-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

:

                                         Βιογραφικ

    Ο Γιννης Βηλαρς τανε λυρικς, σατιρικς ποιητς και πεζογρφος, με σημαντικ συνεισφορ στο γλωσσικ ζτημα. Ασκοσε το επγγελμα του γιατρο. Γεννθηκε στα Κθηρα, το 1771, αλλ μεγλωσε και σποδασε στα Ιωννινα, πατρδα του πατρα του. Διδχτηκε λατινικ, ιταλικ, γαλλικ και στοιχειδη μαθηματικ. Ο πατρας του ταν επιφανς γιατρς στη περιοχ. Ο διος σποδασε απ το 1789 ιατρικ στην Ιταλα, συγκεκριμνα στη Πδοβα που πρε και το πτυχο του και στη Μπολνια. Με την επιστροφ του στην ηπειρωτικ πρωτεουσα διορστηκε ως προσωπικς γιατρς του Βελ πασ, γιου του Αλ Πασ, τον οποο ακολοθησε στην Πελοπννησο και στην Θεσσαλα, του χαρεμιο του αλλ και του ιδου του Αλ Πασ. Μλιστα κατφερε να κερδσει την ενοια του Αλβανο πασ εν για να τον τιμσει του αφιρωσε τιμητικ επγραμμα. Σμφωνα με τον μαρξιστ ιστορικ Γιννη Κορδτο, η εκτμηση και ο θαυμασμς του Βηλαρ προς τον Αλ δεν πγαζε απ κολακεα αλλ απ θαυμασμ προς τον φιλοπροδο και φωτισμνο κυβερντη.



     Ο Βηλαρς διατηροσε επικοινωνα με σημαντικος πνευματικος παργοντες των Ιωανννων, πως ο Αθανσιος Ψαλδας, αλλ και του ττε ελληνικο κσμου. Παρλληλα υπρξε προοδευτικς στις απψεις του κι ορθολογιστς (επηρεασμνος απ τον ευρωπακ Διαφωτισμ). Μετ την πολιορκα των Ιωανννων, απ τα τορκικα στρατεματα, ο Βηλαρς εγκατλειψε τον Αλ Πασ για να εγκατασταθε στο χωρι Τσεπλοβο του Ζαγορου. Εκε πθανε, στερα απ τρα χρνια 1823, αφνοντας σε σχημη οικονομικ κατσταση τη σζυγ του και τους 2 γιους του. Το μοναδικ του ποημα που σχετζεται με την οικογνει του κι χει διασωθε, εναι να τρυφερ πατρικ γρμμα προς ναν απ τους γιος του. Απ τα πιο μεσα κι ωραα ργα του ποιητ.
     ταν απ τους πρτους ποιητς της νεοελληνικς ιστορας και θεμελωσε τις βσεις της νεοελληνικς λογοτεχνας. Υποστριζε τον δημοτικισμ αλλ και τον πατριωτισμ χωρς συμβιβασμος (αφο χρησιμοποιοσε τη δημοτικ κι χι τη κοιν ελληνικ) κι επσης εναντιωνταν στην ιστορικ ορθογραφα (τνοι, πνεματα κι ομηχα φωνεντα). γραφε στχους με πολ μεγλη ευκολα κι αγωνιζταν για την αναγννηση του ελληνικο θνους με λες του τις δυνμεις. Το πιο γνωστ του ργο, Ρομεηκη γλοσα [sic], το οποο αφιρωσε στον προσωπικ του φλο Αθανσιο Ψαλδα, τυπθηκε στην Κρκυρα το 1814, μσα στο οποο εναι διατυπωμνες οι γλωσσικς και ορθογραφικς του πεποιθσεις οι οποες ταν πολ ριζοσπαστικς χι μνο για την εποχ εκενη αλλ και σμερα αφο κατργησε την ιστορικ ορθογραφα και πρτεινε την φωνητικ ορθογραφα, και τις οποες εφρμοσε σε μερικ ποιματα αλλ και σε δυο μεταφρσεις κλασικν ργων. Η γραμματικ του αναπτυσσταν σε χρο δυο σελδων. Επσης γραφε διδακτικ κεμενα,επιστολς,γλωσσικ δοκμια και λλες διατριβς εν μετφρασε κεμενα στην δημοτικ γλσσα.

   "Το 1814 στη Κρκυρα (3 χρνια μετ τα Λυρικ) δημοσευσε να περεργο βιβλιαρκι. Η ρομεηκη γλοσα, γραμμνο ολκληρο σ’ να σστημα ορθογραφας επαναστατικ, σχεδν φωνητικ και χωρς, φυσικ, τνους και πνεματα. Το σστημα και τη χρησιμτητ του τα εξηγε σε μια εισαγωγικ μικρ ορμνεια· κι στερα, σαν δεγματα μλλον της ρωμαικης γλσσας στη ποηση και στη πεζογραφα, δημοσιεει 4 πρωττυπα ποιματα και μεταφρσεις απ τους, Ανακροντα, Πλτωνα και Θουκυδδη. λα τα ποιματ του θα δημοσιευτον μετ το θνατ του, το 1827 στη Κρκυρα. Το κλμα εναι κι εδ το διο πως και στο Χριστπουλο· ο διος κσμος των κλασικιστικν αλληγοριν, η δια ανλαφρη, παιγνιδιρικη διθεση. Ο Βηλαρς μως εναι πιο γνσια αρκαδικς: η Χλη, η Φλλις, ο Θρσις, η Δφνη ξανρχονται συχν στους στχους του, η αρκαδικ διθεση εναι εδ γνησιτερη και περισστερο αφομοιωμνη".
Λνος Πολτης: Ιστορα Της Νεοελληνικς Λογοτεχνας

   "μως, πρα απ τη Ρομεηκη γλοσα, η γλωσσικ εκδοχ του Βηλαρ αναπτσσεται κατ κριο λγο, δη απ τα 1812, σε μια σειρ επιστολν του που σο κι αν διαδδονται χειργραφες πντως μνουν ιδιωτικς. Ακμη, 2 διηγματ του, Ο Λογιτατος ο Κολοκυθολης και Ο λογιτατος ταξιδιτης, που προορζονταν να συνεκδοθον με τις επιστολς του στη Γραφη Ρομεου, αν και κεντρικ του θμα χουν το γλωσσικ, καθλου δεν προγουν την λη θεωρα του. Ιδιατερο ενδιαφρον, παρλληλα προς τις γλωσσικς του απψεις, παρουσιζουν στη μεν αλληλογραφα του η ιδιτυπη αλλ εξαιρετικ γνιμη, μολοντι αντθετη προς την αστικ παροικιακ, στση του απναντι στην αρχαιτητα, στα δε διηγματ του το μη αστικ περιβλλον στο οποο εκτυλσσονται
".
Εμμ. Ι. Μοσχονς: Αγνας για μια χαμνη υπθεση.



     Ο Βηλαρς ευτχησε να ζσει μακρι απ τα νοθευμνα κοσμοπολιτικ κντρα του φαναριωτισμο. Ενσω ζοσε, δημοσευσε να μνο ργο, στα 1814, την Ρωμικη γλσσα. λλα ργα του εναι τα πεζ Αμαρτα και το περφημο Γνθι Σ'αυτν. Το 1953 εκδθηκαν τα παντ του, που περιλαμβνουν ερωτικ, σατιρικ και λυρικ ποιματα, μθους κι αινγματα. Δχθηκε σημαντικς επιρρος απ το αρκαδικ λογοτεχνικ φος. Πρα απ το πλοσιο συγγραφικ του ργο ο Βηλαρς μετφρασε κι αρχαα ελληνικ αποσπσματα. Προξνησε πντως μεγλην εντπωση, με τη Ρομηκη Γλοσα Στην Τηπογραφηα Τον Κορφον, Μηκρη Ορμηνια Για Τα Γραματα Κε Την Ορθογραφηα Της Ρομεηκης Γλοσας. Κρκυρα 1814

ΕΡΓΑ:

Ποηση

Ποιματα και πεζ τιν, Κρκυρα: Αθανσιος Μ. Πολτης, 1827.
Τα ποιματα, Αθνα: Φξης 1916.
Θωρ σου, Χλη 1918
Το φιλπονο μελσσι 1923
Η γλυκυττη Ανοιξι 1925
μνος στον ρωτα 1928
νοιξη 1932
Μελσσι 1934
Πουλκι 1936

Πεζ

Η ρομεηκη γλοσα στην τηπογραφηα τον Κορφον 1814  Μηκρη ορμηνια για τα γραματα κε την ορθογραφηα της ρομεηκης γλοσας (Ἀθνα, Κουλτορα,1979)
Αμαρτα, 1818.
Γνθι σ'αυτν, 1819.
Μῦθοι, Ἐν Παρισοις: Laine & Havard 1865.
Διαλξεις περ ἑλλνων ποιητῶν τοῦ ΙΘ' αἰῶνος, Ἐν Ἀθναις: Τυπ. Σακελλαρου 1916-17.
Ο Λογιτατος ταξιδιτης 1979
Ο Λογιτατος ο Κολοκυθολης 1980
Ἡ δημοτιστικ ἀντθεση στν Κορακ "Μση ὁδ" Ἀθνα: Ὀδυσσας 1981.
Επιστολς πρς τον Αλ Πασ 1982

Μεταφρσεις

Κρτωνας του Πλτωνα 1922
Επιτφιος του Θουκυδδη 1923
Βατραχομυομαχες του Ομρου, 1919

---------------------------------------------------



     Εκδδοντες πρτον τρα φορν τα ποιματα του αειμνστου Βηλαρ, σκοπς ημν εναι να παρηγορσωμεν οπωσον τας δυστυχας της Ευγενος οικογενεας του Ποιητο, και να καταστσωμεν κοινν ,τι ανκει εις λον το θνος, διτι γννημα ενδξου ανδρς. Η περ γλσσης και ορθογραφας ιδα του μακαρτου Βηλαρ, διαφρει απ την κοινς παραδεδεγμνην απ τους λογους. Οποιαδποτε μως και αν εναι, ημες εσπουδσαμεν να την φυλξωμεν με σβας, τυπσαντες κατ το ιδιγραφον πρωττυπον του Ποιητο, και αφσαντες εις τους Σοφος την φροντδα να κρνουν, αν ορθ, εσφαλμνη.

                                              O Εκδτης
                                     Αθανσιος Πολτης 1827

                                    Περ του Συγγραφως

     Ιωννης ο Βηλαρς υις Στεφνου ιατρο Ιωανντου και Τρσας Πελοπονησας εγεννθη εις Ιωννινα, που και επρασε τας πρτας σπουδς της Ελληνικς παιδεας εις το Κοινν της πατρδος του Γυμνσιον. Απ τον πατρα του εδιδχθη την Λατινικν Ιταλικν και Γαλλικν γλσαν, και τα στοιχειδη μαθηματικ, με φανερν επδοσιν. Απ' τα μικρ του ακμι δειχνε διθεσιν δι την Ποιητικν, και πντοτε κατεγνετο να παιγνιδζη εις διφορα εδη ποισεως, μλιστα της Κωμικς και Σατιρικς.

     ταν εχε 18 χρνους, εστλθη απ τον πατρα του εις το Παταιον της Ιταλας, που εσποδασε με μεγλην επιμλειαν τας ιατρικς επιστμας: και αφο επστρεψεν εις την πατρδα του, επροσκολλθη εις την δολευσιν, ως ιατρς, του Βελ Πασσ υιο του Αλ Πασσ, τον οποον ηναγκσθη ν' ακολουθση εις λας τας εκστρατεας και Κυβερνσεις του, εις τον πλεμο κατ τον Βερατιο, εις το Πασσαλκι του εις τον Μωραν, εις το Ρουστζοκι, ταν οι Τορκοι εκνησαν κατ των Ρσσων, και εις την Λρισσαν, ταν ο Βελς ταν Βεζρης Τρικκλων.
     Αυτα αι περιστσεις τον δωσαν αιταν να περιλθη την Πελοπνησον, Θεσσαλαν, πειρον, Βουλγαραν, Μακεδοναν, και Παριστρδα. Ως τα στερα, κατεκθησεν εις την πατρδα του τα Ιωννινα, επαγγελλμενος τον ιατρν της πλεως και του γυναικωντου (χαρεμιο) του Βελ, απολαμβνων σην οικιακν ευδαιμοναν, και σην αφιρωσιν εις την σπουδν ημποροσε ττε να συγχωρση η σιδηρ του τυραννοντος Αλ χειρ. Κατ το 1820, τον μνα Αγουστον, ταν επολεμθη ο Αλς απ τα στρατεματα της Πρτας, ευγκεν αυτς, με τους λοιπος φεγοντες τον κνδυνον Ιωανντας, και διεσθη εις το Τζεπλοβον του Ζαγοριο. Εις εκενην την ελεειν καταστροφν, η φωτι της πολιορκας των Ιωανννων του κατλυωσεν λην την περιουσαν, και τον κατντησε πμπτωχον.
     Ττοια θλιβερ περστασις, και τσα λλα ψυχικ και ηθικ πθη, ενεργοντα δυνατ εις μαν αισθαντικν ψυχν, του επροξνησαν απ' ολγον ολγον να μαρασμν, οπο κατ τους 1823, Δεκεμβρου 28, τον συραν, 52 χρνων ακμη, εις τον τφον πρωρα. φησε μαν γυνακα χρα, και δω υιος να κλαουν την ορφνιαν ενς αγαθο πατρς. Τον πρτον του υιν αφο τον επρκοψεν αρκετ εις το δρμον της σπουδς και της αρετς, ζων ακμι, τον στειλεν εις Ναπλιον να συναγωνισθ με τους λλους ομογενες του.
     σοι εγνριζαν τον Βηλαρ, λοι ταν ομφωνοι δια την πολυμθειν του. Εν εφανετο στολισμνος με βαθειν γνωρισιν των επιστημν, ταν εμπειρτατος εις την τχνην του, χαιρμενος κατ τοτο την γενικν των συμπολιτν του εμπιστοσνην. Εις λας τας συνομιλας του δειχνε μεγλην κατανησιν. τον εγκρατς της αρχαας φιλολογας, και πντοτε εχε την ετοιμτητα να εμψυχνη τον σωρν των γνσεων του με μαν δραστριον και λαμπρν φαντασαν και εις λας τας περιστσεις η φιλολογικας του γνσαις ανεφανωντο με ζωηρτητα αγχινοας. Αλλ περ της μεγαλονοας του Βηλαρ, λος ο θαυμασμς των συμπολιτν του, και λοι οι παινοι των ομογενν του θα ενομζονταν σως φιλοπροσωπα, κοντ εις την αδκαστον μαρτυραν οπο ο περφημος γγλος ιατρς Ενρκος λλανδ καταχρισε περ αυτν εις τας κατ την Ελλδα περιηγσεις του, γεναμνας τους 1812 και 1813, και τυπωμνας εις Λονδνον. Του σοφο τοτου γγλου η μακρυν διατριβ εις Ιωννινα, του δωσε πολλς περιστσεις να ιδ τον Βηλαρ εις διαφρους ηθικς θσεις.

   "Εις αυτς και λλας συνομιλας, ηρα τον Βηλαρ νθρωπον πολυμαθ και πολλ ειδμονα των φυσικν και μεταφυσικν επιστημν. Αυτς χαρεται την φμην, και πιστεω αξως, τι εναι ο πρτος βοτανικς της Ελλδος. δειχνε τι πολ εσκεθηκε δι τα διφορα υποκεμενα της μεταφυσικς και ηθικς, και η ομιλα του περ τοτων εφλαττε τον διον τνον του σατυρικο σκεπτισμο, οπο καμνε να υποφανεται εις λας γενικς τας γνμας του. Το ποιητικν αυτο προτρημα δεν ταν καττερον των γνσεν του εις την φιλολογαν και τας επιστμας. Εχα μαν ευκαιραν να δοκιμσω την ποιητικν του ευκολαν δδωντς του να δω κομμτια Αγγλικς ποιητικς, με το μσον της Ιταλικς γλσσης, τα οποα, ολγα λεπτ του φθασαν να φρη εις γραικικος στχους. Κοντ εις αυτ του τα χαρσματα της πολυμαθεας και ευαισθησας, νωνε εις τον χαρακτρα του εκενο το στοκν θος, καθς επα, οπο κποτε τον ανβαζεν εις να ψος και παρσιν, οποον θα εταριαζε καλλτερα εις τους παλαιος χρνους της ελευθερας, παρ' εις την ναν αυτν αθλιτητα".
Dr. Hollands: Travels Ιn Greece. 274.

     Το στωκν θος οπο ο Αγγλος περιηγητς, αποδδει εις τον Βηλαρ, ταν σως κοινν εις λους τους αληθιν πεπαιδευμνους της Ελλδος· επειδ, εις το πλαγος των ηθικν παθημτων οπο ευρσκετο η πατρς και το θνος, τι λλο ημποροσε να κμη τον ευασθητον σπουδαον να ανθξη, παρ μα καρτερα υπερβολικ, οπο στα μτια κθε ξνου πρεπε να νομισθ στωκισμς; Τα ποιητικ προτερματα του Βηλαρ φανονται εις λα του τα ποιματα.



     Το εδος μως εις το οποον επδιδεν εξαρετα ταν το σατιρικν. γραφε πολλος μθους, πολλ ερωτικ, και πολλ κομμτια εις το πεζν.
Αυτν των συγγραμμτων τον να μρος μνον γινε τρπος, σον συγχωροσαν αι περιστσεις, να μαζωχθ και να τυπωθ, χι μνον δι να γνη κοινν εις το θνος, αλλ και δι να δοθ κποια βοθεια εις την χραν γυνακα του, η οποα, δι τα φρικτ της πατρδας δυστυχματα, μεινεν υστερημνη των αναγκαων, και εις την οποαν θα δοθον λα τα χρματα οπο θα συναχθον απ την παροσαν κδοσιν, αφ' ου εγουν τα αναγκαα της εκδσεως ξοδα. Εδ πρπει να κηρυχθ η μεγλη ευγνωμοσνη οπο χρεωστεται εις την γενναιτητα των συνδρομητν, των οποων ετυπθησαν τα ονματα εις το τλος τον βιβλου, και οι οποοι, ευθς οπο κουσαν τον σκοπν της εκδσεως, εσντρεξαν με την πλον καλοπροαρετον γενναιτητα. Η ανγνωσις τον Βιβλιαρου αρκε να δση εις τον καθ' να αρκετν ιδαν της χαριτωμνης φαντασας του Ποιητο.
     Εις τους μθους, εις τα σατιρικ, και εις την μετφρασιν της Βατραχομυομαχας, εναι αξιοθαμαστος, και γλυκτερος αφ' σους γραψαν παρομοως ως τρα στην γλσσαν μας. Και εις τα ερωτικ του δεν χει λλον απ τον Α. Χριστπουλον να τον ομοιζη. Οι στχοι του λοι τρχουν απαλ και γλυκ, χωρς εκενους τους στρεβλισμος, παραγεμισμος, ανυπφοραις συνωνυμαις, οπο συχν φανονται εις τα
συγγρμματα των ολγων της γλσσης μας ποιητν. Αλλ' η γλσσα του… αυτ εναι να υποκεμενον περ του οποου πρπει τις να ειπ πρα ολγα, πρα πολλ. Ως προς το ιδωμα, αυτς εφλαξε το τοπικν του, δηλ. εκενο οπο ομιλον εις λην την πειρον ως τα μρη της Θεσσαλας. Εις αυτ καμε, καθς ο Θεκριτος, και καθς λοι οι νοι μας ποιητα απ την Κρτην. Πιθανν το ιδωμα τοτο να φαν παρξενον εις την Θρκην, εις τα παρλια της μικρς Ασας, εις την Πελοπνησον, που αλλο δεν συνηθζεται, Αλλ' ο Βηλαρς λγει τι γραψε δι τους συντοπτας τους, και μ' αυτ χει στο μρος του λα τα δκαια.
     Περ δε του φους της γλσσης αυτς ο διος εξηγε τας ιδας του εις τον Σοφολογιτατον και Κολυκυθολην. Ο μοναχς σκοπς του, σμφωνα με λους τους φρονμους σπουδαους, ταν να γνη καταληπτς εις το θνος. Αν το φος οπο ακολοθησε εναι το αρμοδιτερον μσον, χι, αυτς δεν εναι ο αρμδιος τπος ν' αποδειχθ, επειδ εναι υποκεμενον οπο δειξεν ως τρα, τι ολγα λγια δεν το τελεινουν. να μνον πρπει να ειπωθ, τι του Βηλαρ το φος χι μνον καταλαμβνεται απ λους, αλλ και καταθλγει και καθηδνει λους, σους χουν ψυχν και ασθημα εξανθρωπισμνον να αισθανθον τα πετγματα της ζωηρς του και ανθηρς φαντασας.

Κορφο 1827
                                            Π. Πετρδης


========================


ΠΟΙΗΜΑΤΑ:

                 Βατραχομυιομαχα

Σ' εσς που θλα κμετε τον κπο ν' αναγνστε,
Και καλν, αχαμν, μια γνμη θλα δστε,
Το λει αυτς που ιστορ, καθλου δεν τον μλλει·
Ας κμη την απφασι καθνας, πως θλει.
Καλ ειπ· κακ ειπ· τ' αρση δεν τ' αρση. 5
Ο στιχουργς δεν χασε, μτ' χει να κερδαση·
Γιατ δεν αφηκρστηκε, παρ την ρεξ του.
Και το κοντλι του πιακε για ξχλιασι δικ του.
τον παινστε το λοιπν, τον κατηγορστε,
Σας επε, να στε ελεθεροι· και κμετ' ,τι ωρστε. 10
Μια χρι θλει μοναχ απ την αφεντι σας·
Να μη τον αντραλψετε με τα ζητματ σας.
Για να σας φρη μαρτυριας σε πιος καιρος και τπους,
Τα ζα γλσσαις κρεναν σαν λους τους ανθρπους·
Και με πια χρια ημπρηγαν τα ρματα να πισουν, 15
Και σαν κι' εκενους γνωστικ πολλας δουλιας να σισουν.
Αυτς με το κεφλι του δεν τα 'χει εφευρεμνα·
Αλλοθε τα δανεστηκε, κι' απ' λλον συγγραμμνα.
Απ 'ναν κπιον ποιητ, τα πρε, ξακουσμνον,
Στους αλλοτεσινος καιρος, σε ττια προκομμνον· 20
Που σ' σα και αν εσνθεσε παρμια παραμθια,
Ποτ δεν παραστρτησε οχ τη σωστν αλθια.
Και λγει απ 'ναν τα κουσε, που κενος τα 'χε μθη
Απ' λλον, που τα διβασε σε ποημα, που χθη.
Πως μια φορ εσυνβηκε, πως κποτ' εχε λχη, 25
Σε Ποντικος ανμεσα και σε Μπακκους, μχη.
Και πως σ' αυτν τον πλεμο με τση αξιδα αντρκια,
Στους Μπακακδες φεραν τρομρα τα Ποντκια,
Οπο ολγο κντεψε να τους απαφανσουν,
Και απ το πρσωπο της γης τελεως να τους σβσουν 30

Ω Μοσαις, που κυττζετε ψηλ οχ τον Ελικνα,
Και βλπετε τον δρωτα και τον πολ μου αγνα,
Μια αχτνα ρξτε σπλαχνικ να με γιομση θρρος,
Να δυνηθ ν' αλαφρωθ οχ το πολ το βρος.
Δεν ψλλω εδ της Αθηνς τα ργα και τη δξα, 35
του πανοργου ρωτα τα φλογισμνα τξα.
Μον τραγουδ τον πονο τον ταραχδην ρη,
Που στα νεκρ κορμι πατει με πρθυμο ποδρι·
Της μχαις πντα οργεται, τον κσμο ανακατνει,
Για να πληθανει ο πλεμος, για ν' αβγατν οι φνοι. 40
Και μ' απεργραφτη ασπλαχνι και μ' γρια σκληροσνη
Των ζωντανν τα αματα ωσν ποτμι χνει.
Καλοθελτραις Μοσαις μου, σ' αυτν την ιστορα,
Αναθυμστε μου καλ της μχης την αιτα.
Και πς σ' αυτ το μλωμα των Ποντικν, το πλθος 45
Γιγντων δεχνει αποκοτι, Γιγντων δεχνει στθος.
να Ποντκι μια φορ σαν μπρεσε να φγη
Τα νχια ενς Αγριγατου, που το 'χε στο κυνγι.
Σε λμνης κρα εζγοσε να πιη, και να δροσση
Το διψασμνο αχελι του, τη φλγα του να σβση. 50
Συχνοβουτει στο νερ τη μορη και ρουφει,
Και τρομασμνο, ασγητο, εδ και εκε τηρει.
Μον σαν αππιε, εχρτασε, και ο φβος λιγοστνει,
Τον τπο να κατατηρη περσστερο θαρρεει.
Τσο νερ θιαμανεται να πρωτοδ ομπροστ του· 55
Της πρασινδες χαρεται οπχει ολγυρ του.
Τον βλπει ο μεγαλφωνος, που στα νερ φυλει,
Και του σιμνει σιγαν, και τον γλυκορωτει.
Ξνε μου ποθεν ρχεσαι; ποιος εσαι; και οχ τι τπο;
Μη φοβηθς να μου το ειπς· μην χεις κναν κπο. 60
Γιατ αν απ το στμα σου την πσα αλθια μθω,
Και σε γνωρσω για σωστν και φλο δχως λθο,
Σου τζω μες το σπτι μου να σε φιλοξενσω,
Κι' ως πρπει, με χαρσματα πολλ να σε τιμσω.
Τι εγ εμαι ο Φουσκομγουλος εκενος, που τιμιομαι 65
Οχ τους Μπακκους Βασιλις, και αφντης τους λογιομαι,
Υγις Λασπ του Βασιλι, της Νεροθρνας γννα,
Και κληρονμος των γονιν, που μ' καμαν εμνα,
Οχ της αγπης τον καμ ερωτολαβομνοι,
Στου Ηριδανο του ποταμο της χταις ενομνοι. 70
Αλλ κ' εσ μου φανεσαι σαν ξιος και αντριομνος,
Και δεχνεις να εσαι Βασιλις με γνσι προικισμνος.
Πες μου λοιπν και μην αργες ν' ακοσω τη γενι σου,
Για να με κμης γνριμον και φλον της καρδις σου.
Ο Ποντικς με σοβαρ, σκυφτ τα βλμματ του, 75
Περφανα απεκρθηκε σ' αυτ το ρτημ του.
Το γνος μου, κυρ Μπκακα, παντο εναι φημισμνο,
Και απ ζα, και πουλι, και αθρπους γνωρισμνο.
Τριμμοδης ονομζομαι, και μ' καμεν η μορα
Να εμαι μονκριβος υγις και Βασιλιδων κλρα. 80
Του Ψωμοφγου Βασιλι, που τα ποντκα ορζει,
Για διδοχο στο θρνο του ο νμος με διορζει.
Και η μννα, που με γννησε, λογται η Αμπαρολα,
Του Ξυγγομση Βασιλι βαρι Βασιλοπολα.
Οπο σε τρπα λογιαστ, ζωγραφιστ καμρα, 85
Βασιλικ μ' ανστησε μ' αγπη και λαχτρα,
Σε χιδια και σ' ανπαψες, σε χλια διο παιγνδια
Και μ' θρεψε με κστανα, με σκα, με καρδια·
Και με λογς λογιν γλυκ, που ο νους σου δε χωρει,
Γιατ δεν τα δες πουθεν, ποτ δεν τα 'χεις φη. 90
Πς εναι τρα δυνατ να φιλιοθομε αντμα,
Οπο δεν χομε μιασι μηδ καν σ' να πρμμα.
Εσ χεις μθη στα νερ να ζης ολοκαιρς σου·
Σε τατα μσα περπατς να βρης την πρεψ σου.
μως εγ, κυρ Μπκακα, περνω μ' λλους τρπους, 95
Και βρσκομαι συγκτοικος, και ζι με τους αθρπους.
Γιατ τζι απεφασστηκα, το φυσικ μου κλνει,
Να γεομαι κοπα και εγ απ' σα τρων και εκενοι.
Το πλιο καθριο το ψωμ, το σπρο παξιμδι,
Η πτα με το βοτυρο, η πτα με το λδι. 100
Το χλωροτρι, ο παστρουμς, το μλι και το γλα
Δε με λαθεουν, Μπκακα και ακμα κι' σα λλα
Στα μαγειρι του ο θρωπος σοφζεται και βρσκει,
Απ' λα εδοκμασα. καννα δε μου μνσκει.
Και μη θαρρες, πως μοναχ η φση μχει δση 105
Τσα αγαθ να χαρομαι χωρς καμμι λλη γνσι.
Γιατ και ξιον μ' καμε με δναμι περσσια,
Οπο σε κθε κντυνο βαστ παληκαρσια
Μηδ του αθρπου το κορμ, που τσο δα φαντζει,
Μου φρει φβο στην καρδι, να ειπς με σκιζει. 110
Τα σια μες το στρμα του, οπο κοιμται, πνω,
Την κρα απ το δχτυλο, τη φτρνα του δαγκνω.
Και τον δαγκνω τζι αλαφρ, οπο δεν το νογει,
Μηδ οχ τον πνο το γλυκ ταρζεται, ξυπνει·
Απ' σα μως βρσκονται ς' της γης την ψι απνω, 115
Τρα μου φρουν βσανα, με κνουν και τα χνω.
Της Γτας τα αγρινυχα, του Γερακιο η μτη,
Και ο Δκανος οπο μου στιον σε κθε αθρπου σπτι.
Αμ θανσιμος οχτρς και χρος μου εναι η Γτα,
Που την αντανω αδικοπα παντο σε πσα στρτα 120
Που μρα νχτα ακομητη οχ το κοντ με παρει,
Ως να μπορση η νομη σ' εμ ν' απλση χρι.
Δεν τργω λαχανφυλλα, σου λγω την αλθια.
Δεν τργω ρεπανπρασα, παζι, και κολοκθια.
Αυτ εναι λα για τ' εσς τραπζια πεναιμνα, 125
Που ζιτε μσα στα νερ, δεν εναι για τ' εμνα.

Σε τατα ο Φουσκομγουλος τον Ποντικ θωρντας,
Με την μιαν κρα του ματιο πικρ χαμογελντας,
Θιαμανομαι, κυρ Ποντικ, του λει, την αφεντι σου,
Παραμεγλον παινο να κνης της κοιλις σου. 130
Μη δα θαρρες μας φηκε και εμς η πλοσια φση
Σε τση καταφρνεσιν απ' λη πλιο τη χτση;
Μη παντηχανεις ακριβ την τχη τη δικ μας
Σε σα μας χρειζονται δι την αναπαψ μας·
Και στα νερ και στης στεριας οπο να τα θιαμξης.
Διπλ ζω, κυρ Ποντικ, οι Μπακακδες ζιομε,
Γιατ πηδμε και στη γης, και στα νερ βουτομε.
Δρο του Δα χωριστ σ' ολγα ζων γνη,
Απ' σα και αν εσκρπισε ς' της γης την οικουμνη. 140
Και αν χεις ρεξι να ιδς αυτ που σου διηγομαι,
Εν φκολο το πισιμο εκε που κατοικομε.
Σε παρω εγ στης πλταις μου, και ακντυνα διαβανεις·
Περιδιαβζεις, ως ποθες, και πλε οπσω βγανεις.
Και λγοντας του πρσφερε τη ρχη να καθση· 145
Μον να βαστιται σο μπορε, του λει, μην γληστρση.

Ο Ποντικς, ογλγωρος και μ' αλαφρ ποδρι
Απανωθι του ερρχτηκε ωσν το παληκρι.
Και οχ το λαιμ του Μπκακα, και οχ την πλατι του μση
Σφιχτ με τα ποδρια του κρατιται να μη πση. 150
Θωρε πως τρχει στου νερο την ψι, και μακρανει
Απ την κρα που κινει, κι' λ' ομπροστ παγανει.
Θωρε της χταις στα πλευρ οπσω να γυρζουν.
Και του νερο το πλτομα παντοθε ν' αβγατζουν,
Αλλκοτα του φανουνται αυτ στην ρασ του· 155
Και προξενν φχαρστησι πολλ στην αστησ του.
Πολ 'ς του Φουσκομγουλου της πλγαις απορει.
Πολ το νοστιμεεται, και με χαρ γελει.
Αλλ καθς αρχνησε το κμα να τον βρχη,
Ο κρος φβος παρευτς στα σωθικ του τρχει· 160
Ανατζιριζει ολβολος, το αμα του παγνει·
Και κλγει αδιαφρετα, βαρι το μετανινει.
Συχνοβαριται, δρνεται, και πικραναστενζει,
Και την κοιλι του Μπκακα σφιχτ σφιχτ αγκαλιζει·
Χτυπει η καρδι του αμθητη, πφτει θελα το δκρυ· 165
Και θλει να ταν βολετ να βρσκονταν στην κρη.
Παρακαλε τον ουραν να τον απογλυτρση,
Σε χμα απνω να ριχτ, και σε στερι να σση.
Σρνεται οπσω του απλωτ σαν το κουπ η νορ του,
Και μουσκεμνα και βαρι κρεμονται τα μαλλι του· 170
Μοιριολογει με φων και τρομασμνα αχελια.
» Ο Ταρος δεν εβσταξε με τση αντρι και θρρος,
» Του ρωτα το φρτωμα και αγπης του το βρος,
» Αυτ τον πρωτοδχτηκαν της Κρτης ττε οι τποι, 175
» Οπο φερνε στη ρχη του την μορφην Ευρπη·
» Διαβανοντας το πλαγος οπο χωρζει πρα
» Την Κρτη απ την Αγυπτο σε μοναχν ημρα,
» Καθς εμνα ο Μπκακας στης πλταις του ο καμνος
» Μες τ' αφρισμνα κματα με φρει φορτομνος. 180

Και εκε που ττια λεγε το φβο να ξεχση,
Το καρδιοχτπι το βαρ να χαμοησυχση·
Και ο Μπκακας ακλοθαγε να κνη το ταξδι,
Σιμ τους φανερνεται, και τους ξαφνζει, φδι,
Που με κεφλι σηκωτ μες το νερ αγληστρει, 185
Και πρα δθε πλοντας το δρμο του τραβει.
Ενκροσαν τα μλη τους ευτς που το δικονται,
Και το κακ τους ριζικ με τρμο συλλογιονται.
Ο Φουσκομγουλος με μιας φυγς, το δρμο πινει·
Βουτει, χωρς να στοχαστ πιον φλον πει και χνει· 190
Και με το βοτημα φτακε της λμνης ως τον πτο,
Και απφυγε το θνατο απ φαρμκι ακρτο.
Ο Ποντικς απντεχα και ανλπιστα ριμμνος,
Απμεινε ο κακτυχος τ' ανσκελα απλομνος.
Του κκου κλει τα πδια του· χαμνα αγαναχτει. 195
Στον πτο πει τη μια φορ, την λλη ανηφορει.
Ελχτιζε σο εδνονταν προς του νερο την ψι,
Μον την πληγ δεν ημπορε του χρου ν' αποκψη.
Η τρχες σο βρχουνται το σμα του βαρανει,
Και ταν κοντ να νεκροθ, που αυτ τα λγια κρνει. 200
» Μ' αυτ σου, Φουσκομγουλε, το κμομα, μη ελπσης
» Τον καρδιογνστην Ουραν ποτ σου ν' απατσης.
» Με πονηρι και με ψευτι φιλα πρτα δεχνεις,
» Κιαπ στα βθη του νερο μ' οχτροπαθι με ρχνεις.
» Δεν σουν ξιος να βαλθς μ' εμνα να μαλσης, 205
» Σε πλεμα, σε τρξιμο, και σε γροθιας να σσης.
» Να με φονψης, μ' συρες στη λμνην αποπνω.
» Ωστσο βλπει ο Ουρανς. το δικο δε στργει·
» Και ξεπλερνει σε καιρν εκενον που του φταγει. 210
» Δε μνεις ατιμρητος· απαδευτος δε μνσκεις,
» Και οχ τους αντρεους Ποντικος ογλγορα το βρσκεις.
τζι επε, και τελεοσε την χαρη ζω του·
Και κρυ κουφρι ακνητο τεντθη το κορμ του.

Αυτ το μγα το κακ ο Πινακς θωρντας, 215
Που τον Τριμμοδη απ μακρι συντρφευε ακλουθντας,
Φωνας μεγλαις βγαλε, και βιαστικς κινει,
Τη συφορ που γνηκε στους Ποντικος μηνει.
Καθς τ' ακον οι Ποντικο τραβον τα μαγουλ τους,
Και ο τπος αχολγησε οχ τα σκουξματ τους. 220
Πικρο και απαρηγρητοι, σ' οργ περσσια μπανουν·
Μνε δεν κθουνται πραχτοι, μηδ καιρ προσμνουν.
Ολημερς διορζουνται πυκνο διαλαλητδες,
Να κμουν σναξι λαο απ' λαις της αρδαις.
Στου Βασιλι την κατοικι να παν μικρο μεγλοι 225
Ν' ακοσουν την απφασι, και τι 'χε να προβλη
Για του υγιο το σκοτωμ, που κετονταν στο κμα
Με καταφρνεσι πολλ χωρς ταφ και μνμα.

τι αρχινοσεν η αυγ για να γλυκοχαρζη,
Της θραις της ανατολς με ρδα να σκεπζη, 230
Και στην αυλ του Βασιλι σε πλθος συνασμνοι,
Οι Ποντικο καρτρηγαν περλυποι, θλιμμνοι.
Ο Ψωμοφγος κλαοντας με στενασμος προβανει,
Και με το πρσωπο σκυφτ προς το θρον παγανει.
Στκεται ορθς· διο, τρεις φορας, τα μτια του σφουγγζει· 235
Και σο ημπορε αδκρυτα σ' αυτος να λη πασκζει.
» Αλθια, φλοι, μον εμ προσωπικ αδικει
» Η ανομι των Μπακακιν, κακ μου προξενει·
» Αλθια εγ εμαι ο δυστυχς, που τρεις αγαπημνους
» Υγιος μου στα γερματα τους κλαω θανατομνους. 240
» Τον πρτο σκζει ανμερα η Γτα η οργισμνη
» Μον σαν ανξιος και ναντρος, με δλο και με πλνο,
Τηρεται, και απελπζεται· βυθζεται σε δελια.
Κι' εμες πολλ καλ 'χομε, αν μας καλοξετξης, 135
» Εκε που, σαν ανξερος, στην τρπα μπαινοβγανει.
» Το δετερο τον σκτοσε η ασπλαχνι τ' αθρπου
» Με το καινοριο εφερεμα του πονηρο του τρπου.
» Με την ξυλνια μηχαν με δλο αρματομνη, 245
» Των Ποντικν ξολοθρεμς! που κοπα μας στανει.
» Τον τρτο το μονκριβο, του θνου το καμρι,
» Των γηρατιν μου παντοχ και της αυλς η χρι·
» Με πλνη ο Φουσκομγουλος μες τα νερ τον πνγει,
» Και στην καρδιν αγιτρευτη, πικρ πληγ μ' ανογει. 250
» Μον το κακ που μκαμαν, και εσς βαρι πειρζει,
» Γιατ απ διδοχο ρημον το θρνον απαριζει.
» Των Μπακακιν η απιστι και αυθδια τους η τση,
» Και σ' λλα μρια βσανα μπορε να μας προδση.
» Ω αντριομνοι Ποντικο, τα ρματ' ας ντυθομε. 255
» Να πρωμε το δκιο μας, μη καταφρονεθομε.
» Ας πλνομε το αμα τους ττια αδικι μεγλη,
» Και εμαι ββιος στους θεος, να βγομε σε κεφλι.

τζι επε· και λοι εδχτηκαν του Βασιλι τη γνμη·
Και απ στρατιταις και ρματα εγιμοσαν οι δρμοι. 260
Με γληγορδα απστευτη εδ και εκε κινιονται·
Αρματωσιας πολεμικας πατκορφα στολνιονται.
Και πρτα στα ποδρια τους φορν 'πιτηδεμνα
Στεν προπδια απ κουκκι, με τχνη δουλεμνα
Που μ' επιδξια μαστορι ευτς τα ροκανζουν, 265
Το φλοδι αφνουν μοναχ, και τη θροφ αφανζουν.
Τα στθια τους εσκπασαν απ κρουστ τομρι
Μιας ψφιας Γτας, που λοι τους επιταυτο εχαν γδρει
Πασνας μρος απ' αυτ ωμορφοτουρνεμνο,
Για θρακα εσχημτιζε με τζκνα καρφομνο. 270
Χτους οφαλος των λυχναριν γερας ασπδες φκινουν,
Και απ βελναις σουβλερας με τα δεξι τους πινουν
Βαρι κοντρια αλγυγα, και σιδιροβαμμνα,
Οπο ο διος φαιστος τους τχε χαρισμνα.
Σκεπανουν τα κεφλια τους με περικεφαλααις 275
Απ τα καρυδτζεφλα, και δυνατας κ' ωρααις.
Κιαπ με ττια αρματωσι, με πτημα αντριομνο,
Κινν τη μχη πνοντας μ' αστθη εγκαρδιομνο·
Κοντ στη λμνη σταματν, και εκε στρατοπεδεουν·
Και τον οχτρν αντκρια τους να ιδον ογληγορεουν. 280

Ττε οι Μπακκοι βλποντας σε τξι του πολμου
Ν' αραδιαστον οι Ποντικο, και σε ροπν ανμου,
Το φοβερ τους στσιμο, και την ετοιμασα,
Σε απορα βρθησαν και σε απελπισα.
Πηδν με βια απ τα νερ και σ' να μρος τρχουν· 285
Και του κακο την αφορμ να ρωτηθον προσχουν.
Και εκε που διαλογζουνται βαθι συλλογισμνοι,
Απ μιαν κρα ο Κρυκας των Ποντικν εβγανει.
Μηνντας διαλαλζοντας τη μχη φανερνει·
Και τη φων για ν' ακουστ με δναμι σηκνει. 290
» Ω Μπακακδες, πλεμον, οι Ποντικο με στλλουν,
» Να σας κηρξω σμερα· και αυτν με δκιο θλουν.
» Γιατ ο Φουσκομγουλος με πονηρι και δλο,
» Καθς εγνηκε γνωστ κοιν στον κσμον λον,
» Στη λμνη μσα εφνεψε τον κακο Τριμμοδη, 295
» Του θρνου μας το διδοχο, της νιτης το λουλοδι.
» Και ανσως χετε καρδι, και παλληκρια αν στε,
» Σα σας βαστει, εδ εμεστε, ελτε, πολεμστε.

Αυτ ν' ακοσουν, τα 'χασαν με μιας οι Μπακακδες,
Κι' αλλαλαγμς αντχησεν απ' λαις της αρδαις. 300
Βοας μεγλαις βγαλαν, και δυνατ χουγιζουν,
Και προς το Φουσκομγουλον ωνειδισμος σωριζουν.
Αυτς πηδντας πραυτα στη μση απ το πλθος
Δημηγορει με πλαστ προσποιημνο θος.
» δικα, φλοι και εδικο, μη με κατηγορτε· 305
» Και αυτ που λεν οι Ποντικο, καθλου μη γρηκτε.
» Εγ δεν τον θαντοσα· πιος εναι, δεν τον ξρω.
» Μηδ τον δα πουθεν, μηδ στο νου τον φρω.
» Και ανσως εναι αληθιν, πως εδ μσα εχθη,
» Του χαλασμο του το κακ ατς του το 'χει πθη. 310
» Θαρρ να του σκαρφστηκε την εδικ μας φση
« Να μιμηθ μες τα νερ, ναρθ να κολυμπση.
» Και δχως πρξι και μαθος ελθεψε και επνγη,
» Και γνηκε της τρλας του ανλπιστο κυνγι.
» Κιαπ σ' εμ του φνου του το βρος απορρχνουν. 315
» Με δχως κρσιν μαρτυριας, για φταχτη μ' αποδεχνουν.
» Βεβαιοθτε, αδρφια μου, αυτ δεν εναι δκια
» Οπο προβνουν τολμηρ τα πονηρ Ποντκια.
» Με πλνον εσοφστηκαν παρμοια να μηνσουν,
» Και εν' αφορμας και πρφασες για να μας πολεμσουν 320
» Τι καρτερμε τ το λοιπν μαζ να βουλευτομε,
» Με κρδος μας και διφορο να τους εναντιοθομε;
» Εγ σας λω τη γνμη μου σ' εκενο που απεικζω·
» Οπο μετρ ως ωφλιμο, ως δκιο λογαριζω.
» Να τραβιχτομε απ' λα μας, κοιν να γνη σκλι· 325
» Και δχως λλα μριμνα ν' αρματωθομεν λοι,
» Απ μερι αποσκεπαστ να πμε δχως κπο,
» Ο, που εναι ορθς κατφορος να πικομε τον τπο.
» Κατασειρ μες τους γκρεμος ανμερα βαλμνοι,
» Ετοιμασμνοι, πρθυμοι, προειδοποιημνοι, 330
» Καθς ερθον οι Ποντικο και προς εμς κινσουν·
» ταχτικ, ταχτα απνω μας ωρμσουν·
» Εμες στον τπο, ασλευτοι, τον πλιο σιμοτιν μας
» Ν' αδρξωμε, πως δυνηθ καθνας, τον οχτρ μας,
» Και σροντς τον βιαστικ απ' ποιο μρος τχη 335
» Εκε το συντομτερο την κρα να πιτχη,
» Μαζ μ' αυτος να πσωμε μες του νερο το βθος,
» Κι' ολβολους τους πνγομε χωρς καννα λθος.
» Γιατ να φγουν δεν μπορον, κολμπαις δεν ηξρουν.
» Του ανασασμο την λλειψι αυτο δεν υποφρουν. 340

Τζωπανει ο Φουσκομγουλος αφο γνωμοδοτει·
Και των Μπακκων ο λας με κρτο αχολογει.
Η συμβουλ τους ρεσε, τον πλεμο λοι κρζουν.
Τη μχη στργουν λοι τους, και τ' ρματα συντζουν.
Απ τα μολοχφυλλα της ντζαις τους ποδανουν· 345
Και απ πλατι πεντνευρα τ' αστθια τους σκεπανουν·
Τα καμπρολαχανφυλλα γυροστρογγυλεμνα
Για ασπδες εχρησμεψαν σ' εκενων τον καθνα.
Και απ Μπομπλων κακαλα στολζουν τα κεφλια
Δεμνα οχ το πηγονι τους για πλιτερην ασφλια. 350
Απ τα βορλα τα στεγν, αυτ τα παλληκρια,
Βεργι μακρι και σουβλερ δανεζουνται κοντρια,
Και σαν απαρματθηκαν σιμαζωχτο πηγανουν·
Της χταις πινουν της ψηλας· το μλωμ' αναμνουν.
Καλνν αγνντια τον οχτρ με θυμομνο μτι· 355
Σιον τα κοντρια φοβερο, και απ καρδι γιομτοι.

Ο Δας οχ τον ουραν τον αστροστολισμνον,
Και οχ της αχτνες του ηλιο αινια φωτισμνον,
Τους λλους κρζει τους θεος να ιδον μια ττια μχη
Που δετερ της λλοτε αδνατο να λχη. 360
Τα δυνατ στρατματα τους δεχνει, που σαν λλοι
Κενταροι παραλλκοτοι, και Γγαντες μεγλοι,
Ατραγοι στον πλεμο τελεως δε δειλιζουν,
Μον το σημδη καρτερν· να χτυπηθον κυττζουν.
Και προς εκενους στρφοντας, με τρπον ερωτντας, 365
Τη γνμη τους ερεναγε γλυκ χαμογελντας.
Να μθη πιοι τους Ποντικος βουλιντας να βοηθσουν·
Και τα Μπακκια μοναχ πιοι θελαν ν' αφσουν.
Γυρζει και στην Αθην, της λγει, θυγατρα,
Σε τοτη την περστασι και 'ς τοτην την ημρα, 370
Για να συντρξης καν εσ δεν χεις στο σκοπ σου
Τους Ποντικος, που αδικοπα πηδν μες το να του.
Και τσο οργουνται πολ την τζκνα οχ της θυσας,
Που σου προσφρουν στους βωμος του κσμου η λατρεαις;
Στα λγια ττε του Δις η Αθην αποκρθη· 375
Ανογοντας το στμα της παρμια απηλογθη.
Να μη βρεθ, πατρα μου, το βοηθ μου χρι
Ν' απλσω εγ στους Ποντικος σε ,τι τους συμφρει·
Γιατ πολλ εναι τα κακ που ολημερς μου κνουν.
Κι' απνω κτω του ναο το στολισμν μου βνουν· 380
Χαλνντας τα στεφνια μου, συντρβοντας καντλια
Για ολγο λδι οπο ρουφν, λαιμαργν τα φτλια.
Μον κενο που μου πκρανε παρνω την καρδι μου,
Εν το χρυσυφαντο παν, το πλοσιο φρεμ μου.
Το φρεμα μου το καλ, το πολυζηλεμνο, 385
Που το εχα με τα χρια μου στον αργαλι υφασμνο.
Κι' ως να το σσω υπφερα και σκνιασαις και λπαις.
Και αυτο μου το παρχοσαν μπαλματα στης τρπαις.
Μον τα Ποντκια αν δε βοηθ, μηδ και τα Μπακκια
Ακμα τα συχρεσα οχ την παλι μου κκια. 390
Τι μια φορ οχ τον πλεμο περσια αποσταμνη,
Γυρζοντας ν' αναπαυτ σε στρμα πλαγιομνη,
Ολονυκτς δεν μ' φηκαν μιαν ρα να σιγσω,
Οχ της μεγλαις τους φωνας το μτι μου να κλεσω.
Κι' απρασα σο πφεξε οχ τα γουρλισματ τους 395
Με πονοκφαλον βαρ για την αδιακρισι τους,
Και κλλια να καθσωμε εδ σε ησυχα,
Να τους τηρμε απ μακρι με τλια αδιαφορα
Γιατ παρξιους τους θωρ, κι παραπελπισμνους
Πολεμιστδες δυνατος, στρατιταις αντριομνους. 400
Κι' αν μας αντασουν, βολετ ενντια να θυμσουν,
Με τα βαρι κοντρια τους κακ να μας λαβσουν.
Για αυτ λοιπν ας μενομεν στον υψηλ ουραν μας.
Τη μχη ν' αγναντεωμε με δχως κνδυν μας.
λοι οι Θεο αφηκρστηκαν της Αθηνς τα λγια, 405
Και κυκλικ καθομενοι 'ς των ουρανν τ' ανγια
Με περιργιας προσοχ, και με σκυφτ κεφλι,
Στη γη τα βλμμα εκρφωσαν σε σιωπ μεγλη.

Ζευγρι ττε Κουνουπιν ηκοστη στον αρα,
Οπο βον με ταραχ ψηλ στην ατμοσφαρα, 410
Με της μακριας τους σλπιγκαις για να παρακινσουν,
Με το σημδι της φωνς τη μχη ν' αρχινσουν.
Ο Δας προς βεβαωσι των σαλπιστν βροντει,
Που τα ουρνια ετρμαξε, τη γη καταφοβει.
Εδ του Φουσκομγουλου αντς ν' ακολουθσουν 415
Το εξαρετο στρατγημα, και να μη πολεμσουν.
Μον να δεχθον τους Ποντικος στα βθη να τους ρξουν,
Και σροντς τους στα νερ με θραμβο να πνξουν,
Πρτος ο μγας Χουγιατς το ρμα του ξαμνει,
Και τον αξιτερον οχτρ χτυπει και πληγνει· 420
Το Λαδορροφη πστεκε στη μπροστινν αρδα,
Στρατιτη μεγαλκαρδον με σπνια αντρι κι' αξιδα,
Αυτν αγνντια του χοντας ματιζει με την πρτη,
Μες το πλευρ τον πτυχε, και του τρυπει το σκτι.
πεσ' ευτς τ' ανσκελα εκενος λαβομνος, 425
Στον κουρνιαχτ ο ταλαπωρος αιματοκυλημνος.
Αλλ δε χνει τη ζω· για ττες δεν πεθνσκει·
Στους πρτους πλι βρσκεται· στον τπον απομνσκει.
Μ' αντρι μεγλη δετερα, ο Τρυποφρχτης δνει
Μες του Βαλτσιου την καρδι του χρου την οδνη. 430
Τα σια σαν του τρβησε 'ς αστθια τον καρφνει·
Νεκρ κουφρι ακνητο και κρο τον ξαπλνει.
Βλητροδης ο αγλαστος σ' να λλο μρος πλι
Στο Λυχνοπδαν φερε φριχτο θαντου ζλη·
Στο ψυχικ η κονταρι ορμητικ τον παρει, 435
Κι' ως αστραπ τον ρριξε το φονικ του χρι·
Ο Κοροφγος τρομερς με πεσμα του κινει,
Στο Φωναρν εχμησε στη μση τον χτυπει.
Στη γη σωρν τον φηκε, και κεθε σ' λλα μρη
Διαβανει, κι' αποπσω του σφαγ και φνο φρει· 440
Το σκοτωμ του Φωναρ να ιδ ο Νοτιρης φρζει,
τζι γοργν παρστρατα· κι' απ θυμν αφρζει·
Ατφια κι' ολοστργγυλη μια πτρα ευτς αρπζει,
Μ' οργ πολλ και μνητα καλ σαν τη χουφτιζει,
Στον Τρυπαφρχτη απανωθι, οπο τον αντικρζει, 445
Με γληγορδα απστευτη τα σια σφεντονζει·
Τον παρει στο αντικφαλο, κι' αινιο σκοτδι
Εθμπωσε τα μτια του· τον προβοδει στον δη.
Ο Λαδορροφης αποκε που λαβομνος στκει,
Δεν ησυχζει ζωντανς να μνη αργς παρκει· 450
Στη δυνατ παλμη του ζυγιζει το κοντρι·
Το ρχνει θανατνοντας στον τπο το Νοτιρη.
Σαν το δοκθη ο Λαχανς λιγστεψε η ψυχ του,
Και μες τη λμνη απδησε να γλση τη ζω του.
Αλλ κι' εκε που πντεχε μ' ασφλια να γλυτρση, 455
Ο μαρος χρος κι' λαλος δεν λειψε να σση·
Τι ο Λαδορροφης νιθοντας τον ναντρο σκοπ του,
Κι' απ μακρι τον πρφτακε απνω στο φυγι του.
Μια κονταρι σαν τσυρε στα δρμο τον γκρεμζει,
Κι' απ το αμα της πληγς η λμνη κοκκινζει· 460
Τα μλη του ακνητα κι' αλγυγα τεντνουν,
Και το κορμ του το ψυχρ τα κματα τ' αμπνουν.
Τον Τυρογλφη σε γκρεμν εγκλησε ο Λιμνιτης.
Και σ' λλον τ' μιο θλησε να κμη ο Καλαμιτης·
Μον στη στιμ που βνεται, να δεξη αντρι βουλιται, 465
Τον Ασκοτρπα τον τρανν απντεχα δοκται.
Που φνευε αλεημνητα καθναν που απαντοσε,
Σαν να ριζε το θνατο, στο χρι τον κρατοσε.
Επγωσε οχ το φβο του, και τπεσε η ασπδα,
Και μες τη λμνη απθεσε την παντοχ και ελπδα, 470
Του Καλαμιτη οι Ποντικο το κμωμα θωρντας,
Στους Μπακακδες ρμησαν περστερο θαρρντας.
Και τους μαζνουν ομπροστ μ' αλλαλαγμ και κρτο,
Κατπι κυνηγντας τους 'χτν στερ ως τον πρτο.
Μον 'ς των στρατιτων τ' γνωστο δειλ ανακατωμ τους 475
Ο Νερορροφας φτακε τρεχτα απ κοντ τους.
Και τους φωνζει να σταθον μ' ασλευτο ποδρι·
Και σκφτει αδρζει απ τη γη χοντρ βαρ λιθρι.
Εκοντοστθη· ετεναξε την παχουλ παλμη,
Κι' ανγγασεν αλθευτα την πτρα ευθς να δρμη 480
Με βογγυτ και σιουρισμ τα σια στο σημδι,
Που μτιασε ο σκληρκαρδος τον ξιον Παστρουμδι,
Μεγλο αφεντπουλο και νιο απ τα χρνια,
Που των Μπακκων φερνε ζημι και καταφρνια.
Στον καταπινα του λαιμο τον βρεσεν η πτρα, 485
Και της ζως του εχλασε σε μια στιμ τα μτρα.
Βουβς, ταμπηχτοκφαλα, και καταματομνος,
Χωρς ανσα και πνο διπλθηκε σφασμνος.
Αυτς ο θνατος με μιας τους Ποντικος μουδιζει,
Κι' απ την πρτη τους ορμ ν' αποκοπον τους βιζει· 490
Κι' οι Μπακακδες θρρεψαν και χαμοξανασανουν,
Και με καινοργιαις δναμες τη μχη πλι στανουν.
Εδ το πεσμα κι' ο θυμς, κι' η λσσα ανακατεει
Τα φοβερ στρατματα, κι' ο φνος κυριεει.
Πλιο δεν ψηφν το θνατο· διψν το αμα ακρτο· 495
Και του οχτρο το χαλασμ επιθυμν μοντο.

Αυτο χτυπει ο Πινακς το φβιο Πηλοπτη,
Και τον σουβλει η κονταρι κατμεσα στο μτι.
Οπσω οχ τ' αντικφαλο το ρμα διαπερνει:
Στην κατοικ του Πλοτωνα γοργ τον προβοδει· 500
Ο Κολοκθας πινοντας σφιχτ του Τζικνογλφη
Οχ το ποδρι το δεξ διο τρεις φορας το στρφει·
Τον κολοσρει, φεγοντας σο μπορε, μαζ του,
Μες το νερ κρατντας τον, ως να σβυστ η πνο του.
Συντρφους τσους καταγς ο Κομματς να βλπη, 505
Καθλου δεν αργοπορει να εκδικηθ, ως πρπει·
Τον παινεμνον Πλεμον εχρισε στη μση,
Και παγομνον παρευτς τον καμε να πση.
Βογγοσης πλι ο ακρτητος με τ' αγριομνο βλμμα
Τον Κομματ εφοβρισε χουγιζοντς του· τρμα. 510
Τρμα ανξιε, ουτιδαν και πριν να τ' αποσση,
Απκοτις δοκμασε κοντ να τον τυφλση,
Με χοφτα λσπης νερουλς που αδραχτηκ σηκνει
Του χρει τη μορη ολκαιρη, τα μτια του θαμπνει,
Κακζει ττε ο Κομματς και στη στιμν εκενη 515
Χεριζει πτραν βελη, και δχως ν' αναμενη,
Προς τον οχτρ του απανωθι πεισματικ απολνει,
Και το μηρ του το δεξ συντρμματα σκορπει·
Μον ο Σκουζιρης πραυτα τον φλο ξεδικται·

Στον Κομματ με μνιομα ακρτιγο απολνιται· 520
Το μυτερ κοντρι του στον οφαλ του χνει·
Και με βρισιας και χλευασμος ακμα τον μαλνει·
Πλατι πληγ του νοιξε στην απαλ κοιλι του,
Και ρρεψαν αμπουριαστ στο χμα τ' ντερ του.
Βλπει ο Προσφης, να σρνεται με τα κουτζ του σκλη 525
Βογγοση τον περφανο, που βιζεται, και θλει
Να πρη τον κατφορο μ' ελπδα να βουτση,
Και τη γλυκ του τη ζω ο δλιος ν' απαντση.

Μον κενος καταπνω του τρεχτος τον πλακνει,
Με το κοντρι τον βαρε και τον αποτελινει· 530
Ο Ψωμοφγος Βασιλις, οπο σε πσα τξη
Μικρος, μεγλους καμε καθνας να τρομξη,
Το Φουσκομγουλο απαντει· ανφτει οχ το θυμ του,
Και το κοντρι εζγιασε ενντια στον οχτρ του.
Μον σφαλε το ρξιμο και δεν τον ευτυχει· 535
Και στην πατοσα ξδερμα τον χαμογρατζουνει·
Ξεφεγει ο Φουσκομγουλος του χρου το δρεπνι,
Και προς τη λμνη ογλγορος τη στρτα ττε πινει·
Ο Ψωμοφγος σειστος στο ,τι μελετει,
Με βιαστικ πατματα κατπι του ακλουθει· 540
Μηδ η καρδι του το' στρεγε να τον απαρατση
Χωρς νεκρν να τον ιδ· το αμα να του χση.
Ττε ο Πρασστος ξαφνα οχ το πλευρ τους βγανει,
Στον Ψωμοφγο ρχνοντας, μον δεν τον πιτυχανει·
Τι ο Βασιλις επρφτακε, και τ' ρμα οπσω αμπχνει 545
Κρυμμνος στην ασπδα του· και το κακ αποδιχνει·
Σε τοτο ο Φουσκομγουλος απκει σκαπετει·
Στης λμνης τα κατβαθα γλυτρνοντας πηδει·
Στων Ποντκων το στρτεμα εκενο τ' ακουσμνο
ταν κι' ν' ξιο ασγκριτα, παιδ καμαρομνο, 550
Του Κομματ μονκριβο, κι αλθια παλληκρι,
Οπο τους λλους διβαινε σε νιτα και σε χρι,

Ο Ροκανολης κρζονταν στο ντιμο νομ του·
Κι' ο διος ρης φανονταν οχ την πολλν αντρι του.
Σε χτη απνω στκοντας γυρτς κι' ακουμπημνος, 555
Στο τρομερ κοντρι του, κι' απ θυμ αναμμνος,
Αυτς ατς του υπσχονταν, αβοθητος, μοντος
Των Μπακακδων τη φυλ να σβση κατακρτος.
Κι' ως τσο γριος γνεται, κι' ως τσο φοβερζει,
Που του οχτρο το στρτεμα ολκληρο απελπζει· 560
Και δχως λλο ημπρηγε το λγο να τελιση·
Τι εχε καρδι και δναμι να τ' αποκατορθση·
Αν ο πατρας των θεν και των θνητν ανθρπων
Του Κρνου ο υγις δεν πρφταινε, δεν κανε τον τρπον
Τους Μπακακδες τους φτωχος για ττε να 'λεση· 565
Στους αποδλοιπους Θεος παρμια να μιλση·
Δι τρεις φορας ταρζοντας το θεκ κεφλι,
Τα βλμματα γυρζοντας σε μια μερι και σ' λλη.
Ω τι μεγλη συφορ, προβλπω, θελ γνη
Στους Μστακακδες σμερα· Ω, τι κακ συμβανει. 570
Του Ροκανολη η δναμη παραπολ με σκιζει·
Ξεπατωμ αθερπευτο θωρ να τους τοιμζη.

τζι επε ο Δας· και σ' αυτ τα θεκ του λγια,
Για τους Μπακκους θλιβερ και μαρα μοιριολγια,
Ο ρης αποκρθηκε, και λγει προς τον Δα, 575
Δεν εν' δουλι της Αθηνς, μτ' εδικ μου αντρεα,
Στο χαλασμ των Μπακακν να βλωμεν εμπδιο.
Μον αν το κρνης ελογο, το στοχαστς αρμδιο,
Καταπς εμαστε μαζ να τρξωμε λοι αντμα,
Βοθια να τους δκομε με λγο και με πρμμα· 580
το φριχτ και φλογερ δικ σου αστροπελκι,
Που 'ς των ποδιν σου το θρον πντ' αναμμνο στκει·
Οπο Γιγντους φλγισε, Τιτνες χει κψη,
Αυτ να ρξης μια βροντ, αυτ σ' αυτος ν' αστρψη·
Σ' αυτος να πση ανμεσα, να νισουν την οργ σου. 585
Να χωριστον, να δοκηθον, πως εναι προσταγ σου.

Ο Δας ττε με θυμ αστρφτει και βροντει,
Που ο Ουρανς εσεστηκε, η γη βαθι αντηχει·
Μες τα στρατματα η φωτι οχ τα Ουρνια πφτει,
Αλλ' η ορμ των Ποντικν τελεως δεν ξεπφτει. 590
Κυττζει ο Δας φοβερς την τση αποκοτι τους,
Και στους Μπακκους στειλε βοηθος απ κοντ τους.
Αιφνδια βγανουν οχ τη γη ανποδα στο σχμα·
Απ' σα ζιον εις τη στερι, κολυμπν στο κμα,
Πλατζιουκωτ, αστηθστομα, με κοκκαλνια ρχη, 595
Με διο ψαλδες ομπροστ, με μτια οχ το στομχι.
Μ' οχτ ποδρια σκλεπωτ, που στο πλευρ βαδζουν·
Κι' αυτ τα τερατμορφα Καβορια ονοματζουν·
Η δυνατας κοπδες τους το μρος που δαγκσουν,
Θεν το κψουν φευχτα· θελ το κομματισουν. 600
Νορας λοιπν των Ποντικν ποδρια τους λιανζουν.
Κι' οχ τ' αποδλοιπο κορμ με πνους τα χωρζουν·.
Χτυπν μ' αγνα οι Ποντικο και με τα δυνατ τους·
Δεν κατορθνον τποτες σ' εκενους τ' ρματ τους.
Ας προσπαθν σο ημπορον· του κκου τυραγνιονται· 605
Των Καβουριν τα κακαλα καθλου δεν τρυπιονται.
Οχτρος παρμιους να ιδον ελπδα δεν τους μνει·
Μηδ βαστν στον πλεμο· και φεγουν τρομασμνοι.
Κοντ βασλεμα ηλιο το πρμμα αυτ ακλουθει·
Και σε μιας μρας διστημα η μχη αυτ σκολνει· 610

Ο Ν Ο Μ Α Τ Α   Τ Ω Ν   Μ Π Α Κ Α Κ Ω Ν.

Φ ο υ σ κ ο μ γ ο υ λ ο ς· οπο φουσκνει τα μγουλα
Λ α σ π ς· οπο περπατει στης λσπαις·
Ν ε ρ ο θ ρ ν α· οπο χει το θρον της στα νερ.
Χ ο υ γ ι α τ ς· οπο χουγιζει δυνατ.
Β α λ τ σ ι ο ς· οπο κατοικει στους βλτους.
Β λ η τ ρ ο δ η ς· οπο χει χρμα Βλτρου.
Φ ω ν α ρ ς· οπο φωνζει·
Ν ο τ ι ρ η ς· οπο χαρεται στη νοτι.
Λ α χ α ν ς· οπο χει χρμα λαχαν.
Λ ι μ ν ι τ η ς· οπο κατοικει στης λμναις.
Κ α λ α μ ι τ η ς· οπο κθεται στα καλμια.
Ν ε ρ ο ρ ρ ο φ η ς· οπο ρουφει το νερ.
Π η λ ο π τ η ς· οπο περπατει στον πηλ.
Κ ο λ ο κ θ α ς· οπο χει χρμα κολοκυθου.
Π λ ε μ ο ν ς· οπο χει γερ πλεμνια και σκοζει.
Β ο γ γ ο σ η ς· οπο φωνζει βογγντας.
Σ κ ο υ ζ ι ρ η ς· οπο λο σκοζει.
Π ρ α σ σ τ ο ς· οπο χει χρμα του πρσου.

Ο Ν Ο Μ Α Τ Α   Τ Ω Ν   Π Ο Ν Τ I Κ Ω Ν.

Τ ρ ι μ ο δη ς· οπο μαζνει τα τρματα.
Ψ ω μ ο φ γ ο ς· οπο του αργει το ψωμ.
Α μ π α ρ ο λ α· οπο τρυπει και μπανει στα αμπρια.
Ξ υ γ γ ο μ σ η ς· οπο τργει το ξγγι.
Π ι ν α κ ς· οπο μπανει στα πινκια.
Λ α δ ο ρ ρ ο φ η ς· οπο ρουφει το λδι.
Τ ρ υ π ο φ ρ χ τ η ς· οπο μπανει στης τρπαις.
Λ υ χ ν ο π δ α ς· οπο πηδει στα λυχνρια.
Κ ο ρ ο φ γ ο ς· οπο τργει της κραις.
Τ υ ρ ο γ λ φ η ς· οπο νοστιμεεται το τυρ.
Α σ κ ο τ ρ π α ς· οπο τρυπει τ' ασκι.
Π α σ τ ρ ο υ μ δ η ς· οπο κυνηγει τους παστρουμδες
Τ ζ ι κ ν ο γ λ φ η ς· οπο τργει της τζκναις.
Κ ο μ μ α τ ς· οπο γυρεει κομμτια κθε λογς.
Π ρ ο σ φ η ς· οπο του αργει κθε προσφγι.
Ρ ο κ α ν ο λ η ς· οπο ροκανει ,τι να βρη.

-----------------------------

Πουλκι Ξνο

Πουλκι ξνο,
ξενιτεμνο,
πουλ χαμνο,
πο να σταθ;
Πο να καθσω
να ξενυχτσω,
να μη χαθ;

Βραδιζ’ η μρα,
σκοτδι παρει,
και δχως ταρι
πο να σταθ;
Πο να φωλισω,
σε ξνο δσο
να μη χαθ;

Η μρα φεγει.
Η νχτα βιζει
να ησυχζει
κθε πουλ.
Εγ στενζω,
το ταρι κρζω,
ξνο πουλ.

Κοιτζω τ’ λλα
πουλι ζευγρι
αυτν τη χρη
δεν χω πλια.
Νχτα με δρει
με δχως ταρι,
χωρς φωλι.

Γυρζω να ’βρω
πο να καθσω
να ξενυχτσω
καν μοναχ.
Κθε κλαρκι
βαστει πουλκι
ζευγαρωτ.

Δεν με γρωνζουν,
κι εδ με διχνουν
κι εκε μ’ αμπχνουν.
Πο να σταθ;
Αχ, πς να γνω,
πο να πηγανω,
να μη χαθ;

Λυγν οι κλδοι,
τα φλλα σειονται,
γλυκοτσιμπιονται
τ’ λλα πουλι.
Κι εγ το ξνο
το πικραμνο,
χωρς φωλι.

Απ ’να σ’ λλο
πετω δενδρκι,
να βρω κλαρκι
για να σταθ,
για ν’ ακουμπσω,
να ξενυχτσω,
να μη χαθ.

Απορριμμνο
σε γρι’ αγκθια
πικρ μου πθια
και ξενιτις,
θρηνντας μνω,
κι εκε διαβανω
κακς νυχτις.

    Στ' νειρ Μου

Εδα απψε στ' νειρ μου,
Φλλη, σ' εχα στο πλευρ μου,
και στη μση να παιδκι
που το τρυγερ χερκι,
μ' ιλαρ θωρι τηρντας
και γλυκ χαμογελντας,
πτε πλωνε σ' εμνα,
πτ' εχδευεν εσνα.

Σου επα: ποιο εναι τοτο, Φλλη;
Συ, δαγκνοντας τ' αχελι,
μου επες: Δφνι, απ ποιο μρος
ξνος ρχεσαι; εν' ο ρως!
Τον αρπζω απ κοντ μου,
και μ' εμς, ως που να φξη,
τον αφκαμεν να παξη.

Νοιθεις, Φλλη, την αιτα
στα μου πλθει η φαντασα;
χω ημρες που δε σ' εδα·
και αν καμμι δεν εν' ελπδα
γλγορα ν' ανταμωθομε,
κλλια ως ττε να κοιμομαι!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers