Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Αξελός Κώστας: Φιλόσοφος, Λόγιος Απέθαντος

    "Γεννήθηκα σε μια μεγαλοαστική οικογένεια, γνώρισα την οικογενειακή θαλπωρή και μαζί και την οικογενειακή ασφυξία. Από παιδί ήταν κάτι που με έσπρωχνε πέρα από την οικογένεια, πέρα από τον τόπο. Ποιο είναι το πολύτιμο στοιχείο της παιδικής ηλικίας: το πολύτιμο στοιχείο της παιδικής ηλικίας θα 'λεγα αυτή η θαλπωρή, για τα παιδιά που μπόρεσαν βέβαια να την γνωρίσουν -εκατομμύρια παιδιά δεν την γνωρίζουν- αλλά κι ο κλοιός μες στον οποίο κλείνει τον νέον άνθρωπο, το παιδί και τον σπρώχνει στην εφηβεία". Κ.Α.


Βιογραφικό

     Ο Κώστας Αξελός (26/06/1924-4/2/2010) ήτανε σύγχρονος Έλληνας στοχαστής, φιλόσοφος και καθηγητής φιλοσοφίας. Έχει εκδώσει 24 βιβλία και  πλήθος κειμένων (γαλλικά, ελληνικά και γερμανικά) που μεταφράστηκαν σε 19 γλώσσες. Τον Μάρτη του 1992 ανακηρύχθηκε διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου. Στις 14/4/2000, αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Στις 5/3/2009, αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτωρ του τμήματος Φιλοσοφίας & Παιδαγωγικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κι ήταν η τελευταία φορά που επισκέφθηκε την Ελλάδα. Υπήρξε Αντιστασιακός ως μέλος του ΚΚΕ.

    

     Γεννήθηκε στην Αθήνα, από αστική οικογένεια. Ήτανε γιος του Μιλτιάδη Αξελού, παθολόγου, διευθυντή κλινικής στον Ευαγγελισμό κι η μητέρα του, Κωνσταντίνα, καταγόταν από τη παλιά αθηναϊκή οικογένεια Ξηροταγάρου. Διδάχτηκε από παιδί γαλλικά και γερμανικά κι η εφηβεία του φωτίστηκε από τα κείμενα των Ηράκλειτου, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Εμπεδοκλή, Μαρξ, Νίτσε, Ντοστογιέφσκι και ποιητών όπως οι Ρεμπώ, Ρίλκε, Χέλντερλιν κ.ά. Αποφοίτησε από το Βαρβάκειο και στα 18 του ακολούθησε σπουδές Νομικής κι εντάχθηκε στη κομμουνιστική νεολαία και, παρά τις διαφωνίες του, πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση υποστηρίζοντας ότι:

   "O πραγματικός κομμουνιστής πρέπει να κρατά στο ένα χέρι τ' όπλο και στ' άλλο τα βιβλία του Ρίλκε".

      Κατά τη περίοδο της ναζιστικής κατοχής, πολέμησε στην Εθνική Αντίσταση. Εντάχθηκε στην ΟΚΝΕ το 1941 κι έγινε ανώτερο στέλεχος του ΚΚΕ και διαφωτιστής σε θέματα προπαγάνδας. Πολέμησε στα Δεκεμβριανά και φυλακίστηκε τραυματισμένος στο Χασάνι όπου καταδικάστηκε σε θάνατο για τη συμμετοχή του και τις πράξεις του στον ΕΛΑΣ. Απέδρασε κολυμπώντας. Αν κι αρκετά μεταγενέστερα καταφέρθηκε κατά της δράσης του ΚΚΕ τον καιρό της Κατοχής, εν τούτοις θεωρείται διερευνητέος κι ο ρόλος που έπαιξε στην υπόθεση Κίτσου Μαλτέζου ενώ πήρε μέρος στην ανατίναξη κτιρίων στα Δεκεμβριανά. Το 1945 εγκαταλείπει μόνιμα την ενεργή πολιτική και διαγράφεται από τις τάξεις του ΚΚΕ. Λόγω των διώξεων του από το κράτος καθώς καταζητούταν μετέβη με το πορτογαλικό πλοίο Ματαρόα από τον Πειραιά στο Παρίσι, όπου έμελλε να εγκατασταθεί μόνιμα, μέχρι τον θάνατό του το Φλεβάρη του 2010. Συνεπιβάτες σε αυτό το πλοίο ο Κορνήλιος Καστοριάδης κι ο Κώστας Παπαϊωάννου, που μαζί με 200 ακόμα (ανάμεσα τους κι οι Μέμος Μακρής, Μιμίκα Κρανάκη,  Κ. Βυζάντιος, Κ. Κουλεντιανό, Ν. Σβορώνο κ.α.) είχαν εξασφαλίσει, με τη βοήθεια του Οκτάβιου Μερλιέ (Octave Merlier), υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου από τη γαλλική κυβέρνηση.
     Παρότι το Κ.Κ.Ε. τον είχε διαγράψει από τις τάξεις του, αναζήτησε αμέσως επαφή με το P.C.F. (το γαλλικό Κ.Κ.), αλλά σύντομα εγκατέλειψε τις κομμουνιστικές ιδέες. Σπούδασε φιλοσοφία στη Σορβόνη και δίδαξε από το 1962 ως το 1973 ως καθηγητής κι εργάστηκε ως ερευνητής στο C.N.R.S. (Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας). Αρχισυντάκτης του πρωτοποριακού τότε περιοδικού Arguments (Επιχειρήματα), -όπου έγραφαν ο Edgar Morin, o Henri Lefebvre, o Maurice Blanchot, o Gilles Deleuze κι ο Roland Barthes-, από το 1956-1962, ίδρυσε και διηύθυνε την ομώνυμη φιλοσοφική σειρά στις «Éditions de Minuit» στην οποία εκδόθηκαν επίσης και τα περισσότερα από τα βιβλία του. Στη σειρά αυτή βρήκαν καταφύγιο η φιλοσοφική σκέψη, η ιστορία, η οικονομία, η πολιτική, η ψυχολογία, η ψυχιατρική, η γλώσσα και οι τέχνες.

    

     Με διαμεσολαβητές τους Προσωκρατικούς, ο Αξελός προσπαθεί να συμφιλιώσει τον Μαρξ με τους Νίτσε, Φρόιντ και Χάιντεγκερ, αναζητώντας πολυδύναμο παρατηρητήριο για την κατόπτευση των προβλημάτων της μεταμαρξιστικής εποχής. Ήδη με τα πρώτα κείμενα, στρέφεται προς τη στοιχειοθέτηση μιας βιοθεωρίας που να καθίσταται πράξη στον στίβο μιας ελεύθερης και δημοκρατικής πολιτείας, έστω κι αν ο δρόμος που οδηγεί σ' αυτήν συνεπάγεται τη βίαιη κοινωνική διαλεκτική της επαναστατικής ανατροπής. Δεν αποφεύγει τη γοητεία του αποσπασματικού λόγου που διέσωσε τη σκέψη του Ηράκλειτου, με την αξίωση πάντως να μελετηθεί στη συνάφειά του με το «πνεύμα του καιρού του» και να αποτιμηθεί με ακρίβεια η «ευεργετική» του επίδραση στο έργο του Ένγκελς και του Μαρξ. Συναφώς αιτιολογεί το αυξανόμενο ενδιαφέρον της σύγχρονης έρευνας για τους Προσοφιστές και γενικότερα για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, ορίζοντας τη φιλοσοφία ως μέθοδο αντικρίσματος των νόμων της κίνησης της φύσης, της ιστορίας και του πνεύματος και θυμίζοντας στο σημείο αυτό το Anti-Dühring (1952).
     Έχει εγκατασταθεί στη Γαλλία, όταν για τη προβληματική σχέση του ανθρώπου με την ιστορία συμπλησιάζει τον Ένγκελς και τον Μαρξ με τους
Νίτσε και Φρόιντ. Προνομιακό πεδίο γι' αυτή τη συνάντηση αναδεικνύονται τα Οικονομικο-φιλοσοφικά χειρόγραφα του Μαρξ με ερεθιστική αιχμή το νόημα και τις μορφές της «αποξένωσης». Στην οικονομική και κοινωνική σφαίρα, εντοπίζονται οι επιπτώσεις του καταμερισμού της εργασίας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κεφαλαίου, του χρήματος και της βιομηχανίας, που μεταμφιέζει σε «πολιτισμό» την «ωμή κατάσταση της βαρβαρότητας των αναγκών». Οι σχέσεις των δύο φύλων, επίσης η «εξωτερίκευση» του ανθρώπου σε μια «ξένη πραγματικότητα», η μετατροπή του «είναι» σε «έχειν», η μετάβαση από το «πραγματικό» στο «αφηρημένο» (ενόσω η «Λογική είναι το χρήμα του πνεύματος») και από την αλήθεια στην «αποξένωση της αυτοσυνείδησης» συναποτελούν εκφάνσεις της «Entfremdung». Η τελευταία μπορεί να αρθεί μόνο με την οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας ως «θετικής αναίρεσης της ατομικής ιδιοκτησίας». Τότε αναμένεται να ξαναγεννηθεί ο «ολόκληρος Άνθρωπος», που θα συνταιριάζει την ελευθερία με την αναγκαιότητα του «ατόμου και του γένους», τις φυσικές με τις ιστορικές επιστήμες, καταργώντας έτσι τις «ψευδείς ιδεολογίες και την αφηρημένη φιλοσοφία» (1952).

   

     Ακολουθώντας το παράδειγμα του δασκάλου του Χάιντεγκερ, φιλοσοφεί μέσω της γλώσσας, συχνά χρησιμοποιώντας μια συνεχή ροή αφοριστικών προτάσεων για να υποδηλώσει τα σημεία με τα οποία αφουγκραζόμαστε το «παιγνίδι του κόσμου». Με την ίδια σκευή πλησιάζει τους «ορίζοντες του κόσμου», αποκρυπτογραφεί τα «μυθολογικά στοιχεία» του μαρξισμού και ιδίως αναγγέλλει την έλευση της «μεταϊστορίας», που διαχέεται προδρομικά στην «τελειωμένη ­ διατηρημένη, μηδενισμένη, ξεπερασμένη, κοινωνικοποιημένη, πλανητικοποιημένη ­ υποκειμενικότητα» (1964). Κατά την εκδοτική πρόθεση του Αξελού, οι δύο διδακτορικές διατριβές και το βιβλίο του "Προς την πλανητική σκέψη" (1964) αποτέλεσαν τη 1η 3λογία των γραπτών του στα γαλλικά με τίτλο «Η εκδίπλωση της περιπλάνησης» («Le deploiement de l' errance»).
     Στους κόλπους της σημερινής εποχής η σκέψη κι ο κόσμος αναδύονται πλανητικά, ως ψηλάφηση και ως πραγματικότητα ενός «αθέατου ορίζοντα όλων των ενδοκοσμικών πραγμάτων» (1964), με αποτέλεσμα να στοιχείται η διαρκής περιπλάνηση προς τη θρυμματισμένη «ολότητα» που περιβάλλει τον άνθρωπο και που με τη σειρά της γίνεται «ερωτηματικό του παιγνιδιού» μ' αυτήν (1964). Την αίσθηση βέβαια αυτή αποκομίζει η 2η 3λογία που τιτλοφορείται «Η εκδίπλωση του παιγνιδιού» («Le deploiement de jeu») και περιλαμβάνει τις συνθέσεις: "Το παιγνίδι του κόσμου" (1969), "Για μια προβληματική ηθική" (1972) και "Συμβολή στη Λογική" (1977).
     Η 3η 3λογία φέρει τον τίτλο «Η εκδίπλωση μιας έρευνας» κι απαρτίζεται από τα βιβλία: "Επιχειρήματα μιας έρευνας" (1969), "Ορίζοντες του κόσμου" (1974) και "Προβλήματα του διακυβεύματος" (1979). Τον απασχολεί το δίπολο Μαρξ και Φρόιντ, το οποίο ο Αξελός ουδέποτε αντιμετώπισε με την αμεριμνησία του πατροκτόνου, από τότε που διακήρυττε ότι πρέπει να «απελευθερώσουμε τις ακμαίες δυνάμεις» που περιέχουν ο μαρξισμός και ο φροϋδισμός (1964) ως τις «αυτοβιογραφικές» του σημειώσεις, στις οποίες υπογραμμίζει ότι «μένει να ξαναρωτήσουμε, να προεκτείνουμε τις μαρξικές και φροϋδικές διαισθήσεις» (1997). Στο επίκεντρο των αναζητήσεών του εξακολουθεί να βρίσκεται το «παιγνίδι του συνόλου των συνόλων», ιδίως στη συνάρτησή του με το ερώτημα για το «τέλος της ιστορίας». Τούτο αναδιατυπώνεται απερίφραστα ως εξής: «Δεδομένου ότι όλα έχουν ήδη ειπωθεί και αντικρουσθεί, σε μια συγκεκριμένη γλώσσα, τη γλώσσα κυρίως της μεταφυσικής φιλοσοφίας και τη γλώσσα της αντιφιλοσοφίας που ανατρέπει τη μεταφυσική, υπάρχει ακόμα κάτι τι να ειπωθεί ­ και σε ποια γλώσσα;» (1974).
     Έτσι, το ερώτημα για το «τέλος της φιλοσοφίας» και συναφώς για το «τέλος της ιστορίας», στο πλαίσιο της πρακτικής που ανταποκρίνεται στο «παιγνίδι του κόσμου», δεν μπορεί παρά να εκφέρεται κάθε φορά εξαρχής, σ' έναν ορίζοντα που θα «διαρκέσει αναμφισβήτητα ­ για όποιον ξέρει να βλέπει, να διαβλέπει και να προβλέπει ­ πολύ μεγαλύτερο χρόνο από την καθαυτό Ιστορία» (1993). Τι είναι αυτό που απομένει και αναστέλλει το «τέλος» ως τελείωση και ως τελευτή των σχέσεών μας με τον κόσμο; Μάλλον η «ένταση της σκέψης που αναθεωρεί τα πάντα», η «συνάντηση μέσα στο ρήγμα του ερωτισμού, η κατάκτηση του φευγαλέου, η κατάπληξη μπροστά σε ορισμένες στιγμές, η οξυδερκής συμβολή στις μάχες της πολιτικής πρωτοπορίας», γιατί σε κάθε περίπτωση το «παιγνίδι του κόσμου» είναι «πιο δυνατό από τον μηδενισμό» (1969). Το διακύβευμα, ως αδιάπτωτη παιγνιώδης συνεπαφή ανθρώπου και κόσμου, δεν προεξοφλεί κάποια αναδίπλωση της «σκεπτόμενης ομιλίας» ή της «ομιλούσας σκέψης», ακόμη κι αν θα μπορούσε να διερευνηθεί μήπως στον υπάρχοντα κόσμο, «όπου γίνεται πολύς θόρυβος για το τίποτα, μια κάποια διέξοδος θα ήταν να μην πούμε τίποτα». Το «παιγνίδι συνεχίζεται» στα χέρια του «ποιητικού δαίμονα της σκέψης» απέναντι σε μια κοινωνία που διατηρείται «ανυπόφορα μέτρια και απατηλή» (1979).
     Μετά την ολοκλήρωση της 3ης 3λογίας δημοσιεύεται η Ανοιχτή συστηματική (1984) ως προέκταση των αντιλήψεων που είχε εκθέσει ως τότε ο Αξελός για τα «ανοίγματα του κόσμου», με έναν τρόπο σύλληψης και γραφής επίσης «διαφορικό και ενοραματικό» που αγκαλιάζει το «παιγνίδι του κόσμου», δηλαδή ό,τι δεν υπάρχει και ωστόσο «κατακλύζει κι υπερβαίνει άτομα κι ιστορικές κοινωνίες» και με επιπρόσθετη τώρα την υπογράμμιση του «τρισδιάστατου ορίζοντα που επιτρέπει το «άνοιγμα του χρόνου παρελθόντος-παρόντος-μέλλοντος» (1984).
     Η αίσθηση της ανάγκης να γίνει το «επόμενο βήμα», ακόμη και πέρα από τους γνώριμους ορίζοντες της «περιπλάνησής» του που κατά το «παιγνίδι του χρόνου» δεν τον διευκόλυναν να «κρυσταλλώνει το είναι» ή να θέτει την «ολότητα» (1964), τον ωθεί στην αναστοχαστική προσέγγιση του «επαγγέλματος του στοχαστή», στην παροχή αποσαφηνίσεων ως προς τα θεωρήματα που καλλιέργησε και ιδίως σε μια παιδαγωγική συνόψιση των αναζητήσεών του. Έτσι, στα "Γράμματα Σ' Ένα Νέο Στοχαστή" (1996) (απόσπασμά του θα παρατεθεί παρακάτω) προσπαθεί να προσφέρει "ένα είδος προσανατολισμού" στην ερωτηματοθεσία για τον «λαβύρινθο του κόσμου» με κλειδιά τις «διιστορικές» λέξεις που ενυπάρχουν σε μια σκέψη χωρίς «καμιά οριστική λύση» και συνάμα χωρίς «καμιά παρηγοριά», μια και το «παιγνίδι του κόσμου» τρέφει και καταστρέφει όλες τις τελευταίες λέξεις (1996).

   "Από τα δεκατέσσερά μου χρόνια με ενδιέφερε όχι η μέση λογοτεχνία, η μέση ποίηση, η μέση πολιτική, η μέση σκέψη, αλλά οι κορυφές έστω αν και αυτές δεν μπορεί να τις ζει κανείς καθημερινά στη ζωή του και δημιουργούνε μια επώδυνη σχέση με αυτό που λέμε ζωή".

     Ανεξάρτητα από το ποιο παρατηρητήριο εποπτεύει κανείς τα κοινωνικά δρώμενα της εποχής του και συναφώς ανατέμνει τη θεωρητική σκέψη που τα προσεγγίζει, επιβάλλεται να επισημανθεί ότι η φιλοσοφική παρουσία του Κώστα Αξελού στη διεθνή σκηνή των ιδεών κατέκτησε επάξια μια ξεχωριστή θέση, τόσο με την εκφραστική του όσο κυρίως με τη σύστοιχη επιλογή των θεμάτων που αποτέλεσαν τον πυρήνα της σκέψης του. Στο «παιγνίδι του κόσμου» συμπυκνώνεται ο πλούτος των παρατηρήσεων που προσκομίζει η «ενιαία και ενοραματική σκέψη» (1984), κατά την «περιπλάνησή» της σε μια «ανοιχτή ολότητα» που συνιστά τη «συνδυαστική των εξουσιών του κόσμου» (1984). Ταυτόχρονα, κατά την αδιάκοπη αναμέτρηση με «ό,τι σκέφθηκε ως τώρα η ανθρωπότητα» (1993) κατανοεί την οφειλή του προς τον Ηράκλειτο, τον Μαρξ, τον Φρόιντ και τον Χάιντεγκερ, για να μείνουμε στις κορυφές αυτής της συνάντησης. Ως προς την «είσοδό» του στον κόσμο της θεωρητικής ζωής έδωσε ο ίδιος, με την υπόμνηση βέβαια ότι δεν πρόκειται για «αιτιακό σχήμα», το περίγραμμα των προσδιορισμών αυτού του διακυβεύματος, στους οποίους συγκαταλέγονται ο «κοινωνικός περίγυρος» και η «ιστορική στιγμή» (1997).
     Με υφάδι τον στοχασμό για τον φιλοσοφικό στοχασμό, το σύνολο σχεδόν των κειμένων του τακτοποιείται ως ένας ιδιογενής μετα-φιλοσοφικός επιλογισμός με την πρόθεση να μην «υπομένει παθητικά την εποχή» του: το «κάλεσμα που μας έχει εκτοξευθεί μας επιτάσσει να κοιτάμε και να βλέπουμε από κοντά και από μακριά» (1997). Η διακινδύνευση άλλωστε δεν γέρνει προς τη πλευρά νομιμοποίησης του υπάρχοντος ούτε επιτελείται με την αμεριμνησία της αοχλησίας: «Το εν λόγω παιγνίδι είναι οτιδήποτε εκτός από παιγνιώδες και ευτράπελο. Οι σκέψεις και οι χειρονομίες που εκτοξεύονται μέσα στην περιπέτεια του "υπέρτατου ανοίγματος" είναι και παραμένουν παράνομες παρά τις μερικές και μεροληπτικές αναγνωρίσεις» (1997). Σε κάθε περίπτωση, όσοι «πλευροκοπούν το αδύνατο» παραγκωνίζουν και τη «θεατρικότητα» για ν' ανοίξουν τον δρόμο «σε μια ομιλία ποιητική και σκεπτόμενη, σε μια διάπυρη ζωή» (1997).

   "Η μετριότητα είναι φαίνεται το πεπρωμένο της μέσης ανθρώπινης διάνοιας".

     Συνδέθηκε στενά με διανοούμενους μεγάλης εμβέλειας όπως ο Martin Heidegger, ο Jacques Lacan, ο André Breton, και ο Georges Bataille, συγκρούστηκε βίαια με τον Jean-Paul Sartre, αλλά παρέμεινε αχώριστος με τους άλλους δύο μεγάλους εμιγκρέ Έλληνες φιλοσόφους: τον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Κώστα Παπαϊωάννου. Πασίγνωστη η διένεξή του με τον
Σαρτρ, τον εγκαλούσε για μη πρωτότυπη σκέψη κι έκθεση παλαιότερων φιλοσοφικών ιδεών. Ο Σαρτρ με τη σειρά του τονε κατηγορούσε επειδή είχε εγκαταλείψει τον κομμουνισμό.
     Γενικά, η ζωή του κινήθηκε στον ιδιωτικό χώρο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έπαιρνε θέση πάνω στα κρίσιμα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης και του κόσμου.
     Τον Απρίλιο 2009 κυκλοφόρησε στη Γαλλία από τις εκδόσεις Les Belles Lettres  το καινούργιο βιβλίο του με τίτλο «Αυτό που επέρχεται» και σχετικά πρόσφατα από τις εκδόσεις «Νεφέλη» το έργο «Το άνοιγμα στο επερχόμενο και το αίνιγμα της Τέχνης».
     Σε μία συνέντευξή του στο περιοδικό Περίπλους (1990) αναφέρθηκε στην ενασχόλησή του με τη φιλοσοφία:

   "Ορισμένα διαβάσματα λογοτεχνικά, δε θα αναφέρω πολλά ονόματα, θα αναφέρω μόνο τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι, ορισμένα διαβάσματα κειμένων του Νίτσε ιδίως, όσο μπορεί να τα καταλάβει ένας έφηβος, ορισμένα μαθήματα στο Γυμνάσιο, με οδήγησαν να καταλάβω ότι υπάρχει διάσταση της σκέψης, της αρθρωμένης σκέψης, που καλείται εδώ και 2.500 χρόνια φιλοσοφία. Και μετά άρχιζα να σπουδάζω συστηματικά τη φιλοσοφία και μετά δίδαξα επί σειρά χρόνων στη Σορβόννη και συγχρόνως έγραφα, γιατί η φιλοσοφία είναι κάτι που λέγεται και γράφεται, γίνεται μέσα από τον διάλογο και τη γραφή και την επικοινωνία με τον αναγνώστη".

     Ο δημοσιογράφος, κος Γεώργιος Δουατζής που του πήρε συνέντευξη στη Θεσσαλονίκη επ' ευκαιρίας της αναγόρευσής του ως Επίτιμος Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, είπε για κείνον:

   "Ένας γοητευτικός έφηβος ογδόντα πέντε ετών με μυαλό σπινθηροβόλο. Φωνή και προφορά, υποβλητικές. Η ανθρώπινη ζεστασιά διάχυτη. Το γέλιο αβίαστο.  Μοναδική οξύνοια δεμένη με παιδική τρυφερότητα. Κι όσο σου μιλάει, νιώθεις από τους τυχερούς εκείνους, που δέχτηκαν τα υψηλά ερεθίσματα «πετάγματος της σκέψης» από έναν από τους σημαντικότερους στοχαστές του αιώνα μας".

     Ο Κώστας Αξελός πέθανε στις 4 Φλεβάρη του 2010 στο Παρίσι, σε ηλικία 86 ετών. 

                       ΕΡΓΑ ΤΟΥ

"Φιλοσοφικές Δοκιμές" (Παπαζήσης, 1952)
"Marxpenseurdela Τechnίque" (Minuit, 1961)
"Heraclίte Εt La Phίlosophίe" (Minuit, 1962)
ελλ. μτφρ. "Ο Ηράκλειτος & H Φιλοσοφία" (Εξάντας, 1974)
Vers la pmsee planetaίre (Minuit, 1964· ελλ. μτφρ. Προς την
πλανητική σκέψη, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1985)
Eίnfii,hnιng ίn eίn kunftίges Denken (Niemeyer, 1966)
Le Jeu du monde (Minuit, 1969)
Arguments d'une recherche (Minuit, 1969)
Pour une ethίque prablematίque (Minuit, 1972· ελλ. μτφρ Για
μια προβληματική ηθική, Ηριδανός, 1974, Βιβλιοπωλείον
της «Εστίας», 1992) '
Entretίens (Fata Morgana, 1973· ελλ. μτφρ.Συζητήσεις, Νεφέλη,
1986)
Horίzons du monde (Minuit, 1974· ελλ. μrφρ. Ορι'ζοντες του
κόσμου, Δωδώνη, 1978)
Contrίbutίon a la logίque (Minuit, 1977)
Problemes de l'enjeu (Minuit, 1979)
Systematique ouverte (Minuit, 1984· ελλ. μτφρ. Ανοιχτή συστηματική,
Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1989)
«De la mythologie a la technologie» ( Cahίers de phίlosophίe
ancίenne, Νο 7, Βρυξέλλες, 1989· ελλ. μτφρ. Από τη μυθολογία
στην τεχνολογία, Άγρα, 1986)
Metamorphoses (Minuit, 1991)
Από το εργαστήρι της σκέψης (Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»,
1992)
Γιατί σκεφτόμαστε; Τι να πράξουμε (Νεφέλη, 1993)

--------------------------------------------------

                   Γράμματα Σ' Ένα Νεο Στοχαστή

     (εισαγωγή (ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ) κι επίλογος (ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ)

                             ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ

     Τα επτά γράμματα που ακολουθούν δεν είναι γράμματα με τη συνήθη έννοια του όρου και δεν απευθύνονται σε κάποιον συγκεκριμένα ή σ' ένα ειδικό κοινό. Οι παραλήπτες τους δεν είναι στοχαστές άντρες ή γυναίκες, ένας ή πολλοί, νέοι ή γέροι, υποθετικοί ή υπάρχοντες, παρόντες ή μέλλοντες που θα κρύβονταν σε μη τοπολογικούς τόπους του παιχνιδιού του χρόνου, αλλά κυρίως όσοι διακινδυνεύουν να σκεφτούν και να επιχειρήσουν την εμπειρία της σκέψης καθώς επίσης και του αινίγματος που ονομάζεται ζωή. Διαμέσου κι επέκεινα του πνεύματος του καιρού, ερωτούν αυτόν για τον οποίο, επειδή ριζικά τον αφορά, αυτό που επιβάλλεται και
δίνεται προς σκέψη αποτελεί ερώτημα. Τα γράμματα αυτά προσπαθούν να προσφέρουν ένα είδος προσανατολισμού.

                          ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

     Όλα εξαρτώνται, διαφορικά, από τη σχέση μας με τον κόσμο. Η ιστορία των μεταμορφώσεων αυτής της σχέσης κι η ίδια η ιστορία ως ιστορία της περιπλάνησης -γιατί χωρίς περιπλάνηση δεν θα υπήρχε παγκόσμια ιστορία και χωρίς τη παγκόσμια ιστορία δεν θα υπήρχε περιπλάνηση- παραμένουν
άσκεφτες, καθότι το άσκεφτο μπορεί ν' αποδειχτεί παραγωγικότερο από το σκεφτό. Το σύνολο των ιστορικών σχέσεων βασίζεται σε διιστορικές σχέσεις, ασφαλώς χρονικές κι όχι αιώνιες.
     Ωστόσο ο χωροχρόνος του «αμετάβλητου» δεν επιτρέπει να τον τοποθετήσουμε. Η ιστορία των γεγονότων περιέχεται στην Ιστορία κι αυτή στην ιστορία του κόσμου. Μέσω του «τέλους της ιστορίας» και της συνέχειας της ιστορίας, έμπλεης θορύβου κι οργής, η οποία δε βλέπει να αναδύεται μια μεγάλη εποχή, η τεχyική δε μπορεί να κινητοποιηθεί χωρίς κάποια σχέση με το κενό του κόσμου. Ακόμη και όταν ευχόμαστε μια ποιητική, αν όχι μαγική, σχέση που να ενώνει τα αποσπάσματα του κόσμου, το αδήριτο δε μας εγκαταλείπει. Μας θυσιάζει στις επιταγές των καιρών, αλλά η θυσία μπορεί να αφήνει ίχνη που δείχνουν ένα δρόμο τον οποίον άλλοι θα ξαναπάρουν με τον τρόπο τους. Είμαστε υποχρεωμένοι να το παραδεχτούμε και να το σκεφτούμε: δε μπαίνουμε σε μια εποχή που μεγάλες σκέψεις, αναγνωρισμένες ως τέτοιες κι όχι ευνουχισμένες, μορφές τέχνης ριζικά πρωτότυπες και σημαντικές μετατρεπτικές δράσεις πολιτικού
τύπου θα μπορούσαν να εκδηλωθούν και να αποδειχτούν γόνιμες. Είμαστε άραγε καταδικασμένοι στην επανάληψη και τις μικροκαινοτομίες; Η ερώτηση δεν τίθεται με τους όρους αυτούς. Αυτό που συμβαίνει σ' εμάς που είμαστε προορισμένοι για τις πολλαπλές εκδοχές του ίδιου είναι ένα σχεδ6ν αδιαχώριστο μίγμα καινοτομιών κι επαναλήψεων. Μόνον ορισμένοι μετεωρίτες, τους οποίους θα προσπαθήσουμε να οικειοποιηθούμε, όταν δε θα μπορούμε να τους αγνοήσουμε παντελώς, θα διασχίζουν ακόμη τον
ουρανό του κόσμου.
     Δε θα μπορούν ίσως να ταυτιστούν με παραδειγματικές περιπτώσεις. Ενώ δε θα μπορούν να απελευθερωθούν από όλα αυτά που τους περικλείουν και τους διαπερνούν, οι «μετεωρίτες» αυτοί θα πρέπει να διασχίσουνε το χρόνο, πέρα από τη παρουσία και την απουσία, εκπέμποντας ένα φωτισμό που δε θα πήγαζε από το καθαρό φως. Ταυτόχρονα λόγος και χειρονομία, ο ερεβώδης αυτός φωτισμός θα διέσχιζε διιστορικά αυτό που παίζει κι αυτό που έχει παιχτεί. Ύστερα από τόσους αιώνες ιδεαλιστικής μεταφυσικής σχετικά με το Είναι του όντος, ύστερα από το μηδενισμό που μηδενίζει και το Είναι και το ον κι αυτομηδενίζεται, το παιχνίδι θα μπορούσε όχι να λάμψει αλλά να ξεδιπλωθεί ως παιχνίδι του κόσμου, φωτίζοντας τα ιδιαίτερα παιχνίδια αλλά παραμένοντας αυτό καθαυτό άπιαστο, δηλαδή κρύβοντας το άσκεφτό του. Αυτό το πάλλον παιχνίδι που παραμένει πρωτότυπο και το οποίο προσπαθούμε να σκεφτούμε διασχίζει τις υψηλότερες έννοιες: το Ον, το θεό, τη φύση, τον άνθρωπο, τη κοινωνία, τη τεχνική. Περιλαμβάνοντάς τες και τοποθετώντας τες, ανοίγεται, «είναι» το ίδιο το Άνοιγμα. Συλλαμβάνοντάς το ως έχει κι όχι με αφετηρία αυτό ή το άλλο ιδιαίτερο Κι ενδοκοσμικό παιχνίδι, κλείνει με το άνοιγμά του τη κυριαρχία της παράστασης, της βάσης, των ιδανικών και μάλιστα την εμπειρική λατρεία των γεγονότων. Με αφετηρία «αυτό» το παιχνίδι είναι δυνατόv να σκεφτούμε την εποχή όπου το Όλον γίνεται τίποτα. Πρόκειται για άλλο όνομα του ανοίγματος του χρόνου που επιτρέπει το φωτισμό του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, ακόμη κι αν το μέλλον είναι λιγότερο ανοιχτό απ' ό,τι θα είχαμε την τάση να σκεφτούμε. Ακόμη κι αν οι «μαύρες» σκέψεις, οι ~οκαλούμενες απαισιόδοξες, απασχόλησαν τη σκηνή περισσότερο από τις αισιόδοξες σκέψεις, μας έχει δοθεί -αν
ανοιχτούμε στον αστερισμό του κόσμου, του παιχνιδιού, του χρόνου- να ζήσουμε, να σκεφτούμε και να δράσουμε πέρα από κάθε αισιοδοξία ή απαισιοδοξία, πέρα από τη τραγωδία και τη κωμωδία. Ανταποκρινόμενοι σ' αυτό που καθιστά δυνατή κάποια ηρεμία, μια προβληματική σοφία. Η τεχνική που εξουσιάζει τον ορατό ορίζοντα εξακολουθεί και θα εξακουλουθήσει το έργο της. Πρέπει άραγε να επεξεργαστούμε την ιστορία της τεχνικής; Αν η «τεχνική» αναδύεται στοιχειωδώς από την προϊστορία, αν καθορίζει όλη την ιστορία κι αν εξακολουθεί να είναι προορισμένη να γνωρίσει μια μεγάλη διιστορική ανάπτυξη, ωστόσο είναι υπό την ιδιότητα της σύγχρονης τεχνικής που υπολογίζει και διατάσσει, σχεδιάζει και προγραμματίζει,
ενημερώνει και χειρίζεται, κάνει σχέδια και κυβερνά κυβερνητικά. Όμως η τεχνική έχει επίσης τις μακρινές της πηγές στο μαγικό κόσμο και τους μύθους, το ιερό και τις ιεροτελεστίες, πριν όλα αυτά γίνουν θρησκεία. Οι απαρχές πρέπει να διερευνηθούν ακόμη, να ερωτηθούν από τη σκέψη κι όχι μόνον από την αρχαιολογία και την εθνολογία. Ο κόσμος, τον οποίο ο κόσμος της τεχνικής καλύπτει μάλλον παρά αποκαλύπτει, μπορεί να είναι αντικείμενο σκέψης κι εμπειρίας όπως το ιερό; Δεν είναι κοινός σε όλους, σε όλα, διαφορετικός απ' όλα κι απ' όλους; Το ιερό, περισσότερο κι από το θείο, αποσύρεται ενώ ανοίγεται μες στο ανίερο. Η εποχή μας θέλει να είναι κατηγορηματικά τεχνικοεπιστημονική.
     Δε παύει ωστόσο να κυριαρχείται από τις δυνάμεις που προηγούνται και που την υπερκαθορίζουν. Το μυστικό του ιερού δε διέπει την εποχή μας και το θείο φαίνεται να έχει απομακρυνθεί οριστικά. Οι μικρές θρησκευτικότητες που φυτρώνουν εδώ κι εκεί, υποκατάστατα αυτού που παραμένει απόν, μάλλον επιβεβαιώνουν την εν λόγω απόσυρση. Αντιθέτως, αυτό που εξακολουθεί το παιχνίδι του, είναι η μυθολογική δύναμη, που, στη πλήρη εποχή της τεχνικής, έχει όλο το μέλλον μπρος της και γίνεται μυθο-τεχνο-λογική. Υπό την ιδιότητα αυτή αντικαθιστά την οντο-θεο-λογία που έχει γίνει ανθρωπολογία. Ζητά άραγε μια προσέγγιση τυχαία μάλλον παρά τυχοδιωκτική, που ανοίγει και είναι ανοικτή μάλλον παρά τυχαία; Η μυθο-τεχνολογική εποχή αποτελεί άραγε το τελευταίο ορατό στάδιο του γίγνεσθαι-κόσμος της σκέψης, του γίγνεσθαι-σκέψη του κόσμου; Αυτό δεν
έχει ακόμη αποφασιστεί. Ένα πράγμα φαίνεται σίγουρο: μες στην ενότητα
και τη πολλαπλότητα του σκεπτόμενου και του ποιητικού λόγου, μες στην ενότητα-πολλαπλότητα του κόσμου και των πραγμάτων, η ακατάπαυστη μεταμόρφωση εξακολουθεί το ορατό κι αόρατο έργο της, πάντοτε χωρίς
σταθμό, ενώ ανοίγεται το χαιχνίδι όπου όλα παίζουν με όλα, παιχνίδι αποκαλυπτικό που παραμένει εξίσου συγκαλυμμένο.
     Αντί να τρέχουμε διαρκώς από το ένα πράγμα στο άλλο κι ενώ εξακολουθούμε το δρόμο της περιπλάνησής μας, θα έπρεπε να επιχειρήσουμε μια μετατροπή: να μη ξεκινάμε από πράγματα -ανθρώπινα και μη ανθρώπινα- για να καταλήξουμε στον κόσμο, ούτε να ξεκινάμε από τον κόσμο -που δεν είναι ποτέ μόνος- για να επιστρέψουμε στα πράγματα, αλλά τοποθετημένοι εξαρχής μες στην απαρέγκλιτη σχέση, ν' αναλαμβάνουμε ταυτόχρονα τη σχέση την ίδια, αυτό που την εγκαθιδρύει κι αυτό που την αποτελεί. Αυτό που άλλοτε εξαρτάτο από τη φιλοσοφία το έχουν αναλάβει ο λογικός θετικισμός, η αναλυτική φιλοσοφία της γλώσσας, η ψυχολογία, η κοινωνιολογία, η ιστορία των ιδεών κι η αισθητική. Η φιλοσοφία παραδοσιακού τύπου, ή με τους παραδοσιακούς της τύπους, έζησε κι επιβιώνει ακόμη. Δεν αποκλείεται μετά το «τέλος» της να εμφανιστεί και πάλι κι η ίδια η μεταφυσική να γνωρίσει μιαν αναγέννηση. Αλλά δε πρόκειται να διαδραματίσουν αποφασιστικό ρόλο. Το έργο μιας αναδρομικής και προδρομικής σκέψης είναι πολύ πιο σημαντικό. Σκέφτομαι τον κόσμο με αφετηρία αυτό που προσφέρει προς σκέψη, σκέφτομαι τον κόσμο και τους αστερισμούς του με αφετηρία το άσκεφτο, σκέφτομαι αυτό που επιδέχεται σκέψη που προσφέρεται κι αποσπάται, συνιστά το έργο που επιβάλλεται στη σκέψη που θα συντριβεί, αφού ολοκληρώσει όλα όσα της ήταν δυνατά, μπρος στο ερώτημα του άσκεφτου κόσμου.
     Η σκέψη δεν αποτυγχάνει μόνο και κυρίως εξαιτίας των δικών της ελαττωμάτων, αλλά γιατί, πέρα από κάθε επιτυχία και κάθε αποτυχία, ο
ίδιος ο κόσμος, τρόπον τινά, δε προσφέρεται εξ ολοκλήρου σε καμία
σύλληψη. Αυτός μας συλλαμβάνει περισσότερο απ' ό,τι εμείς τον συλλαμβάνουμε. Ακόμη κι αν πούμε ότι άνθρωπος και κόσμος αποτελούν ένα -όπου ο ένας δεν είναι ο άλλος, όπου ο καθένας δεν είναι χωρίς τον άλλο που δεν είναι ένας άλλος- κινδυνεύουμε να τους θεωρήσουμε σα δύο
οντότητες περισσότερο ή λιγότερο ξεχωριστές. Μπορούμε να πούμε ότι επιβάλλουν μια μη ταυτολογική διαμεσολαβητική ταυτότητα; Ποιος
επιβάλλεται σε ποιον; Δε πρέπει να μιλάμε για ενότητα; Όπως και να 'χει,
δε πρέπει να πάψουμε να βλέπουμε πώς υπεισέρχεται η σχέση, ή μάλλον το κέντρο της ολόκληρης σχέσης απ' όπου αναδύονται άνθρωπος και κόσμος. Τι κρατά, κινεί, κάνει να αλλάζει, μεταμορφώνει τον κόσμο; Ίσως πρέπει να απελευθερωθούμε από αυτό το είδος ερώτησης απελευθερώνοντάς την και την ίδια. Το μυστικό του κόσμου της ερώτησης που διατυπώνεται ως «τι είναι αυτό;» έγκειται στη προετοιμασία μιας μεταμόρφωσης.

                                      ΤΕΛΟΣ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers