Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Li Po: Ποιητής του Έρωτα & του Οίνου

        

                                 Βιογραφικό

     Λι Πο ( 李白 , 701–762 μ.Χ.) Κινέζος ποιητής, γνωστός κι ως Λι Μπάι, Λι Πάι και Λι Μπο. Γεννήθηκε στο Τουρκεστάν της κεντρικής Ασίας που τότε ήταν κινεζικό έδαφος. Σύμφωνα με την παράδοση, οι πρόγονοί του είχαν εξοριστεί στις αρχές του 7ου αι., πιθανόν λόγω κάποιου εγκλήματος, στην απομακρυσμένη περιοχή της βορειοδυτικής Κίνας, τη σημερινή Ξιν Γιάνγκ όπου κατοικούσαν Ουιγούροι σε καθεστώς αυτόνομης περιφέρειας. Ο λαός αυτός είναι τουρκογενής και παραμένει μέχρι σήμερα στην ίδια περιοχή.
     Ο πατέρας του ήταν μικροεπιχειρηματίας κι η μητέρα του έπλενε ρούχα συμπληρώνοντας το οικογενειακό εισόδημα. Όταν ο Λι Πο έγινε πέντε ετών ο πατέρας του υπέβαλε αίτηση για την άρση του εκτοπισμού που έγινε δεκτή από τις αρχές. Έτσι μετακόμισαν στην επαρχία Σετσουάν που θεωρείτο περισσότερο πολιτισμένη από τα χρόνια κείνα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής των προγόνων του στη βορειοδυτική Κίνα, η οικογένεια αναμίχθηκε με ντόπιους κι έτσι εξηγούνται τα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά του ποιητή. Σύμφωνα με περιγραφές ήταν ψηλότερος από το μέσο Κινέζο, με ευρύ στόμα και διογκωμένα μάτια.
     Μετά από μια ταραγμένη εφηβεία, περίοδο κατά την οποία ασχολήθηκε και με την πολεμική τέχνη, άρχισε να στρέφεται στο στοχασμό με αποτέλεσμα στα 20 χρόνια του να εγκατασταθεί στα βουνά βόρεια της Σετσουάν ζώντας ως ερημίτης μαζί με έναν συμμαθητή του από τη σχολή Ταό και κατοικίδια πουλιά. Από τότε ο Λι Πο άρχισε να αποκτά φήμη για τη σοφία και το ποιητικό του ταλέντο.
     Πολύ νωρίς επικεντρώθηκε στη μελέτη λογοτεχνικών και θρησκευτικών κειμένων αναζητώντας τον εσωτερικό κόσμο, αντίθετα από την κομφουκιανή εκπαίδευση της εποχής με την οποία ωστόσο, θεωρείται βέβαιο ότι ήταν αρκετά εξοικειωμένος. Έτσι, αφοσιώθηκε στον Ταοϊσμό που τον προσέλκυσε έναντι του Κομφουκισμού, λόγω του ρομαντικού μυστικισμού. Μελετώντας σε βάθος τη θρησκεία αυτή, σε σχετικά πολύ μικρό χρονικό διάστημα ο Ταοϊστής Κάο Τιεν Σιχ του απένειμε και δίπλωμα. Εν τω μεταξύ είχε ξεκινήσει να γράφει ποίηση. Μάλιστα, από το 720 ο κυβερνήτης της επαρχίας είχε προβλέψει ότι ο νεαρός Ταοϊστής θα γινόταν ένας σπουδαίος ποιητής ενώ θεωρώντας τον ιδιοφυΐα τού πρότεινε να παραμείνει κοντά του ως κρατικός υπάλληλος, πράγμα που ο ανήσυχος Λι Πο δεν δέχθηκε.
     Μετά από 4 χρόνια απομόνωσης, αισθανόμενος πλέον συναισθηματικά και πνευματικά ώριμος αποφάσισε να διευρύνει τους ορίζοντές του και να γνωρίσει τον κόσμο έξω από τα όρια της Σετσουάν. Ταξιδεύοντας βόρεια, πέρασε τον ποταμό Γιάνγκτσε και φτάνοντας στην επαρχία Χουμπέι εγκαταστάθηκε κοντά στη λίμνη Τάνγκ-τινγκ. Εκεί γνωρίστηκε με την Χσου Χσιν Σιχ, εγγονή του πρώην έπαρχου και παντρεύτηκαν το 727 κι έζησε στην Ανλού (σήμερα στην επαρχία Χουμπέι). Πιθανώς μετά το θάνατο της γυναίκας του, περίπου το 730, περιπλανήθηκε για μεγάλο διάστημα, σύμφωνα με αναφορές ως περιπλανώμενος «ιππότης τιμωρός» της αδικίας, αλλά και ως Ταοϊστής ερημίτης. Αν κι απέκτησαν μαζί δέκα παιδιά το σαράκι της περιπλάνησης εξακολουθούσε να τρώει τον Λι Πο. Έτσι, εξακολουθούσε να ταξιδεύει στη χώρα, πότε μαζί και πότε χώρια από τη γυναίκα του, επισκεπτόμενος άλλους ποιητές και διανοούμενους. Ορισμένοι μελετητές αναφέρουν ότι κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του σύναψε ακόμη δύο γάμους. Όπως και να 'χει, με τα ταξίδια του όχι μόνο αυξανόταν το ποιητικό έργο του Λι Πο, αλλά και η φήμη του που έφθανε σιγά σιγά σε επίπεδο θρύλου.
     Ωστόσο, ένα περιστατικό τον έκανε να αναρριχηθεί και ταξικά, αποκτώντας την εύνοια των κυβερνώντων. Το 735 κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην επαρχία Σανσί ήρθε αντιμέτωπος με εχθροπραξίες στην περιοχή Αν Σι. Τότε έσωσε τη ζωή του στρατιωτικού Κούο Τζούι που αργότερα όταν έγινε ένας από τους κορυφαίους στρατηγούς των Τανγκ του ανταπέδωσε το καλό, ανάλογα.
     Πέντε χρόνια αργότερα, το 740, ο Λι Πο πέρασε μια περίοδο συντροφιά με πέντε ακόμη λογοτέχνες.  Οι "Έξι τεμπέληδες στο ποταμάκι των μπαμπού", όπως έγιναν γνωστοί, αποτελούσαν μια άτυπη ομάδα αφιερωμένη στην ποίηση και στο κρασί. Έμειναν μαζί στη βορειοανατολική επαρχία Σαντόγκ, επί ένα περίπου χρόνο κι απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο πέρασαν μέρες «ποίησης μετά οινοποσίας».
     Το 742, επισκεπτόμενος την πρωτεύουσα Τσανγκάν έγινε θερμά δεκτός τόσο ο ίδιος όσο κι η ποίηση κι οι γνώσεις του από την αυτοκρατορική αυλή. Ήδη φημισμένος ως ποιητής, θεωρείται σχεδόν βέβαιο πως προσδοκούσε μία θέση στην αυλή του αυτοκράτορα, όταν έφθασε εκεί. Τελικά διορίστηκε στην Ακαδημία Χαν λιν. Το γεγονός ενόχλησε κάποιους οι οποίοι φρόντισαν να «αποδείξουν» ότι ένα ποίημά του αποτελούσε μια κακόβουλη σάτιρα κατά του καθεστώτος. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι η αιτία της απομάκρυνσής του από το παλάτι ήταν ότι τριγυρνούσε μεθυσμένος δημιουργώντας επεισόδια, όπως το να απαιτεί από τον υπασπιστή του αυτοκράτορα να του βγάλει τις λασπωμένες μπότες μπρος από το θρόνο στον οποίο τύχαινε εκείνη τη στιγμή να κάθεται ο… ίδιος ο αυτοκράτορας!
     Έτσι, ο Λι Πο ξεκίνησε πάλι τις περιπλανήσεις στα βουνά και στις πόλεις της Κίνας. Περιπλανήσεις που κράτησαν μια 10ετία και διακόπηκαν απότομα όταν ενεπλάκη σε μιαν εξέγερση. Τότε δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο, ωστόσο η ποινή του μετατράπηκε σε εξορία στα νοτιοδυτικά της αυτοκρατορίας μετά την παρέμβαση του Στρατηγού Κούο Τζούι που δε ξέχασε ποτέ ότι τον γλίτωσε από το θάνατο και πρότεινε την ανταλλαγή της θέσης του με τη ζωή του ποιητή. Η ανάμειξη του Λι Πο στις εξεγέρσεις του 756 αφορούσαν στο ρόλο του Συμβούλου που το έδωσε ένας εκ των αντιπάλων του Αυτοκράτορα.
     Κατά τη διαδρομή προς τη σημερινή Γιουνάν, την πλέον απομακρυσμένη νοτιοδυτική περιοχή της αυτοκρατορίας, ο Λι Πο δεν έδειξε να βιάζεται. Αντίθετα μάλιστα σταματούσε για κοινωνικές επισκέψεις, για να γράψει αλλά και περιγράψει όσα έβλεπε αφήνοντας σημαντικά ιστορικά στοιχεία στις επόμενες γενιές.  Όταν κόντευε πια να φτάσει στον τόπο εξορίας έλαβε το μήνυμα της αυτοκρατορικής χάρης κι αμέσως ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής περνώντας κι από άλλες περιοχές όπου απόλαυσε στο μέγιστο, φαγητό και κρασί με καλή παρέα, ενώ δεν σταμάτησε να γράφει ποίηση.
     Το 756 τιμήθηκε ανεπίσημα με τη συμμετοχή του στη στρατιωτική αποστολή του πρίγκηπα Λιν, ο οποίος όμως εκτελέστηκε αργότερα με την κατηγορία πως φιλοδοξούσε να δημιουργήσει ανεξάρτητο βασίλειο κι ο Λι Πο φυλακίστηκε. Το 758 του δόθηκε αμνηστία κι επέστρεψε στην ανατολική Κίνα.
     Από τότε και μέχρι το 762 περιορίστηκε σε μικρά ταξίδια. Τότε ο φίλος του Γιανγκμπί διορίστηκε δικαστής σ' Επαρχία κι ο Λι Πο τον ακολούθησε αλλά σύντομα πέθανε. Έτσι, δεν πρόλαβε να πληροφορηθεί ότι ο αυτοκράτορας είχε αλλάξει κι ο ίδιος είχε διοριστεί Γραμματέας του νέου. Για το θάνατό του πλέχτηκαν θρύλοι. Σύμφωνα με τον πιο διαδομένο ο Λι Πο πνίγηκε πέφτοντας από τη βάρκα του, σε μια προσπάθεια ν' αγκαλιάσει την αντανάκλαση του φεγγαριού στον ποταμό Γιανγκτσέ (μακρύ ποτάμι). Ωστόσο η πραγματική αιτία φαίνεται να ήταν ο σκληρός και περιπετειώδης τρόπος ζωής του. Όμως ο μύθος αποτελεί μέχρι σήμερα μέρος της κινεζικής παράδοσης.


             

                                         Σχόλια

     Άκμασε κατά τη δυναστεία των Τανγκ, δηλαδή στην πιο ανθηρή περίοδο της κινεζικής ποίησης. Επιστρέφοντας στην Κίνα σε νεαρή ηλικία, κατέλαβε διάφορα αξιώματα στην Αυλή του αυτοκράτορα Χσιάν Τσουνγκ, αληθινού μαικήνα, που προστάτευσε ποιητές όπως ο Λι Πο, ο Του-Φου κι ο Ουάνγκ Ουέι. Ο Λ.Π. ήταν ο τέλειος ταοϊστής, ερωτευμένος με τη φύση και το κρασί, τη ποίηση και τις γυναίκες. Του άρεσε να συνθέτει ποιήματα με αυθορμητισμό, χωρίς την τεχνική επεξεργασία στην οποία διέπρεψε ο Του-Φου. Οι κριτικοί ανέκαθεν συνέκριναν αυτούς του δύο ποιητές, γιατί ήταν σύγχρονοι κι είχαν ομοιότητα. Διέφεραν όμως πολύ, τόσο στο ποιητικό τους έργο όσο και στη ζωή τους. Ο Λι Πο θεωρείται ο καλύτερος εκπρόσωπος της ρομαντικής ποίησης της περιόδου των Τανγκ, ενώ ο Του Φου είναι ο εκπρόσωπος της ρεαλιστικής ποίησης.
     Εξαιτίας του αντικομφορμισμού του και των ραδιουργιών της Αυλής –στις οποίες συμμετείχε και η αυτοκρατορική παλλακίδα Γιανγκ Κουέι-φέι, η οποία τόσο εξυμνήθηκε στα ποιήματα, στα διηγήματα και στα δράματα της εποχής των Τανγκ και της μετέπειτα από αυτούς περιόδου– απομακρύνθηκε από την Αυλή και εξορίστηκε στο ακραίο νοτιοδυτικό τμήμα της Κίνας.
     Μετά την παρουσίασή του στην Αυλή του φιλότεχνου αυτοκράτορα Χουάν-τσουνγκ, κέρδισε την εύνοιά του κι ανέλαβε δημόσια αξιώματα, εξορίστηκε όμως, επειδή συμμετείχε στην εξέγερση του Αν Λου-σαν. Επηρεασμένος από τον ταοϊσμό, εξέφραζε στα ποιήματά του την αγάπη για τη φύση, τις γυναίκες και το κρασί κι υπήρξε γονιμότατος και πρωτότυπος ποιητής, ακόμα κι όταν επαναλάμβανε παραδοσιακά θέματα. Οι σύγχρονοί του τον χαρακτήρισαν «αθάνατο εξόριστο πάνω στη Γη». Είναι ο δημοφιλέστερος Κινέζος ποιητής στη Δύση και το έργο του έχει γνωρίσει πλήθος από μεταφράσεις.
     Παρ΄ όλο που η  ποίηση του Λι Πο είναι εμφανώς επηρεασμένη από τον ταοϊστικό μυστικισμό, δεν μπορεί να κρύψει την αγάπη του για το κρασί, τον έρωτα και τις χαρές της ζωής ενώ παραμένει ένας περιπλανώμενος στα μονοπάτια της εμπειρίας και της φιλίας. Με τους στίχους που απευθύνει τόσο στον στενό φίλο του και σπουδαίο ποιητή Ντου Φου όσο και σε άλλους, ακόμη και διαφορετικού φιλοσοφικού ρεύματος, αντανακλάται η τάση του Λι Πο να ζήσει τα πάντα κοντά στη φύση και τους ανθρώπους.
     Οι δυτικοί μελετητές αν και εκτιμούν ότι η ποίησή του δεν έχει να παρουσιάσει κάτι καινοτόμο παραδέχονται  τη στιχουργική δεξιοτεχνία του πράγμα που σε συνδυασμό με την άποψη ότι «φώτισε τα παλιά» τον καθιστά ως έναν από τους σπουδαιότερους ποιητές της χρυσής κινεζικής εποχής. Επιπλέον, η ποίησή του φαίνεται να επηρέασε όχι μόνο τον ίδιο τον Μάο Τσε Τουνγκ αλλά κι ολόκληρη την αμερικανική νεωτεριστική ποίηση του 20ου αιώνα.
   Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του σε μια αχανή χώρα, με τους απλούς στίχους του χάρισε στις επόμενες γενιές τη γεύση του πολιτισμού της εποχής του. Μέσα από τις συνταγές της ψυχής του που συνοδεύονταν πάντα από ένα ποτήρι καλό κρασί, αναδείχθηκε όχι σε έναν απλό εγκωμιαστή του οίνου, αλλά και στον πολιούχο του.
     Με τον ίδιο όμως απλό τρόπο εγκωμίασε και τον έρωτα. "Ένα ταξίδι είναι κι αυτός, πάνω σε ένα καράβι με το φεγγάρι απατηλό, οδηγό". Εκείνο το ίδιο φεγγάρι που εξαπάτησε τον Λι Πο αντανακλώντας το φως του επάνω στο «Μακρύ Ποτάμι».
   O Λι Πο αναγνωρισμένος ως μία ιδιοφυής και ρομαντική προσωπικότητα που εξύψωσε παραδοσιακές ποιητικές φόρμες. Αυτός και ο φίλος του, Του Φου (712-770), ήταν οι δύο πιο εξέχουσες προσωπικότητες στην άνθηση της κινεζικής ποίησης κατά τη δυναστεία των Τανγκ που συχνά αποκαλείται "η Χρυσή Εποχή της Κίνας". Είναι γνωστός και με το παρωνύμιο «Εξόριστος Αθάνατος». Το έργο του ανήκει χρονικά στην περίοδο της δυναστείας των Τανγκ (618-907), κατά την οποία παρατηρήθηκε σημαντική άνθιση στη λογοτεχνία και στις τέχνες. Γνωστός για την αγάπη του στο κρασί, την οποία αποτύπωσε στους στίχους του, ο Λι Πο χαρακτηρίζεται επίσης για την προωθημένη φαντασία του.
   Ο ίδιος θεωρούσε πως καταγόταν από αυτοκρατορική οικογένεια. Κάποιοι θρύλοι αναφέρουν πως είχε τουρκική καταγωγή, πιθανώς από τη μητέρα του. Σε αντίθεση με άλλους σύγχρονους ποιητές, δεν επιδίωξε ποτέ να συμμετάσχει στις εξετάσεις που απαιτούνταν για το διορισμό του σε δημόσιο αξίωμα κι ενώ, μόνο μια θέση στην αυτοκρατορική αυλή έδινε πραγματικό κύρος σ' ένα ποιητή της εποχής εκείνης.

-----------------------------------------------------

    Στη Βανγκ Λουν

Είχα ανεβεί πια στο πλοίο
κι όλη μου η έγνοια ήτανε να φύγω
όταν ακούστηκε στην όχθη το τραγούδι σου
-απρόσμενα- που τραγουδούσες
χτυπώντας ρυθμικά το ποδαράκι σου.

Χίλια πόδια είναι βαθειά
η Λίμνη του Άνθους της Αχλαδιάς,
αλλά τόσο βαθειά δεν είναι,
όσο η αγάπη μέσα στο αντίο σου.

    Μακρύ Ποτάμι

Με ρωτάς γιατί έκανα το σπίτι μου
ψηλά στο Δάσος του Βουνού
και χαμογελώ, κι είμαι σιωπηλός
κι ακόμα κι η ψυχή μου είναι βουβή:
ζει σ' έναν άλλο κόσμο
που δεν ανήκει σε κανέναν.

Οι ροδακινιές ανθίζουνε
και το νερό κυλά λεύτερο...

Αυτοεγκατάλειψη

Καθόμουν εκεί πίνοντας
κι ούτε κατάλαβα πως βράδυασε,
τα πέταλα των λουλουδιών που πέφτανε,
είχαν γεμίσει τα ρούχα μου παντού.

Μεθυσμένος σηκώθηκα και περπάτησα
το Μονοπάτι του Φεγγαριού,
τα πουλιά είχανε φύγει
κι άνθρωποι υπήρχαν μόνο λίγοι.

 Εμπιστευτικό

Ήταν το κρασί
σε μια κούπα χρυσή
και μια κοπέλα
δεκαπέντε χρονών απ' το Βου
τα φρύδια της μαύρα βαμμένα
τα παντοφλάκια της άλικα,
χρυσά κεντημένα.

Κι αν στα λόγια
δεν ήτανε τόσο καλή
τραγουδούσε όμως τόσον ωραία!
Φάγαμε κι ήπιαμε μαζί
και φώλιασε στο τέλος
στην αγκαλιά μου.

Πίσω από τις κουρτίνες
τις στολισμένες με κόκκινους λωτούς
πώς μπορούσα να αρνηθώ
τον πειρασμό των θέλγητρων της;

          Πολεμικό

Πάνω στη κορφή,
«Χαρά της επιστροφής»,
άμμος, άμμος σα χιόνι.
Έξω απ' τη παραδομένη πολιτεία,
φεγγάρι, φεγγάρι σα παγωνιά.
Δεν ξέρω ποιος σάλπισε μέσα στη νύχτα.
Όμως, όλη νύχτα, οι στρατιώτες
κοιτούσαν κατά τα σπίτια τους.

*
Στο Τσάγκ–Αν,
πρώτη φορά που ανταμώσαμε,
Μου χάρισε το όνομα
«Εξορισμένος Αθάνατος».
Ύστερα, αγαπούσε τόσο
το περιεχόμενο της κούπας!
Τώρα έχει γίνει χώμα
κάτω απ' τα πεύκα.

Θυμάμαι πως, μια φορά,
πούλησε τη χρυσή του χελώνα,
Για να μου αγοράσει κρασί...
και δάκρυα βρέχουν το μανδύα μου.

*
Ανάμεσ' από τ' άνθη
είναι κρασί –μια στάμνα.
Μόνος μου σιγοπίνω,
φίλος κανείς κοντά μου.
Σηκώνοντας τη κούπα
προσφέρω στο φεγγάρι.
Κι ο ίσκιος μου μπροστά μου
να 'μαστε τρεις νομάτοι.

Μα τούτο το φεγγάρι
δε ξέρει ούτε να πίνει!
Κι ο ίσκιος μου μονάχα
να με μιμείται ξέρει.
Ο ίσκιος, το φεγγάρι,
της τύχης μου συντρόφοι,
Χαιρόμαστε κι οι τρεις μας
την άνοιξη μεθώντας.

Το ρίχνω στο τραγούδι.
Τρεκλίζει το φεγγάρι.
Χορεύω, κι η σκιά μου
σα να παραπατάει.
Ξεμέθυστοι όταν είναι,
όλοι μαζί γλεντάνε,
Μα σαν κανείς μεθύσει,
γυρνά στον εαυτό του.

Πόσο κοντά τους νιώθω
τους άψυχους συντρόφους!
Αύριο να βρεθούμε
ξανά, στο Γαλαξία.

Μες στη νεροσυρμή,
η φθινοπωρινή σελήνη.
Στη νότια λίμνη πέρα,
νηνεμία και γαλήνη.
Κάτι θλιμμένο ο λωτανθός,
πασχίζει να μας πει.
Για να γεμίσει θλίψη
και τη δική μου τη ψυχή.

Αρμόζει καβάλα
σ' ένα δράκο να πετώ
Να ζω στις ηλιαχτίδες
και τη λάμψη να ρουφώ!

Ακούγοντας Ένα Φλάουτο Στο Περίπτερο Του Κίτρινου Γερανού

Ήρθα περιπλανώμενος εδώ
μα το σπίτι μου σκεπτόμουν,
το μακρινό Τσανγκ-αν θυμόμουν.
Και τότε, κάπου βαθιά
μέσα από το περίπτερο του Κίτρινου Γερανού,
άκουσα, υπέροχα να παίζει,
ένα φλάουτο φτιαγμένο από μπαμπού,
τη μελωδία
«Δαμασκηνιάς λουλούδια που πέφτουν».
Ήταν αργά την Άνοιξη,
σε μια πόλη δίπλα στο ποτάμι.

Πολεμώντας Νότια Απ' Το Κάστρο

Πολέμησαν τη περασμένη χρονιά.
Στη πάνω όχθη του ποταμού Σανγκ-Καν.
Πολεμούν αυτή τη χρονιά
στα υψίπεδα των βουνών Λικ.
Πλένουν τα σπαθιά και τις πανοπλίες τους
στα κρύα κύματα της θάλασσας Τιάο-Τσιν.
Τα άλογα τους ελευθερώνουν στα βουνά Τιαν
κι εκείνα ψάχνουν
το λιγοστό γρασίδι κάτω απ’ το χιόνι.

Καιρό, πολύ καιρό πολεμούσαν,
δέκα χιλιάδες μίλια απ' τα σπίτια τους μακριά.
Οι πανοπλίες τους λιώσανε,
οι στρατιώτες γεράσανε.
Ω! οι πολεμόχαροι Τάταροι!
Η μόνη τους διασκέδαση:
η σφαγή, το μακελειό!
Το μόνο θέαμα των ματιών τους,
από τα αρχαία χρόνια:
πεδιάδες με άσπρα κόκαλα
και κίτρινη άμμο.

Μάταιο ήταν,
ο Αυτοκράτορας του Τσι-ιν
που έχτισε το Μεγάλο Τείχος,
ελπίζοντας τις μανιασμένες ορδές τους να εμποδίσει.
Σ’ όλο το μήκος
που διατρέχει τη χώρα το Τείχος,
μέχρι τα μέρη της δυναστείας των Χαν,
καίνε οι φρυκτωρίες.
Οι φωτιές συνεχίζουν να καίνε!
Ο πόλεμος δε θα σταματήσει ποτέ!
Οι στρατιώτες πολεμούν και σκοτώνονται
σε θανάσιμα αγκαλιάσματα
στα πεδία των μαχών,
την ώρα που τ’ άλογα τους πληγωμένα,
ουρλιάζουν σπαρακτικά,
τεντώνοντας τους λαιμούς τους
στον έρημο ουρανό.
Τα σταχτιά κοράκια
και τα πεινασμένα όρνεα
σκίζουν τα κορμιά
και παίρνουν μαζί τους
τα μακριά σπλάχνα των σκοτωμένων.
Και τα κρεμάνε
στα κλαδιά άψυχων,
πεθαμένων δέντρων.

Ω! οι στρατιώτες που για τόσο καιρό πολεμάνε
-το αίμα τους ξέρανε ακόμα
και τους θάμνους της ερήμου.
Μα πέρα από αυτό,
τί άλλο κατάφεραν οι στρατηγοί;
Ξίφη και βέλη, επικίνδυνα,
καταραμένα εργαλεία,
για αφέντες συνετούς
που σ' αυτά καταφεύγουν
μόνον όταν δε μπορούν να κάνουν αλλιώς.


Πίνοντας Μόνος Στο Φως Του Φεγγαριού ΙΙΙ

Τον τρίτο μήνα,
η πόλη του Χσιεν Γιανγκ
είναι σκεπασμένη μ' ένα παχύ χαλί
από πεσμένα λουλούδια.

Ποιός, την άνοιξη,
μπορεί μονάχος να θρηνεί;
Ποιός, νηφάλιος,
μπορεί να βλέπει τοπία σαν κι αυτό;

Φτώχια και πλούτη,
σύντομη ή μακριά ζωή
από το Δημιουργό των Πραγμάτων
είναι μοιρασμένα και ρυθμισμένα.

Όμως μια κούπα κρασί
ισορροπεί ζωή και θάνατο
και χίλια άλλα πράγματα,
πεισματικά δύσκολα να τα αποδείξεις.

Όταν είμαι μεθυσμένος
χάνω τον Παράδεισο,
χάνω τη Γη.

Ακίνητος,
σα να ανοίγω στα δύο
πάνω στο μοναχικό κρεβάτι μου.

Στο τέλος ξεχνάω ακόμα κι ότι υπάρχω.
Και τη στιγμή αυτή,
είναι στ' αλήθεια η χαρά μου μεγάλη.

Για τον Λι Πο από το φίλο του, ποιητή Του Φου

Όταν το χέρι του κινείται,
καθώς γράφει, πάνω απ’ το χαρτί
φοβούνται το φεγγάρι κι η βροχή.
Όταν το ποίημα τελειώσει
δακρύζουν τα στοιχειά κι οι θεοί.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers