Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Λευκάδιος Χερν: Ο Δικός Μας Ιάπωνας

 

                           
                                             Βιογραφικό

    
Ο Λευκάδιος Χερν (Λευκάδα 27 Ιουνίου 1850 - Τόκιο 26 Σεπτεμβρίου 1904) ή Πατρίκιος Λευκάδιος Χερν (Patrick Lafcadio Hearn), γνωστός επίσης με το ιαπωνικό όνομα Γιάκουμο Κοϊζούμι (
小泉八雲 ), ήταν διεθνής συγγραφέας ιρλανδο-ελληνικής καταγωγής που έλαβε την ιαπωνική υπηκοότητα το 1896. Είναι ο εθνικός ποιητής της Ιαπωνίας αλλά περισσότερο γνωστός για τα βιβλία του για την Ιαπωνία ιδιαίτερα για τις συλλογές του για τους ιαπωνικούς θρύλους κι ιστορίες φαντασμάτων, όπως το «Καϊντάν: Ιστορίες και μελέτες παράξενων πραγμάτων». Στις ΗΠΑ είναι επίσης γνωστός για τα κείμενά του για τη πόλη της Ν. Ορλεάνης, βασισμένα στη 10ετή διαμονή του στην πόλη. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της Ιαπωνίας.
     Η σχετικά σύντομη ζωή του μπορεί να χωριστεί σε 3 μεγάλες περιόδους, περίπου ισόχρονες: την «ευρωπαϊκή» (1850-1869), την «αμερικανική» (1869-1890) και την «ιαπωνική» (1890-1904).

             

     Γεννήθηκε στη Λευκάδα, από όπου πήρε και το όνομά του, στις 27 Ιουνίου 1850. Ήταν γιος του στρατιωτικού γιατρού-χειρουργού ταγματάρχη Τσαρλς Μπους Χερν (από την Κομητεία Όφαλι της Ιρλανδίας) και της Ρόζας, Ελληνίδας ευγενούς καταγωγής από τα Κύθηρα κόρη του Αντωνίου Κασιμάτη. Ο πατέρας του υπηρετούσε στη Λευκάδα, κατά τη διάρκεια της βρετανικής κατοχής των Επτανήσων, όπου ήταν ο πιο υψηλόβαθμος χειρουργός στο σύνταγμά του. Γνώρισε τη μητέρα του στα Κύθηρα όταν υπηρετούσε εκεί με το 76ο σύνταγμα πεζικού των Βρετανών που είχε σταλεί στο νησί για τη φρούρησή του. Η Ρόζα ήτανε πολύ όμορφη γυναίκα από οικογένεια ευγενών. Μετά από θυελλώδη σχέση παντρεύτηκαν στη Λευκάδα το Νοέμβρη του 1849.
     Γεννήθηκε όταν ο Κάρολος ήταν 30, η Ρόζα 26 ετών και βαφτίστηκε Πατρίκιος Λευκάδιος Χερν στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στη Λευκάδα, αλλά φαίνεται ότι στα Αγγλικά ονομαζόταν Patricio Lafcadio Tessima Carlos Hearn. Οι γονείς του παντρεύτηκαν με ελληνικό ορθόδοξο γάμο στις 25 Νοεμβρίου 1849, μερικούς μήνες αφού η μητέρα του είχε γεννήσει το πρώτο παιδί του ζευγαριού και μεγαλύτερο αδελφό του Χερν, Τζορτζ Ρόμπερτ Χερν, στις 23 Ιουλίου 1849. Ο Τζορτζ Χερν πέθανε στις 17 Αυγούστου 1850, δύο μήνες μετά τη γέννηση του Λευκάδιου. Το σπίτι όπου έζησε ο μικρός Λευκάδιος στη Λευκάδα υπάρχει ακόμα.
     Μία πολύπλοκη σειρά διενέξεων κατέληξαν να μετακομίσει, σε ηλικία 2 ετών, από την Ελλάδα στην Ιρλανδία, που εγκαταλείφθηκε πρώτα από τη μητέρα (που τον άφησε στη φροντίδα της θείας του συζύγου της), στη συνέχεια από τον πατέρα και τελικά από τη θεία του πατέρα, που είχε οριστεί κηδεμόνας του.  
     Το 1850 ο πατέρας του προήχθη σε Υπηρεσιακό Χειρουργό Δεύτερης Τάξης και μετατέθηκε από τη Λευκάδα στις Βρετανικές Δυτικές Ινδίες (στην Καραϊβική). Καθώς η οικογένειά του δεν ενέκρινε τον γάμο κι ανησυχούσε ότι η σχέση θα μπορούσε να βλάψει τις προοπτικές για τη σταδιοδρομία του, ο Τσαρλς Χερν δεν ενημέρωσε τους ανωτέρους του για το γιο ή την έγκυο σύζυγο κι άφησε πίσω του την οικογένεια. Το 1852 κανόνισε να στείλει το γιο και τη σύζυγό του να ζήσουν μαζί με την οικογένειά του στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, όπου έτυχαν ψυχρής υποδοχής. Η μητέρα του Τσαρλς, Ελίζαμπεθ Χολμς Χερν, δυσκολευόταν να αποδεχθεί τον καθολικισμό της Ρόζας Χερν και την έλλειψη παιδείας της (ήταν αναλφάβητη και δε μιλούσε καθόλου Αγγλικά). Κι η Ρόζα δυσκολευόταν να υιοθετήσει μια ξένη κουλτούρα και τον προτεσταντισμό της οικογένειας του συζύγου της και τελικά περιήλθε υπό την προστασία της αδερφής της Ελίζαμπεθ, Σάρα Χολμς Μπρέναν, χήρας που είχε προσηλυτισθεί στον καθολικισμό.
     Παρά τις προσπάθειες της Σάρα, η Ρόζα υπέφερε από νοσταλγία για την πατρίδα της. Όταν ο σύζυγός της επέστρεψε στην Ιρλανδία με αναρρωτική άδεια το 1853, κατέστη σαφές ότι το ζευγάρι είχε αποξενωθεί. Ο Τσαρλς Χερν μετατέθηκε στην Κριμαία, αφήνοντας πάλι έγκυο γυναίκα και παιδί στην Ιρλανδία. Όταν επέστρεψε το 1856, σοβαρά τραυματισμένος, η Ρόζα είχε επιστρέψει στην πατρίδα της στα Κύθηρα, στην Ελλάδα, όπου γέννησε τον τρίτο γιο τους, Ντάνιελ-Τζέιμς. Η καταπίεση της μητέρας του Καρόλου προς τη Ρόζα κι η μακρά απουσία του ιδίου από το σπίτι ανάγκασαν τη Ρόζα να χωρίσει και να προσφύγει στα δικαστήρια. Μετά την έκδοση διαζυγίου η κηδεμονία δόθηκε στον πατέρα. Η Ρόζα το 1856 επέστρεψε στα Κύθηρα, αφήνοντας τα παιδιά της στο Δουβλίνο. Ο Λευκάδιος είχε αφεθεί στη φροντίδα της Σάρα.
     Ο Τσαρλς υπέβαλε αίτηση να ακυρωθεί ο γάμος με τη Ρόζα, στηριζόμενος στην απουσία της υπογραφής της από το γαμήλιο συμβόλαιο, πράγμα που τον καθιστούσε άκυρο, σύμφωνα με τον αγγλικό νόμο. Όταν πληροφορήθηκε την ακύρωση η Ρόζα παντρεύτηκε αμέσως τον Τζιοβάνι Καβαλίνι, Έλληνα πολίτη ιταλικής καταγωγής, που αργότερα διορίστηκε από τους Βρετανούς κυβερνήτης των Αντικυθήρων. Ο Καβαλίνι έθεσε ως προϋπόθεση του γάμου να παραδώσει την επιμέλεια και του Λευκάδιου και του Τζέιμς. Έτσι ο Τζέιμς στάλθηκε στον πατέρα του στο Δουβλίνο και ο Λευκάδιος παρέμεινε υπό τη φροντίδα της Σάρα (είχε αποκληρώσει τον Τσαρλς λόγω της ακύρωσης του γάμου). Ούτε ο Λευκάδιος ούτε ο Τζέιμς ξαναείδαν ποτέ τη μητέρα τους, που απέκτησε 4 παιδιά από τον 2 σύζυγό της. Δε ξεπέρασε ποτέ τον αποχωρισμό από τη μάνα του. Τη μνημόνευε και την αναπολούσε, τη λαχταρούσε όλη του τη ζωή. Η μητέρα του μη μπορώντας να ξεπεράσει ποτέ τον αποχωρισμό των δύο τέκνων της από τον πρώτο της γάμο κατέληξε ψυχοπαθής. Είχε κάνει ένα ταξίδι στο Δουβλίνο για να βρει τα παιδιά της, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Τελικά εισήχθη στο Δημόσιο Ψυχιατρείο-Άσυλο στη Κέρκυρα. Η ζωή της τελείωσε στα 59 της χρόνια στο Φρενοκομείο μετά από 10 χρόνια παραμονής σε αυτό, το 1882.
     Ο Τσαρλς, που είχε αφήσει τον Λευκάδιο στη φροντίδα της Σάρα τα τελευταία 4 χρόνια, την όρισε τώρα μόνιμη κηδεμόνα του. Παντρεύτηκε την παιδική του αγάπη Αλίσια Γκόσλιν, τον Ιούλιο του 1857 κι έφυγε με τη νέα του σύζυγο για απόσπαση στο Σεκουντεραμπάντ της Ινδίας, όπου απέκτησαν 3 κόρες πριν τον θάνατο της Αλίσια το 1861. Ο Λευκάδιος δεν ξαναείδε ποτέ τον πατέρα του: o Tσαρλς πέθανε από ελονοσία στον Κόλπο του Σουέζ το 1866.

                    
                     O Λευκάδιος σε ηλικία 8 ετών με τη θεία Σάρα

     Το 1857, σε ηλικία 7 ετών και παρά το γεγονός ότι κι οι δύο γονείς του ζούσαν ακόμη, έγινε μόνιμα κηδεμονευόμενος της γιαγιάς-θείας του Σάρα που μοίραζε τη διαμονή της μεταξύ του Δουβλίνου τους χειμερινούς μήνες, του κτήματος του συζύγου της στο Τράμορ στις ακτές της Νότιας Ιρλανδίας και μιας κατοικίας στο Μπάνγκορ της Βόρειας Ουαλλίας. Η Σάρα απασχολούσε επίσης ένα δάσκαλο κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, για να παρέχει τη βασική εκπαίδευση και τα βασικά στοιχεία του καθολικού δόγματος. Ο Χερν άρχισε να εξερευνά τη βιβλιοθήκη της και να διαβάζει πολύ ελληνική λογοτεχνία, ιδιαίτερα μυθολογία. Ο Λευκάδιος κι ο Τζέημς λοιπόν μεγάλωναν με την πουριτανή καθολική θεία σε αυταρχικό και σκληρό περιβάλλον.
     Αργότερα, το 1861, μπήκε στο καθολικό κολλέγιο του Ushaw, τον έβαλε η θεία του εσώκλειστο, μάλλον για να σωφρονιστεί
, γνωρίζοντας ότι ο μικρός απομακρυνόταν από τον καθολικισμό και με την παρότρυνση του Χένρι Χερν Μολινέ, συγγενούς του τελευταίου συζύγου της και μακρινού ξάδερφου του Χερν, τον έγραψε στο Εκκλησιαστικό Ινστιτούτο, καθολική εκκλησιαστική σχολή στο Υβετό της Γαλλίας. Οι εμπειρίες του στη σχολή επιβεβαίωσαν την ισόβια πεποίθησή του ότι η χριστιανική εκπαίδευση αποτελείτο από:

  «
συμβατική βαρεμάρα κι ασχήμια και βρώμικη αυστηρότητα και μούτρα κι ιησουιτισμό και φοβερή στρέβλωση των παιδικών εγκεφάλων».

     Έμαθε ωστόσο άπταιστα Γαλλικά και θα μετέφραζε αργότερα στα Αγγλικά τα έργα του Μωπασσάν, που συμπτωματικά φοίτησε στη σχολή αμέσως μετά την αποχώρηση του Χερν.
     Το 1863, πάλι υπόδειξη του Μολινέ, ενεγράφη στο Σεντ Κάθμπερτς Κόλετζ στο Άσοου, καθολική θεολογική σχολή, το σημερινό Πανεπιστήμιο του Ντάραμ στη βορειοανατολική Αγγλία. Στο περιβάλλον αυτό υιοθέτησε το παρατσούκλι Πάντι, για να προσαρμοσθεί καλύτερα κι ήταν ο πρώτος μαθητής στην αγγλική έκθεση επί τρία χρόνια.

                   
                Σε ηλικία 16 ετών στη βιβλιοθήκη της θείας Σάρα

     Σε ηλικία 16 ετών, στο Άσοου, τραυμάτισε το αριστερό μάτι από ατύχημα στην αυλή του σχολείου,
από επιπόλαια παιχνίδια με συμμαθητή του. Το μάτι μολύνθηκε και, παρά τις επισκέψεις σε ειδικούς στο Δουβλίνο και στο Λονδίνο κι ένα χρόνο αναρρωτικής απουσίας από το σχολείο, τυφλώθηκε. Είχε επίσης αυξημένη μυωπία, έτσι ο τραυματισμός του τον άφησε με μόνιμα μειωμένη όραση, αναγκάζοντάς τον να μεταφέρει ένα μεγεθυντικό φακό για κοντινή εργασία κι ένα τηλεσκόπιο τσέπης για να βλέπει οτιδήποτε σε μη κοντινή απόσταση (απέφευγε τα γυαλιά, πιστεύοντας ότι σταδιακά θα αδυνάτιζαν περισσότερο την όρασή του). Η ίριδα ήταν μόνιμα ξεθωριασμένη κι έκανε τον Χερν νευρικό για την εμφάνισή του, για το υπόλοιπο της ζωής του, κάνοντάς τον να καλύπτει το αριστερό του μάτι όταν συνομιλούσε και να ποζάρει για φωτογραφίες προφίλ, ώστε να μη φαίνεται το αριστερό του μάτι.
     Το 1867 ο Μολινέ, που είχε γίνει οικονομικός διαχειριστής της Σάρα, χρεοκόπησε μαζί της. Δεν υπήρχαν χρήματα για δίδακτρα κι ο Χερν εστάλη στο Ηστ Εντ του Λονδίνου να ζήσει με τη πρώην υπηρέτρια της Σάρα. Αυτή κι ο σύζυγός της δεν είχαν χρόνο ή χρήματα για τον Χερν, που περιφερόταν στους δρόμους, περνούσε την ώρα του σε πτωχοκομεία και γενικά ζούσε ξεριζωμένος άσκοπα. Κυριότερες πνευματικές του δραστηριότητες αποτελούσαν επισκέψεις σε βιβλιοθήκες και στο Βρετανικό Μουσείο.    
      Το 1869 ο Μολινέ είχε ανακτήσει κάποια οικονομική σταθερότητα κι η Σάρα στα 75 της, ήταν ανάπηρη. Αποφασίζοντας να σταματήσει να ξοδεύει για τον 19χρονο Χερν, αγόρασε ένα μονής κατεύθυνσης εισιτήριο για τη Νέα Υόρκη κι έδωσε οδηγίες στον Χερν να πάει στο Σινσινάτι, να βρει την αδελφή του Μολινέ και τον σύζυγό της, Τόμας Κάλιναν και να έχει τη βοήθειά τους για να ζήσει. Οταν συναντήθηκε με τον Χερν στο Σινσινάτι, η οικογένεια δεν είχε πολλά να του δώσει. Ο Κάλιναν του έδωσε 5 δολάρια και του ευχήθηκε καλή τύχη. Όπως θα έγραφε αργότερα ο Χερν:

      «
Πετάχτηκα για να αρχίσω τη ζωή μου άφραγκος στο πεζοδρόμιο μιας αμερικανικής πόλης».

     Κανένας Αμερικανός συγγραφέας του 19ου αι. δεν έζησε πιο παράξενη ζωή. Για κάποιο διάστημα ήταν εξαθλιωμένος, ζούσε σε στάβλους ή αποθήκες σε αντάλλαγμα για χαμαλοδουλειές. Τελικά έγινε φίλος με τον Άγγλο τυπογράφο Χένρι Γουότκιν, που τον απασχόλησε στο τυπογραφείο του, τον βοήθησε να βρει διάφορες δουλειές του ποδαριού, του δάνειζε βιβλία από τη βιβλιοθήκη του, περιλαμβανομένων των ουτοπιστών Φουριέ, Ντίξον και Νόις και του έδωσε ένα παρατσούκλι, που του κόλλησε για το υπόλοιπο της ζωής του, «Το Κοράκι», από το ποίημα του Πόε. Σύχναζε επίσης στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Σινσινάτι, που κείνη την εποχή είχε περίπου 50.000 τόμους. Την άνοιξη του 1871 μια επιστολή από τον Μολινέ τον πληροφόρησε για το θάνατο της Σάρα και τον ορισμό του Μολινέ ως μοναδικού εκτελεστή της διαθήκης. Αν κι η Σάρα τον είχε ορίσει ως δικαιούχο μιας ετήσιας προσόδου όταν έγινε κηδεμόνας του, ο Χερν δε πήρε τίποτα από την περιουσία και δε ξανάχε ποτέ νέα από τον Μολινέ.
     Με τη δύναμη του ταλέντου ως συγγραφέα, με επιμονή κι εργατικότητα, έφτασε να εργάζεται σε υψηλόβαθμες θέσεις της δημοσιογραφίας, όταν έπιασε δουλειά δημοσιογράφος στο The Cincinnati Enquirer, την εφημερίδα από το 1872 ως το 1875. Γράφοντας με δημιουργική ελευθερία σε μια από τις μεγαλύτερες εφημερίδες που κυκλοφορούσαν στο Σινσινάτι, έγινε γνωστός για τις μακάβριες περιγραφές τοπικών φόνων, καλλιεργώντας τη φήμη του κορυφαίου συγκλονιστικού δημοσιογράφου της εφημερίδας, καθώς και του συγγραφέα των ευαίσθητων περιγραφών μερικών από τα μειονεκτούντα άτομα του Σινσινάτι. Αφότου μία από τις ιστορίες του φόνων, ο "Φόνος Του Τάνιαρντ", είχε διαρκέσει επί μήνες το 1874, εδραίωσε τη φήμη του ως ο τολμηρότερος δημοσιογράφος του Σινσινάτι και το Enquirer αύξησε το μισθό του από 10 σε 25 δολάρια τη βδομάδα.
     Η Βιβλιοθήκη της Αμερικής (μη κερδοσκοπικός εκδότης αμερικάνικης λογοτεχνίας) επέλεξε μία από αυτές τις περιγραφές φόνων, το "Gibbeted", για να τη συμπεριλάβει στην ανασκόπηση 2 αιώνων Αμερικανικού Αληθινού Εγκλήματος, το 2008.
     Το 1874 ο Χερν κι ο νεαρός Χένρι Φάρνι (1847-1916 γεννημένος στη Γαλλία, ζωγράφος κι εικονογράφος), αργότερα διάσημος ζωγράφος της Αμερικάνικης Δύσης, έγραψαν, εικονογράφησαν κι εξέδωσαν ένα 8σέλιδο εβδομαδιαίο περιοδικό τέχνης, λογοτεχνίας και σάτιρας με τον τίτλο Ye Giglampz. Το έργο θεωρήθηκε από ένα κριτικό του 20ού αιώνα:

    «
Ίσως το συναρπαστικότερο έργο διαρκείας που ανέλαβε ο Χερν».

                    
                                    Εξώφυλλο του περιοδικού

     Η Δημόσια Βιβλιοθήκη του Σινσινάτι ανατύπωσε αντίγραφο των 9 συνολικά τευχών το 1983. Στις 14 Ιουνίου 1874, 24 ετών παντρεύτηκε την Αλίθια (Μάτι) Φόλεϊ, 20χρονη Αφροαμερικανίδα, πράξη που παραβίαζε τον νόμο του Οχάιο κατά της επιμειξίας, την εποχή εκείνη. Τον Αύγουστο του 1875 ανταποκρινόμενο σε παράπονα του τοπικού κλήρου για τις αντιθρησκευτικές του απόψεις και σε πίεση πολιτικών του τόπου, προσβεβλημένων από μερικά σατιρικά του κείμενα στο Ye Giglampz, το Enquirer τον απέλυσε, επικαλούμενο ως αιτία τον παράνομο γάμο του.

                 
                             Άμαξα. χαρακτικό του Χερν 1880

     Έπιασε δουλειά στην αντίπαλη εφημερίδα The Cincinnati Commercial. Το Enquire προσφέρθηκε να τον ξαναπροσλάβει όταν οι ιστορίες του άρχισαν να εμφανίζονται στο Commercial κι η κυκλοφορία του άρχισε να αυξάνεται, αλλά εξοργισμένος από τη συμπεριφορά της εφημερίδας, αρνήθηκε. Ο Χερν κι η Φόλεϊ χώρισαν, αλλά προσπάθησαν αρκετές φορές να τα ξαναβρούν πριν πάρουν διαζύγιο το 1877. Η Φόλεϊ ξαναπαντρεύτηκε το 1880.
     Ενώ εργαζόταν για το Commercial δέχθηκε να μεταφερθεί στη κορφή του ψηλότερου κτιρίου του Σινσινάτι, στην πλάτη ενός επισκευαστή καμπαναριών, του Τζόζεφ Ροντρίγκεζ Γουέστον κι έγραψε μια μισοτρομακτική, μισοκωμική περιγραφή της εμπειρίας του. Την ίδια επίσης εποχή έγραψε μια σειρά περιγραφές των συνοικιών Μπακτάουν και Λίβι του Σινσινάτι:

    
«...μια από τις λίγες εικόνες που έχουμε της ζωής των μαύρων σε μια μεθοριακή πόλη την περίοδο μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο».

     Κατέγραψε επίσης αμέτρητους στίχους τραγουδιών που άκουσε να τραγουδούν μαύροι μουσικοί της εποχής.

           
                              Αλιγάτορες. Χαρακτικό του Χερν 1880

     Φθινόπωρο 1877, πρόσφατα διαζευγμένος από τη Φόλεϊ κι ανήσυχος, είχε αρχίσει να παραμελεί την εφημερίδα για να μεταφράζει στα Αγγλικά έργα του Γάλλου συγγραφέα Γκωτιέ. Απογοητευόταν επίσης όλο και περισσότερο από το Σινσινάτι, γράφοντας στο Χένρι Γουότκιν:

   «
Είναι ώρα να φεύγεις από το Σινσινάτι, όταν αρχίζουν να το αποκαλούν Παρίσι της Αμερικής».

     Με την υποστήριξη του Γουότκιν και του εκδότη του Cincinnati Commercial Μίρατ Χάλστεντ ο Χερν έφυγε από το Σινσινάτι για τη Νέα Ορλεάνη, όπου αρχικά έγραψε ανταποκρίσεις για το Commercial στη στήλη Gateway to the Tropics.
     Ο Χερν έζησε στη Νέα Ορλεάνη για μια σχεδόν 10ετία, γράφοντας πρώτα για την εφημερίδα Daily City Item, αρχίζοντας τον Ιούνιο του 1878 κι αργότερα για τον Times Democrat. Καθώς το Item ήταν μια 4σέλιδη έκδοση, το συντακτικό έργο του άλλαξε θεαματικά τον χαρακτήρα της εφημερίδας. Ξεκίνησε στο Item ως συντάκτης ειδήσεων και στη συνέχεια επεκτάθηκε σε κριτικές βιβλίων του Φράνσις Μπρετ Χαρτκαι του Εμίλ Ζολά, περιλήψεις κομματιών σε εθνικά περιοδικά όπως το Harper’s και δημοσιογραφικά άρθρα εισαγωγικά βουδιστικών και σανσκριτικών κειμένων. Ως συντάκτης δημιούργησε και δημοσίευσε σχεδόν 200 χαρακτικά από τη καθημερινή ζωή και τους ανθρώπους της Νέας Ορλεάνης, καθιστώντας το Item την πρώτη εφημερίδα του Νότου που εισήγαγε σκίτσα και της έδωσε άμεση κυκλοφοριακή ώθηση. Σταμάτησε να σκαλίζει τις ξυλογραφίες μετά από 6 μήνες, όταν διαπίστωσε ότι η καταπόνηση ήταν πολύ μεγάλη για το μάτι του.

                 
                Χαρακτικό του Χέρν από τη θητεία του στη Ν. Ορλεάνη

     Στα τέλη του 1881 πήρε θέση συντάκτη στον Times Democrat της Νέας Ορλεάνης κι εργαζόταν μεταφράζοντας άρθρα από γαλλικές κι ισπανικές εφημερίδες, καθώς γράφοντας άρθρα και κριτικές για θέματα της επιλογής του. Συνέχισε επίσης το μεταφραστικό έργο του Γάλλων συγγραφέων στα Αγγλικά: του Ζεράρ ντε Νερβάλ, του Ανατόλ Φρανς κι ιδιαίτερα του Πιέρ Λοτί, συγγραφέα που επηρέασε το συγγραφικό ύφος του ίδιου του Χερν. Δημοσίευσε επίσης στο Harper's Weekly το πρώτο γνωστο άρθρο (1883) για τους Φιλιππινέζους στις ΗΠΑ, τους Μανίλαμεν ή Ταγκάλογκ, ένα από τα χωριά των οποίων είχε επισκεφθεί στο Σαιν Μαλό της Λουϊζιάνα. Ο τεράστιος αριθμός των κειμένων του για τη Νέα Ορλεάνη και τα περίχωρά της, πολλά από τα οποία δεν έχουν συγκεντρωθεί, αφορούν, μεταξύ άλλων, τον κρεολικό πληθυσμό της πόλης και την ιδιαίτερη κουζίνα του, τη Γαλλική Όπερα, το Βουντού της Λουϊζιάνα και τη Μαύρη Μουσική. Τα κείμενά του για εθνικές εκδόσεις, όπως τα Harper's Weekly και Scribner's Magazine, βοήθησαν στη δημιουργία της φήμης της Νέας Ορλεάνης ως μιας πόλης με ξεχωριστή κουλτούρα, που έμοιαζε περισσότερο με κείνη της Ευρώπης και της Καραϊβικής παρά με εκείνη της Β. Αμερικής. Έγραφε ενθουσιωδώς για τη Νέα Ορλεάνη, αλλά έγραφε επίσης και για την παρακμή της πόλης:

      «
μια νεκρή νύφη στεφανωμένη με άνθη πορτοκαλιάς».

  
               Μπροστινή όψη του σπιτιού του στο Κλίβελαντ

     Τα κείμενά του για τις εφημερίδες της Νέας Ορλεάνης περιελάμβαναν ιμπρεσσιονιστικές περιγραφές τόπων και χαρακτήρων και πολλά άρθρα που κατήγγειλλαν την πολιτική διαφθορά, την εγκληματικότητα στους δρόμους, τη βία, τη μισαλλοδοξία και τις αποτυχίες των υπεύθυνων της δημόσιας παιδείας και υγείας. Παρά το γεγονός ότι πιστώνεται με την "εφεύρεση" της Ν. Ορλεάνης ως τόπου εξωτικού και μυστηριώδους οι νεκρολογίες του των ηγετών του βουντού Μαρί Λεβό και Δρ. Τζον Μοντενέ ήταν πραγματιστικές κι απομυθοποιητικές. Συλλογές κειμένων του Χερν για τη Ν. Ορλεάνη έχουν συγκεντρωθεί και δημοσιευθεί σε πολλά έργα, αρχίζοντας με τα "Κρεολικά Σκίτσα" το 1924 και πιο πρόσφατα (2001) στο "Εφευρίσκοντας Τη Νέα Ορλεάνη: Κείμενα του Λευκάδιου Χερν".
      Τα γνωστότερα βιβλία του Χερν στη Λουϊζιάνα είναι:

    "Gombo zhèbes": Μικρό λεξικό κρεολικών παροιμιών (1885)

    "Η Κρεολική Κουζίνα" (1885), συλλογή συνταγών μαγειρικής από κορυφαίους σεφ και διάσημες Κρεολές νοικοκυρές, που συνέβαλαν να γίνει η Νέα Ορλεάνη διάσημη για την κουζίνα της.

    Τσίτα: Μια Ανάμνηση του Χαμένου Νησιού (1889), μια νουβέλα βασισμένη στον τυφώνα του 1856, που πρωτοδημοσιεύθηκε στο Harper's Monthly το 1888.

                           
                           
"Η Κρεολική Κουζίνα" (1885), εξώφυλλο

     Την εποχή που ζούσε εκεί ήταν ελάχιστα γνωστός, όπως ακόμη και σήμερα για τα γραπτά του για τη Νέα Ορλεάνη, εκτός από τους ντόπιους θιασώτες του πολιτισμού. Εντούτοις, από όσους έχουν ζήσει στη Νέα Ορλεάνη, μόνο για τον Λούις Άρμστρονγκ έχουν γραφτεί περισσότερα βιβλία από όσα για τον Χερν. Το Harper's έστειλε τον Χερν στις Γαλλικές Δυτικές Ινδίες ως ανταποκριτή το 1887. Πέρασε 2 χρόνια στη Μαρτινίκα κι εκτός από τα κείμενά του για το περιοδικό, έγραψε 2 βιβλία: "Δυο Χρόνια στις Γαλλικές Δυτικές Ινδίες" και "Γιούμα, η Ιστορία μιας Σκλάβας των Δυτικών Ινδιών", που δημοσιεύθηκαν το 1890.

     
            Άποψη από το μέσα μέρος της κατοικίας του στο Κλίβελαντ

    "Καμιάς άλλης χώρας το πρόσωπο δε μοιάζει τόσο με την Ελλάδα όσο το πρόσωπο της Ιαπωνίας".

                       Νίκος Καζαντζάκης : "Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα"

     Το 1890 ο Χερν πήγε στην Ιαπωνία σε μια αποστολή ως ανταποκριτής εφημερίδας, που γρήγορα τερματίστηκε. Στην Ιαπωνία βρήκε όμως μια εστία και τη μεγαλύτερή του έμπνευση. Με τη βοήθεια του Μπάζιλ Χολ Τσάμπερλεν (Άγγλου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο) απέκτησε θέση καθηγητή το καλοκαίρι του 1890 στη Νομαρχιακή Σχολή του Σιμάνε στο Ματσούε, πόλη της δυτικής Ιαπωνίας, στις ακτές της Ιαπωνικής Θάλασσας. Κατά τη 15μηνη διαμονή του στο Ματσούε, παντρεύτηκε τη Σέτσου Κοϊζούμι (1868-1932), κόρη μιας τοπικής οικογένειας σαμουράι, με την οποία απέκτησε 4 παιδιά, τον Κάζουο (1893-1965), τον Ιβάο (1897-1937), τον Κιγιόσι (1900-1962) και την Σουτζούκο (1903-1944). Το Μουσείο Μνήμης Λευκάδιου Χερν κι η παλιά του κατοικία είναι ακόμη δύο από τα δημοφιλέστερα τουριστικά αξιοθέατα του Ματσούε.

                    
                               Ο ίδιος με τη γιαπωνέζα σύζυγό του

     Στα τέλη του 1891 μετακόμισε στο Κουμαμότο του Κιούσου, όπου, με τη βοήθεια του Τσάμπερλεν, εξασφάλισε θέση καθηγητή στην 5η Ανώτερη Σχολή. Στο Κουμαμότο έζησε τα επόμενα 3 χρόνια κι ολοκλήρωσε το πρώτο του βιβλίο για την Ιαπωνία, «Ματιές Στην Άγνωστη Ιαπωνία» (1894). Τον Οκτώβρη του 1894 προσλήφθηκε ως δημοσιογράφος στην αγγλόφωνη εφημερίδα The Kobe Chronicle και μετακόμισε στο Κόμπε. Το Γενάρη του 1896 πολιτογραφήθηκε Γιαπωνέζος, παίρνοντας το όνομα Γιάκουμο Κοϊζούμι και τον Αύγουστο, με κάποια βοήθεια από τον Τσάμπερλεν, άρχισε να διδάσκει αγγλική λογοτεχνία στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκιο, εργασία που είχε μέχρι το 1903. Το 1904 ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ουασέντα στο Σιντζούκου στο Τόκιο. Μετάφρασε με ελεύθερο τρόπο πολλούς θρύλους της Ανατολής στην αγγλική. Έγραψε κι άλλα βιβλία, ενώ μέσα από τα γραπτά του περιέγραφε την Άπω Ανατολή εξωτική και πανέμορφη.
    
Ο Λευκάδιος Χερν υπήρξε ένας από τους πρώτους, και πιο αξιοσέβαστους, μεταφραστές γαλλικής λογοτεχνίας στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, μεταφράζοντας έργα των Γκωτιέ, Φρανς, Φλωμπέρ, Μωπασσάν,Πιέρ Λοτί, Ζολά κ.ά, ενώ συγκαταλέγεται κι ανάμεσα στους πρώτους αξιόλογους μεταφραστές του ιαπωνικού λογοτεχνικού είδους χαϊκού στα Αγγλικά.
     Στα τέλη του 19ου αιώνα η Ιαπωνία ήταν ακόμη σε μεγάλο βαθμό άγνωστη κι εξωτική για τους Δυτικούς. Εντούτοις, με την εισαγωγή της ιαπωνικής αισθητικής, ιδιαίτερα με τη Παγκόσμια Έκθεση στο Παρίσι το 1900, το ιαπωνικό στιλ έγινε μόδα στις Δυτικές χώρες. Ετσι ο Χερν έγινε γνωστός παγκόσμια από τα κείμενά του που αφορούσαν την Ιαπωνία. Τα επόμενα χρόνια μερικοί κριτικοί θα κατηγορούσαν τον Χερν για εξιδανίκευση κι εξωτικοποίηση της Ιαπωνίας, αλλά το έργο του έχει ιστορική αξία, γιατί πρόσφερε στη Δύση μερικές από τις πρώτες προβιομηχανικές περιγραφές της Ιαπωνίας της Περιόδου Μεϊγί(1868-1912).
     Ο Ιάπωνας ποιητής Γιόνε Νογκούτσι (1875-1947) είχε δηλώσει για τον Χερν:

   «
Το ελληνικό του ταμπεραμέντο κι η γαλλική του κουλτούρα πάγωσαν όπως ένα λουλούδι στον Βορρά».

     Στο μυθιστόρημα του Ίαν Φλέμινγκ 1964 «Ζεις Μονάχα Δυο Φορές», ο Τζέιμς Μποντ αντιτάσσει στο περί νέμεσης σχόλιο του Μπλόφελντ -«Έχεις ποτέ ακούσει τη γιαπωνέζικη έκφραση “κιρισούτε γκομέν”;» την απάντηση -«Άσε τον Λευκάδιο Χερν, Μπλόφελντ». Ο Ιάπωνας σκηνοθέτης Μασάκι Κομπαγιάσι διασκεύασε 4 ιστορίες του Χερν στην κινηματογραφική ταινία του (1965) «Καϊντάν» (Ιστορίες Φαντασμάτων).

                      
                                     Εξωφυλλο του Καϊντάν

     Η ζωή και το έργο του παρουσιάστηκαν στο Όνειρο Καλοκαιρινής Μέρας, θεατρικό έργο που περιόδευσε στην Ιρλανδία τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2005, που ανέβηκε από την Θεατρική Εταιρεία Αφηγητών Παραμυθιών και σκηνοθετήθηκε από τον Λίαμ Χάλιγκαν. Είναι λεπτομερειακή δραματοποίηση της ζωής του Χερν, περιλαμβανομένων τεσσάρων του ιστοριών φαντασμάτων.
      Το πρώτο μουσείο στον ευρωπαϊκό χώρο για το Χερν εγκαινιάσθηκε ως Ιστορικό Κέντρο Λευκάδιου Χερν στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λευκάδας, στις 4 Ιουλίου 2014. Το Μουσείο περιλαμβάνει πρώτες εκδόσεις, σπάνια βιβλία κι ιαπωνικά συλλεκτικά αντικείμενα. Στεγάζεται σε ανακαινισμένη αίθουσα στο ισόγειο του κτιρίου του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Λευκάδας. Ο επισκέπτης με τη βοήθεια φωτογραφιών, κειμένων, εκθεμάτων μπορεί να περιηγηθεί στις σημαντικές στιγμές της εντυπωσιακής ζωής του Χερν, αλλά και στους πολιτισμούς της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ιαπωνίας του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα μέσα από το ανοιχτό μυαλό των διαλέξεων, των κειμένων και των ιστοριών του Χερν.

    
               Πάρκο εις μνήμη του
Koizumi Yakumo στο Οκούμπο

     Για τη δημιουργία του Ιστορικού Κέντρου Λευκάδιου Χερν συνέβαλαν οι Δήμοι Κουμαμότο, Ματσούε, Σιντζούκου, Γιαϊζού, το Πανεπιστήμιο Τογιάμα, η οικογένεια Κοϊζούμι κι άλλοι από Ελλάδα κι Ιαπωνία. Στην τελετή παραβρεθήκαν ο Πρέσβης της Ιαπωνίας, ο μορφωτικός ακόλουθος της Ιρλανδικής Πρεσβείας, ο δισέγγονος του Χερν, Μπον Κοϊζούμι κι η σύζυγός του Σόκο, ο διευθυντής του Αμερικάνικου Κολλεγίου κι ο διεθνούς φήμης γλύπτης Μασαάκι Νόντα, το γλυπτό του οποίου κοσμεί τον χώρο του Πνευματικού Κέντρου. Υπάρχει επίσης ένα πολιτιστικό κέντρο με το όνομα του Χερν στο Πανεπιστήμιο του Ντάραμ στη βορειοανατολική Αγγλία. Στην Ιαπωνία τρία κύρια μουσεία για τον Λευκάδιο Χερν βρίσκονται στο Ματσούε, στο Κουμαμότο και στο Γιαϊζού.

                      
         Ένα από τα πολλά βιβλία του Χερν που μας συστήνει την Ιαπωνία

     Στις 26 Σεπτεμβρίου 1904 πέθανε από καρδιακή ανακοπή σε ηλικία 54 ετών. Ο τάφος του είναι στο Νεκροταφείο Ζοσιγκάγια, στο Τοσίμα του Τόκιο. Μία μικρή νεκρική πομπή μετέφερε τη σορό του στον παλιό ναό Κομπουπέρα. Μπροστά υπήρχαν τα βουδιστικά λάβαρα, πίσω δυο μικρά παιδιά που κουβαλούσαν ζωντανά πουλιά σε μικρά κλουβιά που θα τα άφηναν ελέυθερα συμβολίζοντας τη φυγή της ψυχής από τα δεσμά της. Ακολουθούσαν τα άτομα που κουβαλούσαν το φέρετρό του, πιο πίσω οι ιερείς με τα κουδουνάκια τους και το φαγητό για τον νεκρό, ενώ την πομπή έκλειναν η οικογένεια και οι φίλοι του νεκρού. Στη πλάκα που έστησαν οι φοιτητές του υπήρχε το εξής κείμενο:

     "Στον Λευκάδιο Χερν, του οποίου η πένα υπήρξε πιο ισχυρή
     ακόμα κι από τη ρομφαία του ένδοξου έθνους που αγάπησε, 
    έθνους που πιο μεγάλη τιμή του υπήρξε ότι τον δέχτηκε
    στις αγκάλες του ως πολίτη και του πρόσφερε αλίμονο, τον τάφο
".

     
                                               Ο Τάφος Του

     -------------------------------------------------------------


                    Μιὰ Ιστορία Μαντείας 

                     (A Story of Divination)
    

     Γνώριζα κάποτε ένα μαντολόγο, που πραγματικά πίστευε στην επιστήμη που ἀσκοῦσε γιὰ νὰ ζεῖ. Εἶχε μάθει σὰν μαθητὴς τῆς παλιᾶς, κινέζικης φιλοσοφίας, νὰ πιστεύει στὴ μαντεία πολὺ προτοῦ σκεφτεῖ νὰ τὴν ἀσκήσει σὰν ἐπάγγελμα. Στὴ διάρκεια τῆς νιότης του ἦταν στὴν ὑπηρεσία ἑνὸς πλουσίου νταϊμυό*, ὅμως στὴ συνέχεια, μὲ τὶς κοινωνικὲς καὶ πολιτικὲς μεταβολὲς ποὺ ἐπέφερε ἡ κυβέρνηση Μέϊτζι, κατάντησε κι αὐτὸς νὰ περιπέσει στὴν ἴδια ἀπελπιστικὴ κατάσταση μὲ χιλιάδες ἄλλους, ἀνεπάγγελτους πιὰ σαμουράι. Τότε ἦταν ποὺ ἔγινε μαντολόγος, ἕνας περιπλανώμενος -οὐρανάϊ για- περιφερόμενος μὲ τὰ πόδια ἀπὸ πόλη σὲ πόλη καὶ σπανίως γυρνώντας σπίτι του περισσότερο ἀπὸ μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, μὲ τὰ ἔσοδα ποὺ τοῦ εἶχε ἀποφέρει τὸ ταξίδι του. Σὰ μαντολόγος εἶχε ἀρκετὴ ἐπιτυχία -κυρίως, νομίζω, ἐξαιτίας τῆς τέλειας εἰλικρίνειάς του, καθὼς κὶ ἐξαιτίας μιᾶς ἰδιόμορφης, ἤπιας συμπεριφορᾶς ποὺ προκαλοῦσε ἐμπιστοσύνη.
     Τὸ σύστημά του ἦταν ἐκεῖνο τῶν παλιῶν λογίων: χρησιμοποιοῦσε τὸ βιβλίο ποὺ εἶναι γνωστὸ στοὺς ἀγγλόφωνους ἀναγνῶστες ὡς τὸ Γὶ-Τζὶνγκ, -καθὼς καὶ μιὰ δέσμη ἀπὸ μαῦρα, ξύλινα πλακίδια, ποὺ μποροῦσαν νὰ διευθετηθοῦν ἔτσι, ὥστε νὰ σχηματίσουν κάποιο ἀπὸ τὰ κινέζικα ἑξάγραμμα- καὶ πάντα ἄρχιζε τὴ μαντεία του μὲ μιὰ σοβαρὴ προσευχὴ πρὸς τοὺς θεούς. Τὸ ἴδιο τὸ σύστημα, ὑποστήριζε ὅτι εἶναι ἀλάνθαστο στὰ χέρια ἑνὸς δασκάλου. Ὁμολογοῦσε ὅτι εἶχε κάνει κάποιες ἐσφαλμένες προρρήσεις· ἔλεγε ὅμως ὅτι αὐτὰ τὰ λάθη ὀφείλονταν ὁλοκληρωτικὰ στὴ δική του παρανόηση κάποιων ἀπὸ τὰ σχόλια τοῦ βιβλίου ἢ κάποιων ἀπὸ τὰ διαγράμματα. Γιὰ νὰ εἶμαι δίκαιος μαζί του πρέπει νὰ ἀναφέρω ὅτι στὴ δική μου περίπτωση -μοῦ εἶχε πεῖ τὴ μοίρα τέσσερις φορές- οἱ προρρήσεις του εἶχαν πραγματοποιηθεῖ μὲ τέτοιο τρόπο, ποὺ εἶχα φοβηθεῖ. Μπορεῖ νὰ μὴ πιστεύετε στὴ μαντεία -λογικὰ νὰ τὴν περιφρονεῖτε- ὅμως κάτι ἀπὸ μιὰ κληρονομημένη, δεισιδαίμονα τάση, λανθάνει στοὺς περισσότερους ἀπό μᾶς· καὶ δὲν χρειάζονται παρὰ λίγες παράξενες ἐμπειρίες γιὰ νὰ τὴν ξυπνήσουν, προκαλώντας τὴν πιὸ παράλογη ἐλπίδα ἢ φόβο γιὰ τὴν καλὴ ἢ κακὴ μοίρα, ποὺ κάποιος μαντολόγος σᾶς ὑποσχέθηκε. Βέβαια, νὰ βλέπαμε πραγματικὰ τὸ μέλλον θὰ ἦταν δυστυχία. Φανταστεῖτε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς γνώσης ὅτι μέσα στοὺς ἑπόμενους δύο μῆνες, κάποια φοβερὴ συμφορὰ πρέπει νὰ σᾶς συμβεῖ, μιὰ συμφορὰ τὴν ὁποία δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτε, γιὰ νὰ τὴν ἀντιμετωπίσετε!
     Ἦταν ἤδη γέρος, ὅταν τὸν πρωτοεῖδα στὸ Ἴζουμο, σίγουρα περισσότερο ἀπὸ ἑξήντα χρονῶν, φαινόταν ὅμως πολὺ νεότερος. Ἀργότερα τὸν συνάντησα στὴν Ὄσακα, στὸ Κυότο καὶ στὸ Κόμπε. Πολλὲς φορὲς προσπάθησα νὰ τὸν πείσω νὰ περάσει τοὺς χειμωνιάτικους μῆνες μὲ τὸ περισσότερο κρύο κάτω ἀπὸ τὴ στέγη μου -κι αὐτὸ γιατί εἶχε μιὰ τόσο ἐξαιρετικὴ γνώση τῶν παραδόσεων, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μοῦ προσφέρει ἀπροσμέτρητη ὑπηρεσία ἀπὸ λογοτεχνικὴ ἄποψη. Ὅμως, ἐν μέρει ἐπειδὴ ἡ συνήθεια τῆς περιπλάνησης τοῦ εἶχε γίνει δεύτερη φύση, ἐν μέρει ἀπὸ ἀγάπη γιὰ ἀνεξαρτησία, τόσο ἄγρια ὅσο ἑνὸς γύφτου, ποτὲ δὲν μπόρεσα νὰ τὸν κρατήσω κοντά μου περισσότερο ἀπὸ δύο μέρες τὴ φορά.
     Κάθε χρόνο εἶχε συνήθειο νὰ περνάει ἀπὸ τὸ Τόκυο -κατὰ κανόνα ἀργὰ τὸ φθινόπωρο. Τότε κάμποσες βδομάδες τριγυρνοῦσε ἀθόρυβα μέσα στὴν πόλη, ἀπὸ συνοικία σὲ συνοικία, μέχρι νὰ ἐξαφανιστεῖ καὶ πάλι. Ὅμως στὴ διάρκεια αὐτῶν τῶν φευγαλέων ταξιδιῶν ποτὲ δὲν παρέλειπε νὰ μὲ ἐπισκεφτεῖ· φέρνοντας καλόδεχτα νέα ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ μέρη τοῦ Ἴζουμο -φέρνοντας ἐπίσης κάποιο περίεργο, μικρὸ δῶρο, γενικὰ θρησκευτικοῦ εἴδους, ἀπὸ κάποιο φημισμένο προσκύνημα. Τότε μοῦ δινόταν ἡ εὐκαιρία γιὰ κάποια λιγόωρη συζήτηση μαζί του. Κάποιες φορὲς ἡ κουβέντα εἶχε νὰ κάνει μὲ τὰ παράξενα πράγματα ποὺ εἶδε ἢ ἄκουσε στὴ διάρκεια τοῦ τελευταίου του ταξιδιοῦ· κάποιες φορὲς περιστρεφόταν γύρω ἀπὸ παλιοὺς θρύλους ἢ δοξασίες· ἄλλες φορὲς πάλι ἀφοροῦσε τὴ μαντολογία. Τὴν τελευταία φορὰ ποὺ συναντηθήκαμε μοῦ μίλησε γιὰ μιὰ κινέζικη μέθοδο μαντείας μὲ πολὺ ἀκριβῆ ἀποτελέσματα, ποὺ λυπόταν γιατί ποτὲ δὲν εἶχε καταφέρει νὰ μάθει.
 Ὅποιος μάθει καλὰ αὐτὴ τὴ μέθοδο,» εἶπε, «θὰ μποροῦσε, γιὰ παράδειγμα, νὰ σοῦ πεῖ ὄχι μόνο τὸν ἀκριβῆ χρόνο, στὸν ὁποῖο ὁποιαδήποτε κολώνα ἢ δοκὸς αὐτοῦ τοῦ σπιτιοῦ θὰ ὑποχωρήσει ἀπ’ τὴ φθορά, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ νὰ σοῦ πεῖ τὴν κατεύθυνση τοῦ σπασίματος, καθὼς καὶ ὅλα του τὰ ἀποτελέσματα. Μπορῶ, ὅμως, νὰ ἐξηγήσω καλύτερα τί ἐννοῶ, ἂν σοῦ ἀφηγηθῶ μιὰ ἱστορία»:

     «Ἡ ἱστορία εἶναι γιὰ τὸν φημισμένο Κινέζο μαντολόγο, ποὺ στὴν Ἰαπωνία τὸν λέμε Σόκο Σέτσου κὶ εἶναι γραμμένη στὸ βιβλίο Baikwa-Shin-Eki, ποὺ εἶναι ἕνα βιβλίο μαντείας. Ἐνῶ ἦταν ἀκόμα πολὺ νέος, ὁ Σόκο Σέτσου ἀπέκτησε ὑψηλὴ θέση λόγῳ τῆς σοφίας ἀλλὰ καὶ τῆς ἀρετῆς του· ὅμως παραιτήθηκε ἀπ’ αὐτὴ κὶ ἀποσύρθηκε στὴν ἐρημιά, ἔτσι ὥστε νὰ μπορεῖ ν’ ἀφιερώσει ὅλο τὸ χρόνο του στὴ μελέτη.
     Ἀπὸ τότε ἔζησε πολλὰ χρόνια μόνος σὲ μιὰ καλύβα ἀνάμεσα στὰ βουνά· μελετώντας χωρὶς φωτιὰ τὸ χειμώνα καὶ χωρὶς βεντάλια τὸ καλοκαίρι· γράφοντας τὶς σκέψεις του πάνω στὸν τοῖχο τοῦ δωματίου του -λόγῳ ἔλλειψης χαρτιοῦ- καὶ χρησιμοποιώντας μόνο ἕνα κεραμίδι γιὰ μαξιλάρι.
     Μιὰ μέρα, τὴν ἐποχὴ τοῦ μεγαλύτερου καλοκαιρινοῦ καύσωνα, αἰσθάνθηκε νὰ τὸν πιάνει ὑπνηλία καὶ ξάπλωσε γιὰ ν’ ἀναπαυθεῖ, μὲ τὸ κεραμίδι κάτω ἀπὸ τὸ κεφάλι του. Δὲν εἶχε καλὰ-καλὰ ἀποκοιμηθεῖ, ὅταν ἕνα ποντίκι πέρασε τρέχοντας πάνω ἀπ’ τὸ πρόσωπό του ξυπνώντας τον ἀπότομα. Ὀργισμένος, ἅρπαξε τὸ κεραμίδι καὶ τὸ ἐκσφενδόνισε στὸ ποντίκι· ὅμως αὐτὸ κατάφερε ν’ ἀποφύγει τὸ χτύπημα, καὶ τὸ κεραμίδι ἔσπασε. Ὁ Σόκο Σέτσου κύτταξε μὲ θλίψη τὰ θρύψαλα τοῦ μαξιλαριοῦ κι ἐπιτίμησε τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴ βιασύνη του. Τότε ξαφνικὰ ἀντιλήφθηκε, πάνω στὴν ὄψη τοῦ πηλοῦ ποὺ μόλις εἶχε ἐκτεθεῖ στὸ φῶς, κάποια κινέζικα ἰδεογράμματα -ἀνάμεσα στὴν πάνω καὶ στὴν κάτω πλευρὰ τοῦ κεραμιδιοῦ. Βρίσκοντας τὸ πράγμα πολὺ παράξενο, σήκωσε τὰ κομμάτια καὶ τὰ ἐξέτασε προσεκτικά. Ἀνακάλυψε ὅτι κατὰ μῆκος τοῦ σπασίματος δεκαεφτὰ ἰδεογράμματα εἶχαν γραφτεῖ πάνω στὸν πηλό, προτοῦ ἀκόμα τὸ κεραμίδι ψηθεῖ· τὰ ἰδεογράμματα αὐτὰ ἔλεγαν τὸ ἑξῆς:

     
Τὴ Χρονιὰ τοῦ Λαγοῦ, τὸν τέταρτο μήνα, τὴ δέκατη ἑβδόμη μέρα, τὴν Ὥρα τοῦ Φειδιοῦ, αὐτὸ τὸ κεραμίδι, ἀφοῦ πρῶτα χρησιμέψει σὰ μαξιλάρι, θὰ τὸ πετάξουν πάνω σέ ποντίκι καὶ θὰ σπάσει.

      Καὶ πράγματι ἡ προφητεία εἶχε πραγματοποιηθεῖ τὴν Ὥρα τοῦ Φειδιοῦ, τὴ δέκατη ἕβδομη μέρα τοῦ τέταρτου μήνα τῆς Χρονιᾶς τοῦ Λαγοῦ. Κατάπληκτος ὁ Σόκο Σέτσου κύτταξε ἄλλη μιὰ φορὰ τὰ θρύψαλα κὶ ἀνακάλυψε τὴ σφραγίδα καὶ τὸ ὄνομα τοῦ κατασκευαστῆ. Ἀφήνοντας ἀμέσως τὴν καλύβα του καὶ παίρνοντας μαζί του τὰ κομμάτια τοῦ κεραμιδιοῦ, ξεκίνησε βιαστικὰ γιὰ τὴ γειτονικὴ πόλη, σὲ ἀναζήτηση τοῦ κεραμοποιοῦ. Τὸν βρῆκε τὴν ἴδια κείνη μέρα, τοῦ ἔδειξε τὸ σπασμένο κεραμίδι καὶ τὸν ρώτησε γιὰ τὴν ἱστορία του.
     Ἀφοῦ ἐξέτασε τὰ θρύψαλα προσεκτικά, ὁ κεραμοποιὸς εἶπε:
– “Αὐτὸ τὸ κεραμίδι κατασκευάστηκε στὸ δικό μου ἐργαστήριο, ὅμως τὰ ἰδεογράμματα στὸν πηλὸ γράφτηκαν ἀπὸ ἕνα γέρο -ἕνα μαντολόγο- ποὺ ζήτησε τὴν ἄδεια νὰ γράψει κάτι πάνω στὸ κεραμίδι προτοῦ αὐτὸ ψηθεῖ”.
 - “Ξέρεις ποῦ μένει;” ρώτησε ὁ Σόκο Σέτσου.
 -“Ἔμενε”, ἀπάντησε ὁ κεραμοποιός, “ὄχι πολὺ μακριὰ ἀπὸ δῶ· μπορῶ μάλιστα νὰ σοῦ δείξω τὸ δρόμο γιὰ τὸ σπίτι του. Δὲν ξέρω ὅμως τὸ ὄνομά του”.
     Ἀφοῦ μὲ τὴ καθοδήγηση τοῦ κεραμοποιοῦ ἔφτασε στὸ σπίτι, ὁ Σόκο Σέτσου παρουσιάστηκε στὴν εἴσοδο καὶ ζήτησε τὴν ἄδεια νὰ μιλήσει στὸ γέρο μαντολόγο. Ἕνας μαθητής, ποὺ πρόσφερε ἐπίσης ὑπηρεσίες, τὸν προσκάλεσε εὐγενικὰ νὰ περάσει καὶ τὸν συνόδεψε σ’ ἕνα μεγάλο δωμάτιο, μέσα στὸ ὁποῖο βρίσκονταν πολλοὶ νεαροὶ ἀφοσιωμένοι στὴ μελέτη. Καθὼς ὁ Σόκο Σέτσου κάθησε, ὅλοι οἱ νέοι τοῦ ἀπηύθυναν χαιρετισμό. Τότε ἐκεῖνος ποὺ τοῦ πρωτομίλησε, κάνοντας πρὸς τὸ μέρος του μιὰ ὑπόκλιση, εἶπε:
 -“Λυπούμαστε πολὺ ποὺ πρέπει νὰ σᾶς πληροφορήσουμε ὅτι ὁ δάσκαλός μας πέθανε ἐδῶ καὶ λίγες μέρες. Ὅμως σᾶς περιμέναμε, διότι μᾶς εἶχε προείπει ὅτι σήμερα θὰ ἐρχόσασταν σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι, αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ὥρα. Τὸ ὄνομά σας εἶναι Σόκο Σέτσου. Κὶ ὁ δάσκαλός μας, μᾶς ἀνέθεσε νὰ σᾶς δώσουμε ἕνα βιβλίο, τὸ ὁποῖο πίστευε ὅτι θὰ σᾶς ἦταν χρήσιμο. Πρόκειται γι’ αὐτὸ ἐδῶ το βιβλίο. Εὐαρεστηθεῖτε νὰ τὸ δεχθεῖτε.”
     Ὁ Σόκο Σέτσου ξαφνιάστηκε, ἐνῶ ταυτόχρονα καταχάρηκε· γιατὶ τὸ βιβλίο ἦταν ἕνα χειρόγραφο ἀπὸ τὰ σπανιότερα καὶ πολυτιμότερα τοῦ εἴδους -ἕνα χειρόγραφο ποὺ περιεῖχε ὅλα τὰ μυστικὰ τῆς ἐπιστήμης τῆς μαντείας. Ἀφοῦ εὐχαρίστησε τοὺς νέους καὶ δεόντως ἐξέφρασε τὰ συλλυπητήρια του γιὰ τὸ θάνατο τοῦ δασκάλου τους, γύρισε στὴν καλύβα του κὶ ἄρχισε χωρὶς χρονοτριβὴ νὰ ἐξετάζει τὴν ἀξία τοῦ βιβλίου, συμβουλευόμενος τὶς σελίδες του σχετικὰ μὲ τὴ δική του μοίρα. Τὸ βιβλίο τοῦ ἀπάντησε μὲ τὸν ὑπαινιγμὸ ὅτι στὴ νότια πλευρὰ τῆς κατοικίας του, σὲ ἕνα ὁρισμένο σημεῖο κοντὰ σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς καλύβας, τὸν περίμενε μεγάλη τύχη.   
     Ἔσκαψε στὸ μέρος ποὺ τοῦ ὑποδείχτηκε καὶ πραγματικά, βρῆκε μιὰ στάμνα ποὺ περιεῖχε χρυσὸ τόσο, ποὺ μποροῦσε νὰ τὸν κάνει πολὺ πλούσιο ἄνθρωπο.»

     Ὁ παλιός μου φίλος ἄφησε αὐτὸ τὸν κόσμο τόσο μοναχικά, ὅσο εἶχε ζήσει. Τὸν περασμένο χειμώνα καθὼς διάβαινε μιὰ ὁροσειρά, ἔπεσε πάνω σε μιὰ χιονοθύελλα κι ἔχασε τὸ δρόμο του. Πολλὲς μέρες ἀργότερα, τὸν βρῆκαν νὰ στέκεται ὄρθιος, ἀκουμπισμένος στὸν κορμὸ ἑνὸς πεύκου, μὲ τὸ μικρό του σακκίδιο δεμένο στοὺς ὤμους: ἕνα ἄγαλμα ἀπὸ πάγο -χέρια διπλωμένα καὶ μάτια κλειστά, σὰν σὲ διαλογισμό. Ἴσως, περιμένοντας νὰ περάσει ἡ θύελλα, νὰ εἶχε ὑποχωρήσει στὴν ὑπνηλία ποὺ φέρνει τὸ κρύο, καὶ τὸ χιόνι τὸν σκέπασε καθὼς κοιμόταν. Ἀκούγοντας αὐτὸν τὸν παράξενο θάνατο θυμήθηκα τὴν παλιὰ ἰαπωνικὴ παροιμία:

                    Οὐρανάϊγια μὶ νὸ οὐὲ σιράζου:

     «Ὁ μαντολόγος δὲ γνωρίζει τὴν ἴδια του τὴ μοίρα

 

* νταϊμυό: περιφερειακὸς διοικητὴς φεουδαρχικῆς περιόδου.

---------------------------------------------

                                 Ένα Φάντασμα

     Το παραπάνω κείμενο του Λευκάδιου Χερν, με τίτλο «A GHOST» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Harpers New Monthly Magazine» vol. 80,issue 475, pp.116-119 (1889) που εκδόθηκε από τους Harper and Bros, New York.
     To 1941 οι ψυχολόγοι Bender L. και Vogel B.F. στο άρθρο τους “Imaginary companions and related phenomena” που δημοσιεύθηκε στο Journal of Orthopsychiatry, τόμος 11, σελίδες 56-65, περιέγραψαν ένα φαινόμενο ή εμπειρία κατά το οποίο κάποιος αισθάνεται δίπλα του μια παρουσία, χωρίς όμως να έχει μ’ αυτήν οπτική επαφή. Η εμπειρία αυτή κατά τους ειδικούς συναντάται συχνά στους ορεσίβιους, στους ναυτικούς, στους ναυαγούς, αλλά και στα μικρά παιδιά οπότε η «παρουσία» αυτή ταυτίζεται συνήθως με κάποιον «προστάτη», ή (ειδικότερα στους ενήλικες) με κάποιον απρόσκλητο εισβολέα
.

     Είμαι της άποψης πως το άτομο που ποτέ δε περιπλανιέται μακριά από το τόπο γέννησής του μπορεί να περάσει ολάκερη τη ζωή του χωρίς να γνωρίσει φαντάσματα. Αντίθετα ο νομάδας το πιο πιθανό είναι, κάποτε να εξοικειωθεί με αυτά. Αναφέρομαι στον εκπολιτισμένο νομάδα, του οποίου οι περιπλανήσεις δεν υπαγορεύονται από την ελπίδα του κέρδους, ούτε αποσκοπούν στη ψυχαγωγία του, αλλά απλά αυτός ωθείται από ορισμένες ανάγκες της ύπαρξής του, -ένας άνθρωπος του οποίου η εσωτερική μυστική φύση βρίσκεται ολοκληρωτικά σε αντίθεση με τους σταθερούς όρους μιας κοινωνίας που από κακή του τύχη και μόνον ανήκει. Ο άνθρωπος αυτός, αν θέλει να ζήσει έξυπνα, πρέπει πάντα να παραμείνει σκλάβος αυτών των μοναδικών εσωτερικών δυνάμεων που δεν έχουν ορθολογιστική προέλευση και που θα τον καταπλήξουν συχνά τόσο με τη ικανότητά τους να τον κυβερνούν, όσο και με τη συνεχή άγρια αντίθεσή τους στο κάθε υλικό ενδιαφέρον του.
     Αυτές οι δυνάμεις μπορούν, ίσως, να αποδοθούν στο παρελθόν ,σε κάποιες δηλαδή προγονικές καταβολές, να εξηγηθούν από υποκειμενικές κληρονομικές τάσεις. Άλλες φορές όμως δε μπορεί να γίνει αυτό, -σε κείνες τις περιπτώσεις που το θύμα μπορεί απλά μόνο να υποθέτει τη φανταστική ύπαρξη κάποιας προϋπάρχουσας ψυχικής φιλοδοξίας -τη πλήρη αναζωογόνηση κάποιων επιθυμιών που βρίσκονταν σε μακροχρόνιο λήθαργο , επιθυμιών που ανήκαν σε μια αλυσίδα προσωρινών υπάρξεων. Ασφαλώς η νομαδική τάση είναι διαφορετική σε κάθε άνθρωπο αυτής της κατηγορίας αφού υπάρχει απεριόριστη ποικιλομορφία ατομικής ευαισθησίας στις περιβαλλοντικές επιδράσεις : η τακτική ελάχιστης αντίστασης του ενός είναι κείνη της μέγιστης αντίστασης για κάποιον άλλον -ποτέ δύο πορείες αληθινού «νομαδισμού» δε μπορεί να είναι πλήρως ίδιες. Κι οι τάσεις κι οι κατευθύνσεις είναι αναγκαστικά διαφοροποιημένες και διαφοροποιούνται πιότερο λόγω της ανθρώπινης φύσης τους.
     Ποτέ από τότε που υπάρχει αίσθηση του χρόνου, δεν υπήρξαν δύο γεννημένα όντα τα οποία κατείχαν ακριβώς την ίδια ποιότητα της φωνής, τον ίδιο ακριβώς βαθμό ικανότητας αντίληψης νευρικών ερεθισμάτων , ή συνοψίζοντας, τον ίδιο συνδυασμό κείνων των αόρατων μορίων που αποθηκεύονται βίαια και συντάσσονται μεταξύ τους σχηματίζοντας την αισθητήρια ουσία. Μάτην λοιπόν όλοι προσπαθούν να συγκεκριμενοποιήσουν τη περίεργη ψυχολογία τέτοιων υπάρξεων: στη χειρότερη περίπτωση είναι δυνατό μόνο να περιγραφούν τέτοιες τάσεις κι αντιλήψεις «νομαδισμού» καθώς βρίσκονται στη μικροσκοπική περιοχή των ατομικών εμπειριών κάποιου. Κι όπως το καθετί που είναι αυστηρά προσωπικό, έχει πάντοτε μικρή αξία εκτός αν κουβαλά μαζί του κάτι από την γενικότερη τεράστια εμπειρία της αστείρευτης ζωής. Σε αυτή τη κατηγορία πιθανά να υπάγονται, κατά την άποψή μου, τα ακραία αποτελέσματα όλων εκείνων των παράλογων χωρισμών, συγκεκριμένα οι ξαφνικές εσωστρεφείς απομονώσεις, καθώς κι η απότομη διακοπή επαφής με όλους τους γνωστούς, που διαμορφώνουν τη προσωπική ιστορία του κάθε νομάδα.
     Η γνώση πως υπάρχει μια παράξενη σιωπή για τη ζωή κάποιου που καλύπτει τα πάντα κι επεκτείνεται κι ότι μέσα σε κείνη τη σιωπή υπάρχουν φαντάσματα…
     Αχ ! εκείνη η πρωταρχική ασαφής έλξη, κείνη η φωτεινή πρώτη απατηλή εντύπωση κάποιας συνηθισμένης πόλης, -όταν η περιορισμένη θέα διαμέσου των άγνωστων οδών σου δίνει την αίσθηση ότι όλα σε οδηγούν στη πραγματοποίηση μιας ελπίδας που δε τολμάς ούτε να ψιθυρίσεις όταν ακόμη κι οι σκιές φαίνονται όμορφες κι οι παράξενες προσόψεις των κτιρίων εμφανίζονται να χαμογελούν μέσα σ’ ένα χρυσό φως υποσχόμενες καλή τύχη! Κι εκείνες οι πρώτες αξιόλογες σχέσεις σου με άτομα, που όντας ακόμα ξένος, σου έχουν εκδηλώσει μόνο τη καλύτερη και πιο έξυπνη πλευρά του χαρακτήρα τους! ...Όλα είναι ακόμα μια ευχάριστη, φωτεινή, απροσδιόριστη αίσθηση των οδών και των ατόμων, -όπως κάποια υπέροχα βαμμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία που δεν εστιάστηκε σωστά.
     Ύστερα όμως χαράχθηκαν αυλακιές πόνου, χαράχθηκαν από το αργό τρισδιάστατο ακόνισμα των λεπτομερειών όλων των πραγμάτων που σχετίζεσαι, καθώς αυτά εξωθούνται βίαια έξω από την απατηλή αυτή πρώτη εντύπωση και τη διαλύουν -και γίνονται καθημερινά αιχμηρότερα και σκληρότερα, καθώς περνούν απροσδιόριστα χρονικά διαστήματα, ενώ παράλληλα τα πόδια σου μαθαίνουν να απομνημονεύουν όλες τις ιδιομορφίες των πεζοδρομίων και τα μάτια σου όλη τη μορφολογία των κτιρίων και των ανθρώπων , -αποτυχίες της τεκτονικής. Από κείνη τη στιγμή υπάρχει μόνο ο πόνος της ανυπόφορης μονοτονίας κι η εχθρότητα προς τη διαρκώς αυξανόμενη ομοιότητα, -κι ο φόβος της ανελέητης, αναπόφευκτης ημερήσιας κι ωριαίας επανάληψης των πραγμάτων ενώ κείνες οι τάσεις φυγής, που είναι καλέσματα της Φύσης μέσα από κείνη τη προγονική εμπειρία που διατηρείται ζωντανή στον καθένα μας -κραυγές της θάλασσας και του βουνού και τ’ ουρανού προς τον άνθρωπο-, αγριεύουν πιότερο. Ισχυρές φιλίες μπορεί να έχουν διαμορφωθεί όμως τελικά έρχεται μια μέρα που ακόμα κι’ αυτές δε μπορούν να δώσουν παρηγοριά για τον πόνο της μονοτονίας, -κι αισθάνεσαι ότι αν θες να επιζήσεις πρέπει ν’ αποφασίσεις -ανεξάρτητα από συνέπειες- να τινάξεις από τα παπούτσια σου για πάντα τη γνώριμη σκόνη του τόπου εκείνου…
    Και όμως, παρ’ όλα αυτά, κατά την ώρα της αναχώρησης αισθάνεσαι έναν πόνο. Καθώ ςτο τραίνο ή το ατμόπλοιο σε παίρνει μακριά από τη πόλη και τα χιλιάδες πράγματα που σε συνδέουν μ’ αυτή, η παλιά απατηλή εντύπωση θα τρεμουλιάσει πίσω σου για μια στιγμή, όχι για να χλευάσει τη προσδοκία του παρελθόντος, αλλά αγγίζοντάς σε απαλά, σαν να σου ζητά να μείνεις κι ίσως να σου προκαλέσει μια τέτοια θλίψη, μια τέτοια τρυφερότητα, σαν αυτή που κάποιος αισθάνεται όταν συμφιλιώνεται ξανά με παλιό φίλο που τον έχει κρίνει άδικα. Εσύ όμως δε θα αντικρίσεις ξανά τους δρόμους εκείνους, εκτός αν τους ονειρευτείς. Μες στον ύπνο σου μόνο θ’ ανοιχθούν πάλι μπροστά σου οι δρόμοι, βουτηγμένοι στην απατηλή ασάφεια κείνης της πρώτης μακρινής μέρας -και σ’ αυτούς θα βαδίζουν μόνο οι φίλοι σου που θα σε προσπερνούν. Αθόρυβα θα προχωρήσεις πάνω σε κείνα τα σκιερά πεζοδρόμια πολλές φορές, για να χτυπήσεις ίσως, νοερά πόρτες που θα σ’ ανοίξουν άνθρωποι που έχουν πεθάνει.
     Αλλά καθώς τα χρόνια θα περνούν όλα θα ξεθωριάζουν -ξεθωριάζουνε τόσο πολύ που ακόμα και στον ύπνο σου αντιλαμβάνεσαι ότι πρόκειται μόνο για μια πόλη-φάντασμα, με δρόμους που οδηγούν στο πουθενά. Και στο τέλος, ό,τι παραμένει, γίνεται θολό και συγχέεται με νεφελώδεις μνήμες άλλων πόλεων, -μια ατέλειωτη παρουσία μεμβρανώδους αρχιτεκτονικής, στην οποία τίποτα δεν είναι σαφώς αναγνωρίσιμο, αλλά συνολικά σου δίνει την εντύπωση ότι κάποτε το έχεις ξαναδεί, έστω πολλά χρόνια πριν. Στο μεταξύ, λόγω των λίγο ως πολύ άσκοπων περιπλανήσεων, αργά έχει μεγαλώσει μέσα σου η υποψία ότι είσαι στοιχειωμένος, - τόσο συχνά μια συγκεκριμένη μουντή παρουσία παρεισφρέει επίμονα στην οπτική μνήμη. Γεγονός όμως που τη κάνει μέρα με τη μέρα, περισσότερο μάλλον συγκεκριμένη παρά αόριστη: σε κάθε επιστροφή η ευκρίνεια της φαίνεται να αυξάνει. Κι η υποψία ότι ίσως είσαι στοιχειωμένος βαθμιαία εξελίσσεται σε βεβαιότητα.
     Είσαι στοιχειωμένος -είτε ο δρόμος σου περνά μέσα από τη καφετιά κατάθλιψη του Λονδρέζικου χειμώνα είτε από τη γαλάζια λαμπρότητα μιας μέρας σε τόπους κοντά στον Ισημερινό- είτε τα βήματά σου αποτυπώνονται στα χιόνια, είτε στη καυτή μαύρη άμμο μιας τροπικής παραλίας- είτε αναπαύεσαι κάτω από το σκοτεινό σύμπλεγμα των πεύκων του Βορρά, είτε κάτω από την αραχνοειδή αδιακρισία της σκιάς του φοίνικα: είσαι στοιχειωμένος παντού και πάντοτε από μια συγκεκριμένη ευγενή παρουσία. Δεν υπάρχει τίποτα το τρομακτικό στο φάντασμα αυτό το πιο ευγενές πρόσωπο, η πιο ευγενική φωνή- παράδοξα γνώριμη κι ευδιάκριτη παρά τη χαμηλή της ένταση, όπως το βουητό μιας μέλισσας…
     ‘Όμως, -αυτό το στοιχειό- σε βασανίζει εσωτερικά, μ’ όλο που επιφανειακά δεν γίνεται αντιληπτό, σε βασανίζει όπως εκείνα τα απότομα ξεσπάσματα των αισθήσεων, που μερικοί ονειροπόλοι έχουν επιδιώξει να ερμηνεύσουν σα κληρονομικές ενθυμήσεις, -αναμνήσεις της προύπαρξης. Μάταια αναρωτιέσαι: «Τίνος είναι αυτή η φωνή; Σε ποιόν ανήκει αυτό το πρόσωπο;» Δεν είναι ούτε νέος ούτε γέρος το Πρόσωπο: έχει μιαν αεριώδη υπόσταση που αποτελεί γρίφο η διαφάνειά του δεν αποκαλύπτει ιδιαίτερες αποχρώσεις ίσως να μη μπορείς να είσαι σίγουρος αν τρέφει γενειάδα. Όμως η έκφρασή του είναι πάντοτε χαριτωμένη, απαθής, χαμογελούσα -σαν τους χαμογελαστούς άγνωστους φίλους των ονείρων, με την απεριόριστη ανοχή σε κάθε τρέλα, ακόμα και στη τρέλα των ονείρων.
     Εκτός από το γεγονός ότι αδυνατείς να την απομακρύνεις για πάντα από το νου σου, η παρουσία (αυτή) δεν αντιστέκεται ιδιαίτερα στις διαθέσεις σου: δέχεται κάθε καπρίτσιο σου με ανοχή συναντά κάθε ιδιοτροπία σου με αγγελική υπομονή. Δεν ασκεί ποτέ κριτική, ποτέ δεν παραπονιέται έστω με το βλέμμα της, ποτέ δεν αποδεικνύεται ενοχλητική παράλληλα, δε μπορείς να την αγνοήσεις, εξαιτίας μιας συγκεκριμένης αλλόκοτης δυνατότητας που έχει να αναστατώνει και να ταρακουνά κάτι μες στη καρδιά σου, -σα μια απροσδιόριστη γλυκιά μελαγχολία, κάτι που είναι θαμμένο ζωντανό και δε θα πεθάνει. Και τόσο συχνά συμβαίνει αυτό που η επιθυμία να λυθεί το πρόβλημα αυτό γίνεται πόνος, με αποτέλεσμα να συλλαμβάνεις τον εαυτό σου να ικετεύει την Παρουσία, απευθύνοντάς της ερωτήσεις που ποτέ δε θα απαντήσει ευθέως, παρά μόνο μ’ ένα χαμόγελο ή με λέξειςάσχετες με τα ερωτώμενα, λέξεις αινιγματικές, που προκαλούν μυστηριώδη εγρήγορση σε παλαιά ερειπωμένα πεδία της μνήμης, όπως κι ο πρωινός άνεμος που φυσά πάνω από χέρσα λιβάδια, υποχρεώνοντας όλα τα αγριόχορτα να παράγουν ψιθυριστούς άχρηστους ήχους.
     Αλλά εσύ για χρόνια θα ρωτάς μέρα-νύχτα: «Ποιος είσαι εσύ; τι είσαι εσύ; Ποια παράξενη σχέση σε συνδέει με μένα; Ό,τι μου λες αισθάνομαι πως το έχω ξανακούσει- αλλά πού; αλλά πότε; Με ποιο όνομα να σε φωνάζω ,-αφού δεν απαντάς σε κανένα απ’ αυτά που θυμάμαι; Σίγουρα δεν είσαι ζωντανός όμως γνωρίζω τους χώρους που αναπαύονται όλοι οι νεκροί μου- και τον δικό σου δεν τον γνωρίζω! Σίγουρα δεν είσαι όνειρο γιατί τα όνειρα παραποιούνται κι αλλάζουν αλλά εσύ, εσύ μένεις ίδιος πάντοτε. Ούτε είσαι παραίσθηση γιατί όλες οι αισθήσεις μου είναι ενεργείς κι ακμαίες. Ένα πράγμα γνωρίζω μόνο με βεβαιότητα: ότι ανήκεις στο Παρελθόν, ανήκεις στη μνήμη, αλλά στη μνήμη ποιων νεκρών άστρων
     Κατόπιν, κάποια μέρα ή νύχτα, απροσδόκητα, αντιλαμβάνεσαι επιτέλους, -με ένα απαλό απότομο τσίμπημα που μοιάζει να προέρχεται από αόρατα δάχτυλα- ότι το Πρόσωπο δεν είναι η μνήμη οποιουδήποτε προσώπου, αλλά μια πολλαπλή εικόνα που διαμορφώθηκε από τα γνωρίσματα πολλών αγαπητών προσώπων,- που τοποθετήθηκαν το ένα πάνω στο άλλο από την ανάμνηση και συντήχθηκαν από την αγάπη σε μια πνευματική προσωπικότητα, -απείρως συμπονετική, φανταστικά όμορφη: ένα «Σύνθετο» των αναμνήσεων! Κι η φωνή δεν είναι ηχώ καμιάς φωνής, αλλά η αντήχηση πολλών φωνών, αναμεμειγμένων σε μια ενιαία έκφραση, ένας ενιαίος ασθενικός τόνος, που λέπτυνε από την χρονική απόσταση, αλλά απερίγραπτα τρυφερός.
     Εσύ ευγενέστατο «Σύνθετο»! εσύ ανώνυμη κι έξοχη Ουτοπία, που συγκλονίζεσαι μες στην ομοιότητα της ύπαρξης έξω από το σύνολο της χαμένης συντροφικότητας! Εσύ Φάντασμα όλων των πραγμάτων που αγάπησα και που έχουν χαθεί. Με τη μάταιη ικεσία των ματιών σου που παρατηρούν τον ερχομό μου, και (με) την ασαφή ασθενική έκκληση των κραυγών σου που δεν μ’ αφήνουν να ξεχάσω, και (με) το λεπτεπίλεπτο ηλεκτρικό άγγιγμα των πεθαμένων χεριών σου, πρέπει μήπως εσύ να φύγεις για πάντα μακριά από το διάβα μου, σαν το Σκιάδι που το πέταξα μακριά, Εσύ που σκεπάζεις τις Ψυχές!
     Δεν είμαι σίγουρος… Γιατί όμως εμφανίζεται σε μένα αυτό το όνειρο; Μήπως γιατί η ανθρώπινη ζωή κρατά δυνάμεις για να πορεύεται- όπως μια παραστρατημένη ηλιαχτίδα στο απέραντο κενό του διαστήματος, μες στο άπειρο μυστήριο; Για να μεταδώσει ίσως (στις μελλοντικές γενιές) ένα δυνατό γλυκό ταρακούνημα από τις αλησμόνητες εκείνες Εποχές επειδή ίσως στο μέλλον δεν θα υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι όπως εσύ. Και μήπως όσο αυτό που για μας ετοιμάζει το ευπαθέστερο ένστικτο, το ένστικτο της επιβίωσης, μπορεί να δανείζει μια φωνητική του νότα στη Συμφωνία του Άγνωστου Προορισμού,- τόσο άραγε παράλληλα, να μην μπορεί να αποδεχθεί εσένα, ένα άλλο «Σύνθετο» πλάσμα; Εσένα που ενσωματώνεις, πράγματι, τη κοσμιότητα πολλών υπάρξεων και συγχρόνως διατηρείς σα κάποια ορατή ανάμνηση κάθε τι το ευγενές μέσα στη προσωπικότητα αυτού του (φανταστικού) δικού σου φίλου;

                                    Οσιντόρι

     Ήτανε κάποτε ένας κυνηγός και γερακάρης, τονε λέγανε Σονζό και ζούσε στην επαρχία Ταμούρα Νο Γκο, στο Νομό Μούτσου. Μια μέρα, πήγε να κυνηγήσει μα δε συνάντησε κανένα θήραμα. Στο δρόμο της επιστροφής, στην τοποθεσία Ακανούμα, πήρε το μάτι του ένα ζευγάρι πάπιες όσιντόρι. Κολυμπούσαν πλάι-πλάι στα νερά του μικρού πόταμου πού έπρεπε να περάσει.
   «Αν σκοτώσεις», λένε, «ένα οσιντόρι θα σε βρει μεγάλη δυστυχία».
     Ο Σονζό όμως πεινούσε, σκόπευσε λοιπόν το ζευγάρι. Το βέλος τρύπησε το αρσενικό, το θηλυκό ξέφυγε μέσα από τις καλαμιές της αντίπερα όχθης και χάθηκε. Ο Σονζό κουβάλησε το σκοτωμένο πουλί στο σπίτι και το μαγείρεψε.
     Εκείνο το βράδυ είδε άσχημο όνειρο. Μια πολύ όμορφη γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο, πλησίασε το μαξιλάρι κι άρχισε να κλαίει. Το κλάμα της ήταν τόσο γοερό, πού ακούγοντας το ο Σονζό νόμισε πώς θα σχιστεί η καρδιά του. Η νεαρή γυναίκα του έλεγε:
 -"Γιατί, αχ! Γιατί τον σκότωσες; Ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι οι δυο μας στην Ακανούμα... Τώρα τον σκότωσες!... Σε τι σου έφταιξε; Ξέρεις τουλάχιστον τι έγκλημα διέπραξες; Τι ποταπό και σκληρό έγκλημα; Σκότωσες και μένα γιατί δε μπορώ να ζήσω χωρίς τον άντρα μου! Αυτό ήρθα να σου πω..."
     Άρχισε πάλι να κλαίει τόσο απελπισμένα, πού οι λυγμοί της τρύπησαν τα κόκκαλα του Σονζό κι έφτασαν ως το μεδούλι. Ή φωνή της, πού τη διέκοπταν οι λυγμοί, απάγγειλε τους παρακάτω στίχους:  

                                    Χι κουκουρέμπα Σασοέσι
                                          μόνο βο Ακανούμα
                                      νο Μακόμο νο κούρε νο
                                              Χιτόρι νε ζο ουκι

       ("Μόλις βασίλεψε ή μέρα, του πρότεινα να 'ρθει κοντά μου!
                             Στο έξης θα κοιμάμαι μόνη μου στον ίσκιο
                                πού ρίχνουν οι καλαμιές της Ακανούμα.
                                          Αχ! Τι ανείπωτη θλίψη
!")

     Κι υστέρα φώναξε:

 -"Αχ! Δεν ξέρεις...όχι, δεν μπορείς να ξέρεις τι έκανες! Αύριο όμως, όταν θα ξαναπάς στην Ακανούμα, θα καταλάβεις... θα καταλάβεις..."
     Με τα λόγια αυτά, κλαίγοντας πάντα γοερά, έφυγε.
     Το πρωί, το όνειρο ήταν ακόμη τόσο ζωντανό στο μυαλό του, πού ο Σονζό ένιωθε ταραγμένος. θυμήθηκε τα λόγια της νεαρής γυναίκας:
 "Αύριο όμως, όταν θα ξαναπάς στην Ακανούμα, θα καταλάβεις...θα καταλάβεις...". Αποφάσισε λοιπόν να πάει αμέσως εκεί, να μάθει μήπως το όνειρο του ήταν κάτι παραπάνω από απλό όνειρο.
     Ο Σονζό πήγε στην Ακανούμα. Φτάνοντας στο ποτάμι είδε το θηλυκό οσιντόρι να κολυμπά μόνο του. Την ίδια στιγμή τον διέκρινε κι εκείνο, αντί να φύγει όμως κολύμπησε προς το μέρος του κοιτάζοντας τον συνέχεια με μια παράξενη προσοχή. Ξαφνικά, μ' ένα χτύπημα του ράμφους άνοιξε πληγή στα πλευρά του κι έσβησε εκεί μπροστά στα μάτια του κυνηγού.
     Ο Σονζό ξύρισε το κεφάλι του και κλείστηκε σε μοναστήρι.


 

    

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers