, συγγενείς και φίλοι-
γνωρίζετε πως για τή φιλομάθεια
και για τις γνώσεις που έχω, ο κόσμος όλος
μου αποδίδει του Σοφού τον τίτλο,
πως ο χρωστήρας των σπουδαίων ζωγράφων
κι η σμίλη των γλυπτών μ’ έχουν διασώσει
από τη λήθη που επιβάλλει ο χρόνος,
κι έχω καθιερωθεί στην Οικουμένη
με τ’ όνομα Βασίλειος ο Μέγας.
Γνωρίζετε ποιες είναι οι επιστήμες
που ασκώ και που πιστεύω πάνω απ’ όλες:
τα μαθηματικά κι η αστρονομία.
Χάρη σ’ αυτές αποστερώ απ’ το Χρόνο
κι από τη Φήμη το υψηλό προνόμιο
να μην αποκαλύπτουνε το μέλλον
42
παρά μονάχα μέρα με τη μέρα,
γιατί, στους χάρτες και στους πίνακές μου,
βλέπω όλα τα μελλούμενα γραμμένα,
κι έτσι μετά, προσμένω απλώς το Χρόνο
να επαληθεύσει αυτό που γνώριζα ήδη.
Οι κύκλοι αυτοί οι κατάλευκοι σαν χιόνι,
αυτοί οι κρυστάλλινοι, διάφανοι θόλοι
που τους φωτίζουν οι ακτίνες του ήλιου
και τους διαιρούν οι φάσεις της σελήνης,
όλες αυτές οι διαμαντένιες σφαίρες
οι διάσπαρτες μ’ αστέρια και με ζώδια,
είναι το σπουδαστήριο της ζωής μου,
βιβλία με αδαμάντινες σελίδες,
τετράδια από ζαφείρι, κι εκεί πάνω,
με γράμματα ευκρινή και με μελάνι
χρυσό, γράφει ο ουρανός το πεπρωμένο,
τη μοίρα μας, ευνοϊκή ή αντίξοη.
Και τόσο γρήγορα όλα τα διαβάζω,
που, μόνο με τη σκέψη, αμέσως ξέρω
των άστρων τις αιφνίδιες μεταπτώσεις
και τις γοργές κινήσεις των σωμάτων.
Μακάρι, Θεέ μου, πριν αυτή μου η τέχνη
γινόταν σχολιασμός στο περιθώριο
των ουρανίων σελίδων, πριν γινόταν
το ευρετήριο των περιεχομένων,
να ’ταν το πρώτο θύμα της οργής Σου
η ζωή μου η ίδια, να ’χε παραμείνει
μόνον εκεί η δική μου τραγωδία!
Γιατί, όταν είσαι δύσμοιρος, μαχαίρι
43
γίνεται ακόμα και το χάρισμά σου,
η ίδια σου η σοφία, και σε σκοτώνει!
Απόδειξη είμ’ εγώ, μα πιο μεγάλη
απόδειξη είν’ αυτά που σας διηγούμαι.
Γι’ αυτό, για να τ’ ακούσετε με δέος,
ζητώ μια φορά ακόμα τη σιωπή σας.
Η Κλοριλένη, η σύζυγός μου, είχε
κάνει ένα γιο, τόσο σημαδεμένο
από τη μοίρα, που τη γέννησή του
συνοδέυσαν τέρατα και σημεία.
Πριν βγει στο φως ακόμα, από το μνήμα
το ζωντανό της μήτρας -^γιατί η γέννα
κι ο θάνατος είν’ πράγματα παρόμοια-,
η μάνα του έβλεπε επανειλημμένα
μέσα στο παραλήρημα του ονείρου
πως κάποιο τέρας ανθρωπόμορφο, άγριο,
της ξέσκιζε τα σπλάχνα για να βγει έξω,
και τη θανάτωνε καθώς γεννιόταν
σαν φίδι, μες στο αίμα της λουσμένο.
Ήρθε, λοιπόν, της γέννησής του η μέρα,
κι εκπληρωθήκαν όλες οι προβλέψεις,
γιατί σπανίως ή ποτέ δεν βγαίνουν
ψεύτικα τα δυσοίωνα σημάδια:
ήρθε στον κόσμο με ωροσκόπιο τέτοιο
που ο ήλιος, κόκκινος σαν αίμα, μπήκε
σε μάχη λυσσαλέα με τη σελήνη,
κι η γη περίμενε, σιωπηλός μάρτυς,
ποιος απ’ τους δυο ουράνιους φωτοδότες
θα σκοτεινιάσει τον αντίπαλό του.
44
Ήταν η πιο μεγάλη, η πιο φρικώδης
έκλειψη ηλίου απ’ τον καιρό που η πλάση
θρήνησε το Σωτήρα στο Σταυρό Του.
Γιατί, όπως πυρπολούσαν το στερέωμα
οι ζωντανές οι φλόγες, σου φαινόταν
πως έφτασε η συντέλεια του κόσμου.
Σκοτείνιασε ο ουρανός, τρέμαν τα κτίρια,
τα νέφη εβρέχαν πέτρες, τα ποτάμια
αντί νερό πλημμύριζαν από αίμα.
Κάτω από τέτοιο ανάδρομο πλανήτη
και τέτοιο ολέθριο ζώδιο ήρθε στον κόσμο
ο Σιγισμούνδος, δίνοντας αμέσως
το στίγμα της πραγματικής του φύσης,
αφού το αντίτιμο της γέννησής του
ήτανε της μητέρας του το τέλος,
λες κι ήθελε με πείσμα να δηλώσει:
«Άνθρωπος είμαι, εφόσον ξεπληρώνω
κιόλας την καλοσύνη με κακία».
Εγώ, κοιτώντας τα βιβλία μου, είδα
γραμμένο πως ο γιος μου θα γινόταν
ο πιο απερίσκεπτος απ’ τους ανθρώπους,
από τους πρίγκιπες ο πιο ανόσιος,
κι ο πιο απάνθρωπος απ’ τους μονάρχες,
πως το βασίλειό του θα το διέλυαν
η βία κι ο διχασμός, θα ’ταν σχολείο
των προδοτών κι ακαδημία των φαύλων,
κι ο ίδιος, από τη μανία σπρωγμένος
σε σκοτεινά εγκλήματα, αποτρόπαια,
θα ’φτανε σε σημείο να με πατήσει
45
χάμω, γιατί είδα κιόλας τον εαυτό μου
ριγμένο καταγής, και τα μαλλιά μου
τα ολόλευκα -ντρέπομαι που το λέωνα
γίνονται χαλί στα δυο του πόδια.
Ποιος θ’ αψηφούσε τέτοια προφητεία,
και μάλιστα αν την βλέπει στα βιβλία
που μελετά κυρίως για τ ’ όφελος του;
Πιστεύοντας, λοιπόν, στο πεπρωμένο
που μου προμήνυε δεινά μεγάλα
με προφητείες μοιραίες σαν και τούτη,
επήρα απόφαση να φυλακίσω
αυτό το νεογέννητο θηρίο,
ώστε να δω αν εγώ, ο σοφός, μπορούσα
να θέσω υπό την εξουσία μου τ’ άστρα.
Ανακοινώνοντας ότι το βρέφος
γεννήθηκε νεκρό, είπα να χτίσουν
έναν πύργο ψηλά στα δύσβατα όρη,
σε μέρος που ούτε ο ήλιος δεν το φτάνει,
σε απόκρημνη πλαγιά, μέσα σε βράχους
που προστατεύουνε την είσοδό του.
Αιτία για όλους τους αυστηρούς νόμους,
τις προσταγές, που, επί ποινή θανάτου,
απαγορεύουν σ’ όλους να πλησιάσουν
κάποια περιοχή συγκεκριμένη,
είναι τα γεγονότα που σας είπα.
Εκεί ζει, δυστυχής, ο Σιγισμούνδος,
φτωχός, δεσμώτης, σε κατάσταση άθλια,
κι ο μόνος που τον βλέπει, του μιλάει
κι έχει τη μέριμνά του, είν’ ο Κλοτάλντο.
46
Αυτός τού δίδαξε τις επιστήμες,
τον μύησε στην καθολική πίστη,
αυτός, ο μόνος μάρτυς των δεινών του.
Ιδού, τώρα, τρία θέματα: το πρώτο,
ότι αγαπώ τόσο την Πολωνία,
που έχω το χρέος να την προφυλάξω
από την τυραννία ενός δυνάστη,
γιατί είναι ανάξιος άρχοντας εκείνος
που εκθέτει την πατρίδα, το λαό του,
σε τέτοιο κίνδυνο. Δεύτερο θέμα
που απασχολεί τη σκέψη μου, είναι μήπως
το να στερώ απ’ το ίδιο μου το σπλάχνο
δικαιώματα που του ’χουν δώσει νόμοι
ανθρώπινοι και θείοι, είναι μια πράξη
που απέχει απ' τη χριστιανική αγάπη.
Γιατί, κανένας νόμος δεν μου λέει
ότι για να εμποδίσω κάποιον άλλον
να γίνει τύραννος στο μέλλον, πρέπει
να γίνω τύραννος εγώ, κι η σκέψη
ότι μπορεί να εγκληματήσει ο γιος μου,
να κάνει εγκληματία πρώτα εμένα!
Τρίτο και τελευταίο, ειΥ ότι βλέπω
πως ήταν μέγα λάθος να πιστέψω
με τόση προθυμία στις προβλέψεις,
γιατί, όσο κι αν η φύση του τον σπρώχνει
στο βάραθρο, μπορεί να τη νικήσει.
Ο άνθρωπος βούληση ελεύθερη έχει,
κι η πιο αντίξοη μοίρα, η πιο ολέθρια
προδιάθεση κι ο πιο εχθρικός πλανήτης,
47
τη βούληση δεν την εξαναγκάζουν,
απλώς τη δοκιμάζουν. Έτσι, τώρα,
μέσα σε δισταγμούς, αμφιβολίες
και ταλαντεύσεις, σκέφτηκα μια λύση
που ίσως να σας καταπλήξει όλους:
σκοπεύω, αύριο το πρωί, να φέρω
εδώ τον Σιγισμούνδο -έτσι τον λένε-
χωρίς να μάθει ότι είναι γιος δικός μου,
και να τον βάλω στη δική μου θέση.
στο θρόνο μου, με το δικό μου σκήπτρο,
για να σας κυβερνά, να εξουσιάζει
ως νόμιμος μονάρχης, κι εσείς όλοι
θα του ορκιστείτε υπακοή και πίστη.
Τρεις προοπτικές ανοίγονται εδώ τώρα,
αντίστοιχες των σκέψεων που σας είπα:
η πρώτη, αν φανεί αγαθός μονάρχης,
άξιος, εχέφρων, συνετός και πράος,
διαψεύδοντας τις Μοίρες, που είχαν γράψει
τόσα γι’ αυτόν, εσείς θα ’χετε κέρδος
τη βασιλεία του φυσικού ηγεμόνα
που δικαιούστε, ας είχε την Αυλή του
για χρόνια στα όρη, δίπλα στα θηρία.
Δεύτερη, τώρα, προοπτική: αν ο γιος μου
φανεί αλαζόνας, μοχθηρός και ανόσιος,
δίχως φραγμούς δοσμένος σ’ άγρια πάθη,
ε, τότε εγώ, που θα ’χω πια εκπληρώσει
το πατρικό μου χρέος προς εκείνον,
θα του αφαιρέσω όλες τις εξουσίες,
ως δίκαιος βασιλέας ενεργώντας,
48
και θα τον φυλακίσω - πράξη, πλέον,
όχι σκληρότητας, μα τιμωρίας.
Και τρίτον: αν ο πρίγκηψ φανερώσει
αυτά τα ελαττώματα, εγώ τότε,
απ' την αγάπη που έχω στο λαό μου,
στο θρόνο θ’ ανεβάσω βασιλιάδες
πιο άξιους για το στέμμα και το σκήπτρο.
Θα ’ναι τα δυο μου ανίψια, που θα ενώσουν
τις τύχες τους και τα δικαιώματά τους
με τα δεσμά του γάμου, και θα πάρουν
τη θέση που, βεβαίως, τους αξίζει.
Αυτά, λοιπόν, προστάζω ως βασιλιάς σας,
αυτά παρακαλώ σας ως πατέρας,
αυτά σας λέω ως γέροντας με πείρα,
κι αν, όπως λέει ο Ισπανός Σενέκας,
ο βασιλιάς είν' δούλος του λαού του,
αυτά ικετεύω ως ταπεινός σας δούλος.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Αν πρέπει ν' απαντήσω εγώ, καθόσον
εμένα πιο πολύ αφορά το θέμα,
ζητώ, εν ονόματι όλων εδώ μέσα,
να φέρεις στην Αυλή τον Σιγισμούνδο,
αρκεί για μας πως είναι γιος δικός σου.
ΟΛΟΙ
Δώσ’ μας τον πρίγκιπά μας, για να γίνει
αμέσως βασιλιάς!
49
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Υπήκοοί μου,
ευχαριστώ για τη λεπτότητα σας.
Μα συνοδέψτε πρώτα στο παλάτι
αυτούς τους δύο Άτλαντες του θρόνου,
κι υπομονή, αύριο θα σας τον φέρω.
ΟΛΟΙ
Ζήτω ο μέγας βασιλιάς Βασίλειος!
Βγαίνουν όλοι. Πριν φύγει ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, εμφανίζεται ο ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ, με τη Ρο-
ζαοτρα και τον Κλαριν, κα, συγκρα-
τεί τον βασιλιά.
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μπορώ να σου μιλήσω;
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Α! Κλοτάλντο!
Εσύ είσαι πάντα ευπρόσδεκτος.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Κύριέ μου,
θα ’νιωθα ευπρόσδεκτος αν είχα πέσει
στα πόδια σου οποιαδήποτε άλλη μέρα,
μα σήμερα, το ενάντιο πεπρωμένο
50
μου στέρησε την ασυλία απ’ το νόμο
κι απ’ το έθιμο την ευχαρίστησή του.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Μα τι είναι;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ένα ατυχές συμβάν, κύριέ μου,
ενώ, κανονικά, μπορούσε να ’ταν
η πιο χαρμόσυνη είδηση για μένα.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Πες μου, σ’ ακούω.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αυτός ο ωραίος νέος,
από άγνοια ή από απερισκεψία,
μπήκε στο πύργο, κύριε, όπου είδε
τον πρίγκιπα, κι είναι...
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Μην ενοχλείσαι,
Κλοτάλντο. Αν συνέβαινε άλλη μέρα,
τ’ ομολογώ, θα με δυσαρεστούσε,
μα τώρα πια που έχω αποκαλύψει
το μυστικό, δεν έχει σημασία
κι αν το ’χει μάθει αυτός. Έλα σε λίγο,
γιατί έχω να σου πω πολλά, κι επίσης
έχεις πολλά να κάνεις συ για μένα,
σ’ ενημερώνω, θα ’σαι το όργανό μου
51
στο πιο σπουδαίο γεγονός στον κόσμο.
Όσο γι’ αυτούς, και για να μη νομίσεις
πως τιμωρώ την όποια αμέλεια σου,
εγώ τους συγχωρώ.
(Φεύγει).
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Χίλιους αιώνες
να ζεις ευτυχισμένος, βασιλιά μου!
(Κατ' ιδίαν).
Η μοίρα μου βελτιώθηκε λιγάκι.
Τώρα δεν θα του πω πως είναι γιος μου,
δεν είν’ ανάγκη.
(Στη ΡΟΖΑΟΥΡΑ και στον Κααριν).
Ξένοι ταξιδιώτες,
είσαστε ελεύθεροι.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Τα δυο σου πόδια
πέφτω χίλιες φορές για να φιλήσω.
ΚΛΑΡΙΝ
Κι εγώ να πιπιλήσω - καλά, τώρα,
δυο γράμματα πιο πάνω, δυο πιο κάτω,
φίλοι είμαστε, δεν έχουν σημασία.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Μου ’δωσες τη ζωή, σε σένα οφείλω
το ότι είμαι ζωντανός, γι’ αυτό το λόγο,
θα ’μαι δικός σου σκλάβος αιωνίως.
52
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Δεν είναι ζωή αυτό που σου ’χω δώσει,
γιατί άνδρας ευγενής ατιμασμένος
δεν είναι ζωντανός. Κι αν έχεις έρθει
εκδίκηση να πάρεις, όπως είπες,
για κάποια προσβολή, δεν σου ’χω δώσει
εγώ ζωή, γιατί δεν ζεις ακόμα,
ζωή χωρίς τιμή, ζωή δεν είναι.
(Κατ' ιδίαν).
Με τούτα ελπίζω να τον εμψυχώσω.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ναι, ομολογώ, διόλου ζωή δεν έχω,
κι ας μου την πρόσφερες εσύ προ ολίγου,
όμως, αφού ξεπλύνω την τιμή μου
με την εκδίκηση, τότε θα ζήσω
ζωή απαλλαγμένη απ’ τους κινδύνους,
άξια να λέγεται δικό σου δώρο.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Πάρε το στιλβωμένο ατσάλι που είχες,
αυτό, βαμμένο στου εχθρού σου το αίμα,
είν’ αρκετό για την εκδίκησή σου.
Ατσάλι που ήταν κάποτε δικό μου
-θέλω να πω, για λίγο, τώρα μόλις,
που το κρατούσα- ξέρει να εκδικείται.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Στ’ όνομα το δικό σου το φοράω
για δεύτερη φορά. Και σ' αυτό ομνύω
53
να εκδικηθώ, παρόλο που ο εχθρός μου
είναι πολύ ισχυρός.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Τόσο πολύ είναι;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Τόσο πολύ, που δεν σου λέω ποιος είναι,
όχι γιατί θεωρώ πως θα προδώσεις
τα μυστικά που θα σου αποκαλύψω,
αλλά για να μη στρέψω σε αντιπάθεια
την εύνοια που μου δείχνεις και μ, αρέσει.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αντίθετα, αν μου το ’λεγες, μπορούσες
να εξασφαλίσεις έναν σύμμαχό σου,
και να εμποδίσεις τη βοήθειά μου
προς τον εχθρό σου.
(Κατ' ιδίαν).
Αν ήξερα ποιος είναι!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Για να μη φανταστείς, λοιπόν, κύριέ μου,
πως δεν τιμώ την πίστη που μου δείχνεις,
μάθε πως ο εχθρός μου δεν είν’ άλλος
παρά ο Αστόλφο, δουξ της Μοσχοβίας.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κατ' ιδίαν)
Βαρύ το πλήγμα! Απ’ όσο φανταζόμουν
βαρύτερο! Μα ας δούμε τι συμβαίνει.
54
(Στη Ροζαουρα).
Αν εγεννήθης Μοσχοβίτης, τότε
αυτός, που είναι ο φυσικός σου αφέντης,
δεν είναι δυνατόν να σε προσβάλλει,
γύρισε στην πατρίδα σου, και ξέχνα
τη φρενιασμένη οργή που σε πυρώνει.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Έστω κι αν είναι αφέντης μου, εγώ ξέρω
πως μ’ έβλαψε.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Δεν γίνεται, σου λέω,
ακόμη κι αν, μες στην παραφορά του,
σε χτύπησε στο πρόσωπο.
(Κατ' ιδίαν).
Ω, Θεέ μου!2
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Χειρότερο κακό μού έχει κάνει.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Πες το, λοιπόν! Χειρότερο από κείνα
που πλάθει η φαντασία δεν μπορεί να ’ναι.
2 Τη στιγμή αυτή, ο Κλοτάλντο συνειδητοποιεί το φύλο τής
Ροζαουρα, γιατί μόνο με έναν τρόπο μπορούσε ένας ηγεμόνας
να προσβάλει υπήκοό του: ατιμάζοντας μια γυναίκα.
55
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Θα σου το πω, αν και δεν καταλαβαίνω
γιατί μου εμπνέει η δική σου παρουσία
εκτίμηση και σεβασμό και αγάπη
τόση πολλή, που δεν βρίσκω το θάρρος
να πω ότι η αμφίεσή μου είν’ ένα ψέμα,
ένα αίνιγμα, δεν είναι αυτό που μοιάζει.
Τώρα που τ’ άκουσες, σκέψου και κρίνε,
αφού εγώ δεν είμαι αυτός που δείχνω
κι αφού ο Αστόλφο ήρθε εδώ να πάρει
γυναίκα την Εστέλλα, πώς μπορούσε
να με προσβάλλει. Μα αρκετά σου είπα.
Βγαίνουν η ΡΟΖΑΟΥΡΑ και ο ΚΑΑΡΙΝ.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Περίμενε, μη φεύγεις, άκουσέ με!
Ω, Θεέ μου, τι λαβύρινθος μπλεγμένος,
πώς να ’βρει η λογική σωτήριο μίτο!
Σπιλώθηκε η τιμή μου, είν’ ο εχθρός μου
πανίσχυρος, εγώ είμ’ υποτελής του,
κι ο γιος μου είναι γυναίκα! Τώρα μόνον
ο ουρανός μπορεί να δείξει δρόμο,
αν και αμφιβάλλω αν θα το κατορθώσει,
γιατί, σ’ αυτό το χάος το μπερδεμένο,
είν’ όλος ο ουρανός μια προφητεία
κι ο κόσμος ανεξήγητο μυστήριο.
(Φεύγει).
ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
56
ΗΜΕ Ρ Α Δ Ε Τ Τ Ε Ρ Ι ί
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Στο βασιλικό ανάκτορο. Μπαίνουν ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
και ο Κλοτάλντο.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Όλες σου οι εντολές εκτελεστήκαν.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Πες μου ακριβώς πώς έγινε, Κλοτάλντο.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Έγινε ως εξής, κύριέ μου: πήρα
το υπνα>τικό που διέταξες να φτιάξουν
από εκχυλίσματα κάποιων βοτάνων
σοφά συνδυασμένων, ώστε να ’χουν
κρυφές δυνάμεις που ν’ αποκοιμίζουν
τα λογικά του ανθρώπου, αφήνοντάς τον
σαν νεκροζώντανο, να τον βυθίζουν
σε λήθαργο βαθύ, χωρίς αισθήσεις...
-Αμφιβολία δεν υπάρχει ότι είναι
αυτό εφικτό, καθώς η πείρα, κύριε,
αμέτρητες φορές μάς έχει δείξει
ότι από τέτοια μυστικά της Φύσης
είναι γεμάτη η ιατρική επιστήμη,
και δεν υπάρχει ζώο, φυτό, πετράδι,
που να μην έχει ιδιαίτερες δυνάμεις.
57
Κι αφού του ανθρώπου η μοχθηρία έχει
επινοήσει χίλια δηλητήρια
θανατηφόρα, απίστευτο δεν θα ’ταν
αν, δίπλα στις ουσίες που σκοτώνουν,
υπήρχαν κι άλλες, με τιθασευμένη
ενέργεια, που απλώς να φέρνουν ύπνο.
Ας μην το αμφισβητούμε, λοιπόν, άλλο,
αφού, επ’ αυτού, ήδη έχουμε αποδείξεις
από τη λογική, απ’ τα γεγονότα...-
Με το πιοτό, λοιπόν, που ήταν φτιαγμένο
από όπιο, παπαρούνα και υοσκύαμο,
επήγα στο κελί του Σιγισμούνδου.
Του μίλησα λιγάκι για όλα εκείνα
τα ανθρώπινα που τού ’χει μάθει η φύση
η άφωνη, τα όρη, το στερέωμα,
το θείο σχολείο, όπου έχει σπουδάσει
ρητορική από τα πουλιά, απ’ τα ζώα.
Το πνεύμα του θέλοντας να εξυψώσω
για την αποστολή που του ετοιμάζεις,
έναν αετό τού ’δειξα, που πετούσε
αγέρωχος ψηλά, περιφρονώντας
τις ασφαλείς περιοχές του αιθέρα,
κι ανέβαινε μέχρι τις σφαίρες του ήλιου,
σαν φτερωτή αστραπή και σαν κομήτης.
Εκθέιασα τη μεγαλειώδη πτήση
λέγοντας: «Αφού εσύ, στο κάτω-κάτω,
είσαι κυρίαρχος των πουλιών, σου αξίζει
να στέκεσαι ψηλότερα από τ, άλλα».
Δεν ήθελε άλλο ο γιος σου, όταν ακούει
58
για κυριαρχία, αμέσως ο θυμός του
φουντώνει, κι απαντάει μ’ υπεροψία,
γιατί, είν’ αλήθεια, το αίμα του τον σπρώχνει
σε πράγματα υψηλόφρονα, μεγάλα.
«Πώς!» λέει, «Ακόμα και στην επουράνια
δημοκρατία των πουλιών, υπάρχουν
κάποιοι που όρκο υποταγής δηλώνουν;
Η σκέψη αυτή μού φτάνει για να δώσει
παρηγοριά στα βάσανά μου, διότι
τουλάχιστον εγώ, είμαι δια της βίας
υποταγμένος, με τη θέλησή μου,
ποτέ σ’ άνθρωπο δεν θα υποτασσόμουν».
Βλέποντας πόσο τον είχε εξοργίσει
το θέμα αυτό, που πάντα τον πονούσε,
του πρόσφερα ποτό, και πριν προλάβει
το υγρό από το ποτήρι να κυλήσει
στο στήθος, τού κυρίεψε τις δυνάμεις
ύπνος βαθύς, τού πάγωσε το αίμα,
κρύος ιδρώτας τού έλουσε τα μέλη,
κι αν αγνοούσα ότι είναι νεκροφάνεια,
θα τρόμαζα πως τέλειωσε η ζωή του.
Τότε ακριβώς, ήρθαν οι έμπιστοί σου,
και βάζοντάς τον σε άμαξα, τον φέραν
εδώ, όπου τα ’χαν προετοιμάσει όλα
με τη βασιλική μεγαλοπρέπεια
που αρμόζει στο άτομό του. Τον ξαπλώσαν
στην ίδια σου την κλίνη, κι όταν λήξει
η ενέργεια του φίλτρου και ξυπνήσει,
θα τον υπηρετούν πιστά, όπως έχεις
59
ζητήσει, σαν να επρόκειτο για σένα.
Κι αν σ’ έχει ευχαριστήσει η υπακοή μου
κι αξίζω ανταμοιβή, θα σε ρωτούσα
μονάχα αυτό - και να με συγχωρέσεις
για την αδιακρισία: για ποιο λόγο
είπες να φέρουνε μ, αυτόν τον τρόπο
τον Σιγισμούνδο μέχρι το παλάτι.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Κλοτάλντο, βρίσκω δικαιολογημένη
την απορία που έχεις, και μονάχα
σε σένα θ’ απαντήσω. Όπως θα ξέρεις,
το άστρο το φονικό που επηρεάζει
του γιου μου τη ζωή, απειλεί να φέρει
μύριες καταστροφές και τραγωδίες.
Θέλω να δω αν ο ουρανός -που, βέβαια,
ποτέ δεν ψεύδεται, αλλά, απεναντίας,
μας έχει δώσει τόσες αποδείξεις
στον άγριο χαρακτήρα του παιδιού μου-
μπορεί να μαλακώσει, να μετριάσει
τουλάχιστον το μένος του, ή ακόμα
να νικηθεί και να υπαναχωρήσει
με θάρρος και με σωφροσύνη, διότι
ο άνθρωπος υπερισχύει των άστρων.
Αυτό, λοιπόν, θέλω να διαπιστώσω.
Εδώ που τον μετέφερα, θα μάθει
πως είναι γιος μου, και θα φανερώσει
το αληθινό του πρόσωπο. Αν δαμάσει
τη φύση του με μεγαλοθυμία,
60
θα γίνει βασιλιάς, αν όμως είναι
βάναυσος και τυραννικός, τον στέλνω
πίσω στις αλυσίδες του κελιού του.
Θα με ρωτήσεις, τώρα, για ποιο λόγο
έπρεπε να τον φέρω ναρκωμένο
γι’ αυτό το πείραμα. Θα σου απαντήσω,
και θα λυθούν όλες σου οι απορίες.
Σήμερα αν μάθαινε πως είναι γιος μου
κι αύριο ξαναβρισκόταν στο κελί του,
ριγμένος πάλι μες στη δυστυχία,
σίγουρα, με το χαρακτήρα που έχει,
απ’ την απελπισία θα τρελαινόταν
γιατί, γνωρίζοντας ποιος πράγματι είναι,
τι θα του μείνει για παρηγοριά του;
Γι, αυτό το λόγο, θέλω να του αφήσω
μια διέξοδο στον πόνο, λέγοντάς του
πως ήταν όνειρο όλα αυτά που είδε.
Δυο πράγματα θα γίνουν έτσι: πρώτον,
μόλις ξυπνήσει, η συμπεριφορά του
θα δείξει το πώς σκέπτεται, πώς πράττει,
κοντολογίς, τι χαρακτήρα κρύβει.
Δεύτερον, θα ’χει να παρηγοριέται,
γιατί, όσο κι αν εδώ τον προσκυνούσαν
κι αύριο ξαναβρεθεί αλυσοδεμένος,
θα χει πιστέψει πως ονειρευόταν.
Και με το δίκιο του θα το πιστέψει
γι, αλήθεια αυτό, Κλοτάλντο, γιατί ζούνε
σ’ ένα όνειρο όσοι ζουν σ’ αυτό τον κόσμο.
61
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Επιχειρήματα δεν θα μου λείπαν
για ν’ αποδείξω ότι έχεις κάνει λάθος,
μα είναι πλέον αργά, γιατί νομίζω
πως ξύπνησε και θα ’ρθει εδώ όπου να ’ναι.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Καλύτερα ν’ αποσυρθώ, εσύ, όμως,
σαν δάσκαλός του, μείνε, να διαλύσεις
τη σύγχυση που θα χει στο μυαλό του,
λέγοντας τι έχει γίνει.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Άρα, μου δίνεις
την άδεια να του πω όλη την αλήθεια;
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Ναι, γιατί αν ξέρει από τι κινδυνεύει,
ίσως είν’ ευκολότερο να ελέγξει
τα πάθη και τις σκοτεινές πλευρές του.
Φεύγει ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, και μπαίνει ο
Κ λαριν.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
ΚΛΑΡΙΝ (Κατ' ιδίαν)
Τρεις καμτσικιές μού κόστισε για να ’ρθω
εδώ, από έναν φρουρό που ’χε γενειάδα
62
κόκκινη, ταιριαστή με τη στολή του.
Είπα να παρακολουθήσω το έργο,
μα όχι να πληρώσω και εισιτήριο!
Γιατί, σε φιέστες και σε πανηγύρια,
το πιο εξασφαλισμένο θεωρείο
το κουβαλάς μαζί σου, κι είναι τζάμπα.
Το λένε αδιαντροπιά, και σου προσφέρει
μια πρώτης τάξεως θέα στα γεγονότα.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κατ’ ιδίαν)
Είναι ο Κλαρίν, ω Θεέ μου, ο υπηρέτης
αυτής, ναι, αυτής που, σαν τον μεταπράτη
των συμφορών, έφερε την ντροπή μου
στην Πολωνία.
(Στον Κ λαριν).
Κλαρίν, τι νέα;
ΚΛΑΡΙΝ
Τι νέα,
κύριε; Πως η δική σου καλοσύνη,
που είν’ έτοιμη για χάρη τής Ροζάουρα
να πάρει εκδίκηση, την έχει κάνει
να ξαναβάλει τα σωστά της ρούχα.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μπράβο, ευτυχώς, αλλιώς θα ’ταν απρέπεια.
ΚΛΑΡΙΝ
Πως φρόντισε ν’ αλλάξει τ ’ όνομά της,
πέρασε ως ανιψιά σου στο παλάτι,
63
κι εκεί, τόσο πολύ την εκτιμούνε,
που μπήκε κιόλας στην ακολουθία
εκείνης της ιδιόρρυθμης Εστέλλας.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μπράβο, έτσι θα φορτώσει την τιμή της
μια και καλή στ, όνομα το δικό μου.
ΚΛΑΡΙΝ
Πως περιμένει, κύριε, πότε θα ’ρθει
ο χρόνος κι η ευκαιρία να φροντίσεις
για την τιμή της.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μπράβο, καλά κάνει
που περιμένει, αυτές τις υποθέσεις,
ο χρόνος τις διευθετεί στο τέλος.
ΚΛΑΡΙΝ
Πως τώρα που την πήραν γι’ ανιψιά σου,
την έχουνε μη στάξει και μη βρέξει
και την καλοταΐζουν, ενώ εμένα
που ήρθα μαζί της, μ’ έχουνε χεσμένο,
και πάω να πεθάνω από την πείνα.
Λες και ξεχνάν ότι με λεν Κλαρίνο,
κι άμα λαλήσει το κλαρίνο, θα ’βρει
πολλά να ψιθυρίσει μες στ, αυτάκι
του βασιλιά, του Αστόλφο, της Εστέλλας,
γΓ αυτά που βλέπει εδώ, γιατί οι υπηρέτες
και τα κλαρίνα, δύσκολα κρατάνε
64
το στόμα τους κλειστό. Αν κάνεις με κάνει
να σπάσω τη σιωπή μου, θα του παίξω
εγώ ένα τραγουδάκι, που θα λέει:
«Κλαρίνο μου, τι ήθελες να μιλήσεις,
κι εμένανε σαν ψάρι να με ψήσεις!»
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ναι, ναι, έχεις δίκιο να παραπονιέσαι.
Εγώ θα επανορθώσω· μα εσύ, φίλε,
στο μεταξύ, θα υπηρετείς εμένα.
ΚΛΑΡΙΝ
Στάσου, γιατί έρχεται κι ο Σιγισμούνδος.
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Μπαίνουν μουσικοί που παίζουν και
τραγουδούν. Ακολουθεί ο ΣίΓίΣΜΟΥΝΑΟΣ,
σαστισμένος, και πίσω του υπηρέτες που
τον βοηθούν να ντυθεί.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Θεέ μου, τι βλέπω; Τι είν’ εδώ; Πού να ’μαι;
Τι θαύματα είναι τούτα που κοιτάζω;
Με πλημμυρίζει δέος, μα δεν φοβάμαι,
θέλω να τα πιστέψω, μα διστάζω.
Εγώ, σε μεγαλόπρεπο παλάτι;
Εγώ, ντυμένος ρούχο μεταξένιο;
Εγώ, να ’χω ξυπνήσει σε κρεβάτι
65
με στρώμα μαλακό και πουπουλένιο;
Εγώ, να ’χω υπηρέτες στο πλευρό μου
σβέλτους, κομψούς, με τόση προθυμία,
να με βοηθούν ως και στο ντύσιμό μου,
και να εκτελούν κάθε μου επιθυμία;
Μήπως με ξεγελάνε τα όνειρά μου;
Κι όμως, το ξέρω πως έχω ξυπνήσει.
Δεν είναι Σιγισμούνδος τ ’ όνομά μου;
Ουρανέ, πες μου, έχω παραφρονήσει!
Πες μου, για να με βγάλεις απ’ την πλάνη:
Τι μπορεί να συνέβη στο μυαλό μου
την ώρα που κοιμόμουν, και με κάνει
να βλέπω μέσα εδώ τον εαυτό μου;
Μα ας έγινε ό,τι να ’ναι, τι με μέλλει,
τι βάζω το κεφάλι μου να σπάσει;
Θ’ αφήσω να με υπηρετεί όποιος θέλει,
κι η τύχη ό,τι βρέξει ας κατεβάσει.
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 2
Τι μελαγχολική είν’ η διάθεσή του!
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 1
Και ποιος δεν θα ’χε την καρδιά γεμάτη
μελαγχολία, στη θέση τη δική του;
ΚΛΑΡΙΝ
Εγώ, εγώ!
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 2
Μίλησέ του, πες του κάτι.
66
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 1
Να τραγουδήσουν πάλι;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Όχι, φτάνουν
οι μουσικές και τα τραγούδια.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 2
Μα ήσουν
βαρύς και σκεπτικός, γι’ αυτό και κάνουν
προσπάθειες να σε ψυχαγωγήσουν.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Με τις αβρές φωνές και τις μπαλάντες,
δεν θα μου ανακουφίσουνε τον πόνο.
Χάθηκαν οι στρατιωτικές οι μπάντες;
Στο εξής, αυτές θέλω ν’ ακούω μόνο.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ας ευαρεστηθεί η Αυτού Τψηλότης
να της φιλήσω ευλαβικά το χέρι,
κι ας με δεχτεί ως πρώτο υπήκοό της
που ήρθε τα σέβη του να της προσφέρει.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ (Κατ' ίδιαν)
Είν’ ο Κλοτάλντο. Αυτός, στη φυλακή μου,
με πλήρωνε με του Χριστού τα πάθη,
και τώρα κάνει τον υποτελή μου;
Δεν μπορεί, Θεέ μου, κάτι θα ’χω πάθει!
67
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Σίγουρα, μ/ όλα αυτά τα νέα που βλέπεις,
θα βασανίζουνε τη λογική σου
χιλιάδες απορίες. Μα αν επιτρέπεις,
θα σε λυτρώσω από τη σύγχυσή σου.
Μάθε πως είσαι,, κύριε, γεννημένος
πρίγκηψ και διάδοχος του βασιλείου
της Πολωνίας. Κι αν περιορισμένος
εζούσες, μακριά απ' το φως του ηλίου,
ο λόγος ήταν πως αυτό απαιτούσε
η αδυσώπητη εντολή της μοίρας,
που με δεινά μυριάδες απειλούσε
τη χώρα, αν έπαιρνες ποτέ ανά χείρας
το σκήπτρο του νομίμου βασιλέως.
Μα τώρα πλέον, που έχει επικρατήσει
η σκέψη ότι ένας άνδρας θαρραλέος
και συνετός μπορεί να υπερνικήσει
το εχθρικό και άτεγκτο πεπρωμένο,
σ’ έφεραν απ’ τον πύργο στο παλάτι,
την ώρα που το πνεύμα είχες δοσμένο
σ’ όνειρα, και σε βάλαν στο κρεβάτι.
Θα ’ρθει, σε λίγο, για να σου μιλήσει
ο βασιλιάς πατέρας σου, και για ό,τι
δεν ξέρεις, αυτός θα σε διαφωτίσει.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Άθλιε, κακούργε, άτιμε, προδότη!
Τι χρειάζεται να μάθω κι άλλα; Φτάνει
το ότι έμαθα ποιος είμαι, για να δώσει
68
φτερά στη δύναμή μου και να κάνει
την περηφάνια που έχω να φουντώσει.
Είναι, λοιπόν, εσχάτης προδοσίας
πράξη να μου στερείς το αξίωμά μου,
πράξη παράλογης αυθαιρεσίας
να μου αρνηθείς τα δικαιώματά μου!
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Χάθηκα!
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Κάθε δίκαιο έχεις πατήσει,
εμένα μου προκάλεσες οδύνη
κι έχεις το βασιλιά σου εξαπατήσει.
Ο βασιλιάς, εγώ κι η δικαιοσύνη,
λοιπόν, δικάσαμε τα εγκλήματά σου,
κι η τιμωρία σου είναι να πεθάνεις
απ’ τα ίδια μου τα χέρια!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 2
Κύριε, στάσου!
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Μη μ’ εμποδίζεις! Ένα βήμα αν κάνεις,
τ ’ ορκίζομαι, θα σ’ εκπαραθυρώσω!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 1
Φύγε, Κλοτάλντο, φύγε!
69
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αλίμονο σου,
καημένε μου, τώρα κομπάζεις τόσο,
γιατί αγνοείς πως ζεις μες στ, όνειρό σου!
(Φεύγει).
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 2
Σκέψου πως τούτος, κύριε...
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Φεύγα, δρόμο!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 2
...υπάκουσε εντολές του βασιλιά του.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Ποιου βασιλιά! Στον άδικο το νόμο,
δεν υπακούμε. Μήπως πρίγκιπά του
δεν είχε εμένα;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 2
Το σωστό ή το λάθος,
κύριε, δεν ήταν στη δική του κρίση.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Για να μου αντιμιλάς με τόσο πάθος,
μη θες το χέρι μου να σε χτυπήσει;
70
ΚΛΑΡΙΝ
Καλά τα λες, αφεντικό, να ζήσεις!
Εσύ, τι του ζαλίζεις το κεφάλι;
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 2
Ποιος σου ’δωσε την άδεια να μιλήσεις;
ΚΛΑΡΙΝ
Μονάχος μου την πήρα.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Εσύ, πάλι,
ποιος είσαι;
ΚΛΑΡΙΝ
Κύριε, είμαι ένας που χώνει
τη μύτη του παντού. Κι έχω εντρυφήσει
στην τέχνη αυτή: ζιζάνιο που φυτρώνει
πιο γρήγορα, δεν έχει βγάλει η φύση.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Σ’ αυτόν το νέο κόσμο που έχω μπρος μου,
μονάχα εσύ μ’ αρέσεις.
ΚΛΑΡΙΝ
Μα ποιος άλλος!
Των Σιγισμούνδων αυτουνού του κόσμου,
είμ’ ο διασκεδαστής ο πιο μεγάλος!
71
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Μπαίνει ο ΑΣΤΟΛΦΟ.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Πρίγκιπα, τρισευλογημένη η μέρα
που φανερώθηκες σε μας ως νέος
ήλιος της Πολωνίας, και τον αέρα
γέμισες μ’ αγαλλίαση, με κλέος,
δίνοντας λάμψη σ’ όλη την υφήλιο,
λάμψη θεϊκής πορφύρας, γιατί, εντέλει,
πραγματικά μάς ήρθες σαν τον ήλιο
που μέσα απ’ τα ψηλά βουνά ανατέλλει.
Λάμψε, λοιπόν. Και μ, όλο που ’χει αργήσει
η δάφνη αυτή να στέψει τη μορφή σου
τη νικητήρια, εύχομαι να ζήσει
αμάραντη για χρόνια.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Ο Θεός μαζί σου.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Δεν γνωριζόμαστε, σφάλμα δικό μου,
γι’ αυτό έλειπε απ’ τον χαιρετισμό σου
η αρμόζουσα τιμή στο πρόσωπό μου.
Είμαι ο Αστόλφο, πρώτος ξάδελφός σου,
και δουξ της Μοσχοβίας. Επομένως,
εμείς οι δυο λογαριαζόμαστε ίσοι.
72
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Το ότι είπα «ο Θεός μαζί σου» προηγουμένως,
δεν στάθηκε αρκετό να σε τιμήσει;
Ωραία, λοιπόν τώρα που σε γνωρίζω,
κι αφού αυτό είναι το παράπονό σου,
άλλη φορά, μόλις θα σ’ αντικρίζω,
θα λέω, αν θέλεις, «ο Θεός εχθρός σου»!
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 2 (Στον ΑΣΤΟΛΦΟ)
IV όψιν, κύριε, ότι δεν ξέρει τρόπους,
αφού στα όρη τόσα χρόνια ζούσε,
και φέρεται έτσι σ’ όλους τους ανθρώπους.
(Στον Σιγιςμοτνδο).
Κύριέ μου, ο δουξ Αστόλφο θα εκτιμούσε...
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Βαριέμαι να τον βλέπω, με νευριάζει
τόση έπαρση, τόση σπουδαιοφάνεια.
Και το καπέλο, γιατί δεν το βγάζει;
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 1
Μα στέκεται ψηλά!3
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Κι εγώ, στα ουράνια!
3 Στην ισπανική Αυλή, οι λεγόμενοι §Γαη(ΐ65 (οι πλέον εξέχο-
ντες ευγενείς) ήταν τα μόνα πρόσωπα που είχαν την άδεια
να μη βγάζουν το καπέλο τους μπροστά στους βασιλείς.
73
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 2
Ωστόσο, πιο πολύ απ' τους υπολοίπους,
σ’ αυτόν κυρίως θα πρέπει να εκδηλώνεις
εκτίμηση και να κρατάς τους τύπους.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Εσύ, όπου δε σε σπέρνουν, τι φυτρώνεις;
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
Μπαίνει η Ε ςτε λ λ α .
ΕΣΤΕΛΛΑ
Χίλιες φορές την υψηλότητα σου
καλωσορίζω, κύριε, στο θρόνο
που ευγνώμων δέχεται την εύνοιά σου
και που σε επιθυμούσε τόσον χρόνο.
Και σου εύχομαι λαμπρός να βασιλέψεις
και σεβαστός απ’ τους υποτελείς σου,
ενάντια στις απατηλές προβλέψεις,
κι αιώνες, όχι χρόνια, να V η ζωή σου.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ (Στον Κ λ α ρ ιν )
Για πες μου τώρα εσύ, ποια είναι τούτη
η υπέροχη, θεϊκή ομορφιά, που η φύση
την προίκισε μ’ όλα τα ουράνια πλούτη,
τούτη η θεά που ήρθε στη γη να ζήσει;
Ποια είναι τούτη η τόσο ωραία κοπέλα
που φως θεσπέσιο μέσα εδώ έχει φέρει;
74
ΚΛΑΡΙΝ
Είν’ η ξαδέρφη σου, κύριε, η Εστέλλα.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Εστέλλα, όνομα και πράμα: αστέρι.
(Στην Εστέλλα).
Καλό το καλωσόρισμα στο θρόνο,
κυρία, μα ήταν πιο καλό, νομίζω,
πως είδα εδώ τα κάλλη σου, και μόνο
για τούτο το καλό, που δεν τ ’ αξίζω,
δέχομαι τα συγχαρητήριά σου.
Εστέλλα, αστέρι ο Θεός αν σ’ είχε ορίσει
και κάθε αυγή έλαμπε η ομορφιά σου,
τι θ’ άφηνες στον ήλιο να φωτίσει;
Δώσ’ μου το χέρι σου να το φιλήσω,
την κούπα τη χιονάτη, απ’ όπου πίνει
η αυγή το φως της, να πιω να μεθύσω.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Η αβρότητά σου άναυδη μ’ αφήνει!
ΑΣΤΟΛΦΟ (Κ α τ '
Το χέρι αν της φιλήσει, είμαι χαμένος.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 2 (Κ α τ ' «άαν.)
Αυτό για τον Αστόλφο θα ’ναι βάρος
μέγα. Θα επέμβω.
(Στον Σιγιςμοτνδο).
Είμ’ υποχρεωμένος
κύριε, να πω πως παίρνεις πολύ θάρρος,
75
και πως δεν είναι δίκαιο να πληγώνεις
τον δούκα Αστόλφο, που ήδη έχει δηλώσει...
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Δε σού ’πα την ουρά σου να μη χώνεις;
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 2
Λέω μόνο τι είναι δίκαιο.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Έχω θυμώσει
πολύ με τούτα. Δίκαιο, αν θες να ξέρεις,
είν’ ό,τι στις ορέξεις μου ταιριάζει.
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 2
Μα, λίγο πριν, σ’ άκουσα ν’ αναφέρεις,
κύριε, πως πρέπει μόνο να μας νοιάζει
ό,τι είναι δίκαιο και σωστό.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Κι επίσης,
δε μ’ άκουσες να λέω πως θα σε ρίξω
απ’ το μπαλκόνι, αν με παρασκοτίσεις;
ΤΠΗΡΕΤΗΣ 2
Δεν θα μπορέσεις!
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Ναι; Θα στο αποδείξω!
76
Τον αρπάζει στα χέρια του και βγαίνει
έξω. Όλοι τον ακολουθουν. Κατόπιν,
επιστρέφουν μέσα.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Τι ήταν ετούτο που είδα μόλις τώρα;
ΕΣΤΕΛΛΑ
Ας τρέξει κάποιος, βοήθεια να προσφέρει!
(Φεύγει).
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Τον πέταξα στη θάλασσα, ήταν ώρα
να δει ποιος έχει εδώ το πάνω χέρι.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Να ελέγξεις, κύριε, τους φρικτούς σου τρόπους
και να μετριάσεις την παραφορά σου,
τα κτήνη απέχουν από τους ανθρώπους
όσο και το παλάτι απ’ τα βουνά σου.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Εσύ, αν ξαναβγάλεις διάλεξη άλλη
μ’ αυτό το σοβαρό σου ύφος, θέλω
να δω, έτσι και σου κόψω το κεφάλι,
πού θα ’χεις να στηρίζεις το καπέλο!
Ο ΑΣΤΟΛΦΟ φεύγει. Μπαίνει ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
77
ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Τι έγινε εδώ;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Τίποτα. Κάποιον, μόνο,
που μ’ έσχασε, τού ’δωσα μια να πάει
απ’ το μπαλκόνι κάτω.
ΚΛΑΡΙΝ
Ενημερώνω
πως είν’ ο βασιλιάς που σου μιλάει.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Πώς; Ο ερχομός σου, από την πρώτη μέρα,
κόστισε τη ζωή ενός ανθρώπου;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Έλεγε ότι η απειλή μου ήταν φοβέρα
μόνο, κι εγώ του απάντησα επί τόπου.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Πρίγκιπα, είμαι βαθύτατα θλιμμένος,
ενώ ήρθα να σε δω με την ελπίδα
πως μάχεσαι τη μοίρα σου με σθένος
και βγαίνεις θριαμβευτής, αντίθετα είδα
μιαν άσβεστη αλαζονική μανία,
ενώ το πρώτο μέγα επίτευγμά σου
ήταν μια στυγερή ανθρωποκτονία.
Πώς τώρα ν’ αφεθώ στο αγκάλιασμά σου,
78
πώς να σου δείξω αγάπη, όταν το χέρι
που θα μ/ αγγίξει έχει πια αποκτήσει
τη γνώση του θανάτου; Είδε μαχαίρι
κανείς, γυμνό, μόλις να ’χει χτυπήσει
θανάσιμα, και δεν έχει παγώσει;
Είδε κανείς φρέσκο το αίμα να στάζει
στη γη όπου κάποιον έχουνε σκοτώσει,
δίχως ν’ ανατριχιάσει; Εδώ τρομάζει
και υποχωρεί κι ο πιο ισχυρός ακόμα.
Κι εγώ, που είδα του φόνου τα εργαλεία,
τα δυο σου χέρια, κι είδα πως το χώμα
είναι ζεστό απ’ την πρόσφατή σου λεία,
θα τραβηχτώ μακριά απ’ την αγκαλιά σου.
Κι ενώ ήθελα μ’ αγάπη να σε σφίξω
επάνω μου, θα φύγω από κοντά σου,
τα χέρια αυτά φοβάμαι να τ ’ αγγίξω.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Η αγκαλιά σου λίγο θα μου λείψει,
όπως δε μού ’λειψε ως εδώ. Πατέρας
που μ’ έχει δίχως οίκτο εγκαταλείψει,
που μ’ απαρνήθηκε σαν να ’μουν τέρας,
που μ’ έστειλε θεριό σ’ έρημα μέρη
να μεγαλώσω, κι εύχεται η καρδιά του
να ’χα πεθάνει, λίγο μ’ ενδιαφέρει
αν δε με δέχεται στην αγκαλιά του,
αφού, ως τα τώρα, καν δε μου ’χει δώσει
δικαίωμα στην ανθρώπινη ύπαρξή μου.
79
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Είθε ο ουρανός να μη μ’ είχε αξιώσει
να σού ’δινα ζωή, να ’σουν παιδί μου,
έτσι το μίσος σου δεν θα ’χα νιώσει,
δεν θ’ άκουγα τα λόγια τα ασεβή σου.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Λάθος: διόλου ζωή αν δε μού ’χες δώσει,
παράπονο δεν θα ’χα απέναντι σου,
μου ’δωσες, όμως, και την πήρες πάλι.
Να δίνεις, είναι πράξη καλοσύνης
κι ευγένειας, μα αχρειότητα μεγάλη
είναι να παίρνεις πίσω αυτό που δίνεις.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Αυτό είν’ το ευχαριστώ σου, που έχεις γίνει
πρίγκηψ, από άθλιος δεσμώτης που ήσουν;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Και θες γι’ αυτό να δείξω ευγνωμοσύνη;
Όταν πεθάνεις -^ιατί δεν θ’ αργήσουν
τα γηρατειά στον τάφο να σε πάνε-
τι παραπάνω, τότε, θα μου αφήσεις
έξω απ’ αυτό.που ήδη δικό μου θα ’ναι;
Πατέρας μου δεν είσαι; Άρα, απ’ της φύσης
το δίκαιο, έχεις εμένα κληρονόμο,
κι όλα τα μεγαλεία σου και τα πλούτη
μού ανήκουν δικαιωματικά απ’ το νόμο.
Όσο για την καλοτυχία μου τούτη,
80
τίποτα δεν χρωστώ, αφού θα μπορούσα
να σου ζητήσω ευθύνες για τα χρόνια
που σαν ατιμασμένος σκλάβος ζούσα.
Άρα, εσύ πρέπει ευγνωμοσύνη αιώνια
να μου χρωστάς, που αν και μου είσ’ οφειλέτης,
δεν σου ζητώ λογαριασμό κανένα.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Βάρβαρος, ματαιόδοξος, προπέτης,
να που επαληθευτήκαν τα γραμμένα.
Μάρτυς μου ο ουρανός, λοιπόν: το νου σου,
γιατί, μ’ όλο που ξέρεις πλέον ποιος είσαι
και διέλυσες τα σκότη του μυαλού σου,
μ’ όλο που, εδώ που βρέθηκες, ηγείσαι
των πάντων, δείξε ταπεινότητα, άσε
την έπαρση και τον εγωισμό σου,
γιατί όσο κι αν θαρρείς πως δεν κοιμάσαι,
μπορεί όλα να τα βλέπεις στ, όνειρό σου.
(Φεύγει ο Βαςιλειος).
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Τι λέει; Ότι μπορεί και να κοιμάμαι
και να ονειρεύομαι; Όχι, δεν νομίζω!
Ξέρω το τι είμαι, τι ήμουνα θυμάμαι,
πιστεύω σ’ ό,τι βλέπω, σ’ ό,τι αγγίζω.
Τώρα δεν μπορείς πια να επανορθώσεις,
τώρα είν’ αργά, την ξέρω την αλήθεια,
κι όσο κι αν λυπηθείς, κι αν μετανιώσεις,
δεν θα σου δώσει ο ουρανός βοήθεια.
81
Κανείς πια δεν μπορεί να μου στερήσει
τα δικαιώματα που έχω στο θρόνο
σαν κληρονόμος. Κι αν πριν μ’ είχες κλείσει
στης φυλακής τα σίδερα, ήταν μόνο
γιατί δεν ήξερα. Μα έχω ξυπνήσει
τώρα, και ξέρω, είμ’ ενημερωμένος
για το ποιος είμαι. Κι είμαι, από τη φύση,
άνθρωπος με θεριό μαζί πλασμένος.
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
Μπαίνει η ΡΟΖΑΟΥΡΑ, ντυμένη γυναικεία.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κα τ ιδίαν)
Εδώ έχω την Εστέλλα ακολουθήσει,
μα τρέμω ο Αστόλφο μήπως μ’ αντικρίσει,
γιατί ο Κλοτάλντο αυτό με συμβουλεύει:
να μη φανερωθώ, αλλιώς κινδυνεύει
η υπόληψή μου. Κι έχω εμπιστοσύνη
σ’ όποια ο Κλοτάλντο συμβουλή μού δίνει,
τη ζωή και την τιμή μου τού χρωστώ,
γι’ αυτό αιωνίως θα τον ευχαριστώ.
ΚΛΑΡΙΝ
Απ’ όλα τα καινούργια που είδες μπρος σου,
τι αξίζει πιο πολύ το θαυμασμό σου;
82
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Τίποτα απ’ όσα βλέπω δεν μ’ εκπλήσσει,
για όλα αυτά μ/ είχαν προειδοποιήσει.
Μα αν κάπου αρμόζει θαυμασμός μεγάλος
-για μένα- είναι στο γυναικείο κάλλος.
Θυμάμαι, στα βιβλία είχα διαβάσει
πως ο Θεός έβαλε, για να πλάσει
τον άνδρα, περισσότερη σοφία,
γιατί είν’ ο κόσμος σε μικρογραφία.
Δεν ήθελε, όμως, κι η γυναίκα νου,
που είναι μικρογραφία του ουρανού,
και πιο πολλή ομορφιά απ’ τον άνδρα έχει
όσο ο ουρανός από τη γη απέχει;
Και παραπάνω, αν είν’ το πλάσμα αυτό!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κατ' ιδίαν)
Ο πρίγκιπας, εγώ, ώρα να κρυφτώ.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Στάσου, γυναίκα! Γιατί θες να φύγεις
καλά-καλά πριν έρθεις, γιατί σμίγεις
δύση κι ανατολή τόσο εσπευσμένα;
Γιατί αν αυτές τις δυο τις κάνεις ένα,
αν χάραμα και σούρουπο τα ενώσεις,
τη μέρα μου άδοξα θα την τελειώσεις.
(Κατ' ιδίαν).
Όμως τι βλέπω;
83
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κατ' ιδίαν)
Μοιάζει ψέμα να ναι,
κι όμως τα μάτια μου δεν με γελάνε.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ (Κατ ιδίαν)
Η ομορφιά αυτή, γνώριμη μου μοιάζει.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κατ ιδίαν)
Αυτό το μεγαλείο που κραυγάζει,
το έχω δει, στον πύργο της ερήμου
φυλακισμένο.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ (Κατ ιδίαν)
Να την η ζωή μου!
(Στη ΡΟΖΑΟΥΡΑ).
Γυναίκα -γιατί ο άνδρας άλλη λέξη
πιο τρυφερή δεν έχει να διαλέξει-
ποια είσαι; Πριν σε δω, έχεις κερδίσει
το θαυμασμό μου, μ’ έχεις κατακτήσει,
και σου έχω μια λατρεία τόσο μεγάλη
που, είμαι βέβαιος, σ’ έχω δει και πάλι.
Ποια είσαι λοιπόν, για πες, γυναίκα θεία;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κατ’ ιδίαν)
Θα υποκριθώ.
(Στον Σιγιςμοτνδο).
Μια απ’ την ακολουθία,
κύριέ μου, της Εστέλλας είμαι, απλώς.
84
ΣΙΓΙΣΜΟΓΝΔΟΣ
Να λες πως είσαι ο ήλιος ο λαμπρός,
κι αυτή, το αστέρι, ζει χάρις στο φως σου
κι αντανακλά το φέγγος το δικό σου.
Μες στο βασίλειο των αρωμάτων,
βλέπω το ρόδο, θαύμα των θαυμάτων,
τ ’ άλλα άνθη σαν θεός να εξουσιάζει
γιατί από κείνα πιο γλυκά ευωδιάζει.
Βλέπω ότι πάντα η πρωτοκαθεδρία
στων πολυτίμων λίθων τη χορεία
ανήκει στο διαμάντι, εφόσον έχει
λάμψη πιο δυνατή, κι άρα υπερέχει.
Στων άστρων τις νυχτερινές συνάξεις,
βλέπω να ξεχωρίζει, ως πρώτης τάξης
αστέρι, η Πούλια, που απ’ την ομορφιά της,
τ ’ άλλα άστρα φαίνονται χλωμά μπροστά της.
Στις σφαίρες που κοσμούνε το στερέωμα,
βλέπω ότι ο Ήλιος μόνο έχει δικαίωμα
να ναι μονάρχης, να ’χει τους πλανήτες
ακόλουθούς του και πιστούς πολίτες.
Ενώ, λοιπόν, σ’ επίγεια κι επουράνια
βασίλεια, μόνο η ομορφιά η σπάνια
κυριαρχεί, πώς άντεξε η ψυχή σου
να υπηρετείς κάποια κατώτερή σου,
όταν στην ομορφιά σαφώς προηγείσαι,
ρόδο, διαμάντι, Πούλια και Ήλιος είσαι;
85
ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ
Μπαίνει ο Κλοτάλντο.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κατ ιδίαν)
Ως δάσκαλός του, πρέπει να σκεφτώ
πώς θα τον ηρεμήσω. Τι είν’ αυτό;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Κύριε, μ’ ευχαριστεί η εκτίμησή σου,
αλλά η σιωπή μου προς απάντησή σου,
γιατί αν ο νους σε λόγια είναι λειψός,
τότε η σιωπή, κύριέ μου, είναι χρυσός.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Περίμενε! Γιατί θες να μ’ αφήσεις
τόσο άσπλαχνα, γιατί θες να βυθίσεις
όλες μου τις αισθήσεις στα σκοτάδια;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ζητώ, Υψηλότατε, τούτη την άδεια.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Την άδεια, όταν φεύγεις έτσι εν τάχει,
δεν τη ζητάς, την έλαβες μονάχη.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Την παίρνω μόνη μου, αφού τόσο αργεί.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Μην κάνεις την αβρότητά μου οργή,
86
γιατί η ανυπακοή είναι δηλητήριο
για την υπομονή μου, είναι μαρτύριο.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Κι αν την υπομονή σου βάλει κάτω
το δηλητήριο αυτό, που ’ναι γεμάτο
παράφορη μανία, δεν θα τολμήσει
το σεβασμό που αξίζω να τον σβήσει.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Με προκαλείς; Λοιπόν, δεν θα διστάσω
το φόβο μπρος στα κάλλη σου να χάσω,
γιατί τα αδύνατα να κάνω πράξη
είν’ η ευχαρίστησή μου. Είχα πετάξει
προ ολίγου απ’ το μπαλκόνι στο νερό
κάποιον που αμφισβητούσε ότι μπορώ.
Θα δεις, λοιπόν, ότι δεν θα τρομάξω
απ’ το παράθυρο να σε πετάξω.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κατ ιδίαν)
Αχ! Όσο πάει, πιο πολύ αγριεύει.
Πώς να ενεργήσω, Θεέ μου; Κινδυνεύει
από μια τρέλα, μια παραφορά,
η υπόληψή μου δεύτερη φορά!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Δεν ήταν λανθασμένη η προφητεία
πως, κάτω απ’ τη δική σου δεσποτεία,
η δύστυχη αυτή χώρα θα γνωρίσει
φόνους, συνομωσίες, πάθη, μίση.
87
Μα τι άλλο περιμένεις να προσφέρει
κάποιος που τ, όνομα του ανθρώπου φέρει
μονάχα, ενώ είν’ αγροίκος, ξιπασμένος,
απάνθρωπος, θρασύς, μεγαλωμένος
σαν το θεριό μες στ, άλλα τα θηρία;
ΣΤΓΙΣΜΟΤΝΔΟΣ
Για ν, αποφύγω αυτή τη λοιδορία,
γι’ αυτό κι ήμουν μαζί σου ευγενής τόσο,
πιστεύοντας πως θα σε υποχρεώσω.
Αλλά αν είμ’ όλα αυτά που λες, θα σπεύσω
-μα το Θεό- να σου τα επαληθεύσω.
Αφήστε μας μονάχους! Κλειδωμένη
κρατήστε αυτή την πόρτα!
Φεύγει ο Κ λαριν.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κατ’ ιδίαν)
Είμαι χαμένη!
(Στον Σιγιςμοτνδο).
Στοχάσου, κύριε...
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Είμαι θεριό της φύσης,
και μάταια προσπαθείς να μ’ εμποδίσεις!
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κατ’ ιδίαν)
Αβάσταχτο! Κάτι πρέπει να κάνω!
Θα μπω στη μέση, ακόμα κι αν πεθάνω.
(Στον Σιγ ιςμ ο τνδο ).
88
Σταμάτα, κύριε! Χέρι μην απλώνεις...
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Για δεύτερη φορά μ’ εξαγριώνεις,
γέρο άμυαλε, γέρο παραλυμένε!
Το κύρος μου, η οργή μου, δεν σου λένε
τίποτα; Και γιατί είσαι εδώ φερμένος;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Απ’ τις φωνές αυτές θορυβημένος,
ήρθα για να σου πω να τιθασέψεις
το πάθος σου, άμα θες να βασιλέψεις,
κι όχι, επειδή εδώ μέσα όλων ηγείσαι,
να ’σαι σκληρός, γιατί ίσως σ’ όνειρο είσαι.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Το θέμα αυτό του ονείρου και της πλάνης
όταν το θίγεις, έξαλλο με κάνεις.
Λοιπόν, θα σε σκοτώσω, και θα δούμε:
θα V όνειρο ή αλήθεια;
Ενώ πάει να βγάλει το σπαθί του, τον
συγκρατεί ο ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ και πέφτει στα
γόνατα.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Δικαιούμαι
τέλος καλύτερο να ’χει η ζωή μου!
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Τράβα το χέρι σου από το σπαθί μου!
89
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ώσπου να ’ρθεί κάποιος να με βοηθήσει
και τη φρικτή σου οργή να συγκρατήσει,
δεν θα τ ’ αφήσω.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ω, Θεέ μου!
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Σου είπα, άσε
το ξίφος, γέρο αχρείε, ανάθεμά σε,
αλλιώς, τα χέρια μου ξέρουν τον τρόπο
αμέσως να σ’ αφήσουνε στον τόπο,
(Παλεύουν).
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Τρέξτε, σκοτώνουν τον Κλοτάλντο! Βοήθεια!
Ελάτε γρήγορα!
Η ΡΟΖΑΟΥΡΑ φεύγει. Έρχεται ο Αςτοα-
ΦΟ, τη στιγμή που ο ΚΑΟΤΑΛΝΤΟ πέφτει
στα πόδια του, και μπαίνει ανάμεσα
στους δύο.
ΣΚΗΝΗ ΕΝΑΤΗ
ΑΣΤΟΛΦΟ
Τι βλέπω, αλήθεια,
γενναίε μου πρίγκιπα; Ένα τιμημένο
ξίφος, να λεκιαστεί με παγωμένο
90
και γέρικο αίμα; Ξαναβάλτο πάλι
στη θήκη του το λαμπερό σου ατσάλι.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Όχι, προτού το δω να κοκκινίσει
απ’ το αίμα αυτού του αχρείου.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Έχει ζητήσει
στα πόδια μου άσυλο. Άρα, προστασία
τού εγγυάται εδώ η δική μου παρουσία.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Το θάνατό σου εγγυάται! Μ’ ένα σμπάρο,
σκοτώνοντάς σε, εκδίκηση θα πάρω
που πριν μ’ εκνεύρισες.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Σπαθί άμα βγάλω
σ' αυτοάμυνα, το στέμμα δεν προσβάλλω.
Τραβάνε τα σπαθιά. Μπαίνουν ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
και η ΕΣΤΕΛΛΑ.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μη, κύριε...
91
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Τι είν’ αυτές οι αψιμαχίες;
ΕΣΤΕΛΛΑ (Κατ ιδίαν)
Ο Αστόλφο εδώ; Αυτό γεννά υποψίες.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Τι έχει συμβεί εδώ μέσα τόσην ώρα;
ΑΣΤΟΛΦΟ
Τίποτα, κύριε, εφόσον ήρθες τώρα.4
(Βάζουν τα σπαθιά στις θήκες τους).
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Πολλά, και να στα πω δεν θα τρομάξω:
τον γέρο αυτόν πολέμαγα να σφάξω.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Καλά, για τ ’ άσπρα του μαλλιά, δεν είχες
σέβας;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Κύριε, άσε, είναι δικές μου οι τρίχες,
ανάξιες λόγου.
4 Ο λεγόμενος «νόμος της βασιλικής παρουσίας» επέβαλλε
να ξαναμπαίνουν τα ξίφη στη θήκη τους, μόλις εμφανιζόταν
ο βασιλιάς. Σύμφωνα με τον κώδικα τιμής, και οι δύο αντι-
μαχόμενες πλευρές είχαν πλέον αποκαταστήσει την τιμή τους,
και απαγορευόταν να ξαναφέρουν στην επιφάνεια τη συγκεκριμένη
διαφορά τους.
92
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Μάταια θα ικετεύσεις
στ, άσπρα μαλλιά το σέβας να μου εμπνεύσεις,
γιατί, μπορεί και τούτα εδώ, πατέρα,
να δεις κάτω απ’ τα πόδια μου μια μέρα.
Δεν πήρα ακόμα την εκδίκησή μου
για το άδικο που ’κανες στη ζωή μου.
(Φεύγει)·
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Όμως, πριν γίνει τούτο, θα επιστρέφεις
στον ύπνο το βαθύ, και θα πιστέψεις
πως όλα αυτά που άναυδο σ’ αφήσαν,
όπως όλα τα εγκόσμια, όνειρο ήσαν.
Φεύγουν ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ και ο ΚΛΟΤΜΝΊΌ,
Μένουν η Εστέλλα και ο Α ςτολφο.
ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΑΣΤΟΛΦΟ
Α, πόσο σπάνια βγαίνει ψεύτρα η μοίρα
όταν προβλέπει συμφορές! Παρόλο
που έχει τόση σιγουριά στα αντίξοα,
στα ευνοϊκά είναι πάντα τόσο αβέβαιη!
Και τι άξιος αστρολόγος θα ήταν όποιος
μόνο δεινά προανήγγελλε, γιατί όλα
θα επαληθεύονταν, το δίχως άλλο.
ΓΓ απόδειξη, σκέψου ποια ήταν η μοίρα
93
του Σιγισμούνδου κι η δική μου, Εστέλλα,
και δες τι διαφορά είχε στον καθένα.
Για ’κείνον προέβλεπε ύβρη, υπεροψία,
φόνους, καταστροφές, κι έλεγε αλήθεια,
αφού όλα τούτα τελικά συμβαίνουν.
Αλλά σε μένα, που έταζε, κυρία,
θριάμβους, νίκες, δόξα, ευδαιμονία
στη θέα των ολοφώτεινων ματιών σόυ,
που ο ήλιος μια σκιά τους είναι μόνο,,
κι ο ουρανός μικρή περίληψή τους,
έλεγε μισό ψέμα μισή αλήθεια.
Γιατί, την εύνοιά σου μού υποσχόταν,
και εισπράττω μια ψυχρήν αδιαφορία.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Δεν αμφιβάλλω για την ειλικρίνεια
των λόγων των ευγενικών που είπες,
μόνο που θα προορίζονται για μια άλλη
γυναίκα, της οποίας το πορτραίτο
κρεμόταν στο λαιμό σου όταν πρωτόρθες
για να με δεις, Αστόλφο. Άρα, μονάχα
σ’ αυτήν αξίζουν τέτοιες κολακείες.
Τράβα, λοιπόν, να στις εξαργυρώσει,
γιατί, στου έρωτα το δικαστήριο,
θεωρούνται αναξιόπιστα στοιχεία
τα λόγια τα όμορφα σ’ άλλες γυναίκες
κι οι όρκοι πίστης σ’ άλλους βασιλιάδες.
94
ΣΚΗΝΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ
Εμφανίζεται η ΡΟΖΑΟΥΡΑ στο πλάι,
αθέατη από τους άλλους.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κατ ιδίαν)
Αχ! Δόξα σοι ο Θεός, τα βάσανά μου
φτάσαν στο τέρμα τους, γιατί όποιος είδε
ό,τι είδα, τίποτα άλλο δεν φοβάται.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Θα βγάλω από το στήθος το πορτραίτο,
να μπει της ομορφιάς σου μόνο η εικόνα.
Εκεί που μπαίνει η Εστέλλα, καμιά θέση
δεν έχει η σκιά, ούτε άστρο εκεί που λάμπει
ο ήλιος, πάω αμέσως να το φέρω.
(Κ α τ ’ ιδίαν).
Ωραία Ροζάουρα, να μου συγχωρέσεις
αυτή την προσβολή, αλλά μόνο τόση
πίστη κρατάνε οι άντρες στις γυναίκες,
σαν τους χωρίζει η απόσταση κι ο χρόνος.
(Φεύγει).
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κατ ιδίαν)
Τίποτα δεν κατάφερα ν’ ακούσω,
φοβόμουνα μήπως μ, αντιληφθούνε.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Αστρέα!
95
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Κυρία!
ΕΣΤΕΛΛΑ
Αχ, ευτυχώς που ήρθες
εσύ ειδικά, γιατί μόνο σε σένα
θέλω να εμπιστευθώ ένα μυστικό μου.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Θα ’ναι τιμή στην ταπεινή σου δούλη,
κυρία.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Λίγο καιρό σε ξέρω, Αστρέα,
κι όμως, έχεις κερδίσει την καρδιά μου.
Γι’ αυτό, και για τις τόσες αρετές σου,
τολμώ να εμπιστευτώ σε σένα κάτι
που κρύβω κι από τον εαυτό μου ακόμα
πολύ συχνά.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Πάντα πιστή σου δούλη.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Λοιπόν, με λίγα λόγια: ο εξάδελφός μου
ο Αστόλφο -η λέξη εξάδελφός σού φτάνει
προς το παρόν, γιατί, τα περαιτέρω,
σαφέστερα τα κάνει μόνο η σκέψη-
πρόκειται να με παντρευτεί, εάν όντως
η τύχη μου, με μια χαρά μονάχα,
96
θέλει να μου εξοφλήσει τόσες πίκρες.
ΣτενοχωρήΘηκα, όμως, όταν είδα
την πρώτη μέρα εδώ, πως στο λαιμό του
κρεμόταν το πορτραίτο μιας γυναίκας.
Του μίλησα επ’ αυτού, με γλυκό τρόπο,
φάνηκε ιππότης, μ’ αγαπάει στ, αλήθεια,
και πάει αμέσως τώρα να το φέρει.
Μα ντρέπομαι πολύ που θα το πάρω
εγώ απ’ τα χέρια του, γι’ αυτό, εδώ μείνε,
κι όταν το φέρει, πες του να στο δώσει
εσένα. Δεν χρειάζεται να πω άλλα,
είσαι διακριτική, είσ’ ωραία, και ξέρεις
πολύ καλά ο έρωτας τι σημαίνει.
(Φεύγει).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ξέρω, που να μην το 'ξερα! Ω, Θεέ μου,
βόηθα με! Ποια γυναίκα θα ’ταν τόσο
ψύχραιμη, συνετή, ώστε να ξέρει
πώς να φερθεί σε τόσο μπερδεμένη
κατάσταση; Να υπάρχει άλλος στον κόσμο
που να τον πολεμά η άσπλαχνη μοίρα
με πιο πολλά δεινά, που αντιπαλεύει
με πιο πολλά χτυπήματα από μένα;
Τώρα, σε τέτοιο μπέρδεμα, τι κάνω,
που μοιάζει αδύνατον να βρω μια λύση,
97
και καμιά λύση δεν με ανακουφίζει;
Από την πρώτη-πρώτη δυστυχία,
δεν έκανα ένα βήμα στη ζωή μου
που να μη φέρει δυστυχία καινούργια,
η μια όταν σβήνει, τη διαδέχεται άλλη.
Όπως κι ο φοίνικας, ξαναγεννιούνται
η μια απ’ την άλλη, αδιάκοπη αλυσίδα,
παίρνουν ζωή απ’ το θάνατο, και πάντα
είναι ζεστές στον τάφο τους οι στάχτες.
Κάποιος σοφός, δειλές τις ονομάζει,
γιατί δεν έρχονται μια-μια, αλλά πλήθος,
μα εγώ τις λέω γενναίες, γιατί πάντα
βαδίζουν μπρος και δεν γυρνάν την πλάτη.
Όποιος τις έχει σύμμαχους, τα πάντα
μπορεί ν’ αποτολμήσει, γιατί φόβο
δεν θα ’χει μήπως τον εγκαταλείψουν
ποτέ. Το λέω εγώ, αφού μες στα τόσα
που μού ’φερε η ζωή, τις δυστυχίες
ποτέ δεν τις στερήθηκα, ούτε εκείνες
θα κουραστούν ποτέ να με χτυπάνε,
αν δε με δούνε, θύμα πια της μοίρας,
να γέρνω στην αγκάλη του θανάτου.
Και τώρα, τι να κάνω, αλίμονο μου,
στο δίλημμα το μέγα που έχω μπλέξει;
Αν αποκαλυφθώ, μπορεί ο Κλοτάλντο,
που του χρωστώ την ίδια τη ζωή μου,
να προσβληθεί, αφού είπε ότι αν σωπάσω
μόνο θα επανορθώσει την τιμή μου.
Αν κρύψω απ’ τον Αστόλφο την αλήθεια,
πώς θα μπορώ να υποκριθώ μπροστά του;
Γιατί, όσο πειστικά κι αν προσποιούνται
η γλώσσα μου, τα μάτια μου, η φωνή μου,
όλα η ψυχή δεν θα τα βγάλει ψεύτες;
Άρα, τι κάνω; Μα τι συλλογιέμαι
το τι θα κάνω, αφού καλά το ξέρω
πως όσο ωραία κι αν τα προετοιμάσεις,
όσο κι αν τα σκεφτείς, κι αν προνοήσεις,
σαν έρθει η κρίσιμη στιγμή, θα πράξεις
αυτό που θα σου υπαγορεύσει ο πόνος;
Γιατί τους πόνους δεν τους εξουσιάζεις.
Κι αφού η ψυχή δεν λέει ν’ αποφασίσει
το τι πρέπει να κάνω, τότε ας φτάσει
σήμερα ο πόνος στην κορύφωσή του,
ας φτάσει η θλίψη στα έσχατά της βάθη,
κι ας βγω μια και καλή απ’ τις εικασίες
κι από τις ταλαντεύσεις. Αλλά ως τότε,
βοήθησέ με, Θεέ μου, βοήθησέ με!
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Μπαίνει ο ΑΣΤΟΛΦΟ με το πορτραίτο.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Ιδού, κυρία, το πορτραίτο... Ω, Θεέ μου!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Γιατί μένει άναυδη η Υψηλότητά σου;
Τι την εκπλήσσει;
99
ΑΣΤΟΛΦΟ
Μα, το ότι σε βλέπω,
Ροζάουρα, και το ότι σ’ ακούω!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ροζάουρα;
Θα ξεγελάστηκε η Τψηλότητά σου,
για άλλη θα με περνά. Με λένε Αστρέα,
κι η ταπεινή μου θέση δεν αξίζει
την τύχη τόσο να σε αναστατώνω.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Σταμάτα αυτό το θέατρο, Ροζάουρα,
γιατί η ψυχή ποτέ δεν ξεγελιέται,
μπορεί ως Αστρέα τώρα να σε βλέπει,
μα σ’ αγαπά ως Ροζάουρα.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Δεν γνωρίζω
τι λέει η Τψηλότητά σου, άρα δεν έχω
τι ν’ απαντήσω. Θα σου πω μονάχα
ότι η Εστέλλα -δηλαδή ένα αστέρι,
μπορεί κι η Αφροδίτη- μ’ έχει αφήσει
στη θέση της, για να σου πω να δώσεις
σε μένα το πορτραίτο -και δεν βρίσκω
διόλου παράλογο αυτό που ζητάει-
για να το πάρει απ’ τα δικά μου χέρια.
Έτσι το θέλει η Εστέλλα, όσο κι αν είναι
εις βάρος μου το ασήμαντο αυτό πράγμα,
μα θα το κάνω, αφού το θέλει εκείνη.
100
ΑΣΤΟΛΦΟ
Όσο σκληρά κι αν προσπαθείς, Ροζάουρα,
πόσο άσχημα προσποιείσαι! Πες στα μάτια
να συντονίσουνε τη μουσική τους
με τη φωνή σου, γιατί είναι μοιραίο
ν’ ακούγεται ενοχλητικό και φάλτσο
ένα ξεκούρδιστο όργανο, που μάταια
κάνει προσπάθειες για να συνταιριάξει
το ψέμα αυτών που λες με την αλήθεια
αυτών που αισθάνεσαι.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Εγώ, το πορτραίτο
σου ’πα ότι περιμένω.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Αφού επιμένεις
να παίζεις θέατρο μέχρι τέλους, παίζω
κι εγώ μαζί, και να η απάντησή μου:
Πες στην κυρά σου, Αστρέα, πως της έχω
τόσο μεγάλη εκτίμηση, που βρίσκω
φτηνό να στείλω απλώς ένα πορτραίτο.
ΙΥ αυτό λοιπόν, ως δώρο αντάξιό της,
θα στείλω το πρωτότυπο. Κι αμέσως
μπορείς να της το πας, αφού το φέρεις
επάνω σου, όπως φέρεις τον εαυτό σου.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Αν ένας άνδρας έχει ξεκινήσει
με τόλμη, γενναιότητα και σθένος,
101
να φέρει μιαν αποστολή σε πέρας,
όσο κι αν σαν αντάλλαγμα τού δώσουν
κάτι πολυτιμότερο, θεωρείται
ανάξιος, βλάκας, αποτυχημένος,
αν δίχως το ζητούμενο επιστρέφει.
Εγώ ήρθα για να πάρω ένα πορτραίτο,
κι όσο κι αν το πρωτότυπο έχει αξία
ανώτερη, θα ’μαι αποτυχημένη
αν δεν το πάρω. Οπότε, κύριε, δώσ’ το,
γιατί χωρίς αυτό δεν επιστρέφω.
ΑΣΤΟΛΦΟ
            Κι αν δε στο δώσω, εσύ πώς θα το πάρεις;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Έτσι! Άσ' το κάτω, αχάριστε, άφησέ το!
ΑΣΤΟΛΦΟ
Μάταια πασχίζεις.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Μα το Θεό, σου λέω,
δεν θα το δω σε χέρια άλλης γυναίκας!
ΑΣΤΟΛΦΟ
Εσύ είσαι τρομερή!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Κι εσύ προδότης!
102
ΑΣΤΟΛΦΟ
Φτάνει, αρκετά, Ροζάουρα, μη, γλυκιά μου!
ΡΟΖΑΟΪΡΑ
Γλυκιά σου εγώ; Τι ψεύτης που είσαι, αχρείε
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΠΕΜΠΤΗ
Μπαίνει η ΕςτΕΛΛΑ.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Αστρέα! Αστόλφο! Τι συμβαίνει;
ΑΣΤΟΛΦΟ (Κατ’ ιδίαν)
Η Εστέλλα!
ΡΟΖΑΟΪΡΑ (Κατ’ ιδίαν)
Αχ, ας μου δώσει πανουργία ο Έρως,
να πάρω το πορτραίτο μου.
(Στην ΕΣΤΕΛΛΑ).
Κυρία,
αφού ζητάς να μάθεις τι συμβαίνει,
εγώ θα σου το πω.
ΑΣΤΟΛΦΟ (Στη ΡΟΖΑΟΥΡΑ)
Τι πας να κάνεις;
ΡΟΖΑΟΪΡΑ
Με διέταξες εδώ να περιμένω,
να πάρω απ’ τον Αστόλφο ένα πορτραίτο
εκ μέρους σου. Έτσι μόνη όπως καθόμουν,
κι έτσι όπως πεταρίζουν χίλιες σκέψεις
απ’ το ένα θέμα στο άλλο μ, ευκολία,
θυμήθηκα, μια που είπες για πορτραίτα,
πως είχα ένα δικό μου στο μανίκι.
Θέλησα να το δω, γιατί όταν είσαι
μόνος, με κάτι τέτοιες ανοησίες
περνάς την ώρα σου. Όπως το κρατούσα,
όμως, μου γλίστρησε κι έπεσε χάμω.
Ο Αστόλφο, τότε, που ήρθε να σου φέρει
της άλλης της γυναίκας το πορτραίτο,
το σήκωσε, και τόση απροθυμία
είχε να δώσει αυτό που του ζητούσες,
που ’θελε να κρατήσει και τα δύο.
Κι αφού ούτε με πειθώ ούτε μ’ ικεσίες
δε μου ’δινε καν το δικό μου πίσω,
απηύδησα, και πάνω στο θυμό μου,
πήγα να του τ ’ αρπάξω δια της βίας.
Να το δικό μου, το κρατάει στο χέρι.
Κοίτα το, και θα δεις πόσο μου μοιάζει.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Αστόλφο, άσ’ το πορτραίτο.
(Του το παίρνει απ' τα χέρια).
ΑΣΤΟΛΦΟ Μα, κυρία...
ΕΣΤΕΛΛΑ
Ομολογώ, καλοζωγραφισμένο.
104
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Εγώ δεν είμαι;
ΕΣΤΕΛΛΑ
Υπήρχε αμφιβολία;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ζήτα του να σου δώσει το άλλο τώρα.
ΕΣΤΕΛΛΑ
Καλά, πάρ’ το πορτραίτο σου και φύγε.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ (Κατ' ιδίαν)
Τώρα που το πορτραίτο μου το πήρα,
δεν μ’ ενδιαφέρει, ας γίνει πια 6,τι θέλει.
(Φεύγει).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΚΤΗ
ΕΣΤΕΛΛΑ
Δώσε μου τώρα, κύριε, το πορτραίτο
που ζήτησα, γιατί, αν και δεν σκοπεύω
πια να σε ξαναδώ ή να σου μιλήσω,
με τίποτα δεν θέλω αυτό να μείνει
στα χέρια σου, για τον πολύ απλό λόγο
ότι, ζητώντας το, έγινα γελοία.
ΑΣΤΟΛΦΟ (Κατ’ ιδίαν)
Πώς θα μπορέσω τώρα να ξεμπλέξω;
(Στην Εςτελαα).
105
Ωραία Εστέλλα, αιώνιος πόθος μου είναι
το να σε υπηρετώ, να σε υπακούω,
μα αδυνατώ να δώσω το πορτραίτο
που μου ζητάς, γιατί...
ΕΣΤΕΛΛΑ
Είσαι ένας αχρείος,
ψεύτης, χυδαίος, κι ανάξιος της καρδιάς μου!
Μη μου το δίνεις, κράτα το για πάντα!
Μην έχεις κι αφορμή να μου θυμίζεις
πως κάποτε, η χαζή, στο ’χα ζητήσει.
(Φεύγει).
ΑΣΤΟΛΦΟ
Στάσου, μη φεύγεις, άκου... Ανάθεμά σε,
Ροζάουρα! Από πού, πώς, με τι τρόπο
βρέθηκες σήμερα στην Πολωνία,
κι έφερες το χαμό και για τους δυο μας;
(Φεύγει).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΒΔΟΜΗ
Στον πύργο του ΣίΓίΣΜΟΤΝΔΟ. Βλέπουμε
τον Σιγιςμουνδο, σκεπασμένο με
τομάρια και αλυσοδεμένο, όπως στην
αρχή, να κοιμάται στο πάτωμα. Μπαίνουν
ο Κ λοταλντο, ο Κ λαριν και δύο
υπηρέτες.
106
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Εκεί ακριβώς, εκεί να τον αφήσεις,
εκεί που το αλαζονικό του μένος
άναψε, εκεί θα σβήσει.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ 1
Είναι δεμένος
και πάλι.
ΚΛΑΡΙΝ
Σιγισμούνδο, μην ξυπνήσεις,
μη δεις που απέσυρε την εύνοιά του
το πεπρωμένο, κι ήταν μια αυταπάτη
οι δόξες όλες που ’χες στο παλάτι,
μια σκιά ζωής, μια αναλαμπή θανάτου.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Γι’ αυτόν που βαθυστόχαστα μιλάει,
πρέπει ένα χώρο να χαμε προβλέψει,
να του δοθεί ευκαιρία να διαπρέψει
σε στοχασμούς. Στο άλλο κελί, στο πλάι,
χώστε κι αυτόν εδώ.
ΚΛΑΡΙΝ
Γιατί εμένα;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Γιατί, κλαρίνο που ίσως να λαλήσει,
μόνο αν στη φυλακή κανείς το κλείσει
θα ναι τα μυστικά του ασφαλισμένα.
107
ΚΛΑΡΙΝ
Ήθελα εγώ να σφάξω τον μπαμπά μου;
Πέταξα εγώ κανένα απ’ το μπαλκόνι;
Μήπως σε μένα δώσανε το αφιόνι;
Μήπως εγώ είμ’ ακόμα στα όνειρά μου;
Γιατί, λοιπόν, στη φυλακή να ζήσω;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Είσαι ο Κλαρίν, γι’ αυτό.
ΚΛΑΡΙΝ
Μα τότε, πέτα
τ ’ όνομα τούτο, λέγε με Κορνέτα,
που είν’ όργανο βραχνό, και θα σιωπήσω!
Οι φρουροί παίρνουν τον ΚΛΑΡΙΝ. Μπαίνει
ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, κουκουλωμένος με
μανδύα.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΟΓΔΟΗ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Κλοτάλντο;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Κύριε! Εδώ, μεταμφιεσμένος;
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Μια περιέργεια διαβολεμένη
108
να μάθω ο Σιγισμούνδος πώς πηγαίνει,
μ, έκανε να ’ρθω ταπεινά ντυμένος.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Να, κοίτα τον, εκεί, παραδομένο
σ’ άθλια δεσμά, όπως πριν έτσι και τώρα.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Αχ, πριγκιπόπουλο άτυχο, που σε ώρα
κακιά κι ολέθρια είσαι γεννημένο!
Ξύπνα τον πια, το υπνωτικό θα πρέπει
να ’χει στραγγίζει όλη τη δύναμή του.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Κινείται, κύριε, ακούω τη φωνή του.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Άραγε, τώρα τι όνειρο να βλέπει;
Ας δούμε.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ (Στ όνειρό του)
Πρίγκιπας με δίκαιη κρίση
είν’ όποιος τους τυράννους εξοντώνει.
Στα χέρια μου ο Κλοτάλντο ας τελειώνει,
τα πόδια μου ο πατέρας μου ας φιλήσει.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Με θάνατο φρικτό μ, έχει απειλήσει.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Κι εμένα ταπεινώσεις μού ετοιμάζει.
109
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Να μου αφαιρέσει τη ζωή σχεδιάζει.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Σκοπεύει καταγής να με πατήσει.
ΣΙΓΙΣΜΟΓΝΔΟΣ (Στ όνειρό του)
Ας βγει στο μέγα θέατρο του κόσμου
η άφθαστή μου ανδρεία, ας σαγηνεύσει.
Και θα ’χω ως Σιγισμούνδος θριαμβεύσει
μόλις συρθεί στα πόδια μου ο γονιός μου.
(Ξυπνάει).
Θεέ μου! Πού βρίσκομαι;
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Πιο κει κρυμμένος
θα τον ακούω, δίχως να με βλέπει.
Ξέρεις τι έχεις να κάνεις και τι πρέπει.
(Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ αποσύρεται).
ΣΙΓΙΣΜΟΓΝΔΟΣ
Να το πιστέψω; Εγώ είμ, εδώ, κλεισμένος
στης φυλακής τους τοίχους; Τον εαυτό μου
βλέπω στα σίδερα; Την απορία μου λύσε,
πύργε: το μνήμα μου εσύ δεν είσαι;
Εσύ είσαι! Θεέ μου, τι είδα στ, όνειρό μου!
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κατ’ ιδίαν)
Σειρά μου τώρα εγώ να πάω πιο πέρα
την πλάνη τούτη.
110
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Είν’ ώρα να ξυπνήσω;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ναι, ξύπνα πια, καιρός να σου μιλήσω.
Μα τι ύπνος είν’ αυτός, όλη τη μέρα;
Από την ώρα που έφυγα -θυμάσαι;-
έναν αετό να παρακολουθήσω
στο αργό του πέταγμα, κι έμεινες πίσω,
από την ώρα εκείνη, εσύ κοιμάσαι;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Ναι, ναι. Κι ούτε και τώρα έχω ξυπνήσει,
αφού, Κλοτάλντο, ξέρω ότι στο βάθος
κοιμάμαι ακόμα, και δεν κάνω λάθος.
Αν όσα στ, όνειρό μου έχω ζήσει,
τα είδα, τ ’ άγγιξα κι ήταν αλήθεια,
τα τωρινά είναι ψεύτικα. Επομένως,
θα βλέπω την αλήθεια κοιμισμένος
και ξυπνητός θα βλέπω παραμύθια.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Τι ονειρευόσουν;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Πράγματι αυταπάτη
αν ήταν, δεν θα πω τι ονειρευόμουν,
μα τι έβλεπα, Κλοτάλντο. Πως κοιμόμουν,
λέει, και ξύπνησα σ’ ένα κρεβάτι
-ω, τι σκληρή ειρωνεία- στολισμένο
111
με τόσα χρώματα, τόσα κεντίδια,
που ’ μοιάζε σαν να ’χε έρθει η Άνοιξη η ίδια
κι έστρωσε ένα χαλί λουλουδιασμένο.
Εκεί, χίλιοι ευγενείς, ενώπιον μου
γονατιστοί, πρίγκιπα με καλούσαν,
πετράδια, πλούσια ρούχα μού φορούσαν
και τη γαλήνη των αισθήσεών μου
την έκανες εσύ χαρά, τα νέα
σαν μου ’φερες: πως, αν κι είμαι δεσμώτης,
η Πολωνία με έχει διάδοχό της.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Και μάλλον θα με αντάμειψες γενναία.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Δεν θα ’λεγα, προδότη σε καλούσα,
και δυο φορές πήγα να σε σκοτώσω
απ’ την οργή μου μανιασμένος.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Τόσο
σκληρός μαζί μου;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Σ’ όλους κυριαρχούσα,
κι απ’ όλους εκδικιόμουν. Αγαπούσα
μονάχα μια γυναίκα... Ήταν αλήθεια
αυτό, γιατί όλα αν χάθηκαν, στα στήθια
η αίσθηση τούτη μόνο είναι παρούσα.
Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ φεύγει.
112
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ (Κ ατ’ ιδίαν)
Έφυγε ο βασιλιάς, συγκινηαένος
μ, όσα άκουσε.
(Στον Σιγιςμουνδο).
Γιατί είχαμε μιλήσει
για τον βασιλικό αετό, είχες στήσει
βασίλεια μες στον ύπνο βυθισμένος.
Μα ας μην ξεχνάμε, έστω και κοιμισμένοι,
αυτόν που μας μεγάλωσε με κόπους,
διότι η καλή πράξη στους ανθρώπους,
ούτε και στ, όνειρο δεν πάει χαμένη.
(Φεύγει).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΝΑΤΗ
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Σωστά, λοιπόν, η λύσσα αυτή ας κοπάσει
κι η ματαιοδοξία μας η μεγάλη,
γιατί μπορεί να ονειρευτούμε πάλι,
κι αλήθεια, στην παράξενη αυτή πλάση,
μόνο όνειρο είναι η ζωή. Κι η πείρα
μού έδειξε πως ζούμε στ, όνειρό μας
ό,τι πιστεύουμε για τον εαυτό μας,
ώσπου ν’ αφυπνιστούμε από τη μοίρα.
Σ’ όνειρο ο βασιλιάς έχει την πλάνη
ότι διατάζει, ορίζει, βασιλεύει,
αλλά οι ιαχές, τα ζήτω που μαζεύει,
δανεικά είναι, ο θάνατος τα κάνει
113
στάχτες και τα σκορπίζει στον αέρα.
Ποιος θα ’θελε άραγε να κυβερνήσει
ξέροντας ότι πρέπει να ξυπνήσει
σ’ ένα όνειρο θανάτου κάποια μέρα;
Όνειρο βλέπει ο πλούσιος πως φυλάει
με κόπο τόσα πλούτη, όνειρο πάλι
βλέπει ο φτωχός τη φτώχεια τη μεγάλη,
όνειρο αυτός που η τύχη τού γελάει,
κι αυτός που με τις προσβολές χορταίνει
το μίσος του, κι αυτός που δάφνες δρέπει,
τι είν’ ο καθένας, σ’ όνειρο το βλέπει,
αλλά κανείς δεν το καταλαβαίνει.
Κι εγώ, το ότι ήμουν χθες σ’ ένα παλάτι,
όνειρο το ’δα, κι όνειρο είναι πάλι
πως στο κελί δεμένο μ’ έχουν βάλει.
Τι είν’ η ζωή; Ένα ψέμα, μια αυταπάτη,
μια χίμαιρα, μια σκιά. Στιγμή στου απείρου
το χάος είν’ ό,τι φαίνεται μεγάλο.
Γιατί η ζωή είν’ ένα όνειρο, τι άλλο!
Και τα όνειρα, είναι όνειρο του ονείρου.
ΤΕΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Η Μ Ε Ρ Α Τ Ρ ΙΤΗ
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Στον πύργο. Εμφανίζεται ο ΚΛΑΡΙΝ.
ΚΛΑΡΙΝ
Με κλείσανε σε πύργο στοιχειωμένο,
επειδή «ξέρω», λέει. Τι θα μου κάναν
για όσα δεν ξέρω, όταν γι’ αυτά που ξέρω
θέλουν να με σκοτώσουν! Κρίμα, κρίμα,
άνθρωπος μ’ όρεξη σαν τη δική μου,
να πρέπει να πεθάνει πεινασμένος!
Και ποιος να μη με λυπηθεί, όταν μάθει
ότι, παρόλο που με λεν Κλαρίνο,
μου επέβαλαν σιωπή, και πάω να σκάσω!
Αφού κι εγώ λυπάμαι τον εαυτό μου!
Η συντροφιά μου εδώ, αν δεν κάνω λάθος,
αράχνες είναι μόνο, και ποντίκια.
Σαν σπίνοι κελαηδούνε, τα χρυσά μου!
Απ’ τους εφιάλτες που είδα χθες τη νύχτα,
βουίζει ακόμα το μυαλό μου με ήχους
από τρομπέτες, ψαλμωδίες, φανφάρες,
πομπές με εσταυρωμένους, κι ένα πλήθος
πιστούς ν’ ακολουθούνε λιτανείες
και ν’ αυτομαστιγώνονται, από δαύτους,
άλλοι να πέφτουν, άλλοι ορθοί να μένουν,
κι άλλοι στο τέλος να λιποθυμάνε,
115
βλέποντας να ματώνει ο διπλανός τους.
Πάντως εγώ, για να πω την αλήθεια,
λιποθυμώ απ’ την αφαγία, διότι
στη φυλακή που είμαι, δεν νηστεύουν
Τετάρτη και Παρασκευή μόνο, όχι,
νηστεύουν κάθε μέρα της βδομάδας!
Λένε πως η σιωπή είναι άγιο πράμα,
ε, τότε, στο καινούργιο εορτολόγιο,
ας μπει η Αγία Μούγκα, αφού ταμένος
είμαι στη χάρη της, γι’ αυτό νηστεύω.
Μου αξίζουν, όμως, τούτα που τραβάω,
ποιος μου ’πε να κρατώ κλειστό το στόμα;
Αμάρτημα μεγάλο για υπηρέτη.
Ακούγονται απ’ έξω τυμπανοκρουσίες
και φωνές.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 1
Εδώ, σ’ αυτόν τον πύργο είναι κλεισμένος.
Σπάστε την πόρτα, μπείτε όλοι μέσα!
ΚΛΑΡΙΝ
Χριστούλη μου! Σίγουρα εμένα ψάχνουν,
αφού είπανε πως είμαι εδώ κλεισμένος.
Τι να με θέλουν, όμως;
116
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 1
Μπείτε μέσα!
Μπαίνουν μερικοί στρατιώτες.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 2
Εδώ είναι.
ΚΛΑΡΙΝ
Όχι, δεν είναι!
ΟΛΟΙ
Κύριέ μου!
ΚΛΑΡΙΝ (Κατ’ ιδίαν)
Ετούτοι, ή είναι τρελοί, ή έχουν μεθύσει.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 2
Εσύ είσαι ο πρίγκιπας μας. Άλλον ξένο
έξω απ’ τον φυσικό μας ηγεμόνα,
εμείς δεν θέλουμε, ούτε θα δεχτούμε.
Γονατιστοί, τα πόδια σου φιλούμε.
ΟΛΟΙ
Να ζήσει ο μέγας πρίγκιπας μας! Ζήτω!
ΚΛΑΡΙΝ (Κατ’ ιδίαν)
Ω, Θεέ μου, ετούτοι σοβαρολογούνε.
Συνήθειο το ’χουν σ’ αυτό το βασίλειο
να παίρνουν κάθε μέρα κι από έναν,
πρίγκιπα να τον κάνουν, και άντε πάλι
117
στον πύργο να τον κλείνουν; Έτσι θα ’ναι,
γιατί ξανά-μανά το ίδιο βλέπω.
Καιρός κι εγώ το ρόλο μου να παίξω.
ΟΛΟΙ
Δώσ’ μας τα πόδια σου.
ΚΛΑΡΙΝ
Δεν θα μπορέσω,
τα πόδια μου τα χρειάζομαι για μένα.
Πρίγκιπας χωρίς πόδια, άχρηστος είναι.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 2
Είπαμε στον πατέρα σου ότι εσένα
αναγνωρίζουμε για πρίγκιπά μας
μόνο, και όχι αυτόν της Μοσχοβίας.
ΚΛΑΡΙΝ
Και στον πατέρα μου δείξατε τόσην
ασέβεια; Καλά κουμάσια είστε.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 1
Το κάναμε από πίστη προς εσένα.
ΚΛΑΡΙΝ
Σας συγχωρώ, αφού ήταν από πίστη.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 2
Έλα, λοιπόν, για ν’ αποκαταστήσεις
την εξουσία σου. Ζήτω ο Σιγισμούνδος!
118
Ζήτω!
ΚΛΑΡΙΝ (Κατ’ ιδίαν)
Τι; Σιγισμούνδος, είπε; Ωραία,
φαίνεται πως τους λένε Σιγισμούνδους
όλους τους ψευτοπρίγκιπες της χώρας.
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Μπαίνει ο ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Ποιος είπε τ’ όνομα του Σιγισμούνδου;
ΚΛΑΡΙΝ (Κατ’ ιδίαν)
Αυτό ήταν, πάει, έγινα τέως πρίγκηψ.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 2
Ποιος είν’ ο Σιγισμούνδος;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Εγώ είμαι.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 2 (Στον ΚΛΑΡΙΝ)
Κι είχες το θράσος και την αφροσύνη
εσύ, να προσποιηθείς τον Σιγισμούνδο;
ΟΛΟΙ
119
ΚΛΑΡΙΝ
Εγώ τον Σιγισμούνδο; Κάνεις λάθος!
Εσείς δεν θέλατε, καλά και σώνει,
να με σιγισμουνδέψετε; Άρα μόνο
δικό σας είν’ το θράσος κι η αφροσύνη.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 1
Πρίγκιπα Σιγισμούνδο --αυτός ο τίτλος
σ’ εσένα ανήκει, κι από πίστη μόνο
εμείς σε αποκαλούμε κύριό μας-
ο βασιλιάς πατέρας σου, ο Βασίλειος,
φοβούμενος μήπως επαληθεύσει
μια μέρα ο ουρανός την προφητεία
πως θα συρθεί στα πόδια σου ηττημένος,
έχει σκοπό να σου αφαιρέσει όλα
τα δικαιώματα, και να τα δώσει
στης Μοσχοβίας το δούκα, τον Αστόλφο.
Γι’ αυτό συγκάλεσε τους αυλικούς του.
Αλλά ο λαός, που ’χει πια καταλάβει,
ξέρει πως έχει νόμιμο ηγεμόνα
και δεν ανέχεται να ’ρθει ένας ξένος
να τον διατάζει. Έτσι, περιφρονώντας
τη μοίρα και τους άδικους οιωνούς της,
ήρθε στον πύργο αυτό που σε κρατούσαν
αιχμάλωτο, για να σ’ ελευθερώσει,
και δίνοντάς σου κύρος με τα όπλα,
να σε βοηθήσει να ξανακερδίσεις
την εξουσία και να ξαναπάρεις
το σκήπτρο απ’ του σφετεριστή τα χέρια.
120
Έβγα, λοιπόν, κι είναι ήδη μαζεμένος
εδώ στην ερημιά στρατός μεγάλος
από πληβείους κι από επαναστάτες.
Η ελευθερία σε προσμένει, άκου,
να ’τη η φωνή της!
ΦΩΝΕΣ ΑΠ’ ΕΞΩ
Ζήτω ο Σιγισμούνδος!
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Πάλι, ουρανέ, με δοκιμάζεις; Θέλεις
πάλι να ονειρευτώ τιμές και δόξες
που θα τις σβήσει ο χρόνος; Θέλεις πάλι
να δω το μεγαλείο της βασιλείας
να εξαφανίζεται σαν σκιά, σαν φάσμα,
στο φύσημα του ανέμου; Θέλεις πάλι
να ζήσω αυτή τη διάλυση της πλάνης,
τον κίνδυνο που πάντοτε έχει δέσμια
και υποτελή τη δύναμη του ανθρώπου;
Όχι, όχι, αυτό δεν γίνεται, δεν πρέπει
να ξαναγίνω ανδρείκελο της μοίρας.
Κι αφού πια ξέρω πως όλη η ζωή μας
είν’ όνειρο, φύγετε, σκιές, μακριά μου,
σκιές που ούτε φωνή έχετε ούτε σώμα,
μα ξεγελάτε τις νεκρές μου αισθήσεις
παίρνοντας σώμα και φωνή μπροστά μου.
Γιατί δεν θέλω πια ψεύτικες δόξες,
δεν θέλω μεγαλεία πομπώδη, κούφια,
φαντάσματα, αυταπάτες, που τις σβήνει
121
η αύρα με την πιο ελαφριά πνοή της,
σαν την αμυγδαλιά, που έχει ανθίσει
πρόωρα, δίχως φρόνηση και γνώση,
και με το πρώτο φύσημα του αέρα,
μαδάνε τ ’ άνθη, σβήνει, χάνεται όλη
η ομορφιά των ροδαλών πετάλων.
Σας ξέρω πια, σας έχω μάθει, ξέρω
πως όλοι όσοι κοιμούνται, αυτά παθαίνουν.
Όμως εμένα δεν με ξεγελάτε,
γιατί απ’ την πλάνη βγήκα πια, και ξέρω
πως η ζωή είναι όνειρο μονάχα.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 2
Αν δεν πιστεύεις πως σου λέμε αλήθεια,
στρέψε στο αντικρινό βουνό το βλέμμα,
να δεις το πλήθος που σε περιμένει,
έτοιμο να τεθεί στις διαταγές σου.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Το έχω ξαναδεί το ίδιο πράγμα,
ξεκάθαρα, ολοζώντανα, όπως τώρα,
και ήταν όνειρο.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 2
Οι μεγάλες πράξεις,
κύριέ μου, έχουν τα προμηνύματά τους,
και τέτοιο θα ’ταν τ ’ όνειρο που είδες.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Καλά το λες. Προμήνυμα. Κι αν ήταν
122
αληθινό προμήνυμα, μιας κι είναι
τόσο μικρή η ζωή, ας ονειρευτούμε,
ψυχή μου, ναι, ας ονειρευτούμε πάλι!
Μα τώρα πια, λαμβάνοντας υπόψη
πως πρέπει να ξυπνήσουμε απ' τον ύπνο
πάνω στην πιο γλυκιά στιγμή του ονείρου.
/Γνωρίζοντάς το αυτό, θα ναι πιο λίγη
/ η απογοήτευση, γιατί ξορκίζεις
, τον πόνο όταν τον περιμένεις να ’ρθει.
Και, μην ξεχνώντας πως η δύναμή μας, «ν
-κι ας μοιάζει αληθινή- είναι δανεισμένη \
και πρέπει να επιστρέψει στην πηγή της, 7
μπορούμε πια να τα τολμήσουμε όλα! ^
Πολίτες, για την αφοσίωσή σας
ευχαριστώ πολύ. Στο πρόσωπό μου,
θα βρείτε αυτόν που με δεξιοσύνη
θα σας λυτρώσει απ' τη σκλαβιά στον ξένο.
Λοιπόν, στα όπλα! Σύντομα θα δείτε
το θάρρος το τεράστιο που κρύβω.
Ενάντια στον πατέρα μου σκοπεύω
να δώσω μάχη, και να επαληθεύσω
την προφητεία τ ’ ουρανού. Σε λίγο
θα σέρνεται στα πόδια μου ριγμένος...
(Κατ’ ιδίαν).
Αλλά, αν εγώ πριν απ’ αυτό ξυπνήσω,
δεν θα ναι πιο καλά να μην το λέω,
μήπως και δεν μπορέσω να το κάνω;
123
ΟΛΟΙ
Να ζήσει ο Σιγισμούνδος! Ζήτω! Ζήτω!
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Μπαίνει ο ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Θεέ μου, τι σάλος είν’ αυτός;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Κλοτάλντο.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Κύριε...
(Κατ' ιδίαν).
Σίγουρα τώρα θα αποδείξει
πάνω σε μένα τη σκληρότητά του.
ΚΛΑΡΙΝ (Κατ' ιδίαν)
Να δεις που απ’ τον γκρεμό θα τον πετάξει.
(Φεύγει).
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Προσπέφτω στα βασιλικά σου πόδια,
ξέροντας ότι θα πεθάνω.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Σήκω,
σήκω απ’ τη γη, πατέρα, εσένα θέλω
124
να γίνεις οδηγός και σύμβουλός μου
σ’ αυτά που επιχειρώ, γιατί γνωρίζω
πως την ανατροφή μου την οφείλω
στην αφοσίωσή σου. Αγκάλιασέ με.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Τι λες;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Πως ονειρεύομαι, και θέλω
να κάνω το καλό, δεν πάει χαμένη
ούτε και στ, όνειρο η καλή μας πράξη
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αν το να κάνεις το καλό έχει γίνει
σημαία σου, κύριε, δεν θα σε προσβάλω
λέγοντας πως αυτό κι εγώ επιδιώκω.
Ενάντια στον πατέρα σου βαδίζεις!
Σ’ αυτό, ούτε συμβουλή μπορώ να δώσω,
ούτε και να σε υποστηρίξω ενάντια
στο βασιλιά μου. Εδώ, στα πόδια σου είμαι,
αν θέλεις, σκότωσέ με.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Αχρείε, προδότη,
αχάριστε!...
(Κ α τ ’ ιδίαν).
Ω, Θεέ μου, τον εαυτό μου
πρέπει να ελέγξω, αφού δεν ξέρω ακόμα
αν είμαι ξύπνιος.
(Στον Κ λοτάλντο).
125
Την τιμιότητά σου,
Κλοτάλντο, την τιμώ και τη ζηλεύω.
Εμπρός, τον βασιλιά να υπηρετήσεις,
και θα ειδωθούμε στο πεδίο της μάχης.
Εσείς οι υπόλοιποι, πιάστε τα όπλα.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Δέξου την ταπεινή μου ευγνωμοσύνη.
(Φεύγει).
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Οδήγησέ με, Μοίρα μου, στο στέμμα.
Αν ονειρεύομαι, μη με ξυπνήσεις,
κι αν είν, αλήθεια, μη μ’ αποκοιμίσεις.
Αλλά είτε όνειρο είναι, είτε αλήθεια,
να κάνεις το καλό έχει σημασία.
Αν είν’ αλήθεια, γιατί έτσι οφείλεις,
κι αν όνειρο, για να κερδίσεις φίλους
να σε στηρίζουν όταν θα ’σαι ξύπνιος.
Φεύγουν όλοι, ενώ ακούγονται πολεμικές
τυμπανοκρουσίες.
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
Στο βασιλικό ανάκτορο. Μπαίνουν ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
και ο Αςτοαφο.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Αστόλφο, ποιος μπορεί να συνετίσει
126
άλογο που καλπάζει αφηνιασμένο;
Ποτάμι ορμητικό ποιος να κρατήσει,
όταν ξεχύνεται άγριο, φουσκωμένο;
Ποιος να εμποδίσει τη μοιραία πτώση
βράχου που απ’ την κορφή έχει ξεκολλήσει;
Μα το χειρότερο: ποιος να ημερώσει
Διχάστηκε, δεν εχει πια ενα στόμα,
διπλές ιαχές ο αντίλαλος μάς φέρνει,
τον Σιγισμούνδο θέλει το ένα κόμμα,
τ’ άλλο το μέρος του Αστόλφο παίρνει.
Ενώ για στέψη ετοιμαζόταν αύριο
η χώρα, νέος τρόμος την ταράζει,
και γίνεται ένα θέατρο μακάβριο
που η Μοίρα τραγωδίες ανεβάζει.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Ας μένουν, κύριε, οι εορτασμοί, προσώρας,
τα δώρα και οι τιμές που μου είχες τάξει,
γιατί αν οι κάτοικοι τούτης της χώρας
--που ήλπιζα να ’χω καθυποτάξει-
αρνούνται να με δούνε σαν μονάρχη,
πρέπει να δείξω την αξία μου. Δώσ’ μου
ένα άλογο, να δουν πως, όπου υπάρχει
βροντή, εκεί χτυπάει κι ο κεραυνός μου.
(Φεύγει).
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Απ’ το αναπόδραστο, πώς να αποδράσεις;
Ούτε κι η πρόβλεψη δεν σε γλιτώνει.
127
Αν είναι να ’ρθει, μάταιες οι αντιστάσεις,
όσο τού φεύγεις, τόσο αυτό ζυγώνει.
Όσο φυλάγεσαι μακριά απ’ τη μοίρα,
τόσο αυτή τρέχει να σε συναντήσει!
Εγώ, ναι, εγώ, που τόσα μέτρα πήρα,
εγώ έχω την πατρίδα μου αφανίσει!
ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ
Μπαίνει η Ε ςτε λ λα .
ΕΣΤΕΛΛΑ
Κύριε, αν προσωπικά εσύ δεν πατάξεις
το μέγα αυτό κακό που έχει χτυπήσει,
τη βία που απ’ τις δύο παρατάξεις
πλατείες και δρόμους έχει πλημμυρίσει,
θα δεις όλη τη χώρα σου πνιγμένη
μέσα στο αίμα και στην κτηνωδία,
γιατί ήδη η συμφορά είναι εξαπλωμένη
παντού, όλα χάος, ζόφος, τραγωδία.
Τόσος είν’ ο όλεθρος, τόσο το αίμα,
τόση η καταστροφή απ’ άκρη σ’ άκρη
του βασιλείου, που μόνο μ’ ένα βλέμμα
τρομάζεις, και δεν συγκρατείς το δάκρυ.
Ο ήλιος μαύρος, ο αέρας δηλητήριο,
κάθε άνθος και νεκρός, κάθε λιθάρι
πλάκα επιτύμβια, τάφος κάθε κτίριο,
κάθε στρατιώτης ζωντανό κουφάρι.
128
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
Μπαίνει ο Κ λοίάλντο.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Δόξα σοι ο Θεός που ζω ακόμη!
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Από τον Σιγισμούνδο, τι έχεις μάθει;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Πως ο όχλος, τυφλό τέρας δίχως γνώμη,
μπήκε στον πύργο, κι έβγαλε απ’ τα βάθη
τα σκοτεινά τον πρίγκιπα, που όταν
πήρε από δόξες και τιμές νέα γεύση,
ξεθάρρεψε, και περηφανευόταν
ότι τον ουρανό θα επαληθεύσει.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Το άλογό μου, εμπρός! Να τιμωρήσω
εγώ του γιου μου την αχαριστία,
το στέμμα με το ξίφος να προασπίσω,
αφού η γνώση βγήκε σε αχρηστία.
(Φεύγει).
ΕΣΤΕΛΛΑ
Σ’ αυτή τη μάχη, εγώ θα σε στηρίζω.
Σαν Αθηνά Παλλάδα στο πλευρό σου
θα στέκομαι, και τ ’ όνομά μου, ελπίζω
να δοξαστεί μαζί με το δικό σου.
129
Η ΕΣΤΕΛΛΑ φεύγει, κι ακούγονται πολεμικές
τυμπανοκρουσίες. Μπαίνει η ΡΟΖΑΟΥΡΑ,
και συγκρατεί τον Κ αοτααντο.
ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Μ, όλο που ακούω την καρδιά σου να ’χει
συντονιστεί στους ήχους του πολέμου,
λίγο την προσοχή σου δάνεισέ μου,
γιατί όλα στη ζωή μας είναι μάχη.
Ξέρεις πως ήρθα εδώ στην Πολωνία,
τη δυστυχία μου σέρνοντας σαν βάρος,
και μόνο χάρη στο δικό σου θάρρος
γνώρισα καταφύγιο κι ευσπλαχνία.
Μου ζήτησες -αχ, Θεέ μου!- στο παλάτι
να ’ρθω να ζήσω μεταμφιεσμένη,
να ’χω τη ζήλια μου καλά κρυμμένη,
προσέχοντας μήπως με δει το μάτι
του Αστόλφο. Όμως με είδε, και παρόλη
την παρουσία μου, έχει τόση αυθάδεια,
που συναντιέται και μιλάει τα βράδια
με την Εστέλλα σ’ ένα περιβόλι.
Ορίστε το κλειδί, το ’χω δικό μου.
Μ’ αυτό, λοιπόν, την ευκαιρία σού δίνω
να πας εσύ στο περιβόλι εκείνο,
να βάλεις τέλος πια στο βάσανό μου,
και την τιμή μου να μού ξαναδώσεις.
130
Εκεί, θα βγάλεις όλο σου το μένος,
αφού είσαι κιόλας αποφασισμένος
να εκδικηθείς για μένα, αν τον σκοτώσεις.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αλήθεια είναι πως πόθος της καρδιάς μου
απ’ τη στιγμή που σ’ είδα, ήταν να κάνω
ό,τι ήταν δυνατόν για να γλυκάνω
τον πόνο σου, Ροζάουρα -μάρτυράς μου
ήταν το δάκρυ σου. Το πρώτο που ’χα
ζητήσει, ήταν να βγάλεις τ’ ανδρικά σου,
ώστε αν ο Αστόλφο βρίσκονταν μπροστά σου
να σ’ έβλεπε με γυναικεία ρούχα,
και να μην έχει λόγο να σε κρίνει
ως ελαφρόμυαλη για μια σου πράξη
που ίσως την τιμή του να πειράξει.
Ταυτόχρονα, σχέδιαζα πώς θα γίνει
να σου ξαναπροσφέρω τη χαμένη
τιμή σου, έστω κι αν φτάσω να σκοτώσω
αυτόν που σε είχε βλάψει -γιατί τόσο
πολύ το θέμα τούτο με βαραίνει.
Τι παραλογισμός, Χριστέ μου! Ωστόσο,
δεν είχα τον Αστόλφο βασιλιά μου,
άρα δεν θα ’χα βάρος στην καρδιά μου.
Κι εκεί που πήγαινα να τον σκοτώσω,
πήγε κι ο Σιγισμούνδος να σκοτώσει
εμένα! Τότε αυτός, δεν λογαριάζει
τον κίνδυνο, και το κορμί του βάζει
ασπίδα εμπρός μου για να με γλιτώσει.
131
Πες μου, λοιπόν: πώς, τώρα που η ψυχή μου
ευγνωμοσύνη νιώθει, να σκοτώσω;
Πώς με το θάνατο να ξεπληρώσω
αυτόν που μού ’χει σώσει τη ζωή μου;
Κι έτσι όπως έχει διχαστεί η καρδιά μου,
αφού σε σένα τη ζωή έχω δώσει
κι εκείνος τη ζωή μου έχει σώσει,
δεν ξέρω πού να στρέψω τη ματιά μου.
Χρωστάω σε σένα γιατί σού ’χω δώσει,
χρωστάω σε ’κείνον γιατί τού ’χω πάρει.
Σε ποια μεριά βαραίνει το καντάρι,
ποιος πιο πολύ απ’ τους δυο μ’ έχει χρεώσει;
Κι έτσι, η στοργή μου ποιο είναι τ ’ όφελος της
δεν ξέρει, ούτε ποιο δρόμο να διαλέξει,
γιατί, στο πάρε-δώσε που έχω μπλέξει,
εγώ, ή παίρνω ή δίνω, είμαι χρεώστης.
ΡΟΖΑΟΓΡΑ
Βέβαια, δεν είμαι εγώ που σου μαθαίνω
πως, για έναν άνδρα ανώτερο, ευγένεια
είναι να δίνει, ενώ να παίρνει αγένεια.
Θεωρώντας το, λοιπόν, σαν δεδομένο,
σ’ αυτόν δεν είσαι υπόχρεος καμιάς χάρης,
γιατί αν ζωή στ’ αλήθεια σού έχει δώσει,
τότε, ως ευγενή, σ’ έχει μειώσει,
αφού σ’ ανάγκασε κάτι να πάρεις.
Εγώ όμως, παίρνοντας ζωή, έχω γίνει
αιτία για πράξη άξια της τιμής σου.
Άρα, σ’ αυτόν χρωστάς την προσβολή σου,
132
ενώ σε μένα την ευγνωμοσύνη.
Πρέπει, λοιπόν, βοηθός μου εσύ να γίνεις
τώρα που από κινδύνους απειλούμαι,
γιατί από τον Αστόλφο εγώ προηγούμαι,
όσο κι απ’ το να παίρνεις το να δίνεις.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μπορεί η ευγένεια να χαρακτηρίσει
αυτόν που δίνει, μα η ευγνωμοσύνη
είν’ η αρετή που πρέπει να διακρίνει
αυτόν που δέχεται. Ήδη έχω κερδίσει
τον τίτλο του γενναιόδωρου, αφού ξέρω
να δίνω. Άσε με τώρα ν’ αποκτήσω
του ευγνώμονος τον τίτλο, να κερδίσω
διπλή τιμή για τ’ όνομα που φέρω,
γιατί αν στον άνδρα είναι τιμή να δίνει,
και το να δέχεται τιμή είναι εξίσου.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Τότε που μού ’δινες ζωή, θυμήσου
τα λόγια αυτά που μού ’χες απευθύνει:
<(ζωτ) νωρίς τιμή δεν είναι ακέοια».
Άρα, από σένα τίποτα δεν πήρα,
γιατί ήτανε ζωή λειψή και στείρα
το δώρο που ’χα απ’ τα δικά σου χέρια,
Κι αν πρώτα γενναιόδωρος θεωρείσαι
κι έπειτα ευγνώμων -το δικό σου στόμα
το ’πε πριν λίγο-, περιμένω ακόμα
να πάρω τη ζωή που όλο μου αρνείσαι.
133
Πρώτα, λοιπόν, δείξε γενναιοδωρία,
αφού θεωρείς σπουδαίο το να δίνεις,
και θα ’ρθει η ώρα της ευγνωμοσύνης
αργότερα, δεύτερη στην πορεία.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ωραία, λοιπόν, μπόρεσες να με πείσεις,
και θα ’μαι γενναιόδωρος μαζί σου.
Θα ’χεις την περιουσία μου δική σου,
αλλά σε μοναστήρι πια θα ζήσεις.
Τη σκέφτηκα καλά τούτη τη λύση,
γιατί έτσι, και το φόνο θ’ αποφύγεις,
και σε άσυλο ιερό θα καταφύγεις.
Όταν οι τόσες συμφορές, τα μίση
κι οι σκοτωμοί διχάζουν το βασίλειο,
δεν πρέπει εγώ, ένας ευγενής, να δώσω
κι άλλο ένα χτύπημα, να επιδεινώσω
το σπαραγμό της χώρας τον εμφύλιο.
Έτσι θ’ αποδειχθώ αφοσιωμένος
στο στέμμα, γενναιόδωρος μαζί σου,
κι ευγνώμων στον Αστόλφο. Συλλογίσου
πως δεν υπάρχει πιο ενδεδειγμένος
τρόπος, κι αυτό το θέμα εδώ ας κλείσει,
γιατί δεν θα κατάφερνα να κάνω
-μα το Θεό- τίποτα παραπάνω,
ακόμα κι αν εγώ σ’ είχα γεννήσει.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Αν ήσουνα γονιός μου, θα δεχόμουν
134
αυτή την αδικία, τώρα, όμως,
δεν δέχομαι.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Σου μένει άλλος δρόμος;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Να τον σκοτώσω εγώ.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Δεν φανταζόμουν
πως θα ’χε τόση τόλμη, τόσο θάρρος,
γυναίκα που δεν γνώρισε πατέρα!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Είδες;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Και τι σου δίνει τόσο αέρα;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Η υπόληψή μου.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ο Αστόλφο είναι...
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Βάρος
για την τιμή μου αβάσταχτο.
135
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Όχι! Σκέψου,
θα γίνει βασιλιάς, πλάι στην Βστέλλα!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Δεν θα τ’ αφήσω αυτό!
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μα είναι μια τρέλα
αυτό που λες!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Το βλέπω,
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Λογικέψου,
τότε!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Δεν γίνεται.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μα έτσι θα χάσεις...
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ναι, ξέρω.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
...τη ζωή καί την τιμή σου.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Σίγουρα, ναι.
136
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Κι αυτή είν’ η θέλησή σου;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ναι, ο θάνατος.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μέχρις εκεί θα φτάσεις
από ένα πείσμα;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Αυτό η τιμή προστάζει.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Είναι βλακεία.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Θάρρος.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αφροσύνη.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Δίκαιη οργή.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Με τίποτα δεν σβήνει
αυτό το πάθος που σε εξουσιάζει;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Με τίποτα.
137
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ποιος θα ’ναι συνεργός σου;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Κανείς, μονάχη μου θα το τολμήσω.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αδύνατον, λοιπόν, να κάνεις πίσω;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Αδύνατον.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μα σκέψου, στο Θεό σου,
θα υπάρχει κι άλλος τρόπος, θα τον βρούμε!
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Ναι, τρόπος στο χαμό να μ’ οδηγήσει!
(Φεύγει).
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Αν ο χαμός είναι, παιδί μου, η λύση,
τότε έρχομαι, κι οι δυο μας να χαθούμε!
(Φεύγει).
138
ΣΚΗΝΗ ΕΝΑΤΗ
Ανοιχτή πεδιάδα. Ακούγονται τυμπανοκρουσίες.
Μπαίνουν στρατιώτες που
παρελαύνουν, ο Κ λαριν, και ο Σιγι-
ΣΜΟΤΝΔΟΣ ντυμένος με τομάρια.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Αν τώρα μ., έβλεπε η αρχαία Ρώμη,
την εποχή που η δόξα της ακόμη
θριάμβευε, πόσο θα ευχαριστιόταν
την ευκαιρία που θα της δινόταν
να ’χει στις λεγεώνες της για ανδρείο
κι άξιο στρατάρχη ένα άγριο θηρίο,
που η περηφάνια του δεν θα χορτάσει
κι αν κατακτήσει ολόκληρη την πλάση!
Μα, πνεύμα μου, πιο χαμηλά ας πετάμε,
πιο ταπεινά, και να μην κυνηγάμε
ανέφικτες φιλοδοξίες και στόχους
που, μόλις απ’ του ονείρου βγω τους βρόχους,
τα μάτια μου με συντριβή θα δούνε
πως τους κατέκτησα για να χαθούνε,
όσο πιο ταπεινή η εμβέλειά τους,
τόσο πιο ανώδυνη κι η απώλειά τους.
Ήχος σάλπιγγας απ' έξω.
ΚΛΑΡΙΝ
Έρχεται ένα άλογο - συγχώρεσέ με,
μα θα στο περιγράφω, δεν κρατιέμαι,
139
γιατί, όπως λεν κι οι κάτοχοι πτυχίων,
μοιάζει σαν χάρτης όλων των στοιχείων:
το σώμα του είν’ η γη, η ψυχή που βράζει
εντός του είν’ η φωτιά, ο αφρός που βγάζει
η θάλασσα, κι η ανάσα του ο αέρας.
Κι όλα μαζί, το χάος! Ένα τέρας
από γη, θάλασσα, αέρα, φωτιά,
με χρώματα αλλού μαύρα, αλλού σταχτιά!
Κι αυτό το πράμα το ανακατεμένο,
καλπάζει ίσια μπροστά, αποφασισμένο,
πετάει, θα ’λεγα, γιατί, απ’ τη σέλα
πάνω, το σπιρουνιάζει μια κοπέλα,
που βιαστική στο μέρος σου ζυγώνει.
ΣΙΓΙΣΜΟΓΝΔΟΣ
Η λάμψη της μορφής της με τυφλώνει.
ΚΛΑΡΙΝ
Αχ, Θεέ μου, είν’ η Ροζάουρα, η κυρά μου!
(Φεύγει).
ΣΙΓΙΣΜΟΓΝΔΟΣ
Την ξαναφέρνει ο ουρανός μπροστά μου.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ
ΡΟΖΑΟΓΡΑ
Ευγενικέ πρίγκιπα Σιγισμούνδο,
που μέσα από της νύχτας σου τα ερέβη,
140
το ηρωικό σου μεγαλείο προβάλλει
στο φως των πράξεων σου των ενδόξων
κι όπως ο μέγας του ουρανού πλανήτης
που απ’ της Αυγής την αγκαλιά επιστρέφει
να ξαναδώσει λάμψη στα λουλούδια,
και πάνω από τις θάλασσες, τα όρη,
στεφανωμένος με αίγλη, φως σκορπίζει,
και των χρυσών ακτινών του το νήμα
κεντάει κορφές βουνών και αφρούς κυμάτων,
έτσι κι εσύ στον κόσμο ν’ ανατείλεις,
ήλιε βασιλικέ της Πολωνίας,
ώστε να προστατέψεις μια γυναίκα
δύσμοιρη, που μπροστά σου γονατίζει.
Είναι γυναίκα, και δυστυχισμένη,
δυο πράγματα, που μόνο του καθένα
φτάνει να υποχρεώσει έναν άνδρα
που ’χει για καύχημά του την ανδρεία.
Τρίτη φορά είναι τούτη που με βλέπεις,
και τρίτη πάλι που αγνοείς ποια είμαι,
αφού κάθε φορά μ’ έβλεπες μ’ άλλη
περιβολή και με μορφή αλλαγμένη.
Την πρώτη τη φορά, με πήρες για άνδρα,
όταν της φυλακής σου το μαρτύριο
ξαλάφρωσε λιγάκι το δικό μου.
Τη δεύτερη, με θαύμασες γυναίκα,
όταν οι δόξες και τα μεγαλεία
που ζούσες ήταν όνειρο, ίσκιος, φάσμα.
Και τρίτη τούτη εδώ, που είμαι ένα κράμα
αλλόκοτο απ’ τα δύο φύλα, αφού έχω
141
όπλα ανδρικά και ρούχα γυναικεία.
Μα για να σου ξυπνήσω τη συμπόνια,
να ’σαι πιο πρόθυμος να με συντρέξεις,
άκου τις τραγωδίες της ζωής μου.
Γέννημα της Αυλής της Μοσχοβίας
είμαι, από μάνα ευγενική, που πρέπει
να υπήρξε πολύ όμορφη, αν κρίνω
από τις δυστυχίες της ζωής της.
Την ερωτεύτηκε κάποιος προδότης
-δεν θα τον ονομάσω, αφού ποτέ μου
δεν τον εγνώρισα, μα αν του έχω μοιάσει,
πρέπει να ’ταν γενναίος σαν κι εμένα.
Και τώρα που το σκέπτομαι, λυπάμαι
που δεν γεννήθηκα σε καιρούς άλλους,
ειδωλολατρικούς, για να πιστέψω,
η ανόητη, πως ήταν θεός, που ήρθε
να αποπλανήσει, μεταμορφωμένος
σε κύκνο, σε χρυσή βροχή ή σε ταύρο,
τη Λήδα, τη Δανάη ή την Ευρώπη!
Όχι, δεν φλυαρώ αναφέροντάς σου
μύθους περί απιστίας, αντιθέτως,
μ’ αυτό τον τρόπο, σου είπα με δυο λέξεις
πώς η μητέρα μου, που ήταν ωραία
όσο καμιά και δύστυχη όπως όλες,
πλανεύτηκε από τα γλυκόλογά του.
Οι όρκοι πίστης κι οι υποσχέσεις γάμου
τόσο την ξεγελάσανε, που ακόμα
και τώρα, η θύμησή τους την πονάει,
γιατί, ο προδότης, έφυγε άρον-άρον,
142
όπως ο Αινείας το ’σκασε απ’ την Τροία,
αφού ούτε καν το ξίφος του δεν πήρε!
Να το, στη θήκη, θα το ξεγυμνώσω
εγώ, προτού τελειώσει αυτή η ιστορία.
Από τον άτυχο δεσμό ετούτο,
που ούτε δεσμά του γάμου ήταν, ούτε
της φυλακής -αν κι όλα αυτά είναι ένα-,
εβγήκα εγώ, της μάνας μου πορτραίτο
φτυστό, όχι βεβαίως στην ομορφιά της,
μα στα δεινά της και στις ατυχίες.
Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να πω ότι εκείνη
κι εγώ, η κληρονόμος τέτοιας μοίρας,
τραβήξαμε κι οι δυο τον ίδιο δρόμο.
Το μόνο που μπορώ να σου αναφέρω
για μένα, είναι το όνομα του ανθρώπου
που λήστεψε τα τρόπαια της τιμής μου,
που έκανε λάφυρο την αρετή μου:
Ο Αστόλφο! Ω, Θεέ μου, μόνο που το λέω,
οργίζεται η καρδιά μου κι ανταριάζει,
όπως συμβαίνει όταν ακούς του εχθρού σου
τ ’ όνομα. Ναι, ο Αστόλφο ήταν εκείνος
ο αχάριστος που, λησμονώντας όρκους
-γιατί όταν ένας έρωτας τελειώσει,
ξεχνιέται ακόμα και η ανάμνησή του-
ήρθε στην Πολωνία, κυνηγώντας
νέο λάφυρο: το χέρι της Εστέλλας,
αυτή ανατέλλει, τώρα που εγώ δύω.
Ποιος να πιστέψει πως, αν ένα αστέρι
ενώνει δυο εραστές, ένα άλλο αστέρι,
143
η Εστέλλα, είν’ αυτό που τους χωρίζει!
Έμεινα μόνη με την προσβολή μου,
την κοροϊδία, τη θλίψη μου, την τρέλα,
σχεδόν νεκρή, και μέσα μου ένα χάος,
λες και της κόλασης η σύγχυση όλη
σαν μια Βαβέλ κυρίεψε το μυαλό μου.
Κι αποφασίζοντας βουβή να μείνω
-γιατί είναι κάποιοι πόνοι, που τα μάτια
καλύτερα τους λένε από το στόμα-,
υπέμενα το βάσανο σιωπώντας.
Ώσπου μια μέρα που ήμασταν μονάχες,
η μάνα μου, η Βιολάντα, καλά να ναι,
μου ’σπασε τη σιωπή, και σαν πλημμύρα
ξεχύθηκαν οι πίκρες απ’ το στήθος,
στρατιά ασυγκράτητη δακρύων και πόνων.
Δεν ντράπηκα που τα ’λεγα, όταν ξέρεις
πως τις αδυναμίες σου τις ακούει
κάποιος που ’χε στο παρελθόν δικές του,
σ’ ανακουφίζει, γιατί, πότε-πότε,
και το κακό παράδειγμα αποβαίνει
χρήσιμο. Άκουσε τις συμφορές μου
πονετικά, κι ήθελε να μου δώσει
παρηγοριά, λέγοντας τις δικές της,
κριτής που κάποτε ένοχος υπήρξε,
πόσο εύκολα χαρίζει τη συγγνώμη!
Μαθαίνοντας απ’ τον εαυτό της, είδε
πως φάρμακο για την τιμή δεν ήταν
το κύλισμα του χρόνου κι η απραξία,
προτίμησε, έτσι, να με συμβουλέψει
144
να τον ακολουθήσω, και με τρόπο
να τον εξαναγκάσω να πληρώσει
το χρέος του στην τιμή μου, μάλιστα, είπε
για ασφάλεια να φορέσω ανδρικά ρούχα.
Ξεκρέμασε κι ένα παλιό σπαθί - είναι τούτο
που ’χω στη μέση· κι ήρθε μάλλον η ώρα
να βγει απ’ τη θήκη του, όπως το ’χω τάξει,
γιατί, πιστεύοντας στη δύναμή του,
μου το ’δωσε η μητέρα μου, και μου είπε:
«Εμπρός στην Πολωνία, και να φροντίσεις
να δουν το ξίφος οι ευγενείς της χώρας,
κάποιος ανάμεσά τους, ίσως δείξει
συμπόνια για τη μοίρα σου, και θα ’βρεις
έτσι παρηγοριά και προστασία.»
Ήρθα, λοιπόν, κι εγώ στην Πολωνία.
Θα παραλείψω, αφού το ξέρεις ήδη,
ότι το αφηνιασμένο άλογό μου
μ’ έφερε στη σπηλιά σου, όπου εξεπλάγης
μόλις μ’ αντίκρισες. Θα παραλείψω
πως ο Κλοτάλντο, εκεί, με προθυμία
και ζήλο με υποστήριξε, ζητώντας
χάρη απ’ το βασιλιά για τη ζωή μου,
πως, όταν έμαθε ποια είμαι, μου είπε,
αφού φορέσω τα σωστά μου ρούχα,
να μπω στη συνοδεία της Εστέλλας,
όπου κατόρθωσα να φέρω εμπόδια
στο γάμο που σχεδίαζε ο Αστόλφο.
Θα παραλείψω πως εδώ με βλέπεις
σαστίζοντας ξανά, μια κι οι αντιφάσεις
145
της όψης μου σύγχυση προκαλούνε.
Θα φτάσω στο σημείο που ο Κλοτάλντο,
κρίνοντας πως συμφέρει για το κράτος
να παντρευτούνε και να κυβερνήσουν
ο Αστόλφο κι η Εστέλλα, συμβουλεύει,
ενάντια στην τιμή μου, να ξεχάσω
τις βλέψεις που είχα και να υποχωρήσω.
Ανδρείε Σιγισμούνδο, τώρα που είδα
πως ήρθε η ώρα της εκδίκησής σου,
μια κι ο ουρανός το θέλησε να σπάσεις
της φυλακής σου τα δεσμά, όπου ζούσες
σαν άνθρωπος μ, αισθήματα θηρίου
κι υπέμενες τα βάσανα σαν βράχος,
τώρα που ύψωσες σημαία πολέμου
ενάντια σε πατέρα και πατρίδα,
ήρθα συμπαραστάτης σου, φορώντας
μαζί με τις Αρτέμιδος τα ρούχα,
τα όπλα της Παλλάδας, στολισμένη
με αβρό μετάξι και σκληρό ατσάλι.
Εμπρός, λοιπόν, ατρόμητε αρχηγέ μου!
Συμφέρει και τους δυο μας να μη γίνει
ποτέ τούτος ο γάμος που σχεδιάζουν:
εμένα, για να μη δω παντρεμένο
αυτόν που θα γινόταν σύζυγός μου,
κι εσένα, γιατί, μόλις ενωθούνε
τα δυο βασίλειά τους, θ’ αντιτάξουν
διπλές δυνάμεις στο μικρό στρατό μας
και θα ναι αμφίβολη η δική μας νίκη.
Ήρθα ως γυναίκα εδώ, για να σε πείσω
146
υπέρμαχος να γίνεις της τιμής μου,
κι ως άνδρας ήρθα για να σε εμψυχώσω
στη μάχη της ανάκτησης του θρόνου.
Ήρθα ως γυναίκα να σε συγκινήσω
πέφτοντας ταπεινά στα δυο σου πόδια,
κι ως άνδρας ήρθα να σε υπηρετήσω
και να συνδράμω τους δικούς σου ανθρώπους.
Ήρθα ως γυναίκα για να με συντρέξεις
στην προσβολή και στην ταπείνωσή μου,
κι ως άνδρας ήρθα για να σε συντρέξω
με το σπαθί και μ’ όλο μου το είναι.
Μα πρόσεξε: αν σκεφτείς να μου πουλήσεις
έρωτα βλέποντάς με σαν γυναίκα,
σαν άνδρας τότε θα σε θανατώσω
για να υπερασπιστώ την αρετή μου,
γιατί, στο θέμα αυτό, η τιμή μου θα ’ναι
γυναίκα για να σου παραπονιέται
κι άνδρας για να κερδίζει τ’ όνομά της.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ (Κατ’ ιδίαν)
Αν όντως ονειρεύομαι, ουρανέ μου,
κάνε τουλάχιστον να μη θυμάμαι,
γιατί δεν γίνεται να ’χουν χωρέσει
τόσα πολλά σ’ ένα όνειρο μονάχα!
Βόηθα με, Θεέ μου! Δείξε μου τον τρόπο
ή να γλιτώσω μονομιάς απ’ όλα,
ή να μη σκέπτομαι απ’ αυτά κανένα.
Ποιον άλλον πνίγουν τόσες απορίες;
Αν ονειρεύτηκα τις δόξες που είχα,
147
πως τωρα αυτή η γυναίκα μου αναφερει
σημάδια καθαρά και γεγονότα;
Άρα, δεν ήταν όνειρο, μα αλήθεια!
Κι αλήθεια αν ήταν -^πράγμα που είναι εξίσου
/μυστήρια υπόθεση- πώς η ζωή μου
I όνειρο τ ’ ονομάζει; Τόσο μοιάζουν
| οι δόξες μ’ όνειρα, που να περνιούνται
οι αληθινές για ψεύτικες, κι οι κούφιες
για γνήσιες; Τόσο ελάχιστα διαφέρουν
οι μεν από τις δε, που να μην ξέρεις
αν ό,τι βλέπεις κι ό,τι απολαμβάνεις
είναι ψευτιά ή αλήθεια; Τόσο είν’ όμοιο
το αντίγραφο με το πρωτότυπό του,
I που ν’ αμφιβάλλεις ποιο είναι ποιο; Μα τότε,
I εάν είναι έτσι, εάν πρέπει να σβήσει
1 μες στις σκιές η δύναμη κι η δόξα,
1 το μεγαλείο κι η λάμψη, ας διδαχτούμε
\ να επωφελούμαστε από την παρούσα
\ στιγμή, αφού η μόνη απόλαυσή μας
\ίναι ό,τι ζούμε στ, όνειρο. Η Ροζάουρα
είναι στην εξουσία μου, η ψυχή μου
ορέγεται την ομορφιά της, άρα,
εμπρός ν’ αδράξουμε την ευκαιρία!
Ο πόθος ακυρώνει όλους τους νόμους
του ιπποτισμού και της εμπιστοσύνης
που μπρος στα πόδια μου την έχουν φέρει.
Αυτό είναι τ ’ όνειρο, κι αφού αυτό είναι,
εμπρός χαρές να ονειρευτούμε τώρα,
κι ας μεταμορφωθούν μετά σε λύπες!
148
Μα με τους ίδιους τους συλλογισμούς μου,
και πάλι πείθομαι ότι σφάλλω. Αν είναι
όνειρο, αν είν’ απλώς ματαιοδοξία,
ποιος, για μια ανθρώπινη και μάταιη δόξα,
θα ’χανε την ουράνια, την αιώνια;
Ποια ευτυχία περαστική δεν είναι
όνειρο; Και ποιος έζησε θριάμβους
κι ηρωισμούς, που να μη λέει κατόπιν,
όταν τους ανασύρει από τη μνήμη,
«σίγουρα τα ονειρεύτηκα όσα είδα» ;
Αφού, λοιπόν, γνωρίζω πια τις πλάνες,
αφού το ξ ερ ω ^
φλόγα με λάμψη απατηλή, που η αύρα
μόλις φυσήξει θα τη μετατρέψει
σε στάχτη, 'ας^ετ^ιώξουμε το αιώνιο,
γιατί εκεί, όεν ξεθωριάζει η φήμη,
εκεί τα μεγαλεία δεν κοιμούνται,
ουτε~~οι χαρές^εκπνεου^^
ήρθε με την τιμή της πληγωμένη,
καθήκον ενός πρίγκιπα δεν είναι
ν’ αυξάνει τις πληγές, μα να επουλώνει.
Μα το Θεό, πρώτη κατάκτησή μου
θα ’ναι η τιμή της, κι έπειτα το στέμμα!
Τώρα, απ’ εμού απελθέτω το ποτήριο
τούτο του πειρασμού.
(Σ' έναν στρατιώτη).
Εμπρός, στα όπλα!
Πρέπει να δώσω σήμερα τη μάχη,
149
προτού ξυπνήσουν οι σκιές της νύχτας
και θάψουν με τα πέπλα τους τον ήλιο.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Κύριε! Τόσο εύκολα μ’ εγκαταλείπεις;
Χωρίς να πεις ούτε μια λέξη; Τόσο
ανάξια λόγου είναι τα βάσανά μου;
Πώς είναι δυνατόν να μη με βλέπεις,
κύριε, να μη μ, ακούς, και ν’ αποστρέφεις
τόσο ακατάδεχτα το πρόσωπό σου;
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Ροζάουρα, την τιμή σου τη συμφέρει
να ’μαι σκληρός μαζί σου τώρα, αν θέλεις
να ’μαι αύριο σπλαχνικός. Είν’ η τιμή μου
που σου αποκρίνεται, κι όχι η φωνή μου.
Δεν σου μιλώ, γιατί θέλω ν’ αφήσω
τα έργα μου για μένα να μιλήσουν.
Δεν σε κοιτώ, κι αυτό είναι μαρτύριο,
αλλά είν’ ανάγκη, όποιος την τιμή σου
κοιτά, να μην κοιτά την ομορφιά σου.
Φεύγει ο ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ, μαζί με τους
στρατιώτες.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Θεέ μου, τι αινίγματα ειΥ αυτά, τι γρίφος!
Μετά από τόσα δάκρυα, μου δίνει
μια απάντηση με διφορούμενο ύφος,
και στην αβεβαιότητα μ, αφήνει.
150
ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
Μπαίνει ο Κ λαριν.
ΚΛΑΡΙΝ
Κυρία, τώρα δέχεσαι επισκέψεις;
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Αχ, ο Κλαρίν! Πού ’σουν εσύ χαμένος;
ΚΛΑΡΙΝ
Στη φυλακή, όπου έμπαινα σε σκέψεις
αν θα ’βγω ζωντανός ή πεθαμένος.
Ως και την τράπουλα συμβουλευόμουν,
να δω αν θα ξημερώσω κι άλλη μέρα.
Μα έχω κρυφό χαρτί, κι ετοιμαζόμουν
όλα να τα τινάξω στον αέρα.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Γιατί;
ΚΛΑΡΙΝ
Γιατί τα μυστικά σου πάνε,
έμαθα ποια είσαι, κι ο Κλοτάλντο...
(Ακούγονται τυμπανοκρουσίες).
Κάτι
σαν σαματάς ακούγεται.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Τι να ’ναι;
151
ΚΛΑΡΙΝ
Απ’ το πολιορκημένο το παλάτι,
βγαίνει πολύς στρατός, για να χτυπήσει
τον Σιγισμούνδο.
ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Εγώ, η δειλή, έχω μείνει
ατάραχη, αντί να ’χω πολεμήσει
στο πλάι του, τώρα που μες στη δίνη
της μάχης βασιλεύει η λυσσαλέα
σκληρότητα κι επικρατεί αναρχία;
(Φεύγει).
ΣΚΗΝΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ
Ακούγονται φωνές απ' έξω.
ΚΑΠΟΙΕΣ ΦΩΝΕΣ
Ζήτω τού ανίκητού μας βασιλέα!
ΑΛΛΕΣ ΦΩΝΕΣ
Ζήτω η καινούργια μας ελευθερία!
ΚΛΑΡΙΝ
Κι ο βασιλιάς κι η ελευθερία να ζήσουν,
και ώρα τους καλή. Δυάρα δεν δίνω,
όποιοι κι αν χάσουν, όποιοι κι αν κερδίσουν
φτάνει κι από τους δυο μακριά να μείνω.
Του Νέρωνα το ρόλο λέω να παίξω,
που κάθονταν ψηλά κι έκανε χάζι
152
τη Ρώμη που καιγόταν θα ’μαι απ’ έξω
απ’ την αντάρα αυτή, και θα με νοιάζει
μονάχα το τομάρι μου. Εκεί πάνω,
κρυμμένος μες στα βράχια θα προσμένω·
εκεί δεν κινδυνεύω να πεθάνω.
Το θάνατο, τον έχω εγώ γραμμένο!
Ο Κ λαριν πηγαίνει να κρυφτεί. Ακού-
γονται ήχοι της μάχης. Μπαίνουν,
κυνηγημένοι, ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, ο ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
και ο Αςτολφο.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Άλλος πατέρας πιο βασανισμένος
και βασιλιάς πιο άθλιος, δεν υπάρχει!
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Ήδη όλος ο στρατός σου, διαλυμένος,
τρέπεται σε φυγή, χωρίς στρατάρχη.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Τώρα οι προδότες νικητές θεωρούνται,
και χαίρονται τη νίκη τους.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Προδότες,
σε τέτοιες μάχες, είν’ αυτοί που ηττούνται,
153
οι νικητές λέγονται πατριώτες.
Δρόμο, Κλοτάλντο, πριν η αλαζονεία
του γιου μου στρέψει το άγριο πρόσωπό της
στο μέρος μας, με απάνθρωπη μανία!
Ακούγεται πυροβολισμός απ' έξω, και
ο ΚΛΑΡΙΝ πέφτει από την κρυψώνα του,
πληγωμένος.
ΚΛΑΡΙΝ
Βόηθα με, Θεέ μου!
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Ποιος να V ο στρατιώτης
αυτός που, μέσα στο αίμα και στον πόνο,
πέφτει στα πόδια μας για να πεθάνει;
ΚΛΑΡΙΝ
Είμαι ένας άτυχος, που ’θελα μόνο
να φυλαχτώ απ’ του Χάρου το δρεπάνι,
κι έπεσα πάνω του, ήθελα να τρέξω
μακριά του, κι αυτός μου ’στησε καρτέρι.
Ο Χάρος πουθενά δεν μένει απ’ έξω,
για ’κείνον δεν υπάρχουν κρυφά μέρη.
Άρα, ποιο το συμπέρασμα που βγαίνει;
Πως όποιος τρέχει πιο μακριά να φύγει,
πρώτον αυτόν ο Χάρος τον προφταίνει.
Γι’ αυτό, γυρίστε πίσω, εκεί που σμίγει
το αίμα της μάχης κι η φωτιά, γυρίστε!
Εκεί, παρά στο πιο προφυλαγμένο
154
βουνό, εκεί πιο ασφαλείς θα είστε.
Δεν έχει διαφυγή απ’ το πεπρωμένο,
κι απ’ τον αμείλικτο νόμο της μοίρας.
Μάταια αποφεύγετε το θάνατό σας,
γιατί ο θάνατος κρούει τας θύρας
αν είναι θέλημα Θεού ο χαμός σας!
(Πέφτει νεκρός, εκτός σκηνής).
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
«Γιατί ο θάνατος κρούει τας θύρας
αν είναι θέλημα Θεού ο χαμός σας!»
Θεέ μου7 με.πόσήνΤυγΧωττια εκφράζει
το σφάλμα μας, την άγνοιά μας, τούτο
το πτώμα, που μιλάει με τις πληγές του,
λες κι είναι αυτό το αιμάτινο ρυάκι
γλώσσα λαλίστατη, που μας διδάσκει
πως μάταιες είν’ οι ανθρώπινες προσπάθειες
ενάντια σε ανώ^^ς^υ^^εις. ^
Έτσι κι εγώ, που ’θελα ν’ απαλλάξω
τη χώρα μου από φόνους κι εξεγέρσεις,
την έριξα ακριβώς στα χέρια εκείνων
απ' τους οποίους πήγα να τη σώσω.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Κύριε, παρόλο που γνωρίζει η μοίρα
όλα τα μονοπάτια, κι όποιον ψάχνει
τον βρίσκει, ακόμα κι αν είναι κρυμμένος
σε βράχια και χαράδρες, δεν αρμόζει
σε Χριστιανό να λέει πως δεν υπάρχει
τρόπος να φυλαχτείς απ’ την οργή της.
Τπάρχει: γιατί ο συνετός ο άνδρας
μπορεί το πεπρωμένο να νικήσει.
Κι αν δεν φυλάχτηκες από τον πόνο
και την ταπείνωση, μπορείς από άλλα
χειρότερα να τρέξεις να γλιτώσεις.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Κύριε, ο Κλοτάλντο σού μιλά σαν άνδρας
με σύνεση, ωριμότητα και πείρα,
μα εγώ μιλώ με την ανδρεία των νιάτων:
Τπάρχει ένα άλογο πίσω απ’ τα βράχια,
γρήγορο σαν τον άνεμο τον ίδιο,
πάρ’ το και φύγε, σώσε τον εαυτό σου,
κι εγώ θα σε καλύπτω από τα νώτα.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Αν είναι θέλημα Θεού ο χαμός μου
κι αν μου ’χει στήσει ο θάνατος καρτέρι
εδώ, θα μείνω να τον περιμένω
κι ίσια στο πρόσωπο να τον κοιτάξω.
Ακούγονται τυμπανοκρουσίες, κα, μπαίνει
ο ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ, με όλους τους υπόλοιπους.
156
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Εκεί, μέσα στο σκοτεινό το δάσος
κρύβεται ο βασιλιάς. Φέρτε τον πίσω!
Μη μείνει ούτε μια πέτρα, ούτε ένα δέντρο
που να μην ψάξετε, ούτε ένα κλαράκι!
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Κύριέ μου, φύγε, τρέχα!
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Για ποιο λόγο;
ΑΣΤΟΛΦΟ
Τι πας να κάνεις;
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Άφησέ με, Αστόλφο.
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μα τι έβαλες σκοπό;
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Να δοκιμάσω
τη μόνη λύση που έμεινε, Κλοτάλντο.
(Στον Σιγισμούνδο).
Πρίγκιπα, αν ψάχνεις να με βρεις, εδώ είμαι,
πεσμένος μπρος σου. Κάνε τα μαλλιά μου
τα ολόλευκα χαλί στα δυο σου πόδια.
Κλώτσα το στέμμα, πάτα μου το σβέρκο,
157
ταπείνωσε το κύρος μου, και σύρε
στη λάσπη την αξιοπρέπειά μου,
μεταχειρίσου με σαν σκλάβο, πάρε
εκδίκηση πατώντας την τιμή μου,
μετά από τόσες μάταιες προφυλάξεις,
ας εκπληρώσει την υπόσχεσή της
η μοίρα, κι ο ουρανός τους οιωνούς του.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Άρχοντες κι αυλικοί της Πολωνίας,
που μάρτυρες σταθήκατε σε τόσα
απίστευτα και θαυμαστά συμβάντα,
ακούστε: σας μιλάει ο πρίγκιπάς σας.
Όσα έχει ο ουρανός αποφασίσει
και τα ’χει γράψει του Θεού το χέρι
με γράμματα χρυσά, πάνω σε χάρτη
γαλάζιο, διάφανο, σπαρμένο με άστρα,
ποτέ δεν ψεύδονται, ποτέ δεν σφάλλουν.
Σφάλλει και ψεύδεται μονάχα εκείνος
ο αστόχαστος, που κάνει κακή χρήση
της ερμηνείας τους προς όφελος του.
Έτσι ο πατέρας μου, που στέκει εμπρός σας,
για να σωθεί απ’ την έμφυτη μανία
του χαρακτήρα μου, μ’ έκανε κτήνος,
θεριό ανθρωπόμορφο. Κι ενώ μπορούσα,
χάρη στην υψηλή καταγωγή μου
και στο ευγενές και ιπποτικό μου αίμα,
να είχα γίνει πράος και μετρημένος,
αρκούσε αυτή η σκληρή ανατροφή μου
158
κι ο βίος που με ανάγκασε να ζήσω
για να με κάνουνε σωστό αγρίμι.
Ωραίος τρόπος να μ’ εξευγενίσει!
Αν σου ’λεγαν: «Θα σε κατασπαράξει
ένα θεριό αιμοβόρο», θα θεωρούσες
λύση σωστή να πας να το ξυπνήσεις
από τη νάρκη; Αν σού ’λεγαν: «Το ξίφος
αυτό που ’χεις ζωσμένο, θα σε σφάξει»,
εσύ, για ν’ αποφύγεις τέτοια μοίρα,
θα το τραβούσες έξω απ’ το θηκάρι
για να το στρέψεις ίσια στην καρδιά σου;
Αν σού ’λεγαν: «Θ’ ανοίξει τ ’ άγριο κύμα
και θα σε θάψει σ’ ασημένιο τάφο»,
θα ’βγαινες για ταξίδι με καράβι
όταν η θάλασσα, φουρτουνιασμένη,
σηκώνει κύματα, πανύψηλα όρη,
κι ανοίγει μαύρα βάθη αβυσσαλέα;
Μα να, ο πατέρας μου έπραξε το ίδιο
μ’ εκείνον που απειλείται απ’ το θηρίο
και το ξυπνάει, μ’ εκείνον που φοβάται
το ξίφος και το ξεγυμνώνει, ή εκείνον
που ταξιδεύει κόντρα στη φουρτούνα.
Κι αν ήτανε -^προσέξτε τι σας λέω-
η λύσσα μου θηρίο ναρκωμένο,
ξίφος μέσα στη θήκη του η οργή μου
και η μανία μου θάλασσα γαλήνια,
τη μοίρα δεν μπορείς να τη νικήσεις
με την εκδίκηση ή την αδικία,
γιατί έτσι πιο πολύ την ερεθίζεις.
159
Άρα, όποιος θέλει να καθυποτάξει
τη μοίρα, ας προσπαθήσει να το κάνει
με σύνεση και με αυτοπειθαρχία.
Πριν έρθει το κακό, δεν το γλιτώνεις,
έστω κι αν το προβλέψεις, και παρόλο
που η ταπεινοφροσύνη -ναι, είν’ αλήθεια-
σε προφυλάσσει απ’ τις συνέπειές του,
αυτό θα γίνει μόνο αφού χτυπήσει,
γιατί το χτύπημα δεν το αποφεύγεις.
Πάρτε παράδειγμα τούτο το θέαμα
το σπάνιο, το παράξενο αυτό θαύμα,
που προκαλεί το δέος και τη φρίκη,
γιατί, τι πιο οικτρό από το να βλέπεις,
μετά από κάθε είδους προφυλάξεις,
να σέρνεται στο χώμα ένας πατέρας,
να ταπεινώνεται έτσι ένας μονάρχης;
Αυτή ήτανε η απόφαση της μοίρας,
κι όσο κι αν πήγε να την εμποδίσει,
δεν τα κατάφερε. Και θα μπορούσα
να τη νικήσω εγώ, ο κατώτερός του
στα χρόνια, στη σοφία και στο θάρρος;
(Στον βασιλιά).
Σήκω απ’ τη γη, κύριε, δώσ’ μου το χέρι.
Τώρα που σού ’δειξε ο ουρανός πως πήγες
με λάθος τρόπο να τον πολεμήσεις,
μπορείς να πάρεις την εκδίκησή σου
στην κεφαλή μου, είμαι στο έλεός σου.
160
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Γιε μου, αυτή η τόσο ευγενική σου πράξη
σε ξαναγέννησε μες στην καρδιά μου.
Εσύ είσ’ ο θριαμβευτής, σε σένα αξίζουν
όλου του κόσμου οι νικητήριες δάφνες.
Τώρα τα ανδραγαθήματά σου ας στέψουν
το μέτωπό σου.
ΟΛΟΙ
Ζήτω ο Σιγισμούνδος!
ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Αφού νίκες λαμπρές με περιμένουν,
θ’ αρχίσω σήμερα απ’ την πιο μεγάλη,
την πιο λαμπρή: ενάντια στον εαυτό μου.
Αστόλφο, δώσ’ το χέρι στη Ροζάουρα,
γιατί οφείλεις χρέος στην τιμή της
και θ’ απαιτήσω να το ξεπληρώσεις.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Αν κι είν’ αλήθεια πως είμ’ οφειλέτης,
η ίδια δεν ξέρει καν ποια είν’ η γενιά της,
και θα ’ταν όνειδος για τ ’ όνομά μου
να παντρευτώ γυναίκα που δεν είναι...5
5 Για το κοινό της εποχής, ήταν αυτονόητο ότι ένας ευγενής
όπως ο Αστόλφο μπορούσε να παντρευτεί μόνο γυναίκα ευγε-
νους καταγωγής.
161
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Στάσου, μη συνεχίζεις! Η Ροζάουρα
είναι ευγενής όσο κι εσύ, Αστόλφο,
κι αυτό είμαι πρόθυμος να στο αποδείξω
με το σπαθί μου στο πεδίο της μάχης,
γιατί είναι κόρη μου, κι αυτό σού φτάνει.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Πώς είπες;
ΚΛΟΤΑΛΝΤΟ
Μέχρι να τη δω ενωμένη
με τα δεσμά του γάμου με άξιον άνδρα,
δεν ήθελα να της το αποκαλύψω.
Το τι και πώς, είν’ ιστορία μεγάλη,
αλλά, εν τέλει, ναι, είναι παιδί μου.
ΑΣΤΟΛΦΟ
Αφού είναι έτσι, κι εγώ θα κρατήσω
το λόγο μου.
ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Κι εγώ, για να μη μείνει
η Εστέλλα απαρηγόρητη, που χάνει
πρίγκιπα τέτοιου ονόματος και αξίας,
προσφέρομαι να γίνω σύζυγός της,
αφού, σε κύρος και αρετές, θεωρούμαι
ίσος μ’ αυτόν, αν όχι ανώτερος του.
Δώσ’ μου το χέρι σου.

ΕΣΤΕΛΛΑ
                         Κι εγώ κερδίζω
απ’ την απρόσμενη τούτη ευτυχία.

ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Για τον Κλοτάλντο, που ’χει υπηρετήσει
με πίστη τον πατέρα μου, προσφέρω
την ανοιχτή μου αγκάλη, κι όποια χάρη
ζητήσει, εγώ ευχαρίστως θα την κάνω.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ 1
Τέτοιες τιμές αν κάνεις στους εχθρούς σου,
σ’ εμένα, που έκανα όλο το βασίλειο
ανάστατο, και σ’ έχω ελευθερώσει
από τον πύργο που ήσουν, τι θα δώσεις;

ΣΙΓΙΣΜΟΥΔΟΣ
Τον πύργο. Και φρουρούς να σε φυλάνε,
για να μη βγεις μέχρι που να πεθάνεις,
γιατί κανείς δεν θέλει τον προδότη
όταν η προδοσία έχει περάσει.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Είναι άξια θαυμασμού τόση σοφία!

ΑΣΤΟΛΦΟ
Πόσο άλλαξε ο αψύς του χαρακτήρας!

ΡΟΖΑΟΥΡΑ
Πόση σεμνότητα και σωφροσύνη!

ΣΙΓΙΣΜΟΥΝΔΟΣ
Γιατί εκπλήσσεστε; Γιατί απορείτε
που ένα όνειρο ήταν δάσκαλός μου,
και τρέμω από την αγωνία μήπως
ξυπνήσω και ξαναβρεθώ κλεισμένος
στη φυλακή μου; Κι έτσι να μη γίνει,
μόνο να τ ’ ονειρεύομαι μού φτάνει.
Γιατί, επιτέλους, μπόρεσα να μάθω
πως κάθε ανθρώπινη ευτυχία είναι
σαν όνειρο που χάνεται και σβήνει.
(Στο κοινό).
Και θέλω να επωφεληθώ απ’ το λίγο
χρόνο που μου έμεινε, για να ζητήσω
συγγνώμη για όσα λάθη έχουμε κάνει,
γιατί οι ευγενικές καρδιές σας ξέρω
πως είναι πρόθυμες να συγχωρήσουν.

                   ΤΕΛΟΣ

                             


==============================================
                                   

                                      Ειδικό Παράρτημα: Ιδιώματα

     '
Autos Sacramentales'(ισπ.: αούτος είναι οι δράσεις ή πράξεις δηλαδή έργα ή σκηνές έργων και σακραμεντάλες είναι τα μυστηριακά, άρα μια ορθή πλήρης μετάφραση του όρου είναι: Μυστηριακά Δράματα) είναι μια μορφή της δραματικής λογοτεχνίας, που είναι χαρακτηριστική στην Ισπανία, αν και σε ορισμένα σημεία της ίδιας μορφής, υπακούει στα παλιά θεατρικά έργα ήθους της Αγγλίας. Μπορεί επίσης να οριστεί ως δραματική αναπαράσταση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Τουλάχιστον αυτός είναι ο ορισμός που ίσχυε το καιρό του Καλντερόν. Δεν εμπίπτει και τόσο καλά στη φόρμα, όπως εκείνα του προηγούμενου αιώνα, όμως πολλά από αυτά πήραν μυστηριακό χαρακτήρα μόνο και μόνο επειδή παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της γιορτής του Corpus Christi.

     Είναι συνήθως αλληγορικά, οι χαρακτήρες που αντιπροσωπεύουνε π.χ., Πίστη, Ελπίδα, αμαρτία, θάνατο, κλπ. Υπήρχαν κάποια πράγματι, όπου δεν υπάρχει ούτε ένας ανθρώπινος χαρακτήρας, αλλά προσωποποιήσεις αρετών, ελαττωμάτων, στοιχείων, κ.λπ. Ήδη από τον 13ο αιώνα οι θρησκευτικές εκθέσεις ήταν δημοφιλείς στις μάζες στην Ισπανία. Αυτές που συνήθως έπαιρναν τη μορφή απλών διαλόγων και παρουσιαζόντουσαν στη διάρκεια θρησκευτικών εορτών, π.χ. Χριστούγεννα και Πάσχα. Αλλά δεν είναι παρά μέχρι τις αρχές του 16ου αιώνα, που έχουμε το πρώτο αληθινό Μυστηριακό Δράμα κι έχει για θέμα του το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Ήταν το "El Auto Δe San Martin", του Ζιλ Βιθέντε.
     Κατά τη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα συνέχισαν να εμφανίζονται, σταδιακά βελτιωμένα κι ακόμα πιο καλά επεξεργασμένα ώστε να φτάσουνε στο υψηλότερο στάδιο ανάπτυξής τους από τον Calder
ón. Παρουσιαζόνταν πάντα στους δρόμους τη περίοδο του φεστιβάλ της γιορτής του Corpus Christi. Είχε προηγηθεί μια επίσημη πομπή μες από τους κύριους δρόμους της πόλης και τα σπίτια κατά μήκος της διαδρομής ήτανε στολισμένα προς τιμήν της περίστασης. Στην πομπή εμφανιζόταν με τους ιερείς που μετέφεραν το Ιερό Λάβαρο κάτω από έναν υπέροχο θόλο, ακολουθούμενοι από ένα αφοσιωμένο πλήθος, που στη Μαδρίτη, συμμετείχε συχνά κι ο βασιλιάς κι η αυλή του, χωρίς διάκριση βαθμού και τελευταίοι απ' όλα, σε όμορφα κάρα, ερχόντουσαν οι ηθοποιοί από τις κρατικές σκηνές που επρόκειτο να λάβουν μέρος στη παράσταση. Η πομπή συνήθως σταματούσε στη κατοικία κάποιου αξιωματούχου κι ενώ οι ιερείς εκτελούσαν ορισμένες θρησκευτικές τελετές, το πλήθος γονάτιζε κατανυκτικά, όπως στην εκκλησία. Μετά το πέρας αυτών, δινόταν η παράσταση. Οι παραστάσεις αυτές κι η πομπή, είχαν μεγάλη λαμπρότητα και φυσικά υψηλό κόστος, πράγματα που καθορίζονταν βέβαια ανάλογα με τις δυνατότητες της έκαστης πόλης που οργάνωνε όλο τούτο.
     Από τους πιο γνωστούς συγγραφείς αυτού του είδους μπορεί να αναφερθεί ο Juan
DeLa Enzina κι oGil Vicente που γράψανε τον 15ο και 16ο αι., ενώ ανάμεσα σε αυτούς που γράψανε στο απόγειο της επιτυχίας τους ήταν ο Lope De Vega, που συνέγραψε πάνω από 400, όμως πολύ λίγα σώζονται σήμερα. Αλλά ακολούθησε ο πιο επιτυχημένος όλων σ' αυτό το είδος: ο Calderón. Παρόλο που δεν ήτανε πολυγραφότατος όπως ο Βέγκα, άφησε παρακαταθήκη περίπου 70 Μ.Δ. με κορυφαίο τον "Θεϊκό Ορφέα" έργο με απαράμιλλη ποιητική αξία, "Αφοσίωση Στη Μάζα", και "Η Αιχμαλωσία Του Νώε". Αυτά τα έργα είχανε μεγάλην απήχηση-επίδραση στο λαό.
     Από τα παλιά χρόνια η αλληγορία κάθε μορφής είχε έντονο γοητευτικό χαρακτήρα κι αυτά τα έργα αγαπήθηκαν από τα πλήθη κι ιδιαίτερα αφού δινόντουσαν δημοσία δαπάνη με την εύνοια της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, για τις μεγάλες θρησκευτικές εορτές. Το 1765 απαγορεύτηκαν από τον Κάρολο Γ' αλλά τέτοιες συνήθειες αιώνων δε θα μπορούσαν να κοπούνε τόσον εύκολα και για πολλά χρόνια μετά συνέχισαν να παρουσιάζονται σε ορισμένες μικρότερες πόλεις.

     '
Εntreméses'(προέρχεται από την ιταλική λέξη ιντερμέδιο) είναι μια μικρή φάρσα που χρησιμοποιείται σαν ένα διασκεδαστικό διάλειμμα μεταξύ πρώτης και δεύτερης πράξης της Comedia. Θεωρείται ότι παρουσιάστηκε πρώτη φορά στην ισπανική σκηνή τον 16ο αιώνα και προέρχεται από την επιρροή της ιταλικής Commedia dell 'Arte. Συχνά χρησιμοποιούνται χονδροειδείς περιθωριακοί χαρακτήρες και καταστάσεις, κι είχανε τεράστια πέραση στο ακροατήριο καθώς γράφτηκαν από διακεκριμένους συγγραφείς, όπως οι Καλντερόν και Θερβάντες.

     Στην Ισπανική Χρυσή Εποχή (Siglo de Oro) παράδοση η '
Comedia' να είναι ένα τρί-πρακτο έργο όπου συνδυάζει δραματικά και κωμικά στοιχεία. Οι κύριοι χαρακτήρες είναι ευγενείς (Galanes) και κυρίες (Damas) που εμπλέκονται σε μια υπόθεση που αφορά στην αγάπη, στη ζήλια, στη τιμή και μερικές φορές επίσης στο σεβασμό ή τον πατριωτισμό. Οι υποστηρικτικοί ρόλοι είναι αστείοι υπάλληλοι (graciosos) που βοηθούν τους εργοδότες τους κατά την εκτέλεση της πλοκής. Μεγάλος κι εξέχων δημιουργός τέτοιων κωμωδιών ήταν ο Βέγκα με ύφος που καθορίζεται από το μίγμα εκείνο του κωμικοτραγικού κι αρχικά έτσι ονομαζόταν, μέχρι που τελικά συντμήθηκε απλά σε 'Comedia'

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers