Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Wilder Niven Thornton: Η μεγάλη ΜΙΚΡΗ μας Πόλη

  Βιογραφικό

     O Θόρντον Ουάιλντερ (Thornton Niven Wilder, 17 Απριλίου 1897 - 7 Δεκεμβρίου 1975) ήταν Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας που κέρδισε 3 βραβεία Πούλιτζερ κατά τη διάρκεια της καριέρας του.
     Πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε πόλεις της Κίνας όπου ήταν πρόξενος ο πατέρας του και σπούδασε στο Γέιλ, στην Αμερικανική Αρχαιολογική Σχολή της Ρώμης και στο Χάρβαρντ. Από το 1930 μέχρι το 1951 δίδαξε λογοτεχνία και ποίηση στα πανεπιστήμια Σικάγου και Χάρβαρντ. Κατά την διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε ως αξιωματικός της υπηρεσίας πληροφοριών της αεροπορίας.
     Έγινε ευρύτατα γνωστός με το δεύτερό του μυθιστόρημα "Το Γεφύρι Του Σαν Λούις Ρέι" (1926) που του απέφερε και το βραβείο Πούλιτζερ. Ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία ήταν το θεατρικό του έργο "Η Μικρή Μας Πόλη" (1938), που κέρδισε κι αυτό το βραβείο Πούλιτζερ όπως και το "Με Τα Δόντια" (1942).

           

     Ο Ουάιλντερ πρωτοτύπησε τόσο στο "Γεφύρι" (5 άνθρωποι πεθαίνουν όταν καταρρέει μια γέφυρα των Ίνκα στο Περού κι ένας μοναχός ψάχνει για την φιλοσοφική εξήγηση της μοίρας τους) όσο και στην "Μικρή Μας Πόλη", όπου καταργεί τα σκηνικά, χρησιμοποιεί αφηγητή κι απευθύνεται στο κοινό μέσω αυτού του τελευταίου αλλά και των ηθοποιών, επιτυγχάνοντας μια πολύ πειστική αναπαράσταση της σύγχρονής του αμερικανικής καθημερινότητας. Στο "Με Τα Δόντια" παρουσιάζονται οι εμπειρίες μιας ομάδας προσώπων τοποθετημένων σε διαφορετική σε κάθε σκηνή ιστορική περίοδο.

=============================================

                                         Η Μικρή Μας Πόλη

1η ΠΡΑΞΗ
     Δεν υπάρχει αυλαία. Δεν υπάρχουν σκηνικά. Το κοινό, όταν κάθεται, βλέπει τη σκηνή άδεια στο μισοσκόταδο. Αμέσως ο Διευθυντής Σκηνής με το καπέλο στο κεφάλι και την πίπα στο στόμα, μπαίνει στη σκηνή κι αρχίζει να στήνει ένα τραπέζι και μερικές καρέκλες στο προσκήνιο αριστερά, και πάλι τραπέζι και καρέκλες στο προσκήνιο δεξιά. Αριστερά και δεξιά λογαριάζονται με μέτρο τον ηθοποιό, που αντιμετωπίζει το κοινό. Καθώς τα φώτα της αίθουσας σβήνουν, ο Διευθυντής Σκηνής, έχει ετοιμάσει τη σκηνή κι ακουμπώντας στη δεξιά κουΐντα, παρακολουθεί τους αργοπορημένους θεατές, που πηγαίνουν στις θέσεις τους. Όταν η πλατεία είναι τελείως σκοτεινή, αρχίζει να μιλά.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Το έργο μας λέγεται "Η Μικρή Μας Πόλη". Το έγραψε ο Θόρντον Ουάιλντερ, το σκηνοθέτησε ο Λ... Παίζουν σ’ αυτό η κ. Η, η κ. Γ, η κ. Δ, η δις Ε, η δις Β, ο κ. Η, ο κ. Γ, ο κ. Ε και πολλοί άλλοι. Η μικρή μας πόλη ονομάζεται Γκρόβερς Κόρνερς. Είναι στην πολιτεία του Νιου Χάμσαϊαρ, κοντά στα σύνορα της πολιτείας της Μασσαχουσέτης. Γεωγραφικό μήκος 42 μοίρες και 40 λεπτά της μοίρας, γεωγραφικό πλάτος 70 μοίρες και 37 λεπτά. Η πρώτη πράξη θα μας δείξει μια μέρα απ’ τη ζωή της μικρής μας πόλης. Η μέρα είναι η 7η Μαΐου 1901. Η ώρα είναι λίγο πριν από την αυγή. (Ένας κόκορας λαλεί) Στον ουρανό αρχίζουν να φαίνονται κάτι φωτεινές ανταύγειες, εκεί στην ανατολή, πίσω από τα βουνά μας. Ο Αυγερινός πάντα γίνεται θαυμαστά λαμπρός, ακριβώς πριν αρχίσει να σβήνει. (Κοιτά το άστρο για μια στιγμή και κατόπι πηγαίνει στο βάθος) Ναι! Τώρα πρέπει να σας δείξω πως είναι η πόλη μας. Εδώ πίσω (δηλαδή παράλληλα στον τοίχο του βάθους) είναι ο κεντρικός μας δρόμος. Πέρα εκεί στο βάθος, ο σιδηροδρομικός σταθμός. Οι ράγες τραβάνε προς τα εκεί. Πέρα από τις σιδηροδρομικές γραμμές είναι ο συνοικισμός των Πολωνών και κάτι οικογένειες Καναδών. (προς τα αριστερά). Εκεί κάτω είναι η εκκλησία των Συνοδικών, από την άλλη μεριά η εκκλησία των Πρεσβυτεριανών. Οι Μεθοδιστές κι οι Ενωτικοί από δωπέρα. Οι Βαπτιστές κάτω στη ρεματιά κοντά στο ποτάμι. Η εκκλησία των Καθολικών είναι εκεί, πέρα από τις γραμμές. Εδώ είναι το Δημαρχείο και Ταχυδρομείο μαζί. Οι φυλακές είναι στο υπόγειο. Ο Μπράϊαν κάποτε έβγαλε ένα λόγο από αυτά τα σκαλοπάτια. Εδώ γύρω, είναι σειρά τα μαγαζιά. Μπροστά τους είναι κάτι παλούκια για να δένουν τα άλογα. Το πρώτο αυτοκίνητο θα έρθει σε πέντε χρόνια, ανήκε στον τραπεζίτη Κάρτραϊτ, τον πλουσιότερο συμπολίτη μας, κάθεται στο μεγάλο άσπρο σπίτι, πάνω στο λοφάκι. Εδώ είναι το μπακάλικο κι εδώ το μαγαζί του κ. Μόργκαν καφενείο μαζί κι εμπορικό. Όλη σχεδόν η πόλη καταφέρνει να περνά μια φορά τη μέρα απ’ αυτά τα δύο μαγαζιά. Το δημοτικό σχολείο είναι εκεί κάτω. Το γυμνάσιο ακόμα πιο πέρα. Το πρωί στις εννιά παρά τέταρτο, μεσημέρια, και στις τρεις το απομεσήμερο, όλη η πόλη μπορεί ν’ ακούσει τα τσιριχτά και τα ξεφωνητά από τις αυλές των σχολείων. (Πλησιάζει το τραπέζι και τις καρέκλες που βρίσκονται εμπρός δεξιά) Εδώ είναι το σπίτι του γιατρού μας, του Δρ. Γκίμπς. Εδώ είναι η πόρτα της αυλής του. (Δυο πλαίσια τοξωτά εμφανίζονται από δύο κουΐντες). Ορίστε και κάτι σαν σκηνικό, για κείνους που πιστεύουν πως πρέπει να υπάρχουν σκηνικά. Εδώ είναι κήπος. Φασολάκια... μπιζελιές... αραποσίτι... μολόχες κι ένα σωρό τσουκνίδες. (Διασχίζει τη σκηνή προς τα αριστερά). Εκείνα τα χρόνια η εφημερίδα μας έβγαινε δυο φορές τη βδομάδα! «Ο Φρουρός Του Γκρόβερς Κόρνερς»! Αυτό εδώ είναι το σπίτι του κ. Γουέμπ, εκδότη, διευθυντή κι αρχισυντάκτη. Εδώ μπρός, είναι ο κήπος της κυρίας Γουέμπ. Είναι ίδιος κι απαράλλαχτος με τον κήπο της κ. Γκίμπς, μόνο που έχει και πολλούς ήλιους. Εδώ ακριβώς, έχουμε μια μεγάλη φουντουκιά. (Ξαναγυρνά στη θέση του στη δεξιά κουΐντα και κοιτά στη πλατεία για λίγο) Συμπαθητικό μέρος, καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Κανείς πολύ σπουδαίος δε βγήκε ποτέ από τη μικρή μας πόλη - απ’ ότι ξέρουμε τουλάχιστο. Οι πιο παλιές ταφόπετρες στο κοιμητήρι, πάνω κεί στο βουναλάκι, γράφουν 1670 ή 1680 - κι από ονόματα, Γκρόβερ, Κάρτραΐτ, Γκίμπς και Χέρσεϋ, τα ίδια ονόματα που έχουν ακόμα εδώ οι ζωντανοί. Λοιπόν, όπως σας έλεγα, κοντεύει πια να ξημερώσει. Το μόνο φως μες στην πόλη είναι σ’ ένα χαμόσπιτο κάτω στις ράγες, όπου μια Πολωνέζα γέννησε δίδυμα πριν από λίγο. Και στο σπίτι του Τζο Κρόουελλ. που ο γιος του ο Τζο σηκώθηκε κιόλας να κάνει διανομή της εφημερίδας. Και στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ο Σόρτυ Χόουκινς σηκώνει τη σημαιούλα για το τραίνο της Βοστώνης των 5.45'. (Ακούγεται σφύριγμα τραίνου. Ο Διευθυντής Σκηνής κοιτά το ρολόι της τσέπης του και κουνά ικανοποιημένος το κεφάλι) Φυσικά έξω στα περίχωρα ένα γύρο, έχει φώτα αναμμένα από ώρα, ποιος αρμέγει τις αγελάδες του, ποιος το ένα, ποιος το άλλο. Όμως οι άνθρωποι της πόλης κοιμούνται αργά. Έτσι λοιπόν, άλλη μια μέρα έχει αρχίσει. Να ο γιατρός Γκίμπς κατηφορίζει τη δημοσιά, γυρνά από τη γέννα. Να κι η γυναίκα του, κατεβαίνει στη κουζίνα για να ετοιμάσει το πρωινό. Ο γιατρός .Γκίμπς πέθανε το 1910. Δώσανε τ' όνομά του στο καινούργιο νοσοκομείο. Η κυρία Γκίμπς πέθανε πρωτύτερα, πάει μάλιστα πολύς καιρός. Πήγε ταξίδι, να δει τη κόρη της τη Ρεβέκκα, που παντρεύτηκε έναν ασφαλιστή στο Κάντον, στη πολιτεία του Οχάιο και πέθανε κεί πέρα από πνευμονία, όμως τη φέραν υστέρα εδώ. Τώρα είναι εκεί ψηλά στο κοιμητήρι, μ’ ένα σωρό Γκίμπς και Χέρσεϋ, το πατρικό της ήταν Χέρσεϋ, Τζούλια Χέρσεϋ τη λέγανε προτού να παντρευτεί το γιατρό Γκίμπς σ’ αυτήν εκεί την εκκλησιά. Μας αρέσει να ξέρουμε στα μέρη μας τα  γεγονότα της ζωής του καθενός. Να ο γιατρός Γκίμπς. Κι από δω έρχεται ο Τζο Κρόουελλ ο μικρός που μοιράζει τον «Φρουρό» του κ. Γουέμπ.

   (Ο γιατρός Γκίμπς κατεβαίνει τον κεντρικό δρόμο από τα αριστερά. Στο σημείο όπου θα στρίψει για να τραβήξει για το σπίτι του, σταματά, αφήνει χάμω τη φανταστική μαύρη τσάντα του, βγάζει το καπέλο του, και σκουπίζει το πρόσωπό του, αποκαμωμένος, μ’ ένα τεράστιο μαντίλι. Η κυρία Γκίμπς μπήκε στην κουζίνα της και έκανε όλες τις κινήσεις σα να 'βαλε ξύλα, άναψε φωτιά, και τώρα ετοιμάζει το πρωινό. Τώρα ο Τζο Κρόουελλ ξεκινά από τα δεξιά στον κεντρικό δρόμο, ρίχνοντας φανταστικές εφημερίδες σε υποθετικές πόρτες).

ΤΖΟ: Καλημέρα σας γιατρέ.
ΓΚΙΜΠΣ: Καλημέρα Τζο.
ΤΖΟ: Είναι κανείς άρρωστος γιατρέ;
ΓΚΙΜΠΣ: Όχι. Είχαμε δίδυμα, πέρα στους Πολωνούς.
ΤΖΟ: Θέλετε την εφημερίδα σας γιατρέ;
ΓΚΙΜΠΣ: Ναι, δώσε μου την. Έγινε τίποτα σπουδαίο στον κόσμο από την Τετάρτη ως τα σήμερα;
ΤΖΟ: Μάλιστα γιατρέ. Η δασκάλα μας, η δις Φόστερ παντρεύεται με κάποιον απ’ το Κόνκορντ.
ΓΚΙΜΠΣ: Για φαντάσου! Και πώς το πήρατε εσείςτ’ αγόρια;
ΤΖΟ: Δηλαδή, εμένα δε μου πέφτει λόγος, όμως λέω πως όταν μια βαλθεί να γίνει δασκάλα, πρέπει να μείνει και δασκάλα.
ΓΚΙΜΠΣ: Πώς είναι το γόνατο σου, Τζό;
ΤΖΟ: Μια χαρά, γιατρέ, ούτε που το σκέφτομαι. Μόνο καθώς μου είπατε, όταν είναι να βρέξει, μου το λέει από τα πριν.
ΓΚΙΜΠΣ: Και τι σου λέει σήμερα; Θα βρέξει;
ΤΖΟ: Όχι κύριε.
ΓΚΙΜΠΣ: Σίγουρα πράματα;
ΤΖΟ: Μάλιστα γιατρέ.
ΓΚΙΜΠΣ: Δεν κάνει λάθη ποτέ το γονατάκι;
ΤΖΟ: Ποτέ γιατρέ.
  (Ο Τζο Κρόουελλ βγαίνει. Ο Γιατρός Γκίμπς κοντοστέκει διαβάζοντας την εφημερίδα του)
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Να κι ο γαλατάς! Ο Χάουι Νιούσαμ που μοιράζει το γάλα.
   (Ο Χάουι Νιούσαμ μπαίνει από τον κεντρικό δρόμο, προσπερνά τον γιατρό Γκίμπς, έρχεται μπροστά στο κέντρο της σκηνής, αφήνει κάτι μπουκάλες στην πόρτα της κυρίας Γουέμπ και διασχίζει τη σκηνή και πάει στης κυρίας Γκίμπς)
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Εμπρός Μπέσσυ, πρρρ! Τι σ’ έπιασε σήμερα; Καλημέρα γιατρέ.
ΓΚΙΜΠΣ: Καλημέρα Χάουι.
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Αρρώστησε κανείς;
ΓΚΙΜΠΣ: Έκανε δίδυμα η κυρία Γκορουσλάβσκυ.
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Δίδυμα ε; Αυτή η πόλη μεγαλώνει χρόνο με το χρόνο!
ΓΚΙΜΠΣ: Θα βρέξει, Χάουι;
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Όχι! Όχι! Ωραία μέρα, θα ‘χουμε λιακάδα. Τράβα Μπέσσυ, μπρος.
ΓΚΙΜΠΣ: Καλημέρα, Μπέσσυ (τη χαϊδεύει). Πόσω χρονώ είναι η φοράδα σου Χάουι;
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Πάτησε τα δεκαεφτά. Η Μπέσσυ γιατρέ, μπερδεύτηκε με το δρομολόγιο, από τότε που οι Λόκχαρτς έπαψαν να παίρνουν γάλα το πρωί. Θέλει σώνει και καλά να τους αφήνουμε μια μπουκάλα και μου κάνει ζοριλίκια όλη την ώρα.
        (Φτάνει στην πίσω πόρτα της κυρίας Γκίμπς που τον περιμένει).
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Καλημέρα, Χάουϊ.
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Καλημέρα, κυρία Γκίμπς. Έρχεται κι ό
γιατρός οπού να ‘ναι.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Έρχεται; Σαν να άργησες σήμερα λιγάκι.
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Ναι. Κάτι έπαθε ή γαλατομηχανή.
(Ξαναγυρνά στον κεντρικό δρόμο, φωνάζει τη Μπέσσυ, και
βγαίνει δεξιά. ‘Ο .Γκίμπς φθάνει στο σπίτι του και μπαίνει
μέσα)
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Πήγαν όλα καλά;
ΓΚΙΜΠΣ: Μια χαρά. Ούτε γατάκια να ήτανε.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Το μπέικον θα ‘ναι έτοιμο σ’ ένα λεφτό.
Κάθισε και πίνε τον καφέ σου. Παιδιά!
Παιδιάα! Ώρα να σηκωθείτε! Τζώρτζ!
Ρεβέκκα! (Στον άντρα της) Δεν μπορείς
να κοιμηθείς δυο ωρίτσες, τώρα το πρωί;
ΓΚΙΜΠΣ: Χμ! Στις έντεκα θα ‘ρθει η κυρία
Γουέντγουορθ. Θαρρώ μάλιστα πως ξέρω
τι με θέλει. Το στομάχι της δεν είναι και
τόσο καλά.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Με το ‘να και με τ’ άλλο, κοιμήθηκες δεν
κοιμήθηκες τρεις ώρες. Φράνκ Γκίμπς
και εγώ δεν ξέρω τι θα απογίνει. Πόσο θα
ήθελα να μπορούσα να σε έπαιρνα και να
πηγαίναμε κάπου μακριά, κάπου να
ξεκουραστείς! Θαρρώ πως θα σου έκανε
πολύ καλό.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Έμιλυυυ! Ώρα να σηκωθείτε! Γουόλλυ!
Επτά η ώρα!
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Κάνε μου τη χάρη να μιλήσεις στον
Τζώρτζ. Κάτι τον έχει πιάσει τώρα
τελευταία. Δεν με βοηθάει σε τίποτα.
Ούτε μερικά ξύλα δεν κατάφερα να τον
βάλω να μου κόψει.
ΓΚΙΜΠΣ: Σου βγάζει γλώσσα;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Όχι, αλλά γκρινιάζει! Μόνο στο μπέϊζ
μπωλ έχει το μυαλό του! Τζώρτζ!
Ρεβέκκα! Θα αργήσετε για το σχολείο
σας!
ΓΚΙΜΠΣ: Μμμ...
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Τζώρτζ!
ΓΚΙΜΠΣ: Άντε Τζώρτζ σαν άντρας!
ΤΖΩΡΤΖ: (από μέσα) Ναι, μπαμπά!
ΓΚΙΜΠΣ: (Καθώς βγαίνει από τη σκηνή) Δεν ακούς
που σε φωνάζει η μητέρα σου;
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Γουόλλυυυυ! Έμιλυυυυ! Σηκωθείτε, μην
αργήσετε! Γουόλλυυ! Να πλυθείς καλά,
μην ανέβω απάνω και σε πλύνω εγώ!
ΡΕΒΕΚΚΑ: (από μέσα) Μαμά! Τι θα φορέσω;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Μην ξεφωνίζεις! Ο πατέρας έλειπε όλη
νύχτα και χρειάζεται λίγο ύπνο ! Σου
έπλυνα και σου σιδέρωσα το μπλε σου το
βαμβακερό για σήμερα.
ΡΕΒΕΚΚΑ: (από μέσα) Μαμά το σιχαίνομαι αυτό το
φόρεμα.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Πάψε, μη σηκώνεις τον κόσμο στο
ποδάρι!
ΡΕΒΕΚΚΑ: (από μέσα) Κάθε μέρα πηγαίνω στο
σχολειό ντυμένη σαν ψόφια κότα!
7
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Έλα τώρα, Ρεβέκκα, μην γίνεσαι
ανάποδη. Είσαι πάντοτε πολύ-πολύ
όμορφα ντυμένη.
ΡΕΒΕΚΚΑ: (από μέσα) Μαμά, ο Τζώρτζ μου ρίχνει
σαπουνάδες!
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Θαρρώ πως θ’ ανέβω απάνω και θα δώσω
ένα γερό χαστούκι στον καθένα σας.
Αυτό θα κάνω!
(Ακούγεται η σειρήνα ενός εργοστασίου. Τα παιδιά μπαίνουν
και κάθονται στα δύο τραπέζια για να φάνε το πρωινό τους. Η
Έμιλυ και ο Γουόλλυ Γουέμπ, ο Τζώρτζ και η Ρεβέκκα Γκίμπς)
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Έχουμε και ένα εργοστάσιο στα
περίχωρα! Τ’ ακούτε; Φτιάχνει
κονσέρβες. Ανήκει στους Κάρτραϊτ που
έκαναν μ’ αυτό μεγάλη περιουσία!
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Παιδιά! Αυτό δεν μ’ αρέσει. Το πρωινό
είναι φαγητό του Θεού όπως κάθε
φαγητό και δεν εννοώ να σας βλέπω να
το κατεβάζετε αμάσητο! Θα χαλάσει την
υγεία σας και την ανάπτυξή σας. Άφησε
το βιβλίο Γουόλλυ.
ΓΟΥΟΛΛΥ: Μαμά…
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Το ξέρεις πολύ καλά πως στο τραπέζι
βιβλία δεν έχει. Προτιμώ να βλέπω τα
παιδιά μου γερά, παρά να τα δω σοφά.
ΕΜΙΛΥ: Εγώ είμαι και τα δυο μαμά. Το ξέρεις.
Στο σχολείο είμαι το πιο έξυπνο κορίτσι
για την ηλικία μου. Έχω θαυμάσια μνήμη.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Τρώε το φαγητό σου.
ΓΟΥΟΛΛΥ: Κι εγώ είμαι σπουδαίος! Τα
γραμματόσημά μου είναι...
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Θα μιλήσω στον πατέρα σου άμα
ξεκουραστεί. Εμένα μου φαίνεται πως
εικοσιπέντε σεντς την εβδομάδα φτάνουν
και παραφτάνουν σ’ ένα αγόρι της
ηλικίας σου. Μα τον Θεό και εγώ δεν
ξέρω που τα ξοδεύετε όλα αυτά.
ΤΖΩΡΤΖ: Μα μαμά, είναι τόσα πράματα που πρέπει
ν’ αγοράσω.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ναι! Παγωτό φράουλα! Εκεί πηγαίνουν τα
λεφτά σου.
ΤΖΩΡΤΖ: Δεν καταλαβαίνω πως η Ρεβέκκα
καταφέρνει κι έχει τόσα πολλά χρήματα.
Έχει περισσότερα από ένα δολάριο.
8
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΡΕΒΕΚΚΑ: (Ονειροπολεί με το κουτάλι από στόμα)
Τα έχω οικονομήσει λίγα-λίγα.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ναι χρυσό μου, αλλά θαρρώ πως καλό
είναι να ξοδεύεις και κάτι πότε-πότε.
ΡΕΒΕΚΚΑ: Μαμά ξέρεις τι αγαπώ περισσότερο από
κάθε τι στον κόσμο; Ξέρεις; Τα χρήματα.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Τρώε το φαγητό σου.
(Ακούγεται το κουδούνι του σχολείου).
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ: Μαμά το πρώτο κουδούνι. Πρέπει να
κάνω γρήγορα. Μαμά δεν πεινάω άλλο.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Πηγαίνετε γρήγορα, αλλά μην τρέχετε
στο δρόμο. Γουόλλυ, τράβηξε τα
πανταλόνια σου στο γόνατο. Έμιλυ, ίσια
να στέκεις!
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Να πεις στη δεσποινίδα Φόστερ τα θερμά
μου συγχαρητήρια! Θα το θυμηθείς;
ΡΕΒΕΚΚΑ: Ναι μαμά.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Πολύ ωραία είσαι Ρεβέκκα. Άντε, πάρτε
τα πόδια σας.
ΟΛΟΙ: Αντίο! Αντίο!
(Τα παιδιά βγαίνουν’ από τα δύο σπίτια, σμίγουνε στο κέντρο
της σκηνής προχωρούν προς το βάθος ως τον κεντρικό δρόμο
και μετά στρίβουν και βγαίνουν αριστερά. Η Κυρία Γκιμπς
γεμίζει την ποδιά της με τροφή για τις κότες και προχωρεί
προς τα φώτα της ράμπας)
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ελάτε δω! Πρ, πρ, πρ, πρ. Όχι εσύ, τράβα
εσύ. Φύγε από δω, σου λέω. Ελάτε! Πρ,
πρ, πρ. Τι έπαθε πάλι η αφεντιά σου. Αμ
όλο πόλεμο κι αμάχη μου είσαι. Χμ... εσύ
δικιά μου δεν είσαι μια φορά. Από που
μας κόπιασες; (Τινάζει την ποδιά της) Μη
φοβάσαι! Έννοια σου, κανείς δε σε
πειράζει. (Η Κυρία Γουέμπ κάθεται στην
πόρτα της καθαρίζοντας φασολάκια)
Καλημέρα Μυρτλ. Πως πάει το
κρυολόγημά σου;
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Ε, καλύτερα, είμαι, μα όπως είπα και
στον άντρα μου, θαρρώ πως απόψε δε θα
‘ρθω στην πρόβα της εκκλησιαστικής
χορωδίας. Έτσι κι αλλιώς και να ‘ρθω,
τίποτα δε βγαίνει.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Εσύ μια φορά έλα στην πρόβα και υστέρα
πια βλέποντας και κάνοντας.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Καλά, αν δεν είμαι χειρότερα απ’ ότι
νοιώθω τώρα, ίσως και να ‘ρθω. Τώρα
9
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
που ξεκουραζόμουνα, λέω, ας καθαρίσω
και λίγα φασολάκια.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: (Ανασκουμπώνεται καθώς διασχίζει τη
σκηνή, πηγαίνοντας για λίγο
κουβεντολόι) Στάσου να σε βοηθήσω κι
εγώ. Τα φασόλια βγήκανε καλά φέτος.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Αποφάσισα να βάλω στο ράφι δυο
ντουζίνες δοχεία φασόλια, μακάρι και να
πονέσουνε τα χέρια μου. Τα παιδιά λένε
πως τα σιχαίνονται, μα εγώ βλέπω πως
όλο το χειμώνα τα κατέβαζαν μια χαρά.
(Παύση)
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Άκου Μύρτλ. Πρέπει να σου πω κάτι,
γιατί θα σκάσω αν δεν το πω σε κάποιον.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Έλα δα Τζούλια!
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Δώσε μου λίγα φασόλια ακόμα. Δε μου
λες Μύρτλ, την περασμένη Παρασκευή,
μήπως πέρασε από σένα ένας
μεταπράτης από την Βοστώνη που
αγοράζει παλιά έπιπλα;
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Μμ... Όχι.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ε, λοιπόν πέρασε από μένα. Στην αρχή
θάρρεψα πως ήταν κανένας άρρωστος
που ήθελε να δει το γιατρό. Τρυπώνει
μέσα στο σαλόνι μου, και, Μύρτλ, μου
προσφέρει τριακόσια πενήντα δολάρια
για την παλιά την κονσόλα της γιαγιάς
μου. Όπως σε βλέπω και με βλέπεις!
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Έλα δα Τζούλια!
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Όπως σε βλέπω και με βλέπεις! Για κείνη
την παλιατζούρα! Πιάνει τόσο τόπο, που
δεν ήξερα που να τη βάλω και κόντεψα
να τη δώσω στην Έστερ Γουίλκοξ, την
ξαδέλφη μου!
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Και τι θα κάνεις τώρα; Θα τη δώσεις, δεν
είναι έτσι;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Δεν ξέρω!
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Δεν ξέρεις; Τριακόσια πενήντα δολάρια!
Τι έπαθες;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Αχ αν μπορούσα να καταφέρω το γιατρό
να πάμε πουθενά μ’ αυτά τα χρήματα,
κάπου μακριά, σε ένα αληθινό ταξίδι, θα
την πουλούσα στο πι και φι! Μύρτλ, από
τότε που ήμουν τόση δα μου είχε μπει η
10
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ιδέα να πάω στο Παρίσι, στη Γαλλία. Αχ
θαρρώ πως δεν είμαι στα καλά μου.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Έννοια σου και σε καταλαβαίνω. Μα ο
γιατρός πως το παίρνει;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Να σου πω! Το έφερα το ζήτημα απέξω-
απέξω και του είπα πως αν έπαιρνα μια
κληρονομιά -έτσι του το ‘φερα- θα τον
έβαζα να με πάει κάπου.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Μ… Και τι είπε εκείνος;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Τον ξέρεις. Από τότε που τον γνώρισα,
μια σοβαρή κουβέντα δεν πήρα απ’ το
στόμα του. Όχι, μου κάνει! Μπορεί αν
πάει και φέρει βόλτα τις Ευρώπες, να του
πέφτει μικρό μετά το Γκρόβερς Κόρνερς.
Κάλλιο λίγα και στο χέρι μου λέει. Κάθε
δυο χρόνια πάμε ταξίδι στα πεδία των
μαχών τον εμφυλίου πολέμου κι αυτό
είναι αρκετό, μου λέει, για να ξεδώσει ο
νους μας.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Α! Ο άντρας μου θαυμάζει τον κ. Γκίμπς
που τα ξέρει όλα για τον εμφύλιο πόλεμο.
Τόσο, που ενώ λέει να παρατήσει τον
Μεγάλο Ναπολέοντα και να καταπιαστεί
κι αυτός με τον εμφύλιο πόλεμο, δεν
τολμάει, μια κι έχουμε εδώ πέρα έναν
τέτοιο εμπειρογνώμονα σαν το γιατρό
Γκιμπς.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Αυτό είναι αλήθεια. Ποτέ ο γιατρός δεν
είναι τόσο ευτυχισμένος όσο όταν
βρίσκεται στο Άντιταμ ή στο
Γκέττυσμποργκ. Και πόσες φορές δεν
τους περπάτησα εκείνους τους λόφους
Μύρτλ! Να σταματούμε σε κάθε δεντράκι
και να τους μετρούμε με βήματα, σαν να
ήταν να τους αγοράσουμε για οικόπεδο.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Να σου πω, αν αυτός ο παλιατζής το λέει
στα σοβαρά, να το πουλήσεις Τζούλια.
Και υστέρα θα πας μάλιστα να δεις και
το Παρίσι.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Με συγχωρείς που σου το ανάφερα. Μόνο
που εγώ θαρρώ πως μια φορά προτού
πεθάνει κάνεις, πρέπει να δει κι έναν
τόπο όπου ο κόσμος δεν μιλάει τη
γλώσσα μας και ούτε θέλει να τη μιλήσει.
(Ο Διευθυντής Σκηνής ξαναγυρνάει στο κέντρο της σκηνής)
11
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Αρκεί ως εδώ! Αρκεί. Ευχαριστώ πολύ
κυρίες μου. (Η Κυρία Γκίμπς και η Κυρία
Γουέμπ μαζεύουν τα πράγματα,
πηγαίνουν προς τα σπίτια τους και
εξαφανίζονται) Τώρα θα πηδήξουμε λίγες
ώρες στη ζωή μιας μέρας του Γκρόβερς
Κόρνερς. Προτού όμως προχωρήσουμε θα
ήθελα να μάθετε περισσότερα για τη
μικρή μας πόλη, διάφορα πράγματα. Γι’
αυτό παρακάλεσα τον καθηγητή
Γουΐλλαρντ να έρθει από το
Πανεπιστήμιο της πολιτείας του Νιου
Χάμσαϊρ, για να μας σκιαγραφήσει σε
γενικές γραμμές την ιστορία μας, ένα
είδος επιστημονικής περιγραφής ας
πούμε. Ο καθηγητής κ. Γουΐλλαρντ
παρακαλώ; (Ο Καθηγητής Γουΐλλαρντ με
εμφάνιση επαρχιώτη, γυαλιά δεμένα με
φαρδιά σατέν κορδέλα, μπαίνει από τα
δεξιά κρατώντας κάτι σημειώσεις).
Επιτρέψατέ μου να σας παρουσιάσω τον
κ. Γουΐλλαρντ, καθηγητή του
Πανεπιστημίου μας. Ευχαριστώ κ.
καθηγητά! Λίγες μόνον σύντομες
σημειώσεις! Δυστυχώς η ώρα μας είναι
πολύ περιορισμένη.
ΚΑΘ. ΓΟΥΪΛΛΑΡΝΤ: Γκρόβερς Κόρνερς... Μια στιγμή...
Γκρόβερς Κόρνερς. Κείται επί του
παλαιοτάτου αρχαιοζωικού γρανίτου της
Αππαλαχείου οροσειράς. Δύναμαι να είπω
ότι πρόκειται περί ενός των
αρχαιοτέρων εδαφών του πλανήτου μας.
Είμεθα εξαιρετικά υπερήφανοι δι’ αυτό.
Μία φλέβα Δεβονιανού μελανολίθου,
κοινώς βασάλτου, διασχίζει την περιοχήν
με ίχνη Μεσοζωικού σχιστολίθου και
δείγματα αμμολίθου, όμως όλα αυτά
είναι πολύ μεταγενέστερα, ηλικίας μόλις
διακοσίων-τριακοσίων εκατομμυρίων
ετών. Ορισμένα λίαν ενδιαφέροντα
απολιθώματα, ευρέθησαν, μπορώ να
είπω, μοναδικά απολιθώματα, τρία
χιλιόμετρα έξω της πόλεως, εις τα
λιβάδια του Σάϊλας Πέκαμ. Εκτίθενται
εις το Μουσείον του Πανεπιστημίου μας;
12
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
τας εργασίμους ώρας. Θα θέλατε και τα
μετεωρολογικά δεδομένα;
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Ευχαριστώ! Τα θέλουμε.
ΚΑΘ. ΓΟΥΪΛΛΑΡΝΤ: Μέση ετησία πτώσις βροχής 40 ίντσαι.
Μέση ετησία, θερμοκρασία 43 βαθμοί
Φάρεναϊτ, κυμαινόμενη μεταξύ 102 υπό
σκιάν το θέρος και 38 υπό το μηδέν τον
χειμώνα. Οι... οι... χμ...
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Ευχαριστώ; κ. καθηγητά. Μήπως
έχετε τις σημειώσεις του καθηγητού
Γκρούμπερ για την ιστορία της
ανθρώπινης ζωής σ’ αυτό τον τόπο;
ΚΑΘ. ΓΟΥΪΛΛΑΡΝΤ: Χμ… ναι... Ανθρωπολογικά δεδομένα!
Παλαιόθεν κατοικουμένη υπό φυλών
Ερυθροδέρμων Κοταχάτσυ... αρχαιότερα
ίχνη κατά τον δέκατον αιώνα... χμ...
σήμερον έχουν πλήρως εκλείψει... Πιθανά
ίχνη εμφανίζονται εις τρεις οικογενείας.
Μετανάστευσις κατά τα τέλη του
δεκάτου εβδόμου αιώνος Αγγλοσαξώνων,
βραχυκεφάλων και γαλανοφθάλμων...
κατά πλειονότητα. Έκτοτε
μετανάστευσις εσχάτως, Σλαβικών και
Μεσογειακών τύπων...
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Και τι πληθυσμός κ. καθηγητά;
ΚΑΘ. ΓΟΥΪΛΛΑΡΝΤ: Εντός των ορίων του σχεδίου πόλεως:
2.640. Ο ταχυδρομικός τομεύς
περιλαμβάνει επί πλέον 507 κατοίκους
των περιχώρων. Η θνησιμότης και ο
αριθμός γεννήσεων παρουσιάζουν
αναλογίαν σταθεράν. Με τον δείκτη Μακ
Φέρσον: 6.032.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ κ.
καθηγητά. Μας υποχρεώσατε όλους.
ΚΑΘ. ΓΟΥΪΛΛΑΡΝΤ: Κάθε άλλο κύριε, κάθε άλλο.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Από δω περάστε κ. καθηγητά και σας
ευχαριστώ και πάλι. (Βγαίνει ο
Καθηγητής Γουίλλαρντ) Τώρα η πολιτική
και κοινωνική κατάσταση. Ο εκδότης της
εφημερίδας μας. Ο κ. Γουέμπ. Ο κ.
Γουέμπ;
(Η Κυρία Γουέμπ εμφανίζεται στην πόρτα της)
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Έρχεται σ’ ένα λεπτό. Έκοψε λίγο το χέρι
του καθώς καθάριζε ένα μήλο.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Α, ευχαριστώ κυρία Γουέμπ.
13
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Γρήγορα Τσάρλυ! Ο κόσμος περιμένει!
(Βγαίνει η κυρία Γουέμπ)
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Ο κ. Γουέμπ είναι διευθυντής,
ιδιοκτήτης και εκδότης του «Φρουρού»
του Γκρόβερς Κόρνερς. Είναι η τοπική
μας εφημερίδα, όπως ξέρετε.
(Ο κ. Γουέμπ βγαίνει από το σπίτι του βάζοντας το σακάκι του.
Το δάκτυλό του είναι δεμένο με το μαντίλι του)
ΓΟΥΕΜΠ: Χμ... δεν χρειάζεται βέβαια να σας πω,
ότι έχουμε εδώ ένα δημοτικό συμβούλιο
αιρετό. Όλοι οι άνδρες ψηφίζουν όταν
συμπληρώσουν τα εικοσιένα. Οι γυναίκες
ψηφίζουν εμμέσως. Ανήκουμε στη
μικροαστική τάξη, με ένα μικρό ποσοστό
ευγενών επαγγελμάτων! Ένα 10% είναι
αγράμματοι χωρικοί. Πολιτικώς είμαστε
86% Ρεμπουμπλικάνοι, 6% Δημοκρατικοί,
4% Σοσιαλιστές. Οι υπόλοιποι αδιάφοροι!
Θρησκευτικώς, είμαστε 85%
Διαμαρτυρόμενοι, 12% Καθολικοί οι
υπόλοιποι αδιάφοροι! Θέλετε τις
στατιστικές για τους απόρους ή για τους
ψυχοπαθείς;
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Όχι, ευχαριστώ. Έχετε τίποτα δικά
σας σχόλια, κύριε Γουέμπ;
ΓΟΥΕΜΠ: Μια πολύ συνηθισμένη μικρή πόλη, αν
θέλετε τη γνώμη μου. Κάπως πιο
συμμαζεμένη από τις περισσότερες. Ίσως
πολύ πιο ανιαρή. Στη νεολαία μας όμως
φαίνεται να της αρέσει αρκετά εδώ! 90%
από τους απόφοιτους του Γυμνασίου
μένουν οριστικά εδώ για να ζήσουν τη
ζωή τους κι όταν ακόμα έχουν πάει σε
κολλέγιο.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Ευχαριστώ κ. Γουέμπ. Τώρα, μήπως
θέλει κανένας θεατής να ρωτήσει τίποτα
τον κ. Γουέμπ για την πόλη μας;
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Πίνει πολύ ο κόσμος στην πόλη σας;
ΓΟΥΕΜΠ: Να σας πω κυρία μου! Δεν ξέρω τι
εννοείτε όταν λέτε «πολύ». Τα
Σαββατόβραδα τα παλληκάρια που
δουλεύουνε στις φάρμες μαζεύονται
κάτω στο στάβλο του Έλλερυ Γκρήνοου
και ξελαρυγγιάζονται λιγάκι. Ε, και στην
Εθνική Εορτή πίνω και εγώ το ποτηράκι
14
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
μου και στην Επέτειο της Ανακωχής
φυσικά. Έχουμε κάνα-δυο μπεκρήδες,
αλλά κι αυτοί νιώθουνε τύψεις οπότε μας
έρθει κανένας ιεροκήρυκας. Όχι κυρία
μου, θα ‘λεγα πως το οινόπνευμα δεν το
συνηθίζουμε, παρά μόνο για φάρμακο. Για
το δάγκωμα του φιδιού είναι ένα κι ένα
όπως ξέρετε.
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Δε σκέπτεσθε καθόλου την πόλη σας;
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Πιο μπροστά, δεν έρχεστε λίγο πιο
μπροστά, να σας ακούμε όλοι; Τι λέγατε;
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Δε λογαριάζει κανείς στην πόλη σας την
κοινωνική αδικία και την οικονομική
ανισότητα;
ΓΟΥΕΜΠ: Βέβαια, όλος ο κόσμος, άλλο να σας τα
λέω! Θα ‘λεγε κανείς πως όλη μας την
ώρα την περνάμε συζητώντας ποιος
είναι πλούσιος και ποιος φτωχός!
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Τότε γιατί δεν κάνετε τίποτα;
ΓΟΥΕΜΠ: Να σας πω, είμαστε έτοιμοι να
ακούσουμε τη γνώμη οποιουδήποτε για
να επιπλεύσουν οι εργατικοί και οι
μυαλωμένοι και οι τεμπέληδες και οι
καυγατζήδες να κάτσουνε στον πάτο.
Όποιος ξέρει τρόπο, να ‘ρθει να μας το
πει. Όμως ώσπου να το κανονίσουνε
αυτό, εμείς προσπαθούμε και
φροντίζουμε για κείνους που δεν τα
βγάζουν πέρα μοναχοί τους και όσους τα
βγάζουν πέρα τους αφήνουμε ήσυχους.
Τίποτα άλλες ερωτήσεις;
ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΚΥΡΙΑ: Δεν μου λέτε κ. Γουέμπ, υπάρχει καθόλου
εκπολιτιστική διάθεση και αγάπη του
ωραίου στο Γκρόβερς Κόρνερς;
ΓΟΥΕΜΠ: Όχι και πολλή, όχι με το νόημα που το
λέτε εσείς. Τώρα που το σκέφτομαι είναι
κάτι κορίτσια που παίζουν πιάνο στις
επιδείξεις του Γυμνασίου όμως δεν το
κάνουν με την καρδιά τους. Ναι… Κι
έπειτα βέβαια η κόρη μου διάβασε τον
«Έμπορο της Βενετίας» στο σχολείο της.
Όλα αυτά κατά βάθος τους φαίνονται
πολύ μακριά τους… Με καταλαβαίνετε.
Όχι κυρία μου, δεν έχουμε και πολύ
καλλιέργεια του ωραίου, όμως εδώ ίσως
15
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
πρέπει να σας πω, ότι έχουμε και μεις
πράγματα που χαιρόμαστε με τον τρόπο
μας. Μας αρέσει ο ήλιος όταν βγαίνει το
πρωί από τα βουνά και όλοι μας
προσέχουμε τα πουλιά, τα
παρακολουθούμε πολύ, όπως και τα
δέντρα και τα λουλούδια. Και
προσέχουμε και τις εποχές της φύσης!
Ναι, αυτά τα ξέρουμε και τα χαιρόμαστε
όλοι. Όμως για τα άλλα, έχετε δίκιο
κυρία μου! Λίγα πράγματα. Να, τον
«Ροβινσώνα Κρούσο» και την Βίβλο, το
Λάργκο του Χαίντελ… αυτά τα ξέρουμε!
Κι από ζωγραφική τη «Μητέρα» του
Χουΐστλερ! Να ως εκεί φτάνουμε.
ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΚΥΡΙΑ: Το φαντάστηκα! Ευχαριστώ!
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Ωραία! Εν τάξει. Σας ευχαριστώ πολύ
όλους. (Ο Γουέμπ φεύγει). Τώρα ας
γυρίσουμε στην πόλη μας. Είναι νωρίς το
απόγευμα. Οι 2.640 κάτοικοι έφαγαν το
μεσημεριανό τους και όλα τα πιάτα
έχουν πλυθεί. Η ησυχία του
απομεσήμερου βαραίνει πάνω στην πόλη.
Μια βοή κι ένα βούισμα έρχεται από τα
σχολεία. Στον κεντρικό μας δρόμο είναι
μόνο μερικά αμάξια, τα άλογα
κοιμούνται ορθά, δεμένα στα παλούκια,
όλοι σας θυμάστε πως ήταν εκείνη την
εποχή. Ο γιατρός Γκίμπς είναι στο
ιατρείο του. Χτυπάει με τα δάχτυλα,
τους ανθρώπους στην πλάτη και τους
βάζει να κάνουν «ααα». Ο κύριος Γουέμπ
κουρεύει τη χλόη στον κήπο του.
Υπάρχουν και άνθρωποι, ένας στους
δέκα, που το θεωρούν προνόμιο να
περιποιούνται τις πρασιές μοναχοί τους.
Α, όχι! Είναι πιο αργά απ’ ότι νόμιζα! Να
τα παιδιά που γυρίζουν κιόλας απ’ το
σχολειό.
(Η Έμιλυ Γουέμπ κατεβαίνει ποζάτη από τον κεντρικό δρόμο.
Κρατάει τα σχολικά της βιβλία. Από ορισμένα σημάδια
φαίνεται πως φαντάζεται ότι είναι μια κυρία εξαιρετικής
κομψότητας. Τα πήγαιν’ έλα του πατέρα της με τη μηχανή που
κουρεύει τη χλόη, τον φέρνουν κοντά της).
16
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΕΜΙΛΥ: Δεν μπορώ Λόις. Πρέπει να γυρίσω σπίτι
να βοηθήσω τη μητέρα μου. Έδωσα το
λόγο μου.
ΓΟΥΕΜΠ: Έμιλυ, περπατά απλά, σαν άνθρωπος.
Ποια θαρρείς πως είσαι σήμερα;
ΕΜΙΛΥ: Μπαμπά είσαι φοβερός. Μια μου λες να
στέκομαι ίσια και μια με μαλώνεις γιατί
στέκομαι. Να κι εγώ, δε θα σ’ ακούω.
(Του δίνει ξαφνικά ένα φιλί).
ΓΟΥΕΜΠ: Θεούλη μου πρώτη φορά με φιλάει μια
τόσο σπουδαία κυρία. (Βγαίνει).
(Η Έμιλυ σκύβει και μαζεύει λουλούδια κοντά στην πόρτα της.
Ο Τζώρτζ Γκίμπς έρχεται απ’ τον κεντρικό δρόμο. Πετάει μια
μπάλα σε δυσθεώρητα ύψη και περιμένει να την ξαναπιάσει.
Καμιά φορά χρειάζεται να κάνει και πέντ’ έξη βήματα πίσω για
να την πιάσει)
ΤΖΩΡΤΖ: Συγνώμη κυρία Φόρρεστ.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: (Ως κυρία Φόρρεστ) Στα χωράφια να
πας να παίξεις, νεαρέ. Ο δρόμος δεν
είναι για να παίζεις το τόπι σου.
ΤΖΩΡΤΖ: Με συγχωρείτε κυρία Φόρρεστ. Γεια σου
Έμιλυ.
ΕΜΙΛΥ: Γεια σου!
ΤΖΩΡΤΖ: Ωραία μίλησες σήμερα στην τάξη.
ΕΜΙΛΥ: Δηλαδή... είχα ετοιμάσει μια διάλεξη για
το Δόγμα του Μονρόε, αλλά την
τελευταία στιγμή η δεσποινίς Κόρκοραν
με έβαλε να μιλήσω για την πώληση της
Λουιζιάνας απ’ τους Γάλλους. Είχα
δουλέψει και τα δυο θέματα πάρα πολύ.
ΤΖΩΡΤΖ: Τσ τσ... Ξέρεις κάτι Έμιλυ; Από το
παράθυρο μου εκεί απάνω μπορώ τα
βράδια και βλέπω το κεφάλι σου όταν
γράφεις τα μαθήματά σου πάνω στο
δωμάτιο σου.
ΕΜΙΛΥ: Αλήθεια;
ΤΖΩΡΤΖ: Πραγματικά όμως είσαι σπουδαία Έμιλυ.
Δεν καταλαβαίνω πως μπορείς και
κάθεσαι τόσην ώρα σε μια καρέκλα.
Φαίνεται θα σ’ αρέσουν τα μαθήματα.
ΕΜΙΛΥ: Δηλαδή, βρίσκω πως είναι κάτι που
πρέπει να το περάσει κανείς.
ΤΖΩΡΤΖ: Μμ.
ΕΜΙΛΥ: Πραγματικά δε με νοιάζει. Περνάει και η
ώρα.
17
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΤΖΩΡΤΖ: Ναι! Έμιλυ ξέρεις κάτι; Θα μπορούσαμε
να σκαρώσουμε ένα είδος τηλέγραφο από
κει ως εδώ και πότε-πότε να μου πετάς
καμιά ιδέα για κείνα τα προβλήματα της
άλγεβρας. Δηλαδή όχι τις λύσεις, όχι
βέβαια. Έμιλυ... μόνο καμιά ιδέα, έτσι...
ΕΜΙΛΥ: Θαρρώ πως αυτό επιτρέπεται... Ώστε αν
μπερδευτείς πουθενά Τζώρτζ, σφύριξέ
μου κι εγώ θα σου λέω.
ΤΖΩΡΤΖ: Φαίνεται πως είσαι έξυπνη από φυσικού
σου Έμιλυ.
ΕΜΙΛΥ: Νομίζω πως έτσι γεννιέται κανείς.
ΤΖΩΡΤΖ: Ναι! Εγώ βλέπεις, θέλω να γίνω
γεωργός, και ο θείος μου ο Λουκ λέει πως
όταν θα ‘μαι έτοιμος να πάω να δουλέψω
στο κτήμα του και αν τα καταφέρω καλά,
σιγά-σιγά θα μου το δώσει να το ‘χω δικό
μου.
ΕΜΙΛΥ: Και το σπίτι μαζί και όλα;
(Μπαίνει η Κυρία Γουέμπ)
ΤΖΩΡΤΖ: Ναι... Λοιπόν, ευχαριστώ... Είναι ώρα να
πάω στο γήπεδο. Ευχαριστώ για την
παρέα Έμιλυ. Καλησπέρα σας κυρία
Γουέμπ.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Καλησπέρα Τζώρτζ.
ΤΖΩΡΤΖ: Γεια σου Έμιλυ.
ΕΜΙΛΥ: Γεια σου Τζώρτζ.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Έμιλυ έλα να με βοηθήσεις να μαζέψω
φασολάκια για τον χειμώνα. Ο Τζώρτζ
είχε ανοίξει σωστή συζήτηση, ε; Ε, μα
βέβαια, μεγάλωσε πια. Πόσω χρονώ να
είναι ο Τζώρτζ τώρα;
ΕΜΙΛΥ: Δεν ξέρω.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Για να δούμε. Πρέπει να είναι στα δεκάξι.
ΕΜΙΛΥ: Μαμά, έβγαλα ένα λόγο στην τάξη
σήμερα και τα είπα πολύ ωραία.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Να τον πεις τον λόγο στον πατέρα σου
το βράδυ στο τραπέζι. Τι ήτανε το θέμα;
ΕΜΙΛΥ: Η πώληση της Λουιζιάνας. Τα είπα
νεράκι. Σ’ όλη μου τη ζωή θα βγάζω
λόγους. Μαμά είναι αρκετά μεγάλα αυτά
εδώ;
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Κοίταξε να βρεις λίγο μεγαλύτερα.
ΕΜΙΛΥ: Μαμά, θα μου απαντήσεις σοβαρά σε μια
ερώτηση;
18
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: ...
ΕΜΙΛΥ: Θα μου απαντήσεις;
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Φυσικά θα σου απαντήσω.
ΕΜΙΛΥ: Μαμά, είμαι όμορφη;
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Φυσικά είσαι όμορφη. Όλα μου τα παιδιά
έχουν ωραία χαρακτηριστικά. Αν δεν
είχαν, θα ντρεπόμουνα...
ΕΜΙΛΥ: Μα μαμά, δε σε ρωτάω αυτό. Εκείνο που
θέλω να πω είναι… είμαι νόστιμη;
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Ναι, σου το είπα μια και καλή, φτάνει
τόσο. Έχεις ένα ωραίο, νόστιμο, νεανικό
προσωπάκι. Καλέ τι ανοησίες είναι
αυτές!
ΕΜΙΛΥ: Μα μαμά, ποτέ δε μας λες την αλήθεια.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Την αλήθεια σου λέω.
ΕΜΙΛΥ: Μαμά ήσουνα όμορφη εσύ;
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Ναι ήμουν. Όχι πως το λέω εγώ. Ήμουν
το πιο όμορφο κορίτσι μες στην πόλη
υστέρα από την Μέμι Κάρτραϊτ.
ΕΜΙΛΥ: Ναι μαμά, άλλα πρέπει να μου πεις κάτι
για μένα. Είμαι αρκετά όμορφη για να
ενδιαφερθεί…για να ενδιαφερθούν για
μένα;
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Έμιλυ με κούρασες. Φτάνει πια. Είσαι
αρκετά όμορφη για ότι χρειάζεται
συνήθως. Έλα τώρα μαζί μου και πάρε
και τη λεκάνη.
ΕΜΙΛΥ: Α μαμά, δε μου λες κάτι να με βοηθήσεις
λιγάκι.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Ευχαριστώ! Ευχαριστώ πολύ! Αρκετά
ως εδώ. Πρέπει να σας διακόψω πάλι.
Ευχαριστώ κυρία Γουέμπ, ευχαριστώ
Έμιλυ. (Η Κυρία Γουέμπ και η Έμιλυ
βγαίνουν). Υπάρχουν και άλλα πράγματα
σ’ αυτή τη μικρή πόλη που πρέπει να
ερευνήσουμε. Αυτή τη φορά θα τα
πάρουμε διαφορετικά Θα τα δούμε όλα
αυτά κοιτάζοντας πίσω, ύστερα από
πολλά χρόνια. Δεν πρόκειται να σας πω
τι απόγιναν οι δυο οικογένειες που
βλέπουμε τόση ώρα, γιατί αυτό θα σας
το δείξει η συνέχεια του έργου. Αλλά ας
πάρουμε τον Τζο Κρόουελλ, τον νεαρό
που μοιράζει εφημερίδες. Ο Τζο ήταν
πολύ έξυπνο παιδί. Έβγαλε πρώτος το
19
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
Γυμνάσιο και πήρε μια υποτροφία για το
Πολυτεχνείο της Βοστώνης. Όμως
ξέσπασε ο πόλεμος και ο Τζο σκοτώθηκε
κάπου στη Γαλλία. Όλη του η μόρφωση
πήγε του κάκου. Ο Χάουϊ Νιούσαμ ακόμη
μοιράζει γάλα στο Γκρόβερς Κόρνερς.
Είναι γέρος πια, έχει ένα σωρό βοηθούς,
όμως ακόμα το μοιράζει μόνος του. Λέει
πως έτσι νοιώθει τον αέρα της πόλης.
Όλους τους λογαριασμούς τους κρατάει
με το νου του. Ποτέ δε γράφει λέξη. Το
μαγαζί του κ. Μόργκαν δεν είναι το ίδιο
πια. Τώρα έχει γίνει σωστό μαγαζί
μεγαλούπολης. Ο κ. Μόργκαν
τραβήχτηκε από τη δουλειά και πήγε να
ζήσει στο Σαν Ντιέγκο, πέρα στην
Καλιφόρνια, όπου η κόρη του
παντρεύτηκε έναν κτηματομεσίτη.
Κέρμπυ τον έλεγαν. Ο κ. Μόργκαν πέθανε
εκεί το 1935 και τον θάψανε κάτω από
κάτι φοινικιές. Στα στερνά του φαίνεται
πως ξέχασε τη θρησκεία του και το
γύρισε σε ένα είδος Νεοσκεπτικισμό ή
κάτι τέτοιο. Τον διάβασαν με κάτι
μοντέρνα ποιήματα και ύστερα τον
έκαψαν. Φαίνεται πως σ’ εκείνο το κλίμα
ο άνθρωπος του Νιου Χάμσαϊαρ τσάκισε
μέσα του, έτσι θαρρώ εγώ. Οι Κάρτραϊτ
γίνονται όλο και πιο πλούσιοι. Το σπίτι
τους μένει κλειστό τους περισσότερους
μήνες του χρόνου. Γυρνούν και
καλοτρώνε στα μεγάλα ξενοδοχεία
τώρα, στη λουτρόπολη Χοτ-Σπρίνγκς στη
Βιρτζίνια και στο Μαϊάμι. Λένε πως ο
χειμώνας είναι τάχα κρύος εδώ στον
τόπο μας. Οι επιχειρήσεις Κάρτραϊτ
άρχισαν τώρα να χτίζουν μια καινούργια
Τράπεζα εδώ στο Γκρόβερς Κόρνερς. Το
μάρμαρο πήγαν και το ‘φεραν απ’ το
Βέρμοντ, ντρέπομαι που το λέω. Και
ρώτησαν ένα φίλο μου τι πρέπει να
βάλουν στο θεμέλιο λίθο για να το
ξεθάψουν οι άνθρωποι που θα ζουν
υστέρα από χίλια χρόνια. Φυσικά, βάλανε
ένα φύλλο των «Τάιμς» της Νέας Υόρκης
20
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
κι ένα φύλλο του «Φρουρού» που βγάζει
ο κ. Γουέμπ. Μας ενδιαφέρουν αυτά γιατί
κάτι επιστήμονες βρήκαν έναν τρόπο να
αλείβεις όλες αυτές τις φυλλάδες με ένα
είδος κόλλα, κόλλα από χαλαζία, που θα
τις κάνει να κρατήσουν χίλια, δυο
χιλιάδες χρόνια. Θα βάλουμε μια Βίβλο,
το Σύνταγμα των Ενωμένων Πολιτειών
και ένα βιβλίο με τα άπαντα του Σαίξπηρ.
Τι λέτε εσείς γι’ αυτό φίλοι μου; Ε, τι
λέτε; Ξέρετε, η Βαβυλώνα κάποτε είχε
δυο εκατομμύρια κατοίκους και το μόνο
που ξέρουμε γι’ αυτούς είναι τα ονόματα
των βασιλιάδων τους και κάτι συμβόλαια
για την πώληση του σιταριού και των
σκλάβων. Κι όμως κάθε βράδυ όλες
εκείνες οι οικογένειες καθότανε να φάνε
κι ο πατέρας γύριζε από τη δουλειά του
και ο καπνός ανέβαινε από την καμινάδα,
όπως και σήμερα εδώ. Ακόμα και για την
Ελλάδα και τη Ρώμη, τα λίγα που
ξέρουμε για την πραγματική ζωή των
ανθρώπων, είναι όσα βγάζουμε από κάτι
κοροϊδευτικά ποιήματα και τις κωμωδίες
που 'γράφαν για το θέατρο εκείνο τον
καιρό. Έτσι κι εγώ θα βάλω ένα
αντίγραφο του έργου που παίζουμε στο
θεμέλιο λίθο και οι άνθρωποι ύστερα από
χίλια χρόνια θα ξέρουν μερικά απλά
πράγματα για μας, κάτι περισσότερο από
τη συνθήκη των Βερσαλλιών και την
διέλευση του Ατλαντικού από τον
Λίντμπεργκ. Καταλαβαίνετε; Ε εσείς οι
άνθρωποι που θα ζείτε χίλια χρόνια από
σήμερα! Στις αρχές του εικοστού αιώνα,
στις επαρχίες κοντά στη Νέα Υόρκη, ο
κόσμος έτρωγε τρεις φορές τη μέρα, το
πρωί αφού έβγαινε ο ήλιος, το μεσημέρι
και μετά το ηλιοβασίλεμα. Κάθε έβδομη
ημέρα, ήταν από το νόμο και από τη
θρησκεία, ημέρα αναπαύσεως και όλες οι
εργασίες σταματούσαν. Θρησκεία εκείνο
τον καιρό ήταν ο Χριστιανισμός.
Φαντάζομαι να έχουν σωθεί και άλλες
μαρτυρίες για τον Χριστιανισμό. Η
21
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
οικογενειακή οργάνωση εκείνο τον καιρό
ήταν ο γάμος. Ένας δεσμός ανάμεσα σ’
έναν άντρα και μια γυναίκα που
κρατούσε για όλη τους τη ζωή. Ο
Χριστιανισμός απαγόρευε τον φόνο,
όμως μπορούσες να σκοτώνεις ζώα και
μπορούσες να σκοτώνεις και ανθρώπους
στον πόλεμο ή και εκτελώντας κατάδικο
με θανατική ποινή. Θαρρώ πως δεν
χρειάζεται να σας πω για τις
κυβερνήσεις και τις επιχειρήσεις, γιατί
αυτές οι πληροφορίες είναι οι πρώτες
που περισώζονται πάντα. Για να δούμε αν
έχουμε να πούμε τίποτα άλλο. Α! Ναι!
Όταν πέθαιναν οι άνθρωποι τους έθαβαν
στο χώμα, όπως βρισκότανε. Έτσι λοιπόν
φίλοι μου, μ’ αυτό τον τρόπο,
μεγαλώναμε και παντρευόμασταν και
πορευόμασταν και ζούσαμε και
πεθαίναμε. Τώρα ας ξαναγυρίσουμε την
ίδια μέρα στη μικρή μας πόλη. Έχουν
περάσει πολλές ώρες. Είναι βράδυ. Από
την Συνοδική εκκλησία ακούγεται η
πρόβα της χορωδίας. Όλα τα παιδιά
έχουν γυρίσει σπίτι τους και μελετούν τα
μαθήματά τους. Η μέρα αργοπορεί σαν
ένα κουρασμένο ρολόι.
(Μια χορωδία που φαίνεται μισοκρυμμένη στην ορχήστρα
άρχισε να τραγουδά «Ευλογημένοι οι δεσμοί που ενώνουν». Ο
Σίμον Στιμσον διευθύνει όρθιος. Δύο σκαλωσιές προβαίνουν
από τις κουΐντες. Χρησιμεύουν για να υποδηλώνουν το επάνω
πάτωμα των σπιτιών των Γκίμπς και των Γουέμπ. Ο Τζώρτζ και
η Έμιλυ τις ανεβαίνουν και καταγίνονται με τα μαθήματα
τους. Ο γιατρός Γκίμπς μπαίνει και κάθεται να διαβάσει στην
κουζίνα-τραπεζαρία του σπιτιού του).
ΣΙΜΟΝ ΣΤΙΜΣΟΝ: Για ακούστε εδώ όλοι σας. Η μουσική
ήρθε στον κόσμο για να δίνει
ευχαρίστηση. Πιο απαλά! Πιο απαλά!
Βγάλτε το από το κεφάλι σας πως η
μουσική είναι καλή μόνο όταν
ξεφωνίζουν. Αφήστε τα ξεφωνητά για
τους Μεθοδιστές. Μ’ αυτούς και να
θέλετε δεν τα βγάζετε πέρα. Απ’ την
αρχή τώρα. Τενόροι!
ΤΖΩΡΤΖ: Σσστ! Έμιλυ!
22
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΕΜΙΛΥ: Γεια σου.
ΤΖΩΡΤΖ: Γεια σου!
ΕΜΙΛΥ: Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ καθόλου. Το
φως του φεγγαριού είναι τόσο τρομερό.
ΤΖΩΡΤΖ: Έμιλυ, έκανες το τρίτο πρόβλημα.;
ΕΜΙΛΥ: Ποιό;
ΤΖΩΡΤΖ: Το τρίτο.
ΕΜΙΛΥ: Α βέβαια Τζώρτζ! Αυτό είναι το πιο
εύκολο απ’ όλα.
ΤΖΩΡΤΖ: Δεν το καταλαβαίνω. Έμιλυ, μπορείς να
μου πετάξεις καμιά ιδέα;
ΕΜΙΛΥ: Θα σου πω μόνο τόσο… Η λύση είναι σε
γυάρδες.
ΤΖΩΡΤΖ: Σε γυάρδες; Πώς γίνεται αυτό;
ΕΜΙΛΥ: Σε τετραγωνικές γυάρδες.
ΤΖΩΡΤΖ: Α... σε τετραγωνικές γυάρδες...
ΕΜΙΛΥ: Ναι Τζώρτζ! Δεν καταλαβαίνεις;
ΤΖΩΡΤΖ: Μμμ.
ΕΜΙΛΥ: Σε τετραγωνικές γυάρδες ταπετσαρίας.
ΤΖΩΡΤΖ: Ταπετσαρίας… Α! Τώρα κατάλαβα. Σ’
ευχαριστώ πολύ, Έμιλυ.
ΕΜΙΛΥ: Παρακαλώ! Θεέ μου δεν είναι φοβερό το
φως του φεγγαριού; Και αυτή η χορωδία
που τραγουδάει! Θαρρώ πως αν
κρατήσεις την ανάσα σου μπορεί ν’
ακούσεις το τραίνο μέχρι κάτω στο
Κοντούκακ. Τ’ ακούς;
ΤΖΩΡΤΖ: Μμμμ. Για φαντάσου!
ΕΜΙΛΥ: Αχ, θαρρώ πως πρέπει να πάω να
συγκεντρωθώ για να μελετήσω.
ΤΖΩΡΤΖ: Καληνύχτα Έμιλυ. Κι ευχαριστώ πολύ.
ΕΜΙΛΥ: Καληνύχτα Τζώρτζ.
ΣΙΜΟΝ ΣΤΙΜΣΟΝ: Προτού να το ξεχάσω, πόσοι από σας θα
μπορέσετε να ‘ρθείτε την Τρίτη τ’
απόγευμα να τραγουδήσετε στο γάμο του
Φρεντ Χέρσεϋ; Να σηκώσουνε το χέρι. Α,
ωραία, εν τάξει. Θα πούμε τα ίδια που
είπαμε στο γάμο της Τζέην Τρόουμπριτζ
τον περασμένο μήνα. Τώρα να πάρουμε
λιγάκι το «Είσαι κουρασμένος, είσαι
αποκαμωμένος;» Είναι μια ερώτηση
κυρίες και κύριοι, και πρέπει να ρωτάτε
ζωντανά. Έτοιμοι!
ΓΚΙΜΠΣ: Τζώρτζ έλα κάτω μια στιγμή.
ΤΖΩΡΤΖ: Ναι μπαμπά. (Κατεβαίνει από τη σκάλα).
23
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΓΚΙΜΠΣ: Κάθισε Τζώρτζ! Βολέψου! Θα σε
κρατήσω μόνο ένα λεπτό. Τζώρτζ πόσο
χρονώ είσαι;
ΤΖΩΡΤΖ: Εγώ; Είμαι δεκάξι, δεκαεφτά σχεδόν.
ΓΚΙΜΠΣ: Τι θέλεις να κάνεις όταν βγάλεις το
σχολείο;
ΤΖΩΡΤΖ: Μα το ξέρεις μπαμπά! Θέλω να πάω να
δουλέψω στο κτήμα του θείου Λουκ.
ΓΚΙΜΠΣ: Δε μου λες, θα είσαι πρόθυμος να
σηκώνεσαι πρωί και να αρμέγεις και να
ταΐζεις τα ζωντανά... Θα μπορείς να
πολεμάς όλη μέρα;
ΤΖΩΡΤΖ: Και βέβαια πατέρα. Γιατί μου το… Τι
θέλεις να πεις μπαμπά;
ΓΚΙΜΠΣ: Να σου πω Τζώρτζ! Την ώρα που ήμουν
σήμερα στο γραφείο μου, άκουσα έναν
παράξενο θόρυβο... Και τι θαρρείς πως
ήταν; Η μητέρα σου που έσκιζε ξύλα.
Βλέπεις λοιπόν, η μητέρα σου σηκώνεται
χαράματα, μαγειρεύει όλη μέρα, πλένει
και σιδερώνει και σα να μη φτάνουν όλα
αυτά πρέπει να βγει στην αυλή να κόψει
και τα ξύλα. Φαντάζομαι πως θα
βαρέθηκε πια να σε παρακαλάει. Είδε κι
απόειδε και βρήκε πως ήταν πιο εύκολο
να κάτσει να τα κόψει μόνη της. Και εσύ
τρως το φαγητό που σου ετοιμάζει και
φοράς τα ρούχα που φροντίζει κι ύστερα
ανοίγεις την πόρτα και πηγαίνεις και
παίζεις μπάλα, σαν να ήταν καμιά
υπηρέτρια που έχουμε στο σπίτι, άλλα
που δεν την συμπαθούμε και πολύ. Έλα
τώρα! Το ‘ξερα εγώ πως έφτανε να σου
το πω μονάχα. Να, πάρε ένα μαντίλι παιδί
μου. Χμμ... Τζώρτζ, αποφάσισα να σου
αυξήσω το χαρτζιλίκι σου. Θα σου δίνω
25 σεντς την εβδομάδα! Όχι βέβαια για
να κόβεις ξύλα για τη μητέρα σου, γιατί
αυτό θα το κάνεις για το χατίρι της, σαν
δώρο, αλλά γιατί έχεις μεγαλώσει και θα
τα χρειάζεσαι για ένα σωρό πράγματα.
ΤΖΩΡΤΖ: Ευχαριστώ μπαμπά.
ΓΚΙΜΠΣ: Για να δούμε, αύριο είναι ημέρα
πληρωμής. Ας πούμε από αύριο. Χμ…ίσως
η Ρεβέκκα να θέλει κι αυτή κάτι
24
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
περισσότερο. Θα ‘θελα να ξέρω τι έγινε η
μητέρα σου. Ποτέ δεν άργησε τόσο σε
πρόβα της χορωδίας.
ΤΖΩΡΤΖ: Είναι μόνο οκτόμισυ μπαμπά.
ΓΚΙΜΠΣ: Δεν μπορώ να καταλάβω τι δουλειά έχει
μ’ αυτή τη χορωδία. Από φωνή έχει όσο
και μια γριά κάργα... Να σεργιανίζει
στους δρόμους τέτοια ώρα, νυχτιάτικα...
Ώρα να πας να πέσεις, ε παιδί μου;
ΤΖΩΡΤΖ: Ναι μπαμπά.
(Ο Τζώρτζ ανεβαίνει τη σκάλα. Γέλια και καληνυχτίσματα
ακούγονται στην αριστερή κουΐντα και αμέσως η Κυρία Γκίμπς,
η Κυρία Σόαμς και η Κυρία Γουέμπ κατεβαίνουν από τον
κεντρικό δρόμο. Όταν φτάσουν στο κέντρο της σκηνής
σταματούν)
ΚΥΡΙΑ ΣΟΑΜΣ: Καληνύχτα Μάρθα. Καληνύχτα κύριε
Φόστερ.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Θα το πω στον άντρα μου, το δίχως άλλο
θα το βάλει στην εφημερίδα.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Τι αργά που είναι!
ΚΥΡΙΑ ΣΟΑΜΣ: Καληνύχτα Ίρμα.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ωραία πρόβα απόψε, ε Μύρτλ! Κοίταξε το
φεγγάρι! Όχι, κοίταξε το. Τς τς τς!
ΚΥΡΙΑ ΣΟΑΜΣ: Φυσικά δεν ήθελα να πω λέξη μπροστά
στους άλλους, αλλά τώρα που είμαστε
εμείς κι εμείς, πραγματικά, χειρότερο
σκάνδαλο δεν έχει δει ο τόπος μας.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Τι πράγμα;
ΚΥΡΙΑ ΣΟΑΜΣ: Ο Σίμον Στίμσον…
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Έλα τώρα Λουέλλα.
ΚΥΡΙΑ ΣΟΑΜΣ: Μα Τζούλια! Να ‘χεις τον οργανίστα της
εκκλησίας μεθυσμένο, χρόνος μπαίνει,
χρόνος βγαίνει. Το είδες απόψε πως ήταν
μεθυσμένος.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Έλα τώρα Λουέλλα! Όλοι το ξέρουμε για
τον κύριο Στίμσον και όλοι ξέρουμε τα
βάσανα που πέρασε. Και ο αιδεσιμότατος
Φέργκυσον τα ξέρει όλα και αφού ο
αιδεσιμότατος τον κρατάει στη δουλειά,
το μόνο που μας μένει, είναι να κάνουμε
πως δε βλέπουμε.
ΚΥΡΙΑ ΣΟΑΜΣ: Πως δε βλέπουμε! Μα πάει από το κακό
στο χειρότερο.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Ε όχι δα Λουέλλα. Καλύτερα πάει. Είμαι
σ’ αυτή τη χορωδία χρόνια προτού να
25
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
‘ρθεις εσύ. Τώρα δεν συμβαίνει το
πράγμα τόσο συχνά όσο άλλοτε. Θεέ μου,
τέτοια νύχτα είν’ αμαρτία να πάει κανείς
να κοιμηθεί. Άντε να πηγαίνω. Εκείνα τα
παιδιά είν’ άξια να κάθονται ξύπνια όλη
νύχτα. Καληνύχτα Λουέλλα.
(Πηγαίνει βιαστικά στο σπίτι της και χάνεται).
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Μπορείς να πας μόνη σου Λουέλλα;
ΚΥΡΙΑ ΣΟΑΜΣ: Φέγγει σα μέρα-μεσημέρι. Βλέπω τον κ.
Σόαμς που με αγριοκοιτάει απ’ το
παράθυρο. Αν άκουγε κανείς τους άντρες
μας, θα ‘λεγε πως είχαμε πάει σε χορό.
(Επανειλημμένες καληνύχτες. Η κυρία Γκιμπς φτάνει στο σπίτι
της)
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Α ωραία περάσαμε απόψε.
ΓΚΙΜΠΣ: Άργησες.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Έλα τώρα Φράνκ! Ότι ώρα γυρνάμε
πάντα.
ΓΚΙΜΠΣ: Και σταματάς και στη γωνιά για να
κουτσομπολέψεις μ’ όλες αυτές τις
κλώσσες.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Έλα τώρα Φράνκ, μη γίνεσαι ανάποδος.
Έλα εδώ έξω να μυρίσεις τα λουλούδια
με το φεγγάρι. (Σεργιανίζουν μπροστά
στα φώτα της ράμπας, πιασμένοι απ’ το
μπράτσο). Θαύμα δεν είναι; Τι έκανες
όση ώρα έλειπα;
ΓΚΙΜΠΣ: Ε… διάβασα, όπως πάντα. Τι
κουτσομπόλευαν απόψε τα κορίτσια;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Λοιπόν, πίστεψε με, Φράνκ, απόψε υπήρχε
θέμα για κουτσομπολιό.
ΓΚΙΜΠΣ: Χμμ! Ο Σίμον Στίμσον ήτανε πάλι στο
κέφι.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Χειρότερα από κάθε άλλη φορά. Πως θα
τελειώσει αυτή η ιστορία Φράνκ; Ο
αιδεσιμότατος δεν μπορεί να τον
συγχωρεί πάντα.
ΓΚΙΜΠΣ: Θαρρώ πως ξέρω για τα βάσανα του
Στίμσον περισσότερα απ’ όσα ξέρει κάθε
άλλος εδώ πέρα. Μερικοί άνθρωποι δεν
είναι φτιαγμένοι για να ζήσουν σε μια
τόσο μικρή πόλη. Πως θα τελειώσει,
αυτό δεν το ξέρω. Μα δεν περνάει και
τίποτα απ’ το χέρι μας. Ας τον αφήσουμε
ήσυχο τον άνθρωπο. Έλα, μπες μέσα.
26
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Όχι, όχι ακόμα. Αχ Φράνκ, είμαι πολύ
ανήσυχη για σένα...
ΓΚΙΜΠΣ: Γιατί;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Θαρρώ πως είναι καθήκον μου να
φροντίσω να ξεκουραστείς πραγματικά
και να αλλάξεις λίγο αέρα. Αν πάρω αυτή
την κληρονομιά, έννοια σου και θα
επιμείνω.
ΓΚΙΜΠΣ: Έλα τώρα Τζούλια, δεν υπάρχει κανένας
λόγος να ξαναρχίσουμε πάλι.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Φράνκ είσαι παράλογος, αυτό μόνο σου
λέω.
ΓΚΙΜΠΣ: Πάμε Τζούλια κι είναι αργά. Θα αρπάξεις
κανένα κρυολόγημα προτού το
καταλάβεις. Φώναξα τον Τζώρτζ απόψε
και του τα ‘πα ένα χεράκι. Ελπίζω για
λίγο καιρό τουλάχιστον να σου ‘κόβει τα
ξύλα. Όχι, όχι, άφησε τα τώρα κι
ανέβαινε απάνω.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Θεέ μου, είναι τόσα και τόσα που
θέλουνε συγύρισμα σ’ ένα σπίτι, τόσα και
τόσα. Ξέρεις Φράνκ, η Φέαρτσάϊλντ
πάντοτε κλειδώνει την εξώπορτα τα
βράδια. Και μ’ όλους εκείνους τους
αλήτες στο συνοικισμό.
ΓΚΙΜΠΣ: Άρχισαν και μεγαλοπιάνονται οι
Φέαρτσάϊλντ, αυτό είναι. Δεν έχουνε
τίποτε που ν’ αξίζει τον κόπο για κλέψιμο
κι όλος ο κόσμος το ξέρει.
(Βγαίνουν. Η Ρεβέκκα ανεβαίνει στη σκαλωσιά δίπλα στον
Τζώρτζ)
ΤΖΩΡΤΖ: Φύγε από δω Ρεβέκκα. Μόνο ένας χωράει
στο παράθυρο. Μην τα θέλεις όλα δικά
σου.
ΡΕΒΕΚΚΑ: Έλα, άσε με να κοιτάξω ένα λεφτό.
ΤΖΩΡΤΖ: Πήγαινε στο δικό σου το παράθυρο.
ΡΕΒΕΚΚΑ: Πήγα· μα από κει δεν έχει φεγγάρι...
Τζώρτζ, ξέρεις τι θαρρώ εγώ; Εγώ
θαρρώ πως ίσως το φεγγάρι έρχεται όλο
και πιο κοντά και κάποτε θα γίνει μεγάλη
σύγκρουση.
ΤΖΩΡΤΖ: Ρεβέκκα δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Αν το
φεγγάρι ερχόταν πιο κοντά, όλοι εκείνοι
οι τύποι πού ξενυχτάνε με τα τηλεσκόπια
27
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
θα το ‘βλεπαν πρώτοι και θα το ‘βαζαν
όλες οι εφημερίδες.
ΡΕΒΕΚΚΑ: Τζώρτζ δε μου λες. Φέγγει τώρα το
φεγγάρι και στη Νότιο Αμερική και στον
Καναδά και σ’ ολόκληρο το ημισφαίριο;
ΤΖΩΡΤΖ: Μπορεί και να φέγγει...
(Ό Διευθυντής Σκηνής μπαίνει αργά-αργά)
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Εννιάμισι. Τα περισσότερα φώτα
έχουν σβήσει. Μμ, να ο αστυφύλακας ο
Μπιλ Γουόρεν που δοκιμάζει τις πόρτες
των μαγαζιών στον κεντρικό δρόμο. Και
από κει να ο Γουέμπ, έρχεται αφού έβαλε
την εφημερίδα του στο πιεστήριο.
ΓΟΥΕΜΠ: Καλησπέρα Μπιλ.
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Καλησπέρα κ. Γουέμπ.
ΓΟΥΕΜΠ: Σπουδαίο φεγγάρι.
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Πράγματι!
ΓΟΥΕΜΠ: Όλα ήσυχα απόψε;
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Ο Σίμον Στίμσον κάπου τριγυρνάει
παραπατώντας. Τώρα είδα τη γυναίκα
του που βγήκε για να τον κυνηγήσει, γι’
αυτό κι εγώ κοίταξα από το άλλο μέρος.
Νατος που ‘ρχεται.
(Ο Σίμον Στίμσον έρχεται από τα αριστερά και διασχίζει τον
κεντρικό δρόμο, με ελαφρά αβέβαιο περπάτημα)
ΓΟΥΕΜΠ: Καλησπέρα Σίμον. Όλος ό κόσμος έπεσε
πια να κοιμηθεί. (Ο Σίμον Στίμσον τον
πλησιάζει και κοντοστέκει μια στιγμή).
Καλησπέρα. Όλοι έχουν πέσει για να
περάσει κι αυτή η νύχτα, Σίμον. Έ, ώρα
είναι να μαζευτούμε κι εμείς. Να σου
κάνω λίγη παρέα ως το σπίτι σου; (Ο
Σίμον Στίμσον συνεχίζει το δρόμο του
χωρίς λέξη και βγαίνει δεξιά).
Καληνύχτα.
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Κι εγώ δεν ξέρω που θα τελειώσει αυτή η
ιστορία κ. Γουέμπ.
ΓΟΥΕΜΠ: Ε, είδε κι αυτός βάσανα στη ζωή του, το
ένα πάνω στο άλλο... Μπιλ... αν δεις το
γιο μου να καπνίζει, πες του δυο λόγια, ε
Μπιλ; Σε λογαριάζει πολύ, ξέρεις.
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Δεν νομίζω πως καπνίζει το παιδί κ.
Γουέμπ. Δηλαδή, να καπνίσει το πολύ
δυο-τρεις φορές το χρόνο. Δεν πάει με
28
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
κείνη την παλιοπαρέα που τριγυρνάει στο
σκοπευτήριο.
ΓΟΥΕΜΠ: Χμ... μακάρι. Καληνύχτα Μπιλ.
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Καληνύχτα κ. Γουέμπ.
(Βγαίνει)
ΓΟΥΕΜΠ: Ποιος είναι εκεί απάνω; Εσύ ‘σαι Μύρτλ;
ΕΜΙΛΥ: Όχι εγώ είμαι μπαμπά.
ΓΟΥΕΜΠ: Γιατί δεν πέφτεις στο κρεβάτι σου;
ΕΜΙΛΥ: Δεν ξέρω. Απόψε δεν μπορώ να κοιμηθώ
μπαμπά από τώρα. Το φεγγάρι είναι τόσο
υπέροχο. Και η μυρωδιά των λουλουδιών.
Τα ηλιοτρόπια της κυρίας Γκίμπς. Τα
μυρίζεις μπαμπά;
ΓΟΥΕΜΠ: Χμ... Ναι. Έμιλυ μήπως έχεις τίποτα
στενοχώριες παιδί μου;
ΕΜΙΛΥ: Στενοχώριες; Όχι μπαμπά! Όχι!
ΓΟΥΕΜΠ: Ας είναι! Κάτσε να χαρείς το φεγγάρι,
αλλά πρόσεξε μη σε τσακώσει η μητέρα
σου. Καληνύχτα Έμιλυ.
ΕΜΙΛΥ: Καληνύχτα μπαμπά.
(Ο Γουέμπ μπαίνει μες στο σπίτι του σφυρίζοντας το
«Ευλογημένοι οι δρόμοι που ενώνουν» και χάνεται)
ΡΕΒΕΚΚΑ: Σου είπα! Δε σου είπα για κείνο το
γράμμα που πήρε η Τζέην Κρόφατ, από
τον εφημέριό της όταν ήταν άρρωστη.
Τον εφημέριο που είχαν στην πόλη που
έμενε προτού να ‘ρθει εδώ. Της έγραψε
λοιπόν ένα γράμμα και πάνω στο φάκελο
ήταν η διεύθυνση έτσι. Έλεγε: Τζέην
Κρόφατ, Κτήμα Κρόφατ, Γκρόβερς
Κόρνερς, επαρχία Σάττον, Πολιτεία Νιου
Χάμσαϊαρ, Ενωμένες Πολιτείες της
Αμερικής.
ΤΖΩΡΤΖ: Ε, που είναι το παράξενο;
ΡΕΒΕΚΚΑ: Μα άκου λοιπόν, δεν τέλειωσα ακόμα:
Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής,
Ήπειρος Βορείου Αμερικής, Δυτικό
Ημισφαίριο, Στη Γη Ηλιακό σύστημα
Σύμπαν. Να! Αυτά έλεγε στο φάκελο.
ΤΖΩΡΤΖ: Για φαντάσου !
ΡΕΒΕΚΚΑ: Κι όμως ο ταχυδρόμος το ‘φερε παρ’ όλα
αυτά,
ΤΖΩΡΤΖ: Για φαντάσου!
29
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Εδώ τελειώνει η Πρώτη Πράξη φίλοι
μου. Μπορείτε τώρα να πάτε να
καπνίσετε, όσοι από σας καπνίζουν.
30
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ
(Τα τραπέζια και οι καρέκλες είναι ακόμα στο ίδιο μέρος. Οι
σκαλωσιές έχουν φύγει. Ο Διευθυντής Σκηνής είναι στη
συνηθισμένη του θέση και παρακολουθεί τους θεατές που
γυρίζουν στις θέσεις τους)
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Έχουν περάσει τρία χρόνια. Ναι, ο
ήλιος βασίλεψε κι υψώθηκε πάνω από
χίλιες φορές. Καλοκαίρια και χειμώνες
έσκαψαν τα βουνά λίγο περισσότερο και
η βροχή κατέβασε κάμποσο απ’ το χώμα
τους. Κάτι μωρά που πριν δεν είχαν
ακόμη γεννηθεί, άρχισαν κιόλας να
μιλούνε και να λένε ολόκληρες φράσεις.
Μερικοί που νόμιζαν πως ήταν ακόμη
νέοι και λεβέντες, κατάλαβαν πως δεν
μπορούνε πια ούτε μια σκάλα ν’ ανέβουν,
χωρίς να λαχανιάσουν. Σε μερικά
τραπέζια ο πρωτότοκος γιος κάθεται
τώρα στη θέση του πατέρα και μερικοί-
μερικοί που ξέρω, πρέπει για να φάνε τη
σούπα τους να τους ταΐσουν με το
κουτάλι. Όλ’ αυτά γίνονται μέσα σε
χίλιες μέρες. Η Φύση προχωράει και
μοχθεί με χίλιους δυο τρόπους. Πολλοί
νέοι αγαπήθηκαν και παντρεύτηκαν. Ναι,
το βουνό φαγώθηκε μερικά χιλιοστά του
μέτρου. Ένα ολάκερο ποτάμι νερό
πέρασε από το νερόμυλο και που και που
ένα καινούργιο σπιτικό στήθηκε κάτω
από μια στέγη. Όλος ο κόσμος σχεδόν
παντρεύεται! Έτσι δεν είναι; Και στη
μικρή μας πόλη λίγες είναι οι εξαιρέσεις.
Οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο
κατεβαίνουν στον τάφο παντρεμένοι. Η
Πρώτη Πράξη λεγότανε: «Η Καθημερινή
Ζωή». Αυτή εδώ λέγεται «Έρωτας και
Γάμος». Ύστερα από αυτήν έχουμε μια
Πράξη ακόμα. Θαρρώ πως μπορείτε να
μαντέψετε τι θα είναι η Τρίτη Πράξη.
Έτσι λοιπόν. Έχουν περάσει τρία χρόνια.
Είμαστε στα 1904. Στις 7 Ιουλίου, ότι
έχουν τελειώσει οι διαγωνισμοί του
Γυμνασίου. Αυτήν ακριβώς την εποχή οι
31
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
πιότεροι νέοι μας ξυπνάνε στα καλά
καθούμενα και... παντρεύονται. Μόλις
περάσουν τις τελευταίες εξετάσεις στη
στερεομετρία και στους «Λόγους» του
Κικέρονα, θαρρείς και νομίζουν ξαφνικά
πως είναι έτοιμοι για παντρειά. Είναι
πρωί-πρωί. Μόνο, που έβρεχε απόψε.
Κατακλυσμός όλη νύχτα! Ο κήπος της
κυρίας Γκίμπς κι από δω της κυρίας
Γουέμπ είναι μούσκεμα. Τα φασολάκια και
οι μπιζελιές, μούσκεμα όλα. Χτες όλη
μέρα, εκεί κάτω στον κεντρικό μας
δρόμο, στη δημοσιά, η βροχή έπεφτε σα
βαρειά κουρτίνα που την κυμάτιζε ο
άνεμος. Χμ... μπορεί μάλιστα να
ξαναρχίσει όπου να ‘ναι. Ορίστε! Ακούτε;
Το τραίνο για τη Βοστώνη των 5.45’. Να
που έρχεται ο Χάουϊ Νιούσαμ κατά δω,
μοιράζοντας το γάλα. Και από κει, ο Σι
Κρόουελλ κάνει διανομή της εφημερίδας,
όπως ο αδελφός του πριν από τρία
χρόνια. Τον θυμάστε τον αδελφό του;
Όλα τα γράμματα που βάλθηκε να μάθει
και που θα παν χαμένα; Να και η κυρία
Γκίμπς και η κυρία Γουέμπ κατεβαίνουν
να ετοιμάσουν το πρωινό, σάμπως και
σήμερα να ‘ναι μια μέρα σαν όλες τις
ημέρες. Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσω
στις κυρίες που είναι στο ακροατήριο,
πως οι δυο κυρίες που βλέπουνε μπροστά
τους και οι δυο αυτές κυρίες, ετοιμάζουν
το φαγητό τρεις φορές τη μέρα, η μια
είκοσι χρόνια τώρα, η άλλη σαράντα και
χωρίς διακοπές τα καλοκαίρια.
Ανάθρεψαν δυο παιδιά η καθεμιά,
Έπλυναν, έκαναν όλο το νοικοκυριό και
ποτέ δεν έπαθαν νευρική υπερκόπωση.
Ούτε και ποτέ θεωρήσανε τον εαυτό
τους αδικημένο... Είναι αυτό που λέει
ένας ποιητής από τις πολιτείες πέρα στις
κοιλάδες των μεγάλων ποταμών: «Πρέπει
ν’ αγαπάς τη ζωή για να ‘χεις ζωή. Και
πρέπει να ‘χεις μέσα σου ζωή, για ν’
αγαπήσεις τη ζωή». Είναι αυτό που λένε
φαύλος κύκλος.
32
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
(Ο Σι Κρόουελλ έχει μπει στη σκηνή και ρίχνει φανταστικές
εφημερίδες κάτω από υποθετικές πόρτες. Ο Χάουϊ Νιούσαμ
ήρθε από τον κεντρικό δρόμο με τη φοράδα του)
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Ντεε Μπέσσυ.
ΣΙ ΚΡΟΟΥΕΛΛ: Καλημέρα Χάουϊ.
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Καλημέρα. Λέει κανένα νέο η εφημερίδα
σου που ν’ αξίζει να το μάθουμε κι εμείς;
ΣΙ ΚΡΟΟΥΕΛΛ: Κανένα, εξόν πως χάνουμε τον καλύτερο
παίχτη του μπέιηζ-μπωλ που είχαμε στο
Γκρόβερς Κόρνερς.
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Ο καλύτερος, αλήθεια. Τα έβγαζε πέρα
μόνος του αυτός μ’ όλη την ομάδα του
Νότιου Νιου Χάμσαϊαρ.
ΣΙ ΚΡΟΟΥΕΛΛ: Ήταν σπουδαίος και στην επίθεση και
στην άμυνα.
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Αμέ. Πρώτης γραμμής παίχτης. Μπέσσυ!
Ούτε να σταματήσω να πω μια κουβέντα
δεν μπορώ, δηλαδή;
ΣΙ ΚΡΟΟΥΕΛΛ: Εμένα πάλι, δεν το χωράει ο νους μου
πως μπόρεσε να παρατηρήσει ένα τέτοιο
πράγμα μόνο και μόνο για να παντρευτεί.
Εσύ το καταλαβαίνεις αυτό Χάουϊ;
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Τι να σου πω Σι. Εγώ ποτέ μου δεν τα
κατάφερνα στη μπάλα. (Μπαίνει ο
Αστυφύλακας Γουόρεν καλημερίζοντας)
Κάτι νωρίς σήμερα Μπιλ.
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Βγήκα να δω μήπως περνάει τίποτα από
το χέρι μου, για να εμποδίσω την
πλημμύρα. Το ποτάμι φούσκωνε όλη
νύχτα.
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Ο Σι Κρόουελλ από δω είναι συγχυσμένος
με τον Τζώρτζ Γκίμπς που θα παρατήσει
το μπέιζ-μπωλ.
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Αμέ λίγο το ‘χεις. Λοιπόν Σι, μια φορά κι
έναν καιρό, το ‘84 είχαμε έναν παίχτη
που ούτε ο Τζώρτζ δεν έβγαινε μπροστά
του. Χάνκ Τόντ τον έλεγαν. Πήγε ύστερα
στο Μέϊν και γίνηκε παπάς. Σπουδαίος
παίχτης. Χάουϊ, πώς σου φαίνεται ο
καιρός;
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Μπα, κακός δεν είναι. Μπορεί να
καθαρίσει μια και καλή.
(Ο Αστυφύλακας και ο Σι Κρόουελλ συνεχίζουν το δρόμο τους.
Ο Χάουϊ Νιούσαμ φέρνει το γάλα πρώτα στο σπίτι της Κυρίας
33
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
Γκίμπς που τον απαντά κοντά στο πλαίσιο που παριστάνει την
πόρτα του σπιτιού της)
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Καλημέρα Χάουϊ. Λες να ξαναβρέξει;
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Καλημέρα κυρία Γκίμπς. Έβρεξε τόσο
πολύ, που θαρρώ πως ο ουρανός θα
καθαρίσει.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Μακάρι να καθαρίσει.
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Πόσο θέλετε σήμερα;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ας πούμε τρία γάλα και δύο κρέμα. Το
σπίτι θα ‘ναι γιομάτο συγγενείς.
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Η κυρά μου είπε να σας πω, πως κι οι δυο
μας ευχόμαστε να είναι πολύ
ευτυχισμένοι, θα ευτυχήσουν το δίχως
άλλο.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Να είστε καλά Χάουϊ. Να πεις στη
γυναίκα σου πως ελπίζω να τη δω στο
γάμο.
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Ναι, θα ‘ρθει,·θα ‘ρθει, αν θέλει ο Θεός.
(Ο Χάουϊ Νιούσαμ διασχίζει τη σκηνή και
πηγαίνει στης Κυρίας Γουέμπ) Καλημέρα
σας κυρία Γουέμπ.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Καλημέρα κ. Νιούσαμ. Σας είπα τέσσερα
μπουκάλια γάλα, μα αν γίνεται δώστε
μου κι ένα παραπάνω.
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Μάλιστα... να και η κρέμα.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Λέτε να βρέχει όλη μέρα κ. Νιούσαμ;
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Α μπα κυρά μου. Τώρα δα έλεγα στην
κυρία Γκίμπς πως μπορεί και ν’ ανοίξει ο
καιρός. Η κυρία Νιούσαμ μου είπε να σας
πω, να ζήσουν και να τους δείτε
ευτυχισμένους. Και πως το δίχως άλλο
θα ευτυχήσουν.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ευχαριστώ πολύ, ευχαριστώ και την
κυρία Νιούσαμ και ελπίζω να σας έχουμε
στο γάμο.
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Βέβαια κυρία Γουέμπ. Λογαριάζουμε να
‘ρθουμε. Γίνεται να λείψουμε; Πρρρ
Μπέσσυ!
(Βγαίνει. Κατεβαίνει ο γιατρός Γκίμπς χωρίς σακκάκι, με το
πουκάμισο και κάθεται να φάει το πρωινό του)
ΓΚΙΜΠΣ: Ε λοιπόν, μαμά, έφτασε η μέρα. Το ένα
από τα πουλάκια σου κάνει φτερά.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Κάνε μου τη χάρη, ούτε λέξη πια. Ως εδώ
είμαι. Εγώ το ξέρω πως δεν κλαίω.
Κάθισε και πίνε τον καφέ σου.
34
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΓΚΙΜΠΣ: Ο γαμπρός απάνω ξυρίζεται. Σφυρίζει και
τραγουδάει, θαρρείς και χαίρεται που
μας αφήνει. Πότε-πότε ρωτάει στον
καθρέφτη: «Δέχεσαι να συζευχθείς την
Έμιλυ Γουέμπ;» κι ύστερα λέει μονάχος
του «Δέχομαι». Όμως δε μου φάνηκε να
το λέει και τόσο με την ψυχή του.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Κι εγώ δεν ξέρω. Τι θα απογίνει το παιδί.
Του ετοίμασα τα ρούχα του και φρόντισα
να φορέσει κάτι ζεστό. Φράνκ είναι πολύ
μικροί κι οι δυο τους. Η Έμιλυ δε θα ‘χει
το νου της να τον φροντίζει: Και θα μου
κρυώσει και θα αρρωστήσει μες σε μια
εβδομάδα. Να κάτι που ετοίμασα για
σένα.
ΓΚΙΜΠΣ: Μπα… μπα… κυρία Γκίμπς!
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Γίνονται εύκολα και... κάτι έπρεπε να
φτιάξω.
ΓΚΙΜΠΣ: Τζούλια θυμάμαι το πρωί των γάμων μας.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Να χαρείς Φράνκ, μην αρχίζεις! Είμαι ως
εδώ!
ΓΚΙΜΠΣ: Ήμουν ο πιο τρομοκρατημένος άνθρωπος
σ’ όλη την Αμερική. Ήμουνα σίγουρος
πως θα έκανα κάποιο λάθος. Και όταν σε
είδα να πλησιάζεις μες στην εκκλησία,
μου φάνηκες το ωραιότερο κορίτσι του
κόσμου, όμως το φοβερό ήταν πως δεν
σε είχα ξαναδεί ποτέ. Στεκόμουν μες
στην εκκλησία και με παντρεύανε με μια
τελείως άγνωστή μου.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Και που να ‘ξερες πως ένοιωθα εγώ.
Άκουσες καθόλου τη Ρεβέκκα να σαλεύει
απάνω;
ΓΚΙΜΠΣ: Η πρώτη φορά που δεν κατέβηκε πρωί-
πρωί ν’ ανακατευθεί παντού και να μας
κάνει κουμάντο. Κλείστηκε στο δωμάτιο
της. Εγώ νομίζω πως κλαίει.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ω Θεέ μου! Αυτό πρέπει να σταματήσει.
Ρεβέκκα! Ρεβέκκα! Θα κρυώσουν όλα εδώ
κάτω.
(Ο Τζώρτζ κουτρουβαλάει τις σκάλες και μπαίνει πολύ ζωηρός)
ΤΖΩΡΤΖ: Καλημέρα σας κυρίες και κύριοι. Μόνο
πέντε ώρες ζωής ακόμα. (Κάνει με
χειρονομία πως κόβει το λαιμό του)
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Που πηγαίνεις;
35
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΤΖΩΡΤΖ: Θα πεταχτώ μια στιγμή αντίκρυ να δω το
κορίτσι μου.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Α όλα κι όλα Τζώρτζ. Ή θα πάρεις
ομπρέλα ή έτσι δε βγαίνεις απ’ το σπίτι.
ΤΖΩΡΤΖ: Μα μαμά. Ένα βήμα είναι!
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Από αύριο μπορείς να ξεπαγιάζεις στους
πέντε δρόμους όσο σου κάνει κέφι,
βρέχει-χιονίζει, όμως εφ’ όσον είσαι μες
στο σπίτι μου, θα ντύνεσαι όπως
ντύνεται κάθε μυαλωμένος χριστιανός
και να μου κάνεις τη χάρη! Να, οι
γαλότσες σου, είναι εκεί στο χωλ. Και
ορίστε η ομπρέλα.
ΤΖΩΡΤΖ: Μα μαμά.
ΓΚΙΜΠΣ: Τζώρτζ κάνε ότι σου λέει η μητέρα σου.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Κι ίσως η κυρία Γουέμπ να μην έχει
συνηθίσει να δέχεται μουσαφίρηδες απ’
τ’ άγρια μεσάνυχτα, επτά η ώρα το πρωί.
Κάτσε και πιες πρώτα το γάλα σου.
ΤΖΩΡΤΖ: Σ’ ένα λεπτό θα ‘χω γυρίσει. (Διασχίζει
τη σκηνή, πηδώντας πάνω απ’ τους
νερόλακκους) Καλημέρα σας μητέρα.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Θεέ μου! Με τρόμαξες! Άκου Τζώρτζ, έλα
μέσα ένα λεφτό να μη στέκεις και
βρέχεσαι, αλλά δεν κάνει να μείνεις.
ΤΖΩΡΤΖ: Γιατί;
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Το ξέρεις καλύτερα από μένα! Ο γαμπρός
δεν κάνει να δει τη νύφη την μέρα του
γάμου, πριν την δει στην εκκλησία.
ΤΖΩΡΤΖ: Αυτά είναι προλήψεις!
(Μπαίνει ο κ. Γουέμπ)
ΓΟΥΕΜΠ: Καλημέρα Τζώρτζ.
ΤΖΩΡΤΖ: Κύριε Γουέμπ εσείς δεν πιστεύετε βέβαια
σ’ αυτές τις προλήψεις, ε;
ΓΟΥΕΜΠ: Μερικές προλήψεις κρύβουνε μέσα τους
πάρα πολλή λογική Τζώρτζ.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Εκατομμύρια άνθρωποι το κρατήσανε
Τζώρτζ, δε θα είσαι εσύ δα ο πρώτος που
θ’ αψηφήσει το έθιμο, ε;
ΤΖΩΡΤΖ: Πως είναι η Έμιλυ;
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Δεν ξύπνησε ακόμα. Δεν την άκουσα ούτε
να σαλεύει.
ΤΖΩΡΤΖ: Η Έμιλυ κοιμάται!
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Και βέβαια κοιμάται. Ξημερωθήκαμε με
τα ραψίματα και με τα μπαούλα. Μα σου
36
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
πω τι θα κάνουμε. Εσύ θα κάτσεις με τον
κύριο Γουέμπ να πιεις ένα καφέ κι εγώ θα
πεταχτώ απάνω να της το πω, μην τυχόν
και κατεβεί εκεί που δεν το περιμένουμε.
Έχει και μπέικον, όμως να μην
χασομερήσεις.
(Βγαίνει. Οι δυο άντρες μένουν σιωπηλοί και αμήχανοι)
ΓΟΥΕΜΠ: Λοιπόν Τζώρτζ, πως είσαι;
ΤΖΩΡΤΖ: Πολύ καλά! Ευχαριστώ! Δηλαδή… καλά
είμαι. (Παύση). Κύριε Γουέμπ τι νόημα
μπορεί να ‘χει μια πρόληψη σαν κι αυτήν;
ΓΟΥΕΜΠ: Παιδί μου, βλέπεις το πρωί του γάμου
της, το κεφάλι μιας κοπέλλας είναι
γεμάτο από φουστάνια και τέτοιες
σκοτούρες. Δεν νομίζεις πως μπορεί αυτό
να είναι ο λόγος;
ΤΖΩΡΤΖ: Νν.. ναι. Αυτό δεν το σκέφτηκα!
ΓΟΥΕΜΠ: Κι έπειτα είναι φυσικό ένα κορίτσι να ‘ναι
λίγο εκνευρισμένο την ημέρα του γάμου
του.
(Παύση)
ΤΖΩΡΤΖ: Μακάρι να μπορούσε κανείς να
παντρευτεί χωρίς όλες αυτές τις
παρελάσεις.
ΓΟΥΕΜΠ: Βλέπεις, όλοι οι άντρες που έζησαν ποτέ
σ’ αυτόν τον κόσμο, τα ίδια είπανε με
σένα. Όμως δε βγαίνει τίποτα. Το γάμο
παιδί μου, τον σκάρωσαν οι γυναίκες.
Γιατί από τη μέρα αυτή και υστέρα, όλα
γίνονται όπως τα θέλουν. Γι’ αυτό όλες
ετούτες οι γυναίκες του Θεού, στέκουν
χέρι με χέρι στην εκκλησία για να
σιγουρευτούν πως δεν ξεφεύγεις και πως
θα σου περάσουν τη θηλειά, δημόσια κι
επίσημα.
ΤΖΩΡΤΖ: Όμως εσείς πιστεύετε στην αξία του
γάμου κ. Γουέμπ, έτσι δεν είναι;
ΓΟΥΕΜΠ: Ναι! Ναι! Μη με παρεξηγείς παιδί μου. Ο
θεσμός του γάμου είναι ένα υπέροχο
πράγμα, υπέροχο πράγμα. Μην το ξεχνάς
αυτό παιδί μου.
ΤΖΩΡΤΖ: Μάλιστα κ. Γουέμπ! Κύριε Γουέμπ πόσο
χρονώ παντρευτήκατε εσείς;
ΓΟΥΕΜΠ: Να… βλέπεις… εγώ είχα πάει στο
Πανεπιστήμιο και υστέρα πέρασε λίγος
37
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
καιρός ώσπου να αποκατασταθώ. Όμως η
κυρία Γουέμπ δεν ήταν πολύ πιο μεγάλη
από την Έμιλυ. Η ηλικία δεν έχει και πολύ
να κάνει Τζώρτζ, αν συγκρίνει κανείς με
άλλους παράγοντες.
ΤΖΩΡΤΖ: Κάτι θέλατε να πείτε κ. Γουέμπ.
ΓΟΥΕΜΠ: Χμ ναι; Δε θυμάμαι! Ήθελα τίποτα να πω;
(Παύση). Τζώρτζ, χθες τη νύχτα
σκεφτόμουνα κάτι συμβουλές που μου
είχε δώσει ο πατέρας μου όταν
παντρεύτηκα. Τσάρλς, μου είπε, Τσάρλς,
από την πρώτη στιγμή να της δείξεις
ποιος είναι αφεντικό. Το καλύτερο που
έχεις να κάνεις, είναι να της δώσεις
αμέσως μια διαταγή, ας είναι και χωρίς
νόημα, έτσι για να μάθει να υπακούει. Και
μου λέει: «Αν κάτι στη γυναίκα σου, σου
δίνει στα νεύρα, ο τρόπος που μιλάει, ή
οτιδήποτε, να πάρεις το καπέλο σου και
να φύγεις απ’ το σπίτι. Αυτό θα την
συνετίσει» μου είπε. Και… Α ναι! Μου
είπε, ποτέ, μα ποτέ να μη λες στη
γυναίκα σου πόσα λεπτά έχεις, μα ποτέ!
ΤΖΩΡΤΖ: Τώρα εγώ κ. Γουέμπ δεν μπορώ...
ΓΟΥΕΜΠ: Γι’ αυτό κι εγώ έκανα πάντα το αντίθετο
απ’ ότι με συμβούλεψε ο πατέρας μου κι
έζησα πάντα ευτυχισμένος. Κι αυτό να
σου γίνει μάθημα Τζώρτζ! Ποτέ να μη
ζητάς συμβουλές πάνω σε προσωπικά
ζητήματα. Τζώρτζ θα ‘χεις κοτόπουλα
στο κτήμα;
ΤΖΩΡΤΖ: Πως;
ΓΟΥΕΜΠ: Στο κτήμα σου, θα βάλεις κοτόπουλα;
ΤΖΩΡΤΖ: Ο Θείος Λουκ δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για
κοτόπουλα, όμως εγώ σκέφτηκα...
ΓΟΥΕΜΠ: Τις προάλλες μου ‘στείλαν ένα βιβλίο στο
γραφείο μου, ένα βιβλίο ορνιθοτροφίας.
Θα ‘θελα να του ρίξεις μια ματιά. Εγώ
λογαριάζω ν’ αρχίσω με λίγα κοτόπουλα
πίσω στην αυλή και θα στήσω μια
εκκολαπτική μηχανή κάτω στο υπόγειο.
(Μπαίνει η κυρία Γουέμπ)
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Τσάρλς πάλι γι’ αυτή την εκκολαπτική
μηχανή κουβεντιάζεις; Κι εγώ έλεγα πως
38
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
εσείς οι δυο θα συζητούσατε τίποτα που
ν’ αξίζει τον κόπο.
ΓΟΥΕΜΠ: Αν θέλεις να δώσεις τίποτα συμβουλές
στο παιδί, θ’ ανέβω απάνω και θα σας
αφήσω μόνους.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Άκουσέ με, Τζώρτζ, μη με παρεξηγήσεις,
αλλά πρέπει να σε διώξω για να μπορέσει
να κατέβει η Έμιλυ να φάει μια μπουκιά.
Μου είπε πως σου στέλνει φιλιά και σ’
αγαπάει πολύ, αλλά δε θέλει να σε δει
στα μάτια της. Λοιπόν άντε γεια σου
Τζώρτζ.
(Ο Τζώρτζ διασχίζει τη σκηνή και πηγαίνει σπίτι του).
ΓΟΥΕΜΠ: Μύρτλ φαντάζομαι να ξέρεις εκείνη την
άλλη πρόληψη που είναι ακόμα πιο παλιά.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Ποιά πρόληψη;
ΓΟΥΕΜΠ: Από την εποχή που η ανθρωπότης ζούσε
σε σπηλιές, ποτέ δεν αφήνουν πριν από
το γάμο, τον γαμπρό μόνο με τον πεθερό
του, μην του ανοίξει τα μάτια. Αυτό να
το θυμάσαι!
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΉΣ: Ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ πολύ
όλους. Τώρα πρέπει εδώ να σας
ξαναδιακόψω. Βλέπετε, θέλουμε να
μάθουμε πως άρχισαν όλα αυτά, αυτός ό
γάμος, αυτή η απόφαση δυο ανθρώπων
να περάσουν όλη τη ζωή μαζί. Με
ενδιαφέρει φοβερά να μάθω πως
αρχίζουν κάτι τέτοια μεγάλα πράγματα.
Ξέρετε πως γίνεται! Είσαι εικοσιενός-
εικοσιδυό χρονώ και παίρνεις κάτι
αποφάσεις κι ύστερα φσσστ! είσαι
εβδομήντα χρονώ! Πενήντα χρόνια τώρα
είσαι δικηγόρος κι αυτή η γριούλα με τ’
άσπρα μαλλιά που κάθεται δίπλα σου,
έχει φάει στο ίδιο τραπέζι με σένα
πενήντα χιλιάδες φορές. Πώς αρχίζουν
όλα αυτά; Ο Τζώρτζ και η Έμιλυ θα σας
δείξουν τη συνάντησή τους, όταν για
πρώτη φορά κατάλαβαν πως... όπως λέμε
συνήθως... ήταν πλασμένοι ο ένας για
τον άλλον. Μα προτού αρχίσουν, θα
ήθελα να προσπαθήσετε να θυμηθείτε
πως νοιώθει κανείς όταν είναι νέος, πως
νοιώθατε όταν ήσασταν δεκάξι,
39
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
δεκαεπτά χρονώ. Δεν ξέρω για ποιο λόγο
είναι δύσκολο αυτό, να ‘ρθουν πίσω
εκείνες οι μέρες όπου το παραμικρό
μπορούσε να ‘ταν υπέροχο, σχεδόν
αβάσταχτα υπέροχο. Και ιδιαίτερα οι
μέρες που για πρώτη φορά ήσασταν
ερωτευμένος. Όταν γυρίζατε σαν
υπνοβάτης, όταν καλά-καλά δεν
ακούγατε τα λόγια που σας έλεγαν,
ήσαστε λίγο σαν τρελός. Προσπαθήστε
να το θυμάστε αυτό παρακαλώ. Όπου να
‘ναι θα σχολάσουν από το Γυμνάσιο, είναι
τρεις η ώρα. Ο Τζώρτζ βγήκε σήμερα
πρόεδρος της τάξης για ένα χρόνο και
καθώς είμαστε στον Ιούνιο, αυτό
σημαίνει ότι θα είναι πρόεδρος των
τελειόφοιτων για του χρόνου. Και η
Έμιλυ βγήκε γραμματέας και ταμίας. Δεν
είναι ανάγκη να σας πω πόσο σημαντικά
είν’ όλ’ αυτά. (Ακουμπάει μια σανίδα στις
ράχες δύο καθισμάτων, παράλληλα με τα
φώτα της ράμπας, και από πίσω στήνει
δυο ψηλά σκαμνιά. Αυτό είναι το μπαρ
του κ. Μόργκαν) Έτοιμοι!
(Μπαίνει η Έμιλυ από το βάθος αριστερά ακολουθώντας τον
κεντρικό δρόμο, με ένα μάτσο φανταστικά σχολικά βιβλία)
ΕΜΙΛΥ: Δεν μπορώ Λουίζ. Πρέπει να πάω σπίτι.
Γεια σου! Ερνεστίν! Ερνεστίν! Θα ‘ρθεις
το βράδυ σπίτι να κάνουμε την άλγεβρα;
Το πρώτο και το τρίτο το έλυσα στην
αίθουσα μελέτης. Όχι, δεν είναι δύσκολα.
Όμως ο Καίσαρας Ερνεστίν είναι πολύ
δύσκολος. Δεν καταλαβαίνω γιατί μας
βάζουνε τόσο δύσκολα. Έλα κατά τις
εφτά. Να πεις στη μητέρα σου πως είναι
ανάγκη. Γεια σου! Γεια σου Έλεν. Γεια
σου Φρέντ.
(Μπαίνει ο Τζώρτζ με βιβλία κι αυτός και την προφταίνει)
ΤΖΩΡΤΖ: Να σου κρατώ τα βιβλία ως το σπίτι
Έμιλυ;
ΕΜΙΛΥ: (Ψυχρά) Ευχαριστώ. (Του τα δίνει).
ΤΖΩΡΤΖ: Με συγχωρείς μια στιγμή Έμιλυ. Άκου
Μπόμπ, εσείς να ετοιμάζεστε. Σ’ ένα
τεταρτάκι θα ‘μαι εκεί. Αν τυχόν
αργήσω, εσείς ν’ αρχίσετε προπόνηση.
40
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
Και πλασάρισε του Χέρμπ μερικές
ψηλοκρεμαστές. Χρειάζεται εξάσκηση το
μάτι του. Άντε γεια.
ΕΜΙΛΥ: Γεια σου Λίζυ.
ΤΖΩΡΤΖ: Γεια σου Λίζυ. Χάρηκα πολύ που σε
βγάλανε και σένα Έμιλυ.
ΕΜΙΛΥ: Ευχαριστώ!
(Στέκονται στον κεντρικό δρόμο στο βάθος, σχεδόν στον πίσω
τοίχο της σκηνής. Ο Τζώρτζ ετοιμάζεται να κάνει μερικά
βήματα προς το κοινό, όμως κοντοστέκεται και λέει)
ΤΖΩΡΤΖ: Έμιλυ γιατί τα ‘χεις μαζί μου;
ΕΜΙΛΥ: Δεν τα ‘χω καθόλου μαζί σου.
ΤΖΩΡΤΖ: Μου... μου φέρνεσαι τόσο παράξενα.
ΕΜΙΛΥ: Λοιπόν καλύτερα να σου μιλήσω έξω από
τα δόντια Τζώρτζ. Δε μου αρέσεις έτσι
που άλλαξες τον τελευταίο χρόνο. Με
συγχωρείς αν σε προσβάλλω, αλλά
πρέπει να σου πω την αλήθεια κι ότι
βρέξει ας κατεβάσει.
ΤΖΩΡΤΖ: Λυπάμαι πολύ Έμιλυ. Πώς... πώς έχω
αλλάξει;
ΕΜΙΛΥ: Να, μέχρι πριν από ένα χρόνο σε
συμπαθούσα πολύ. Και σε
παρακολουθούσα με ενδιαφέρον ότι και
να έκανες... γιατί είμαστε φίλοι από
χρόνια... όμως ύστερα άρχισες να περνάς
όλη την ώρα σου στο γήπεδο... και να μη
δίνεις σημασία σε κανένα…Ναι, ούτε
στην οικογένεια σου καλά-καλά και…
Τζώρτζ είναι αλήθεια, πως έγινες
ακατάδεχτος και ξιπασμένος… και όλα
τα κορίτσια το λένε. Μπορεί να μη σου το
λένε κατάμουτρα, όμως το λένε πίσω από
την πλάτη σου κι εμένα με πειράζει να το
ακούω, αλλά πρέπει να το παραδεχτώ
πως έχουν λίγο δίκιο. Με συγχωρείς αν
αυτά τα λόγια μου σε πληγώνουν... όμως
δε μετανοιώνω καθόλου που στο είπα...
ΤΖΩΡΤΖ: Σε... ευχαριστώ που μου το είπες, Έμιλυ.
Δεν είχα καταλάβει πως είχα έτσι
αλλάξει. Είναι δύσκολο, φαίνεται, ένας
άντρας να μην αποχτάει καινούργια
ελαττώματα.
(Κάνουν ένα-δυο βήματα, σιωπηλοί και πολύ στενοχωρημένοι)
41
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΕΜΙΛΥ: Εγώ πιστεύω πως ένας άντρας οφείλει να
είναι τέλειος, και θαρρώ πως... πρέπει να
‘ναι.
ΤΖΩΡΤΖ: Δεν... πιστεύω πως είναι δυνατόν να είναι
τέλειος κανείς.
ΕΜΙΛΥ: Ορίστε, ο πατέρας μου είναι, κι απ’ ότι
βλέπω κι ο δικός σου πατέρας. Δεν
υπάρχει κανείς λόγος να μην γίνεις κι
εσύ.
ΤΖΩΡΤΖ: Ε λοιπόν Έμιλυ... εγώ πάλι νομίζω το
αντίθετο. Νομίζω πως οι άντρες δεν
είναι από φυσικού τους καλοί, όμως οι
γυναίκες είναι. Όπως είσαι εσύ κι η
μητέρα σου κι η μητέρα μου.
ΕΜΙΛΥ: Κι όμως, καλύτερα να το μάθεις μια και
καλή, δεν είμαι καθόλου τέλεια. Ένα
κορίτσι είναι πιο δύσκολο να γίνει τέλειο,
γιατί εμείς τα κορίτσια έχουμε πιο
αδύνατο χαρακτήρα. Με συγχωρείς που
είπα όλα αυτά για σένα. Δεν ξέρω τι μ’
έπιασε.
ΤΖΩΡΤΖ: Όχι, όχι! Αν είναι αλήθεια, έκανες πολύ
καλά. Μην το μετανοιώνεις Έμιλυ.
ΕΜΙΛΥ: Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια ή όχι. Και
τώρα, μου φαίνεται ξαφνικά πως δεν έχει
καμιά απολύτως σημασία.
ΤΖΩΡΤΖ: Έμιλυ θέλεις να πάρεις ένα παγωτό ή
κάτι άλλο, προτού να πας σπίτι;
ΕΜΙΛΥ: Δηλαδή... ναι, θέλω, ευχαριστώ.
(Μπαίνουν στο μαγαζί και κάθονται
απάνω στα σκαμνιά).
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΉΣ: (Ως κ. Μόργκαν) Γεια σου Τζώρτζ.
Καλώς την Έμιλυ. Τι θα πάρουμε; Τι
έπαθες Έμιλυ κι είσαι κλαμένη;
ΤΖΩΡΤΖ: (Ψάχνει να βρει μια εξήγηση) Να... να,
τώρα δα, τώρα δα, πήρε μια τρομάρα κ.
Μόργκαν. Κόντεψε να την πατήσει εκείνο
το φορτηγό του εργοστασίου. Όλος ο
κόσμος το λέει πως εκείνος ο Τόμ
Χάνκινς οδηγεί σαν παλαβός.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΉΣ: Έλα, πιες ένα ποτήρι νερό Έμιλυ.
Φαίνεσαι άνω-κάτω. Ορίστε! Ωραία! Τι
θα πάρουμε τώρα;
ΕΜΙΛΥ: Εγώ θα πάρω μια λεμονάδα παρακαλώ κ.
Μόργκαν.
42
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΤΖΩΡΤΖ: Όχι, όχι! Έλα να πάρουμε από ένα
παγωτό Έμιλυ. Δύο παγωτά φράουλα με
σόδα κ. Μόργκαν.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΉΣ: (Σερβίροντας τα παγωτά) Για να
περάσει κανείς το δρόμο πρέπει να ‘χει
τα μάτια του τέσσερα την σήμερον
ημέρα. Κάθε πέρσι και καλύτερα. Εκατόν
εικοσιπέντε άλογα έχει το Γκρόβερς
Κόρνερς αυτή τη στιγμή που σας μιλώ.
Και τώρα που μας κουβάλησαν κι αυτά
τα αυτοκίνητα, το καλύτερο πού έχει να
κάνει κανείς, είναι να κάθεται σπιτάκι
του. Εγώ που με βλέπετε, θυμάμαι έναν
καιρό που ένας σκύλος, μπορούσε να
ξαπλώσει όλη μέρα καταμεσής στη
δημοσιά και να μην τον πειράξει ούτε
κουνούπι. Αμέσως δεσποινίς Έλλις,
έφθασα αμέσως! Να τα παγωτά σας.
Φάτε τα, να τα ευχαριστηθείτε!
(βγαίνει).
ΕΜΙΛΥ: Είναι πολύ ακριβά.
ΤΖΩΡΤΖ: Όχι, όχι... αυτό να μην το σκέφτεσαι.
Σήμερα γιορτάζουμε την εκλογή μας. Κι
υστέρα ξέρεις τι άλλο γιορτάζω;
ΕΜΙΛΥ: Τι;
ΤΖΩΡΤΖ: Γιορτάζω τη μέρα που βρήκα έναν φίλο
που μου λέει όσα πρέπει να μου πούνε.
ΕΜΙΛΥ: Τζώρτζ σε παρακαλώ ξέχασε το. Δεν
ξέρω πως μου ήρθε και το είπα. Δεν είναι
αλήθεια. Είσαι...
ΤΖΩΡΤΖ: Όχι, μην τ’ αλλάζεις, Έμιλυ. Σου
χρωστάω χάρη που μου μίλησες έτσι.
Όμως θα δεις. θ’ αλλάξω τόσο γρήγορα,
θα γίνω αγνώριστος. Όμως, Έμιλυ, θα
μου κάνεις και συ μια χάρη.
ΕΜΙΛΥ: Τι χάρη;
ΤΖΩΡΤΖ: Έμιλυ, αν πάω στη Γεωπονική Σχολή του
χρόνου, θα μου γράφεις κανένα γράμμα
πότε-πότε;
ΕΜΙΛΥ: Και βέβαια θα σου γράφω. Και βέβαια θα
σου γράφω, Τζώρτζ... (Παύση). Βέβαια,
αν λείψεις τρία χρόνια, θα χάσεις την
επαφή σου με τη ζωή εδώ.
ΤΖΩΡΤΖ: Όχι. Όχι. Αυτό δεν πρέπει να γίνει.
Βλέπεις εγώ δεν πρόκειται να γίνω ένας
43
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
απλός γεωργός. Ύστερα από λίγο καιρό
μπορεί να βάλω υποψηφιότητα για την
πολιτική. Γι’ αυτό τα γράμματα σου θα
είναι πολύτιμα για μένα. Ξέρεις, θα μου
γράφεις τι γίνεται και τι δεν γίνεται εδώ
πέρα κι όλα αυτά...
ΕΜΙΛΥ: Όπως και να ‘ναι, τρία χρόνια είναι πολύς
καιρός.·Ίσως τα γράμματα από το
Γκρόβερς Κόρνερς να μην είναι και τόσο
πολύτιμα ύστερα από λίγους μήνες. Το
Γκρόβερς Κόρνερς δεν είναι και σπουδαίο
μέρος όταν το συγκρίνεις με όλο το Νιου
Χάμσαϊαρ, όμως εγώ το βρίσκω πολύ
ωραίο μέρος.
ΤΖΩΡΤΖ: Ποτέ δε θα ‘ρθει μέρα που δε θα με
νοιάζει τι γίνεται εδώ. Αυτό το ξέρω
καλά Έμιλυ.
ΕΜΙΛΥ: Τέλος πάντων, εγώ θα προσπαθήσω να
‘ναι τα γράμματά μου ενδιαφέροντα.
(Παύση).
ΤΖΩΡΤΖ: Έμιλυ, ξέρεις, οπότε βρίσκω κανένα
γεωργό τον ρωτάω αν νομίζει πως είναι
απαραίτητο να πάει κανείς στη
Γεωπονική Σχολή για να γίνει ένας
γεωργός της προκοπής.
ΕΜΙΛΥ: Μα Τζώρτζ.
ΤΖΩΡΤΖ: Ναι, και πολλοί μάλιστα μου είπανε πως
είναι χαμένος καιρός. Όλα αυτά μπορείς
να τα μάθεις κι απ’ τα φυλλάδια που
στέλνει η κυβέρνηση. Και ο Θείος Λουκ
γερνάει. Είναι έτοιμος να μου παραδώσει
το κτήμα του και αύριο ακόμα, αν
μπορούσα εγώ να πάω.
ΕΜΙΛΥ: Ω Θεέ μου!
ΤΖΩΡΤΖ: Και έπειτα, όπως λες κι εσύ, να λείψω
όλο αυτό τον καιρό... να ‘μαι σ’ άλλα
μέρη, να γνωρίσω άλλο κόσμο... Αν αυτό
μπορεί να γίνει, τότε δε θέλω να φύγω.
Οι καινούργιοι φίλοι δεν είναι ποτέ
καλύτεροι από τους παλιούς. Ασφαλώς
ποτέ δεν είναι δυνατόν να είναι
καλύτεροι. Έμιλυ... νομίζω πως είσαι ο
πιο καλός μου φίλος. Δεν χρειάζεται να
πάω και να γνωρίσω άλλους σε άλλα
μέρη.
44
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΕΜΙΛΥ: Ναι Τζώρτζ, όμως μπορεί να είναι
απαραίτητο να πας να μάθεις πως να
ξεχωρίζεις τα ζωντανά και το χώμα και
όλα αυτά τα πράγματα. Κι έπειτα, αν θα
μπεις στην πολιτική, ίσως να πρέπει να
γνωρίσεις κόσμο κι από άλλα μέρη της
πολιτείας... πάλι, εγώ δεν ξέρω.
ΤΖΩΡΤΖ: (Ύστερα από παύση) Έμιλυ θα πάρω μια
απόφαση τώρα αμέσως. Δεν θα πάω. Θα
το πω στο μπαμπά απόψε κιόλας.
ΕΜΙΛΥ: Μα Τζώρτζ, δεν βλέπω γιατί πρέπει ν’
αποφασίσεις τώρα αμέσως. Έχεις ακόμα
μπροστά σου ένα ολόκληρο χρόνο.
ΤΖΩΡΤΖ: Έμιλυ σε ευχαριστώ που μου μίλησες πριν
για το... για το ελάττωμά μου. Και αυτό
που μου είπες ήταν σωστό. Όμως σε ένα
έπεσες έξω, όταν είπες πως ένα χρόνο
τώρα δεν έδινα σημασία στους άλλους
και... να, σ’ εσένα, παραδείγματος χάρη.
Άκουσε Έμιλυ... μου λες πως
παρακολουθούσες ότι κι αν έκανα... Μα
κι εγώ έκανα το ίδιο για σένα όλη την
ώρα. Μα βέβαια, εγώ πάντα σε
λογάριαζα σαν ένα απ’ τα πρόσωπα που...
λογάριαζα περισσότερο. Πάντα κοίταζα
να δω αν ήσουνα στο γήπεδο και με ποιον
ήσουνα. Και πάντοτε κουβεντιάζαμε... κι’
αστειευόμασταν στο σχολείο και για
μένα αυτό είχε μεγάλη σημασία. Βέβαια
δε μιλήσαμε ποτέ όπως μιλάμε τώρα.
Τελευταία πρόσεξα πως μου φερνόσουνα
κάπως παράξενα και τρεις μέρες τώρα
προσπαθώ να ‘ρθω μαζί σου καθώς
γυρίζουμε σπίτι, όμως πάντα κάτι βγαίνει
στη μέση. Χτες σε περίμενα εκεί,
ακουμπώντας στον τοίχο, κι εσύ πέρασες
πηγαίνοντας σπίτι σου μαζί με τη Μις
Κόρκοραν.
ΕΜΙΛΥ: Τζώρτζ!... Τι αστεία που είναι η ζωή! Που
να το ‘ξερα; Εγώ μάλιστα, νόμιζα πως...
ΤΖΩΡΤΖ: Έμιλυ, άκουσε, θα σου πω γιατί δε θέλω
να πάω στη Γεωπονική Σχολή. Νομίζω
πως όταν κανείς βρει ένα πρόσωπο που
να το συμπαθεί πολύ και που κι εκείνο
τον συμπαθεί, τουλάχιστον αρκετά για
45
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
να ενδιαφέρεται για τον χαρακτήρα του,
να λοιπόν, θαρρώ πως αυτό είναι
σπουδαίο σαν τη Γεωπονική Σχολή. Και
μάλιστα σπουδαιότερο. Έτσι θαρρώ εγώ!
ΕΜΙΛΥ: Κι εγώ πιστεύω πως είναι φοβερά
σπουδαίο.
ΤΖΩΡΤΖ: Έμιλυ.
ΕΜΙΛΥ: Ναι Τζώρτζ.
ΤΖΩΡΤΖ: Έμιλυ αν διορθωθώ κι αλλάξω όλως
διόλου... θα ήθελες να γίνεις... δηλαδή
θα μπορούσες να είσαι...
ΕΜΙΛΥ: Ε... είμαι, και τώρα… πάντα ήμουν...
(Παύση)
ΤΖΩΡΤΖ: Θαρρώ πως είναι πολύ σοβαρό αυτό που
είπαμε.
ΕΜΙΛΥ: Ναι, είναι.
ΤΖΩΡΤΖ: (Παίρνει βαθειά αναπνοή και ισιώνει την
πλάτη του) Περίμενε μια στιγμή και
ύστερα θα σε πάω ως το σπίτι.
(Σηκώνεται και πηγαίνει προς τον
Διευθυντή Σκηνής που μπαίνει εκείνη τη
στιγμή). Κύριε Μόργκαν, πρέπει να
πεταχτώ ως το σπίτι να πάρω χρήματα
για να σας πληρώσω. Σ’ ένα λεπτό θα
‘μαι εδώ.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΉΣ: Τι έκανε λέει; Τζώρτζ Γκίμπς, τι θα
πει αυτό; Μήπως...
ΤΖΩΡΤΖ: Ναι, ναι, αλλά είχα λόγους κ. Μόργκαν.
Να, ακούστε, κρατείστε το ρολόι μου το
χρυσό ώσπου να γυρίσω με τα χρήματα.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΉΣ: Δεν πειράζει. Κράτα το ρολόι σου.
Σου έχω εμπιστοσύνη.
ΤΖΩΡΤΖ: Θα γυρίσω το πολύ σε πέντε λεπτά.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΉΣ: Θα σε περιμένω δέκα χρόνια Τζώρτζ,
ούτε μέρα παραπάνω. Σου πέρασε Έμιλυ;
ΕΜΙΛΥ: Μάλιστα, ευχαριστώ κύριε Μόργκαν. Δεν
ήταν τίποτα.
ΤΖΩΡΤΖ: (Παίρνει τα βιβλία από το τραπέζι)
Έτοιμος είμαι.
(Περπατούν σιωπηλά και επίσημα προς το προσκήνιο, γυρνούν
και περνούν από το πλαίσιο που παριστάνει την πόρτα των
Γουέμπ και βγαίνουν).
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΉΣ: Ευχαριστώ Έμιλυ. Ευχαριστώ Τζώρτζ.
Τώρα, προτού προχωρήσουμε στο γάμο,
υπάρχουν ακόμα μερικά πράγματα πού θα
46
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
‘θελα να μάθουμε, θα ‘θελα να μάθω
περισσότερα για το πως το πήραν οι
γονείς τους. Αλλά εκείνο που θέλω να
ξέρω πρώτ’ απ’ όλα είναι..
καταλαβαίνετε τι θέλω να πω, το τι
σκέφτεται το Γκρόβερς Κόρνερς γύρω
από το γάμο γενικά. Το ξέρετε καλύτερα
από μένα άλλωστε: Οι άνθρωποι δεν
καταφέρνουν ποτέ να πούνε ανοιχτά τι
σκέφτονται για το χρήμα, ή το θάνατο, ή
τη δόξα, ή το γάμο. Πρέπει να το
τσακώσεις πίσω από τα λόγια τους. Να
διαβάσεις μέσα απ’ τις γραμμές. Γιατρέ!
Κυρία Γκίμπς!
(Μπαίνουν από τη μεριά της σκηνής που βρίσκεται το σπίτι
τους και ανταλλάσσουν μια ματιά συνεννόησης με τον
Διευθυντή Σκηνής που τοποθετεί πάνω στις καρέκλες το ίδιο
σανίδι που πριν παρίστανε το μπαρ ενώ τώρα έχει γίνει η
σανίδα του σιδερώματος της Κυρίας Γκίμπς. Ο γιατρός Γκίμπς
κάθεται σε μια πολυθρόνα και καπνίζει. Η Κυρία Γκίμπς
σιδερώνει για λίγο σιωπηλή, υστέρα πηγαίνει στο κεφαλόσκαλο
και φωνάζει)
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ρεβέκκα! Ώρα είναι να σβήσεις πια το
φως και να πλαγιάσεις να κοιμηθείς.
Τζώρτζ, άντε να κοιμηθείς και συ λίγο.
ΡΕΒΕΚΚΑ: (Από μέσα) Μαμά, δεν τέλειωσα την
έκθεση μου ακόμα.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Τι έκανες; Κόβω το κεφάλι μου πως
τόσην ώρα δε μελετούσες Ρεβέκκα.
Εκείνο το φιγουρίνι πάλι κοίταζες, και μη
μου λες εμένα. Πολύ καλά, σου δίνω
ακόμα δέκα λεπτά. Αν ως τότε δεν
τελειώσεις, θα πάρεις φέτος μηδέν και
θα ντροπιάσεις τον πατέρα σου κι εμένα.
Τζώρτζ εσύ με τι καταγίνεσαι;
ΤΖΩΡΤΖ: (Από μέσα, πειραγμένος) Μελετώ την
Ιστορία μου!
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Το καλό που σου θέλω να πας να πέσεις.
Έτσι κι αλλιώς, εσύ θα κοιμάσαι πάνω
στο βιβλίο.
(Ρίχνει μια ματιά χαμογελώντας στον άντρα της και
ξαναγυρίζει στο σιδέρωμά της).
ΓΚΙΜΠΣ: Σήμερα είχα μια μεγάλη συζήτηση με το
παιδί.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ναι;
47
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΓΚΙΜΠΣ: Να σου πω κάτι κυρία Γκίμπς, τίποτα δεν
είναι τόσο τρομαχτικό σ’ όλο τον κόσμο,
όσο ένας γιος. Οι σχέσεις ενός πατέρα με
το γιο του είναι το πιο δύσκολο, το πιο
καταραμένο, το πιο... Όποτε
τελειώσουμε, αισθάνομαι σαν ένα
λιγδερό σφουγγάρι, όλο υποκρισία.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Μη θαρρείς πως και μια μάνα με την
κόρη της έχουν πιο πολλή οικειότητα!
ΓΚΙΜΠΣ: Ο Τζώρτζ το ‘χει βάλει για καλά, θέλει
να παντρευτεί την Έμιλυ μόλις βγάλουν
το σχολείο και να την πάρει αμέσως στο
κτήμα. (Παύση) Λέει πως μπορεί να
ξενυχτάει και να μαθαίνει τη γεωπονία
από τα φυλλάδια που μοιράζει η
κυβέρνηση, χωρίς να πάει στη Σχολή.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Πάντα του έκανε σαν τρελλός για το
κτήμα. Σ’ αυτό κρατάει απ’ το σόι μου.
ΓΚΙΜΠΣ: Στην ανάγκη, θαρρώ πως μπορεί ν’
αρχίσει στο κτήμα. Όμως, μα το Θεό, για
να παντρευτεί είναι πολύ νέος. Τζούλια
ένα άγουρο παιδί είναι, που πρέπει να
φάει πολλά ψωμιά ακόμα για να γίνει
άντρας, τι θαρρείς. Δεν είναι έτοιμος για
να γίνει οικογενειάρχης!
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ναι, δεν είναι. Έχεις δίκιο. Όμως είναι
καλό παιδί και δε μου έρχεται να τον
νοιώθω μόνο του εκεί πέρα, να
κατεβαίνει στην πόλη τα Σαββατόβραδα
σα μεροκαματιάρης εργένης,
μουδιασμένος από τη δουλειά, να
αποζητάει διασκέδαση. Μπορεί να
μπλέξει άσκημα. Θαρρείς πως θα του
φτάνει να ‘ρχεται και να κάθεται μαζί
μας εδώ δίπλα στη σόμπα; Ή να
κρατιέται χεράκι-χεράκι με την Έμιλυ
ένα χρόνο ολάκερο; Μπορεί να κρυώσει
το πράγμα.
ΓΚΙΜΠΣ: Χμ!
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Φράνκ την παρακολουθώ από καιρό. Ο
Τζώρτζ είναι τυχερός όταν σκεφτείς
πόσα σαχλά κορίτσια έχει ο κόσμος.
ΓΚΙΜΠΣ: Μα Τζούλια, ο Τζώρτζ παντρεμένος!
Αυτός ο άγαρμπος, ο εγωιστής
μαντράχαλος!
48
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ναι, ξέρω. (Παίρνει ένα κολάρο και το
εξετάζει από κοντά). Φράνκ, τι τα κάνεις
τα κολάρα σου; Τα ροκανίζεις; Δεν έχω
ματαδεί άνθρωπο να χαλάει έτσι τα
κολάρα του.
ΓΚΙΜΠΣ: Τζούλια, ξέρεις ποιος ήταν ένας από
τους φόβους μου όταν σε παντρεύτηκα;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Πφ! Άντε, να δούμε τι θα πεις!
ΓΚΙΜΠΣ: Φοβόμουν πως δεν θα είχαμε πια κανένα
θέμα για συζήτηση ύστερα από μερικές
εβδομάδες. Φοβόμουνα πως θα τα
εξαντλούσαμε κι υστέρα θα καθόμασταν
αντίκρυ-αντίκρυ και θα τρώγαμε χωρίς
λέξη. Όμως εσύ κι εγώ κουβεντιάζουμε
είκοσι χρόνια τώρα, χωρίς να
σημειωθούν καθόλου περίοδοι
ξηρασίας...
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ε, μια ο καλός καιρός, μια ο κακός
καιρός, σπουδαία θέματα βέβαια δεν
είναι, όμως πάντα κάτι κατάφερνα να
βρω να λέμε.
(Παύση)
ΓΚΙΜΠΣ: Εσύ τι λες; Ε Τζούλια; Να το
αποφασίσουμε να παντρευτεί;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Φαίνεται πως είναι στο χέρι μας να το
τελειώνουμε. Η Μύρτλ και ο Τσάρλς
Γουέμπ είναι πρόθυμοι. Βρίσκουν πως
είναι καλή ιδέα να ρίχνεις, λέει, τους
νέους στη θάλασσα μόλις έρθει η ώρα
τους, και αν δε θέλουν να πνιγούνε θα
μάθουν μόνοι τους κολύμπι.
ΓΚΙΜΠΣ: Τι θα πει αυτό; Πρέπει ν’ αποφασίσουμε
τώρα αμέσως; Αυτή τη στιγμή;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ορίστε, πάλι ρίχνεις τις ευθύνες απάνω
μου!
ΓΚΙΜΠΣ: Μα μπαίνουμε στον Απρίλη! Θ’ ανέβω να
του πω δυο λόγια προτού πέσει να
κοιμηθεί. (Σηκώνεται). Τζούλια,
αποφάσισες οριστικά; Δεν έχεις τίποτα
άλλο να πεις;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: (Σταματά το σιδέρωμα για μια στιγμή)
Μήπως ξέρω κι εγώ τι να πω! Μου
φαίνεται πως πάει πολύ να ζητήσεις από
ένα αγόρι ως εκεί απάνω, μαθημένο στο
ύπαιθρο, να πάει να κλειστεί για τρία
49
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
χρόνια μέσα σε μια αίθουσα σχολείου.
Και αν πάει στο κτήμα πάλι, καλύτερα να
‘χει και μια συντροφιά μια και βρήκε ένα
καλό κορίτσι σαν την Έμιλυ... Οι
άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να ζούνε
δυο-δυο σ’ αυτόν τον κόσμο... Ναι Φράνκ,
ανέβα να του πεις το ναι.
ΓΚΙΜΠΣ: (Πηγαίνει προς τη σκάλα και είναι
έτοιμος να φωνάξει)
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: (Με τα χέρια στα μάγουλα, ενώ κοιτάζει
προς το κοινό με απλανή μάτια, λέει
ξαφνικά σαν να την έπιασε πανικός)
Στάσου μια στιγμή! Μια στιγμή! (Ύστερα
ξαναπιάνει το σιδέρωμα). Τίποτα,
πήγαινε να του το πεις.
ΓΚΙΜΠΣ: Τι έπαθες και σταμάτησες Τζούλια;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ξέρεις, θυμήθηκα όλα όσα περάσαμε τα
πρώτα χρόνια, όταν ο Τζώρτζ και η
Ρεβέκκα ήτανε μωρά, που τους έπαιρνες
αγκαλιά και τους περπατούσες ως τις
τρεις το πρωί, τον κοκύτη τους,·τη φορά
που ο Τζώρτζ έπεσε από τη βεράντα. Κι
εμείς είμαστε εικοσιπέντε χρονώ και
περισσότερο. Είναι παράξενο πως
ξεχνάει κανείς τα βάσανα που πέρασε,
να, έτσι... Ναι Φράνκ, ανέβα να του το
πεις.
ΓΚΙΜΠΣ: Ναι, τους περιμένουν πολλά βάσανα,
όμως εμάς δεν μας πέφτει λόγος. Ασ’
τους. Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα
να ζήσει τα βάσανά του. Πρέπει να ‘σαι
κι εσύ μπροστά Τζούλια! Είναι μια
επίσημη στιγμή, θα τον φωνάξω να ‘ρθει
εδώ. Τζώρτζ ! Τζώρτζ!
ΤΖΩΡΤΖ: (Από μέσα) Ναι μπαμπά.
ΓΚΙΜΠΣ: Δεν έρχεσαι μια στιγμή; Θέλουμε να σου
μιλήσουμε η μητέρα σου κι εγώ.
ΤΖΩΡΤΖ: Ναι τώρα.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: (Περνάει το χέρι της στο μπράτσο τον
άντρα της) Θεέ μου, τι ανόητο πλάσμα
που είμαι. Τρέμω ολόκληρη Δεν υπάρχει
λόγος να τρέμω έτσι.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Ευχαριστώ! Ευχαριστώ πολύ Τώρα
είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε στο
γάμο. (Ενώ μιλά, οι ηθοποιοί βγάζουν τις
50
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
καρέκλες και τα πλαίσια που
παριστάνουν τα σπίτια των Γκίμπς και
των Γουέμπ. Τις αραδιάζουν στο βάθος
της σκηνής σαν καθίσματα εκκλησίας. Το
εκκλησίασμα κάθεται φάτσα στον τοίχο
του βάθους της σκηνής, με την πλάτη
στο κοινό. Στη μέση της σκηνής είναι ο
διάδρομος της εκκλησίας. Μια μικρή
εξέδρα στήνεται στο βάθος κοντά στον
τοίχο, όπου θα σταθεί ο Διευθυντής
Σκηνής ως ιερέας). Υπάρχουν πολλά
πράγματα που πρέπει να ειπωθούν σ’ ένα
γάμο. Πολλές σκέψεις γίνονται την ώρα
ενός γάμου. Δεν μπορούμε φυσικό να τα
χωρέσουμε όλα σε ένα γάμο, και
ιδιαίτερα σ’ ένα γάμο στο Γκρόβερς
Κόρνερς, όπου η τελετή είναι φοβερά
σύντομη και απλή. Σ’ αυτό το γάμο εγώ
παίζω τον ιερέα. Αυτό μου δίνει το
δικαίωμα να πω μερικά λόγια παραπάνω
γύρω από το γάμο. Για λίγη ώρα, το έργο
μας θα σοβαρέψει αρκετά. Βλέπετε
μερικές θρησκείες λένε πως ο γάμος
είναι ένα μυστήριο. Δεν ξέρω τι ακριβώς
θα πει αυτό, αλλά μπορώ να το
συμπεράνω. Όπως έλεγε κι η κυρία
Γκίμπς πριν από δυο λεφτά: Οι άνθρωποι
είναι φτιαγμένοι για να ζούνε δυο-δυο. Ο
γάμος που θα δούμε είναι ένας καλός
γάμος, όμως οι άνθρωποι είναι έτσι
καμωμένοι, ώστε ακόμα και σ’ ένα καλό
γάμο υπάρχει στα κατάβαθα της ψυχής
τους μια μεγάλη σύγχυση και
σκεφτήκαμε πως κι αυτό έχει τη θέση
του στο έργο μας. Ο πραγματικός
πρωταγωνιστής της σκηνής δεν
εμφανίζεται καθόλου, και όλοι ξέρετε
ποιος είναι. Όπως είπε κι ένας
Ευρωπαίος: «Κάθε παιδί που γεννιέται
στον κόσμο είναι και μια προσπάθεια της
Φύσης να φτιάξει ένα τέλειο ανθρώπινο
πλάσμα». Λοιπόν, που λέτε,
παρακολουθήσαμε τόση ώρα την Φύση
που προχωρεί και μοχθεί μ’ ένα σωρό
τρόπους. Ξέρουμε όλοι πως η Φύση
51
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ενδιαφέρεται για την ποσότητα. Όμως
θαρρώ πως ενδιαφέρεται και για την
ποιότητα, γι’ αυτό είμαι κι εγώ ιερέας.
Ίσως να προσπαθεί να σκαρώσει ακόμα
έναν καλό Διοικητή της πολιτείας του
Νιου Χάμσαϊαρ. Και μην ξεχνάτε
παρακαλώ, τους άλλους μάρτυρες του
γάμου, τους προγόνους τους.
Εκατομμύρια! Οι περισσότεροι απ’
αυτούς αποφάσισαν να ζήσουν δυο-δυο.
Εκατομμύρια εκατομμυρίων! Αυτό ήτανε
το κήρυγμα για σήμερα. Και δεν ήταν και
πολύ μεγάλο.
(Το αρμόνιο αρχίζει να παίζει το «Λάργκο» τον Χαίντελ. Ο
κόσμος μπαίνει στην εκκλησία και κάθεται σιωπηλός. Η Κυρία
Γουέμπ πηγαίνοντας στη θέση της σταματά, στρέφει και μιλάει
προς το κοινό).
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Δεν ξέρω τι μ’ έχει πιάσει και κλαίω. Δεν
υπάρχει λόγος να κλαίω. Μου ήρθε το
πρωί στο τραπέζι: Η Έμιλυ καθόταν εδώ,
δίπλα, κι έπινε το γάλα της όπως κάθε
πρωί, δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια και
τώρα θα φύγει και θα πίνει το πρωινό
της στο σπίτι ενός άλλου. Θαρρώ πως
αυτό ήτανε. Αμέ η Έμιλυ! Στα καλά
καθούμενα μου λέει: «Δεν μπορώ να φάω
ούτε μπουκιά πια» και ακουμπάει το
κεφάλι της στο τραπέζι και κλαίει.
(Ξεκινά για το κάθισμά της στην
εκκλησία, αλλά γυρνάει και προσθέτει)
Πρέπει να το πω. Για να ξέρετε. Είναι
κάτι απάνθρωπο να στέλνουμε τα
κορίτσια μας στο γάμο έτσι. Μακάρι
καμιά απ’ τις φιλενάδες της να της έχει
μάθει κάνα-δυο πράγματα. Είναι
απάνθρωπο, το ξέρω, όμως δεν
κατάφερα να της πω ούτε λέξη. Κι εγώ
παντρεύτηκα άμαθη σαν κουτάβι. Ο
κόσμος είναι στραβά κι ανάποδα
φτιαγμένος, μάλιστα, αυτό είναι. Να
τους που έρχονται.
(Πάει βιαστικά στη θέση της στα στασίδια. Ο Τζώρτζ ξεκινάει
από το βάθος της αίθουσας του θεάτρου, περνώντας από το
δεξιό διάδρομο, ανάμεσα από τους θεατές. Ξαφνικά τρία μέλη
της ομάδας του μπέιζ-μπωλ ξεφυτρώνουν στη δεξιά κουΐντα κι
52
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
αρχίζουν να τον πειράζουν με σφυρίγματα και να του
φωνάζουν όπως φωνάζουνε τις γάτες. Φορούνε τη στολή του
γηπέδου).
ΑΘΛΗΤΕΣ: Ε Τζώρτζ, Τζώρτζ, ψψτ! Γιάχου! Αν τα
πράγματα δεν πάνε καλά, σφύριξε να
‘ρθουμε. Εμείς ξέρουμε το κόλπο. Ε,
παιδιά; Ψψψτ! Τζώρτζ, μην κάνεις την
οσία Μαρία παλιόμουτρο. Ξέρουμε καλά,
που έχεις το νου σου. Κοίταξε μη
ντροπιάσεις την ομάδα λεβεντόπαιδο!
Γιούχου!
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Εντάξει, εντάξει! Φτάνει!, Φτάνει ως
εδώ. (Χαμογελώντας τους σπρώχνει και
τους διώχνει απ’ τη σκηνή. Εκείνοι την
τελευταία στιγμή βγάζουν το κεφάλι
τους και πετούν μερικά «ψψτ» ακόμα)
Τον παλιό καιρό στους γάμους είχαμε τα
ίδια και χειρότερα. Στην αρχαία Ρώμη
και αργότερα... Τώρα είμαστε πιο
πολιτισμένοι. Έτσι λέμε.
(Το κόρο αρχίζει να τραγουδάει το «θεϊκή αγάπη». Ο Τζώρτζ
έφτασε στη σκηνή. Για μια στιγμή, στέκει και ατενίζει το
εκκλησίασμα, ύστερα κάνει μερικά βήματα προς τα πίσω, για
να ξεφύγει από τη δεξιά κουΐντα).
ΤΖΩΡΤΖ: (Υπόκωφα, στον εαυτό του) Θα ‘θελα να
‘μουν πάλι στο σχολείο... Δε θέλω να
παντρευτώ.
(Η μητέρα του σηκώνεται από τη θέση της και τον πλησιάζει.
Στέκει και τον κοιτάζει ανήσυχη).
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Τζωρτζ τι έχεις;
ΤΖΩΡΤΖ: Μαμά δε θέλω να μεγαλώσω, δε θέλω να
γεράσω. Γιατί όλος ο κόσμος με βιάζει
έτσι;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Μα Τζωρτζ... εσύ το ήθελες.
ΤΖΩΡΤΖ: Γιατί πρέπει να παντρευτώ σώνει και
καλά; Άκου μαμά, για τελευταία φορά σε
παρακαλώ.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Όχι, όχι Τζωρτζ... Τώρα πια είσαι άντρας.
ΤΖΩΡΤΖ: Άκουσε με μαμά, ποτέ δεν ακούς τι σου
λέω. Εγώ ήθελα μόνο να είμαι όπως όλος
ο κόσμος... γιατί πρέπει να...
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Τζωρτζ! Αν σ’ άκουγε κανείς! Φτάνει, σε
παρακαλώ. Πα, πα, ντρέπομαι για
λογαριασμό σου!
53
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΤΖΩΡΤΖ: (Περνά το χέρι του πάνω από το μέτωπό
του) Τι είναι; Ονειρεύομαι. Που είναι η
Έμιλυ;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Δόξα σοι ο Θεός! Πήρα μια λαχτάρα.
ΤΖΩΡΤΖ: Χαμογέλασε μαμά! Γιατί κάνεις έτσι!
Χαμογέλασε! Παντρεύομαι μαμά.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Στάσου να πάρω ανάσα.
ΤΖΩΡΤΖ: Άκου μαμά! Θα μας περιμένεις κάθε
Πέμπτη βράδυ. Η Έμιλυ κι εγώ θα
‘ρχομαστε να τρώμε μαζί κάθε Πέμπτη
βράδυ... Θα δεις. Μαμά τι έχεις και
κλαις; Έλα τώρα! Πρέπει να ‘μαστε
έτοιμοι.
(Στο αναμεταξύ, η Έμιλυ, με άσπρο νυφικό και πέπλο, πέρασε
ανάμεσα από το κοινό και ανέβηκε πάνω στη σκηνή. Και αυτή
μόλις βλέπει τον κόσμο στην εκκλησία σταματάει. Το κόρο
τραγουδάει: «Ευλογημένοι οι δεσμοί που ενώνουν»)
ΕΜΙΛΥ: Ποτέ στη ζωή μου δεν ένοιωσα τόσο
μόνη. Και ο Τζώρτζ εκεί, μ’ αυτό το
ύφος... Τον μισώ! Μακάρι να πέθαινα
αυτή τη στιγμή. Μπαμπά! Μπαμπά!
ΓΟΥΕΜΠ: (Σηκώνεται από το κάθισμά του στην
εκκλησία και την πλησιάζει ανήσυχος)
Έμιλυ! Έμιλυ! Έλα τώρα, ησύχασε.
ΕΜΙΛΥ: Μα μπαμπά, δε θέλω να παντρευτώ.
ΓΟΥΕΜΠ: Σσστ! Έμιλυ! Όλα θα πάνε καλά.
ΕΜΙΛΥ: Γιατί δεν κάνει να μείνω για λίγο καιρό
έτσι όπως είμαι; Έλα να φύγουμε.
ΓΟΥΕΜΠ: Όχι, όχι, Έμιλυ. Ηρέμησε και σκέψου
λιγάκι.
ΕΜΙΛΥ: Δε θυμάσαι τι μου έλεγες πάντα. Όλη την
ώρα μου έλεγες πως εγώ είμαι η κορούλα
σου, η δικιά σου κόρη. Είναι ένα σωρό
μέρη που μπορούμε να πάμε. Έλα να
φύγουμε, θα δουλεύω εγώ για σένα. Θα
κρατάω το νοικοκυριό.
ΓΟΥΕΜΠ: Σσστ... Διώξε απ’ το νου σου, αυτά τα
πράγματα. Είσαι λίγο εκνευρισμένη, αυτό
είναι όλο. Έλα, έλα, παντρεύεσαι το
καλύτερο παλληκάρι του κόσμου. Ο
Τζώρτζ είναι εξαιρετικό παιδί.
ΕΜΙΛΥ: Μα μπαμπά.
ΓΟΥΕΜΠ: Τζωρτζ! Τζωρτζ! (Η Κυρία Γκίμπς
γυρνάει στη θέση της, Ο Τζώρτζ ακούει
τον Γουέμπ και σηκώνει τα μάτια του και
54
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
τον βλέπει. Ο Γουέμπ του γνέφει.
Συναντιούνται στο κέντρο της σκηνής).
Σου δίνω την κόρη μου Τζωρτζ.
Πιστεύεις πως μπορείς να την κάνεις
ευτυχισμένη;
ΤΖΩΡΤΖ: Κύριε Γουέμπ, θέλω να... θέλω να
προσπαθήσω. Έμιλυ, θα κάνω ότι μπορώ.
Σ’ αγαπώ Έμιλυ. Σε χρειάζομαι.
ΕΜΙΛΥ: Τότε αν μ’ αγαπάς, βοήθησέ με. Δε ζητώ
τίποτα άλλο. Μόνο κάποιον να μ’
αγαπάει.
ΤΖΩΡΤΖ: Εγώ Έμιλυ.
ΕΜΙΛΥ: Αν ποτέ με βρει αρρώστια ή στενοχώρια,
να μ’ αγαπάει.
ΤΖΩΡΤΖ: Έμιλυ θα κάνω ότι μπορώ. Ότι μπορώ.
ΕΜΙΛΥ: Και για πάντα. Μ’ ακούς; Για πάντα!
(Πέφτουν ο ένας στην αγκαλιά του
άλλου. Ακούγεται το γαμήλιο εμβατήριο
από τον «Λοένγκριν»).
ΓΟΥΕΜΠ: Ελάτε, εμάς περιμένουνε. Τώρα το
βλέπετε πως όλα θα παν καλά. Ελάτε
γρήγορα.
(Ο Τζώρτζ φεύγει και παίρνει τη θέση του δίπλα στον
Διευθυντή Σκηνής. Η Έμιλυ προχωρεί στο διάδρομο ανάμεσα
από το εκκλησίασμα, στηριγμένη στο μπράτσο του πατέρα
της).
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Δέχεσαι Τζώρτζ τη γυναίκα αυτή, την
Έμιλυ, ως νόμιμο σύζυγό σου...
(Η Κυρία Σόαμς κάθεται πίσω-πίσω στην εκκλησία. Γυρίζει
τώρα το κεφάλι και λέει στους διπλανούς της με διαπεραστική
φωνή)
ΚΥΡΙΑ ΣΟΑΜΣ: Τι υπέροχος γάμος! Ο ωραιότερος γάμος
που είδα στη ζωή μου! Και πως
ευχαριστιέμαι έναν ωραίο γάμο, εσείς
δεν ευχαριστιέστε; Ωραία·νυφούλα δεν
έγινε;
ΤΖΩΡΤΖ: Δέχομαι.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Δέχεσαι Έμιλυ τον άντρα αυτόν, τον
Τζώρτζ Γκίμπς, ως νόμιμον σύζυγόν
σου...
ΚΥΡΙΑ ΣΟΑΜΣ: Κι εγώ δεν ξέρω από πότε έχω να δω
τόσο ωραίο γάμο. Όμως πάντα κλαίω.
Δεν ξέρω τι παθαίνω, αλλά πάντα θα
κλάψω. Είναι που χαίρομαι να βλέπω
55
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
τους νέους ευτυχισμένους. Εσείς δε
χαίρεστε; Εγώ το βρίσκω τόσο ωραίο!
(Το δαχτυλίδι. Το φιλί. Ξαφνικά κάθε κίνηση σταματά σ’ ένα
ταμπλό βιβάν. Ο Διευθυντής Σκηνής με τα μάτια στο άπειρο,
λέει προς το κοινό)
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Πάντρεψα διακόσια ζευγάρια στη ζωή
μου. Αν πιστεύω στο γάμο; Δεν ξέρω. Ο Α
παντρεύεται την Β... Εκατομμύρια
εκατομμυρίων! Το σπιτάκι τους, το
αμάξι, ο περίπατος με τ’ αυτοκίνητο την
Κυριακή το απόγευμα, οι πρώτοι
ρευματισμοί, τα εγγόνια, οι δεύτεροι
ρευματισμοί, το κρεβάτι, ο θάνατος, το
διάβασμα της διαθήκης. Μια φορά στις
χίλιες είναι ενδιαφέρον. Τέλος πάντων,
ας αρχίσει το γαμήλιο εμβατήριο!
(Το αρμόνιο αρχίζει το «Γαμήλιο Εμβατήριο» τον Μέντελσον. Ο
Γαμπρός και η Νύφη διασχίζουν το διάδρομο της εκκλησίας
στο κέντρο της σκηνής. Τα πρόσωπα τους ακτινοβολούν, αλλά
προσπαθούν να κρατήσουν την αξιοπρέπεια τους)
ΚΥΡΙΑ ΣΟΑΜΣ: Ωραίο ζευγάρι δεν είναι; Ποτέ δεν
ευχαριστήθηκα τόσο πολύ σε γάμο.
Ασφαλώς θα γίνουν πολύ ευτυχισμένοι.
Εγώ πάντα το έλεγα: Η ευτυχία είναι το
παν! Το σπουδαιότερο είναι να ‘ναι
κανείς ευτυχισμένος.
(Η Νύφη κι ο Γαμπρός φθάνουν στη σκάλα που ενώνει τη σκηνή
με την πλατεία και κατεβαίνουν. Ένας λαμπρός προβολέας
τους φωτίζει. Κατεβαίνουν στην πλατεία και διασχίζουν το
διάδρομο τρέχοντας χαρούμενα και περνώντας ανάμεσα από
το κοινό)
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Αυτό είναι το τέλος της Δεύτερης
Πράξης. Δέκα λεφτά διάλειμμα φίλοι μου.
56
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ
(Στο διάλειμμα το κοινό βλέπει τους ηθοποιούς να συγυρίζουν
τη σκηνή, Στη δεξιά μεριά λίγο δεξιότερα από το κέντρο,
στήνουν δέκα ή δώδεκα καρέκλες αντικριστά στο κοινό σε
τρεις σειρές, αφήνοντας αρκετή απόσταση ανάμεσά τους. Τα
καθίσματα αυτά είναι οι τάφοι στο νεκροταφείο. Κατά το
τέλος του διαλείμματος μπαίνουν οι ηθοποιοί και παίρνουν τις
θέσεις τους. Στην πρώτη σειρά, προς τη μέση της σκηνής,
μένει μια άδεια καρέκλα. Δίπλα η Κυρία Γκίμπς και μετά ο
Σίμον Στίμσον. Στη δεύτερη σειρά, μαζί με άλλους κάθεται η
κυρία Σόαμς. Στην τρίτη σειρά ο Γουόλλυ Γουέμπ. Οι Νεκροί
κάθονται ακίνητοι χωρίς προσπάθεια και με μια ήρεμη
προσδοκία, χωρίς όμως αδιαφορία. Ο Διευθυντής Σκηνής
πηγαίνει στη συνηθισμένη του θέση και περιμένει να
χαμηλώσουν τα φώτα της πλατείας)
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Αυτή τη φορά φίλοι μου έχουν
περάσει εννιά χρόνια, είναι το καλοκαίρι
του 1913. Πολλά έχουν αλλάξει σιγά-σιγά
στο Γκρόβερς Κόρνερς. Τ’ άλογα όσο
πάει γίνονται πια σπάνια. Οι χωριάτες
τώρα έρχονται στην πόλη με
φορτηγάκια. Η πιο μεγάλη διαφορά είναι
στη νεολαία μας, απ’ ότι βλέπω. Όλη την
ώρα θέλουνε να παν στον
κινηματογράφο, θέλουν να φορούνε τα
ρούχα που βλέπουν εκεί... Θέλουν να
γίνουνε πρωτευουσιάνοι. Όλος ο κόσμος
τώρα κλειδώνει τα σπίτια του τη νύχτα.
Ακόμη δεν είδαμε διαρρήκτες στην πόλη
μας, όμως όλοι μας τους έχουμε
ακουστά. Αλλά θα σας φανεί παράξενο,
γενικά τα πράγματα δεν αλλάζουν και
πολύ στο Γκρόβερς Κόρνερς. Φαντάζομαι
πως θέλετε να μάθετε τι θα πουν όλες
ετούτες οι καρέκλες. Οι πιο έξυπνοι θα
‘χουνε κιόλας καταλάβει. Δεν ξέρω πως
τα παίρνετε εσείς αυτά τα πράγματα.
Όμως εδώ είναι ένα πολύ ωραίο μέρος.
Είναι πάνω σ’ ένα λόφο, ένα λόφο
ανεμικό, πολύς ουρανός, πολλά σύννεφα,
συχνά πολύς ήλιος και φεγγάρι κι άστρα.
Ανεβείτε εδώ απάνω ένα ωραίο απόγεμα
57
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
και θα δείτε σειρές-σειρές τα
βουναλάκια, γαλάζια καταγάλανα, πέρα,
κατά τη λίμνη Σάναπη και τη λίμνη
Γουϊνιπισόκη... και πέρα μακριά, αν έχετε
κιάλια μαζί σας, θα δείτε τα Λευκά Όρη
και το όρος Γουάσιγκτον, εκεί που είναι
το Κόνγουαίη και το Νόρθ Κόνγουαίη. Και
φυσικά και το αγαπημένο μας βουνό, το
Μόναντνοκ, είναι εκεί, ακριβώς εκεί, και
γύρω-γύρω όλα τα χωριουδάκια. Το
Τζάφρεϋ και το Ηστ Τζάφρεϋ και το
Πήτερμπόρω, και το Ντάμπλιν και
(δείχνοντας προς το κοινό) εκεί πέρα,
κάτω, είναι το Γκρόβερς Κόρνερς. Ναι
είναι όμορφα εδώ απάνω. Όλο
πικροδάφνες και πασχαλιές. Πολλές
φορές αναρωτιέμαι γιατί οι άνθρωποι
θέλουν να τους θάψουν στο Γούντλοουν
και στο Μπρούκλιν, όταν τον ίδιο καιρό
μπορούν να τον περάσουν εδώ στο Νιου
Χάμσαϊαρ. Πέρα σ’ εκείνη τη γωνιά
(δείχνει αριστερά) είναι οι πιο παλιές
ταφόπετρες (1670, 1680). Σκληρόγνωμοι
άνθρωποι πού ήρθαν από πολύ μακριά για
να ζήσουν ανεξάρτητοι. Το καλοκαίρι, οι
νέοι περπατούν εδώ απάνω και γελούν με
τις παράξενες λέξεις που είναι
γραμμένες απάνω στις ταφόπετρες... Ε,
κακό μια φορά δεν κάνουν σε κανένα. Και
από τη Βοστώνη μας έρχονται
γενεαλόγοι. Τους πληρώνουν μερικοί
μεγαλουσιάνοι για να βρούνε τους
προγόνους τους. Θέλουν να αποδείξουν
πως είναι τέκνα της Αμερικανικής
Επανάστασης και εκείνων που ήρθαν με
το Μέυφλάουερ... Ε, θαρρώ, πως ούτε κι
αυτό κακό δεν κάνει σε κανένα. Όποτε
γυρίσεις να δεις την ανθρώπινη ζωή, θα
βρεις στρώματα και στρώματα
ανοησίας... Εκεί πέρα, είναι κάτι
πολεμιστές του Εμφυλίου Πολέμου. Πάνω
στον τάφο τους είναι κάτι σιδερένιες
σημαιούλες... Παιδιά από τα μέρη μας
που έλεγαν πως οι Ενωμένες Πολιτείες
έπρεπε να μείνουν όλες μαζί, αν και ποτέ
58
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
με τα μάτια τους δεν είχαν δει από αυτές
περισσότερο από πενήντα μίλια. Το μόνο
που ήξεραν ήταν τ’ όνομα, φίλοι μου,
Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Οι
Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής! Και
γι’ αυτό το όνομα πήγαν και
σκοτώθηκαν. Από δω είναι το καινούργιο
μέρος του νεκροταφείου. Εδώ είναι η
φίλη σας η κυρία Γκίμπς. Και για να
δούμε, εδώ είναι ο κ. Στίμσον, που έπαιζε
το αρμόνιο στην εκκλησία. Και εκεί πέρα
είναι η κυρία Σόαμς που τόσο
ευχαριστήθηκε στο γάμο, τη θυμάστε; Κι
ένα σωρό άλλοι. Και το αγόρι του κ.
Γουέμπ, ο Γουάλλας, που έπαθε
περιτονίτιδα σε μια προσκοπική εκδρομή
στο Κρόουφορντ Νοτς. Ναι, ένας
ολάκερος κόσμος θλίψης έχει
κατασταλάξει εδώ απάνω. Άνθρωποι
παράφοροι απ’ τον πόνο έφεραν τους
δικούς τους πάνω σ’ αυτό το λόφο. Όλοι
μας ξέρουμε πως νοιώθει κανείς... κι
ύστερα, με τον καιρό... με τις
ηλιόλουστες μέρες... τις βροχερές
μέρες... και το χιόνι, τσ - τσ - τσ. Μας
κάνει καλό που τους έχουμε σ’ ένα τόσο
ωραίο μέρος, και πότε-πότε ερχόμαστε κι
εμείς, όταν η κρίση μας περάσει. Αυτό
εδώ είναι ένα σπουδαίο κομμάτι του
Γκρόβερς Κόρνερς. Του κόσμου οι
σκέψεις ανεβαίνουν εδώ απάνω, μέρα-
νύχτα, όμως ταχυδρομείο δεν υπάρχει.
Και τώρα θα σας μιλήσω για πράγματα
που τα ξέρετε κι εσείς. Τα ξέρετε
καλύτερα από μένα. Όμως δεν τα
βγάζουμε στο φως και δεν τα
πολυκοιτάμε. Ότι κι αν λένε οι άνθρωποι
με το στόμα τους, όλοι ξέρουν πως κάτι
είναι αιώνιο. Κι αυτό το κάτι δεν είναι τα
σπίτια μας, ούτε τα ονόματα, ούτε η γη,
ούτε καλά-καλά τ’ αστέρια... Ο καθένας
γνωρίζει βαθειά, στα κόκαλα του, πως
κάτι είναι αιώνιο, και πως αυτό το κάτι
έχει να κάνει με τον άνθρωπο. Οι
μεγαλύτεροι άνδρες μας το λένε και μας
59
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
το ξαναλένε πέντε χιλιάδες χρόνια τώρα
κι όμως δεν φαντάζεστε πως ο κόσμος
όλη την ώρα το ξεχνά. Υπάρχει κάτι
αιώνιο εδώ στα κατάβαθα του κάθε
ανθρώπου. (Παύση). Το ξέρετε καλύτερα
από μένα, πως οι νεκροί δε μένουνε
δεμένοι για πάντα με μας τους
ζωντανούς. Σιγά-σιγά, λίγο-λίγο, μας
παρατούν, και τη γη... και τις φιλοδοξίες
που είχαν... και τις χαρές που ένοιωθαν…
και τα βάσανα που τράβηξαν... και τους
ανθρώπους που αγαπούσαν. Κόβουνε το
δεσμό τους με τη γη, σαν το παιδί που
αποκόβει από της μάνας του το στήθος.
Ναι, έτσι το βλέπω εγώ. Κείτονται εδώ,
ενώ το γήινο μέρος του εαυτού τους
καίγεται... γίνεται στάχτη... και όλον
ετούτο τον καιρό σιγά-σιγά γίνονται
ξένοι με ότι συμβαίνει κάτω εκεί στο
Γκρόβερς Κόρνερς. Περιμένουν.
Περιμένουν κάτι που νοιώθουν πως θα
‘ρθει. Μην καρτερούν εκείνο το αιώνιο
κάτι να βγει στο φως; Μερικές από τις
κουβέντες που θα πούνε, μπορεί να σας
πληγώσουν. Όμως, τι τα θέλετε, έτσι
είναι. Μάνα με κόρη... άντρας με
γυναίκα... εχθρός με τον εχθρό... το
χρήμα για το φιλάργυρο... όλα αυτά τα
τόσο φοβερά σπουδαία πράγματα, με τον
καιρό θαρρείς πως ξεθωριάζουν εδώ
απάνω. Και τι απομένει; Τι απομένει όταν
η μνήμη σας χαθεί και η ατομικότητα
σας, κύριε τάδε; (Κοιτάζει μια στιγμή
προς το κοινό, ύστερα γυρνά τη ματιά
του στη σκηνή). Α ορίστε! Έρχονται και
κάτι ζωντανοί. Να ο Τζο Στόνταρντ, που
έχει το γραφείο κηδειών, ήρθε να ρίξει
μια ματιά στον νιοσκαμμένο τάφο. Και
από δω έρχεται ένας νέος δικός μας, από
το Γκρόβερς Κόρνερς, που μας άφησε για
να πάει να ζήσει στις δυτικές πολιτείες.
(Ο Τζο Στόνταρντ τριγυρίζει στο βάθος. Ο Σαμ Κρέιγκ μπαίνει
από τ’ αριστερά σκουπίζοντας το μέτωπο του απ’ τον
ανήφορο. Κρατάει μια ομπρέλα και προχωρεί στο προσκήνιο).
ΣΑΜ ΚΡΕΪΓΚ: Καλησπέρα Τζο Στόνταρντ.
60
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΤΖΟ ΣΤΟΝΤΑΡΝΤ: Καλησπέρα, καλησπέρα. Για να δούμε,·σε
ξέρω εγώ παλληκάρι μου;
ΣΑΜ ΚΡΕΪΓΚ: Είμαι ο Σαμ Κρέιγκ.
ΤΖΟ ΣΤΟΝΤΑΡΝΤ: Α, τι λες. Βρε για τ’ όνομα του Θεού!.
Έπρεπε να το βάλω με το νου μου πως θα
γύριζες για την κηδεία. Πολύν καιρό μας
λείπεις Σαμ.
ΣΑΜ ΚΡΕΪΓΚ: Ναι, έλειψα πάνω από δώδεκα χρόνια.
Έχω τις δουλειές μου στο Μπούφαλλο
τώρα. Όμως ήμουνα στα μέρη μας όταν
έμαθα το θάνατο της ξαδέλφης μου και
είπα να τα συνδυάσω λιγάκι τα πράγματα
και να ‘ρθω να δω και το παλιό μου σπίτι.
Καλά κρατιέσαι.
ΤΖΟ ΣΤΟΝΤΑΡΝΤ: Ναι, ναι, παράπονο δεν, έχω. Πολύ
θλιβερό το ταξίδι μας σήμερα Σάμουελ.
ΣΑΜ ΚΡΕΪΓΚ: Ναι.
ΤΖΟ ΣΤΟΝΤΑΡΝΤ: Ναι πολύ.. Πάντα λέω, μου κάνει κακό να
βλέπω να φέρνουμε εδώ ένα νέο
άνθρωπο. Πήρες και ομπρέλα βλέπω, θα
βρέξει, για να το κάνει θαρρείς ακόμα
πιο θλιβερό. Όπου να ‘ναι θα ‘ρθουν. Εγώ
ανέβηκα εδώ από νωρίς.·Στο σπίτι
επιβλέπει ο γιος μου.
ΣΑΜ ΚΡΕΪΓΚ: (Διαβάζοντας ταφόπετρες) Ο γέρο-Μάκ
Κάρτυ! Πολλές φορές του ‘κανα
θελήματα ύστερα από το σχολειό. Είχε
ισχυαλγία.
ΤΖΟ ΣΤΟΝΤΑΡΝΤ: Ναι, τον φέραμε και τον Μάκ Κάρτυ εδώ.
Πάνε χρόνια τώρα.
ΣΑΜ ΚΡΕΪΓΚ: (Κοιτάζοντας στα γόνατα της κυρίας
Γκίμπς) Μπα, εδώ είναι η θεία μου η
Τζούλια... Είχα ξεχάσει πως είχε... Ναι
βέβαια, βέβαια...
ΤΖΟ ΣΤΟΝΤΑΡΝΤ: Ναι, ο γιατρός έχασε τη γυναίκα του,
είναι δυο χρόνια καν τρία, πάνω κάτω
τέτοια εποχή... Και σήμερα τον βρήκε κι
άλλη συμφορά.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: (Στον Σίμον Στίμσον με ακύμαντη φωνή)
Αυτός είναι ο Σαμ, ο γιος της Κάρυ, της
αδελφής μου... ο Σαμ Κρέιγκ.
ΣΙΜΟΝ ΣΤΙΜΣΟΝ: Νοιώθω άσκημα κάθε φορά που έρχονται
αυτοί εδώ απάνω.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Σίμον!
61
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΣΙΜΟΝ ΣΤΙΜΣΟΝ: Αυτοί με τις ανοησίες τους και την
αναθεματισμένη τους χαρά που είναι
ζωντανοί.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Σίμον, κάνε υπομονή...
ΣΑΜ ΚΡΕΪΓΚ: Διαλέγουν μόνοι τους τα επιτύμβια τους
Τζο;
ΤΖΟ ΣΤΟΝΤΑΡΝΤ: Όχι... Συνήθως όχι. Το πιο συχνό είναι οι
τεθλιμμένοι συγγενείς να βρίσκουν κάνα
στιχάκι...
ΣΑΜ ΚΡΕΪΓΚ: Ποιος να το ‘λεγε πως είναι η θεία
Τζούλια. Δεν έχουν απομείνει πια από τις
αδερφάδες παρά... Για να δούμε·που
είναι, θα ήθελα να ρίξω μια ματιά στου
πατέρα και της μητέρας.
ΤΖΟ ΣΤΟΝΤΑΡΝΤ: Εκεί πάνω, με τους άλλους Κρέιγκ.
Εκείνο το δρομάκι.
ΣΑΜ ΚΡΕΪΓΚ: (Διαβάζοντας το επιτύμβιο τον Σίμον
Στίμσον) Είν’ εκείνος που έπαιζε το
αρμόνιο στην εκκλησία, ε; Έπινε πολύ,
έλεγε ο κόσμος.
ΤΖΟ ΣΤΟΝΤΑΡΝΤ: Όλοι μας κάναμε πως δεν
καταλαβαίναμε. Είχε κι αυτός τα βάσανά
του. Αυτοί οι μουζικάντηδες είναι
αλλιώτικοι άνθρωποι, ξέρεις. (Βάζει το
χέρι μπροστά στο στόμα του).
Αυτοκτόνησε, το ‘ξερες αυτό;
ΣΑΜ ΚΡΕΪΓΚ: Ναι.
ΤΖΟ ΣΤΟΝΤΑΡΝΤ: Κρεμάστηκε στη σοφίτα, θέλησαν να το
σκεπάσουνε το πράγμα, μα φυσικά
μαθεύτηκε. Η γυναίκα του
ξαναπαντρεύτηκε τώρα τελευταία, πήρε
τον Μπάρστοου. Πόσες φορές δεν την
είχα δει, στις έντεκα η ώρα, νυχτιάτικα,
να τριγυρνά στους δρόμους και να
κυνηγάει τον άντρα της. Για φαντάσου!
Και τώρα παντρεύτηκε τον Μπάρστοου
τον γερουσιαστή που κάθεται στο
Μάντσεστερ. Αυτός εδώ διάλεξε μόνος
του το επιτύμβιό του. Το βλέπεις, δεν
έχει λόγια.
ΣΑΜ ΚΡΕΪΓΚ: Μα είναι κάτι νότες μουσικής. Τι είναι;
ΤΖΟ ΣΤΟΝΤΑΡΝΤ: Που θες να ξέρω εγώ. Το ‘γράψαν τότε
και στις εφημερίδες της Βοστώνης.
ΣΑΜ ΚΡΕΪΓΚ: Τζο, από τι πέθανε;
ΤΖΟ ΣΤΟΝΤΑΡΝΤ: Ποιος;
62
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΣΑΜ ΚΡΕΪΓΚ: Η ξαδέρφη μου.
ΤΖΟ ΣΤΟΝΤΑΡΝΤ: Α, δεν τα ξέρεις; Έπαθε κάτι φέρνοντας
στον κόσμο ένα παιδάκι. Παρασκευή
σήμερα, πάει σχεδόν μια βδομάδα.
ΣΑΜ ΚΡΕΪΓΚ: (Ανοίγει την ομπρέλα του) Το μωρό
έζησε;
ΤΖΟ ΣΤΟΝΤΑΡΝΤ: (Σηκώνει το γιακά του) Όχι. Ήταν όμως
το δεύτερό της. Υπάρχει κι ένα αγοράκι
κάπου τεσσάρω χρονώ.
ΣΑΜ ΚΡΕΪΓΚ: Ο τάφος είναι αυτός εκεί;
ΤΖΟ ΣΤΟΝΤΑΡΝΤ: Ναι, δεν έχει πια τόπο εδώ με τους
άλλους Γκίμπς, κι έτσι θ’ ανοίξουνε ένα
καινούργιο τμήμα για τους Γκίμπς, εκεί
πέρα, κοντά στο δρόμο. Να με συμπαθάς
τώρα. Τους βλέπω κι έρχονται.
ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ: (Καθόλου μακάβριοι με επαρχιώτικη
προφορά) Η βροχή θα κάνει καλό. Ναι, η
γη είναι διψασμένη. Μα δε θα βρέξει για
πολύ. Λέμουελ, θυμάσαι την πλημμύρα
στο ‘79; Είχε ρίξει όλες τις γέφυρες, έξω
από μια, θυμάμαι.
(Από τ’ αριστερά προς τα δεξιά, στο βάθος της σκηνής έρχεται
η κηδεία. Τέσσερις άντρες κρατούν ένα φέρετρο, αόρατο για
μας. Όλοι οι άλλοι βαστούν ομπρέλες. Μες στους άλλους είναι
ο γιατρός Γκίμπς, ο Τζώρτζ, ο κ. Γουέμπ, η Κυρία Γουέμπ κ.ά.
Μαζεύονται γύρω από έναν τάφο στο βάθος, κέντρο της
σκηνής, λίγο αριστερά από το κέντρο)
ΚΥΡΙΑ ΣΟΑΜΣ: Ποιος είναι Τζούλια;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: (Χωρίς να σηκώσει τα μάτια) Η νύφη μου.
Η Έμιλυ Γουέμπ.
ΚΥΡΙΑ ΣΟΑΜΣ: (Με κάποια έκπληξη, αλλά χωρίς
συγκίνηση) Τι μου λες! Ο δρόμος για να
‘ρθουν ως εδώ θα ήταν όλο λάσπες. Από
τι πέθανε Τζούλια;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Στη γέννα.
ΚΥΡΙΑ ΣΟΑΜΣ: Στη γέννα. (Σχεδόν γελάει). Αυτά πια τα
έχω ξεχάσει όλως διόλου, Πω, τι φοβερή
που ήταν η ζωή (μ’ ένα αναστεναγμό) και
τι υπέροχη!
ΣΙΜΟΝ ΣΤΙΜΣΟΝ: (Με μια λοξή ματιά) Υπέροχη, ε;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Έλα τώρα Σίμον! Για θυμήσου...
ΚΥΡΙΑ ΣΟΑΜΣ: Θυμάμαι τον γάμο της Έμιλυ. Ωραίος
γάμος δεν ήταν; Και θυμάμαι που
διάβασε ένα ποίημα στην επίδειξη των
αποφοίτων: Η Έμιλυ ήταν ένα απ’ τα πιο
63
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
έξυπνα κορίτσια που είχαμε στο
Γυμνάσιο. Άκουσα τον Γυμνασιάρχη
Γουίλκινς που το ‘λεγε και το ξανάλεγε.
Είχα πάει να τους δω στο καινούργιο
τους κτήμα, λίγο προτού πεθάνω. Ένα
πολύ ωραίο κτήμα!
ΜΙΑ ΝΕΚΡΗ: Είναι στον ίδιο δρόμο που καθόμασταν κι
εμείς;
ΕΝΑΣ ΝΕΚΡΟΣ: Ναι, κοντά στο μέρος που κάναμε
εκδρομές. Θυμάσαι Τζο; Εκεί στη λίμνη
που πηγαίναμε στην Εθνική Εορτή. Ένα
πρώτης τάξεως κτήμα.
(Καταλαγιάζουν. Η ομάδα κοντά στον τάφο αρχίσει να
τραγουδά το «Ευλογημένοι οι δεσμοί που ενώνουν»)
ΜΙΑ ΝΕΚΡΗ: Πάντα τον αγαπούσα αυτόν τον ύμνο. Το
‘λπιζα πως θα τραγουδούσαν έναν ύμνο.
ΕΝΑΣ ΝΕΚΡΟΣ: Η γυναίκα μου, η δεύτερή μου γυναίκα,
ξέρει όλα τα λόγια απ’ όλα τα τροπάρια
που υπάρχουν. Καλύτερα από παπάς...
Ξέρει να σου τα πει όλα νεράκι.
(Παύση. Ξαφνικά η Έμιλυ φαίνεται ανάμεσα από τις ομπρέλες.
Είναι ντυμένη κάτασπρα. Τα μαλλιά της είναι ριγμένα στην
πλάτη και δεμένα με μια άσπρη κορδέλα σα μικρό κοριτσάκι.
Προχωρεί αργά, κοιτάζει αβέβαιη τους νεκρούς, λίγο
θαμπωμένη. Κοντοστέκει μεσοδρομίς και χαμογελάει αόριστα).
ΕΜΙΛΥ: Χαίρετε.
ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ: Καλώς την Έμιλυ. Καλώς την κυρία
Γκίμπς.
ΕΜΙΛΥ: Μητέρα!
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Έμιλυ.
ΕΜΙΛΥ: Χαίρετε. (Ο ψαλμός συνεχίζεται. Η Έμιλυ
γυρίζει και κοιτάζει την κηδεία. Λέει σαν
ονειροπαρμένη). Βρέχει.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ναι... Σε λίγο θα φύγουνε, καλή μου.
Ησύχασε εσύ και ξεκουράσου.
(Η Έμιλυ κάθεται στην άδεια καρέκλα δίπλα στην κυρία
Γκίμπς).
ΕΜΙΛΥ: Μου φαίνεται πως πέρασαν χιλιάδες
χρόνια από τότε που... Τι ανόητοι που
φαίνονται! Δεν υπάρχει λόγος να κάνουν
έτσι.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Μην τους κοιτάζεις τώρα καλή μου. Σε
λίγο θα ‘χουν φύγει.
64
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΕΜΙΛΥ: Θα ήθελα να ‘μουν εδώ από καιρό. Δε μ’
αρέσει να είμαι έτσι καινούργια. Τι
κάνετε κύριε Στίμσον;
ΣΙΜΟΝ ΣΤΙΜΣΟΝ: Εσύ πως είσαι Έμιλυ;
(Η Έμιλυ εξακολουθεί να κοιτάζει γύρω της μ’ ένα κουρασμένο
χαμόγελο απορίας. Μα για λίγο τα μάτια της δεν γυρίζουν
στην ομάδα των ζωντανών. Σαν για να κλείσει έξω από το
μυαλό της την παρουσία των ζωντανών αρχίζει να μιλά στην
κυρία Γκίμπς κάπως σπασμωδικά).
ΕΜΙΛΥ: Μητέρα το κτήμα εκείνο το κάναμε ο
Τζώρτζ κι εγώ το ωραιότερο μέρος που
έχετε δει ποτέ σας. Όλη την ημέρα σας
είχαμε στο νου μας. Θέλαμε να σας
δείξουμε την καινούργια αποθήκη και μια
μεγάλη, μακριά γούρνα από τσιμέντο για
να ποτίζονται τα ζωντανά. Την φτιάξαμε
με εκείνα τα λεφτά που μας αφήσατε.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Εγώ;
ΕΜΙΛΥ: Δεν θυμάστε μητέρα; Τα χρήματα εκείνα,
την κληρονομιά; Ήτανε πάνω από
τριακόσια πενήντα δολάρια.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ναι Έμιλυ, ναι...
ΕΜΙΛΥ: Η γούρνα αυτή έχει και μια καινούργια
εφεύρεση μητέρα, και ούτε ξεχειλίζει,
ούτε λιγοστεύει το νερό πιο κάτω από
ένα σημάδι που έχουν βάλει. Είναι πολύ
σπουδαία.(Η φωνή της σέρνεται και τα
μάτια της ξαναγυρίζουν στην κηδεία).
Χωρίς εμένα, δεν θα ‘ναι το ίδιο για τον
Τζώρτζ, όμως είναι ένα πολύ ωραίο
κτήμα. (Ξαφνικά γυρίζει και κοιτάει κατά
πρόσωπο την κυρία Γκίμπς). Οι ζωντανοί
δεν καταλαβαίνουν, ε μητέρα;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Όχι, κόρη μου, δεν καταλαβαίνουν και
πολλά.
ΕΜΙΛΥ: Ζούνε σαν να είναι κλεισμένοι μέσα σε
κουτιά, ε μητέρα; Θαρρώ πως τους
αποχωρίστηκα εδώ και χίλια χρόνια... Το
παιδί μου το στείλανε από το πρωί στης
κυρίας Κάρτερ. (Βλέπει τον Κάρτερ
ανάμεσα στους νεκρούς). Κύριε Κάρτερ
το αγοράκι μου είναι σήμερα στο σπίτι
σας.
ΚΑΡΤΕΡ: Ναι;
65
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΕΜΙΛΥ: Ναι, του αρέσει πολύ εκεί πέρα. Μητέρα,
έχουμε κι ένα αυτοκινητάκι. Είναι
πρώτης τάξεως. Εγώ δεν ξέρω όμως να
οδηγώ. Μητέρα, πότε φεύγει αυτή η
εντύπωση; Πως είμαστε ένας από
εκείνους; Πόσον καιρό;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Σσσ, καλή μου. Περίμενε και κάνε
υπομονή.
ΕΜΙΛΥ: (Αναστενάζει) Ναι ξέρω. Κοίταξε έχουν
τελειώσει. Φεύγουν.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Σσσ ...
(Οι ομπρέλες βγαίνουν από τη σκηνή. Ο γιατρός Γκίμπς
έρχεται στον τάφο της γυναίκας του και στέκει για λίγο. Η
Έμιλυ τον κοιτάζει κατά πρόσωπο. Η Κυρία Γκίμπς δε σηκώνει
καν τα μάτια της)
ΕΜΙΛΥ: Κοίτα. Ο πατέρας σας έφερε μερικά από
τα λουλούδια μου. Μοιάζει πολύ του
Τζώρτζ, δεν μοιάζει; Αχ μητέρα, ποτέ
άλλοτε δεν είχα καταλάβει πόσο
ανήσυχοι και πόσο ... στο σκοτάδι ζούνε
οι ζωντανοί. Από το πρωί ως το βράδυ
αυτό είναι. Ανήσυχοι! Τίποτ’ άλλο.
(Ό γιατρός Γκίμπς βγαίνει).
ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ: Τώρα δρόσισε λιγάκι. Ναι, λίγο δρόσισε
με τη βροχή. Αυτοί οι άνεμοι, ο
πουνέντες, πάντα τα ίδια. Αν δε βρέξει,
θα φυσομανάει τρεις μέρες. Μπορεί να
ξανοίξει ο καιρός προτού·νυχτώσει.
Ανοίγει ο καιρός καμιά φορά.
(Μια ήρεμη εγκαρτέρηση πέφτει στη σκηνή, Ο Διευθυντής
Σκηνής φαίνεται στη δεξιά κουΐντα. Καπνίζει. Η Έμιλυ ξαφνικά
ανακάθεται. Έχει μια ιδέα)
ΕΜΙΛΥ: Όμως μητέρα, μπορεί να γυρίσει κανείς;
Μπορεί να γυρίσει εκεί πίσω, στη ζωή. Το
νιώθω. Το ξέρω. Να, τώρα ξεχάστηκα για
μια στιγμή, σκεφτόμουνα... το κτήμα ...
και για μια στιγμή ήμουν στο κτήμα και
το παιδί καθόταν εδώ στην αγκαλιά μου,
όπως σας βλέπω και με βλέπετε.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ναι, μπορεί κανείς να πάει πίσω...
ΕΜΙΛΥ: Μπορώ να γυρίσω και να ξαναζήσω όλες
αυτές τις μέρες. Γιατί όχι;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Το μόνο που σου λέω Έμιλυ, είναι μην το
κάνεις.
66
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΕΜΙΛΥ: (Κάνει μερικά βήματα προς τον
Διευθυντή Σκηνής) Όμως είν’ αλήθεια;
Δεν είναι ψέματα; Μπορώ να πάω ξανά
και να ζήσω... εκεί πίσω... πάλι.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Ναι, μερικοί δοκίμασαν, γρήγορα
όμως ξαναγύρισαν εδώ.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Έμιλυ, μην πας. Δε θα βρεις εκείνο που
φαντάζεσαι.
ΕΜΙΛΥ: Μα δε θα ξαναζήσω μια μέρα θλιβερή, θα
διαλέξω μια ευτυχισμένη μέρα. Θα
διαλέξω τη μέρα που πρωτόνιωσα πως
αγαπώ τον Τζώρτζ. Γιατί αυτό να είναι
θλιβερό;
(Δεν απαντούν. Γυρίζει και κοιτάει με ερωτηματικό ύφος τον
Διευθυντή Σκηνής).
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Όχι μόνο θα ζήσεις αυτή τη μέρα,
αλλά θα βλέπεις και τον εαυτό σου να τη
ζει.
ΕΜΙΛΥ: Ναι!
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Και όπως θα βλέπεις, θα δεις κι αυτό
που εκείνοι εκεί κάτω, δεν ξέρουνε ποτέ.
Θα βλέπεις το μέλλον, θα ξέρεις αυτό
που πρόκειται να συμβεί αργότερα.
ΕΜΙΛΥ: Και είναι θλιβερό; Γιατί;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος που σου
λέω να μην το κάνεις Έμιλυ. Όταν θα
μείνεις περισσότερο εδώ, θα καταλάβεις
πως εδώ ζωή μας είναι η ελπίδα πως
γρήγορα θα τα ξεχάσουμε όλα αυτά και
θα ‘χουμε στο νου μας μόνο αυτό που
μας προσμένει και θα ‘μαστε έτοιμοι γι’
αυτό που μας προσμένει. Όταν θα μείνεις
περισσότερο εδώ θα καταλάβεις.
ΕΜΙΛΥ: (Απαλά) Ναι, όμως, μητέρα, πως μπορώ
ποτέ να ξεχάσω εκείνη τη ζωή! Είναι η
μόνη που γνώρισα. Η μόνη ζωή που είχα.
(Η Κυρία Γκίμπς δεν απαντά). Κύριε
Στίμσον, πήγατε πίσω εσείς;
ΣΙΜΟΝ ΣΤΙΜΣΟΝ: (Απότομα) Όχι.
ΕΜΙΛΥ: Εσείς κυρία Σόαμς;
ΚΥΡΙΑ ΣΟΑΜΣ: Δεν είναι φρόνιμο Έμιλυ. Πραγματικά σου
λέω δεν είναι. Εμείς μια φορά, μην πεις
πως δεν σε ειδοποιήσαμε. Δεν θα ‘ναι
αυτό που περιμένεις.
67
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΕΜΙΛΥ: (Αργά) Πρέπει να κρίνω μόνη μου. Θα
διαλέξω πάντως μια μέρα ευτυχισμένη.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Όχι! Τουλάχιστο διάλεξε μια μέρα δίχως
σημασία. Διάλεξε την πιο ασήμαντη μέρα
της ζωής σου. Κι αυτή ακόμα θα ‘ναι
πολύ σημαντική.
ΕΜΙΛΥ: (Στον Διευθυντή Σκηνής) Τότε δεν μπορεί
να ‘ναι μια μέρα από τότε που
παντρεύτηκα, ούτε από τότε που
γεννήθηκε το αγόρι μου. Μπορώ
τουλάχιστον να διαλέξω μια μέρα που
είχα τα γενέθλια μου; Διαλέγω τη μέρα
πού έκλεισα τα δώδεκα.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Πολύ καλά! 11 Φεβρουαρίου 1889.
Ημέρα Τρίτη. Θέλεις ιδιαίτερα καμιά ώρα
της ημέρας;
ΕΜΙΛΥ: Θέλω όλη την ημέρα.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Θ’ αρχίσουμε από το πρωί. Όπως
θυμάσαι, χιόνιζε από μέρες. Όμως την
προηγούμενη νύχτα, το χιόνι είχε
σταματήσει και αρχίσανε ν’ ανοίγουνε
τους δρόμους. Βγαίνει ο ήλιος.
ΕΜΙΛΥ: (Με μια κραυγή) Κοίταξε, ο δρόμος, ο
κεντρικός μας δρόμος! Μα, αυτό είναι το
μαγαζί του κυρίου Μόργκαν, προτού το
αλλάξει! Και ο δημόσιος στάβλος...
(Προχωρεί προς το βάθος της σκηνής).
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Βέβαια είμαστε στο 1899. Πριν
δεκατέσσερα χρόνια.
ΕΜΙΛΥ: Αυτή είναι η πόλη μας όπως την ήξερα
σαν ήμουν κοριτσάκι. Και... κοίταξε. Να ο
παλιός άσπρος φράχτης που είχαμε
άλλοτε γύρω απ’ τον κήπο. Αυτό το είχα
ξεχάσει. Τ’ αγαπώ τόσο πολύ! Μέσα
είναι... εκείνοι;
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Ναι! Η μητέρα σου θα κατέβει όπου
να ‘ναι να ετοιμάσει το πρωινό.
ΕΜΙΛΥ: (Απαλά) Θα ‘ρθει;
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Και, θυμάσαι; Ο πατέρας σου έλειπε
από μέρες. Και γύρισε εκείνο το πρωί με
το πρώτο τραίνο.
ΕΜΙΛΥ: Όχι δα;
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Είχε πάει στο παλιό του Κολλέγιο να
βγάλει ένα λόγο, στο Κλίντον, στη Νέα
Υόρκη.
68
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΕΜΙΛΥ: Κοίτα! Να ο Χάουι Νιούσαμ. Να και ο
αστυφύλακάς μας. Μα αυτός έχει
πεθάνει. Είναι πεθαμένος...
(Ο Διευθυντής Σκηνής γυρνάει στη γωνιά του. Οι φωνές του
Χάουι Νιούσαμ, του Αστυφύλακα Γουόρεν και του Τζο Κρόουελλ
ακούγονται στη σκηνή αριστερά).
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Πρρρρ Μπέσσυ! Ντεε Μπέσσυ. Καλημέρα
Μπιλ.
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Καλημέρα Χάουι.
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Κάτι νωρίς σήμερα.
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Έσωσα ένα φιλαράκο. Είχε ξεπαγιάσει
από την κορφή ως τα νύχια, πέρα εκεί
στο συνοικισμό των Πολωνών. Τα
κοπάνησε και ξάπλωσε και τον έθαψε το
χιόνι. Εγώ τον κουνούσα να ξυπνήσει και
του λόγου του θαρρούσε πως ήταν στο
κρεβάτι του.
ΕΜΙΛΥ: Α να κι ο Τζο Κρόουελλ...
ΤΖΟ ΚΡΟΟΥΕΛΛ: Καλημέρα σας κυρ-αστυφύλακα.
Καλημέρα κυρ-Χάουι.
(Η Κυρία Γουέμπ έχει φανεί στην κουζίνα της, αλλά η Έμιλυ δεν
την βλέπει παρά μόνο τη στιγμή που την ακούει να φωνάζει)
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Παιδιάα! Γουόλλυ! Έμιλυ! Ώρα να
σηκωθείτε.
ΕΜΙΛΥ: Μαμά εδώ είμαι! Τι νέα που είναι η μαμά!
Δεν το ήξερα πως η μαμά ήταν ποτέ έτσι
νέα!
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Αν θέλετε, κοπιάστε να ντυθείτε εδώ στη
φωτιά που είναι ζεστά, γρήγορα όμως.
(Ο Χάουι Νιούσαμ έχει διασχίσει τον
κεντρικό δρόμο και φέρνει το γάλα στην
πόρτα της κυρίας Γουέμπ). Καλημέρα κ.
Νιούσαμ. Μπρρρ. Κρύο σήμερα.
ΧΑΟΥΙ ΝΙΟΥΣΑΜ: Δέκα υπό το μηδέν λέει το θερμόμετρο
στο στάβλο μου κυρία Γουέμπ.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Για φαντάσου! Να τυλιχθείτε καλά να
μην κρυώσετε.
(Παίρνει τα μπουκάλια της και μπαίνει σπίτι τουρτουρίζοντας)
ΕΜΙΛΥ: (Κάνοντας μια βεβιασμένη προσπάθεια)
Μαμά, δε βρίσκω πουθενά τη μπλε μου
την κορδέλα.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Άνοιξε τα μάτια σου παιδί μου και θα τη
δεις. Σου την έχω έτοιμη, απάνω στο
ντουλάπι το μικρό. Φίδι να ήταν θα σε
δάγκωνε.
69
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΕΜΙΛΥ: Ναι, ναι...
(Βάζει το χέρι της στην καρδιά. Ο κ. Γουέμπ έρχεται από τον
κεντρικό δρόμο, όπου συναντά τον Αστυφύλακα Γουόρεν)
ΓΟΥΕΜΠ: Καλημέρα Μπιλ.
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Καλημέρα σας κύριε Γουέμπ. Νωρίς
βγήκατε στους δρόμους.
ΓΟΥΕΜΠ: Ναι, τώρα δα γυρίζω από το παλιό μου το
Κολλέγιο, κοντά στη Νέα Υόρκη. Είχαμε
ησυχία εδώ;
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Να, σήμερα με σηκώσανε χαράματα να
ξεθάψουμε έναν Πολωνό απ’ τα χιόνια.
Πήγε να κοκαλώσει απ’ την παγωνιά.
ΓΟΥΕΜΠ: Να το βάλουμε στην εφημερίδα Μπιλ.
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο.
ΕΜΙΛΥ: (Ψιθυριστά) Μπαμπά!
( Ο κ. Γουέμπ τινάζει τα χιόνια από τα παπούτσια του και
μπαίνει στο σπίτι του).
ΓΟΥΕΜΠ: Καλημέρα μαμά.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Πως τα πήγες Τσάρλς;
ΓΟΥΕΜΠ: Ε μια χαρά θαρρώ. Τους είπα δυο
κουβέντες εκεί πέρα...
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Ξαγρύπνησες στο τραίνο όλη νύχτα;
ΓΟΥΕΜΠ: Ναι έτσι κι αλλιώς ποτέ μου δεν μπορώ
να κλείσω μάτι ακόμα κι αν πάρω
βαγκόν-λι.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Εγώ Τσάρλς θαρρώ πως έχουμε πια τον
τρόπο μας κι έτσι όταν ταξιδεύεις νύχτα
μπορείς να παίρνεις ένα κρεβάτι να
κοιμάσαι σαν άνθρωπος.
ΓΟΥΕΜΠ: Όλα καλά εδώ;
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Ναι, δεν θυμάμαι να ‘χαμε τίποτα
ιδιαίτερο. Κρύο έκανε πολύ. Ο Χάουι
Νιούσαμ λέει πως στο στάβλο του ήταν
δέκα κάτω απ’ το μηδέν.
ΓΟΥΕΜΠ: Ε, στο Κολλέγιο Χάμιλτον έκανε ακόμα
πιο κρύο. Πέφταν οι μύτες και τ’ αυτιά
των φοιτητών. Είναι αμαρτία από το Θεό
τόσο κρύο. Έχει τυπογραφικά λάθη το
τελευταίο φύλλο;
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Εγώ δεν πρόσεξα κανένα. Ο καφές είναι
έτοιμος μόλις τον θελήσεις. (Ο Γουέμπ
ξεκινάει να ανέβει απάνω).Τσάρλς! Μην
ξεχνάς πως είναι τα γενέθλια της Έμιλυ.
Θυμήθηκες να της φέρεις κάτι;
70
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΓΟΥΕΜΠ: (Βάζοντας το χέρι στην τσέπη) Ναι, εδώ
το ‘χω.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Ω, Θεέ μου. Ελπίζω αυτό που της πήρα να
της αρέσει. Έφαγα τον κόσμο να το βρω!
Παιδιάα! Κάντε γρήγορα!
ΓΟΥΕΜΠ: Που είναι η κορούλα μου; Που είναι η
κορούλα μου που ‘χει τα γενέθλιά της;
(Βγαίνει αριστερά).
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Μην τη σταματάς τώρα που πλένεται. Τη
βλέπεις στο τραπέζι. Είναι που είναι
αργή. Γρήγορα παιδιά! Επτά η ώρα.
Γρήγορα, να μην το ξαναπώ.
ΕΜΙΛΥ: (Απαλά, περισσότερο με απορία παρά με
θλίψη) Δεν αντέχω άλλο. Είναι τόσο νέοι
και τόσο όμορφοι. Για ποιο λόγο, Θεέ μου
να γεράσουν; Μαμά εδώ είμαι. Έχω
μεγαλώσει. Σας αγαπώ όλους ... και
όλα ... Δε χορταίνω να κοιτάζω το κάθε
τι. Αυτή εδώ είναι η φουντουκιά μας!
(Τριγυρνά για λίγο προς τον κεντρικό
δρόμο). Να το μαγαζί του κ. Μόργκαν! Κι
εκεί είναι το Γυμνάσιο, πάντα και πάντα
και για πάντα! Κι εκεί η εκκλησία που
παντρεύτηκα. Ω Θεέ μου, Θεέ μου. Ω! Θεέ
μου! (Ο Διευθυντής Σκηνής της γνέφει.
Της δείχνει το σπίτι. Η Έμιλυ λέει «ναι»
χωρίς να βγει ήχος απ’ το στόμα της και
πηγαίνει στο σπίτι) Καλημέρα μαμά.
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: (Στο κεφαλόσκαλο την φιλά κάπως
μηχανικά) Λοιπόν, χρυσό μου, να ζήσει
χρόνια πολλά το κοριτσάκι μου, και του
εύχομαι να τα εκατοστήσει. Απάνω στο
τραπέζι της κουζίνας έχει κάτι δωράκια
για σένα.
ΕΜΙΛΥ: Ω μαμά, δεν ήταν ανάγκη... (Ρίχνει μια
απεγνωσμένη ματιά στον Διευθυντή
Σκηνής) Δεν μπορώ, δεν μπορώ πια!
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: (Πάνω από τη γωνιά της κουζίνας, με το
πρόσωπο προς το κοινό) Όμως γενέθλια-
ξεγενέθλια εννοώ να κάτσεις να φας το
πρωινό σου αργά-αργά και με την ησυχία
σου. Θέλω να μεγαλώσεις και να γίνεις
ένα γερό κορίτσι. (Πηγαίνει προς τη
σκάλα και φωνάζει). Γουόλλυ! Γουόλλυ,
κοίταξε να πλυθείς καλά. Κοντεύουν όλα
71
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
να κρυώσουν εδώ κάτω. (Ξαναγυρνάει
στη γωνιά με τη ράχη γυρισμένη στην
Έμιλυ. Η Έμιλυ ανοίγει τα δώρα της). Το
δέμα στο μπλε χαρτί είναι από τη θεία
σου την Κάρυ και όσο για το άλμπουμ
φαντάζομαι να κατάλαβες ποιος το
‘φερε. Το βρήκα στο κατώφλι μας όταν
βγήκα να πάρω το γάλα. Ο Τζώρτζ
Γκίμπς θα ‘ρθε χαράματα μες στην
παγωνιά για να το φέρει. Πολύ ευγενικό
παιδί!
ΕΜΙΛΥ: (Μονολογώντας) Αχ Τζώρτζ! Αυτό το
είχα ξεχάσει...
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Το μπέικον να το μασήσεις καλά-καλά.
Αυτό θα σε ζεστάνει με το κρύο που έχει
σήμερα.
ΕΜΙΛΥ: (Αρχίζει σιγανά αλλά βιαστικά) Μαμά
κοίταξέ με για μια στιγμή σαν να με
βλέπεις πραγματικά. Μαμά, έχουν
περάσει δεκατέσσερα χρόνια. Έχω
πεθάνει. Είσαι γιαγιά τώρα μανούλα μου.
Παντρεύτηκα τον Τζώρτζ μαμά. Κι ο
Γουόλλυ έχει πεθάνει. Μαμά η
σκωληκοειδίτις του έσπασε σε μια
εκδρομή που είχε πάει στο Νόρθ
Κόνγουαίη. Περάσαμε μαύρες μέρες
μαμά! Δεν το θυμάσαι; Όμως τώρα για
μια στιγμή είμαστε πάλι όλοι μαζί. Μαμά,
για μια στιγμή είμαστε όλοι
ευτυχισμένοι. Γύρισε να κοιτάξουμε η μια
την άλλη!
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Εκείνο εκεί στο κίτρινο χαρτί είναι κάτι
πού βρήκα στη σοφίτα μες στα πράγματα
της γιαγιάς σου. Τώρα. είσαι αρκετά
μεγάλη για να το φορέσεις. Θαρρώ πως
θα σου αρέσει.
ΕΜΙΛΥ: Κι αυτό εδώ είναι το δικό σου. Μαμά,
είναι τόσο όμορφο, είναι ακριβώς ότι
ήθελα. Είναι πολύ ωραίο! (Αγκαλιάζει τη
μητέρα της που συνεχίζει τη δουλειά
της, αλλά φαίνεται ικανοποιημένη)
ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΕΜΠ: Ε, το ‘ξερα εγώ πως θα σου αρέσει.
Έφαγα τον κόσμο να το βρω. Η θεία σου
η Νόρα δεν μπόρεσε να σου βρει ένα στο
Κόνκορντ και γι’ αυτό έστειλα να σου το
72
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
φέρουν πέρα από τη Βοστώνη. (Γελάει).
Κι ο Γουόλλυ έχει να σου δώσει κάτι. Το
έφτιαξε για σένα στο σχολείο του, στο
μάθημα των Τεχνικών κι είναι πια πολύ
περήφανος. Πρόσεξε να του δείξεις ότι
σου έκανε τάχα μεγάλη εντύπωση. Κι ο
πατέρας σου, σου ετοιμάζει μια μικρή
έκπληξη. Ούτε κι εγώ ξέρω τι είναι. Σσσσ
... Να τον που έρχεται.
ΓΟΥΕΜΠ: (Από μέσα) Που είναι το κορίτσι μου; Που
είναι η κορούλα μου που έχει τα γενέθλιά
της;
ΕΜΙΛΥ: (Στον Διευθυντή Σκηνής δυνατά). Δεν
μπορώ άλλο. Δεν μπορώ να συνεχίσω.
Περνούνε όλα τόσο γρήγορα. Δεν έχουμε
καιρό να δούμε αληθινά ο ένας τον
άλλον. (Ο Διευθυντής Σκηνής κάνει
νεύμα. Η Κυρία Γουέμπ εξαφανίζεται).
Δεν είχα καταλάβει. Ώστε όλ’ αυτά τα
ζούσαμε, και μεις δεν τα προσέχαμε.
Πάρτε με, πάρτε με πάνω στο λόφο, στον
τάφο μου. Όμως πρώτα μια στιγμή!
Ακόμα μια ματιά. Έχε γεια, έχε γεια
κόσμε. Έχε γεια χωριό μου ... Μαμά,
μπαμπά! Ρολόγια που χτυπάτε τις ώρες!
Και τα λουλούδια της μαμάς! Και το φαί
κι ο καφές! Και τα φρεσκοσιδερωμένα
ρούχα και τα μπάνια τα ζεστά!... Κι ο
ύπνος! Και το ξύπνημα κάθε πρωί! ΤΩ γη,
είσαι τόσο θαυμαστή που κανείς δεν
μπορεί να σε καταλάβει. (Κοιτάζει τον
Διευθυντή Σκηνής και τον ρωτάει
ξαφνικά μες απ' τα δάκρυά της)
Καταλαβαίνουν οι άνθρωποι ποτέ,
νοιώθουν οι άνθρωποι πέρα ως πέρα τη
ζωή όσο τη ζούνε; Κάθε λεπτό, κάθε
στιγμή;
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Όχι! (Παύση) Οι Άγιοι και οι ποιητές,
ίσως τη νοιώθουν κάπως.
ΕΜΙΛΥ: Έτοιμη είμαι. (Γυρνάει στην καρέκλα της
δίπλα στην Κυρία Γκίμπς). Μητέρα
μακάρι να σε είχα ακούσει. Τώρα θέλω να
ησυχάσω λίγο! Μητέρα τα είδα, όλα τα
είδα. Είδα τον κήπο σας.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ναι καλή μου;
73
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΕΜΙΛΥ: Ώστε αυτό είναι οι ζωντανοί! Άνθρωποι
τυφλοί.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ : Κοίταξε, ο ουρανός ανοίγει. Βγαίνουν τ’
αστέρια.
ΕΜΙΛΥ: Κύριε Στίμσον, μακάρι να τους είχα
ακούσει.
ΣΙΜΟΝ ΣΤΙΜΣΟΝ: Ναι! Τώρα το ‘μαθες. Τώρα ξέρεις! Αυτό
θα πει να είσαι ζωντανός. Να τριγυρνάς
μέσα σ’ ένα σύννεφο άγνοιας. Να
πηγαίνεις πάνω-κάτω τσαλαπατώντας τα
αισθήματα εκείνων, εκείνων που είναι
γύρω σου. Να χάνεις και να σπαταλάς
τον καιρό σου σα να έχεις μπροστά σου
χίλια χρόνια. Να ‘σαι πάντοτε έρμαιο του
πάθους σου και του εγωισμού σου. Τώρα
ξέρεις! Αυτή είναι η ευτυχία που ήθελες
να δεις. Τους φώναξες; Ξεφώνισες καλά
για να σ’ ακούσουν;
ΕΜΙΛΥ: Φώναξα, ναι!
ΣΙΜΟΝ ΣΤΙΜΣΟΝ: Τώρα τους γνώρισες όπως είναι στην
άγνοια και στο σκοτάδι.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: (Με ορμή) Σίμον Στίμσον ξέρεις πολύ
καλά πως αυτό δεν είναι όλη η αλήθεια!
(Οι Νεκροί έχουν αρχίσει να σαλεύουν)
ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ: Λέμουελ, σηκώθηκε άνεμος θαρρώ. Ω,
Θεέ μου, απόψε άρχισα πάλι να θυμάμαι.
Παράξενο να κάνει τέτοια παγωνιά Ιούλιο
μήνα.
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ορίστε τι έκανες! Μας ξεσήκωσες όλους
με την επαναστατημένη σου ψυχή. Έμιλυ
κοίταξε αυτό το αστέρι. Δε θυμάμαι το
όνομά του.
ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ: Άρχισα να τα μαθαίνω, ένα-ένα, όμως
δεν ξέρω τ’ όνομά τους. Ο γιος μου ο
Τζόελ που ήταν ναυτικός τα γνώριζε όλα.
Καθόταν στο κατώφλι το απόβραδο και
τα ονομάτιζε όλα ένα-ένα. Ναι, ναι ...
Ήτανε θαυμάσια το απόβραδο. Ένα
άστρο είναι η πιο καλή παρέα. Ναι, ναι.
Ναι, είναι.
ΣΙΜΟΝ ΣΤΙΜΣΟΝ: Να που μας έρχεται ένας από κείνους.
ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ: Παράξενο. Αυτή δεν είναι ώρα για να
‘ρχονται εδώ. Ω Θεέ μου.
ΕΜΙΛΥ: Μητέρα είναι ο Τζώρτζ.
74
Θόρντον Γουάϊλντερ «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ»
Σελίδα
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Σσσ, καλή μου. Ησύχασε εσύ και
ξεκουράσου.
ΕΜΙΛΥ: Ο Τζώρτζ είναι....
(Ο Τζώρτζ μπαίνει αριστερά και τους πλησιάζει).
ΕΝΑΣ ΝΕΚΡΟΣ: Ο γιος μου ο Τζόελ, πού γνώριζε τ’
αστέρια, έλεγε πως ήθελε εκατομμύρια
χρόνια για να ‘ρθει το φως από ένα
αστέρι ίσαμε τη γη. Δεν είναι πράγμα να
το πιστέψει εύκολα κανείς, μα έτσι
έλεγε! Εκατομμύρια χρόνια.
ΑΛΛΟΣ ΝΕΚΡΟΣ: Ναι, έτσι λένε.
(Ο Τζώρτζ ρίχνεται πάνω στον τάφο της Έμιλυ).
ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ: Ω, Θεέ μου! Δεν είναι πράγματα αυτά!
Έπρεπε να είναι σπίτι τέτοια ώρα...
ΕΜΙΛΥ: Μητέρα...
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Ναι Έμιλυ;
ΕΜΙΛΥ: Δεν καταλαβαίνουν και πολύ, ε μητέρα;
ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ: Όχι καλή μου, δεν καταλαβαίνουν.
(Ο Διευθυντής Σκηνής φαίνεται δεξιά κρατώντας την άκρη
μιας σκοτεινής αυλαίας που σιγά-σιγά κλείνει τη σκηνή.
Ακούγεται απόμακρα ένα ρολόι, που αργά χτυπάει την ώρα).
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ: Οι περισσότεροι έχουν κοιμηθεί στο
Γκρόβερς Κόρνερς. Είναι ακόμα λίγα
φώτα αναμμένα εδώ κι εκεί. Ο Σόρτυ
Χάουκινς κάτω στο σιδηροδρομικό
σταθμό, κοιτάζει την ταχεία για το
Όλμπανυ που πέρασε χωρίς να
σταματήσει. Και στο δημόσιο στάβλο
κάποιος ξαγρυπνάει και κουβεντιάζει.
Ναι, ο καιρός ανοίγει. Βγαίνουν τ’
αστέρια. Συνεχίζουν τα παλιά, προαιώνια
σταυρωτά ταξίδια τους στον ουρανό. Οι
σοφοί δεν αποφάσισαν ακόμα, όμως
φαίνεται πως δεν υπάρχουν ζωντανοί
εκεί απάνω. Είναι μόνο μια σφαίρα από
πηλό ή από φωτιά. Μόνο αυτό εδώ το
αστέρι πολεμάει, μοχθεί όλη ώρα να γίνει
κάτι. Ο μόχθος είναι τόσο μεγάλος που
κάθε δεκάξι ώρες όλος ο κόσμος
ξαπλώνεται και ξεκουράζεται λιγάκι.
(Κουρντίζει το ρολόι του). Χμ... Έντεκα η
ώρα στο Γκρόβερς Κόρνερς. Πηγαίνετε κι
εσείς ν’ αναπαυθείτε. Καληνύχτα.

                                                  ΤΕΛΟΣ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers