-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

17 . . .: Enûma Eliš

                  Γενικ

     Οι 7 πλινες πινακδες Enûma Eliš ανακαλφθηκαν 1η φορ το 1849 απ' το Βρεταν αρχαιολγο Austen Henry Layard στη "Βιβλιοθκη Ασουρμπανιμπλ" στη Μοσολη του Ιρκ. ταν σε σχημη κατσταση και τα λγα θρασματα που ταν δυνατ να μεταφραστον δημοσιετηκαν απ τον γγλο ασσυριολγο George Smith το 1876 στο βιβλο του "The Chaldean account of Genesis". Στο 5ο κεφλαιο του βιβλου του που παρουσιζει τη μετφραση των θραυσμτων, κνει παραλληλισμος και συγκρσεις με το κεμενο της εβρακς Γνεσης.
     Η Enûma Eliš αποτελεται απ 1094 στχους με μσο ρο 12 χαρακτρες αν στχο κι εναι γραμμνη σε σφηνοειδ γραφ σε 7 πλινες πινακδες. Απ' αυτος οι 30 εναι σχεδν εντελς κατεστραμμνοι κι ελχιστοι χαρακτρες διαβζονται. Αν κι οι πρτες πινακδες που βρθηκαν το 1849 χρονολογονται στον 7ο π.χ. αινα, θεωρεται πως το κεμενο πρωτοσυνθεσαν οι Βαβυλνιοι το νωρτερο το 17ο π.Χ. αι. περπου, αν και κποιοι μελετητς θεωρονε πιο πιθαν τον 12ο π.Χ. αι.
     Παρλο που συχν προσκολλται ο χαρακτηρισμς  "πος" στην Enûma
Eliš
, πρκειται για τελετουργικ κεμενο που διαβαζτανε τη Βαβυλωνιακ

Πρωτοχρονι. Γενικ το κεμενο περιγρφει τη βαβυλωνιακ θεογονα, τη
καταστροφ των αρχικν θεν απ τους απογνους τους, την νοδο του θεο Μαρντοκ στη κορφ του πανθου, τη δημιουργα του κσμου και κλενει με μια τελετουργικ λστα με τα 50 ονματα του Μαρντοκ, μαζ με μια εντολ να μη ξεχαστον (εξ ου κι η ετσια ανγνωση του κειμνου). Κρμα που το περισστερο απ το κατεστραμμνο κομμτι βρσκεται στη περιγραφ της δημιουργας του σμπαντος στη 5η Πινακδα (μνη περπτωση να συμπληρωθε το κεμενο εναι να βρεθε αντγραφο της).
     Ο ττλος του κειμνου "Enûma Eliš" (θα το βρετε γραμμνο κι "Enuma
Elish
") προκπτει απ τις δο πρτες λξεις του πρτου στχου και σημανει

"ταν ψηλ". Δεγμα της προφορς του αρχικο κειμνου μεταγεγραμμνο με λατινικος χαρακτρες:

                    e-nu-ma e-liš la na-bu-ú šá-ma-mu
                    šap-liš am-ma-tum šu-ma la zak-rat
                    ZU-AB-ma reš-tu-ú za-ru-šu-un
                    mu-um-mu ti-amat mu-al-li-da-at gim-ri-šú-un
                    A-MEŠ-šú-nu iš-te-niš i-ḫi-qu-ú-ma
                    gi-pa-ra la ki-is-su-ru su-sa-a la she-‘u-ú
                    e-nu-ma DINGIR DINGIR la šu-pu-u ma-na-ma


     Η παρακτω μετφραση της Enûma Eliš βασζεται στην αγγλικ μετφραση του αρχαιολγου Lambert απ’ ευθεας απ τα Ακκαδικ, απ το βιβλο του "Enuma Eliš The Babylonian Epic Οf Creation" του 1966. Αγγλικς μεταφρσεις της υπρχουν αρκετς κι αντικατοπτρζουν τους αντστοιχους μεταφραστς τους. Η συγκεκριμνη εναι απ τις πιο πρσφατες. Για την ακρβεια, το κεμεν του αποτελε συγκερασμ των 3 κυρων συλλογν ανακαλυφθντων σπαραγμτων της Enûma Eliš, αρκετν να αποκαταστσουν σχεδν ολκληρο το κεμενο, εκτς τη μεγλη φθορ της 5ης πινακδας.

    1. Τα ευρματα των βρεττανικν ανασκαφν στη Νινευ
    2. Τα ευρματα των βρεττανο-αμερικανικν ανασκαφν στη Κις
    3. Τα ευρματα των γερμανικν ανασκαφν στην Ασσορ

     Στο τλος υπρχει γλωσσρι για κποιες γνωστες λξεις.

==============================================

==============================================





============================================

                                       Μετφραση
________________________________________

               Πινακδα I

  1 ταν πνω οι ουρανο δεν υπρχαν
  2 Κι η γη κτω ακμα δεν εχε εμφανιστε
  3 Υπρχε ο Απσο, ο πρτος στη σειρ, ο γενντορς τους,
  4 Κι η δημιουργς Τιαμτ, που τα γννησε λα.
  5 Εχαν αναμεξει τα νερ τους μαζ
  6 Προτο να σχηματιστον τα λιβδια κι εμφανιστον οι καλαμις
  7 ταν καννας απ τους θεος δεν εχε σχηματιστε
  8 υπρχε ακμα, ταν δεν εχαν αποφασιστε ακμη μορες,
  9 Οι θεο δημιουργθηκαν μσα τους:
 10 Ο Λαχμο κι η Λαχαμο σχηματστηκαν και δημιουργθηκαν.
 11 Εν αναπτσσονταν και μεγλωναν σε ανστημα
 12 Δημιουργθηκαν ο Ανσρ κι η Κισρ, που ταν αντερο τους.
 13 Μκραιναν οι μρες τους κι αυξνονταν τα χρνια τους.
 14 Ο νου, ο υις τους, μποροσε να συναγωνιστε τους γονες του.
 15 Ο νου, ο υις, ταν ισξιος του Ανσρ,
 16 Κι ο νου γννησε τον Νοντιμμουντ, ισξιο με τον εαυτ του.
 17 Ο Νοντιμμουντ ταν υπρμαχος των πατρων του:
 18 Βαθι οξυδερκς, σοφς και ρωμαλος
 19 Πολ δυναττερο απ το γενντορα του πατρα του, τον Ανσρ
 20 Δεν εχε κανναν ισξιο μεταξ των θεν, των αδερφν του.
 21 Τα θεκ αδλφια συγκεντρθηκαν,
 22 Οι φωνς τους δυνμωσαν και προκλεσαν αναταραχ στην Τιαμτ.
 23 Εκνερισαν την Τιαμτ
 24 Κι ο χορς τους σκρπισε ανασττωση στην Αντουρονα.
 25 Ο Απσο δεν μεωσε τη φασαρα τους,
 26 Κι η Τιαμτ ταν σιωπηλ ταν [αποφσισε] να τους αντιμετωπσει.
 27 Η συμπεριφορ τους δεν της ταν αρεστ,
 28 Αλλ αν και η συμπεριφορ τους δεν ταν καλ, θελε να τους λυπηθε
          [και να τους χαρσει τη ζω].
 29 Αμσως μετ ο Απσο, ο γενντορας των μεγλων θεν,
 30 Κλεσε τον Μομμου, το βεζρη του, και του επε,
 31 -"Βεζρη Μομμου, που ικανοποιες τις επιθυμες μου,
 32 λα, ας πμε στην Τιαμτ!"
 33 Πγαν κι κατσαν μπροστ απ την Τιαμτ,
 34 Καθς συζητοσαν για τους θεος, τους υιος τους.
 35 Ο Απσο νοιξε το στμα του
 36 Κι απευθνθηκε στην Τιαμτ
 37 -"Η συμπεριφορ τους με δυσαρεστε
 38 Και δεν μπορ να ξεκουραστ τη μρα να κοιμηθ τη νχτα.
 39 Θα καταστρψω και θα διαλσω τον τρπο ζως τους
 40 στε να βασιλψει ησυχα και να μπορομε να κοιμηθομε."
 41 ταν η Τιαμτ το κουσε αυτ
 42 Θμωσε και φναξε στο σζυγ της,
 43 Φναξε θλιμμνη, συγκρατντας την αγανκτησ της,
 44 Θρηνοσε για το κακ (που σχεδιαζταν),
 45 -“Πς μπορομε να καταστρψουμε ,τι γεννσαμε;
 46 Αν  η συμπεριφορ τους μας θλβει, ας επιβλουμε πιτερη πειθαρχα σπλαχνικ σπλαχνικ."
 47 Ο Μομμου ρχισε να μιλει συμβουλευτικ προς τον Απσο
 48 Η συμβουλ του Μομμου ταν (ως απ) ατθασο βεζρη
 49 -“Κατστρεψ, ω πατρα μου, την νομη ζω τους,
 50 Για να μπορες να ξεκουραστες τη μρα και να κοιμηθες τη νχτα!”
 51 Ο Απσο ευχαριστθηκε, το πρσωπ του λαμψε
 52 Γιατ εχε σχεδισει κακ κατ των θεν, των υιν του.
 53 Ο Μομμου τλιξε τα χρια γρω απ το λαιμ του Απσο,
 54 κατσε στα γνατ του φιλντας τον.
 55 Αυτ που σχεδισανε στη σναξ τους
 56 Μαθετηκε απ τους θεος, τους υιος τους.
 57 Το κουσαν οι θεο και τρελθηκαν απ την ανησυχα.
 58 Κατελφθησαν απ σιγ και καθσαν σιωπηλο...
 59 Ο α, που υπερτεροσε στη γνμη, ο ικανς και ο πολυμαθς,
 60 Ο α, που γνωρζει τα πντα, κατλαβε τα κλπα τους.
 61 Το σχεδασε και το κανε να συμπεριλαμβνει τα πντα,
 62 Το εκτλεσε με επιδεξιτητα ως υπρτατο το αγν του ξρκι.
 63 Το απγγειλε και το ριξε στα νερ,
 64 χυσε πνο πνω του και κοιμτανε βαθι.
 65 ριξε τον Απσο σε βαθ πνο καθς χυνε πνο,
 66 Και ο Μομμου, ο σμβουλος, εχε μενει φωνος με ανησυχα.
 67 σχισε τα εντσθια (του Απσο), βγαλε με βα το στμμα του,
 68 Αφαρεσε την αρα του και τη φρεσε αυτς.
 69 δεσε τον Απσο και τον σκτωσε
 70 Τον Μομμου τον φυλκισε και του συμπεριφρθηκε σχημα.
 71 Τοποθτησε την κατοικια του επνω στον Απσο,
 72 Κι ρπαξε τον Μομμου, κρατντας στο χρι το σχοιν με τον κρκο
                                                    [που ταν περασμνος στη μτη του].
 73 Αφο ο α εχε δσει και σφξει τους εχθρος του,
 74 κι εχε πετχει νκη κατ των εχθρν του,
 75 Αναπαθηκε συχα στο θλαμ του,
 76 Τον ονμασε [το θλαμο] Απσο, του οποου τους ιερος τπους καθρισε,
 77 πειτα στησε την κατοικα του μσα του,
 78 Κι ο α και η Νταμκνα, η σζυγς του, κθησαν στη μεγαλοπρπεια.
 79 Στο θλαμο των πεπρωμνων, στο δωμτιο των αρχτυπων,
 80 Ο σοφτερος των σοφν, ο σοφς των θεν, ο Μπελ συνελφθη.
 81 Στον Απσο γεννθηκε ο Μαρντοκ,
 82 Στον αγν Απσο γεννθηκε ο Μαρντοκ.
 83 Γεννθηκε απ τον πατρα του, τον α,
 84 Ετχθη απ τη μητρα του, τη Νταμκνα.
 85 Βζαξε τα στθη απ θες,
 86 Μια μαα τον μεγλωσε και τον κανε τρομερ.
 87 Το σμα του ταν καλ σχηματισμνο, η ματι ταν αστραφτερ,
 88 γινε μεγλος ντρας, ταν πανσχυρος απ την αρχ.
 89 Ο νου, ο γενντορας του πατρα του, τον εδε,
 90 Αγαλλασε και χαμογλασε, η καρδι του γμισε χαρ.
 91 Ο νου τον κανε τλειο: Η θεκτητ του ταν εκπληκτικ,
 92 Κι γινε αγρωχος, ξεπερνντας τους με τις ιδιτητς του.
 93 Τα μλη του ταν αδιανητα υπροχα,
 94 Αδνατον να συλληφθον με το μυαλ δσκολο ακμα να τα κοιτ κανες.
 95 Τσσερα ταν τα μτια του, τσσερα τα αυτι του,
 96 Φλγα πεταγτανε ταν κουνοσε τα χελη του.
 97 Τα τσσερα αυτι του μεγλωσαν,
 98 Και τα μτια του ομοως “ρουφοσανε” τα πντα.
 99 Η κορμοστασι του ταν ψηλ κι αντερη συγκριτικ με λλους θεος,
100 Τα κρα του υπερεχαν, η φση του ταν αντερη.
101 “Μαριοτου, Μαριοτου
102 Ο Υις, ο θες του λιου, ο θες του λιου των θεν’
103 ταν ντυμνος με αρα των 10 Θεν, τσο θαυμαστ ταν η δναμ του,
104 Τα Πενντα Δη εχαν τοποθετηθε επνω του.
105 Ο νου σχημτισε και γννησε τους τσσερις ανμους,
106 Τους δωσε σ’αυτν, “Ω υι μου, ας τους να φυσνε!”
107 Δημιοργησε σκνη και βαλε μια θελλα να την οδηγε,
108 φτιαξε να κμα για να προκαλσει αναταραχ στην Τιαμτ.
109 Η Τιαμτ σστισε, μρα και νχτα ταν σε αλλφρονα κατσταση.
110 Οι θεο δεν ξεκουρζονταν ...
111 Στο μυαλ τους σχεδιζανε κακ,
112 Και απευθνθηκαν στην μητρα τους, την Τιαμτ,
113 “ταν ο Απσο, ο σζυγς σου, σκοτθηκε,
114 Εσ δεν πγες στο πλευρ του, αλλ κθησες αθρυβα.
115 Οι τσσερις φοβερο νεμοι χουν φτιαχτε
116 Για να σου προκαλσουν σγχηση και εμες δεν μπορομε να κοιμηθομε.
117 Δε σκφτηκες καθλου τον Απσο, το σζυγ σου,
113 Οτε τον Μομμου, που εναι φυλακισμνος.
114 Εσ δεν πγες στο πλευρ του, αλλ κθησες αθρυβα.
115 Οι τσσερις φοβερο νεμοι χουν φτιαχτε
116 Για να σου προκαλσουν σγχηση και εμες δεν μπορομε να κοιμηθομε.
117 Δε σκφτηκες καθλου τον Απσο, το σζυγ σου,
118 Οτε τον Μομμου, που εναι φυλακισμνος. Τρα κθεσαι μνη σου.
119 Απ εδ και πρα θα βρσκεσαι σε αλλφρονα ανησυχα!
120 Κι σο για μας, που δε μπορομε να ξεκουραστομε, δε μας αγαπς!
121 Σκψου το πρβλημ μας, τα μτια μας εναι κοφια [απ την απνα]
122 Σπσε τον ακνητο ζυγ, στε να μπορσουμε να κοιμηθομε
123 Κνε πλεμο, πρε εκδκηση γι’αυτος!
124 [ . . ] . . . . μεωσε στο τποτα!
125 Η Τιαμτ κουσε, τα λγια την ευχαρστησαν,
126 (Επε,) “Ας φτιξουμε δαμονες, [πως εσες με] συμβουλψατε.”
127 Οι θεο συγκεντρθηκαν μσα της
128 Συνλαβαν [κακ] κατ των θεν, των γεννητρων τους.
129 Αυτο . . . . . και πραν το μρος της Τιαμτ,
130 Κναν γρια σχδια, ακομητοι μρα και νχτα
131 Με ρεξη για μχη, οργισμνοι, θυελλδεις,
132 στησαν ναν στρατ για να προκαλσουν σγκρουση.
133 Η Μητρα Χομπουρ, που δημιουργε τα πντα,
134 Προμθευσε ανκητα πλα και γννησε γιγντια ερπετ.
135 Εχαν κοφτερ δντια, ταν δχως λεος . . . .
136 Με δηλητριο αντ για αμα γμισε τα σματ τους.
137 ντυσε τα φοβερ τρατα με δος,
138 Τα φρτωσε με μα αρα και τα κανε σαν θεος.
139 (Επε,) “ποιος τα βλπει, ας πεθανει αδναμος,
140 Εθε δαρκς να ορμνε εμπρς και ποτ να μην οπισθοχωρον”
141 Δημιοργησε την δρα, το Δρκοντα, τον Τριχωτ ρωα
142 Το Μεγλο Δαμονα, τον γριο Σκλο και τον νθρωπο-Σκορπι,
143 γριους δαμονες, τον νθρωπο-Ψρι και τον νθρωπο-Ταρο
144 Που φρουνε πλα δχως λεος, φοβοι μπροστ στη μχη.
145 Οι εντολς της ταν τρομερς και δεν μποροσαν να αγνοηθον.
146 Συνολικ φτιαξε ντεκα απ εκενο το εδος.
147 Μεταξ των θεν, των υιν της, που αποτελοσαν το στρατ της,
148 Εξρε τον Κνγκου και τον ψωσε ανμεσ τους.
149 Τη διοκηση του στρατο, την κατεθυνση της ορδς,
150 Το ποιος θα φερε ποιο πλο, την εκστρατεα, την ναρξη της σγκρουσης,
151 Την πρτη εξουσα στη μχη, την υπρτατη διοκηση,
152 Την εμπιστετηκε σ’αυτν και τον βαλε σε να θρνο,
153 "ριξα ξρκι για σ και σ' ανψωσα πνω απ' λους στη στρατι των θεν,
154 Σου παρδωσα τη διοκηση λων των θεν.
155 Εσαι πργματι νδοξος, ο σζυγς μου, εσαι ξακουστς,
156 Εθε οι εντολς σου να επικρατσουν σε λους τους Ανουννκι."
157 Του δωσε την Πινακδα των Πεπρωμνων και την δεσε στο στθος του,
158 "Η εντολ σου δε μπορε να αλλαχθε ας εναι τα λγια σου σταθερ.”
159 Αφο ο Κνγκου υψθηκε και απκτησε τη δναμη της βασιλεας,
160 Διακρυξε τις μορες των θεν, των υιν της:
161 “Εθε τα λγια του στματς σας να υποτξουν το θε της φωτις,
162 Εθε το συγκεντρωμνο σας δηλητριο να καταστελει την χθρα”

                          Πινακδα II

   1 Η Τιαμτ συγκντρωσε τη δημιουργα της
   2 Κι οργνωσε μχη ενντια στους θεος, τους απογνους της.
   3 Απ κενο το σημεο και μετ η Τιαμτ σχεδαζε κακ εξαιτας του Απσο
   4 Μαθετηκε απ τον α τι εχε οργανσει τη σγκρουση.
   5 Ο α κουσε το για το ζτημα,
   6 πεσε σε σιωπ στο δωμτι του κι μεινε ακνητος.
   7 Αφο το συλλογστηκε καλ και ο θυμς του καταλγιασε
   8 Κατεθυνε τα βματ του προς τον Ανσρ τον πατρα του.
   9 Βρθηκε ενπιον του πατρα του, του γενντορ του, του Ανσρ,
 10 Και του διηγθηκε τα πντα για τα σχδια της Τιαμτ.
 11 "Ω πατρα μου, η Τιαμτ η μητρα μας χει συλλβει να μσος για εμς
 12 χει φτιξει μια στρατι με το γριο μνος της.
 13 λοι οι θεο χουν στραφε σ’αυτ
 14 Ακμα κι εκενοι που εσες γεννσατε παρνουνε το μρος της
 15 Αυτο . . . . . και πραν το μρος της Τιαμτ,
 16 Κναν γρια σχδια, ακομητοι μρα και νχτα
 17 Με ρεξη για μχη, οργισμνοι, θυελλδεις,
 18 στησαν ναν στρατ για να προκαλσουν σγκρουση.
 19 Η Μητρα Χομπουρ, που δημιουργε τα πντα,
 20 Προμθευσε ανκητα πλα και γννησε γιγντια ερπετ.
 21 Εχαν κοφτερ δντια, ταν δχως λεος . . . .
 22 Με δηλητριο αντ για αμα γμισε τα σματ τους.
 23 ντυσε τα φοβερ τρατα με δος,
 24 Τα φρτωσε με μα αρα και τα κανε σαν θεος.
 25 "ποιος τα βλπει, ας πεθανει αδναμος,
 26 Εθε δαρκς να ορμνε εμπρς και ποτ να μην οπισθοχωρον”
 27 Δημιοργησε την δρα, το Δρκοντα, τον Τριχωτ ρωα
 28 Το Μεγλο Δαμονα, τον γριο Σκλο και τον νθρωπο-Σκορπι,
 29 γριους δαμονες, τον νθρωπο-Ψρι και τον νθρωπο-Ταρο
 30 Που φρουνε πλα δχως λεος, φοβοι μπροστ στη μχη.
 31 Οι εντολς της ταν τρομερς και δεν μποροσαν να αγνοηθον.
 32 Συνολικ φτιαξε ντεκα απ εκενο το εδος.
 33 Μεταξ των θεν, των υιν της, που αποτελοσαν το στρατ της,
 34 Εξρε τον Κνγκου και τον ψωσε ανμεσ τους.
 35 Τη διοκηση του στρατο, την κατεθυνση της ορδς,
 36 Το ποιος θα φερε ποιο πλο, την εκστρατεα, την ναρξη της σγκρουσης,
 37 Την πρτη εξουσα στη μχη, την υπρτατη διοκηση,
 38 Την εμπιστετηκε σ’αυτν και τον βαλε σε να θρνο,
 39 "ριξα ξρκι για σ και σ' ανψωσα πνω απ λους στη στρατι των θεν,
 40 Σου παρδωσα τη διοκηση λων των θεν.
 41 Εσαι πργματι νδοξος, ο σζυγς μου, εσαι ξακουστς,
 42 Εθε οι εντολς σου να επικρατσουν σε λους τους Ανουννκι.”
 43 Του δωσε την Πινακδα των Πεπρωμνων και την δεσε στο στθος του,
 44 "Η εντολ σου δε μπορε να αλλαχθε, ας εναι τα λγια σου σταθερ.”
 45 Αφο ο Κνγκου υψθηκε και απκτησε τη δναμη της βασιλεας,
 46 Διακρυξε τις μορες των θεν, των υιν της:
 47 "Εθε τα λγια του στματς σας να υποτξουν το θε της φωτις,
 48 Εθε το συγκεντρωμνο σας δηλητριο να καταστελει την χθρα”
 49 Ο Ανσρ κουσε, το ζτημα τον προβλημτισε βαθει
 50 Κραγασε “Αλμονο!” και δγκωσε το χελος του.
 51 Η καρδι του ταν οργισμνη, το μυαλ του δεν μποροσε να ηρεμσει.
 52 Πνω απ τον α τον υι του η κραυγ του ρχισε να σταματει.
 53 "Ω υι μου, εσ που προκλεσες τον πλεμο,
 54 Ανλαβε την ευθνη για τι μνος σου κανες!
 55 Εσ κνησες και σκτωσες τον Απσο,
 56 Κι σο για την Τιαμτ, που εσ εξργισες, πο βρσκεται ο σος της;”
 57 Ο οργανωτς του συμβουλου, ο σοφς πργκηπας,
 58 Ο δημιουργς της σοφας, ο θες Νοντιμμουντ
 59 Με λγια καθησυχαστικ και με ρεμο τρπο
 60 Απαλ απντησε [στον] πατρα του Ανσρ
 61 "Ω πατρα μου, [με το] βαθ μυαλ, που διατζεις το πεπρωμνο,
 62 Που χεις τη δναμη να δημιουργες και να καταστρφεις,
 63 Ανσρ, [με το] βαθ μυαλ, που διατζεις το πεπρωμνο,
 64 Που χεις τη δναμη να δημιουργες και να καταστρφεις,
 65 Θλω να σου πω κτι, ηρμησε για χρη μου για μια στιγμ
 66 Και συλλογσου πως κανα μια πρξη για να βοηθσω.
 67 Πριν σκοτσω τον Απσο
 68 Ποιος θα μποροσε να εχε προβλψει την τωριν κατσταση;
 69 Πριν τον τελεισω γργορα
 70 [Πς να ξερα] ποια θα ταν τα αποτελσματα αν τον κατστρεφα;
 71 Ο Ανσρ κουσε, τα λγια τον ευχαρστησαν.
 72 Η καρδι του ηρεμοσε μιλντας στον α,
 73 "Ω υι μου, οι πρξεις σου εναι αντξιες ενς θεο,
 74 Εσαι ικανς για γριο, αμμητη επθεση . . [ . . . ]
 75 α, οι πρξεις σου εναι αντξιες ενς θεο,
 76 Εσαι ικανς για γρια, αμμητη επθεση . . [ . . . ]
 77 Πγαινε στην Τιαμτ και κατενασε την επθεσ της,
 78 [ . . . ] . . . την οργ της με το ξρκι [σου]”
 79 κουσε το λγο του Ανσρ, του πατρα του,
 80 Πρε το δρμο προς εκενη, προχρησε στην οδ προς εκενη.
 81 Πγε, κατλαβε τα κλπα της Τιαμτ,
 82 [Στματησε],μεινε σιωπηλς και γρισε πσω.
 83 Βρθηκε ενπιον του μεγαλοπρεπος Ανσρ
 84 Του απευθνθηκε με μεταμλεια,
 85 "[Ω πατρα μου,] οι πρξεις της Τιαμτ εναι πολ ισχυρς για μνα.
 86 Κατλαβα το σχδι της και το ξρκι [μου] δεν ταν αντξι του.
 87 Η δναμ της εναι μεγλη, εναι γεμτη δος,
 88 Εναι συνολικ πολ δυνατ, κανες δε μπορε να την αντιμετωπσει.
 89 Η πολ δυνατ κραυγ της δε μειθηκε,
 90 [Φοβθηκα] απ την κραυγ της και επστρεψα.
 91 [Πατρα μου], μη χνεις την ελπδα, στελε να δετερο τομο εναντο της.
 92 Αν κι η δναμη μιας γυνακας εναι πολ μεγλη, δεν εναι ση με ενς νδρα.
 93 Σκρπισε τους ακολοθους της, διλυσε τα σχδι της
 94 Πριν μας πισει στα χρια της.”
 95 Ο Ανσρ κραγασε με ντονη οργ,
 96 Απευθυνμενος στον υι του τον νου,
 97 "Ω τιμημνε υι, ρωα, μαχητ,
 98 Που η δναμ σου εναι τερστια, που η επθεσ σου ακατανκητη
 99 Βισου και πγαινε μπροστ στην Τιαμτ,
100 Κατενασε την οργ της, στε να γαληνψει η καρδι της
101 Αν δεν ακοσει τα λγια σου,
102 Απεθυν της λγια ικεσας για να κατευναστε.”
103 κουσε τα λγια του Ανσρ, του πατρα του,
104 Πρε το δρμο προς εκενη, προχρησε στην οδ προς εκενη.
105 Ο νου πγε, κατλαβε τα κλπα της Τιαμτ,
106 Στματησε, μεινε σιωπηλς και γρισε πσω.
107 Βρθηκε ενπιον του μεγαλοπρεπος Ανσρ
108 Του απευθνθηκε με μεταμλεια,
109 "Ω πατρα μου, [οι πρξεις] της Τιαμτ εναι πολ [ισχυρς] για μνα.
110 Κατλαβα το σχδι της και το [ξρκι] μου δεν ταν [αντξι] του.
111 Η δναμ της εναι μεγλη, εναι γεμτη δος,
112 Εναι συνολικ πολ δυνατ, κανες [δε μπορε να την αντιμετωπσει.]
113 Η πολ δυνατ κραυγ της δε μειθηκε,
114 Φοβθηκα απ την κραυγ της και επστρεψα.
115 Ω πατρα μου, μην χνεις την ελπδα, στελε να λλο τομο εναντον της.
116 Αν κι η δναμη μιας γυνακας εναι πολ μεγλη, δεν εναι ση με ενς νδρα.
117 Σκρπισε τους ακολοθους της, διλυσε τα σχδι της,
118 Πριν μας πισει στα χρια της.”
119 Ο Ανσρ πεσε σε σιγ κοιτντας το δαφος,
120 κανε νημα στον α κουνντας το κεφλι του.
121 Οι Ιγκγκι και λοι οι Ανουννκι εχαν συγκεντρωθε,
122 κατσαν σιωπηλο με σφιγμνα τα χελη.
123 Κανες θες δεν θελε να αντιμετωπσει . . [ . . ]
124 Θα αντιμετπιζε την Τιαμτ . . . . [ . . ]
125 μως ο Κριος Ανσρ, ο πατρας των μεγλων θεν,
126 ταν θυμωμνος στην καρδι του και δεν κλεσε κανναν [για ακραση]
127 Τον πανσχυρο υι, τον εκδικητ του πατρα του,
128 Που σπεδει στον πλεμο, τον μαχητ Μαρντοκ
129 ο α τον κλεσε στα ιδιατερ του διαμερσματα
130 Για να του εξηγσει τα σχδι του.
131 "Ω Μρντουκ, συμβολεψε, κουσε τον πατρα σου.
132 Εσαι ο υις μου, που πολ με ευχαριστες,
133 Πγαινε με σεβασμ ενπιον του Ανσρ,
134 Μλα, πρε θση, κατενασ τον με το βλμμα σου.”
135 Ο Μπελ χρηκε με τα λγια του πατρα του,
136 Πλησασε και στθηκε ενπιον του Ανσρ
137 Ο Ανσρ τον εδε, η καρδι του γμισε με ικανοποηση,
138 Φλησε τα χελη του και διωξε τον φβο του.
139 "[Ω πατρα] μου, μη σιωπς, αλλ μλησε,
140 Θα πω και θα πραγματοποισω τις επιθυμες σου!
141 "[Ω Ανσρ,] μη σιωπς, αλλ μλησε,
142 Θα πω και θα πραγματοποισω τις επιθυμες σου!
143 Ποιος τρβηξε τα πλα του εναντον σου;
144 Κι η Τιαμτ, που εναι γυνακα, θα σου επιτεθε με τα πλα της;
145 [“Ω πατρα μου], γενντορα, να χαρεσαι και να εσαι ευτυχς,
146 Σντομα θα πατς στο λαιμ της Τιαμτ!
147 [Ω Ανσρ], γενντορα, να χαρεσαι και να εσαι ευτυχς,
148 Σντομα θα πατς στο λαιμ της Τιαμτ!”
149 [“Πγαινε,] ω υι μου, κτοχε λης της γνσης,
150 Κατενασε την Τιαμτ με το αγν σου ξρκι.
151 Οδγησε το ρμα της καταιγδας χωρς καθυστρηση,
152 Και με [ . . ] που δεν μπορε να αποκρουστε εκδωξ την”
153 Ο Μπελ χρηκε με τα λγια του πατρα του,
154 Με ευτυχ καρδι απευθνθηκε στον πατρα του,
155 "Ω κριε των θεν, Πεπρωμνο των μεγλων θεν,
156 Αν γνω ο εκδικητς σου,
157 Αν [καταφρω να] δσω την Τιαμτ και να προστατεσω [τη ζω σου],
158 Συγκλεσε συμβολιο και διακρυξε για μνα να λαμπρ πεπρωμνο.
159 Καθστε, λοι σας, στο Ουπσουκκινκκου με χαρ,
160 Κι φησε εμνα, με τη φων μου, να ορζω πεπρωμνα αντ για σνα.
161 ,τι προκαλ δεν πρπει να αλλζεται,
162 Οτε οι εντολς μου να ακυρνονται να αλλζονται.”

                       Πινακδα III

  1    Ο Ανσρ νοιξε το στμα του
  2    Και απευθνθηκε στον Κκα, το βεζρη του,
  3    “Ω Βεζρη Κκα, που ικανοποιες τις επιθυμες μου,
  4    Θα σε στελω στον Λαχμο και τη Λαχαμο.
  5    Εσαι ικανς στο [να κνεις] ερωτσεις, πολυμαθς στην αγρευση.
  6    Κνε στε οι θεο, οι πατρες μου, να ρθουν ενπιν μου.
  7    Κνε να ρθουν λοι οι θεο,
  8    Να καθσουν στο τραπζι και να συζητσουν.
  9    Να φνε σιτρι, να πιονε μπρα,
10    Να διακηρξουν το πεπρωμνο για τον Μαρντοκ τον εκδικητ τους.
11    Πγαινε, φγε, Κκα, στσου ενπιν τους,
12    Και επανλαβ τους λα σα σου πω:
13    “Ο Ανσρ, ο υις σας, με στειλε,
14    Για να σας εξηγσω τα σχδι του.
15    “Μ’αυτ τον τρπο η Τιαμτ η μητρα μας χει συλλβει να μσος για εμς
16    χει φτιξει μια στρατι με το γριο μνος της.
17    λοι οι θεο χουν στραφε σ’αυτ
18    Ακμα και εκενοι που εσες γεννσατε παρνουνε το μρος της
19    Αυτο . . . . . και πραν το μρος της Τιαμτ,
20    Κναν γρια σχδια, ακομητοι μρα και νχτα
21    Με ρεξη για μχη, οργισμνοι, θυελλδεις,
22    στησαν ναν στρατ για να προκαλσουν σγκρουση.
23    Η Μητρα Χομπουρ, που δημιουργε τα πντα,
24    Προμθευσε ανκητα πλα και γννησε γιγντια ερπετ.
25    Εχαν κοφτερ δντια, ταν δχως λεος . . . .
26    Με δηλητριο αντ για αμα γμισε τα σματ τους.
27    ντυσε τα φοβερ τρατα με δος,
28    Τα φρτωσε με μα αρα και τα κανε σαν θεος.
29    (Επε,) “ποιος τα βλπει, ας πεθανει αδναμος,
30    Εθε δαρκς να ορμνε εμπρς και ποτ να μην οπισθοχωρον”
31    Δημιοργησε την δρα, το Δρκοντα, τον Τριχωτ ρωα
32    Το Μεγλο Δαμονα, τον γριο Σκλο και τον νθρωπο-Σκορπι,
33    γριους δαμονες, τον νθρωπο-Ψρι και τον νθρωπο-Ταρο
34    Που φρουνε πλα δχως λεος, φοβοι μπροστ στη μχη.
35    Οι εντολς της ταν τρομερς και δεν μποροσαν να αγνοηθον.
36    Συνολικ φτιαξε ντεκα απ εκενο το εδος.
37    Μεταξ των θεν, των υιν της, που αποτελοσαν το στρατ της,
38    Εξρε τον Κνγκου και τον ψωσε ανμεσ τους.
39    Τη διοκηση του στρατο, την κατεθυνση της ορδς,
40    Το ποιος θα φερε ποιο πλο, την εκστρατεα, την ναρξη της σγκρουσης,
41    Την πρτη εξουσα στη μχη, την υπρτατη διοκηση,
42    Την εμπιστετηκε σ’αυτν και τον βαλε σε να θρνο,
43    “ριξα να ξρκι για σνα και σε ανψωσα πνω απ λους στη στρατι των θεν,
44    Σου παρδωσα τη διοκηση λων των θεν.
45    Εσαι πργματι νδοξος, ο σζυγς μου, εσαι ξακουστς,
46    Εθε οι εντολς σου να επικρατσουν σε λο το Ανουννκι.”
47    Του δωσε την Πινακδα των Πεπρωμνων και την δεσε στο στθος του,
48    (Λγοντας) “Η εντολ σου δεν μπορε να αλλαχθε• ας εναι τα λγια του στματς σου σταθερ.”
49    Αφο ο Κνγκου υψθηκε και απκτησε τη δναμη της βασιλεας,
50    Διακρυξε τις μορες των θεν, των υιν της:
51    “Εθε τα λγια του στματς σας να υποτξουν το θε της φωτις,
52    Εθε το συγκεντρωμνο σας δηλητριο να καταστελει την χθρα”
53    στειλα τον νου, αλλ δεν μποροσε να την αντιμετωπσει.
54    Ο Νοντιμμουντ φοβθηκε και αποσρθηκε
55    Ο Μαρντοκ, ο σοφς των θεν, ο υις σας, προσφρθηκε,
56    Εναι αποφασισμνος να συναντσει την Τιαμτ.
57    Μου μλησε και μου επε,
58    ”Αν γνω ο εκδικητς σου,
59    Αν [καταφρω να] δσω την Τιαμτ και να προστατεσω [τη ζω σου],
60    Συγκλεσε συμβολιο και διακρυξε για μνα να λαμπρ πεπρωμνο.
61    Καθστε, λοι σας, στο Ουπσουκκινκκου με χαρ,
62    Και φησε εμνα, με τη φων μου, να ορζω πεπρωμνα αντ για σνα.
63    ,τι προκαλ δεν πρπει να αλλζεται,
64    Οτε οι εντολς μου να ακυρνονται να αλλζονται.”
65    Γργορα, διακηρξτε το πεπρωμνο του χωρς καθυστρηση,
66    στε να μπορσει να πει και να αντιμετωπσει τον ισχυρ εχθρ σας.”
67    Ο Κκα πγε. Κατεθυνε τα βματ του
68    Προς τον Λαχμο και τη Λαχαμο, τους θεος πατρες του.
69    πεσε μπρομυτα, φλησε το δαφος μπροστ τους,
70    Σηκθηκε, στθηκε ρθιος και τους επε,
71    “λοι οι θεο χουν στραφε σ’αυτ
72    Ακμα και εκενοι που εσες γεννσατε παρνουνε το μρος της
73    Αυτο . . . . . και πραν το μρος της Τιαμτ,
74    Κναν γρια σχδια, ακομητοι μρα και νχτα
75    Με ρεξη για μχη, οργισμνοι, θυελλδεις,
76    στησαν ναν στρατ για να προκαλσουν σγκρουση.
77    Η Μητρα Χομπουρ, που δημιουργε τα πντα,
78    Προμθευσε ανκητα πλα και γννησε γιγντια ερπετ.
79    Εχαν κοφτερ δντια, ταν δχως λεος . . . .
80    Με δηλητριο αντ για αμα γμισε τα σματ τους.
81    ντυσε τα φοβερ τρατα με δος,
82    Τα φρτωσε με μα αρα και τα κανε σαν θεος.
83    (Επε,) “ποιος τα βλπει, ας πεθανει αδναμος,
84    Εθε δαρκς να ορμνε εμπρς και ποτ να μην οπισθοχωρον”
85    Δημιοργησε την δρα, το Δρκοντα, τον Τριχωτ ρωα
86    Το Μεγλο Δαμονα, τον γριο Σκλο και τον νθρωπο-Σκορπι,
87    γριους δαμονες, τον νθρωπο-Ψρι και τον νθρωπο-Ταρο
88    Που φρουνε πλα δχως λεος, φοβοι μπροστ στη μχη.
89    Οι εντολς της ταν τρομερς και δεν μποροσαν να αγνοηθον.
90    Συνολικ φτιαξε ντεκα απ εκενο το εδος.
91    Μεταξ των θεν, των υιν της, που αποτελοσαν το στρατ της,
92    Εξρε τον Κνγκου και τον ψωσε ανμεσ τους.
93    Τη διοκηση του στρατο, την κατεθυνση της ορδς,
94    Το ποιος θα φερε ποιο πλο, την εκστρατεα, την ναρξη της σγκρουσης,
95    Την πρτη εξουσα στη μχη, την υπρτατη διοκηση,
96    Την εμπιστετηκε σ’αυτν και τον βαλε σε να θρνο,
97    “ριξα να ξρκι για σνα και σε ανψωσα πνω απ λους στη στρατι των θεν,
98    Σου παρδωσα τη διοκηση λων των θεν.
99    Εσαι πργματι νδοξος, ο σζυγς μου, εσαι ξακουστς,
100    Εθε οι εντολς σου να επικρατσουν σε λο το Ανουννκι.”
101    Του δωσε την Πινακδα των Πεπρωμνων και την δεσε στο στθος του,
102    (Λγοντας) “Η εντολ σου δεν μπορε να αλλαχθε• ας εναι τα λγια του στματς σου σταθερ.”
103    Αφο ο Κνγκου υψθηκε και απκτησε τη δναμη της βασιλεας,
104    Διακρυξε τις μορες των θεν, των υιν της:
105    “Εθε τα λγια του στματς σας να υποτξουν το θε της φωτις,
106    Εθε το συγκεντρωμνο σας δηλητριο να καταστελει την χθρα”
107    Ο Ανσρ κουσε• το ζτημα τον προβλημτισε βαθει
108    Κραγασε “Αλμονο!” και δγκωσε το χελος του.
109    Η καρδι του ταν οργισμνη, το μυαλ του δεν μποροσε να ηρεμσει.
110    Πνω απ τον α τον υι του η κραυγ του ρχισε να σταματει.
111    “Ω υι μου, εσ που προκλεσες τον πλεμο,
112    Ανλαβε την ευθνη για τι μνος σου κανες!
113    Εσ κνησες και σκτωσες τον Απσο,
114    Και σο για την Τιαμτ, που εσ εξργισες, πο βρσκεται ο σος της;”
115    Ο οργανωτς του συμβουλου, ο σοφς πργκηπας,
116    Ο δημιουργς της σοφας, ο θες Νοντιμμουντ
117    Με λγια καθησυχαστικ και με ρεμο τρπο
118    Απαλ απντησε [στον] πατρα του Ανσρ
119    “Ω πατρα μου, [με το] βαθ μυαλ, που διατζεις το πεπρωμνο,
120    Που χεις τη δναμη να δημιουργες και να καταστρφεις,
121    Ανσρ, [με το] βαθ μυαλ, που διατζεις το πεπρωμνο,
122    Που χεις τη δναμη να δημιουργες και να καταστρφεις,
123    Θλω να σου πω κτι, ηρμησε για χρη μου για μια στιγμ
124    Και συλλογσου πως κανα μια πρξη για να βοηθσω.”
125    ταν ο Λαχχ και η Λαχαμο κουσαν, κραγασαν δυνατ.
126    λοι οι Ιγκγκι στναξαν απ τη συμφορ,
127    “Τι κακ συνβη και πρε αυτ την απφαση για μας;
128    Δεν γνωρζαμε τι κανε η Τιαμτ.”
129    λοι οι θεο που διακηρσσουν πεπρωμνα
130    ρχισαν να συγκεντρνονται,
131    Πγαν ενπιον του Ανσρ και γεμσαν με [χαρ],
132    Φλησαν ο νας τον λλο καθς . [ . . ] στη συγκντρωση.
133    Κθισαν στο τραπζι και συνεδρασαν,
134    φαγαν σιτρι και πιαν μπρα.
135    Στργγισαν το γλυκ ποτ με τα καλαμκια τους,
136    Καθς πιναν μπρα και φτιαξε η διθεσ τους
137    Γνανε ξγνοιαστοι και κεφτοι,
138    Και διακρυξαν το πεπρωμνο του Μαρντοκ, του εκδικητ τους.

                     Πινακδα IV

1    Στσανε μια βασιλικ εξδρα γι’αυτν.
2    Και κθισε μπροστ στους πατρες του για να αναλβει τη βασιλεα.
3    (Επανε,) “Εσαι ο πιο τιμημνος ανμεσα στους μεγλους θεος,
4    Το πεπρωμνο σου εναι ασγκριτο, η διοκησ σου εναι σαν του νου.5    Ω Μαρντοκ, εσαι ο πιο τιμημνος ανμεσα στους μεγλους θεος,
6    Το πεπρωμνο σου εναι ασγκριτο, η διοκησ σου εναι σαν του νου.7    Απ εδ και πρα η εντολ σου δε θα ακυρωθε,
8    Εναι στο χρι σου να εξυψσεις και να υποβαθμσεις.
9    Τα λγια σου εναι σταθερ, κανες δε μπορε να επαναστατσει εναντον των εντολν σου
10    Κανες θες δε θα περσει τη γραμμ που θα τραβξεις.
11    Τα ιερ λων των θεν χρειζονται φροντδα,
12    στε να εγκατασταθες στα ιερ τους.
13    Εσαι ο Μαρντοκ, ο εκδικητς μας,14    Σου χουμε δσει τη βασιλεα ολκληρου του σμπαντος.
15    Λβε τη θση σου στη συγκντρωση, ας δοξαστον τα λγια σου,
16    Εθε τα πλα σου να μην αστοχσουν ποτ, αλλ να κατασφξουν τους εχθρος σου.
17    Ω Μπελ, λυπσου ποιον σε εμπιστεεται,18    Αλλ κατστρεψε τη θε που χει βλει το κακ στο νου της.”
19    Βλανε ναν αστερισμ στη μση
20    Και απευθνθηκαν στον Μαρντοκ, τον υι τους,21    “Το πεπρωμνο σου, ω Μπελ, εναι αντερο λων των θεν,
22    Διταξε και επφερε την καταστροφ και την αναδημιουργα.
23    Κνε τον αστερισμ να εξαφανιστε με το λγο σου,
24    Με μια δετερη εντολ κνε τον αστερισμ να εμφανιστε ξαν.”
25    δωσε την εντολ και ο αστερισμς εξαφανστηκε,
26    Με μια δετερη εντολ ο αστερισμς υπρχε και πλι.
27    ταν οι θεο, οι πατρες του, εδα [το αποτλεσμα] του λγου του,
28    Χρηκαν και επα για να τον συγχαρον “Ο Μαρντοκ εναι ο βασιλις!”29    Του δσανε να απελατκι, να θρνο και μα ρβδο,
30    Του δσανε να πανσχυρο πλο που συντρβει τον εχθρ:
31    (Επανε,) “Πγαινε, κψε το λαιμ της Τιαμτ,32    Και σε τον νεμο να φρει το αμα της για να μθουμε τα να.”
33    Οι θεο, οι πατρες του, διακρυξαν το πεπρωμνο του Μπελ,34    Και τον βαλαν στο δρμο, στην οδ της ευημερας και της επιτυχας.
35    φτιαξε να τξο και το κανε πλο του,
36    βαλε να βλος στη θση του και τοποθτησε τη χορδ.
37    βγαλε το ρπαλ του και το κρτησε στο δεξ του χρι,
38    Το τξο και η φαρτρα του κρμονταν στο πλευρ του.
39    Τοποθτησε κεραυν μπροστ του,
40    Και γμισε το σμα του με γλσσες φωτις.
41    φτιαξε να δχτυ για να μπλξει τα εντσθια της Τιαμτ,42    Και τοποθτησε τους τσσερις ανμους, στε καννα μρος της να μην ξεφγει.
43    Το Ντιο νεμο, το Βρειο νεμο, τον Ανατολικ νεμο, το Δυτικ νεμο,
44    Τους βαλε δπλα απ το δχτυ του, ανμους δοσμνους απ τον πατρα του, τον νου.45    φτιαξε τον Κακ νεμο, την Αμμοθελλα, την Καταιγδα,
46    Τον Τετραπλ νεμο, τον Επταπλ νεμο, τον νεμο που Σπρνει το Χος, τον . . . . . νεμο.
47    στειλε τους επτ ανμους που φτιαξε,
48    Και στθηκαν πσω του για να παρενοχλον τα εντσθια της Τιαμτ.49    Ο Μπελ σκωσε την Πλημμρα της Καταιγδας, το φοβερ του πλο,
50    Ανβηκε στο τρομακτικ ρμα της ακατανκητης καταιγδας.
51    ζεψε τσσαρα τια και τα δεσε σ’αυτ
52    Τον Καταστροφα, τον Ανελητο, τον Ποδοπατητ, τον Γοργ
53    Ανοξανε τα χελη τους, τα δντια τους εχαν δηλητριο,
54    Δεν γνριζαν την κοραση, ταν εκπαιδευμνα να ορμον μπροστ.
55    Στο δεξ του χρι βαλε την γρια μχη και τον σπαραγμ,
56    Στα αριστερ του την σρραξη που κατακλζει μια παραταγμνη στρατιωτικ μονδα.
57    ταν ντυμνος με να χιτνα, να τρομακτικ αλυσπλεκτο νδυμα,
58    Και στο κεφλι του φρεσε μα αρα τρμου.
59    Ο Μπελ συνχισε και ξεκνησε το δρμο του,60    στρεψε το πρσωπ του προς την οργισμνη Τιαμτ.61    Στα χελη του κρατοσε να ξρκι,
62    δραξε να φυτ για να αντιμετωπσει το δηλητριο,
63    Και ττε στριφογριζαν γρω του, οι θεο στριφογυρζαν γρω του,
64    Οι θεο, οι πατρες του, στριφογυρζαν γρω του, οι θεο στριφογυρζαν γρω του.
65    Ο Μπελ πλησασε, παρατηρντας το στμα της Τιαμτ,66    Παρατρησε τα κλπα του Κνγκου, του συζγου της.
67    Καθς κοταζε, χασε το θρρος του,
68    Η αποφασιστικτητ του κλονστηκε και φυγε.
69    Οι θεκο βοηθο του, που παρλαυναν στο πλευρ του,
70    Εδαν τον πολεμιστ, τον επιφανστερο, και η ρασ τους θλωσε.
71    Η Τιαμτ ριξε το ξρκι της χωρς να γυρσει το λαιμ της,
72    Στα χελη της κρατοσε αναλθειες και ψμματα,
73    “[ . ] . . . . . . . . . . . . .
74    Στα [ . ] . συγκντρωσαν δπλα σου.”
75    Ο Μπελ [σκωσε] την Πλημμρα της Καταιγδας, το φοβερ του πλο,
76    Και με αυτ τα λγια το πταξε προς την οργισμνη Τιαμτ,77    “Γιατ εσαι επιθετικ και αλαζνας,
78    Και πασχζεις να προκαλσεις μχη;
79    Η νετερη γενι κραγασε, εκνευρζοντας τους μεγαλυτρους της,
80    Αλλ εσ, η μητρα τους, περιφρονες το λεος
81    Τον Κνγκου ονμασες για σζυγ σου,82    Και τον διρισες λαθεμνα στη θση του βασιλι.
83    Για τον Ανσρ, του βασιλι των θεν, δημιοργησες προβλματα,
84    Και στους θεος, τους πατρες μου, δημιοργησες προβλματα.
85    Ανπτυξε τα στρατεματ σου, φρεσε τα πλα σου,
86    Εσ κι εγ θα σταθομε αντιμτωποι και θα πολεμσουμε.”
87    ταν τα κουσε αυτ η Τιαμτ88    Τρελθηκε και χασε τα λογικ της.
89    Η Τιαμτ βρυχθηκε δυνατ και γρια,90    λα τα κτω μλη της τρμανε.
91    ψαλε να ξρκι, συνχιζε να ψλλει το ξρκι της,
92    Εν οι θεο (της μχης) ακονζανε τα πλα για τον πλεμο.
93    Η Τιαμτ και ο Μαρντοκ, ο σοφς των θεν, πλησασαν,
94    Ενθηκαν στον σπαραγμ, πλησασαν για να πολεμσουν.
95    Ο Μπελ πλωσε το δχτυ του και την μπλεξε•96    Ελευθρωσε τον Κακ νεμο, την οπισθοφυλακ του, στο πρσωπ της.
97    Η Τιαμτ νοιξε το στμα για να τον καταπιε.98    φησε τον Κακ νεμο να μπει μσα της και δεν μποροσε να κλεσει τα χελη της.
99    Οι γριοι νεμοι βαρναν την κοιλι της,
100    Τα μσα της πρηστκαν και νοιξε φαρδι το στμα της.
101    ριξε να βλος και τρπησε την κοιλι της,
102    σχισε τα εντσθι της και την σφαξε προς τα μσα,
103    Την δεσε και σβησε τη ζω της,
104    Πταξε κτω το πτμα της και στθηκε πνω του.
105    Αφο σκτωσε την Τιαμτ, την αρχηγ,106    Η συνοδεα της σκρπισε, η στρατι της διαλθηκε.
107    Οι θεκο βοηθο της που ταν με το μρος της,
108    Οπισθοχρησαν τρμοντας απ το φβο τους.
109    . . . . για να σσουν τις ζως τους,
110    Αλλ ταν εντελς περικυκλωμνοι, δεν μποροσαν να ξεφγουν.
111    Τους δεσε και σπασε τα πλα τους,
112    Και κετονταν μπλεγμνοι, καθισμνοι στην παγδα,
113    Κρυμμνοι σε γωνες, γεμτοι θλψη,
114    Υπφεραν την τιμωρα φυλακισμνοι.
115    Τα ντεκα πλσματα που ταν καλυμμνα με φβο,
116    Το τσορμο των δαιμνων που περπατοσαν σαν ιπποκμοι στο δεξ της χρι,
117    Τους βαλε σχοινι και δεσε τα χρια τους,
118    Κι αυτος και την ικαντητ τους στον πλεμο τους τσαλαπτησε [με τα πδια του].
119    Τρα τον Κνγκου, που εχε ανλθει σε εξουσα ανμεσ τους,
120    Τον δεσε και τον βαλε με τους νεκρος θεος.
121    Του πρε την Πινακδα του Πεπρωμνου, που δεν του ανκε,
122    Τη σφργισε με μια σφραγδα και την δεσε στο δικ του στθος.
123    Αφου ο πολεμιστς Μαρντοκ δεσε και σφαξε τους εχθρος του,
124    Εχε . . . . τον υπερπτη εχθρ . . . ,
125    Εχε εξασφαλσει τη νκη του Ανσρ επ των εχθρν του,
126    Εχε εκπληρσει την επιθυμα του Νοντιμμουντ,127    Εχε δυναμσει τον λεγχο του επ των Δεμνων Θεν,
128    Και επστρεψε στην Τιαμτ, την οποα εχε δσει.129    Ο Μπελ βαλε τα πδια της στα κτω μλη της Τιαμτ130    Και με το ανελητο ρπαλ του της διλυσε το κρανο.
131    κοψε τις αρτηρες της
132    Και φησε το Βρειο νεμο να μεταφρει (το αμα της) για να διαδσει τα να.
133    Οι πατρες του το εδαν και χρηκαν και αγαλισαν•
134    Φρανε δρα για να του δσουνε.
135    Ο Μπελ ξεκουρστηκε, παρατηρντας το πτμα,136    στε να διαιρσει τη μζα με να ξυπνο σχδιο.
137    την σχισε στη μση σαν ξεραμνο ψρι•
138    Το να της μισ το στησε και το τντωσε ως Ουραν.
139    Τντωσε το δρμα και ρισε να φλακα
140    Με οδηγα να μην αφσει τα νερ να ξεφγουν.
141    Δισχισε τους ουρανος, επιθεωρντας τα ουρνια μρη,
142    Και τα περαξε στε να εναι δια με την Απσο, την κατοικα του Νοντιμμουντ.143    Ο Μπελ μτρησε το σχμα της Απσο144    Και στησε την Εσρρα, να αντγραφο της Εσγκλα.145    Στην Εσγκλα, την Εσρρα που εχε χτσει, και στους ουρανος,
146    Τακτοποιθηκε στα ιερ του νου, του Ενλλ και του α.

                           
   Πινακδα V

1    Κατασκεασε ουρνιες κατοικες για τους μεγλους θεος,
2    Και στησε αστερισμος, τα σχδια των στρων.
3    ρισε το τος, σημεωσε υποδιαιρσεις,
4    Και στησε απ τρα στρα για τον καθνα απ τους δδεκα μνες.
5    Αφο εχε οργανσει το τος,
6    Καθρισε την ουρνια κατοικα του Νεμπρου για να σταθεροποισει τα διαστματα μεταξ των στρων.
7    στε καννα να μην παραβε [τις εντολς] να εναι οκνηρ
8    Μαζ καθρισε και την ουρνια κατοικα του Ενλλ και του α.9    νοιξε πλες και στις δυο πλευρς,
10    Και βαλε γερς βδες στα αριστερ και τα δεξι.
11    βαλε τα ψη (του ουρανο) στην κοιλι της (Τιαμτ),12    Δημιοργησε το Ναννρ και του εμπιστετηκε τη νχτα.
13    Τον ρισε ως το πετρδι της νχτας για να καθορσει τις μρες,
14    Και μνα με το μνα χωρς σταματημ τον ανψωσε με να στμμα,
15    (Λγοντας,) “Λμψε πνω απ τη γη στην αρχ του μνα,
16    Περλαμπρος με κρατα για να καθορζεις ξι ημρες.
17    Την 7η ημρα το στμμα σου θα χει το μισ μγεθος,
18    Την 15η μρα, στη μση κθε μνα, θα στκεσαι σε αντθεση.
19    ταν [θα σε βλπει] ο Σαμς στον ορζοντα,20    Θα μεινεσαι με τον κατλληλο τρπο και θα λμπεις αντστροφα.
21    Την 29η ημρα, θα πλησιζεις την πορεα του Σαμς,22    . [ . . ] 30η ημρα θα στκεσαι σε σνοδο και θα ανταγωνζεσαι τον Σαμς.23    χω ( . . . . ] . το σημδι, να ακολουθες την πορεα του,
24    Πλησασε . . ( . . . . . ) να αποδδεις κρση.
25    . [ . . . . ] . Σαμς, να περιορζει [το φνο] και τη βα,26    . [ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ] . εμνα.

35    Στο τλος [ . . .
36    Ας [υπρχει] την 29η μρα [ . . . “
37    Αφο [εχε . . . . ] τις εντολς [ . . .
38    Την οργνωση του μπροστ και . [ . . .
39    φτιαξε την ημρα [ . . .
40    Ας εναι το τος σα [ . . .
41    Κατ το νο τος [ . . .
42    Το τος . . . . . [ . . .
43    Ας υπρχει τακτικ [ . . .
44    Το εκτεινμενο βλος [ . . .
45    Αφο εχε [ . . .
46    Τους φρουρος της νχτας και της μρας [ . . .
47    Τον αφρ που η Τιαμτ [ . . .48    Ο Μρντουκ φτιαξε [ . . .
49    Το συγκντρωσε και το φτιαξε σννεφα.
50    Τους γριους ανμους, τις βαιες καταιγδες,
51    Την ομχλη που κοχλζει—το συγκεντρωμνο σλιο της—
52    Τα κρτησε για τον εαυτ του και τα πρε στο χρι του.
53    Τοποθτησε το κεφλι της στην [κατλληλη] θση και χυσε ξω . . [ . . ] .
54    νοιξε την βυσσο και τη χρτασε με νερ.
55    Απ τα δυο της μτια κανε να τρξουν ο Ευφρτης και ο Τγρις,
56    Βολωσε τα ρουθονια της, αλλ φησε . .
57    Σριασε τα μακρυν [βουν] πνω στα στθη της,
58    σκαψε πηγδια για να αναβλσουν οι πηγς.
59    στριψε την ουρ της και την πλεξε μσα στο Ντουρμαχο,60    [ . . . ] . . τον Απσο κτω απ τα πδια του.61    [στησε ρθιους] τους βουβνες της—σφνωσε τον ουραν ψηλ—
62    [(τσι) τη μισ] he την τντωσε και την κανε γερ [για να γνει] πως η γη
63    [Αφο] τελεωσε την εργασα του μσα στην Τιαμτ,64    [πλωσε] το δχτυ του και το φησε απ ξω.
65    λεγξε τον ουραν και τη γη . . [ . ] .
66    [ . . ] τα δεσμ τους . . . . . . .
67    Αφο σχεδασε τους νμους του και συνθεσε τα διατγματ [του],
68    Προσρμοσε σχοινι για οδηγος και τα βαλε στα χρια του α.69    [Την πινακδα] των Πεπρωμνων, που ο Κνγκου εχε πρει και κουβλαγε [μαζ του],
70    Την ανλαβε ως τρπαιο(;) και την επδειξε τον νου.71    [ρθρο . ] . της μχης, που εχε δσει εχε βλει στο κεφλι του,
72    [ . ] . φερε μπροστ στους πατρες του.
73    [πειτα] τα ντεκα πλσματα που εχε γεννσει η Τιαμτ . . . ,74    σπασε τα πλα τους και δεσε (τα πλσματα) στις πατοσες του.
75    φτιαξε εικνες απ αυτ και τις τοποθτησε [στις πλες] του Απσο,76    Ως σημδι που δεν πρεπε να ξεχαστε.
77    [Οι θεο] το εδαν και εκστασιστηκαν απ τη χαρ,
78    (ταν,) ο Λαχμο, η Λαχαμο και λοι οι πατρες του.
79    Ο Ανσρ τον [αγκλιασε] και τον αποκλεσε απ πρα εις πρα με τον ττλο του, “Νικηφρος Βασιλις”,
80    Ο νου, ο Ενλλ και ο α του δωσαν δρα.81    Η Μητρα Νταμκνα, που τον γννησε, τον χαιρτισε,
82    Με μια καθαρ, γιορτιν ρμπα που κανε το πρσωπ του να λμπει.
83    Στον Ουσμο, που κρατοσε το δρο της για να δσει τις ειδσεις,
84    [Του εμπιστετηκε] το βεζυρτο του Απσο και την επιμλεια των ιερν τπων.
85    Οι Ιγκγκι συγκεντρθηκαν και λοι υποκλθηκαν βαθει μπροστ του,
86    λοι οι Ανουννκι του φιλοσανε τα πδια.87    [Συγκεντρθηκαν] λοι για να δεξουν την υποταγ τους,
88    [ . . . ] . σηκθηκαν ρθιοι, προσκνησαν, “Ιδο ο Βασιλις!”
89    Οι πατρες του [ . . . ] . και τον κοταζαν απολαμβνοντας την ομορφι του,
90    Ο Μπελ κουσε τα λγια του, γεμτος με τη σκνη της μχης.
91    . [ . . . . . . . . . . . . ] . . . . . . .
92    Αλεφοντας το σμα του με . [ . . . ] ρωμα κδρου.
93    Ντθηκε με τον βασιλικ [του] χιτνα,
94    Με να στμμα τρμου ως βασιλικ αρα.
95    Πρε το ρπαλ του και το κρτησε στο δεξ του χρι,
96    . . . ] . κρατοσε στο αριστερ.
97    [ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ]
98    . . . ] . τοποθτησε τα πδια του.
99    βαλε πνω . [ . . .
100    Το σκπτρο της ευδαιμονας και της επιτυχας [κρμασε] στο πλευρ του.
101    Αφο [εχε . . . ] την αρα [
102    Διακσμησε(;) το λφυρ του, τον Απσο, με να τρομερ [ . . ]
103    Εγκαταστθηκε ως . [ . . .
104    Στην αθουσα του θρνου [του] [ . . .
105    Στο σηκ [ . . .
106    Κθε νας απ τους θεος [ . . .
107    Ο Λαχμο και η Λαχαμο . [ . . . . . . . ] .108    νοιξαν τα στματ τους και [απευθνθηκαν] στους θεος του Ιγκγκι,109    “Παλι ο Μαρντοκ ταν ο αγαπημνος μας υις,110    Τρα εναι ο βασιλις σας, υπακοστε τη διαταγ του!”
111    πειτα, λοι μλησαν μαζ,
112    “Το νομ του εναι Λουγκαλντιμμερνκια, να του χετε εμπιστοσνη!”
113    Αφο παρδωσαν τη βασιλεα στο Μαρντοκ,114    Του απηθυναν μια ευλογα για ευημερα και επιτυχα,
115    “Απ εδ και πρα εσαι αυτς που θα φροντζει το ιερ μας,
116    ,τι και αν διατξεις, εμες θα το κνουμε!”
117    Ο Μαρντοκ νοιξε το στμα του για να μιλσει118    Και απευθνθηκε στους θεος τους πατρες του,
119    “Πνω απ τον πσου, τη σμαργδινη(;) κατοικα,
120    Απναντι απ την Εσρρα, που χτισα για σας,121    Κτω απ τα ουρνια μρη, του οποου το πτωμα κανα σταθερ,
122    Θα χτσω να σπτι για να εναι η πολυτελς μου κατοικα.
123    Μαζ με αυτ θα καθορσω το ιερ του,
124    Θα ιδρσω το θλαμ μου και θα εγκαταστσω τη βασιλεα μου.
125    ταν επιστρψετε απ τον Απσο για να πρετε μια απφαση
126    Αυτ θα εναι το μρος για να ξεκουρζεστε πριν τη συγκντρωση.
127    ταν κατεβανετε απ τον ουραν για να πρετε μια απφαση
128    Αυτ θα εναι το μρος για να ξεκουρζεστε πριν τη συγκντρωση.
129    Θα ονομσω αυτ το μρος “Βαβυλνα”, “Οικες των Μεγλων Θεν”,
130    Μσα του θα κνουμε μα γιορτ: αυτ θα εναι η βραδιν γιορτ.
131    [Οι θεο], οι πατρες του, [κουσαν] αυτ τα λγια του,
132    . [ . . . . . . . . . . . . ] . επαν,
133    “Σχετικ με λα σα φτιαξαν τα χρια σου,
134    Ποιος χει [ . . . ] σου;
135    Σχετικ με τη γη που φτιξαν τα χρια σου,
136    Ποιος χει [ . . . λ σου;
137    Στη Βαβυλνα, πως την ονμασες,
138    Βλε το [μρος που θα ξεκουραζμαστε] για πντα.
139    . [ . . . . . . . . . ] σε τους να μας φρνουν τακτικς προσφορς
140    . [ . . . . . . . . . . . . . . . . ] . .
141    Οποιοσδποτε [ . . . ] την αποστολ μας, που εμες . [ . . .
142    Εκε μσα [ . . . . . ] μχθο του . [ . . .
143    [ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ]
144    Χαρκανε [ . . . . . . . . . . . ] . . [ . . .
145    Οι θεο . [ . . . . . . . . . . . . . ]
146    Αυτς που γνωρζει [ . . . . . . . . . ] . αυτος
147    νοιξε [το στμα του δεχνοντς] τους φως,
148    . . [ . . . . . . . . . ] τα λγια του . [ . ]
149    φτιαξε φαρδ [ . . . . . . . . ] . αυτος [ . . .
150    Και . [ . . . . . . . . . . . . ] . . . . .
151    Οι θεο υποκλθηκαν, μιλντας του,
152    Απευθνθηκαν στον Λουγκαλντιμμερνκια, τον κρι τους,
153    “Προηγουμνως, κριε, [σουν ο αγαπημνος μας] υις,
154    Τρα εσαι ο βασιλις μας, . . [ . . . ]
155    Αυτς που . [ . ] . [ . ] μας [προσττευσε]
156    . . [. . . ] την ατα του ροπλου και του σκπτρου.
157    Ας καταστρσει σχδια [ . . . . ] . . [ . . . ]
158    [ . ] . . [ . . . . . . τι] εμες . [ . . .”

                              Πινακδα VI

1    ταν ο Μαρντοκ κουσε τα λγια των θεν2    Του ρθε η επιθυμα να κνει ξυπνα πργματα.
3    νοιξε το στμα του απευθυνμενος στον α,4    Συμβουλεει αυτ που συλλογιζταν στην καρδι του,
5    “Θα ενσω αμα για να φτιξω κκκαλο,
6    Θα δημιουργσω τον Λουλλο, του οποου το νομα θα εναι ‘νθρωπος’.
7    Θα δημιουργσω τον Λουλλο—τον νθρωπο8    Στον οποο θα αποτεθε ο κπος των θεν, στε να μπορσουν να ξεκουραστον.
9    Θα αλλξω με επιδεξιτητα την οργνωση των θεν:
10    Αν και τιμνται ως μα [ομδα], θα χωριστον σε δο.”
11    Ο α απντησε, καθς του απηθυνε να λγο,12    Λγοντας τα σχλι του για την ανπαυση των θεν,
13    “Ας παραδοθε νας απ τους αδελφος τους.
14    Ας χαθε στε να μπορσουν να φτιαχτον οι νθρωποι.
15    Ας συγκεντρωθον οι μεγλοι θεο
16    Και ας παραδοθε ο νοχος για να ισχυροποιηθον.”
17    Ο Μαρντοκ συγκντρωσε τους μεγλους θεος,18    Δνοντας την εντολ με ευγνεια,
19    Καθς μιλοσε, οι θεο τον παρακολουθοσανε με προσοχ:
20    Ο βασιλις απηθυνε να λγο στους Ανουννκι,21    “Ο προηγομενος ρκος σας ταν πργματι ειλικρινς,
22    (Και τρα) πετε μου την πσα αλθεια:
23    Ποιος εναι αυτς που ξεκνησε τον πλεμο,
24    Ποιος κανε την Τιαμτ να επαναστατσει και να ξεκινσει τη μχη;
25    Αυτς που προκλεσε τον πλεμο ας παραδοθε
26    Για να αποδσω τιμωρα• αλλ εσες κθεστε και ξεκουρζεστε.
27    Οι Ιγκγκι, οι μεγλοι θεο, του απντησαν,28    Συγκεκριμνα ο Λουγκαλντιμμερνκια, ο σμβουλος των θεν, ο κριος,
29    “Ο Κνγκου εναι αυτς που προκλεσε τον πλεμο,30    Που κανε την Τιαμτ να επαναστατσει και να ξεκινσει μχη.”
31    Τον δεσαν, κρατντας τον ενπιον του α,32    Εφρμοσαν την ποιν και κοψαν τα αγγεα του.
33    Απ το αμα του αυτς (ο α) δημιοργησε την ανθρωπτητα,
34    Στους οποους επβαλε να υπηρετον τους θεος και ελευθρωσε τους θεος [απ την υποχρωση].
35    Αφο ο σοφς α πλασε την ανθρωπτητα36    Και τους επβαλε να υπηρετον τους θεος—
37    Το ργο εναι ακατανητο
38    Γιατ ο Νοντιμμουντ πραγματοποησε τη δημιουργα με την επιδεξιτητα του Μαρντοκ—39    Ο βασιλις Μαρντοκ χρισε τους θεος,40    λους τους Ανουννκι σε ομδες επνω και κτω.41    ρισε 300 στους ουρανος για να διαφυλσσουν τις προσταγς του νου42    Και τους ρισε ως φλακες.
43    πειτα οργνωσε τον κτω κσμο.
44    Στον ουραν και τον κτω κσμο τοποθτησε 600 θεος.
45    Αφο βγαλε λα τα διατγματ του,
46    Και μορασε αμοιβς στους Ανουννκι του ουρανο και του κτω κσμου,
47    Οι Ανουννκι νοιξαν το στμα τους48    Και απευθνθηκαν στον κρι τους, Μαρντοκ,49    “Τρα, Κριε, αφο εξασφλισες την ελευθερα μας
50    Τι χρη μπορομε να κνουμε εμες για εσνα;
51    Επτρεψ μας να κνουμε να μεγαλοπρεπς ιερ:
52    Ο θλαμς σου θα εναι ο τπς της ανπαυσς μας, εκε που θα μπορομε να ξεκουραζμαστε.
53    Επτρεψ μας να υψσουμε να ιερ για να φιλοξενσει να βθρο
54    που θα μπορομε να αναπαυμαστε ταν τελεινουμε (την εργασα μας).”
55    ταν ο Μαρντοκ τα κουσε αυτ,56    λαμψε πως το φως της μρας,
57    “Χτστε τη Βαβυλνα, το ργο που ζηττε.
58    Ας πλαστονε τοβλα και χτστε το ιερ!”
59    Οι Ανουννκι πραν την αξνα.60    Επ να τος φτιαχναν τα απαρατητα τοβλα.
61    ταν μπκε το δετερο τος,
62    Σκωσαν την κορφ του σαγκιλ, να αντγραφο του Απσο.63    Κατασκεασαν το ψηλ καμπαναρι του Απσο64    Και για τον νου, τον Ενλλ και το α, ρισαν (το) . . του ως κατοικα.
65    Κθησε περλαμπρος μπροστ τους,
66    Επιθεωρντας τα κρατ του, τα οποα ταν στο διο εππεδο με τη βση της Εσρρα.67    Αφο ολοκλρωσαν το ργο τους στο σαγκιλ68    λοι οι Ανουννκι κατασκεασαν τα ιερ τους.69    {300 Ιγκγκι του ουρανο και 600 απ τον Απσο, λοι τους εχαν συγκεντρωθε.}
70    Ο Μπελ κθισε τους θεος, τους πατρες του, στο δεπνο
71    Στο υψηλ ιερ του που χτισαν γι’αυτν ως κατοικα του,
72    (Λγοντας,) “Αυτ εναι η Βαβυλνα, η σταθερ σας κατοικα,
73    Χαρετε εδ! Καθστε με χαρ!
74    Οι μεγλοι θεο καθσανε,
75    Τοποθετκανε [στο τραπζι] ποτρια μπρας και κθισαν για το δεπνο
76    Αφου ευχαριστθηκαν εκε μσα
77    Κνανε μια τελετ στον επιβλητικ σαγκιλ.78    Οι κανονισμο και λοι οι καννες καθορστηκαν:
79    λοι οι θεο μοιρσανε τις αρμοδιτητες στον ουραν και τον κτω κσμο.
80    Το κολγιο των Πενντα μεγλων θεν λαβαν τις θσεις τους,
81    Στους Επτ θεος των πεπρωμνων τους ανατθηκε να λαμβνουν αποφσεις.
82    Ο Μπελ πρε το πλο του, το τξο, και το φησε μπροστ τους:
83    Οι θεκο πατρες του εδαν το δχτυ που εχε φτιξει.
84    Οι πατρες του εδαν πσο περτεχνα φτιαγμνο ταν το τξο
85    Καθς επαινοσανε αυτ που εχε φτιξει.
86    Ο νου το σκωσε ψηλ στη θεκ συγκντρωση,87    Φλησε το τξο, λγοντας, “Εναι η κρη μου!”
88    τσι επε τα ονματα του τξου:
89    “Μακρ Ραβδ” ταν το πρτο• το δετερο ταν “Εθε να χτυπσει το στχο”.
90    Με το τρτο νομα, “Τξο του στρου” το κανε να λμψει στον ουραν,
91    Το τοποθτησε στην ουρνια θση του μαζ με τα θεκ αδρφια του.
92    Αφο ο νου καθρισε το πεπρωμνο του τξου,93    στησε ναν βασιλικ θρνο, υψηλ ακμα και για θε,
94    Ο νου τον τοποθτησε εκε στη σναξη των θεν.95    Οι μεγλοι θεο συγκεντρθηκαν,
96    ΕΞψωσαν το πεπρωμνο του Μαρντοκ και προσκνησαν βαθει.
97    Ρξαν μια κατρα πνω τους
98    Και ορκστηκαν με νε και λδι και βλανε τα χρια στο λαιμ τους.
99    Του δωσαν το δικαωμα να βασιλεει στους θεος
100    Τον εγκατστησαν ως ρχοντα των θεν του ουρανο και του κτω κσμου.
101    Ο Ανσρ του δωσε το δοξασμνο του νομα, Ασαλλοχι
102    “Με την αναφορ του ονματος, ας δεξουμε την υποταγ μας!
103    ταν μιλει, οι θεο ας τον υπακονε,
104    Ας εναι η εντολ του αντερη στις πνω και τις κτω περιοχς.
105    Ο υις μας, ο εκδικητς μας, ας δοξζεται,
106    Ας εναι η βασιλεα του αντερη και ο διος χωρς αντπαλο.
107    Ας ποιμανει τους μαυροκφαλους, τα πλσματ του,
108    Ας μιλνε για το χαρακτρα του στο μλλον χωρς να ξεχννε.
109    Ας φρει πλουσιοπροχες προσφορς τροφς για τους πατρες του,
110    Ας προσφρει για τη διατρησ τους και ας εναι ο επισττης των ιερν τους,
111    Ας καει λιβνι για να χαροποιε τα ιερ τους.
112    Ας κνει στη γη τα δια που κνει και στον ουραν:
113    Ας ορσει τους μαυροκφαλους να τον λατρεουν.
114    Οι υποτελες νθρωποι θα πρπει να προσχουν και να επικαλονται τους θεος τους,
115    Αφο αυτς τους διατσσει, θα πρπει να υπακον τις θες τους,
116    Ας φρνουν προσφορς τροφς [για](;) τους θεος και τις θες τους,
117    Ας μην ξεχαστον αυτο(;), ας θυμονται τους θεος τους,
118    Ας . . . τους . . , ας […] αυτο . . τα ιερ τους.
119    Αν οι μαυροκφαλοι λατρεουν κποιον, κποιον λλο θε,
120    Εναι και θες του καθενς απ εμς!
121    Εμπρς, ας πομε τα πενντα ονματα
122    Αυτο που ο χαρακτρας του εναι λαμπρς, που τα επιτεγματ του εναι το διο [λαμπρ].

123    (1) ΜΑΡΝΤΟΥΚ
    πως ονομστηκε απ τον πατρα του τον νου κατ τη γννησ του,
124    Που προμηθεει λιβδια για βοσκ και νερ [για πτισμα ζων] και κνει τους στβλους να προκβουν.
125    Που δεσε τους υπερφανους με το πλο του, την Πλημμρα της Καταιγδας,
126    Και σωσε τους θεος, τους πατρες του, απ τον κνδυνο.
127    Εναι ο υις, ο θες του λιου των θεν, εναι εκτυφλωτικς,
128    Ας περπατον πντα στο λαμπερ του φως.
129    Πνω στους ανθρπους που δημιοργησε, τα ζωνταν ντα,
130    Τους επβαλε να υπηρετον τους θεος και εκενοι ξεκουρστηκαν.
131    Δημιουργα και καταστροφ, συγχρεση και επιβολ της τιμωρας
132    Γνονται με την προσταγ του, ας χουν λοιπν τα μτια τους προσκολλημνα επνω του.
133    (2) Μαρροκα: εναι ο θες που τους δημιοργησε
134    Που ηρμησε τους Ανουννκι, που ξεκορασε τους Ιγκγκι.135    (3) Μαρουτοκκου: Εναι το στριγμα της γης, της πλης και των λαν τους,
136    Απ τρα και στο εξς ας τον υπακοουν λοι οι λαο.
137    (4) Μερσακοσου: γριος κι μως με στχο, οργισμνος κι μως υποχωρητικς,
138    Ο νους του εναι μεγλος, η καρδι του τους αγκαλιζει λους.
139    (5) Λουγκαλντιμμερνκια εναι το νομα με το οποο λοι τον αποκαλομε
140    Του οποου την εξουσα υψσαμε πνω απ εκενη των θεν των πατρων του.
141    Εναι ο κριος λων των θεν του ουρανο και του κτω κσμου,
142    Ο βασιλις του οποου οι προσταγς κνουν τους πνω και τους κτω θεος να τρμουν.
143    (6) Ναριλουγκαλντιμμερνκια εναι το νομα που του δσαμε, ο δσκαλος-προσττης κθε θεο,
144    Που ρισε τις κατοικες μας στον ουραν και τον κτω κσμο σε χαλεπος καιρος,
145    Που διαμορασε τα ουρνια αξιματα μεταξ των Ιγκγκι και των Ανουννκι,146    Ας τρμουν οι θεο στο νομ του και ας σεονται στις θσεις του.
147    (7) Ασαλοχι εναι το νομα με το οποο τον αποκλεσε ο πατρας του,
148    Εναι το φως των θεν, νας πανσχυρος ρωας,
149    Ο οποος, πως λει και το νομ του, εναι νας προσττης γγελο για θεος και γη,
150    Που με τρομερ μχη σωσε τοις οικες μας σε χαλεπ καιρ
151    (8) Ασαλοχι-Ναμτλλα ταν το δετερο νομα με το οποο τον αποκλεσαν, ο θες που δνει ζω,
152    Που, πως λει και (το νομ) του, αποκατστησε λους τους κατεστραμμνους θεος,
153    Ο κριος, που δωσε ζω τους νεκρος θεος με το αγν του ξρκι,
154    Ας τον επαινσουμε ως τον καταστροφα των κακν εχθρν.
155    (9) Ασαλοχι-Ναμρο, πως ταν το τρτο του νομα,
156    Ο αγνς θες που καθαρζει το χαρακτρα μας.”
157    Ο Ανσρ, ο Λαχμο και η Λαχαμο (ο καθνας) τον αποκλεσαν με τρα απ τα ονματ του
158    πειτα απευθνθηκαν στους θεος, τους υιος τους,
159    “Ο καθνας μας τον αποκλεσε με τρα απ τα ονματ του,
160    Τρα πετε τα ονματ του, πως κι εμες.”
161    Οι θεο χρηκαν καθς κουσαν τα λγια τους,
162    Στο Ουπσουκκινκι καναν συμβολιο,
163    “Του πολεμιστ υιο, του εκδικητ μας,
164    Του ευεργτη, ας εξαρουμε το νομ του.”
165    Κθησαν στη συγκντρωση, καλντας τα πεπρωμνα,
166    Και με λες τις αρμζουσες τελετς επαν το νομ του:

                           Πινακδα VII

1    (10) Ασρρε, αυτς που δνει αρδεσιμη γη, που φτιαξε την καλλιεργσιμη γη,
2    Ο δημιουργς του κριθαριο και του λιναριο, που κανε τα φυτ να φυτρσουν.
3    (11) Ασαραλμ, που τιμται στην αθουσα του συμβουλου, του οποου η συμβουλ υπερχει,
4    Οι θεο την ακολουθον και τον φοβονται.
5    (12) Ασαριλμνοννα,ο ευγενς, το φως του πατρα, του γενντορ του,
6    Που κατευθνει τις διαταγς του νου, του Ενλλ, του α, που εναι ο Νινσκου.7    Αυτς εναι ο προχος, που καθορζει τα εισοδματ τους,
8    Του οποου το τουρμπνι πολλαπλασιζει την ευφορα της γης.
9    (13) Ο Τοτου εναι, που κνει την ανακανισ τους,
10    Ας καθρει τα ιερ τους στε να μπορσουν να αναπαυθον.
11    Ας φτιξει να ξρκι στε να μπορσουν να αναπαυθον οι θεο,
12    Και αν υψνονται οργισμνοι, να οπισθοχωρον.
13    Εναι πργματι δοξασμνος στη συγκντρωση των θεν [των πατρων] του,
14    Κανες απ τους θεος δεν εναι [ισξις] του.
15    (14) Τοτου-Ζιουκκννα, η ζω της στρατις [του],
16    Που φτιαξε τους αγνος ουρανος για τους θεος,
17    Που ανλαβε τις πορεες του, που ρισε [τα αξιματ τους],
16    Εθε να μην ξεχαστε μεταξ των θνητν, αλλ [ας τον θυμονται] για τις πρξεις του.
19    (15) Τοτου-Ζκου ταν το τρτο νομα με το οποο τον αποκλεσαν, αυτς που κανε τον καθαρμ,
20    Ο θες του ευχριστου ανμου, κριος της επιτυχας και της υπακος,
21    Που παργει αφθονα και πλοτο, που φρει ευφορα,
22    Που κνει σπνιο, ,τι χουμε φθονο,
23    Του οποου τον ευχριστο νεμο οσμιστκαμε σε χαλεπος καιρος,
24    Ας προστξουν οι νθρωποι να εξυμνεται διαρκς, ας του προσφρουν λατρεα.
25    (16) Τοτου-Αγκκου ταν το τταρτο, ας τον εξυμνον οι νθρωποι,
26    Κριος των αγνν ξορκιν, που φερε τους νεκρος πσω στη ζω,
27    Που δειξε λεος στους Δεμνους Θεος,
28    Που βαλε τον αναγκαο ζυγ στους θεος, τους εχθρος του,
29    Και για να τους γλιτσει φτιαξε την ανθρωπτητα.
30    Ο ελεμων, που χει τη δναμη να επαναφρει στη ζω,
31    Ας εναι τα λγια του ββαια και ας μην ξεχαστον
32    Απ τα στματα των μαυροκφαλων, των πλασμτων του.
33    (17) Τοτου-Τοκου ταν το πμπτο, ας δνουν τα στματ τους κφραση στο αγν του ξρκι,
34    Που εξλειψε λη την κακα με το αγν του ξρκι.
35    (18) Σζου, που γνριζε την καρδι των θεν, που εδα τα δεσμ τους,
36    Που δεν φησε ναν που κανε το κακ να του ξεφγει,
37    Που δρυσε τη συνλευση των θεν, που κανε τις καρδις τους να χαρον,
38    Που υπταξε τους ανυπκουους, εναι η προστασα που περικλεει τους θεος.
39    κανε την αλθεια να ακμσει, ξερζωσε τον διεστραμμνο λγο,
40    Χρισε το ψεδος απ την αλθεια.
41    (19) Σζου-Ζσι ταν το δετερο, ας τον υμνομε διαρκς, τον καταστολα των εχθρν,
42    Που εκδωηε τη σγχιση απ τα σματα των θεν, των πατρων του.
43    (20) Σζου-Σουχρμ ταν το τρτο, που εξλειψε κθε εχθρ με τα πλα του,
44    Που σγχησε τα σχδι τους και τα μεττρεψε σε νεμο.
45    σβησε λους τους κακβουλους που του εναντιθηκαν,
46    Ας κραυγζουν διαρκς οι θεο επευφημες στη συνλευση.
47    (21) Σζου-Σουχγκουρμ ταν το τταρτο, που εξασφλισε επιτυχα για τους θεος, τους πατρες του,
48    Που εξλειψε τους εχθρος του και κατστρεψε τους απογνους τους,
49    Που σκρπισε τα επιτεγματ τους, χωρς να αφσει οτε ψγμα τους,
50    Ας λγεται το νομ του και ας διαλαλεται σε λη τη γη.
51    (22) Σζου-Ζαχρμ ταν το πμπτο, ας συζητν οι μελλοντικς γενις γι’αυτν,
52    Ο καταστροφας κθε επανασττη, λων των ανυπκουων,
53    Που φερε λους τους φυγδες θεος πσω στα ιερ τους,
54    Αυτ το νομ του ας καθιερωθε.
55    (23) Σζου-Ζαχρουγκμ ταν το κτο, λοι μαζ και παντο ας τον λατρεουν,
56    Που κατστρεψε ο διος λους τους εχθρος στη μχη.
57    Εναι ο (24) Ενμπιλολου, ο κριος που τους προσφρει φθονα,
58    Ο σπουδαος εκλεκτς τους, που τους κνει προσφορς δημητριακν,
59    Που κρατει τα βοσκοτπια και τα μρη για πτισμα των ζων σε καλ κατσταση και τα φτιαξε για τη γη,
60    Που δινοιξε κοτες και μορασε φθονο νερ.
61    (25) Ενμπιλολου-Επαντον, κριος της κοινς γης και . . ., ας εναι το δετερο [νομ του],
62    Επιτηρητς των καναλιν του ουρανο και του κτω κσμου, που καθορζει την πορεα τους,
    Που φτιχνει καθαρ αρδεσιμη γη στην εξοχ,
63    Που κατευθνει τα αρδευτικ χαντκια και κανλια και σημαδεει την πορεα τους.
64    (26) Ενμπιλολου-Γκουγκλ, επισττης των καναλιν, των υδτινων δρμων των θεν, ας εναι το τρτο [νομα με το οποο θα] δοξζεται,
65    Κριος της αφθονας, της ευμρειας και των τερστιων αποθεμτων (σιτηρν),
66    Που παρχει αφθονα, που πλουτζει τις ανθρπινες κατοικες,
67    Που δνει σιτρι και κνει τα σιτηρ να φυτρνουν.
68    (27) Ενμπιλολου-Χεγκλ, που συγκεντρνει την αφθονα για τους λαος . . . .
69    Που βρχει απ ψηλ πλοτη στην πλατει γη και προμηθεει με φθονη βλστηση.
70    (28) Σιρσρ, που στοβαξε να βουν πνω στην Τιαμτ,71    Που λεηλτησε το πτμα της Τιαμτ με τα πλα [του],
72    Ο προσττης της γης, ο αξιπιστος βοσκς τους,
73    Του οποου τα μαλλι εναι καρπο που φυτρνουν, του οποου το τουρμπανι εναι [αρδευτικ] κανλι,
74    Που διαρκς δισχιζε τη μεγλη Θλασσα μσα στην οργ του,
75    Και διαρκς δισχιζε το πεδο της μχης της σαν να ταν γφυρα.
76    (29) Σιρσρ-Μαλχ ταν το δετερο νομα που του δωσαν—τσι να γνει—
77    Η Τιαμτ ταν το καρβι του, αυτς ταν ο πλοηγς της.
78    (30) Γκιλ, που πντα μαζεει σορος κριθαριο, τερστιους σορος,
79    Ο δημιουργς των σιτηρν και των σμηνν, που δνει σπρο για τη γη.
80    (31) Γκιλιμ, που κανε το δεσμ των θεν σταθερν, που δημιοργησε σταθερτητα,
81    Μια παγδα που τους κατατρπωσε, που μως προσφερε και ενοια.
82    (32) Αγκλιμα, ο υψηλς, που αρπζει το στμμα, που ελγχει το χινι,
83    Που φτιαξε τη γη πνω στο νερ και κανε σταθερος τους ουρανος.
84    (33) Ζουλομ, που ορζει λιβδια για τους θεος και μοιρζει ,τι δημιοργησε,
85    Που παρχει εισοδματα και προσφορς τροφς, που διαχειρζεται τα ιερ.
86    (34) Μομμου, δημιουργ ουρανο και κτω κσμου, που προστατεει τους πρσφυγες,
87    Ο θες που καθρει τον ουραν και τον κτω κσμο, δευτερευντως [ονομζεται] Ζουλομμου,
88    Ως δεγμα σεβασμο για τη δναμη του, στην οποα κανες λλος θες δεν τον φτνει.
89    (35) Γκισνομουναμπ, ο δημιουργς των λαν, που φτιαξε τις περιοχς του κσμου,
90    Ο οποος κατστρεψε τους θεος της Τιαμτ και φτιαξε λαος απ μρη τους.
91    (36) Λουγκαλαμπντουμπορ, ο βασιλις που σκρπισε τα ργα της Τιαμτ, που ξερζωσε τα πλα της,
92    Του οποου τα θεμλια εναι πντα ασφαλ.
93    (37) Παγκαλγκουννα, ο πρτος λων των κυρων, που η δναμ του λαμπρνεται,
94    Που εναι ο μεγαλτερος μεταξ των θεν, των αδερφν του, ο πιο ευγενς απ λους.
95    (38) Λουγκαλντουρμχ, βασιλς του δεσμο των θεν, κριος του Ντουρμαχο,96    Που εναι ο μεγαλτερος στη βασιλικ κατοικα, απερως αντερος απ τους λλους θεος.
97    (39) Αρανοννα, ο σμβουλος του α, του δημιουργο του θεο, των πατρων του,
98    Τον οποο κανες θες δε μπορε να φτσει τη βασιλικ περπατησι του.
99    (40) Ντουμουντοκου, ο οποος ανανενει μνος του την αγν του κατοικα στο Ντοκου,
100    Ντουμουντοκου, χωρς τον οποο ο Λουγκαλντοκου δεν παρνει απφαση.
101    (41) Λουγκαλσουννα, ο βασιλις που η δναμ του εναι αντερη λων των θεν,
102    Ο κριος, η δναμη του νου, αυτς που εναι υπρτατος, ο επλεκτος του Ανσρ.103    (42) Ιρογκα, που τους λεηλτησε λους στη Θλασσα,
104    Που κατανοε λη τη σοφα, περιχει και αντιλαμβνεται.
105    (43) Ιρκνγκου, που λεηλτησε τον Κνγκου σε . . . μχη,
106    Που ορζει τα διατγματα και καθορζει τα αξιματα.
107    (44) Κνμα, ο καθοδηγητς λων των θεν, που συμβουλεει,
108    Στο κουσμα του ονματος του οποου οι θεο υποκλνονται με ευλβεια ως μπροστ σε θελλα.
109    (45) Ντινγκρ-Εσισκορ — ας λβει την υψηλ του θση στον Οκο της Ευλογας,
110    Ας φρουν οι θεο τα δρα τους ενπιν του
111    Ωστου αποδεχθε τις προσφορς τους.
112    Κανες πρα απ αυτν εκτελλε ξυπνα πργματα
113    Οι τσσερις (περιοχς) των μαρων κεφαλν εναι δημιουργα του,
114    Πρα απ αυτν κανες θες δεν γνωρζει τις μρες της ζως τους.
115    (46) Γκρρου, που κνει τα πλα σκληρ(;),
116    Που κανε ξυπνα πργματα στη μχη με την Τιαμτ,117    Με εκτεν σοφα, ριστος στην κατανηση,
118    να βαθς νους, που οτε λοι οι θεο μαζ δεν καταλαβανουν.
119    Ας εναι (47) Αντο τον νομ του, ας καταλαμβνει ολκληρο τον ουραν,
120    Ας μπουμπουνζει με την ευχριστη φων του σε λη τη γη,
121    Ας γεμζει το μπουμπουνητ(;) τα σννεφα
    Και να δνει τροφ στους ανθρπους κτω.
122    (48) Ασρου, ο οποος, πως λει το νομ του, συγκντρωσε τα Θεκ Πεπρωμνα
123    Εναι πργματι ο φλακας λων ανεξαιρτως των ανθρπων.
124    πως ο (49) Νεμπρου ας κατχει το μρος που εννεται ο ουρανς και ο κτω κσμος,
125    Δε θα πρπει να διασταυρνονται επνω κτω, αλλ να τον περιμνουν.
126    Ο Νεμπρου εναι το αστρι του, το οποος αυτς κανε να λμπει στον ουραν,
127    Ας λβει τη θση του στην ουρνια σκλα, στε να μπορον να τον κοιτζουν.
128    Ναι, αυτς που διασχζει διαρκς τη Θλασσα χωρς να ξεκουρζεται,
129    Ας εναι το νομ του Νεμπρου, που πινει τη μση της,
130    Ας διορθνει την πορεα των στρων του ουρανο,
131    Ας καθοδηγε τους θεος σαν πρβατα,
132    Ας δσει την Τιαμτ και να βλει τη ζω της σε θανσιμο κνδυνο,
133    Στις γενις που δεν χουν γεννηθε, στις μακρυνς μελλοντικς ημρες,
134    Ας συνεχσει χωρς λεγχο, ας παραμενει σε λη την αιωνιτητα.
135    Απ ττε που δημιοργησε τον ουραν και κατασκεασε τη γη,
136    Ο Ενλλ, ο πατρας του, τον αποκλεσε με το διο του το νομα, (50) ‘ρχοντα της Γης’.
137    Ο α κουσε τα ονματα με τα οποα τον αποκλεσαν οι Ιγκγκι138    Και το πνεμα του γινε λαμπρ.
139    “Να! Αυτς που το νομ του υψθηκε απ τους πατρες του
140    Ας ονομζεται κι αυτς, πως κι εγ, (51) ‘α‘141    Ας ελγχει αυτς λες μου τις τελετουργες,
142    Ας μοιρζει αυτς τις εντολς μου”.
143    Με τη λξη “Πενντα” οι μεγλοι θεο
144    Ονμασαν τα πενντα ονματ του και του δωσαν μια εξχουσα θση.
145    Δε θα πρπει να λησμονηθον• να εξχον τομο θα πρπει να τα εξηγε,
146    Οι σοφο κι οι γραμματιζομενοι να συζητον γι’αυτ,
147    νας πατρας θα πρπει να τους επαναλαμβνει και να τους διδσκει στους γιους του,
148    Θα πρπει να εξηγονται σε βοσκος και τσοπνηδες.
149    Αν κποιος δεν αμελε τον Μαρντοκ, τον Ενλλ των θεν,
150    Ας ευδοκιμσει η γη του και ας προκψει ο διος,
151    (Γιατ) ο λγος του εναι αξιπιστος, η εντολ του δεν αλλζει,
152    Κανες θες δεν μπορε να αλλξει τα λγια του στματς του.
153    ταν κοιτζει με οργ, δεν υποχωρε,
154    ταν η οργ του καει, κανες θες δεν μπορε να τον αντιμετωπσει.
155    Ο νους του εναι βαθς, το πνεμα του τα αγκαλιζει λα,
156    Ενπιον του οποου οι αμαρτες και τα παραπτματα αναζητνται.
157    Διδαχ που νας εξχων επανλαβε ενπιν του (Μαρντοκ):
158    Το κατγραψε και το αποθκευσε, στε να μπορον οι γενες να ρχονται να το ακονε.
159    [ . . ] . Ο Μαρντοκ, που πλασε του θεος Ιγκγκι,
160    Και αν και υποβαθμστηκαν . . . ας επικαλεστον το νομ του.
161    . . . . το τραγοδι του Μαρντοκ,
162    Που νκησε την Τιαμτ κι ανλαβε τη βασιλεα.

==========================================

                       Γενεαλογα Ακκαδικο Πανθου



 


                      Γλωσσρι Κυρων Λξεων-Ονομτων

Anduruna - αντουρονα Ο τπος που παζουν οι θεο. Τα Ουρνια του βαβυλωνιακο πανθου.
Anšar - ανσρ Θετητα του ουρανο του ακκαδικο πανθου. Το νομ του μεταφρζεται ως “ξονας του ουρανο”. Στην Enûma Eliš εμφανζεται ως αδερφς και σζυγος της Kišar, παιδι των Laḫmu και Laḫamu και πατρας του πανθου. Εικζεται πως το δδυμο Anšar και Kišar αντιπροσωπεουν τον ουραν και τη γη.


       Ο Anšar επνω σε ναν ταρο
        (απ ανασκαφ στην Ασσορ)

    
Anu - νου νας απ τους θεος της ιερς τριδας της βαβυλωνιακς μυθολογας (μαζ με τον Ea και τον Enlil), θετητα του ουρανο. Στην Enûma Eliš εναι γιος του Anšar και της Kišar και πατρας του Ea, ο οποος μως θεωρεται ισξις του. Στη βαβυλωνιακ αστροθεολογα αντιπροσπευε το βρειο τρτο της εκλειπτικς.
Anunnaki - ανουνκι Επσης γρφεται κι Anunna, Anunnaku, Ananaki κι Annunaki. Συλλογικ νομα για το βαβυλωνιακ πνθεο και σημανει περπου “αυτο με βασιλικ αμα”. Στην Enûma Eliš διακρνονται απ τους Igigi, ως αντεροι.
Anuship    Αγγλικ λξη κατ το “kingship” και “lordship” που υποδηλνει τη βασιλεα στο μεσοποταμιακ πνθεο και προρχεται απ το γεγονς τι ο νου ταν στην πρξη ο πρτος βασιλις των θεν πριν τον Marduk.
Apsû - απσο Επσης Abzu, απ το “ab” (=ωκεανς) και “zu”(=βαθς σοφα). Η μα απ τις δο αρχγονες θετητες του βαβυλωνιακο πανθου και προσωποποηση του γλυκο νερο. Ως θετητα εμφανζεται μνο στην Enûma Eliš, εν η λξη Apsû στις λλες μεσοποταμιακς μυθολογες εναι απλ η κατοικα του Ea (αν και στην Enûma Eliš το πτμα μου καταλγει να διαδραματζει τον διο ρλο).
Be-l - μπελ  νας απ τους πρτους ττλους του Marduk. Μεταφρζεται ως “Κριος” (“Lord” στα αγγλικ). Αργτερα φανεται πως μετεξελχθηκε ως ονομασα του σημιτικο θεο “Βαλ” 
Damkina - νταμκνα Επσης Damgalnuna. Η σζυγος του Ea και μητρα του Marduk. Στη σουμεριακ μυθολογα εμφανζεται ως σζυγος του Enlil.
Durmaḫu - ντουρμαχο Ο δεσμς των ουρανν και της γης. Η λξη χρησιμοποιονταν για να εδος σχοινιο φτιαγμνου απ καλαμις.
Ea - α Επσης κι Enki (=κριος της Γης, ενδεχομνως) και Nudimmud (=πο φρει ομοιτητα, νομ του ως δημιουργο) νας απ τους θεος της ιερς τριδας της βαβυλωνιακς μυθολογας (μαζ με τον Anu και τον Enlil), θετητα του νερο. Στην Enûma Eliš εναι γιος του Anu, αλλ θεωρεται ισξις του. Σκοτνει τον αρχγονο θε Apsû πριν προλβει να σκοτσει κενος του θεος που ενοχλοσαν την ανπαυσ του και παρνει το στμμα του καταλαμβνοντας αρχηγικ θση στο πνθεο. Χρησιμοποιε δε το σμα του Apsû ως κατοικα του. Στη βαβυλωνιακ αστροθεολογα αντιπροσπευε το ντιο τρτο της εκλειπτικς.

   
Ο Ea υπερνικ τον Apsû (στα δεξι κρατ το πλο του)
κι πειτα κατοικε μσα του (το υδτινο πλασιο που τον περιβλλει)


Enlil - ενλλ νας απ τους θεος της ιερς τριδας της βαβυλωνιακς μυθολογας (μαζ με τον Anu και τον Ea), θετητα του αρα. Στην Enûma Eliš εμφανζεται πρτη φορ στο τλος της 4ης πινακδας μαζ με λη την τριδα, ταν ο Marduk καταλαμβνει τα ιερ των τριν θεν μετ τη νκη του επ της Tiamat. Γενικτερα στο ργο αυτ εμφανζεται ελχιστα και στο τλος παραδδει το νομ του στον Marduk. Στη βαβυλωνιακ αστροθεολογα αντιπροσπευε το μεσαο τρτο της εκλειπτικς.
Ésagil - σαγκιλ Επσης και Ésagila (=σπτι με ανυψωμνη κορυφ) κι ταν ο κεντρικς νας της λατρεας του Marduk στη Βαβυλνα. Η κατασκευ ολκληρου του συμπλγματος ολοκληρθηκε απ τον Ναβουχοδονσορα Β’ στα μσα του 6ου π.Χ. αι.
Ešarra - εσρα Η κατοικα που χτισε ο Marduk για τους θεος, μετ τη νκη του επ της Τιαμτ.
Ešgalla - εσγκλα Δεν εναι σαφς, αλλ μοιζει να εναι να συλλογικ νομα για την κατοικα της βαβυλωνιακς τριδας, Enlil, Ea και Anu.
Igigi - ιγκγκι Συννυμο του Anunnaki σε γενικς γραμμς, αν και στην Enûma Eliš η λξη χρησιμοποιεται για τους νετερους θεος, καττεροι των Anunnaki.
Kaka - κκα Ο βεζρης του Anšar
Kišar  κισρ Αδελφ και σζυγος του Anšar, μητρα του Anu και κατ’επκταση ολκληρου του πανθου. Εικζεται πως το δδυμο Kišar-Anšar αντιπροσωπεει τη γη και τον ουραν αντστοιχα. 
Laḫmu Laḫamu  λαχμο λαχαμο Ο Laḫmu κι η Laḫamu εμφανζονται ως τα πρωττοκα παιδι του Apsû και της Tiamat και δεν αναφρονται ποτ ξεχωριστ, αλλ πντα ως δδυμο. Ο Laḫmu εμφανζεται σε επεικονσεις ως νδρας με μοσι, 4-6 μποκλες στα μαλλι και κκκινο ζωνρι. Παρομοως και η αδελφ του (χωρς τα μοσια), αν και αυτ εμφανζεται και φιδμορφη ενοτε.
Το νομα του Laḫmu σχετζεται με το “τριχωτς” “μαλλιαρς” και κποιοι εικζουν πως το νομα της αντστοιχης θετητας στη Χαναν αποτλεσε βση για τη Βηθλεμ (κι χι η εβρακ λξη για το ψωμ, lehem). Το νομα της Laḫamu φρεται να σχετζεται με τη λσπη, το ζημα στον πυθμνα της θλασσας.

           
           Ο θες Laḫmu. Εδ φανεται να κρατ             Η συνθης, νετερη απεικνιση
                    πνω απ το κεφλι του να λιοντρι.                     του Laḫmu (εικνα χωρς
                 (απ βαβυλωνιακ κυλινδρικ σφραγδα.)              περαιτρω στοιχεα καταγωγς)

    
Lullû - λουλο Η λξη που χρησιμοποιεται για τους αρχγονους ανθρπους στην Enûma Eliš. Η δια λξη εμφανζεται στο Ακκαδικ λεξικ του Jeremy Black και με τις ννοιες “χαρζω αφθονα”, “μορφος” και ενδεχομνως “ψευδς”.
Marduk    μαρντοκ Επσης Amar-utu (=μσχος του λιου). Το νομα χει μεταφερθε ως “Μαρδοχαος” στα Ελληνικ και “Merodach” στα Εβρακ. Ο Marduk ταν ο βασιλις του βαβυλωνιακο πανθου και θες-προσττης της Βαβυλνας, κτι που καθιερνεται την περοδο της βασιλεας του Χαμουραμπ (18ος π.Χ.αινας). Την δια περοδο ο Marduk συσχετζεται αστρολογικ με τον πλαντη Δα.


    Ο Marduk με το δρκο Mušḫuššu
(απ βαβυλωνιακ κυλινδρικ σφραγδα)


Marduk - Μαρντοκ Στην Enûma Eliš εμφανζεται ως γιος του Ea και της Damkina. Τα παιχνιδσματ του με τους αρηδες προκλεσαν την οργ της αρχγονης μητρας των θεν Tiamat, η οποα ρχισε να προετοιμζεται να καταστρψει τους θεος. Στο τλος ο Marduk εναι αυτς που την κατατροπνει και φτιχνει τον υλικ κσμο με το πτμα της. Ως ανταμοιβ οι τρεις κυραρχοι θεο (Ea, Enlil κι Anu) του παραχωρον την εξουσα τους και ο Marduk κατασκευσει κατοικες στε να μπορονε να αναπαυθον οι θεο. Τλος πλθει τους ανθρπους με το αμα του Kingu, εχθρο του και συζγου της Tiamat, για να υπηρετον τους θεος.
     Αν κι ο Marduk ξεκνησε ως θετητα με γνωστες αρμοδιτητες, εναι σαφς απ την αρχαιολογικ ρευνα τι η σημασα που ρχισε να παρνει στο πνθεο αναπτυσσταν σιγ-σιγ με την αυξανμενη λατρεα που του αποδιδταν λγω δημοφιλας. ρχισαν να περνον σ’ αυτν αρμοδιτητες και χαρακτηριστικ των υπολοπων σημαντικν θεν, μχρι που τους επισκιζει τελεως, πως φανεται στην Enûma Eliš. Η διαδικασα αυτ παγινεται με το που γνεται η Βαβυλνα πρωτεουσα της Μεσοποταμας τον καιρ του Χαμουραμπ.
Mariutu - μαριοτου  γνωστης σημασας λξη, αλλ μοιζει να ερμηνεεται στον επμενο στχο (I,102) ως “θες του λιου”.
Mummu - μομου Το νομα του βεζρη του Apsû, με τον οποο συνωμτησε για την πρτη επθεση κατ των θεν και κατληξε αιχμλωτος του α. Ο ττλος του βεζρη δεν ερμηνεεται, αλλ φανεται να σημανει τον σμβουλο.
Nannar - νανρ Στα Ακκαδικ Su’en Sîn. Η μεσοποταμιακ θετητα του φεγγαριο. Στην Enûma Eliš πλθεται απ τον Marduk.

                  
                  Τυπικ απεικνιση του Nannar ως μισοφγγαρο.
                  Εδ επιβλπει την παρδοση εξουσας απ ναν
              βασιλι σε ναν λλο. (~2400π.Χ. ΒρετΤανικ Μουσεο)


Ne-beru - νεμπρου Επσης Nibiru. Βαβυλωνιακς ρος για το υψηλτερο σημεο της εκκλιπτικς, το σημεο της εαρινς ισημερας. Στην Enûma Eliš το καθορζει ο Marduk. Συχν εμφανζεται κι ως κατοικα του θεο που ελγχει τις κινσεις των στρων, συνθως του Marduk. Το νομα “Nibiru” χει χρησιμοποιηθε και κατ κρον απ καταστροφολγους και συνωμοσιολγους ως νομα υποτιθμενου ουρνιου σματος που θα καταστρψει τη Γη (για το 2012). Η ιδα αυτ κρατει απ το 1995 και δε θα εκλεψει μλλον ποτ.
Ninšiku - νινσκου Εναλλακτικ νομα του Ea. Δεν εντοπστηκε αν χει κποιο ιδιατερο νημα αν εναι κποιος ιδιατερος ττλος.
Nudimmud - νοντιμουντ Εναλλακτικ νομα για το θε Ea.
Qingu - κνγκου Ο σζυγος της Tiamat μετ το θνατο του Apsû, στον οποο εμπιστετηκε τη διοκηση του στρατο της και του δωσε τις Πινακδες του Πεπρωμνου για να το ενισχσει. Αφο νικθηκε απ το Marduk, δολοφονθηκε ως τιμωρα και για να χρησιμοποισει ο Marduk το αμα του για να πλσει τους ανθρπους.
Šamaš - σαμς Η βαβυλωνιακ θετητα του λιου. Ο Šamaš εμφανζεται πντα ως ετε απγονος του Nannar (θετητα του φεγγαριο) ετε ως υποτελς του και συνδεται κυρως με την ννοια της δικαιοσνης (η θετητα που φρνει στο φως την ανομα). Κτι παρομοιο συμβανει και στην Enûma Eliš, που ο Marduk δημιουργε πρτα τον Nannar κι πειτα τον Šamaš. Πντως φανεται πως αυτ η προτμηση του φεγγαριο οφελεται στο σεληνιακ ημερολγιο των βαβυλωνων.

                    
                        Το πνω τμμα του Κδικα του Χαμουραμπ,
                        που ο Šamaš παραδδει σμβολα εξουσας
                       στον Χαμουραμπ (~1750π.Χ. Μουσεο Λοβρου)


Tiamat - τιαμτ Μα απ τις δο αρχγονες θετητες του βαβυλωνιακο πανθου, προσωποποηση του χους και του αλμυρο νερο και σζυγος του θεο Apsû των γλυκν νερν, με τον οποο αναμιγνει τα νερ της και παργει τους πρτους θεος. Επιπλον εναι η μητρα των τερτων της βαβυλωνιακς μυθολογας. Η δια δε παρουσιζεται ετε τερατμορφη, ετε με μορφ μεγλου ερπετο (γεγονς που χει οδηγσει κποιους να τη συνδσουν με τον φι της Γνεσης). Ετυμολογικ το νομ της φανεται να σχετζεται με τις σουμεριακς λξεις “ti”(=ζω) και “ama” (=μητρα), αλλ χει συνδεθε με πολλς λξεις στην ευρτερη περιοχ της ανατολικς μεσογεου που χουν σχση με τη θλασσα, μεταξ των οποων εναι και η “Τηθς”, η “Θλαττα”, αλλ και η σημιτικ λξη “tehom” που χρησιμοποιεται για την “βυσσο” στο δετερο στοχο της Γνεσης.
     Η Tiamat αρχικ βοηθ τον Ea να σκοτσει τον Apsû που σκπευε να σκοτσει τους ενοχλητικος θεος, αλλ αργτερα στρφεται εναντον τους επειδ ενοχλεται με τα παιχνιδσματα του Marduk με τους ανμους. Τελικ ο Marduk τη σκοτνει και χρησιμοποιε το σμα της για να φτιξει τον υλικ κσμο, τη γη και τον ουραν.

           
                Ο Marduk με πλα αντιμετωπζει τη τερατμορφη Tiamat.

Η Tiamat τρας με θεος στη ρχη χωρς λγια αλλ 1ος Marduk νοπλος
                    (απ βαβυλωνιακ κυλινδρικ σφραγδα)

Ummu Ḫubur - ομου χομπουρ Ττλος της Τιαμτ. Στην Enûma Eliš εμφανζεται με την ννοια της μητρας που δημιοργησε τα πντα. Ενδεχομνως να σημανει “μητρα της συνθροισης [των θεν]”
Upšukkinakku - ουπσουκινκου γνωστης σημασας λξη, αλλ φανεται να σημανει κποιου εδους κατοικας των θεν το χρο συνεδρασς τους.
Usmû - ουσμο Επσης και Isimud και Usumu. Μια απ τις ελσσονες θετητες, αγγελιοφρος του Ea. Ιδιατερο χαρακτηριστικ του το τι παρουσιζεται με δο πρσωπα που κοιτζουν το να μπρος και το λλο πσω.

      
    Ο Usmû μπροστ στον Ea, που κθεται στον Apsû και δο φλακες με
                       λογχοπελκεις. (κυλινδρικ σφραγδα)
 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers