-


Dali &









/




 
 

 

:

 

                    

                                               Λγα Λγια

     Ο Νασρεντν Χτζα γνωσττερος ελληνικ ως Ναστραντν Χτζας (το νομα σημανει «Η δξα της Πστης» στα Αραβικ) τανε δημοφιλς κεντρικς ρωας μθων, παροιμιν, ανεκδτων που κυκλοφοροσαν ευρτατα σε λες τις κοινωνικς τξεις της Μ. Ανατολς και της Τουρκας.
     Ο Ναστραντν Χτζας παρουσιζεται ως τπος σοφι, φιλσοφος ανατολτης, οπλισμνος με φιλοσοφικ εγκαρτρηση στις αντιξοτητες της ζως, πντοτε ετοιμλογος με ελευθερα εκφρσεων, πολλς φορς και με αισχρολογες. Στις αρχς ακμα του 20ου αινα, υπρξεν ο τπος ανθρπου αγαπητο στον Ελληνικ λα, ιδιατερα για τη λακ θυμοσοφα του.
     Παρ’ λο που ο Χτζας τανε Τορκος Ιεροδιδσκαλος, ο
Ελληνικς λας τον υιοθτησε, γιατ τον τατισε με τους φτωχος εργαζμενους που πσχιζαν να επιβισουν. Εναι ο λακς ρωας, ο απλοκς χωρατατζς που ποτ δε χνει την αισιοδοξα του και μηχανεεται διφορα τεχνσματα για να επιβισει, αλλ τμιος μσα στην πονηρι του.
     Οι περιπτεις του και τ’ αστεα του διαβζονταν πληστα και κυκλοφοροσαν απ στμα σε στμα. Πσοι μικρο και μεγλοι δεν χουν διασκεδσει ανιστορντας ανκδοτα απ τις περιπτειες του Ναστραντν Χτζα! Ακμη και σμερα, χρησιμοποιομε μερικς εκφρσεις απ τα ανκδοτα του Χτζα σαν παροιμες πως: «Ο φορνος του Χτζα», «Και σ δκιο χεις», «Ο καυγς τανε για το ππλωμα», «Δεν πινεται η μαρτυρα σου» κ.α.
     Οι περιπτειες του ταν ιδιατερα αγαπητς στα παιδι που δεν κουρζονταν να τις ακον ξαν και ξαν. Η λογοτεχνα, μως, αυτ ξεπερστηκε με τα χρνια γιατ δεν εκπροσωπε πια το λακ πνεμα, πως αυτ διαμορφθηκε μσα στις νες συνθκες ζως, ιδιατερα με
την εξπλωση της τηλερασης και του ηλεκτρονικο υπολογιστ.
     Υποστηρζεται τι γεννθηκε τον 13ο αινα κπου στο Μεγλο Κορασν κι τι διατηροσε φιλα με τον Ταμερλνο. Κατ' λλους γεννθηκε στο Σιβρ Χισρ στη Μ. Ασα περ τον 15ο με 16ο αινα. Το επγγελμ του ταν Καδς (ιεροδκης) και Μουλς (ιεροδιδσκαλος). Πθανε και θφτηκε στο Ακ Σεχρ κοντ στο Ικνιο που υποστηρζεται πως υπρχε ο τφος του, να μικρ «τουρμπ» (=μαυσωλεο).
     Η εκδοχ πντως τι λοι οι σχετικο μθοι του Ναστραντν πλστηκαν απ τον διο εναι εσφαλμνη. Γιατ απλοστατα πολλ αναφρονται σε πολ διαφορετικς περιδους. Ακμη πολλ ανκδοτα μπορε ν αναφρονται στ νομ του αλλ εναι ββαιο τι λλοι εναι οι δημιουργο τους που παρμειναν αφανες αφηγητς. Πντως σημεινεται τι απ τις πλεστες εκδσεις των ιστοριν του Ναστραντν σε ξνες γλσσες η μετφραση στην ελληνικ ταν το περισστερο διαδεδομνο, στην Ελλαδικ χρα απ την εποχ της οθωμανικς περιδου που συνχισε στην ελεθερη Ελλδα, τουρκικ βιβλο.
     Πολλ θνη της Μ. Ανατολς θεωρον τον Νασρεντν δικ τους, πως οι Αφγανο, ραβες, Πρσες, Τορκοι κι Ουζμπκοι. Το νομ του γρφεται διαφορετικ σε κθε γλσσα και πριν μετ απ αυτ αναφρονται οι ττλοι Χτζας, Μουλς Εφντι. Ο Νασρεντν ταν λακς φιλσοφος κι χει μενει στη μνμη και την παρδοση της Ανατολς για τις αστεες ιστορες και τα ανκδοτ του. Οι ιστορες του μπορε να εναι παρδοξες, απλοκς αλλ χουν βαθτερα νοματα τα οποα γνονται κατανοητ μσα απ τη διγηση. Οι ιστορες του Νασρεντν Χτζα εναι δημοφιλες σε λο τον κσμο κι η UNESCO εχε θεσπσει το 1996-1997 Διεθνς τος Νασρεντν Χτζα.
     Το νομα του Νασρεντν γρφεται με τους εξς τρπους: Nasreddin Nasrudin, Nasr ud-Din, Nasredin, Naseeruddin, Nasruddin, Nasr Eddin, Nastradhin, Nasreddine, Nastratin, Nusrettin, Nasrettin και Nastradin. Πριν μετ απ το νομα τθεται νας ττλος σοφας. Στην Ελλδα εναι γνωστς με το χαρακτηριστικ Χτζας, αλλ ο ττλος σε λλες χρες μπορε να εναι: «Hoxha», «Khwaje», «Hodja», «Hojja», «Hodscha», «Hodža», «Hoca», «Hogea», «Hodza», «Djoha», «Djuha», «Dschuha», «Giufà», «Chotzas», «Mullah», «Mulla», «Molla», «Maulana», «Efendi», «Ependi».
     Με κντρο τις αραβικς χρες, οι ιστορες του Νασρεντν Χτζα χουν διαδοθε στην Ινδα και τη Κνα, τη Βρεια Αφρικ, τα Βαλκνια και τις χρες της Ανατολικς Ευρπης. Η επδρασ του ταν τσο ντονη που, σε πολλς περιπτσεις, παλαιτεροι μθοι (π.χ. του Αισπου) τροποποιθηκαν και αποδθηκαν στον Χτζα. Ακμα κι οι ιστορες μας "Η Γτα & Το Ψρι" κι "Ο Φλος Του Φλου" αποδδονται, αρκετ αλλαγμνες και σ’ αυτν. Πρπει να πω επσης τι τονε λατρεαμε κι εγ κι ο παππος μου!
     Στη συνχεια παραθτω μερικς απ τις πιο χαρακτηριστικς περιπτεις του.


-----------------------------------------------------

            

****
     Εναι γνωστ τι η οικογνεια του Χτζα ταν πολ φτωχ και συχν
επικρατοσε πενα στο σπτι. Κποια νχτα η γυνακα του τον σκουντ και
τον ξυπν:
 -"ντρα, κποιος κλφτης βρσκεται στη κουζνα, πγαινε να δεις τι συμβανει".
 -"σ’ τον να ψχνει, γυνακα, μπως ανακαλψει τποτα φαγσιμο και ττε του ριχνμαστε και του το παρνουμε"!

****
      Κποτε, νας νεαρς, θλοντας να ανακαλψει τι εναι Αλθεια, αποφσισε ν’ αφσει το σπτι του και να πει να ζσει πλι σ’ να σεβσμιο δσκαλο, που δεν ταν λλος απ τον Χτζα και που ττε ζοσε στις χθες ενς ποταμο. Μια και δυο, πει στο σπτι του Χτζα.
 -"Σε παρα­καλ, δσκαλε", του λει, "επτρεψ μου να μενω μαζ σου και να
σε υπηρετ για να μου διδξεις τι εναι Αλθεια
".
     Ο Νασρεντν, που ταν ττε ρρωστη η γυνακα του, δχτηκε τη προσφορ.
τσι ο νεαρς ανλαβε να πλνει τα ροχα του Χτζα, να μαγειρε­ει γι’ αυτν, και να κνει ,τι λλο του ζητοσε. Μετ απ λγο καιρ, η γυνακα του Χτζα γινε καλ, αλλ επειδ της καλρεσε να χει υπηρτη κι ο νεαρς δεν θελε να φγει δεν επε κανες τποτα κι λα μεναν πως ταν.
     στε­ρα απ πντε χρνια, μως, ο νεαρς λει στο Χτζα:
 -"Πρασα πντε χρνια μαζ σου Χτζα μου κι ακμη δεν ξρω τι εναι η Αλθεια. Δεν μαθα τποτα! Αν δε σε πειρζει, θα φγω για να βρω κποιον λλο δσκαλο απ’ τον οποο θα μπορσω σως να μθω περισστερα πργματα".
 -"Δεν με πειρζει καθλου παιδ μου, εσαι ελεθερος να φγεις", απαντ ο
Νασρεντν κνοντας νημα στη γυνακα του να μη πει λξη γιατ την εδε τι ετοιμαζταν να κρατσει τον νεαρ.
     τσι ο νεαρς ρχισε να γυρνει απ δω κι απ κει αναζητντας δσκαλο.
Τι Ινδες πγε, τι Αγυπτο πγε, τι Κνα πγε, και που δεν πγε αναζητντας φωτισμνους δασκλους. Και το τι τηλεπαθητικ, τηλεκινητικ και γενικ μεταφυσικ και παραψυχολογικ μυστικ μαθε, δεν λγεται! Αφο στο τλος πια, ξχασε κι τι εκενο που αναζητοσε ταν η Αλθεια. Κι ταν πια πρασαν λλα πντε χρνια, θυμθηκε τον πρτο του δσκαλο τον Χτζα κι αποφσισε να πει να τον επισκεφτε, για να τον εντυπωσισει.
 -"Τι μαθες λοιπν;" τον ρωτει ο Νασρεντν μλις κτσανε να πιονε τσι. Κι ο πρην μαθητς του ρχισε να το λει τι μπορε να διαβζει τη σκψη, τι μπορε να λυγζει κουτλια, να περπατει πνω σε αναμμνα κρβουνα, να σηκνεται απ το δαφος και να αιωρεται στον αρα, κι να σωρ λλα.
 -"Αυτ ε­ναι λα κι λα;" ρτησε ο Νασρεντν τον νεαρ μλις σταμτησε.
Ττε ο νεαρς του λει με φοβερ υπερηφνεια δεχνοντας το ποτμι που
κυλοσε συχα δπλα τους:
 -"Και μπορ να περπατσω πνω στο νερ και να πω περπατντας στην
απναντι χθη
".
 -"Καλ", του λει κπληκτος ο Νασρεντν, "και σου πρε πντε χρνια για να
μ­θεις κτι ττοιο; Θα μποροσες να πρεις τη βρκα που εναι εκε, και
να σε πει απναντι σε πντε λεπτ
"!

****
     Μια μρα, ρτησε τον Νασρεντν νας μαθητς του:
 -"Πες μου δσκαλε: Πς θα μποροσες να περιγρψεις τη δουλει ενς αναζητητ της Αλθειας";
     Ο Νασρεντν κοταξε για λγο σιωπηλς τον μαθητ του κι στερα χαμογλασε πονηρ και του επε:
 -"Σαν την ιστορα της κοκλας απ αλτι".
 -"Δηλαδ;" ρτησε ο μαθητς απογοητευμνος, νομζοντας τι ο δσκαλς του τον κοροδεει.
 -"κου την ιστορα, λοιπν", επε ο Νασρεντν, "χι μως με τ' αυτι σου, αλλ με τη καρδι σου".
     Και να η ιστορα που επε ο Μουλ Νασρεντν στον μαθητ του:

   «Μια κοκλα φτιαγμνη απ αλτι, ψχνοντας να βρει την αλθεια για το τι τλος πντων ταν, ταξδεψε χιλιδες μλια στερις, μχρι που φτασε και σταμτησε στην κρη της θλασσας. μεινε ακνητη κοιτζοντας μαγεμνη κενη την υγρ κινομενη μζα που δεν μοιαζε με τποτα απ' λα σα εχε δει ως ττε και δεν ξερε το νομ της.
 -"Τι εσαι εσ;" ρτησε η κοκλα απ αλτι τη θλασσα.
 -"λα μσα και δες μνη σου", απντησε η θλασσα με να χαμγελο καλοσνης κι αγπης.
     τσι, η κοκλα απ αλτι προχρησε, τσαλαβουτντας στα νερ, προς τα μσα. σο πιο βαθι προχωροσε, τσο περισστερο διαλυταν μχρι που μεινε να μικρ κομματκι απ αυτ. Πριν διαλυθε και το τελευταο αυτ κομμτι της και γνει να με τη θλασσα, η κοκλα απ αλτι πρλαβε και φναξε με θαυμασμ, μεθυσμνη απ μια αλλκοτη και πρωτγνωρη χαρ:
 -"Τρα ξρω τι εμαι!"
».

****
     Μια φορ ο Χτζας εχε καλσει να γετον του για φαγητ και του πρσφερε απ να παλι κρασ που εχε στο κελρι του.
 -"Πολ ωραο κρασ, Χτζα μου" λει ο γετονας.
 -"Ναι, εναι πολ παλι" λει ο Χτζας.
 -"Πσο παλι;" ξαναρωτ ο γετονας.
 -"Σαρντα χρνων", λει ο Χτζας.
 -"Μπρβο!" κνει με θαυμασμ ο γετονας και συνεχζει. "Θα μου δσεις λγο σ' να μπουκαλκι ταν φγω";
 -"χι. Δεν δνω ποτ", απαντ ο Χτζας.
 -"Γιατ Χτζα μου;" επιμνει ο γετονας κι εκενος του απαντ:
 -"Αν ταν να δνω κθε τσο, λγο απ το κρασ μου, δε θα εχε γνει ποτ σαρντα χρονν".

****
     Ο Χτζας εχε πσει στο κρεβτι βαρι ρρωστος. λοι νμιζαν πως θα πεθνει. Η γυνακα του ντθηκε στα μαρα κι ρχισε τα κλματα και τα μοιρολγια. Οι μαθητς του που εχαν μαζευτε γρω απ το κρεβτι του, τον κοταζαν με βαθι θλψη. Μνο ο Χτζας, μενε ατραχος και κθε τσο γλαγε...
 -"Δσκαλε", τον ρωτει νας απ τους μαθητς του, "πς γνεται να αντιμετωπζεις το θνατο με ττοια ψυχραιμα και μλιστα κθε τσο να γελς, εν εμες που δεν πρκειται να πεθνουμε, αγωνιομε μπως μας αφσεις";
 -"Πολ απλ", απντησε ο Χτζας. "Καθς σας κοιτζω ξαπλωμνος, λω στον εαυτ μου: »λοι σας χετε τσο βαρι θλιμμνη ψη, που εμαι σχεδν σγουρος τι ταν ρθει ο γγελος του Θαντου, θα νομσει τι κποιος απ εσς εναι που τον περιμνει και θα τον πρει κατ λθος, και θα μ' αφσει εμνα να ζσω κι λλο. Γι' αυτ κθε τσο με πινουν τα γλια..."

****
     λεγε μια φορ ο Χτζας σε να μαθητ του:
 -"Ποτ μη δνεις κτι που σου ζτησαν, αν δεν περσει τουλχιστον μια μρα".
 -"Και γιατ να μην το δνεις Νασρεντν", τον ρτησε κποιος.
     Κι ο Χτζας συνχισε:
 -"Γιατ η ζω μς χει δεξει τι εκτιμον κτι που τους δνεις, μνο ταν χουν αναγκαστικ το χρνο να αμφιβλλουν αν θα τους το δσεις τελικ χι".

****
     Στη μεγλη αθουσα του Δημαρχεου της πλης που ζοσε ο Χτζας, ρθε να δσει ομιλα νας δισημος σοφς. λη η πλη εχε μαζευτε εκε για να ακοσει το λγο του σοφο και ββαια κι ο Χτζας, που κθισε στην πρτη σειρ. Η ομιλα ρχισε και πολ γργορα ο Νασρεντν βαρθηκε με τις κοινοτυπες που κουγε. Κποια στιγμ, ο σοφς ομιλητς επε:
 -"Τι παρξενοι κι αχριστοι που εναι οι νθρωποι! Ποτ τους δεν εναι ευχαριστημνοι με τποτα! Το χειμνα παραπονιονται τι παρακνει κρο, εν το καλοκαρι παραπονιονται τι παρακνει ζστη".
     Οι ακροατς της ομιλας κονησαν βαθυστχαστα το κεφλι τους, γιατ πστευαν τι κνοντς το αυτ, συμμετεχαν στην ουσα της σοφας του ομιλητ. Ο Νασρεντν χωρς να βγει εντελς απ την αφηρημδα του, σκωσε τα μτια του προς τον σοφ ομιλητ και του επε:
 -"Δεν χεις προσξει τι για την νοιξη, δεν παραπονιται καννας";

****
     Ο Νασρεντν ερθιζε συνεχς τους φλους του με την αινια αισιοδοξα του. σο σχημη κι αν ταν μια κατσταση, εκενος λεγε πντοτε:
 -"Θα μποροσε να εχε συμβε κτι χειρτερο".
     Για να τον θεραπεσουν απ αυτ του την ενοχλητικ συνθεια, οι φλοι του αποφσισαν να του στσουν μια κατσταση τσο μαρη, τσο ζοφερ, που να μη μποροσε ο Νασρεντν να βρει καμα ελπδα σ' αυτν.
     Μια μρα, νας απ' αυτος τον πλησασε στο μπαρ και του επε:
 -"Νασρεντν, κουσες τι συνβη στο Γιργο; Χθες βρδυ, πγε στο σπτι του, βρκε τη γυνακα του στο κρεβτι με ναν λλο ντρα, τους σκτωσε και τους δο κι στερα αυτοκτνησε".
 -"Τρομερ", επε ο Νασραντν, "θα μποροσε μως να εχε συμβε κτι χειρτερο".
 -"Τι στα κομμτια θα μποροσε να εχε συμβε, που να ταν χειρτερο απ' αυτ";
 -"Αν εχε συμβε προχθς, τρα θα μποροσα να εμαι εγ ο σκοτωμνος".

****
     Μια μρα, ο βασιλις αποφσισε λοι οι υπκοο του να λνε την αλθεια. Στθηκε μια κρεμλα ξω απ τις πλες τις πλεις και ανακοινθηκε τι ποιος μπανει στην πλη οφελει να απαντσει ειλικριν σε μια ερτηση που θα του γνει. Ο Νασρεντν ταν πρτος. Ο λοχαγς της φρουρς τον ρτησε:
 -"Που πας; Πες την αλθεια αλλις θα εκτελεστες".
 -"Πω", επε ο Νασραντν, "να πεθνω στη κρεμλα".
 -"Δεν σε πιστεω".
 -"Πολ καλ, αν σου επα ψματα να με κρεμσεις"!
 -"Ναι, αλλ ττε θα εχες πει την αλθεια"!
 -"Ακριβς", επε ο Νασραντν, "τη δικ σου αλθεια".

****
     Ο Χτζας εχε χσει το κλειδ του σπιτιο του. Πγε κτω απ μια κολνα που φεγγε νας γλμπος κι ψαχνε μσα στη νχτα, κνοντας μεγλη φασαρα. Μαζετηκε κσμος κι λοι θελαν να τον βοηθσουν. ρχισαν να ψχνουν κι αυτο μαζ του.
 -"Πες μου Χτζα", τον ρτησε στο τλος κποιος, "εσαι σγουρος πως χασες το κλειδ εδ, σ' αυτ το μρος";
 -"χι", απντησε ο Χτζας. "Αλλ μνον εδ χει φως. Εγ θλω πντα να βλπω τι κνω".

****
Μια μρα μερικο πιτσιρικδες προσπαθοσαν να μοιρσουν καρδια, που εχαν σε να σακ. Αλλ δεν συμφωνοσαν και ξσπασε ανμεσ τους μεγλος καυγς. Στο τλος αποφσισαν να πνε στον Νασραντν Χτζα που εχε φμη ανθρπου δκαιου, να κνει αυτς τη μοιρασι.
«Θλετε να σας τα μοιρσω με τον τρπο που μοιρζει τα πργματα ο Θες με τον τρπο που τα μοιρζουν οι νθρωποι;»«Με τον τρπο που μοιρζει ο Θες, ο Θες!», φναξαν οι πιτσιρικδες.
Ο Χτζας πρε το μισ σακ, πνω απ διακσια καρδια, και τα δωσε στον πρτο. Στο δετερο δωσε μνο δο καρδια. Στον τρτο δωσε εκοσι.
Οι πιτσιρικδες ρχισαν να φωνζουν. «Τι κνεις εκε πρα; Εμες θλουμε να πρει καθνας τα δια». Αλλ ο Νασραντν δεν καταλβαινε τποτα. «Μνο οι αφελες πιστεουν σε ττοιες ανοησες. Ο Θες μοιρζει τα πργματα πως εγ σας μοιρζω τρα τα καρδια».

****
Ο Χτζας φερε στην αγορ τον γιδαρ του και τον παρδωσε στον κρυκα. ρθε νας αγοραστς και παρατηρε τα δντια του να καταλβει την ηλικα του, αλλ ο γιδαρος τον δγκωσε. ρθε λλος αγοραστς και σκωσε την ουρ του. Αλλ και τοτον κλτσησε. Ττε ο κρυκας επε στον Χτζα – «Τοτος ο γιδαρος κανες δεν τον αγορζει, διτι και εκενον που περν απ εμπρς του τον δαγκνει, και εκενος που πηγανει απ πσω του τον κλωτσ». «Και καλ κανε διτι εγ δεν τον φερα να τον πουλσω», επε ο Χτζας, «αλλ να μθει ο κσμος τι χω τραβξει απ αυτν ως τρα».

****
Μια μρα, περνντας ο Χτζας απ μα λμνη εδε κτι ππιες να παζουν μσα στη λμνη και σκφτηκε τι θα ταν νοστιμτατες αν τις κανε σοπα. Μπκε, λοιπν, μσα στη μικρ λμνη και προσπθησε να πισει κποια απ' αυτς, αλλ εκενες πταξαν μακρι. Ττε ο Χτζας, κατσε στην κρη της λμνης, βγαλε να καρβλι ψωμ απ το δισκι του, το κοψε σε μπουκις και τις ριξε στο νερ. Μλις μοσκεψαν ρχισε να τις τρει.
Κποιος περαστικς που τον πρσεξε τον ρτησε τι εναι αυτ που κνει, κι ο Χτζας του απντησε: «Τρω σοπα απ ππια».

****
Ο Νασρεντν Χτζας βρθηκε κποτε σε μια γειτονικ πλη στην οποα κανες δεν τον γνριζε. Αφο τλειωσε τις δουλεις του, πριν πρει τη στρτα του γυρισμο σκφτηκε να πει να κνει να μπανκι στο χαμμ της πλης το οποο ταν ονομαστ. Καθ' ,τι φτωχικ ντυμνος, οι υπλληλοι δεν τον περιποιθηκαν. Δεν τον βοθησαν να γδυθε και να ντυθε, του δωσαν μια πλυτη πετστα κι να απλ σαπουνκι και κανες δε φρντισε να τον τρψει.
ταν ο Χτζας τελεωσε δωσε στους υπαλλλους απ να χρυσ νμισμα.
Οι υπλληλοι τα 'χασαν και μετνιωσαν για την επιπολαιτητ τους να παρασυρθον απ την εξωτερικ εμφνιση και να μην περιποιηθον τον πελτη τους πως του πρεπε.
Μετ απ μια εβδομδα ο Χτζας ξαναβρθηκε στην δια πλη και αφο ξεμπρδεψε τις δουλεις του ξαναπγε στο χαμμ, πντα το διο φτωχικ ντυμνος.
Οι υπλληλοι τον περιποιθηκαν αρχοντικ. Τον βοθησαν να γδυθε και να ντυθε, του δωσαν μια πεντακθαρη μεταξωτ πετστα, του πγαν χλιων λογιν αρωματισμνα σαπονια, τον λειψαν με χλια μυρωδικ και τον τριψαν καλ. Κι ταν ο Χτζας ταν τοιμος να φγει τειναν χαμογελαστο τις παλμες τους λαχταρντας να ακμη χρυσ νμισμα.
Ο Χτζας μως τους δωσε απ να χλκινο πιστρο.
Βλποντας την κπληξη ζωγραφισμνη στα μτια τους ο Χτζας τους απντησε "για τη σημεριν περιποηση σας πλρωσα την προηγομενη εβδομδα. Τρα σας πληρνω για την προηγομενη περιποηση".

****
Λοιπν, ο Χτζας να βρδυ βημτιζε νευρικ πνω - κτω, πνω - κτω στην κρεβατοκμαρα και εχε σπσει να νερα της γυνακας του.
- Τι χει βρε νθρωπ μου και δεν κοιμσαι;
- Να χρωστω στον Εβραο απναντι 1000 χρυσ γρσια και δεν χω αριο να του τα δσω.
- Ε και γι αυτ σκας; Κτσε να δεις. Πει η γυνακα του στο παρθυρο και φωνζει του Εβραου:
- Ε, γετονα, τα 1000 χρυσ που σου χρωστμε δεν τα χουμε! στερα λει στον ντρα της. Τρα ησχασες; Σβσε το φως και κοιμσου. Τρα ο Εβραος θα μενει ξγρυπνος!

****
νας φτωχς οικογενειρχης, που ζοσε σε να δωμτιο με την πολυμελ οικογνει του, πγε στον Χτζα και του ζτησε να πιο μεγλο σπτι για να ανασνει λγο η ταλαιπωρημνη οικογνει του.
«Αγαπητ μου Χτζα, θλουμε να πιο μεγλο σπτι, δεν μπορομε να ζομε η γυνακα μου και εγ, τα τσα μας παιδι και συγγενες λοι μαζ σνα δωμτιο», κλαψε ο δσμοιρος νθρωπος.
Ο Χτζας τον ρτησε αν χει ζα στην αυλ του. «χω», του απντησε. «Ττε απψε βλε και τις ρνιθες μαζ σας», τον συμβολεψε ο Χτζας.
Τις βζει ο νθρωπος και πει το επμενο πρω στον Χτζα. «Αγαπητ μου Χτζα, εμαστε χειρτερα σκσαμε λοι μαζ και με τα ζα».
«χεις και λλα ζα;», τον ρτησε ο Χτζας. «χω», επε ο νθρωπος, «σκλο και γτο». «Απψε βλε και αυτ μαζ». Τα βζει ο καημνος και πει ξαν το επμενο πρω για να κλψει απαρηγρητος.
Ο Χτζας τον ρωτει και πλι, μπως «χεις και καννα γιδαρο στην αυλ»; «Ναι», του απαντ ο νθρωπος. «Απψε βλε και αυτν και λα αριο».
Την επομνη πει απαρηγρητος. Ττε ο Χτζας του λει: «Απψε βγλε το γιδαρο ξω και λα αριο».
Την επομνη ο νθρωπος πει χαρομενος και του λει: «Ευχαριστομε Χτζα μου, εμαστε λγο καλτερα». «Απψε βγλε λοιπν, και τις ρνιθες, αριο το σκλο και μεθαριο τη γτα».
τσι κνει ο νθρωπος και πει χαζοχαρομενος στον Χτζα και τον ευχαριστε θερμ για τη βοθει του και του λει: «Να 'σαι καλ Χτζα μου, τρα ανασναμε, σε ευχαριστομε πολ, πολχρονος να 'σαι»!

****
Ο Χτζας ,τι τον ρωτοσαν τα ξερε λα. Για λα τα πργματα εχε μια ποψη, μια θση. Λνε κποιοι που τον ζλευαν δεν γνεται αυτ το πργμα, πρπει να τον πισουμε κτσο.
- Βρκα τι θα κνουμε. Θα βλουμε το Γιργο να πρει να σπουργτι και να το κρατει στο χρι του στη πλτη του εδ πσω. θα ρωτσουμε το Χτζα που τα ξρει λα «Χτζα, ο Γιργος που κρατει να πουλκι πσω απ τη πλτη του εναι ζωνταν πεθαμνο;»Αν μας πει τι εναι πεθαμνο, ο Γιργος θα ανοξει το χρι του το πουλκι θα πετξει και θα του αποδεξουμε τι δεν τα ξρει λα.
- Αν μας πει τι εναι ζωνταν;»
- Ε ττε ο Γιργος θα το στραγγαλσει και θα φανε πεθαμνο
Ενθουσιστηκαν λοι, κατεβανει ο Χτζας τον πλησιζουν λοι και τον ρωτνε.
- Χτζα εσ που τα ξρεις λα, ο Γιργος χει να πουλκι στο χρι του, πσω στη πλτη του. Πες μας εναι ζωνταν πεθαμνο;
Ο Χτζας κθεται, χαδεει λγο τη κοιλτσα του, χαδεει το μοσι του και τους λει: «στο χρι σας εναι».

****
Μια μρα ο Χτζας πγε σε συμπσιο γμου.
Επειδ τα φορματα του ταν παλι, δεν τον περιποιθηκαν.
Ο Χτζας ττε πηγανοντας στο σπτι του και φορντας μια γονα του, επιστρφει.
Ο νοικοκρης προπντησε τον Χτζα με πολλς φιλοφρονσεις και τον βζει στην τιμητικ θση του τραπεζιο λγοντας: «Ορστε, ορστε , κριε Χτζα.» Και ο Χτζας, πινοντας το μανκι της γονας, της λει: «Ορστε, γονα μου , ορστε».
Οι παρευρισκμενοι ττε τον ρτησαν: «Τι κνεις;»
Και ο Χτζας απαντ: « Αφο λες οι φιλοφρονσεις γνονται για την γονα, αυτ ας καθσει και ας φει».

****
Ο Χτζας ξεκουραζταν κτω απ μια καρυδι. Μπροστ του ταν να μποστνι με καρποζια. Κοταζε ο Χτζας τις καρπουζις με τα λεπτ βλαστρια και τα πελρια καρποζια, κοταζε και την καρυδι με τον χοντρ κορμ και τα μικρ καρδια και μονολογοσε:
«Αχ, Αλλχ, πς τα 'φτιαξες τσι τα πργματα; Ανποδα τα 'φτιαξες. να τσο δα βλασταρκι δνει καρπ που δεν χωρ στην αγκαλι και να τσο χοντρ δντρο φτιχνει κτι καρυδκια μια σταλι. Αν αυτ δεν εναι ανποδο, ττε τι εναι;»
Δεν προλαβανει να αποσσει την κουβντα του και να καρδι πφτει απ ψηλ στο κεφλι του.
«Ωχ!» κνει ο Χτζας και πετγεται ρθιος. Τρβει το κεφλι του, κοιτζει το καρδι που εχε πσει χμω, κοιτζει και τα καρποζια λγο παρακτω και λει:
«Δξα να 'χει ο Αλλχ! ξερε αυτς τι κανε. Για φαντσου να σκαγε το καρποζι στο κεφλι μου!»

****
Ο Χτζας., αφο αγρασε λαχανικ στην αγορ, τα βαλε στο δισκι του.
Ανεβανει στον γιδαρ του για να επιστρψει στο σπτι του και πρασε το δισκι στο λαιμ του. Στον δρμο τον συνντησε κποιος και τον ρτησε γιατ δεν βζει το δισκι στο γιδαρο, αντ να το σηκνει αυτς στους μους του
- «Για να μην κουρσω περισστερο το δυστυχισμνο τοτο ζο»

****
δωσε κποιος να πουκμισο στο Χτζα να το πουλσει στην αγορ.
Τοτο μως ταν κλεμμνο και το γνριζε ο Χτζας.
Εκε στην αγορ και μσα στο πλθος κποιος κλεψε το πουκμισο απ τον Χτζα.
ταν επστρεφε, τον ρτησε εκενος ο οποος του εχε δσει το πουκμισο πσο το πολησε. Αυτς απεκρθη
«Μεγλη απραξα υπρχει σμερα στην αγορ και γι αυτ το πολησα σο ταν η αξα του, δηλαδ σο το αγρασες»

****
Μα μρα, ο Νασρεδν Χτζας κρατντας τον γιδαρο του απ το χαλινρι, περπατοσε, σρνοντας τον απ πσω. Τον εδαν μερικ αγριπαιδα και αποφσισαν να τον κλψουν χωρς να το καταλβει ο Χτζας.
να απ αυτ επε στους συντρφους του:
-«Εγ θα τα καταφρω αυτν την δουλει αλλ εσες πρπει, αμσως ταν παραλβω τον γιδαρο, να πτε να τον πουλστε στην αγορ».
Και μετ απ αυτ προχρησαν προς τον Χτζα.
Αφο προχρησαν λγο, ο νας απ αυτος βγαλε το χαλινρι απ το κεφλι του γιδαρου και το βαλε πνω στο δικ του, εξακολουθντας να περπατει πσω απ τον Χτζα, με το χαλινρι στο κεφλι.
Οι λλοι δο αμσως παρλαβαν τον γιδαρο και αμσως πγαν στην αγορ να τον πουλσουν.
Μετ απ λγο τυχε να γυρσει ο Χτζας πσω να δει κτι και αντ τον γιδαρο του, βλπει ναν χαλιναρωμνο νθρωπο.
-«Συ ποιος εσαι;» ρωτ ο Χτζας.
-«Εγ εμαι ο γιδαρος σας», επε το αγριπαιδο.«Εγ και πριν γνω γιδαρος μουν νθρωπος, αλλ επειδ μα μρα δυσαρστησα τους γονες μου, αυτο με καταρστηκαν και γινα γιδαρος. Πρτα με πολησαν σε να ψωμ, πειτα σε κηπουρ και τελευταα με πρατε εσες. Προ λγου, πως με σρνατε, με εδαν οι γονες μου στον δρμο, με λυπθηκαν και παρακλεσαν τον Θε και ιδο αμσως γινα πλι νθρωπος».
Ο Χτζας, γεμτος κπληξη, πιασε τα γενι του. Και αφο σκφθηκε λιγκι επε:
-«Αυτ που λες δεν εναι απστευτο, αλλ δεν πρεπε να συμβε στις ημρες μου. Πγαινε λοιπν παιδ μου στο καλ και λλη φορ με δυσαρεστες τους γονες σου» και τον ελευθρωσε.
Αλλ ο Χτζας εχε ανγκη γαδρου και πγε στην αγορ να αγορσει λλον.
Εκε βλπει τον γιδαρο του να περιφρεται για πολημα. Τον πλησιζει συχα συχα και του λει στο αυτ του:
-«Πλι γιδαρος γινες; Πλι δυσαρστησες τους γονες σου; λα λοιπν πλι στο αχορι μου, διτι δεν εσαι για να γνεις νθρωπος» και αποδεικνοντας τι εναι δικς του τον παρνει πλι πσω.

****
Μια νχτα μλωσε ο Χτζας με την γυνακα του η οποα οργισμνη που ταν, δνει μα κλωτσι στον Χτζα και τον κατρακλησε κτω απ την σκλα. Οι γετονες ακογοντας τον θρυβο αυτ, ταν ξημρωσε, ρτησαν τον Χτζα τι συνβη.
Αυτς απντησε τι μλωσε με την γυνακα του.
-«Πολ καλ», επαν αυτο, «αλλ τσος θρυβος τι ταν;»
-«Εν μαλναμε με την γυνακα μου,» επε, «θμωσε πολ και με μια κλωτσι κατρακλησε το ρσο μου κτω απ την σκλα».
Αλλ ταν τον παρατρησαν τι με το κατρακλισμα του ρσου δεν ταν δυνατν να γνει θρυβος,
-«Ε!,» τους λει, «τι στενοχωρστε τσο; Δεν καταλβατε τι βρθηκα και εγ μσα στο ρσο;»

****
Μια φορ ο Χτζας λει:
-«Ω πιστο, ευχαριστσατε τον ψιστο Θε, διτι δεν καμε τις καμλες με φτερ; Αλλις θα κθονται επνω στα σπτια μας και τους κπους μας και θα γκρεμιζντουσαν στα κεφλια σας»

****
Μα μρα μεταβανοντας ο Χτζας σε λουτρ και βλποντας τι κανες δεν υπρχε, στενοχωρθηκε και ρχισε να τραγουδ.
Η φων του ρεσε και λει στον εαυτν του
-«Λοιπν, ττοια ωραα φων χω εγ;» και αμσως αφο βγκε απ το λουτρ ανεβανει κατ ευθεαν στο μιναρ και εν ταν μεσημρι αρχζει να αναγγλλει προσευχ.
Κποιος περαστικς ακογοντας απ τον μιναρ να προσκαλε ο Χτζας τους πιστος στην προσευχ, επε
-«Ω αμαθστατε και με ττοια ελεειν φων προσκαλες τους πιστος;»
Ο Χτζας αμσως ανταποκρνεται
-«Ω νθρωπε», του λει, «αν βρισκταν κανες αγαθοεργς κι κτιζε και δω πνω καννα λουτρ, θα με απλλασσε απ αυτν την ελεειν φων!»

****
Σε κποιο ταξδι του ο Χτζας μπανει να περσει τη νχτα του σ’ να παμπλαιο χνι. Πφτει για πνο αλλ απ το φβο και την αγωνα του δεν μπορε να κλεσει μτι. Oλη νχτα, απ το ταβνι ακογονται θρυβοι σαν να τρζουν τα δοκρια της σκεπς.
Το πρω, πολ νωρς, κι ενσω ετοιμζεται να εγκαταλεψει το ετοιμρροπο κτριο, συναντει στην πρτα τον ξενοδχο. Του λει για τους νυχτερινος θορβους και τον συμβουλεει να πρει καννα μστορα να του φτιξει το ταβνι. Ο λλος, με δουλικ χαμγελο, πασχζει να δικαιολογσει την κατσταση στον νθρωπο του Θεο.
«Χωρς λγο φοβθηκες, Χτζα μου. Οι θρυβοι που κουσες ταν οι φωνς του κτηρου που δοξολογοσαν το Θε! Εσ, λλωστε, ξρεις καλτερα απ τον καθνα πως λα τα ντα του σμπαντος υμνον το Θε διαρκς και ακατπαυστα!»
Κι ο Χτζας: «Μα να, φλε μου, γι’ αυτ το λγο ανησχησα κι εγ. Επα, μπως μετ τους μνους αρχσει και τις μετνοιες το ευλογημνο το ερεπιο!»

****
Η γυνακα και ο γιδαρς του ταν οι μεγλες αγπες του Χτζα. μως, μσα σε μια χρονι χασε και τους δο.
Πρτα πθανε η γυνακα του. Την πνθησε για λγο και, πνω που η ζω του ρχισε να κυλει κανονικ, χνει και το αγαπημνο του ζωνταν.
Μετ το δετερο χαμ πια, ταν απαρηγρητος. Δεν τρωγε, δε γελοσε, δε μλαγε σε καννα. μενε διαρκς κλεισμνος στο σπτι και πενθοσε.
Βλποντς τον οι συγχωριανο του σ’ αυτ την κατσταση επαν, πως αν πει τσι το πργμα, θα τον χσουν. Ετοιμζουν λοιπν ο καθνας κι απ να δωρκι: οι φημισμνες μαγερισσες του χωριο φτιχνουν μεζδες και νστιμα καλοδια, τα παιδι μαζεουν λουλοδια και μανιτρια απ’ το δσος κι λοι μαζ ρχονται στο Χτζα να τον παρηγορσουν και να τον παρακαλσουν να σταματσει πια αυτ το βαρ πνθος και να βγει επιτλους στον κσμο. Στις μαρες του ο Χτζας ανογει την πρτα, τους καλωσορζει κι ο καθνας του προσφρει ,τι χει φρει.
Σε μια στιγμ κποιος τον ρωτει «Χτζα μου, γιατ τσο μεγλη στενοχρια για το γιδαρ σου; τσι δεν πνθησες οτε τη γυνακα σου!»
«Πς να μην πενθ;» λει με παρπονο. «ταν πθανε η γυνακα μου, τρξατε αμσως λοι, με παρηγορσατε, μου επατε πως ταν θλημα Θεο και να μη στενοχωριμαι, μου υποσχεθκατε πως θα μου βρετε λλη γυνακα, και ξεκινσατε να μου κνετε προξενι για να ξαναπαντρευτ. τσι κι εγ ξχασα τον πνο μου. ταν μως χασα τον γιδαρ μου, καννας δεν ασχολθηκε μαζ μου. Οτε με παρηγορσατε, οτε καινοργιο γιδαρο μου τξατε!»

****
Χζευε μια μρα ο Χτζας στο παζρι του χωριο και βλπει κσμο μαζεμνο γρω απ ναν τσαρλατνο που προσπαθοσε να πουλσει να σπαθ ισχυριζμενος πως εναι μαγικ γιατ κποτε ανκε σε κποιον γιο.
«ταν το κρατς στο χρι και πολεμς τους απστους, το μκος του τριπλασιζεται» φναζε.
Ο κσμος κουγε με προσοχ, μερικο παιρναν στα χρια το σπαθ και το περιεργζονταν, εν κποιοι δειχναν τοιμοι ακμα και να πληρσουν αδρ για να το αποκτσουν
Τι να κνει ο Χτζας για να τους ξυπνσει; Τρχει σπτι του, αρπζει τη μασι απ το τζκι κι επιστρφει στο παζρι. Στκεται απναντι απ το σημεο που τσακνονταν για το ποιος θα χρυσοπληρσει πρτος το μαγικ πλο του αγου κι αρχζει να φωνζει. "Μαγικ μασι, μαγικ μασι! Ανκει στην αγα γυνακα μου. ταν μου την πετει μσα τον καβγ το μκος της τετραπλασιζεται. Πντα με πετυχανει, πτε στην πλτη, πτε στο κεφλι, δε λαθεει ποτ. Εδ η μαγικ μασι!»

****
Μια μρα ο Χτζας παρνει λγη μαγι γιαουρτιο και πηγανει στη μεγλη λμνη του Ακσεχρ, της πλης που ζει. Προσθτει λγο νερ απ τη λμνη στη μαγι και, σιγ σιγ με το κουτλι, αρχζει να ρχνει τη μαγι στη λμνη ανακατεοντς την με τα νερ πως ακριβς κνουν οι γιαουρτδες με το χλιαρ γλα.
Περνει κποιος απ κει, τον βλπει και ρωτει τι κνει στα νερ της λμνης με το κουτλι στο χρι.
«Ρχνω μαγι στη λμνη να την κνω γιαορτι» του απαντει
κπληκτος ο λλος, «μα Χτζα μου, τη μαγι τη βζουμε στο γλα, χι στο νερ. Εναι δυνατν να γνει γιαορτι λη η λμνη;» του λει, αγνοντας το επαναστατικ πνεμα του Χτζα.
«Μωρ, αυτ που ξρεις εσ, τα ξρω κι εγ. Σκψου μως να πισει η μαγι!»

****
ρχεται μια μρα μια κυρα και του ζητει να της προτενει κτι για το παιδκι της που δεν κοιμται τα βρδια. Ο Χτζας πηγανει στο σεντοκι που φυλει τα βιβλα και βγζει απ μσα ναν ογκδη τμο φιλοσοφικο περιεχομνου.
«Δσε του αυτ το βιβλο και σγουρα θα κοιμηθε. ποτε το διαβζουν οι μαθητς μου, τους παρνει αμσως ο πνος».

****
Την εποχ του Χτζα οι ιερες δεν ταν υπλληλοι και δεν πληρνονταν απ το κρτος ζοσαν με τις ελεημοσνες των πιστν της ενορας, μ’ αυτ που λμε «τυχερ».
Κποτε ο Χτζας υπηρετοσε σε μια ενορα με πολ τσιγκονηδες ανθρπους που "δεν διναν τ’ αγγλου τους νερ", πσο μλλον μπαξσι στον ιερα. Υπφερε ο καημνος αλλ, παρλα αυτ, συνχιζε με συνπεια το πνευματικ του ργο.
Μι μρα στο κρυγμα του, ανφερε στους πιστος πς, σμφωνα με την ισλαμικ θρησκεα, ο Ιησος εναι νας απ τους προφτες του Αλλχ. Μετ το τλος του κηργματος ρχεται μια κυρα και τον ρωτει: «Χτζα μου, επες πως ο προφτης Ιησος ζει στο τταρτο εππεδο του ουρανο. Απορ τ βρσκει να φει και να πιει εκε πνω, που δεν υπρχει τποτα εκτς απ αρα;»
Ο Χτζας, ξροντας πως η κυρα εναι η καλτερη μαγερισσα της ενορας αλλ αυτς οτε να ντολμαδκι απ τα χρια της δεν χει δοκιμσει, «κυρ μου, εδ δε σκφτεσαι τ τρει και τ πνει ο Χτζας που ζει δπλα σου και σκφτεσαι τον Προφτη που ζει στον τταρτο ουραν;» απαντει με πικρα.

****
Πολλς φορς η υπερβολ εναι κομμτι της καθημεριντητας. Στην παρα, ταν μλιστα γνεται χρση ποτο και ναργιλ, συχν λγονται τα πιο απστευτα πργματα.
Ο Χτζας κθεται να μεσημρι με την παρα του κι τσι που τρνε, πνουν και καπνζουν, λγοντας ο καθνας ,τι του κατβει, παρνει φρα και ισχυρζεται πολ σοβαρ πως εναι γιος.
«Αν εσαι γιος, κνε να θαμα» του φωνζει κποιος.
«Πετε τ θλετε κι εγ θα το κνω» απαντει αυτς.
«Να διατξεις το βουν να ρθει εδ μπροστ μας!»
Ο Χτζας, με φος Μωυσ, σηκνεται απ τη θση του, πηγανει στο παρθυρο και καλε το βουν να σηκωθε και να ρθει αμσως κοντ του. Το βουν μως δε συνεργζεται και, πριν αρχσουν οι υπλοιποι να αμφισβητον την αγιοσνη του, ο Χτζας πηδει απ το παρθυρο και παρνει το δρμο κατ ’κει.
«Που πας, Χτζα μου;» του φωνζουν οι φλοι του.
«Αφο δεν πει το βουν στο Μωμεθ, πει ο Μωμεθ στο βουν!» απαντει εκενος.

****
νας μικρς στβλος κι ο αγαπημνος του γιδαρος ταν η μνη περιουσα του Χτζα. Η γυνακα του μως τον τρωγε να προυν μια αγελδα.
«Ν’ αγορσουμε, Χτζα μου μια αγελδα! Και το φρσκο γλα μας θα χουμε κθε μρα, και θα φτιχνουμε τα δικ μας τυρι.»
«Δε χωρει ο στβλος δο ζα, μωρ γυνακα, εναι μικρς» της λεγε εκενος.
Πες πες αυτ μως τον πεισε. Πει ο Χτζας στο παζρι, αγορζει μια αγελδα και τη βζει στο στβλο μαζ με το γιδαρο.
Ο καιρς περνει κι ο Χτζας παρατηρε με λπη πως ο γιδαρος, στριμωγμνος στη γωνι του, υποφρει απ την τερστια αγελδα .
«Θεολη μου, δεν μπορες να πρεις την ψυχ αυτς της αγελδας να ηρεμσει πια ο γαδαρκος μου;» παρακαλε το Θε καθημεριν.
σπου μια μρα ανογει την πρτα του στβλου και τ να δει! Το γιδαρο ψφιο στο πτωμα και την αγελδα δπλα του να μασουλει ανκφραστη τα χυρ της. Πολ στενοχωρημνος, πινει το ψφιο ζο απ την ουρ, το σρνει ξω και πηγανοντς το να το θψει κοιτζει προς τον ουραν κουνντας το κεφλι του.
«Τ να σου πω; Τσα χρνια Θες και δεν χεις μθει να ξεχωρζεις το γιδαρο απ την αγελδα!» λει στον παντοδναμο.

****
Του λνε μια μρα πως η γυνακα του τριγυρνει διαρκς κι λο επισκψεις κνει.
«Μπ, δεν το πιστεω. Αν πργματι ταν τσι, θα πρναγε κι απ το σπτι καμι φορ» απαντει ο Χτζας, αλλ οι φλοι του επιμνουν.
«Κοτα, καημνε, να της πεις να κθεται στο σπτι της» του λνε.
«Εντξει! ν τχει και τη συναντσω, θα της το πω».

****
να βρδυ που εχε τρυφερς διαθσεις ο Χτζας, για ν’ ανοξει κουβντα ρωτει τη γυνακα του:
«Χανουμκι μου γλυκ, το γετονα μας τον Μεμτ, τον παπουτσ, πς τον λνε;»
Φανεται πως η χανομισσα δεν εχε και πολ διθεση κι απντησε κοφτ:
«Μνος σου το επες, Μεμτ τον λνε.»
«Συγγνμη, γλυκι μου, τι δουλει κνει, θελα να πω.»
«Παπουτσς! Αφο εσ το επες, τ με ρωτς;»
«Αχ, πλι λθος κανα! θελα να ρωτσω πο μνει, ψυχ μου!»
«Θα μας τρελνεις, αφντη! Γετονς μας δεν επες πως εναι;»
Μετ τη χαριστικ βολ ο Χτζας παραδνει τα πλα και, γυρζοντας απ την λλη πλευρ του κρεβατιο, μουρμουρζει χολωμνος:
«Αμν ρε γυνακα, ρες ρες δε μιλισαι!»

****
Εναι με την παρα του ο Χτζας κι αρχζουν να τρνε και να πνουν. Δεν χουν μως μουσικος και, ανατολτικο φαγοπτι χωρς μουσικ δε γνεται. Σκφτονται τι μπορον να κνουν και σε μια στιγμ ρωτον το Χτζα αν ξρει να παζει μπαγλαμ.
«Φυσικ και ξρω!» απαντει.
Του δνουν ναν μπαγλαμ και περιμνουν να παξει για να συνοδψουν το σκοπ με τραγοδι. Πινει αυτς την πνα κι αρχζει να βαρει τις χορδς.
«Τι κνεις, Χτζα μου, δεν παζουν τσι μπαγλαμ!» του φωνζει κποιος. «Με το δεξ χτυπς τις χορδς και με το αριστερ ψχνεις πνω κτω τις ντες!»
«Αυτο που ψχνουν πνω κτω τις ντες εναι αρχριοι? δεν τις χουν μθει ακμα. Εγ τις ντες τις χω βρει, δεν χνω χρνο στο ψξιμο!»

****
σφαξε μια χνα ο Χτζας, την ψησε στο φορνο, φορτθηκε το ταψ και ξεκνησε να την πει ρεγλο στο σουλτνο. Στο δρμο μως, τσι πως μοσχοβολοσε το κρας, πολ το ορχτηκε. Διακριτικτατα τσιμπει να κομματκι απ το μποτι, το τρει και τρελανεται απ τη νοστιμι.
«Μωρ τι ωραα που την ψησα!» μονολογε και, πολ επιδξια κβει λο το μποτι και το καταβροχθζει.
Μλις μως συνειδητοποιε τι κανε, πινει το ψητ, το αναποδογυρζει και βζει την πειραγμνη μερι απ κτω, ελπζοντας τι ο σουλτνος θα φει το μποτι που φανεται, θα χορτσει, και δεν θα αναζητσει το δετερο.
Για κακ του τχη μως ο αγαπημνος μεζς του Ταμερλνου εναι τα μποτια και, μλις τρει το να, αναποδογυρζει το ψητ αναζητντας και το δετερο.
Φυσικ δεν το βρσκει και βγανει απ τα ροχα του.
«Χτζα, το δετερο μποτι τ τ ’κανες;»
Ο φουκαρς ξεφορνισε ,τι του κατβηκε εκενη τη στιγμ.
«Ξρεις, πολυχρονεμνε μου σουλτνε, εδ στα μρη μας οι χνες χουν μνο να πδι!»
Ο Μογγλος σηκνεται απ το θρνο του, παρνει το Χτζα απ το χρι και τον πει στη βρση του χωριο, που μαζεονταν οι χνες. ταν μια παγωμνη χειμωνιτικη μρα και τα πουλι εχαν χσει το να τους πδι μσα στο φτρωμ τους για να το ζεστνουν πως κνουν λα τα νηκτικ πτην. λες λοιπν οι χνες στκονταν στο να τους ποδρι.
Βλποντς τις ο Χτζας παρνει θρρος και λει στο σουλτνο: «Βλπεις και μνος σου, ρχοντ μου! Οι χνες χουν μνο να πδι!»
Ο Ταμερλνος διατζει ναν απ’ τους παρευρισκμενους να πετξει τη μαγκορα του στις χνες. Τα πουλι τρομοκρατημνα τρχουν ξεφωνζοντας δεξι κι αριστερ με τα δυο τους πδια φυσικ.
«Τ χεις να πεις τρα, Χτζα; Οι χνες χουν να πδι;» τον ρωτει σαρκαστικ ο σουλτνος.
«Πολυχρονεμνε μου, αν αυτ η μαγκορα πεφτε πνω στο δικ σου το κεφλι, τρα θα φευγες με τα τσσερα. Αυτ μως δε σημανει πως εσαι και τετρποδο!»

****
Ο Νασραντιν ανοιγει στον κηπο του μια βαθεια τρυπα και μετα την γεμιζει
με πετρες.Ο γειτονας το βλεπει και το κανει ειρωνικα
-Χοτζα,καλα τις ξεφορτωθηκες τις πετρες,αλλα το χωμα που εβγαλες που θα
το βαλεις;
-ειναι απλο:θα ανοιξω μια τρυπα και θα το ριξω μεσα!
-μπραβο! αλλ δεν μο λες,το χωμα που θα βγαλεις απο την δευτερη
τρυπα,πο θα το βαλεις; θα ανοιξεις μηπως μια τριτη;
-κοιτα,μη μο ζαλιζεις τα αυτι!....δεν αδειαζω να σο εξηγησω το σχεδιο
μου σε ολες του τις λεπτομερειες.

-Δεν υπρχει κτι που να μην μπορ να το απαντσω με την επιστμη μου,
επενας λγιος στον Νασραντν.
-Κι μως, πριν μια εβδομδα νας χωρικς μου κανε μια ερτηση που δεν
κατρθωσα να απαντσω, επε ο Νασραντν.
-Αν μουν εκε θα του εχα απαντσει, επε ο λγιος.
-Πολ καλ λοιπν. Με ρτησε Τι γυρεεις στο σπτι μου, τρεις η ρα το
πρω.

Μια φορ κι ναν καιρ ο Χτζας πγε στον μπακλη και αγρασε δυο αυγ
αλλ ξχασε να πρει τα χρματα απ το σπτι και ο μπακλης το δωσε τ'
αυγ με την προπθεση τι θα τα πληρσει την λλη μρα.
Την επμενη μρα ξχασε να πει τα χρματα και τα πγε μετ απ 10
μρες. Ο μπακλης ττε του ζτησε πολλ χρματα. Ο Χτζας ξαφνιστηκε
και επε :
- Για δυο αυγ να σε πληρσω τσα πολλ λεφτ;
- Αν αυτ τα δυο αυγ τα κλωσοσε η κτα θα γινντουσαν πουλι, τα
πουλι θα γινντουσαν κτες, οι κτες ξαν θα γεννοσαν λλα πουλι.....
Θμωσε ο Χτζας κι φυγε. Ο μπακλης μως δεν τον φησε και τον κανε
μνυση. ταν φτασε η μρα της δκης, τον κλεσαν να πει στο
δικαστριο. Ο Χτζας ταν πολ πονηρς κι ργησε να πει. ταν φτασε
καθυστερημνος ο πρεδρος τον ρτησε :
- Γιατ ργησες βρε Χτζα;
- Με συγχωρες κριε πρεδρε για την καθυστρηση. βραζα σιτρι για το
σπερω αριο.
- Τι κουταμρες μας λες βρε Χτζα; Σπρνεται το βρασμνο σιτρι;
- Δε μου λες κριε πρεδρε, τα αυγ μα τα βρσεις και τα φας γνονται
κτες; Γνονται πουλι; Γεννονε;
Ο πρεδρος τον αθωσε και ζσανε αυτο καλ κι εμες καλτερα.

Ο Χτζας μια μρα αγρασε συκτι και εν πγαινε σπτι του, τον συναντ
κποιος φλος του και τον ρωτν πως θα το ψσει.
Ο Χτζας επε τι θα το ψσει πως συνθως λος ο κσμος το ψνει.
-«Α! χι,, του λει φλος του. «Υπρχει και να λλος τρπος να το
ψσεις και ττε να δεις τι νστιμο που θα γνει»
Ττε ο Χτζας επε: «Επειδ δεν μπορ να κρατσω στη μνμη μου αυττον
τρπο, σε παρακαλ να τον γρψεις σε να χαρτ, και διαβζοντας, να το
ψσω».
Ο Χτζας με εκενη την ρεξη, εν τρεχε στο σπτι του, να γερκι
αρπζει το συκτι απ τα χρια του και πταει ψιλ.
Ο Χτζας, χωρς να στενοχωρηθε, δεχνοντας στο γερκι την συνταγ του
φλου του επε:
-«δικα κοπιζεις, δεν θα καταλβεις τποτα απ το φαγητ. Μου πρες το
συκτι αλλ χι και την συνταγ!»

Μια μρα οι γετονες βλεπουν το Χοτζα να ριχνει ψχουλα στην αυλ του.
Τον ρτησαν,
-τι κνεις εκε;
-διχνω τις τγρεις.
-Μα γιατ; τγρεις δεν υπρχουν εδ! και ο Χτζας απαντ:
-εδες τι αποτελεσματικ πλο εναι να ρχνεις ψχουλα στην εξπορτα;
διχνει τις τγρεις!

****
Μια καλοκαιριτικη μρα ο Νασρεντν φρτωσε το γαδορι του με διφορες
πραμτειες και ξεκνησε πρω πρω απ το χωρι του για να της πει στην
πλη που εχε παζρι και να τις πουλσει. Στα μισ του δρμου πενασε
και σκφτηκε να φει το μισ απ το καρποζι που εχε πρει μαζ του για
ρα ανγκης. Σταμτησε κτω απ να μεγλο δντρο, χρισε με το μαχαρι
του το καρποζι στα δο κι στερα κοψε την πρτη φτα. Την πινει με τα
δυο του χρια, της δνει μια μεγλη βαθι δαγκωνι και: «φτου..», κανε
με αηδα κι φτυσε το καρποζι στο χμα, γιατ ταν τελεως γλυκο σαν
αγγορι! στερα πρε λο το καρποζι και με φοβερ θυμ το σκωσε ψηλ
και το πταξε σε μια πτρα, κνοντς το κομμτια που σκρπισαν γρω απ
την πτρα. Και σαν μην φτανε αυτ, πγε πνω απ τα κομμτια του
καρπουζιο και τα κατορησε. τσι, αφο ξεθμανε, καβλησε το γαδορι
του και πγε στο παζρι, στην πλη. Η μρα του πγε πολ καλ αφο
πολησε λη του την πραμτεια και κατ το μεσημερκι καβλησε το
γαδορι του και πρε το δρμο του γυρισμο. Την ρα του καταμεσμερου
κι εν ο καλοκαιριτικος λιος καιγε βασανιστικ, βρθηκε να περνει
δπλα απ το δντρο που το πρω εχε κομματισει το νοστο καρποζι.
νοιωθε τρομερ δψα. Σταμτησε το γαδορι δπλα στο δντρο, και
κοταξε το κομματισμνο καρποζι που ταν ακμα εκε κτω απ τη σκι
του. Ξεκαβλησε και πλησασε τα κομμτια του καρπουζιο. Γοντισε,
διλεξε να κομμτι καρπουζιο που ταν κπως μακρι απ την πτρα και
στριφογυρζοντας το στο χρι του ψιθρισε, «αυτ δεν το χω κατουρσει»
και το φαγε. στερα βρκε να λλο, «οτε κι αυτ το χω κατουρσει»
επε και το φαγε. στερα πρε λλο να, πειτα κι λλο να και
ψιθυρζοντας πντα, «αυτ δεν το χω κατουρσει», φαγε λο το
κομματιασμνο και κατουρημνο καρποζι, και ξεδιψασμνος ανβηκε στο
γαδορι του και γρισε ευχαριστημνος στο χωρι του.

Μια μρα, εκε που περπατοσε ο Νασρεντν σ’ να στεν, νας μστορας
που φτιαχνε τα κεραμδια σε μια στγη, γλστρησε κι ρθε
και…«προσγειθηκε» πνω στο Χτζα! Ο μστορας δεν παθε τποτα, αλλ ο
Νασρεντν μεταφρθηκε στο νοσοκομεο με σπασμνο σβρκο!
- Και τι δδαγμα βγζεις απ’ αυτ που σου συνβη; τον ρτησε νας φλος
του που πγε να τον δει, κι ο Χτζας του απντησε:
- Να μην το βζεις κτω πιστεοντας στο αναπφευκτο, ακμα κι ταν μια
αιτα κνει το αποτλεσμα να μοιζει αναπφευκτο. Απφευγε θεωρητικς
υποθσεις, πως, «ταν νας νθρωπος πσει απ μα στγη, αναπφευκτα θα
σπσει τον σβρκο του», γιατ πως δειξε αυτ που μου συνβη, ο
μστορας πεσε απ τη στγη, αλλ το δικ μου σβρκο σπασε.

Ο Νασρεντν χασε τον γιδαρ του και οι συχωριανο του προσπαθον να
τον παρηγορσουν.
- Μπορε να χασες τον γιδαρ σου, Νασρεντν, αλλ δεν χρειζεται να
στεναχωρισαι περισστερο απ’ σο ταν χασες την πρτη σου γυνακα.
- Αν θυμστε, ταν χασα την πρτη μου γυνακα, λοι οι συγχωριανο
επατε: Θα σου βρομε κποια λλη. Μχρι τρα μως, καννας δεν
προσφρθηκε να αντικαταστσει τον γιδαρ μου!

Ο Νασρεντν στειλε να παιδ να φρει νερ απ την πηγ.
- Πρσεξε να μην σπσεις το σταμν! του φναξε και δωσε να σκαμπλι
στο παιδ.
νας περαστικς ρτησε τον Νασρεντν γιατ χτπησε κποιον που δεν χει
κνει τποτα.
- Μα νθρωπ μου, επε ο Νασρεντν, θα ταν ανφελο να τιμωρσω το παιδ
ταν θα εχε πια σπσει το σταμν, τσι δεν εναι;

****
Κποτε ο Χτζας κανε ρανο για τους φτωχος και πγε σε να πλουσισπιτο
για να ζητσει βοθεια.
— Το αφεντικ μου δεν εναι εδ. φυγε πριν απ αρκετ ρα, επε ο
υπηρτης.
Ο Χτζας που εχε δει κποια κνηση στο παρθυρο του επε:
— Πες στο αφεντικ σου, την λλη φορ που θα βγει, να μην ξεχσει να
πρει και το πρσωπ του μαζ του!

Το πλοο φαινταν τοιμο να βυθιστε και οι συνταξιδιτες του Νασρεντν
που εχαν γελσει με την προειδοποηση του, τι θα πρεπε να ετοιμσουν
τις ψυχς τους για τον λλο κσμο, πεσαν στα γνατα και ζητοσαν
βοθεια. Στους θρνους τους υπσχονταν τι θα καναν αν σζονταν.
- Σταθετε φλοι! φναξε ο Νασρεντν. Τι γενναιοδωρα κι αυτ για τα
υλικ σας αγαθ! Αποφεγετε να δεσμευτετε πως κνατε μχρι τρα στη
ζω σας. Εμπιστευτετε με. Νομζω πως βλπω ξηρ!

νας γετονας θελε να δανειστε το σχοιν του απλματος των ροχων.
- Λυπμαι, επε ο Νασρεντν, αλλ το χρησιμοποι. Στεγννω το αλερι.
- Για το Θε, πως μπορες να στεγνσεις αλερι πνω στο σχοιν του
απλματος;
- Εναι λιγτερο δσκολο απ’ τι νομζεις αν δε θες να το δανεσεις…

Κποιος ρωτ τον Νασρεντν:
- Ποι εναι η ννοια του πεπρωμνου, Χτζα μου;
- Εικασες.
- Πως αυτ;
- Υποθτετε πως τα πργματα πρκειται να πνε καλ και δεν πηγανουν.
Αυτ το λτε κακ τχη. Υποθτετε τι τα πργματα πρκειται να πνε
σχημα και δεν πηγανουν. Αυτ το λτε καλ τχη. Υποθτετε τι κποια
συγκεκριμνα πργματα πρκειται να συμβον να μην συμβον. Και σας
λεπει τσο η διασθηση στε να μην γνωρζετε τι πρκειται να συμβε.
Υποθτετε πως το μλλον εναι γνωστο. ταν αιφνιδιζεστε αυτ το
ονομζετε «Πεπρωμνο».

Ρτησαν κποτε τον Χτζα:
- ταν γνεται νο φεγγρι, τι το κνουν το παλι;
Κι απαντ ο Νασρεντν:
- Το σπζουν σε μικρ τεμχια, και το κνουν στρα.

νας φλος του Χτζα ζτησε δανεικ μερικ χρματα και λγη προθεσμα.
Και η απντηση του Χτζα:
- Χρματα δεν μπορ να σου δσω, αλλ επειδ εσαι φλος μου, προθεσμα
σου δνω σο θλεις.

Ο Νασρεντν αφο αγρασε λαχανικ στην αγορ, τα βαλε στο δισκι του.
Ανεβανει στον γιδαρ του για να επιστρψει στο σπτι του και πρασε το
δισκι στο λαιμ του.
Στον δρμο τον συνντησε κποιος και τον ρτησε γιατ δεν βζει το
δισκι στο γιδαρο, αντ να το σηκνει αυτς στους μους του.
- Για να μην κουρσω περισστερο το δυστυχισμνο τοτο ζο!

Μια χειμωνιτικη νχτα, που ο Νασρεντν κοιμτανε στο σπτι του με τη
γυνακα του, ακοστηκε ξω στο δρμο νας γρος καβγς.
Ο Νασρεντν, που εχε τη συνθεια να χνεται πντα στις υποθσεις των
λλων, για να βρσκει την ευκαιρα να ξοδεει το πνεμα του, δεν ντεξε
στον πειρασμ κι αποφσισε να βγει στο δρμο και να δει τι συμβανει.
Στη βιασνη του, τσι γυμνς πως ταν, τυλχτηκε με το ππλωμα και βγκε.
Αυτο που εχανε στσει τον καβγ, μλις εδαν τον αγουροξυπνημνο
Χτζα, σταμτησαν τη συμπλοκ, ρχτηκαν απνω του, του ρπαξαν το
ππλωμα και εξαφανστηκαν.
Το πθημα του Χτζα ταν απροσδκητο. Ντροπιασμνος, γρισε την κμαρα
του και μλις πγε να ξαναχωθε στο κρεβτι του, κουσε αδυσπητη την
ερτηση της γυνακας του:
- Γιατ μλωναν, Χτζα μου;
- στα γυνακα. Ο καβγς τανε για το ππλωμα!

****
Βρκαν τον Χτζα στην κοινοτικ σιταποθκη να χνει στρι απ τα πιθρια
των γειτνων του στο δικ του και τον πγαν στα δικαστρια.
- Εμαι ανητος, δεν ξεχωρζω το στρι τους απ το δικ μου, ισχυρστηκε.
- Ττε γιατ δεν χυσες καθλου στρι απ τα δικ σου πιθρια στα δικ
τους; απντησε ο δικαστς.
- Α! Μα ξεχωρζω το στρι μου απ το δικ τους, δεν εμαι και τσο ανητος!

****
Η γυνακα του Νασρεντν Χτζα το λεγε πολ σχημα λγια. ταν πολ
θυμωμνη, απτομη, επιθετικ, βαιη, τοιμη να εκραγε. Και ο Νασρεντν
απλς καθταν και κουγε.
Ττε, ξαφνικ, εκενη γρισε προς το μρος του και του επε:
- Λοιπν, πλι διαφωνες μαζ μου.
Ο Χτζας επε:
- Μα, δεν επα οτε λξη, της λει ο Νασρεντν.
- Το ξρω, αλλ ακος με μεγλη επιθετικτητα, απντησε η γυνακα του.

Κποτε που ο Νασρεντν κανε χρη δικαστ, του τυχε να δικσει μια
περεργη υπθεση απτης.
- Ο κατηγορομενος Χτζα μου, ρχισε να λει ο μηνυτς, ρθε μια μρα
και μου ζτησε τον γιδαρ μου για να μεταφρει κτι εμπορεματα στην
πλη και να μου τον επιστρψει την επμενη μρα. Κι επειδ ταν φλος
και γετονας του τον δνεισα. Την λλη μρα το απγευμα, ρχεται σπτι
μου χωρς το γιδαρ μου και μου λει τι τον δγκωσε να φδι και
ψφησε. Εντξει, του λω, αλλ πρπει να μου τον πληρσεις γιατ ψφησε
στα χρια σου. Κι εκενος μου απντησε τι δεν μου δνει πεντρα κι
φυγε. Δεν χω δκιο να ζητω να μου τον πληρσει;
- Δκιο χεις, απντησε ο Νασρεντν κι στερα γυρνντας στον
κατηγορομενο τον ρτησε:
- Τι χεις να πεις εσ γι’ αυτ που σε κατηγορε;
- Εγ Χτζα μου, επειδ αυτς ο νθρωπος ταν φλος και γετονς μου,
πγα και του ζτησα τον γιδαρ του για να κουβαλσω κτι εμπορεματα
για πολημα στην πλη. Τη νχτα, μως, καθς γυρζαμε πσω δγκωσε το
γιδαρο του φλου μου να φδι κι εκενος ψφησε. Μλις φτασα το πρω
περπατντας στο χωρι, πγα κατ’ ευθεαν στο σπτι το φλου μου, του
επα τι γινε κι εκενος μου ζτησε να του δσει λεφτ να πρει
καινοργιο. Αλλ αφο δεν φταιγα εγ και τον γιδαρο θα μποροσε να τον
εχε δαγκσει φδι κι ταν τον εχε εκενος, αρνθηκα να του τον
πληρσω. Δκιο δεν χω;
- Κι εσ δκιο χεις, απντησε ο Νασρεντν.
Και ττε φναξε κποιος απ το ακροατριο:
- Μα Χτζα μου, τι λες; Δεν μπορε να χουν και οι δο δκιο!
- Κι εσ δκιο χεις, απντησε ο Νασρεντν.

****
Η πενα κανε τον Χτζα να γνει λαθρμπορος. Σιγ σιγ μως αυτ
διαδθηκε και οι υπλληλοι στο τελωνεο ρχισαν να του κνουν
εξονυχιστικος ελγχους: σωματικ λεγχο στον διο και, παρλληλα,
ξεφρτωναν και τον γιδαρ του, ψαχναν τον σαν, νοιγαν το σαμρι,
αλλ, δυστυχς γι’ αυτος, ποτ δεν μποροσαν να βρουν τποτα.
Ο Χτζας μως πλοταινε κθε μρα και πιο πολ και, σε μερικ
χρνια, εχε αρκετ χρματα για να πει σε λλη χρα και να ζει πμπλουτος.
Εκε, μετ απ πολ καιρ, τον συνντησε κατ τχη κποιος παλις
αξιωματικς απ το τελωνεο και τον ρτησε:
— Τρα δεν χει καμι σημασα ββαια, Χτζα, αλλ εμαι περεργος να
μθω πο κρυβες τα λαθραα χρυσαφικ, ασημικ και διαμαντικ και δεν
μποροσαμε να τα βρομε σο κι αν ψχναμε.
— Δεν κανα λαθρεμπριο κοσμημτων, αλλ γαδρων! επε
αποστομωτικ εκενος.

****
Ο Νασρεντν καθταν στην χθη ενς ποταμο, ταν κποιος που βρισκταν στην λλη χθη του φναξε:
- ι! Πως θα ρθω απναντι;
- Μα εσαι απναντι, του απντησε ο Νασρεντν.

****
Μα νχτα ο Νασρεντν εδε στον πνο του τι του χρισαν 9 γρσια. Εν
στον πνο του φιλονικε και απαιτε να συμπληρωθον και γνουν 10,
ξπνησε και βλπει τι δεν εχε τποτα στα χρια του. Αμσως κλενει τα
μτια του και απλνει τα χρια του λγοντας:
- Δσε μου και ας εναι εννα γρσια.

Ο Νασρεντν φερε στην αγορ τον γιδαρ του και τον παρδωσε στον
κρυκα. ρθε νας αγοραστς και παρατηρε τα δντια του να καταλβει την
ηλικα του, αλλ ο γιδαρος τον δγκωσε. ρθε λλος αγοραστς και σκωσε
την ουρ του. Αλλ και τοτον κλτσησε. Ττε ο κρυκας επε στον Χτζα:
– Τοτον τον γιδαρο κανες δεν τον αγορζει, διτι και εκενον που
περν απ εμπρς του τον δαγκνει, και εκενος που πηγανει απ πσω του
τον κλωτσ.
- Και καλ κανε, διτι εγ δεν τον φερα να τον πουλσω, επε ο
Νασρεντν, αλλ να μθει ο κσμος τι χω τραβξει απ αυτν ως τρα!

Μια μρα μερικο πιτσιρικδες προσπαθοσαν να μοιρσουν καρδια, που
εχαν σε να σακ. Αλλ δεν συμφωνοσαν και ξσπασε ανμεσ τους μεγλος
καβγς. Στο τλος αποφσισαν να πνε στον Νασρεντν Χτζα που εχε φμη
ανθρπου δκαιου, να κνει αυτς τη μοιρασι.
- Θλετε να σας τα μοιρσω με τον τρπο που μοιρζει τα πργματα ο Θες
με τον τρπο που τα μοιρζουν οι νθρωποι;
- Με τον τρπο που μοιρζει ο Θες, ο Θες!
Ο Νασρεντν πρε το μισ σακ, πνω απ διακσια καρδια, και τα δωσε
στον πρτο. Στο δετερο δωσε μνο δο καρδια. Στον τρτο δωσε εκοσι.
Οι πιτσιρικδες ρχισαν να φωνζουν.
- Τι κνεις εκε πρα; Εμες θλουμε να πρει καθνας τα δια.
Αλλ ο Νασρεντν δεν καταλβαινε τποτα.
- Μνο οι αφελες πιστεουν σε ττοιες ανοησες. Ο Θες μοιρζει τα
πργματα πως εγ σας μοιρζω τρα τα καρδια.

Ο Νασρεντν εχε χσει το κλειδ του σπιτιο του. Πγε κτω απ μια
κολνα που φεγγε νας φανς κι ψαχνε μσα στη νχτα, κνοντας μεγλη
φασαρα. Μαζετηκε κσμος κι λοι θελαν να τον βοηθσουν. ρχισαν να
ψχνουν κι αυτο μαζ του.
- Πες μου Χτζα, τον ρτησε στο τλος κποιος, εσαι σγουρος πως χασες
το κλειδ εδ, σ’ αυτ το μρος;
- χι, απντησε ο Νασρεντν, αλλ μνο εδ χει φως. Εγ θλω πντα να
βλπω τι κνω.

Μια φορ ο Νασρεντν ανβηκε στον μβωνα να διδξει. Καθς μιλοσε, ρωτει:
- Ω πιστο! Καταλαβανετε αυτ που σας λω;
- χι! αποκρθηκε ο κσμος.
- Αφο δεν καταλαβανετε, ττε τι κθομαι και μιλω; απντησε ο
Νασρεντν και κατβηκε απ’ τον μβωνα.
Μια λλη φορ που ανβηκε στον μβωνα, εν δδασκε ξανκανε την δια
ερτηση:
- Ω πιστο! Καταλαβανετε αυτ που σας λω;
- Ναι, απντησαν αυτο.
- Αφο το καταλαβανετε, εναι περιττ να σας το διδξω, επε
κατεβανοντας και πλι απ τον μβωνα.
Απρησε ττε ο κσμος και αποφασζει ταν πλι ανβει ο Νασρεντν στον
μβωνα και ρωτσει, λλοι θα απαντσουν τι το γνωρζουν και λλοι τι
δεν το γνριζαν. τσι, ταν ο Νασρεντν κποια λλη μρα ανβηκε και
πλι στον μβωνα, κανε την δια ερτηση:
- Ω πιστο! Καταλαβανετε αυτ που σας λω;
Οι ακροατς απντησαν λλοι τι γνριζαν και λλοι τι δεν γνριζαν. Ο
Νασρεντν ττε κατεβανει απ’ τον μβωνα και λει:
- Αυτο που το κατλαβαν, ας διδξουν εκενους που το αγνοον!

Ο Νασρεντν αποφσισε να ηλιλουστο πρωιν να κνει ναν μορφο
περπατο κατ την θλασσα. Καθς πλησαζε στη προκυμαα κουσε φωνς και
εδε πολ κσμο συγκεντρωμνο να χειρονομε και να τρχει πνω κτω.
Πλησασε πιο κοντ και εδε ναν νθρωπο που εχε πσει κατ λθος στο
νερ. πως δεν ξερε κολμπι, κτυποσε πανικβλητος χρια και πδια,
χανταν μσα στο κματα και ποτε κατρθωνε να βγλει λγο το κεφλι του
καλοσε μισοπνιγμνος σε βοθεια.
Οι νθρωποι σκυβαν σο μποροσαν πνω απ το νερ και του φναζαν:
- Δσε μας το χρι σου! Δσε μας το χρι σου!
Τποτα αυτς! Σαν να ταν κουφς συνχιζε να χτυπιται. Οι νθρωποι λο
και πλθαιναν γρω του και του φναζαν λο και πιο δυνατ:
- Βρε νθρωπε, δεν ακος; Δσε μας το χρι σου! Θα πνιγες!
Τποτα αυτς.
Κποια στιγμ, μσα στο πανικ και την αγωνα που επικρατοσε, επειδ
κανες δεν θελε να πνιγε ο νθρωπος αυτς, αλλ και κανες δε μποροσε
να κνει τποτα περισστερο, κποιος πρε εδηση τον Νασρεντν που
παρακολουθοσε ατραχος τη σκην.
Να ο Χτζας, αναφνησε το πλθος. Κντε χρο να κνει κτι. Σγουρα θα
ξρει αυτς τι να κνει, σαν νθρωπος του Θεο που εναι.
Αμσως ττε λοι καναν χρο και ο Νασρεντν σκυψε στο νερ και κτι
επε σιγαν στον μισοπνιγμνο. Αμσως ττε εκενος δωσε το χρι του και
ο Νασρεντν το πιασε και τον συρε ξω.
Οι νθρωποι μειναν ττε με ανοιχτ το στμα.
- Βρε, επαν! Βρε Χτζα μας, καλ μας Χτζα, τι του επες του ανθρπου
και σου δωσε το χρι σου; Εδ τση ρα εμες του φωνζουμε να μας δσει
το χρι του και δε το κανε. Τρα γιατ κουσε εσνα και χι εμς;
- Εγ δε του επα να μου δσει το χρι του, απντησε ρεμα ο Χτζας.
- Τι του επες λοιπν, ρτησαν οι νθρωποι περεργοι.
- Εγ του επα «πρε το χρι μου», επε ο Νασρεντν.

Μια μρα, ο βασιλις αποφσισε λοι οι υπκοο του να λνε την αλθεια.
Στθηκε μια κρεμλα ξω απ τις πλες τις πλεις και ανακοινθηκε τι
ποιος μπανει στην πλη οφελει να απαντσει ειλικριν σε μια ερτηση
που θα του γνει.
Ο Νασρεντν ταν πρτος. Ο λοχαγς της φρουρς τον ρτησε:
- Που πας; Πες την αλθεια αλλις θα εκτελεστες.
- Πω να πεθνω στην κρεμλα, επε ο Νασρεντν.
- Δεν σε πιστεω.
- Πολ καλ, αν σου επα ψματα να με κρεμσεις!
- Ναι, αλλ ττε θα εχες πει την αλθεια!
- Ακριβς. Την δικ σου αλθεια.

Ο Νασρεντν ερθιζε συνεχς τους φλους του με την αινια αισιοδοξα
του. σο σχημη κι αν ταν μια κατσταση, εκενος λεγε πντοτε:
- Θα μποροσε να εχε συμβε κτι χειρτερο.
Για να τον θεραπεσουν απ αυτ του την ενοχλητικ συνθεια, οι φλοι
του αποφσισαν να του παρουσισουν μια κατσταση τσο μαρη, τσο
ζοφερ, που να μην μποροσε ο Νασρεντν να βρει καμα ελπδα σ’ αυτν.
Μια μρα, νας απ’ αυτος τον πλησασε στο καφενεο και του επε:
- Νασρεντν, κουσες τι συνβη στον Αλ; Χθες βρδυ, πγε στο σπτι του,
βρκε τη γυνακα του στο κρεβτι με ναν λλο ντρα, τους σκτωσε και
τους δο κι στερα αυτοκτνησε.
- Τρομερ, θα μποροσε μως να εχε συμβε κτι χειρτερο, επε ο Νασρεντν.
- Τι στα κομμτια θα μποροσε να εχε συμβε, που να ταν χειρτερο απ’
αυτ;
- Αν εχε συμβε προχθς, τρα θα μποροσα να εμαι εγ ο σκοτωμνος.

νας ξνος φνηκε στην πλη, δειξε να πουγκ και επε τι εναι γεμτο
διαμντια και θα τα δσει σε ποιον του δσει την ευτυχα. Τον στλνουν
στον Νασραντν Χτζα.
Βρσκει το Νασρεντν αραχτ κτω απ να δντρο, να το χει ρξει στον πνο.
- Αυτ τα διαμντια θα τα δσω σ ποιον μου δσει την ευτυχα, του λει.
Ο Νασρεντν σηκνεται, ξεσκονζεται, αρπζει το πουγκ και εξαφανζεται!
Ο πλοσιος ξεσκωσε λο τον κσμο για να βρει τον κλφτη Νασρεντν.
Τποτα. Απογοητευμνος, επιστρφει στο δντρο να πρει το λογο να φγει.
Εκε, βλπει το Νασρεντν με προσκφαλο την δια πτρα να βρσκεται στο
επμενο ημχρονο του μεσημεριο. Ορμει πνω του, αλλ αυτς βγζει το
πουγκ και του το δνει πσω, λγοντας:
- Ορστε, η ευτυχα σου!

Ο Νασρεντν βρθηκε κποτε σε μια γειτονικ πλη στην οποα κανες δεν
τον γνριζε.
Αφο τλειωσε τις δουλεις του, πριν πρει τη στρτα του γυρισμο
σκφτηκε να πει να κνει να λουτρ στο χαμμ της πλης το οποο ταν
ονομαστ.
Καθ’ ,τι φτωχικ ντυμνος, οι υπλληλοι δεν τον περιποιθηκαν. Δεν τον
βοθησαν να γδυθε και να ντυθε, του δωσαν μια πλυτη πετστα και να
απλ σαπουνκι και κανες δε φρντισε να τον τρψει.
ταν ο Νασρεντν τελεωσε δωσε στους υπαλλλους απ να χρυσ νμισμα.
Οι υπλληλοι τα ‘χασαν και μετνιωσαν για την επιπολαιτητ τους να
παρασυρθον απ την εξωτερικ εμφνιση και να μην περιποιηθον τον
πελτη τους πως του πρεπε.
Μετ απ μια εβδομδα ο Νασρεντν ξαναβρθηκε στην δια πλη και αφο
ξεμπρδεψε τις δουλεις του ξαναπγε στο χαμμ, πντα το διο φτωχικ
ντυμνος.
Οι υπλληλοι τον περιποιθηκαν αρχοντικ. Τον βοθησαν να γδυθε και να
ντυθε, του δωσαν μια πεντακθαρη μεταξωτ πετστα, του πγαν χλιων
λογιν αρωματισμνα σαπονια, τον λειψαν με χλια μυρωδικ και τον
τριψαν καλ. Και ταν ο Νασρεντν ταν τοιμος να φγει τειναν
χαμογελαστο τις παλμες τους λαχταρντας να ακμη χρυσ νμισμα. Ο
Νασρεντν μως τους δωσε απ να χλκινο πιστρο.
Βλποντας την κπληξη ζωγραφισμνη στα μτια τους, ο Νασρεντν τους λει:
- Για τη σημεριν περιποηση σας πλρωσα την προηγομενη εβδομδα. Τρα
σας πληρνω για την προηγομενη περιποηση.

Ο Νασρεντν εχε στσει ναν πρχειρο πγκο με μια επιγραφ που γραφε:
«Δνω απαντσεις για 2 οποιεσδποτε ερωτσεις, μνο για 100 ασημνια
νομσματα».
νας ντρας που θελε να κνει ερωτσεις, πγε ττε στον πγκο και του
δωσε τα 100 ασημνια νομσματα, λγοντας:
- 100 ασημνια νομσματα, για 2 μνο ερωτσεις, εναι λγο ακριβ, δεν
νομζεις;
Και η απντηση του Νασρεντν:
- Εναι. Η επμενη ερτηση παρακαλ;

Σε μια συνντηση ρτησε κποιος τον Νασρεντν:
- Πσων χρονν εσαι Χτζα;
- Πενντα, απντησε εκενος.
- Το διο μου επες και πριν δυο χρνια που συναντηθκαμε και σε ξαναρτησα.
- Ναι, εμαι πντα σταθερς στις απψεις μου.

****
Ο Νασρεντν ερθιζε συνεχς τους φλους του με την αινια αισιοδοξα του. σο σχημη κι αν ταν μια κατσταση, εκενος λεγε πντοτε:
- Θα μποροσε να εχε συμβε κτι χειρτερο.
Για να τον θεραπεσουν απ αυτ του την ενοχλητικ συνθεια, οι φλοι του αποφσισαν να του παρουσισουν μια κατσταση τσο μαρη, τσο ζοφερ, που να μην μποροσε ο Νασρεντν να βρει καμα ελπδα σ' αυτν.
Μια μρα, νας απ' αυτος τον πλησασε στο καφενεο και του επε:
- Νασρεντν, κουσες τι συνβη στον Αλ; Χθες βρδυ, πγε στο σπτι του, βρκε τη γυνακα του στο κρεβτι με ναν λλο ντρα, τους σκτωσε και τους δο κι στερα αυτοκτνησε.
- Τρομερ, θα μποροσε μως να εχε συμβε κτι χειρτερο, επε ο Νασρεντν.
- Τι στα κομμτια θα μποροσε να εχε συμβε, που να ταν χειρτερο απ' αυτ;
- Αν εχε συμβε προχθς, τρα θα μποροσα να εμαι εγ ο σκοτωμνος.

****
Ο Νασρεντν αποφσισε να ηλιλουστο πρωιν να κνει ναν μορφο περπατο κατ την θλασσα. Καθς πλησαζε στη προκυμαα κουσε φωνς και εδε πολ κσμο συγκεντρωμνο να χειρονομε και να τρχει πνω κτω. Πλησασε πιο κοντ και εδε ναν νθρωπο που εχε πσει κατ λθος στο νερ. πως δεν ξερε κολμπι, κτυποσε πανικβλητος χρια και πδια, χανταν μσα στο κματα και ποτε κατρθωνε να βγλει λγο το κεφλι του καλοσε μισοπνιγμνος σε βοθεια.
Οι νθρωποι σκυβαν σο μποροσαν πνω απ το νερ και του φναζαν:
- Δσε μας το χρι σου! Δσε μας το χρι σου!
Τποτα αυτς! Σαν να ταν κουφς συνχιζε να χτυπιται. Οι νθρωποι λο και πλθαιναν γρω του και του φναζαν λο και πιο δυνατ:
- Βρε νθρωπε, δεν ακος; Δσε μας το χρι σου! Θα πνιγες! Τποτα αυτς.
Κποια στιγμ, μσα στο πανικ και την αγωνα που επικρατοσε, επειδ κανες δεν θελε να πνιγε ο νθρωπος αυτς, αλλ και κανες δε μποροσε να κνει τποτα περισστερο, κποιος πρε εδηση τον Νασρεντν που παρακολουθοσε ατραχος τη σκην.
Να ο Χτζας, αναφνησε το πλθος. Κντε χρο να κνει κτι. Σγουρα θα ξρει αυτς τι να κνει, σαν νθρωπος του Θεο που εναι.
Αμσως ττε λοι καναν χρο και ο Νασρεντν σκυψε στο νερ και κτι επε σιγαν στον μισοπνιγμνο. Αμσως ττε εκενος δωσε το χρι του και ο Νασρεντν το πιασε και τον συρε ξω.
Οι νθρωποι μειναν ττε με ανοιχτ το στμα.
- Βρε, επαν! Βρε Χτζα μας, καλ μας Χτζα, τι του επες του ανθρπου και σου δωσε το χρι σου; Εδ τση ρα εμες του φωνζουμε να μας δσει το χρι του και δε το κανε. Τρα γιατ κουσε εσνα και χι εμς;
- Εγ δε του επα να μου δσει το χρι του, απντησε ρεμα ο Χτζας.
- Τι του επες λοιπν, ρτησαν οι νθρωποι περεργοι.
- Εγ του επα «πρε το χρι μου», επε ο Νασρεντν.

****
Ο Νασρεντν εχε χσει το κλειδ του σπιτιο του. Πγε κτω απ μια κολνα που φεγγε νας φανς κι ψαχνε μσα στη νχτα, κνοντας μεγλη φασαρα. Μαζετηκε κσμος κι λοι θελαν να τον βοηθσουν. ρχισαν να ψχνουν κι αυτο μαζ του.
- Πες μου Χτζα, τον ρτησε στο τλος κποιος, εσαι σγουρος πως χασες το κλειδ εδ, σ' αυτ το μρος;
- χι, απντησε ο Νασρεντν, αλλ μνο εδ χει φως. Εγ θλω πντα να βλπω τι κνω.

****
Βρκαν τον Χτζα στην κοινοτικ σιταποθκη να χνει στρι απ τα πιθρια των γειτνων του στο δικ του και τον πγαν στα δικαστρια.
- Εμαι ανητος, δεν ξεχωρζω το στρι τους απ το δικ μου, ισχυρστηκε.
- Ττε γιατ δεν χυσες καθλου στρι απ τα δικ σου πιθρια στα δικ τους; απντησε ο δικαστς.
- Α! Μα ξεχωρζω το στρι μου απ το δικ τους, δεν εμαι και τσο ανητος!

Μια μρα ο Νασρεντν πγε σε τραπζι γμου. Επειδ τα φορματα του ταν παλι, δεν τον περιποιθηκαν. Ο Νασρεντν ττε πηγανοντας στο σπτι του και φορντας μια γονα του, επιστρφει.
Ο νοικοκρης προπντησε τον Χτζα με πολλς φιλοφρονσεις και τον βζει στην τιμητικ θση του τραπεζιο λγοντας:
- Ορστε, ορστε, Χτζα μου.
Και ο Νασρεντν, πινοντας το μανκι της γονας, της λει:
- Ορστε, γονα μου, ορστε.
Οι παρευρισκμενοι ττε τον ρτησαν:
- Τι κνεις εκε;
Και ο Νασρεντν απαντ:
- Αφο λες οι φιλοφρονσεις γνονται για την γονα, αυτ ας καθσει και ας φει.

Ο Νασρεντν μια μρα αγρασε συκτι και εν πγαινε σπτι του, τον συναντ κποιος φλος του και τον ρωτν πως θα το ψσει.
Ο Νασρεντν επε τι θα το ψσει πως συνθως λος ο κσμος το ψνει.
- Α! χι, του λει φλος του. Υπρχει και να λλος τρπος να το ψσεις και ττε να δεις τι νστιμο που θα γνει.
Ττε ο Νασρεντν επε:
- Επειδ δεν μπορ να κρατσω στη μνμη μου αυτ τον τρπο, σε παρακαλ να τον γρψεις σε να χαρτ, και διαβζοντας, να το ψσω.
Ο Νασρεντν με εκενη την ρεξη, εν τρεχε στο σπτι του, να γερκι αρπζει το συκτι απ τα χρια του και πετει ψιλ. Χωρς να στενοχωρηθε, δεχνοντας στο γερκι την συνταγ του φλου του επε:
- δικα κοπιζεις, δεν θα καταλβεις τποτα απ το φαγητ. Μου πρες το συκτι αλλ χι και την συνταγ!

Ο Νασρεντν ξεκουραζταν κτω απ μια καρυδι. Μπροστ του ταν να μποστνι με καρποζια. Κοταζε ο Νασρεντν τις καρπουζις με τα λεπτ βλαστρια και τα πελρια καρποζια, κοταζε και την καρυδι με τον χοντρ κορμ και τα μικρ καρδια και μονολογοσε:
- Αχ, Αλλχ, πς τα 'φτιαξες τσι τα πργματα; Ανποδα τα 'φτιαξες. να τσο δα βλασταρκι δνει καρπ που δεν χωρ στην αγκαλι και να τσο χοντρ δντρο φτιχνει κτι καρυδκια μια σταλι. Αν αυτ δεν εναι ανποδο, ττε τι εναι;
Δεν προλαβανει να αποσσει την κουβντα του και να καρδι πφτει απ ψηλ στο κεφλι του.
- Ωχ! κνει ο Χτζας και πετγεται ρθιος.
Τρβει το κεφλι του, κοιτζει το καρδι που εχε πσει χμω, κοιτζει και τα καρποζια λγο παρακτω και λει:
- Δξα να 'χει ο Αλλχ! ξερε αυτς τι κανε. Για φαντσου να σκαγε το καρποζι στο κεφλι μου!

****
δωσε κποιος να πουκμισο στον Χτζα να το πουλσει στην αγορ. Τοτο μως ταν κλεμμνο και το γνριζε ο Νασρεντν.
Εκε στην αγορ και μσα στο πλθος κποιος κλεψε το πουκμισο απ τον Χτζα. ταν επστρεφε, τον ρτησε εκενος ο οποος του εχε δσει το πουκμισο πσο το πολησε. Αυτς απντησε:
- Μεγλη απραξα υπρχει σμερα στην αγορ και γι αυτ το πολησα σο ταν η αξα του, δηλαδ σο το αγρασες.

νας φλος του Χτζα ζτησε δανεικ μερικ χρματα και λγη προθεσμα.
Και η απντηση του Χτζα:
- Χρματα δεν μπορ να σου δσω, αλλ επειδ εσαι φλος μου, προθεσμα σου δνω σο θλεις.

Ρτησαν κποτε τον Χτζα:
- ταν γνεται νο φεγγρι, τι το κνουν το παλι;
Κι απαντ ο Νασρεντν:
- Το σπζουν σε μικρ τεμχια, και το κνουν στρα.

****
Ρωτ κποιος τον Νασρεντν:
- Ποι εναι η ννοια του πεπρωμνου, Χτζα μου;
- Εικασες.
- Πως αυτ;
- Υποθτετε πως τα πργματα πρκειται να πνε καλ και δεν πηγανουν. Αυτ το λτε κακ τχη. Υποθτετε τι τα πργματα πρκειται να πνε σχημα και δεν πηγανουν. Αυτ το λτε καλ τχη. Υποθτετε τι κποια συγκεκριμνα πργματα πρκειται να συμβον να μην συμβον. Και σας λεπει τσο η διασθηση στε να μην γνωρζετε τι πρκειται να συμβε. Υποθτετε πως το μλλον εναι γνωστο. ταν αιφνιδιζεστε αυτ το ονομζετε «Πεπρωμνο».

νας γετονας θελε να δανειστε το σχοιν του απλματος των ροχων.
- Λυπμαι, επε ο Νασρεντν, αλλ το χρησιμοποι. Στεγννω το αλερι.
- Για το Θε, πως μπορες να στεγνσεις αλερι πνω στο σχοιν του απλματος;
- Εναι λιγτερο δσκολο απ' τι νομζεις αν δε θες να το δανεσεις...

****
Ο Νασρεντν στειλε να παιδ να φρει νερ απ την πηγ.
- Πρσεξε να μην σπσεις το σταμν! του φναξε και δωσε να σκαμπλι στο παιδ.
νας περαστικς ρτησε τον Νασρεντν γιατ χτπησε κποιον που δεν χει κνει τποτα.
- Μα νθρωπ μου, επε ο Νασρεντν, θα ταν ανφελο να τιμωρσω το παιδ ταν θα εχε πια σπσει το σταμν, τσι δεν εναι;

Ο Νασρεντν χασε τον γιδαρ του και οι συχωριανο του προσπαθον να τον παρηγορσουν.
- Μπορε να χασες τον γιδαρ σου, Νασρεντν, αλλ δεν χρειζεται να στεναχωρισαι περισστερο απ' σο ταν χασες την πρτη σου γυνακα.
- Αν θυμστε, ταν χασα την πρτη μου γυνακα, λοι οι συγχωριανο επατε: Θα σου βρομε κποια λλη. Μχρι τρα μως, καννας δεν προσφρθηκε να αντικαταστσει τον γιδαρ μου!

Μια μρα, εκε που περπατοσε ο Νασρεντν σ’ να στεν, νας μστορας που φτιαχνε τα κεραμδια σε μια στγη, γλστρησε κι ρθε και…«προσγειθηκε» πνω στο Χτζα! Ο μστορας δεν παθε τποτα, αλλ ο Νασρεντν μεταφρθηκε στο νοσοκομεο με σπασμνο σβρκο!
- Και τι δδαγμα βγζεις απ’ αυτ που σου συνβη; τον ρτησε νας φλος του που πγε να τον δει, κι ο Χτζας του απντησε:
- Να μην το βζεις κτω πιστεοντας στο αναπφευκτο, ακμα κι ταν μια αιτα κνει το αποτλεσμα να μοιζει αναπφευκτο. Απφευγε θεωρητικς υποθσεις, πως, «ταν νας νθρωπος πσει απ μα στγη, αναπφευκτα θα σπσει τον σβρκο του», γιατ πως δειξε αυτ που μου συνβη, ο μστορας πεσε απ τη στγη, αλλ το δικ μου σβρκο σπασε.

Μια καλοκαιριτικη μρα ο Νασρεντν φρτωσε το γαδορι του με διφορες πραμτειες και ξεκνησε πρω πρω απ το χωρι του για να της πει στην πλη που εχε παζρι και να τις πουλσει. Στα μισ του δρμου πενασε και σκφτηκε να φει το μισ απ το καρποζι που εχε πρει μαζ του για ρα ανγκης. Σταμτησε κτω απ να μεγλο δντρο, χρισε με το μαχαρι του το καρποζι στα δο κι στερα κοψε την πρτη φτα. Την πινει με τα δυο του χρια, της δνει μια μεγλη βαθι δαγκωνι και: «φτου..», κανε με αηδα κι φτυσε το καρποζι στο χμα, γιατ ταν τελεως γλυκο σαν αγγορι! στερα πρε λο το καρποζι και με φοβερ θυμ το σκωσε ψηλ και το πταξε σε μια πτρα, κνοντς το κομμτια που σκρπισαν γρω απ την πτρα. Και σαν μην φτανε αυτ, πγε πνω απ τα κομμτια του καρπουζιο και τα κατορησε. τσι, αφο ξεθμανε, καβλησε το γαδορι του και πγε στο παζρι, στην πλη. Η μρα του πγε πολ καλ αφο πολησε λη του την πραμτεια και κατ το μεσημερκι καβλησε το γαδορι του και πρε το δρμο του γυρισμο. Την ρα του καταμεσμερου κι εν ο καλοκαιριτικος λιος καιγε βασανιστικ, βρθηκε να περνει δπλα απ το δντρο που το πρω εχε κομματισει το νοστο καρποζι. νοιωθε τρομερ δψα. Σταμτησε το γαδορι δπλα στο δντρο, και κοταξε το κομματισμνο καρποζι που ταν ακμα εκε κτω απ τη σκι του. Ξεκαβλησε και πλησασε τα κομμτια του καρπουζιο. Γοντισε, διλεξε να κομμτι καρπουζιο που ταν κπως μακρι απ την πτρα και στριφογυρζοντας το στο χρι του ψιθρισε, «αυτ δεν το χω κατουρσει» και το φαγε. στερα βρκε να λλο, «οτε κι αυτ το χω κατουρσει» επε και το φαγε. στερα πρε λλο να, πειτα κι λλο να και ψιθυρζοντας πντα, «αυτ δεν το χω κατουρσει», φαγε λο το κομματιασμνο και κατουρημνο καρποζι, και ξεδιψασμνος ανβηκε στο γαδορι του και γρισε ευχαριστημνος στο χωρι του.

Μια μρα ο Νασρεντν, πιασε με τις ξβεργς που εχε βλει στο φρχτη του να καλοθρεμμνο σπουργτι και σκεφτταν πς θα το μαγειρψει για να το φει. μως το σπουργτι το μλησε με ανθρπινη φων και του επε:
- Οτε καν να το σκεφτες να με φας!
Ο Νασρεντν τα 'χασε που να σπουργτι μποροσε να μιλει και του το επε.
- Δεν εμαι απλ σπουργτι, του επε ττε εκενο. Εμαι δσκαλος, Χτζας δηλαδ, ανμεσα στα πουλι κι αν με αφσεις ελεθερο θα σου δσω τρεις πολτιμες συμβουλς.
Ο Νασρεντν σκφτηκε τι δεν συναντ κανες πουλι που μπορον να μιλνε κθε μρα με ανθρπινη φων και τι σγουρα αυτ το σπουργτι θα πρπει να ξρει πολλ. Κι τσι, του υποσχθηκε να το αφσει ελεθερο αν του δσει τις τρεις συμβουλς που του υποσχθηκε.
- Εντξει, επε το σπουργτι. Πρτη συμβουλ: Μην πιστεεις ποτ τις ανοησες που σου λει οποιοσδποτε, ακμη κι αν χει φμη, κρος, δναμη, πλοτη εξουσα. Αν κποιος, λοιπν, σου πει μια ανοησα, μην τον πιστψεις.
- Σμφωνοι, επε ο Νασρεντν και το σπουργτι συνχισε:
- Δετερη συμβουλ: ,τι κι αν κνεις, ποτ μην προσπαθσεις να κνεις κτι αδνατο για σνα, γιατ θα αποτχεις. Να χεις πντα επγνωση μχρι πο μπορες να φτσεις.
- Πολ ωραα, επε ο Νασρεντν και το σπουργτι συνχισε:
- Τρτη συμβουλ: Αν κνεις κτι που εναι σωστ, μην το μετανισεις ποτ.
Κι τσι ο Νασρεντν φησε το σπουργτι χαρομενος, επειδ σκεφτταν τι αυτς ταν πργματι τρεις σοφς συμβουλς και τι θα μποροσε να τις πει στους μαθητς του. Αποφσισε, μλιστα, να τις γρψει και στον τοχο του σπιτιο του για να τις θυμται πντα. μως το σπουργτι πγε και κθισε ψηλ στο κλαδ ενς δντρου πνω απ τον Χτζα και ρχισε να γελει κοροδευτικ.
- Τι συμβανει; το ρτησε ο Νασρεντν.
- χω μσα στο στομχι μου να πολτιμο διαμντι. Αν με εχες σκοτσει για να με φας, τρα το διαμντι θα ταν δικ σου! Χα, χα, χα!
Ο Νασρεντν θμωσε πολ και μετνιωσε που φησε το σπουργτι να του φγει. Αμσως ρχισε να σκαρφαλσει στο δντρο για να το πισει. ταν μως πια γρος και το σπουργτι ταν πολ γργορο. Κθε φορ που το πλησαζε εκενο πταγε λο και πιο ψηλ. Στο τλος, φτασαν και οι δο στην κορυφ του δντρου, οπτε το σπουργτι πταξε μακρι και ο Νασρεντν κατκοπος, δεν μπρεσε να κρατηθε γερ κι πεσε κτω και τσακστηκε. Εν βογκοσε απ τους πνους στο δαφος, τον πλησασε το σπουργτι και πετντας πνω απ το κεφλι του, του επε:
- Γιατ πστεψες την ανοησα που σου επα, τι χω να διαμντι στο στομχι μου; Και δεν φτανε αυτ, αλλ μετνιωσες που με φησες ελεθερο, εν εχες κνει κτι σωστ. Και τλος προσπθησες να κνεις κτι αδνατο για σνα: Γρος νθρωπος να σκαρφαλσεις στο δντρο. Πριν περσει λγη ρα απ τη στιγμ που στις επα, δεν ακολοθησες καμα απ τις τρεις συμβουλς μου.
- Μμμμ... βγκηξε ο Νασρεντν, καθς το σοφ σπουργτι πταξε μακρι.

Αργ να μεσημρι, τρομερ πεινασμνος ο Νασρεντν, πει σ’ να εστιατριο, παραγγλνει το φαγητ και μλις του το φρνουνε αρχζει να τρει λαμαργα και με τα δυο του χρια, χωρς να χρησιμοποιε πιρονι και μαχαρι.
νας γνωστς του που καθταν στο διπλαν τραπζι, τον ρωτει:
- Γιατ τρως με τα δυο σου χρια Χτζα μου;
- Γιατ δεν χω τρα, απαντει εκενος.

Ρωτει κποιος τον Νασρεντν:
- Γιατ Χτζα μου, σε κθε ερτηση που σου κνουν, απαντς με μια λλη ερτηση;
- τσι κνω;

****
Κποτε κλεσε τον Χτζα -μαζ με λλους αξιωματοχους- νας πμπλουτος γγλος γαιοκτμονας, στο εξοχικ του, σε να τερστιο αγρκτημα.
ταν λοι οι καλεσμνοι μαζετηκαν στον κπο κι πιναν το αναψυκτικ τους, ρθε η ρα της ιππασας και ο οικοδεσπτης διταξε κι φεραν κμποσα λογα μπροστ στους φιλοξενομενους στε ο καθνας να διαλξει ποιο θελε. Τα λογα μπκαν στη σειρ κι ρχισαν να παρελανουν μπροστ στους καλεσμνους, εν ο σταβλρχης του οικοδεσπτη ανγγελλε τα λογα να να:
- Σ’ αυτ το λογο χει ανβει ο πργκιπας τδε, μ’ αυτ το λογο χει κνει ιππασα η κμισσα δενα, αυτ το λογο εχε στην πλτη του τον δοκα του Μπλνκσαρ… και λοιπ.
Ο Νασρεντν, μως, που δεν «μσαγε» απ ττοια, επε με να αυστηρ και απαιτητικ φος:
- Φρτε μου, παρακαλ, να λογο που να μην το χει καβαλσει ποτ καννας.

Κποτε, ο Νασρεντν σταμτησε περνντας απ μια πλατεα που εχε μαζευτε κσμος κι κουγε να σοφ δσκαλο που κανε κρυγμα.
- Τι εναι η ζω και τι εναι ο θνατος; Απ πο ερχμαστε και πο πηγανουμε, βροντοφναξε ο δσκαλος.
- Δεν ξρω, απντησε αυθρμητα ο Νασρεντν, αλλ θα πρπει και το «λα» και το «πγαινε» να εναι πολ τρομερ.
- Γιατ το λες αυτ, Χτζα; τον ρτησε ο πλανς του.
- Επειδ με την απλ παρατρηση, χω δει τι ερχμαστε στη ζω με το ζρι και κλαγοντας, και τι ταν φεγουμε απ τη ζω το κνουμε επσης με το ζρι και κλαγοντας.

Μια φορ, νας συγγενς του Νασρεντν που εχε πει κυνγι, ρθε το βρδυ για να τον δει Χτζα και του φερε ως δρο μια μικρ ππια. Χαρομενος ο Νασρεντν βαλε να μαγειρψει αμσως μια υπροχη σοπα ππιας και κρτησε και τον επισκπτη του να φει μαζ τους. Σε λγο, μως, η μυρωδι που βγαινε απ το σπτι, φερε κι λλο επισκπτη που επε τι εναι φλος του συγγεν του που φερε την ππια και κθισε στο τραπζι. Τι να κνει ο Νασρεντν, αραωσε λγο τη σοπα για να φτσει και του βαλε κι εκενου να πιτο. Μετ απ λγο ρθε κι λλος νας που επε τι εναι φλος του φλου του συγγεν που φερε την ππια και κθισε κι αυτς στο τραπζι και σερβιρστηκε κι αυτς σοπα, αφο ο Νασρεντν την αραωσε και πλι. Στο τλος, αφο ρθαν κι λλοι, και κθε φορ αραωνε τη σοπα ο Νασρεντν, ρχισε πια να εκνευρζεται ταν ρθε κι λλος νας που επε:
- Εμαι ο φλος, του φλου, που χει φλο τον φλο το συγγεν σου που φερε την ππια και κθισε κι αυτς στο τραπζι για φαγητ.
Κθισε πως κι οι υπλοιποι περιμνοντας τη σοπα του, κι ο Νασρεντν του φερε σε λγο να πιτο με ζεστ νερ.
- Τι εναι αυτ, ρτησε ο τελευταος επισκπτης.
Κι ο Νασρεντν του απντησε:
- Εναι η σοπα της σοπας, απ τη σοπα της σοπας απ την ππια, που φερε ο συγγενς μου.

Μια μρα ο Νασρεντν, που εχε ξεμενει εντελς απ λεφτ, αποφσισε να πει στον πιο πλοσιο του χωριο του και να του ζητσει δανεικ. Μια και δυο πει στο σπτι του πλοσιου και μλις κθονται στο σαλνι του λει χωρς περιστροφς:
- Μου δνεις μερικ χρματα που χρειζομαι;
- Τι τα χρειζεσαι; τον ρωτει ο πλοσιος.
- Για να αγορσω ναν ελφαντα, απαντει ο Νασρεντν.
- Αν δεν χεις χρματα, δεν θα μπορσεις μετ να συντηρσεις κοτζμ ελφαντα, του επε σοβαρ ο πλοσιος, κι ο Νασρεντν του απντησε αμσως εξσου σοβαρ και κοφτ:
- Εγ ρθα εδ για να σου ζητσω λεφτ, χι συμβουλς!

****
νας θεοφοβομενος γετονας του Νασρεντν, κθε τσο και με κθε ευκαιρα, στρεφε τας μτια του στον ουραν κι λεγε μ’ να γλυκανλατο φος:
- Ας γνει το θλημα του Θεο.
σπου μια μρα ο Νασρεντν, δεν ντεξε και του λει:
- Το θλημα του Θεο γνεται τσι κι αλλις πντα, οπτε τσμπα το λες και το ξαναλς.
- Και πς εσαι τσο σγουρος γι’ αυτ Χτζα μου; ρωτει ο γετονας, πς μπορες να τ’ αποδεξεις;
- Πολ απλ, απαντει ο Νασρεντν: Αν δεν γινταν πντα το δικ του θλημα, δεν θα εχε γνει τσο χρνια, κποτε και το δικ μου;

Κποτε επισκφτηκαν τον Νασρεντν μερικο μαθητς του και του ζτησαν να τους μιλσει για ποιο φιλοσοφικ θμα θελε εκενος.
- Βεβαως, απντησε πρθυμα αυτς. Ας πμε στην αθουσα διαλξεων του δημαρχεου.
Επειδ, μως, ταν κπως μακρι, ο Νασρεντν σαμρωσε το γιδαρ του και ζτησε απ τους μαθητς του να τον ακολουθσουν. Εκενοι μπκαν στη σειρ πσω απ το γιδαρο και με μεγλη τους κπληξη εδαν τον Νασρεντν να καβαλει το γιδαρο ανποδα και να ξεκινει κοιτζοντς τους χαμογελντας. Στην αρχ οι νεαρο τα χασαν και δεν καταλβαιναν γιατ ο Νασρεντν προχωροσε καβλα ανποδα στο γαδορι του. Πγαν να του πουν τι αυτ που κανε δεν ταν σωστ, αλλ θυμθηκαν τι δεν πρεπε να αμφισβητον καμι απ τις πρξεις του διδασκλου κι τσι δεν νοιξαν το στμα τους. Καθς μως περνντας απ τα σοκκια οι διφοροι περαστικο τος κοριδευαν που ακολουθοσαν κποιον που καθταν ανποδα στο γαδορι του, ρχισαν να δυσφορον φανερ.
Ο Νασρεντν που κατλαβε τι συνβαινε σταμτησε και τους κοταξε ερωτηματικ. Ττε, ο πιο θαρραλος απ τους μαθητς τον πλησασε και τον ρτησε:
- Δσκαλε, δεν καταλαβανουμε γιατ χεις καβαλσει τον γιδαρο ανποδα, με το πρσωπ σου προς την ουρ του!
- Εναι πολ απλ, απντησε ο Νασρεντν. Αν σας βαζα να περπαττε μπροστ απ μνα για να σας βλπω, θα ταν ασβεια απ μρους σας να χετε γυρισμνη την πλτη στον δσκαλ σας. Κι αν ερχσαστε πσω μου ακολουθντας με κι εγ εχα γυρισμνη την πλτη μου σ’ εσς, ττε θα ταν ασβεια απ μρους μου να χω γυρισμνη την πλτη μου στους μαθητς μου. τσι αυτ που κανα ταν η μνη κατλληλη λση. Και πσω μου ερχσαστε, και δεν σας χω γυρισμνη την πλτη μου.

νας γετονας του Χτζα, πει μχρι την πρτα της αυλς του και του φωνζει:
- Νασρεντν, θα μου δανεσεις τον γιδαρ σου για σμερα, γιατ θλω να μεταφρω μερικ πργματα;
Ο Νασρεντν που δεν θελε να δσει τον γιδαρ του, αλλ δεν θελε να φανε και αγενς, αποφσισε να πει ψματα:
- Πολ ευχαρστως, αλλ τον χω δη δανεσει για σμερα δε κποιον λλον.
Ξαφνικ ττε, ο γιδαρος που βρσκονταν στον σταλο, αρχζει και γκαρζει. Με το που τον ακοει ο γετονας εξανστη:
- Μου λες ψματα! Εναι στον σταλο σου!
Κι ο Νασρεντν απαντ δθεν θιγμνος:
- Τι εννοες; Ποιον θα πιστψεις τρα; ναν γιδαρο τον Χτζα;

Μερικ παιδι, βλποντας τον Νασρεντν να ρχεται απ τ' αμπλι του χοντας φορτωμνο τον γιδαρ του με δυο μεγλα κοφνια σταφλια, τρεξαν κοντ του και του ζτησαν να τους δσει μερικ. Ο Νασρεντν κοψε ττε μερικ τσαμπι και τους τα δωσε. τα παιδι μως του παραπονθηκαν τι ταν λγα:
- χεις τσα πολλ κι εμς μας δωσες τσα λγα...
- Παιδι μου, απαντ ο Νασρεντν, ετε να κοφνι χετε, ετε να τσαμπ, δεν υπρχει καμα διαφορ. Την δια γεση χουν.

Κποτε ο Νασρεντν χτισε ναν φορνο. Ο γετονς του, μως, του επε πως την πρτα του φορνου θα χτυποσε το μπουγζι απ το απναντι στεν και δεν θα ταν εκολο το ναμμα. Ο Νασρεντν γκρμισε τον φορνο κι λλαξε κατεθυνση. λλος περαστικς, πλι, εχε διαφορετικ γνμη. Κι πειτα λλος κι λλος. Ο Νασρεντν χτιζε και γκρμιζε χωρς να βρσκει κρη. Τελικ, βρκε τρπο να δχεται, χωρς να παιδεεται, λες τις υποδεξεις. στησε το φορνο του πνω σ' να κρο! Και κθε φορ που του λεγαν ν' αλλξει κατεθυνση, γριζε το κρο...

****
Ο Νασρεντν εχε ναν γετονα χι και πολ τμιο κι θελε να του δσει να καλ μαθηματκι. Μια μρα, λοιπν, πγε και του γρεψε δανεικ να μεγλο τντζερη που εχε. Ο γετονας του τον δωσε. Δυο μρες μετ ο Νασρεντν βαλε μες τον τντζερη να μικρτερο και τον επστρεψε στο νμιμο κτοχ του. Ο γετονας ρτησε για ποιο λγο εχε βλει μσα στο μεγλο τντζερη να μικρτερο και ο Νασρεντν απντησε τι ο τντζερης εχε γεννσει να παιδκι το οποο κατ το νμο πρεπε να δοθε στο κτοχο του τντζερη. Ο γετονας πρε τα δο μαγειρικ σκεη και μπκε σπτι του. Μετ απ λγες μρες ο Νασρεντν του ξαναγρεψε το τντζερη κι αυτς δεν φερε καμι αντρρηση ελπζοντας και πλι σε γεννητορια. Πρασαν μρες και ο Νασρεντν δεν επστρεφε τον τντζερη. Κποια στιγμ ο γετονας αποφσισε να πει να του τον ζητσει.
- Αχ, του απντησε ο Νασρεντν με πολ λυπημνη κφραση, δεν ξερα πς να σας το πω. Δεχτετε τα ειλικριν μου συλλυπητρια. Ο τντζερς σας πθανε.
- Πθανε ο τντζερης; Τι ανοησα εναι πλι αυτ; Ποιος κουσε ποτ να τντζερη να πεθανει;
- Μην εσθε δσπιστος αγ μου, επε ο Νασρεντν, πο βλπετε το παρξενο να πεθανει νας τντζερης ο οποος ταν ικανς να φρει στον κσμο να παιδ;

Μια μρα ο Νασρεντν επισκεαζε τα κεραμδια στη στγη του σπιτιο του. Εν εργαζταν στην οροφ, νας ξνος χτπησε την πρτα.
- Τι θλεις; του φναξε ο Νασρεντν απ την στγη.
- λα κτω και θα σου πω, απντησε ξνος.
Ο Νασρεντν απρθυμα και αργ αργ κατβηκε για να μιλσει με τον ξνο.
- Λοιπν! Ποιο εναι αυτ το σημαντικ πργμα που θλεις να μου πεις;
- Θα μποροσες να δσεις λγα χρματα σε ναν φτωχ γρο πως εγ;
Ττε ο Νασρεντν ρχισε να ανεβανει και πλι στην στγη, λγοντας στον ξνο:
- λα μαζ μου μχρι την οροφ και θα σου πω.
Αφο ανβηκαν και οι δυο στην στγη, ττε γυρνει ο Νασρεντν και λει στον ζητινο:
- Η απντηση εναι χι!

Σε μια συγκντρωση, στην οποα ταν παρν και ο Νασρεντν, οι νθρωποι συζητοσαν για τα πλεονεκτματα της κθε ηλικας. Στο τλος λοι συμφνησαν πως σο μεγαλνει ο νθρωπος, χνει τις δυνμεις που εχε σε μικρτερη ηλικα. Ο Νασρεντν μως διαφνησε:
- Δεν συμφων μ' αυτ. Εγ τουλχιστον χω τις διες δυνμεις που εχα και νος.
- Δηλαδ; Τι εννοες; τον ρτησε κποιος.
- Στην αυλ μου, απντησε ο Νασρεντν, υπρχει μια τερστια πτρα. ταν μουν νος και προσπαθοσα να την σηκσω, δεν τα κατφερα. Το διο και τρα που εμαι γρος.

Μια μρα, πγε στον Νασρεντν κποιος αγρμματος για να του διαβσει να γρμμα που εχε λβει. Ο Νασρεντν αφο πρε την επιστολ, την εξτασε και προσπθησε να την διαβσει. Δεν μποροσε να βγλει μως οτε μα λξη. Οπτε λει στον αγρμματο κτοχο της επιστολς:
- Λυπμαι, αλλ αυτ δεν μπορ να το διαβσω.
- Ντροπ σου Χτζα! κρμα στο τουρμπνι που φορς (δεγμα μρφωσης).
Ττε ο Νασρεντν βγαλε το τουρμπνι απ το κεφλι του και το φρεσε στο κεφλι του αγρμματου, λγοντς του:
- Τρα φορς εσ το τουρμπνι. Αν αυτ σου δνει γνση, ττε διβασε μνος σου το γρμμα!

Μια μρα, νας φημισμνος φιλσοφος και ηθικολγος, φτασε στο χωρι του Νασρεντν. ταν ρτησε τον Χτζα που θα μποροσε να φει, ο Νασρεντν του συνστησε να κοντιν εστιατριο. Ο φιλσοφος, χοντας και ρεξη για συζτηση, προσκλεσε τον Νασρεντν να τον ακολουθσει και να φνε μαζ. Αυτς μλλον απρθυμα, πγε μαζ του. ταν φτασαν, ο φιλσοφος ρτησε τον σερβιτρο τι καλ εχε για εκενη την ημρα.
- Ψρι! Φρσκο ψρι, απντησε ο σερβιτρος.
- Φρε μας δο, επε ο φιλσοφος.
Λγη ρα αργτερα, τα ψρια ταν τοιμα μσα σε μια μεγλη πιατλα που φερε ο σερβιτρος. Το να απ αυτ τα ψρια ταν λγο μικρτερο απ το λλο. Ο Νασρεντν, χωρς χρονοτριβ αρπζει το μεγαλτερο ψρι και το βαλε στο πιτο του. Ο φιλσοφος εμφανς ενοχλημνος, του λει τι αυτ η κνηση δεν εναι ευγενικ και δεν συμβαδζει με τους τρπους καλς συμπεριφορς. Ο Νασρεντν, αφο κουσε ρεμος το κρυγμα του φιλσοφου, τον ρωτει:
- Εσες δηλαδ, τι θα κνατε στην θση μου φλτατε;
- Εγ, απντησε ο φιλσοφος, ως ευσυνεδητος και ευγενς νθρωπος θα διλεγα για τον εαυτ μου το μικρτερο ψρι.
- Ε ορστε ττε, επε ο Νασρεντν βζοντας το μικρ ψρι στο πιτο του φιλσοφου.

Ρωτει κποιος τον Χτζα:
- Χτζα μου, ταν συνοδεω να φρετρο, σε ποια πλευρ θα πρπει να στκομαι; Αριστερ, δεξι, πσω μπροστ;
Και η απντηση του Νασρεντν:
- Στσου που επιθυμες, απ την στιγμ που δεν εσαι μσα!

Μια ομδα φιλοσφων ταξδεψε σε λον τον κσμο για να βρει απντηση στο ερτημα, πτε θα φτσει το τλος του κσμου. Μη μπορντας να βρουν την απντηση απευθνθηκαν στον Νασρεντν Χτζα.
- Γνωρζεις εσ Χτζα πτε θα φτσει το τλος του κσμου;
- Φυσικ, απντησε ο Νασρεντν. Το τλος του κσμου θα φτσει ταν πεθνω εγ.
- Εσαι σγουρος; τον ρωτον απορημνοι οι φιλσοφοι.
- Τουλχιστον για τον εαυτ μου, ναι...

Μια κρα χειμωνιτικη νχτα, ο Νασρεντν βαλε στοχημα με τους φλους του, τι θα μποροσε να σταθε στην πλατεα του χωριο, λη την νχτα, μες στο κρο. Ο μοναδικς ρος ταν να μην υπρχει εκε κοντ εμφανς πηγ θερμτητας. Το παθλο για τον κερδισμνο θα ταν να πλοσιο γεμα.
τσι κι γινε. Ο Νασρεντν στεκταν λη την νχτα στην παγωμνη πλατεα και το πρω που ληξε το στοχημα, τρεξε περιχαρς να συναντσει τους φλους του και να τους αναγγελει την νκη του. νας απ' αυτος μως, εχε μια νσταση:
- Σε απσταση 3 μτρων απ εσνα, πσω απ να παρθυρο, ταν αναμμνο να κερ. ρα υπρχε πηγ θερμτητας. Επομνως χασες το στοχημα και θα πρπει να μας κνεις το τραπζι.
- Αυτ εναι γελοο, απντησε ο Νασρεντν. Πως θα μποροσα να ζεσταθ απ να κερ και μλιστα απ τση απσταση και πσω απ να παρθυρο;
Οι υπλοιποι μως ταν αννδοτοι. τσι ο Νασρεντν δχτηκε την ποψ τους και υποσχθηκε να τους κνει το τραπζι. Λγες μρες αργτερα τους προσκλεσε στο σπτι του για το γεμα. Το φαγητ δεν ταν τοιμο ταν πγαν, ο Νασρεντν μως τους καθησχασε:
- Φλοι μου, κντε λγη υπομον και το γεμα θα εναι τοιμο σε λγο. Τρα το μαγειρεω.
Λγοντας αυτ πγε στην κουζνα για να συνεχσει το μαγερεμα. Η ρα περνοσε και ο Νασρεντν με το φαγητ δεν κανε την εμφνισ του. Τελικ, οι πεινασμνοι φλοι του αποφασζουν να πνε στην κουζνα για να δουν τι γνεται. Εκε κπληκτοι αντικρζουν τον Νασρεντν να βρσκεται καθισμνος μπροστ σε να μεγλο καζνι. Κτω απ το καζνι ταν τοποθετημνο να αναμμνο κερ. ρεμος, γυρνει και τους λει:
- Μην ανησυχετε φλοι μου. Το φαγητ θα εναι τοιμο σε λγο. πως βλπετε, μαγειρεεται.
- χεις τρελαθε Νασρεντν; Πως εναι δυνατν να βρσει το φαγητ με να αναμμνο κερκι;
- Η γνοι σας με διασκεδζει φλοι μου. Αν να κερ σε απσταση 3 μτρων μπορε να ζεστνει ναν νθρωπο, ττε σγουρα να κερ ταν βρσκεται σε απσταση 3 εκατοστν απ να καζνι, μπορε να βρσει και το φαγητ.

****
     Γυρνντας απ να ταξδι ο Νασρεντν με την σζυγ του, ανακαλπτουν τι τους χουν ανοξει το σπτι και τους χουνε κλψει. Η γυνακα του ταν κατηγορηματικ:
 -"Το λθος εναι δικ σου. Θα πρεπε να βεβαιωθες πριν φγουμε, τι το σπτι εναι κλειδωμνο".
 -"Δεν κλεισες καλ τα παρθυρα", λει κποιος απ τους γετονες που τρεξαν να δουν τι συμβανει.
 -"Δεν το περμενες αυτ;" επε κποιος λλος.
 -"Οι κλειδαρις ταν ελαττωματικς και δεν τις αντικατστησες", πρσθεσε νας λλος.
 -"Μια στιγμ!" τους δικοψε ο Νασρεντν. "Δηλαδ ο μνος υπεθυνος εμαι εγ κατ την γνμη σας";
 -"Εμ ποιος λλος;" απντησαν αυτο.
 -"Τι θα λγατε για τους κλφτες; Αυτο εναι εντελς αθοι;" επε ο Νασρεντν.

****
     Μια μρα ο Νασρεντν πεσε σε να ποτμι και θα πνιγταν αν δεν τον σωζε κποιος που περνοσε απ κει. κτοτε, ο νθρωπος που σωσε τον Νασρεντν φρντιζε να του υπενθυμζει την χρη που του χρωστοσε. Αφο αυτ συνβαινε για αρκετ καιρ, ττε ο Νασρεντν παρνει τον σωτρα και του λει να ξαναπνε στο ποτμι. Αφο φτασαν εκε, ττε ο Νασρεντν πηδει μσα και απευθυνμενος στον σωτρα του, λει:
 -"Τρα εμαι στην δια κατσταση που με εχες βρει πριν με σσεις. Παρτα με λοιπν και σκω φγε!"

****
     Ο Νασρεντν καθταν ακνητος στον λιο με το πρσωπο καλυμμνο με μγες που τον απομυζοσαν. Αυτς μως καθταν ατραχος και τις ανεχταν, χωρς να αντιδρ καθλου. Ξαφνικ βγανει ξω η γυνακα του και βλπει την λη κατσταση. Παρνει λοιπν να παν και διχνει τις μγες απ το πρσωπο του Χτζα. Αυτς γινε ξω φρενν κι ρχισε να τη βρζει και να τη μαλνει.
 -"Μα γιατ ντρα μου με μαλνεις, αφο διωξα τις μγες που σου ρουφοσαν το αμα;" ρχισε να κλαει αυτ.
 -"Ανητη ανητη", φναζε ο Χτζας, "αυτς οι μγες ταν χορττες! Τρα που τις διωξες θα ρθουν λλες κι αυτ τη φορ θα εναι... πεινασμνες"!

****
     Κποια μρα οι φλοι του Χτζα ξαφνιαστκανε καθς τον εδαν να περν
στην αγορ καβλα στο γιδαρ του, μνο που καθταν ανποδα, κοιτντας
προς την ουρ του ζου:
 -"Βρε Χτζα, γιατ καβαλκεψες τον γιδαρο ανποδα;" τον ρτησαν.
Κι ο Χτζας απντησε:
 -"Δεν κθομαι εγ ανποδα, αλλ ο γιδαρος κοιτ προς τη λθος μερι"!
     πως και σε πολλς ιστορες του Χτζα, λλοι αναδιηγητς αναφρουν
διαφορετικς απαντσεις στην δια ερτηση, πως:
 -"Ο γιδαρς μου θελε να πει προς τα κει, εγ προς τα δω, τελικ βρκαμε μια συμβιβαστικ λση"!
 -"Με νοιζει πιτερο να ξρω απ πο ρχομαι κι χι προς τα πο πω"!

 


                                               **** - ****

     Τρα θλω να προσθσω και μερικς ποχα διαβσει παλιτερα στο ΚΟΛΟΥΜΠΡΑ, (το απστευτο περιοδικ που κυκλοφρησε στα τλη των '70ς κι αρχς των '80ς), φτιαχτς να υποθσω, αλλ πολ πετυχημνα ξυπνες κι αστεες. Εχανε να κνουνε κυρως με το... χσιμο!

     Μια φορ ο Χτζας περνοσε απ να αμπλι, λιμπστηκε τα σταφλια ποτανε στον καιρ τους και μπκε να κλψει μερικ. Τον εδε μως νας δραγτης και του ορμ:
 -"Αλτ! Τ κνεις εκε";
     Ο Χτζας τα χρειστηκε αλλ απντησε μεσα κι ετοιμλογα πως πντα:
 -"Εεε...χεζα κριε" επε συνομωτικ του δραγτη.
 -"Μπα!" του αντιγυρζει αυτς, καθτι ξυπνος κι εκενος. "Και... πο εναι αυτ που κανες";
     Δεν τα χνει ο Χτζας και με μια γργορη ματι εντοπζει κτι ακαθαρσες.
 -"Ορστε, ντα!" του λει.
 -"Ρε συ, με κοροδεεις;" του φωνζει οργισμνος ο δραγτης. "Αυτ εναι αγελαδιν"!
     Κι ο πντα ετοιμλογος Χτζας, οργισμνος κι αυτς, τχα:
 -"Ε και; Μπως τχα μ' φησες να χσω σαν νθρωπος";

     Ο Χτζας εναι καλεσμνος σε κτι βαφτσια, που γιντανε χαμς, δεν υπρχανε δωμτια για να τονε φιλοξενσουνε κι τσι καταλγει να κοιμηθε με το νιοβαφτιστο μωρ στο διο δωμτιο. Επειδ μως φαγε τον αγλωρα, τη νχτα ξπνησε με κψιμο. Η πεση μεγλη, δε προλβαινε και τ να κνει, βγζει το μωρ απ τη κονια του, το πει στο κρεβτι του και χζει μς στην δεια κονια. Πει να πρει το μωρ να το βλει στη θση του και τ να δει; Το μωρ του εχε κατουρσει και χσει σ' λο το κρεβτι του.

     Τελικ το Χτζα τονε συλλβανε. Ξρετε γιατ;
     Γιατ το εχε παραχσει!!!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers