-


Dali &









/




 
 

 

: , ,

 

     Πριν ξεκινσω το ρθρο οφελω να πω πω το συγκεκριμνο, δε θα μποροσα να το φτιξω, αν δεν εχα τρομερ βοθεια απ τη Μαρα Θαλασσιν (κατ κσμον Μαρα Αρκουλ), την οποαν ευχαριστ πρα πολ και της εκφρζω το βαθτατο σεβασμ μου!  Επσης υπρχει πλον  και το ΓΛΩΣΣΑΡΙ του,  που μπορετε να το ανοξετε δπλα παρλληλα, στε διαβζοντας και βρσκοντας λξη γνωστη, να μπορετε να ανατρχετε εκε!

     Πρκειται για θρηνητικ τραγοδια που λγονταν παρ τη θρα του προσπου που παρατοσε το ταρι του, απ το διο το ταρι κι ταν να (κατ τα λεγμενα) σνηθες φαινμενο κατ την αρχαιοτητα! Αυτ συνθως, αν το εν λγω τομο δε μποροσε, παραγγελταν σε κποιον  κποια ποιτρια της εποχς! 
     Παρακτω θα παραθσω μερικ δεγματα, ττοιων ασμτων.

γνωστης Αρχαας Ποιτριας

      Παρακλαυσθυρον

Ἐξ ἀμφοτρων γγονεν αἵρεσις, ἐζευγσμεθα•
τῆς φιλης Κπρις ἔστ' ἀνδοχος•
ὀδυν μ' ἔχει, ὅταν ἀναμνησθῶ ὡς κατεφλει
'πιβολως μλλων με καταλιμπνειν
ἀκαταστασης εὑρετς. Χὠ τὴν φιλην ἐκτικς
ἔλαβ μ' Ἔρως, οὐκ ἀπανανομαι,
αὐτὸν ἔχουσ ἐν τῇ διανοαι.
Ἄστρα φλα καὶ πτνια Νὺξ
συνερῶσ μοι παρπεμψον ἔτι με νῦν
πρὸς ὃν Κπρις ἔκδοτον ἄγει με
χὠ πολὺς Ἔρως παραλαβν.
Συνοδηγὸν ἔχω τὸ πολὺ πῦρ
τοὐν τῇ ψυχῇ μου καιμενον.
Ταῦτ μ' ἀδικεῖ, ταῦτ μ' ὀδυνᾷ•
ὁ φρεναπτης, ὁ πρὸ τοῦ μγα φρονῶν,
καὶ ὁ τὴν Κπριν οὐ φμενος
εἶνα μοι τοῦ 'ρᾶν αἰταν,
οὐκ ἤνεγκε νῦν τὴν τυχοῦσαν ἀδικην.
Μλλω μανεσθαι• ζῆλος γρ μ' ἔχει,
καὶ κατακαομαι καταλελειμμνη.
Αὐτὸ δὲ τοῦτ μοι τοὺς στεφνους βλε,
οἷς μεμονωμνη χρωτισθσομαι.
Κριε, μ μ' ἀφῇς ἀποκεκλειμνην•
δξαι μ' εὐδοκῶ, ζηλῶ δουλεειν.
Ἐπιμανῶς ἐρᾶν μγαν ἔχει πνον,
ζηλοτυπεῖν γὰρ δεῖ, στγειν, καρτερεῖν•
ἂν δ' ἑνὶ προσκαθῇ, μνον ἄφρων ἔσει,
ὁ γὰρ μονιὸς ἔρως μανεσθαι ποιεῖ.
Γνωσχ' ὅτι θυμὸν ἀνκητον ἔχω,
ὅταν ἔρις λβῃ με• μανομαι εἰ μονοκοιτσω,
σὺ δὲ χρωτζεσθ' ἀποτρχεις.
Νῦν δ’ ἂν ὀργισθῶμεν, εὐθὺ δεῖ καὶ διαλεσθαι.
Οὐχὶ διὰ τοῦτο φλους ἔχομεν οἳ κρινοῦσι τς ἀδικεῖ;
νῦν ἂν μὴ ἐπι[
ἐρῶ, κριε, τὸν [
Νῦν μὲν οὔθ’ ε[
πλτης ο[
δυνσομαι
Κοτασον, ἧς ἔχ[εις
ἱκανῶς σοῦ ἐν [
κριε, [
πῶς μ’ ἀ[φῇς
πρῶτς μ’ ἐπερ[ασας
κρι’, ἂν ἀτυχ[ῇ]ς, οὐ [
ὀπυασμεθα• ἐμῶν ..εδε[…. ἐπι-]
τηδεως αἰσθσθω μ..ταν [
Ἐγὼ δὲ μλλω ζηλοῦν τω [
δουλ….. τ’ ἄν• διαφοροῦ• ἢ
ἀνθρ[που]ς ἀκρτως θαυμζεις
με[      ]φ[ο]ρη• προσκου δ’ ὠ[
θαυ[μα             ὠ]χρην κατεῖδον ὁ
σχω[             ]τῳ τοιντα η ετυ[
κου[            ἐ]νσησα νηπα• σὺ δ, κρ[ιε,
καὶ [             ] [καταλελει]μμν[ην]  [     ]
λελλ[ηκ’ ἐγὼ      πε]ρὶ ἐμὴν [ ψυχν.

Τὸ θλαμε κι οἱ δυ μας·
παντρευτκαμε· τὸν ἔρωτ μας ἡ Κπρις
εὐλογεῖ· ὀδνη μὲ κατχει,
ὅταν θυμηθῶ
πῶς μὲ γμιζε φιλιὰ τῆς προδοσας
ἐνῶ το ‘χε ἀποφασσει
ν μ’ ἐγκαταλεψη
τῆς ἀνεμοδορας ὁ ἐφευρτης
καὶ τῆς ἀγπης ὁ ἔνοχος.
Ἔρωτας μὲ αἰχμαλτισε,
δὲν τὸ ἀπαρνοῦμαι.
Ἀστρια λατρεμνα καὶ Νχτα ἀρχντισσα
συντρφισσα στὸν ἔρωτ μου ἐσὺ
τρα πιὰ συνδεψ με σ’ ἐκεῖνον
ποὺ προδομνη μὲ τραβᾶ
ἡ Κπρις κι αἰχμλωτη ὁ πολὺς Ἔρωτας.
Συνοδηγὸ ἔχω τὴν τρανὴ φωτιὰ
ποὺ μοῦ καει τὰ σωθικ.
Ἔτσι μὲ προδδει ἔτσι μὲ πονᾶ
ὁ καρδιοπλνος,
ὁποὺ καυχιτανε παλι  κι ἔλεγε
πὼς δὲν εἶν’ ἡ Κπρις τοῦ ἔρωτ μου ἡ αἰτα
τρα δὲν ἄντεξε τὴν ἀπιστα ποὺ τὸν βρῆκε! 
Θὰ τρελλαθῶ· μὲ κυριεει ἡ ζλεια
καὶ καγομαι ὁλκληρη ἡ ἐγκαταλελειμμνη.
Εἶναι κι αὐτ·  τὰ στεφνια ἄστα μου νὰ πσουν,
γιατὶ μαζ μ’ αὐτὰ τὸ κορμ μου θὰ ξαπλσω μοναχ μου·
δξου με· τὸ θλω τὸ λαχταρῶ σκλβα σου νὰ γνω.
Ν ‘σαι τρελλὸς ἀπὸ ἔρωτα μεγλο ἔχει πνο,
γιατὶ ἀναγκζεσαι ἀπὸ ζλεια νὰ χτυπισαι , νὰ ὑπομνης, νὰ βαστᾶς.
σὲ ἕναν ἂν κολλσης,  σχεδὸν θὰ χσης τὸ μυαλ σου,
γιατὶ ὁ ἔρωτας ὁ ἀνανταπδοτος σὲ ὁδηγεῖ στὴν τρλλα.
Μθε πὼς ἔχω ἀνκητη καρδι
ὅταν μὲ πιση τὸ γιντι μου· ζουρλανομαι
ἂν μνη μου πλαγιζω,
ἐνῶ ἐσὺ  τρχεις ἀλλοῦ νὰ δσης τὸ κορμ σου.
Καὶ τρα ἂν μαλσουμε πρπει
ἀμσως νὰ φιλισουμε.
Γι’ αὐτὸ δὲν ἔχουμε τοὺς φλους,
ποις φταει γιὰ νὰ κρνουν;
Τρα ἂν δὲν [
ἀγαπῶ, κριε, τὸν [
Τρα ββαια οὔτε [
νὰ πλνω [
θὰ μπορσω.
Ξπλωσ τη στὸ πλι σου
ἀρκετὰ [
κριε, πῶς μ’ ἀφνης
πρῶτος γυναῖκα μὲ ἔκανες
κριε, ἂν ἀτυχσης,
ἂς παντρευτοῦμε· τῶν δικῶν μου [
κοντ του ἂς μὲ νιση [
Μὰ ἐγὼ θὰ ζηλεω [
σκλβα…κνε με κομμτια·
ἀνθρπους ἀδιακρτως θαυμζεις
] ἦρθες ὡς ἱκτης [
κουκλὶ [     ] χλωμὸ σὲ εἶδα
   ] κι ἀρρστησα ἡ ἀνητη· ὅμως ἐσ, κριε,
[μ’ ἔχεις             ] ἐγκαταλελειμμνη· [ ἔτσι  ]
ἔχω μιλσει ἐγὼ γιὰ τὴ ζω μου.

--------------------------------------------------------------------------------

                                           Προπρτιος

     Ο Σξτος Προπρτιος καταγταν απ οικογνεια ιππων κι ταν Λατνος Ρωμαος ελεγειακς ποιητς, που γεννθηκε περ το 50 π.Χ. στη Μπεβνια (Bevagna) στο Assisium της Ουμβρικς (κεντρικ Ιταλα, κοντ στη σημεριν Περοτζια) και πθανε μεταξ του 15 π.Χ. και του 2 π.Χ.. Αν κι ορφανς απ πατρα σε μικρ ηλικα, στλθηκε στη Ρμη για να γνει δικηγρος, αλλ αφοσιθηκε στην ποηση. Πρασε το μεγαλτερο μρος της ζως του στη Ρμη κι υπστη δμευση της περιουσας του ως αποτλεσμα των αγροτοοικονομικν μεταρρυθμσεων του Οκταβιανο μετ τους εμφυλους πολμους. Ελχιστα λλα πργματα γνωρζουμε για τη ζω του. Το ργο του πντως χει ισχυρς επιδρσεις απ την ποηση του Κτουλλου, του πλον αξιοσημεωτου νεωτερικο ποιητ.
     Το σωζμενο ργο του Προπερτου αποτελεται απ 4 βιβλα με ελεγεες. Στις ιδες του μοιζει να αμφιταλαντεεται ανμεσα στη τξη και στην ανατρεπτικτητα. Στις Ελεγεες I-III περιγρφει τη νοοτροπα της «οικογενειακς γαλνης» πολλν Ρωμαων που θελαν να απολασουν την ειρνη μετ απ 3 γενις εμφυλου πολμου. Εν θαυμζει την αγντητα, αλλο αντιτθεται στους αυστηρος ηθικος νμους του Αυγοστου. Στο II.vii διεκδικε το δικαωμα να ζσει εκτς γμου με την ερωμνη του, τη Κυνθα. (Η αγαπημνη του που φρει το λογοτεχνικ νομα Κυνθα (Cynthia)  πραγματικ ενδχεται να ονομαζταν Οστα (Hostia)). Οι Ιουλιανο Νμοι του 18 π.Χ. πρσταζαν τι νθρωποι πως ο Προπρτιος πρπει να παντρεονται και να χουν παιδι, εν σοι δεν συμμορφνονταν αντιμετπιζαν βαρις ποινς.
     Ο Προπρτιος εναι νας doctus poeta, νας λγιος δηλαδ ποιητς, ο οποος ακολοθησε τα χνρια της καλλιμαχικς αισθητικς και πολυμθειας. Η «αλεξανδρινν προδιαγραφν» ποησ του χαρακτηρζεται απ την ντονη παρουσα του μθου, πρωταρχικς σκοπς του οποου εναι να καταστσει σαφς σε ποια θση κατατσσει ο ποιητς την αγαπημνη του και τον ρωτ του. Η προτμηση του ποιητ για τις πιο σκοτεινς και λιγτερο γνωστς μυθολογικς παραλλαγς εντυπωσιζει. Η γλσσα του εναι γεμτη αντιθσεις, πως κι η αλληλουχα των σκψεων κι η δομ των ποιημτων του. Οι ελεγεες του, που εναι κατ καννα συντομτερες απ εκενες του Τβουλλου, εμφανζουν αναπντεχες ανατροπς και απτομες συναισθηματικς μεταπτσεις και χαρακτηρζονται απ ντονη δραματικτητα.
     Στον Προπρτιο λα τα μοτβα της ερωτικς ελεγεας εμφανζονται σε πλρη ανπτυξη. Σε αντθεση με τον Τβουλλο, δεν τον συγκινε οτε η φση οτε ο ομοφυλοφιλικς ρωτας. Για τον Προπρτιο ευγνεια καταγωγς, δναμη, και πλοτος υποχωρον και υποτσσονται στον ρωτα. Ωστσο, απχει πολ απ το να θεωρηθε φιλοσοφικς ποιητς.
     Πολ συχν και με ποικιλα τρπων ο ποιητς στο ργο του σχολιζει τη διαδικασα της ποιητικς γραφς. Μαζ με τον Ορτιο χει στοχαστε την ποιητικ του τχνη περισστερο απ πολλος λλους ποιητς της αυγοστειας εποχς. χει πλρη συνασθηση της σπουδαιτητας της ποησς του. τσι, στο πρτο βιβλο η ποηση τθεται στην υπηρεσα του ρωτα ως τρπου ζως. Στο δετερο και τρτο αναπτσσει περισστερο τη σπουδαιτητα της ποησς του, εν στο τταρτο η ελεγεα εξυπηρετε μια καλλιμαχικο τπου αιτιολογικ επεξεργασα γνσια ρωμακο υλικο.
     Ο ποιητς δουλεει πνω σε σχματα που θα γνονταν ουσιδη στην ελεγειακ ποηση, π.χ. στο παρακλαυσθυρον (1, 6). Απ τα καλτερα σημεα του ργου του θεωρεται η «βασλισσα των ελεγειν» «Ελεγεα της Κορνηλας» (IV.xi), που η νεκρ Κορνηλα μιλ απ τον τφο στον σζυγ της Paullus και στα παιδι της. Σε να απ τα πλον συγκινητικ χωρα στη ρωμακ ποηση, συμβουλεει τον νδρα της πς να εναι νας καλς πατρας προς τα παιδι τους:

   «Και αν ποτ θρηνες, μη τ’ αφνεις να δουν, παρ ταν ρχονται σιμ σου, παραπλνησε τα φιλι τους με στεγν μγουλα! Να εσαι συχος σε υπνες νχτες που πρασες σκεπτμενος τι σου λεπω και με συχν νειρα που σου φανεται πως βλπεις το πρσωπ μου. Και ταν μιλς μνος σου στο πορτρατο μου, κνε κθε σου λγο πιστεοντας πως θ' απαντσω» (79-84).

     Η ταραχδης ερωτικ σχση του Προπρτιου με τη φλογερ Κυνθα εναι το βασικ θμα στο ργο του και δνει επσης κποιους απ τους γνωσττερους στχους του. Στο I.xix δεν εναι ο θνατος που φοβται, αλλ τι πεθανοντας θα χσει την Κυνθα («καμι αγπη δεν εναι ποτ αρκετ μακρχρονη»). Στο II.i περιγρφει πως η «μοσα» του τον εμπνει να γρψει:

   «Ας πομε τι βγανει αστρφτοντας με μετξια απ την Κω, το Κον της φρεμα μιλ για να τμο... πλι αν σφαλσει τα βλφαρα σε επιθυμητ πνο, χω χλιες νες ιδες για ποιματα. Αν πλι παλεει μαζ μου γυμν, ε, ττε σωρεουμε μακροσκελες Ιλιδες. Απ' ,τι μπορε να κνει να πει, να πος γεννιται, μεγλο, απ το τποτα» (5-16).

     Το φος του Προπρτιου σημαδεεται απ φαινομενικ απτομες μεταπτσεις και εναι πολ υπαινικτικ. Η ιδιμορφη χρση της γλσσας, συνδυαζμενη με την κακ κατσταση του αρχικο κειμνου, χουν καταστσει τις ελεγεες του πρκληση για τον επιμελητ των εκδσεν τους.

      Εισαγωγικ σημεωμα για τον κῶμο που θα ακολουθσει (1,16)

     Το ποημα ανκει στη κατηγορα του κμου παρακλαυσθυρου, του μταιου, δηλαδ, τραγουδιο του exclusus amator (χωρισμνοι εραστς) ξω απ την πρτα της αγαπημνης του. Ο κῶμος του εραστ ξω απ την κλειστ πρτα της αγαπημνης του χει διαχρονικ παρουσα τσο στην αρχαα ελληνικ σο και τη λατινικ λογοτεχνα.
     Απαντ για πρτη φορ στον Αλκαο (απ. 374 δξαι με κωμσδοντα, δξαι, λσσομα σε, λσσομαι) και σε μεγαλτερη κλμακα στον Αριστοφνη (Εκκλ. 952 κ.εξξ.). Η παρουσα του μοτβου εναι εντοντατη στην ελληνιστικ ποηση, κυρως στο επγραμμα (π.χ. ΠΑ 5. 145, 164, 167), απ που πρασε και στους Ρωμαους ελεγειακος. Η παρουσα του ανιχνεεται επσης και στη ρωμακ κωμωδα.
     Στο ποημα ο Προπρτιος καινοτομε φρνοντας μια αναπντεχη ανατροπ σον αφορ τον ομιλητ. Αντ για τον exclusus amator, πως θα ταν αναμενμενο, στο ποημα μιλ η πρτα της αγαπημνης, που στον μονλογ της ενσωματνει το κυρως παρπονο του εραστ εναντον της.
     Δομικ το ποημα διακρνεται σε ξι εντητες, καθεμι απ τις οποες αποτελεται απ οκτ στχους, ως εξς: α) στ. 1-8: η πρτα αντιπαραβλλει το νδοξο, ηρωικ παρελθν της προς το ντροπιαστικ παρν των αποκλεισμνων εραστν, β) στ. 9-16: η πρτα ανησυχντας για την ηθικ κλυση της κυρας της κνει αναφορ στο ολονχτιο τραγοδι του exclusus amator, γ) στ. 17-24: o εραστς παραπονιται για τη σκληρτητα της πρτας που τον αναγκζει να περνει τις νχτες στο κατφλι της, δ) στ. 25-32: o εραστς διαμαρτρεται για την αδιαφορα της αγαπημνης του παρακαλντας να εισακουστον τα παρπον του, στω και μσα απ μια μικρ χαραμδα της πρτας, ε) 33-40: o εραστς καταφρεται εναντον της πρτας, γιατ δεν κμπτεται οτε απ τα δρα οτε και απ τις βρεις του, στ) στ. 41-48: o εραστς τελεινει τα παρπον του με αναφορ στα ποιματα και τα φιλι που μταια προσφρει στην πρτα. Το ποημα ολοκληρνεται με το παρπονο της πρτας, γιατ εξακολουθε να δυσφημεται εξαιτας της συμπεριφορς της κυρας της και των παραπονομενων εραστν.

                          κῶμος 1.16

α' στ. 1->8
Quae fueram magnis olim patefacta triumphis,
ianua Tarpeiae nota pudicitiae,
cuius inaurati celebrarunt limina currus,
captorum lacrimis umida supplicibus;
nunc ego, nocturnis potorum saucia rixis,
pulsata indignis saepe queror manibus,
et mihi non desunt turpes pendere corolla
semper et exclusi signa iacere faces.

β' στ. 9->16
nec possum infamis dominae defendere noctes,
nobilis obscenis tradita carminibus;
nec tamen illa suae revocatur parcere famae,
turpior et saecli vivere luxuria.
has inter gravibus cogor deflere querelis,
supplicis a longis tristior excubiis.
ille meos numquam patitur requiescere postis,
arguta referens carmina blanditia:

γ' στ. 17->24
‘ianua vel domina penitus crudelior ipsa,
quid mihi tam duris clausa taces foribus?
cur numquam reserata meos admittis amores,
nescia furtivas reddere mota preces?
nullane finis erit nostro concessa dolori,
turpis et in tepido limine somnus erit?
me mediae noctes, me sidera prona iacentem,
frigidaque Eoo me dolet aura gelu.

δ' στ. 25->32
tu sola humanos numquam miserata Dolores
respondes tacitis mutua cardinibus
o utinam traiecta cava mea vocula rima
percussas dominae vertat in auriculas!
sit licet et saxo patientior illa Sicano,
sit licet et ferro durior et chalybe,
non tamen illa suos poterit compescere ocellos,
surget et invitis spiritus in lacrimis.

ε' στ. 33->40
nunc iacet alterius felici nixa lacerto,
at mea nocturno verba cadunt Zephyro.
sed tu sola mei, tu maxima causa doloris,
victa meis numquam, ianua, muneribus.
te non ulla meae laesit petulantia linguae;
quae solet †irato dicere tota ioco†,
ut me tam longa raucum patiare querela
sollicitas trivio pervigilare moras.

στ' στ. 41->48
at tibi saepe novo deduxi carmina versu,
osculaque innixus pressa dedi gradibus.
ante tuos quotiens verti me, perfida, postis,
debitaque occultis vota tuli manibus!’
haec ille et si quae miseri novistis amantes,
et matutinis obstrepit alitibus.
sic ego nunc dominae vitiis et semper amantis
fletibus aeterna differor invidia.

--------------

Εγ που κποτ’ στεκ' ανοιχτ σε θραμβους μεγλους,
πρτα περφημη κι αγν μοια με της Ταρπηας,
που μπρος μου πανηγριζαν ρματα χρυσωμνα
και μ’ βρεχαν με παρακλητικ δκρυα, αιχμαλτοι,
τρα τρωθεσα απ νυχτερινος καυγδες μεθυσμνων
βαρυγκωμ συχν σα με χτυπν απασια χρια
κι χω συνχεια πνω μου ντροπιαστικ στεφνια
και δδες χμω βρσκονται, αυτο που κλαει απξω.

Κι οτε προσττις στη Κυρ απ νυχτις ντροπς,
η δισημη εγ που ξπεσα σε σεμνα τραγοδια.
Οτε κι εκενη νοιζετ’ μως για τη φμη της
και ζει πιτερο ανθικα, απ’ την κλυτη εποχ μας.
Κι τσι μου μνει να θρην με παρπονο μεγλο
κι ακμα μεγαλτερην εγ, χω τη στεναχρια
για τον ικτη που περν τ’ ατλειωτα τα βρδυα.
Κεις δεν αφνει συχο ποτ του το κατφλι μου,
δοντας με παρπονο, το ντρτι της καρδις του:

«Θρα σκληρ, σκληρτερη κι απ’ τα μσα της κυρς μου,
γιατ σιωπς ολκλειστη μες στα σκληρ σου φλλα;
Γιατ δε ξεκλειδνεσαι ποτ, να δεις τον ρωτ μου;
Δεν ξρεις; Δεν λυγζεσαι, να στελεις τα κρυφ μου
τα παρακλια να δοθε στον πνο μ’ να τλος;
λος ντροπ να καω κει δα, ετοτο το κατφλι;
Μεσνυχτα, που τ’ στρα γρνουν να πλαγισουν
κι η ψχρα με τη πχνη της λυπονται με, πεσμνο.

Εσ μνη τον ανθρπινο πνο μου δε λυπσαι,
και μου απαντς με ηχο τργμα απ’ τους μεντεσδες.
‘Αμποτε ας πρναγ’ η φων μες απ’ τις χαραμδες
και να ‘φτανε στα κπληκτα αυτκια της κυρς μου!
Κι αν τανε σκληρτερη κι απ τα βρχια της Ατνας,
σκληρτερη απ σδερο κι απ ατσλι ακμα,
κι μως στεγν τα μτια της δεν θα τα εκρατοσε
κι ν αχ! θεν’ ανηφραγε μες στ’ θελα δκρι της.

Τρα, αυτ στην αγκαλι κοιμται κποιου λλου,
ζηλεω, και τα λγια μου τα παρνει το ζεφρι.
μως, εσ, θρα κακ, εσαι η μνη αιτα,
και με πονες, δε δχεσαι να πρεις τα σου δνω.
Να πεις τι σε πρσβαλλα με βρσιμο στο στχο,
που συνηθ με παιχνιδιρικη οργ να λει καθετ,
και θα πρπει να τιμωρηθ να μενω να βραχνισω,
καθς με το παρπονο ξγρυπνος να γερσω
και να περν ανσυχες νυχτις στο σταυροδρμι.

μως, συχν για σνανε τραγοδι χω ξυφνει
σε νο ρυθμ, και πφτοντας στα γνατα
τα σκαλοπτια σου φιλ, που πτησεν εκενη.
Πσες φορς αχριστη, στρφηκα στο κατφλι
κι απθεσα τη πρπουσα, κρυφ, τη προσφορ

Μ’ αυτ εκενος, δστυχοι εραστς, τα λγια κι ,τι λλα,
πασχζει το κελδημα των αηδονιν να συγκαλψει.
Εγ λοιπν ισβια καταδκη για της κυρς μου εκτω
ντροπιαστικ, με τους σπαραχτικος τους θρνους
του εραστ της, τους ατλειωτους, σα τα σφλματ της.

                                                Οβδιος

     Ο Ππλιος Οβδιος Νσων (Publius Ovidius Naso, 20 Μαρτου 43 π.Χ. - 17μ.Χ.), γνωστς ως Οβδιος, τανε Ρωμαος ποιητς, που ζησε κατ τη διρκεια της βασιλεας του Οκταβιανο Αγουστου. ταν σγχρονος των γηραιτερων Βιργλιου και Ορτιου, με τους οποους συχν κατατσσεται ως νας απ τους τρεις κανονικος ποιητς της λατινικς λογοτεχνας. Εναι περισστερο γνωστς απ τις Μεταμορφσεις, μας σειρς 15 βιβλων μυθολογικς αφγησης γραμμνης σε δακτυλικ εξμετρο, καθς και για τις συλλογς ερωτικς ποησης σε ελεγειακ δστιχα, και ιδιατερα για τα "ιδλλια" (Amores) και την "Ερωτικ Τχνη" (Ars Αmatoria).
     Πολλο μιμθηκαν την ποησ του κατ την στερη Αρχαιτητα και το Μεσαωνα και επηρασε σε μεγλο βαθμ τη δυτικ τχνη και λογοτεχνα. ταν ο τελευταος απ τους μεγλους αυγοστειους ποιητς, που ζησε στις αρχς της Pax Romana, της ειρνης δηλαδ ανμεσα στα θνη της Ρωμακς Αυτοκρατορας που επβαλαν οι ρωμακς στρατιωτικς δυνμεις.
     Γεννθηκε στην ιταλικ πλη Σουλμνα το 43 π.Χ. και πθανε στην πλη Τμοι της Μοισας (Ρωμακς επαρχας του κτω Δοναβη) το 17 μ.Χ. Προερχταν απ επορη οικογνεια πατρικων της επαρχας που απ πολλς γενις ανκε στην τξη των ιππων, στε να στελει τον διο και τον αδελφ του στη Ρμη για να σπουδσουν σε ηλικα περπου 12 ετν ρητορικ. Μετ απ την βασικ παιδεα που πρε κοντ στους καλτερους δασκλους κανε λαμπρς νομικς και φιλολογικς σπουδς. Εκπαιδετηκε στη ρητορικ στε να αποκτσει ευφρδεια χωρς μως να τον προσελκει ιδιατερα η τυποποιημνη επιχειρηματολογα των ασκσεων δικανικς ακριβεας. Τελικ, μως αφιερθηκε στην ποηση. Ββαια η συχντατη χρση αποφθεγμτων κι η εκτμησ του για controversiae (ασκσεις στη ρητορικ που εναι διαμχες με επιχειρηματολογα φιλοσοφικ και λογικ βσει επικρατοντων στοιχεων) και suasoriae (σκηση στη ρητορικ, μια μορφ διακρυξης που ο σπουδαστς ομιλε μιμομενος συνθως να μονλογο μιας ιστορικς φιγορας που διδσκει, που εξηγε, πς να βαδσει κανες σε μια κρσιμη καμπ στη ζω τουεναι εμφανς στο ποιητικ του ργο.
     Η επιτυχα κι η φμη του γργορα εξαπλθηκε στους λογοτεχνικος κκλους της Ρμης. Εχε στενς σχσεις με τον λογοτεχνικ κκλο του Μεσσλλα, εν, πως ο διος αναφρει, συναναστρφηκε σημαντικος ποιητς της εποχς, πως τον Ορτιο, τον Προπρτιο και τον Μκερ. Με μεγλη του λπη σημεινει πως δεν πρλαβε να γνωρσει τον μεγλο Βιργλιο και τον Τβουλλο, ο οποος πθανε το 19 π.Χ.
     πως περιγρφει ο Σενκας ο Πρεσβτερος σε μια βιογραφα του Οβιδου αυτς της περιδου, τον ενδιφεραν καταστσεις που το ζητομενο περιστρεφταν γρω απ συλλογισμος με ηθικ και ψυχολογικ περιεχμενο.
     Ο Οβδιος πρασε να χρονικ διστημα στην Αθνα, αφο συνδευσε σε να ταξδι του εκε τον Πομπιο Μγνο, πως συνθιζαν οι νοι των αντερων κοινωνικν τξεων και ταξδεψε αρκετ στην Ελλδα κερδζοντας αρκετς εμπειρες. (ασκσεις στη ρητορικ που εναι διαμχες με επιχειρηματολογα φιλοσοφικ και λογικ βσει επικρατοντων στοιχεων)
     Ως μλος της ρωμακς τξης των ιππων, ταν προορισμνος για σταδιοδρομα στον δημσιο βο και κατλαβε μερικς καττερες δικαστικς θσεις, τις πρτες βαθμδες στην κλμακα του δημοσου, μως διαπστωσε τι ο δημσιος βος δεν του ταριαζε. τσι εγκατλειψε το επγγελμα του για να ασχοληθε με τη ποηση και την ανπτυξη σχσεων κι επαφν με τους γνωστος ποιητς της εποχς του.
     ταν ο Οβδιος εμφανστηκε στη λογοτεχνικ σκην, η ειρνη ταν εξασφαλισμνη και ταν διχυτη η επιθυμα για ναν πιο χαλαρ τρπο ζως και λιγτερο αυστηρ θη, τα οποα διαμρφωσαν την αντερη τξη της πρωτεουσας. Ο Οβδιος γνεται εκφραστς αυτν των επιθυμιν και αναπτσσει μια ποηση που ανταποκρνεται στον τρπο ζως της εποχς του.
     Δοκμασε να γρψει σε λα τα σημαντικ λογοτεχνικ εδη, την ελεγεα, το πος, την επιστολογραφα, τη τραγωδα, και κατφερε να επιτχει συνεχ διερυνση του ορζοντα του και μια να αντληψη της σχσης μεταξ ποησης και ζως. Τα ργα του μπορον να καταταγον σε τρεις περιδους. Εδ ανκουν τα νεανικ ργα του ποιητ. Δεν υπρχει αμφιβολα τι η ποηση που γραψε κατ τη 1η περοδο της σταδιοδρομας του ως ποιητ, αντικατοπτρζει μα θερηση της ζως, του ρωτα και της ποησης αντθετη με τις "επσημες" ηθικς θσεις που προωθοσε ο αυτοκρτορας Αγουστος.
    Α) Ο Οβδιος ξεκιν με μια συλλογ ερωτικν ελεγειν, τους "Amores" (ρωτες), σε 5 βιβλα περπου το 20 π.Χ., που εκφρζει σε πρτο πρσωπο τα παραδοσιακ θματα της ερωτικς ελεγεας. Τα να στοιχεα που χαρακτηρζουν την ελεγεα του Οβιδου εναι εμφαν με πιο εντυπωσιακ καινοτομα την απουσα μιας κεντρικς γυναικεας μορφς ως κντρο των διφορων ερωτικν εμπειριν. Αντ για το πθος των μεγλων λατνων ερωτικν ποιητν, ο Οβδιος προτιμ να εμφανζει την ερωτικ εμπειρα μσα απ το φλτρο της ειρωνεας και της απστασης του διανοουμνου.
   Β) Το ποημα που φανεται να παιξε σημαντικ ρλο στην απφαση του Αυγοστου να εξορσει τον ποιητ, εναι η "Ερωτικ τχνη" (Ars amatoria), που δημοσιεθηκε το 1 π.Χ. Το μνυμα που περνοσε εκε ο Οβδιος στην πραγματικτητα υπονμευε το επσημο πργραμμα ηθικν μεταρρυθμσεων που εχε υιοθετηθε απ τον Αγουστο. Ο ρωτας του Οβιδου επιζητε την ανεκτικτητα, με την βοθεια της οποας μπορον να αρθον οι καννες μιας ηθικς, η οποα δεν ταιριζει πλον σε να πρωτευουσινικο κοινωνικ στρμα. Το ργο περιεχε αναφορς στα σμβολα προσωπικο γοτρου του Αυγοστου, διατυπωμνες με αναδεια και αδιακρισα μσα στα συμφραζμενα. ταν λογικ, το ργο αυτ, να μην τχει καλς υποδοχς απ σους εχαν ενστερνιστε τους στχους και τις επιδιξεις του πουριτανισμο της εποχς του Αυγοστου.
   Γ) Κατ την περοδο αυτ ο Οβδιος δημοσευσε επσης το ργο "Επιστολς ηρωδων" (Epistulae Heroidum), δο σειρς απ πνευματδεις δραματικος μονολγους που χαρακτηρζονται ως επιστολικ ποιματα. Η πρτη σειρ (1-15) περιχει επιστολς γραμμνες απ δισημες ηρωδες της ελληνικς μυθολογας και η δετερη σειρ (16-21) περιλαμβνει επιστολς ερωτευμνων ανδρν και απαντσεις των αγαπημνων τους γυναικν (Πρης κι Ελνη, Ηρ και Λανδρος κ..).
     Θεωρεται η σημαντικτερη περοδος για το ργο του ποιητ, εποχ ωριμτητας και των σπουδαιτερων ργων του. Η τραγωδα του Οβιδου, "Μδεια" δεν διασθηκε. Καθς επαινθηκε απ τον ιστορικ Τκιτο και λλους, εναι πιθαν να επηρασε την τραγωδα του Σενκα με το διο θμα.
     Το "Ημερολγιο" (Fasti) εναι να ργο που η πρθεση του εναι να παρουσισει τους μθους, τα θιμα και τις θρησκευτικς γιορτς του ρωμακο τους. Εχε προγραμματσει 12 βιβλα ελεγειακν δστιχων, να για κθε μνα. Η εξορα του φησε το ργο ημιτελς αφο υπρχουν μνο ξι βιβλα, τα οποα επεξεργστηκε εν μρει στα χρνια της εξορας. Το "Ημερολγιο" γινε ργο εθνικ κι ταν σως προμελετημνο για να αποκαταστσει τη φμη του συγγραφα του ενπιον του αυτοκρτορα καθς περιχει κολακεες για την αυτοκρατορικ οικογνεια και ναν ντονο πατριωτισμ.
     Οι "Μεταμορφσεις", επικ ποημα σε 6μετρους, σε 15 βιβλα, για τις μεταμορφσεις των ανθρπινων ντων απ το χος ως την αποθωση του Κασαρα, αποτελε μια τερστια πινακοθκη μυθικν παραδσεων. Στο ργο αυτ που αποτελε σως το σπουδαιτερο του ποιητ, δνει τον καλτερο εαυτ του. Λαμπρς εικνες, γεμτες φαντασα, δεχνουν τι ο ποιητς γνωρζει πργματι να αποδδει θαυμαστ την ψυχικ κατσταση του πανικο και της κατπληξης των ντων που μεταμορφνονται τη στιγμ κατ την οποα μεταβλλονται σταδιακ σε φυτ, ζο πτρα, εν το πνεμα διατηρε καθαρ ανθρπινα συναισθματα. Εναι φανερ πως ο Οβδιος με το ργο αυτ επιδικει να κνει κνει μια συνολικ αναφορ λης της λογοτεχνας, απ τον μηρο και την τραγωδα της Αθνας και της Ρμης μχρι τους συγχρνους του. Σχεδν λες οι ιστορες των ανθρπινων μεταμορφσεων εναι ερωτικς ιστορες γεμτες πθος εμπλουτισμνες με μυθιστορηματικ στοιχεα. Ο κσμος του ποιματος αποτελεται απ ψεις, μεταμφισεις, σκις, αντικατοπτρισμος που τρφουν την ανθρπινη ελπδα με κθε μεταμρφωση να αποτελε ναν θνατο και τσι το περιεχμενο να δνει μια ασθηση θλψης. Σε λες τις εποχς μχρι σμερα, οι ρωες του Οβιδου, Φαθων, Νρκισσος, Δφνη και πολλο λλοι, υπρξαν πολ δημοφιλες, εν το διο αυτ θμα των Μεταμορφσεων στθηκε πηγ μπνευσης για λες τις τχνες.
     μως, εν ο ποιητς βρσκεται στο απγειο της δξας του, ο Αγουστος το 8 μ.Χ. τον εξορζει στους μακρινος και παγωμνους Τμους της Μαρης Θλασσας (σημεριν Κωστντζα της Ρουμανας). Η πραγματικ αιτα της εξορας του Οβιδου εξακολουθε να παραμνει αδιευκρνιστη, εν πολυριθμες και συχν ευφνταστες πιθανς εξηγσεις χουν διατυπωθε δη απ την αρχαιτητα. Ο διος ο ποιητς επανρχεται συχν στην ποηση της εξορας στο θμα της εξορας του. Στα Tristia 2.207 γρφει τι δο εναι οι αιτες που οδγησαν στην εξορα του (perdiderint cum me duo crimina, carmen et error): να ποημα (carmen) κι να σφλμα (error). Πσω απ το ποημα (carmen) κρβεται η Ars amatoria, η οποα στο πλασιο του ηθικοπλαστικο προγρμματος του Αυγοστου ηχοσε μλλον παρταιρα. σον αφορ το σφλμα (error) ο ποιητς κρατ το στμα του ερμητικ κλειστ.
     Μετ τη ξαφνικ εξορα του, εγκαταλεπει τη φανταστικ και ζωηρ αφηγηματικ ποηση κι επιστρφει στην ελεγεα. Το ργο του "σματα θλιβερ" (Tristia) αποτελεται απ 5 βιβλα ελεγειν, που διεκτραγωδε την κατσταση του και ικετεει για τη βελτωση της. Οι "Επιστολς απ τον Πντο" (Epistulae ex Ponto) εναι 4 βιβλα ελεγειν, του διου ψυχολογικο κλματος, τις οποες απευθνει σε ισχυρος φλους του. Το "βις" (Ibis), που γρφηκε λγο μετ την φιξ του στους Τμους, να να μακροσκελς και περτεχνο ανθεμα ενντια σε κθε αννυμο εχθρ.
     Ωστσο η ζω του δεν ταν πντα θλιμμνη. Αφο εξοικειθηκε με την ιδα τι η εξορα αυτ θα ταν η μνιμη πατρδα του, ρχισε να βλπει μερικς θετικς πλευρς στον νο τπο διαμονς του και στους κατοκους του. δειξε ενδιαφρον για την ιστορα του τπου και την πολιτικ και συνθεσε ποιματα στην τοπικ γλσσα. Ο Οβδιος, εκτς απ νας που χρηκε τις ομορφις της ζως και του μθου, υπρξε, ταυτχρονα, μια τραγικ μορφ, που πθανε στην εξορα δυστυχισμνος, θμα ηγεμονικς δυσμνειας.
     Καταδικστηκε, τον Νομβριο του τους 8 μ.Χ., σε εξορα, κατ διαταγ του αυτοκρτορα Αυγοστου. Η εδηση αυτ για το πθημα του Οβιδου, μλις γινε γνωστ στη Ρμη, προκλεσε απεργραπτη συγκνηση που δεν περιορσθηκε μνο μεταξ του κσμου της πολιτικς και των Γραμμτων, αφο λοι ξεραν το μεγλο ταλντο του ποιητ και τις κατακτσεις του ανμεσα στο "ωραο φλο" της εποχς. ταν αυτς που εχε διδξει τη στρατηγικ της ερωτικς γοητεας με το περφημο ργο του "Η τχνη του ρωτα" και τη ρωμακ κι ελληνικ μυθολογα με τις σπουδαες "Μεταμορφσεις", που αποκλθηκαν η "Ββλος των ποιητν".
     Εκτς μως απ τη συγκνηση, γεννθηκε απορα για τα ατια της ποινς του, αφο οτε η Σγκλητος οτε κποιο δικαστριο την εχαν επιβλει. ταν μια περεργη υπθεση, αφο κατηγορθηκε για εσχτη προδοσα, δικστηκε στο ιδιατερο δικαστριο του αυτοκρτορα κι η απφαση πρθηκε κι ανακοινθηκε απ τον διο τον αυτοκρτορα. Αν και δεν του αφαιρθηκαν τα πολιτικ του δικαιματα κι η περιουσα του, οτε του απαγορεθηκε να συνθτει ποιματα και να επικοινωνε με τους δικος του ανθρπους, τα βιβλα μως αποσρθηκαν απ τις δημσιες βιβλιοθκες και κυκλοφοροσαν μνο ιδιωτικ, μεταξ φλων.
     Οι ερευνητς σε διφορες εποχς προσπθησαν να εξηγσουν αυτ τη στση του Αυγοστου απναντι στον Οβδιο. λλοι πιστεουν πως ο Αγουστος θλησε να παγισει να ηθικ κλμα τιμωρντας τον ελευθεριζοντα ποιητ, λλοι, μως, φρονον τι η αυτοκρατορικ δυσμνεια ταν πολιτικς φσεως, γιατ ο Οβδιος εχε ανμειξη στους ανταγωνισμος για τη διαδοχ του Αυγοστου.
     Ο Αγουστος που ξερε να αποφεγει τα δημσια σχλια, αφο μχρι σμερα μυστριο καλπτει την υπθεση αυτ, εξρισε τον Οβδιο στους Τμους, να λιμνι στα σνορα της αυτοκρατορας, κοντ στις εκβολς του Δοναβη, περιοχ με πολ σχημο κλμα, εκτεθειμνο στις περιοδικς επιθσεις τν γρω βαρβαρικν φλων. Βιβλα και εκπολιτισμς δεν υπρχαν και μσα στη μοναξι του ο ποιητς (η γυνακα του εχε μενει στη Ρμη στε να μεσολαβσει σε ισχυρος φλους υπρ του νδρα της) ρχισε και πλι να γρφει σε πιο προσωπικ και ενδοσκοπικ φος.
     Επ 9 ολκληρα χρνια μχρι τον θνατ του, υπφερε διαρκς και το αποτπωνε αυτ με τα ελεγεα και τα μηνματα προς τους φλους, τη γυνακα του και τον ασυγκνητο αυτοκρτορα. Στον τπο της εξορας του, ανμεσα στους λγους Ρωμαους λεγεωνριους και στους εγχριους πληθυσμος, ο Οβδιος δεν παει να ονειρεεται τη Ρμη της παλαις ευτυχας του και να εκλιπαρε την επιεκεια του αυτοκρτορα, με συνεχ μηνματα χωρς μως να πετχει ποτ τον επαναπατρισμ του. Τελικ, ο Οβδιος πθανε στην εξορα στους Τμους γρω στο 17 μ.Χ.
     Απ τις παραπνω χρονολογες εκολα προκπτει τι ο Οβδιος εναι νας ποιητς ανμεσα σε δο εποχς. Η ζω και το ργο του καλπτουν τη μετβαση απ το τλος της αυγοστειας στις αρχς της αυτοκρατορικς εποχς. Σε σχση με τους λλους αυγοστειους ποιητς (πως Βιργλιος, Ορτιος, Προπρτιος, Τβουλλος) ο Οβδιος δε γνρισε τη φρκη των εμφυλων πολμων, αλλ ζησε ως ενλικας εξολοκλρου στα χρνια διακυβρνησης του Αυγοστου. Γι’ αυτν η pax Augusta εναι μια αυτονητη πραγματικτητα κι χι να δρο μετ απ 10ετες αναταραχν· κι αυτ εναι κτι που αντικατοπτρζεται ξεκθαρα στο ργο του.
     Ο Οβδιος υπρξε πολυγραφτατος. Με εξαρεση τις επικς Μεταμορφσεις, λα τα ργα του εναι γραμμνα σε ελεγειακ δστιχο, γεγονς που προδδει τη θεμελιωδς ελεγειακ του ιδιοσυγκρασα. Το κατεξοχν ελεγειακ του ργο, με το οποο ξεκνησε την ποιητικ σταδιοδρομα του, εναι οι Amores. Πρκειται για μια συλλογ ερωτικν ελεγειν, που ο ποιητς σε πρτο πρσωπο εκφρζει τα ερωτικ του συναισθματα προς την αγαπημνη του, η οποα χει το λογοτεχνικ ψευδνυμο Κορννα (Corinna). Στη μορφ που σζεται σμερα η συλλογ αποτελεται απ τρα βιβλα. Γνωρζουμε τι αυτ εναι η δετερη κδοση, εν η πρτη περιλμβανε πντε βιβλα. Η πληροφορα προρχεται απ το επγραμμα που γραψε ο διος ο ποιητςως πρλογο στη δετερη κδοση του ργου του.
      Ο Οβδιος χρονολογικ εναι ο τελευταος στη σειρ των ελεγειακν ποιητν της αυγοστειας περιδου. Ο Προπρτιος, ο Τβουλλος και ο πρδρομς τους Κορνλιος Γλλος εχαν δη θσει τα βασικ μοτβα και τις συμβσεις του εδους, αφνοντας ελχιστο χρο για καινοτομα και πρωτοτυπα. Ο ποιητς χοντας επγνωση της επιγονικτητς του καταφρνει με το ανεξντλητο ταλντο του και την ανλαφρη διθεσ του να υπερβε τις συμβσεις της ερωτικς ελεγεας και να τη φτσει στην τλει της ανπτυξη. Οι Amores του σηματοδοτον το τλος του εδους στη Ρμη.
     Η παρωδα και το χιομορ κυριαρχον στο ργο του και το κνουν να ξεχωρζει απ εκενο του Τβουλλου και του Προπρτιου. Ο Οβδιος φτνει την ερωτικ ελεγεα σε οριακ σημεο χωρς δυναττητα περαιτρω εξλιξης. Αυτ που για τον Προπρτιο ταν ζτημα ζως και θαντου, για τον Οβδιο δεν εναι παρ μια αφορμ για να ξεδιπλσει την ειρωνεα του νεωτερικο του παιχνιδιο. Ο ρωτας δεν εναι τσο να ντονο βωμα σο υλικ για λογοτεχνικ επεξεργασα με κρια χαρακτηριστικ τον σαρκασμ και την αυτοειρωνικ αποστασιοποηση. Ο Οβδιος επιζητε κατ καννα την πση θυσα διασκδαση του αναγνστη. Ο διος μπορε να μην επεκτενει το θεματικ πεδο της ελεγεας, πως ενδεχομνως να περμενε κανες, ωστσο αποκαλπτει την ποιητικ μαεστρα του στην αναζτηση τρπων ειρωνικς επεξεργασας και εντλει ανατροπς της σοβαροφνειας και του κρους που εξ ορισμο ενχει η λογοτεχνικ παρδοση.

         Εισαγωγικ σημεωμα για το Ειδλλιον 1.6

     Στην ελεγεα 1.6 των "Amores" ο Οβδιος αναπτσσει το μοτβο του παρακλαυσθυρου, πως καναν πιο μπροστ ο Τβουλλος (1.2) και ο Προπρτιος (1.16), ωστσο, κατ τη γνωστ του συνθεια, προχωρ σε παιγνιδεις διαφοροποισεις κι απρσμενες ανατροπς. Η αντικατσταση της domina, του αναμενμενου δηλαδ αποδκτη του παρακλαυσθυρου, χι απ την πρτα, πως συμβανει στον Τβουλλο (1.2.7 κ.εξξ.) και τον Προπρτιο (1.16.17 κ.εξξ.), αλλ απ τον δολο-θυρωρ εναι ενδεικτικ της χιουμοριστικς διθεσης του ποιητ.
     Εξσου απρσμενη και παιγνιδης εναι η επανεπεξεργασα πολλν γνωστν χαρακτηριστικν του μοτβου μες στο ποημα. Τλος, αξζει να σημειωθε πως η ελεγεα 1.6 εμφανζει πολλ κοιν γνωρσματα με suasoriaγεγονς που ο καλ ασκημνος στη ρητορικ Οβδιος, εκμεταλλεεται στο πακρο μ’ εξαιρετικ αποτελσματα.

                           Amores 1.6

Ianitor ‒indignum!‒ dura religate catena,
difficilem moto cardine pande forem!
quod precor, exiguum est ‒aditu fac ianua parvo
obliquum capiat semiadaperta latus.
longus amor tales corpus tenuavit in usus
aptaque subducto pondere membra dedit.
ille per excubias custodum leniter ire
monstrat: inoffensos derigit ille pedes.

at quondam noctem simulacraque vana timebam;
mirabar, tenebris quisquis iturus erat.
risit, ut audirem, tenera cum matre Cupido
et leviter ‘fies tu quoque fortis’ ait.
nec mora, venit amor ‒non umbras nocte volantis,
non timeo strictas in mea fata manus.
te nimium lentum timeo, tibi blandior uni;
tu, me quo possis perdere, fulmen habes.

adspice ‒ uti videas, inmitia claustra relaxa‒
uda sit ut lacrimis ianua facta meis!
certe ego, cum posita stares ad verbera veste,
ad dominam pro te verba tremente tuli.
ergo quae valuit pro te quoque gratia quondam‒
heu facinus!‒pro me nunc valet illa parum?
redde vicem meritis! grato licet esse quod optas.
tempora noctis eunt; excute poste seram!

excute! sic, inquam, longa relevere catena,
nec tibi perpetuo serva bibatur aqua!
ferreus orantem nequiquam, ianitor, audis,
roboribus duris ianua fulta riget.
urbibus obsessis clausae munimina portae
prosunt; in media pace quid arma times?
quid facies hosti, qui sic excludis amantem?
tempora noctis eunt; excute poste seram!

non ego militibus venio comitatus et armis;
solus eram, si non saevus adesset Amor.
hunc ego, si cupiam, nusquam dimittere possum;
ante vel a membris dividar ipse meis.
ergo Amor et modicum circa mea tempora vinum
mecum est et madidis lapsa corona comis.
arma quis haec timeat? quis non eat obvius illis?
tempora noctis eunt; excute poste seram!

lentus es: an somnus, qui te male perdat, amantis
verba dat in ventos aure repulsa tua?
at, memini, primo, cum te celare volebam,
pervigil in mediae sidera noctis eras.
forsitan et tecum tua nunc requiescit amica‒
heu, melior quanto sors tua sorte mea!
dummodo sic, in me durae transite catenae!
tempora noctis eunt; excute poste seram!

fallimur, an verso sonuerunt cardine postes,
raucaque concussae signa dedere fores?
fallimur ‒impulsa est animoso ianua vento.
ei mihi, quam longe spem tulit aura meam!
si satis es raptae, Borea, memor Orithyiae,
huc ades et surdas flamine tunde foris!
urbe silent tota, vitreoque madentia rore
tempora noctis eunt; excute poste seram!

aut ego iam ferroque ignique paratior ipse,
quem face sustineo, tecta superba petam.
nox et Amor vinumque nihil moderabile suadent;
illa pudore vacat, Liber Amorque metu.
omnia consumpsi, nec te precibusque minisque
movimus, o foribus durior ipse tuis.
non te formosae decuit servare puellae
limina, sollicito carcere dignus eras.

iamque pruinosus molitur Lucifer axes,
inque suum miseros excitat ales opus.
at tu, non laetis detracta corona capillis,
dura super tota limina nocte iace!
tu dominae, cum te proiectam mane videbit,
temporis absumpti tam male testis eris.
qualiscumque vale sentique abeuntis honorem;
lente nec admisso turpis amante, vale!
vos quoque, crudeles rigido cum limine postes
duraque conservae ligna, valete, fores!

                   ρωτες 1.6

Της θρας Φλακα βαρι αλυσοδεμνε -τι ντροπ!-
Στρψε λγο το μεντεσ κι νοιξ’ τη σκληρ πρτα!
Λγο ζητ. Κν’ τη να μενει μια σταξι ανοιχτ,
μια χαραμδα για να μπω, μου εναι πλον αρκετ,
κι εκολα μσα της γλυστρ απ το πλγι.

Με λπτυνεν ο ρωτας, χωρ χωρς τα πχη
τα μλη μου λιανστηκαν για ττοια πρακτικ.
Αυτς μου δεχνει βματα, να ‘λαφροπερπατ
κι απ’ τις σκοπις να ξεγλιστρ, των δολων.

Παλι φοβμουν τη νυχτι με τα φαντσματ της.
Θαμαζα τν που τη πατε, φοβα στα σκοτδια.
Γλασ’  ο ρως, κουσα, με τη μητρα του μαζ
και λει χαρομενα: «Κι εσ θα γνεις ρως».
Κι αμσως του με γρπωσε. Δε σκιζομαι σκις
που μες στη νχτα πηλαλον και χρια που πετονε
στρφοντας γρω ζοφερ και μλλον, μου απειλονε.

Μονχα εσνα σκιζομαι, και θα σε καλοπισω,
π’ αδιφορα κρτας βροντ, και θα με καταστρψεις,
εσ που ‘σαι ανλγητος στον πνο το δικ μου.
Αν ξεκλειδσεις τ’ς σπλαχνες τις κλειδαρις, στη πρτα
μπορες να δεις πως μοσκεψε, απ τα δκρυ μου.

Εγ και σε προσττεψα γυμν, προ μαστιγου,
λγοντας στην αφντρα σου καλ λγια για σνα.
Λοιπν η χρη σου ‘γινε, κνε μου μια και μνα.
Κνε την ανταπδοση, σ’ αυτ τη καλωσνη,
κι πειτα πτυχες: αυτ που θες θα γνει.

Τη θρα ξεμαντλωσε κι η νχτα ξεγλιστρει!

νοιξε και θ’ απαλλαγες απ’ τη βαρι αλυσδα
και δε θα πνεις συνεχς του δολου το νερκι!
Της θρας Φλακα σκληρ, ακος τις ικεσες,
κι ακλνητη, μ’ ενσχυση απ οξυς κορμκι,
η πρτα μνσκει σφαλιστ, μταιο τσο κλμα.

Στις πλεις εναι χρσιμο ετοτο το μαντλωμα
της θρας, σε καιρ πολιορκας, μα σ’ ειρνη
δεν χεις πλα απναντι που πρπει να φοβσαι.
Αν φοβηθες τον εραστ, στα πλα τι θα κνεις;

Τη θρα ξεμαντλωσε κι η νχτα ξεγλιστρει!

Χωρς στρατος και οπλος φτασα εδ πρα.
Και μνος θα ’μουνα εν δεν ρχοταν ο ρως.
Σκληρς και πως κι αν θελα, να τονε παρατσω,
πιο εκολο θα τανε να χωριστ στα δο.
Συντρφοι μου λοιπν ρως και νθος ονος,
σειον το στεφνι που ‘χω στα μυρωμνα μου μαλλι.
Εναι αυτο οχτρο, που πρπει τσο να φοβσαι;

Τη θρα ξεμαντλωσε κι η νχτα ξεγλιστρει!

Ακμα εσαι απρθυμος; σε πρε τχα ο πνος
(εθε να σε χαλσει) και του εραστ τα λγια
στον νεμο σκορπνε, μη μπανοντας στ’ αυτι σου;
Θυμμαι ομς το μτι σου γαρδα να ξαγρυπν,
σαν θελα κτω απ’ της νχτας τ’ στρα να σου φγω.
σως, στο πλι σου, τυχερ, ναν’ η αγαπημνη σου
τρα, (και πσο, αλμονο η τχη σου καλτερη).
Και τσι βλε σε μνα τις σκληρς σου αλυσδες!

Τη θρα ξεμαντλωσε κι η νχτα ξεγλιστρει!

Μου φνηκε πως κουσα το μεντεσ να τρζει
και πως γυρσανε τριχτ, της θρας τα πορτφυλλα!
Γελστηκα! νεμος ξερς χτυπ το πορτοθρι.
Κρμα και πσον λπισα σε τοτονε τον χο.
Θυμσαι, τχα, π’ ρπαξες, Βορι, την Ωρειθια,
λα κι εδ με δναμη, χτπα τη κοφια θρα!
συχη η πλη και υγρ στο ποσι της αυγολας!

Τη θρα ξεμαντλωσε κι η νχτα ξεγλυστρει!!

Ειδλλως μ’ πλα θα σου ‘ρθ, με ξφος και με φλγα,
που θα τη τρφει ο πυρσς, κι επθεση θα κνω.
Κρασ μαζ με τη νυχτι, κακο συμβολοι εναι.
Κενα δε ξρουνε ντροπ κι ο ρως απ φβο.
λα τα εδοκμασα, ικεσες, κατρες κι απειλς
και τποτα δεν κατφερα για να σε συγκινσω
τι εσ’ απ’ τη θρα πιο σκληρς κι εκενη δεν ανογεις.
Δε σου ταιριζει να φυλς μορφης νιας κατφλι
εσ κλλιο σε κτεργο αρμζει να φυλττεις.

Η ροδοδχτυλη αυγ σιμνει με τ’ αμξι
και το πουλ της που καλε τους δστυχους εργτες.
Κι ιδο στεφνι δστυχο, σε βγνω απ’ τα μαλλι μου
και σε πετ σε τοτο το σκληρτατο κατφλι,
εκε να μενεις μρτυρας στην πονη κυρ μου,
να δει πως πρασα σχημα τοτη τη μαρη νχτα.

ποιος κι αν εσαι Φλακα, δξου τη παινεσι μου
τρα που φεγω, να σου πω πως δε ντροπιστης διλου
αφνοντας τον Εραστ να μπε στη πλη. Γει σου!
Κι εσ… κι εσ, πρτα σκληρ με το τραχ κατφλι
και τα σκληρ πορτφυλλα, δολοι της πο ‘στε, γει σας!

Αριστοφνης (Εκκλησιζουσες 938 -975)

ΝΕΑΝΙΑΣ: εἴθ᾽ ἐξῆν παρὰ τῇ νᾳ καθεδειν,
καὶ μὴ ᾽δει πρτερον διασποδῆσαι
ἀνσιμον ἢ πρεσβυτραν·
οὐ γὰρ ἀνασχετὸν τοῦτ γ᾽ ἐλευθρῳ.
ΓΡ. Α’:  οἰμζων ἄρα, νὴ Δα, σποδσεις·
οὐ γὰρ τἀπὶ Χαριξνης τδ᾽ ἐστν.
κατὰ τὸν νμον ταῦτα ποιεῖν
ἐστι δκαιον, εἰ δημοκρατομεθα.
ἀλλ᾽ εἶμι τηρσουσ᾽ ὅ τι καὶ δρσεις ποτ.
ΝΕΑΣ. εἴθ᾽, ὦ θεο, λβοιμι τὴν καλὴν μνην,
ἐφ᾽ ἣν πεπωκὼς ἔρχομαι πλαι ποθῶν.
ΚΟΠ.: ἐξηπτησα τὸ κατρατον γρᾴδιον·
φροδη γρ ἐστιν οἰομνη μ᾽ ἔνδον μνειν.
ἀλλ᾽ οὑτοσὶ γὰρ αὐτὸς οὗ ᾽μεμνμεθα.
δεῦρο δ, δεῦρο δ,
φλον ἐμν, δεῦρ μοι
πρσελθε καὶ ξνευν μοι
τὴν εὐφρνην ὅπως ἔσει.
πνυ γρ τις ἔρως ‹δεινς› με δονεῖ
τῶνδε τῶν σῶν βοστρχων.
ἄτοπος δὲ πθος τις μοὔγκειται
ὅς με διακνασας ἔχει.
μθες, ἱκνοῦμα σ᾽, Ἔρως,
καὶ πησον τνδ᾽ ἐς εὐνὴν
τὴν ἐμὴν ἱκσθαι.
ΝΕΑΣ.:  δεῦρο δ, δεῦρο δ,
φλον ‹ἐμν›, καὶ σ μοι
καταδραμοῦσα τὴν θραν
ἄνοιξον [τνδ᾽]· εἰ δὲ μ, καταπεσὼν κεσομαι.
ἀλλ᾽ ἐν [τῷ] σῷ βολομ᾽ ‹ἐγὼ› κλπῳ
πληκτζεσθαι μετὰ [τῆς] σῆς πυγῆς.
Κπρι, τ μ᾽ ἐκμανεις ἐπὶ τατῃ;
μθες, ἱκνοῦμα σ᾽, Ἔρως,
καὶ πησον τνδ᾽ ἐς εὐνὴν
τὴν ἐμὴν ἱκσθαι.
καὶ ταῦτα μντοι μετρως πρὸς τὴν ἐμὴν ἀνγκην
εἰρημν᾽ ἐστν. σὺ δ μοι, φλτατον, ὢ ἱκετεω,
ἄνοιξον, ἀσπζου με·
δι τοι σὲ πνους ἔχω.
ὦ χρυσοδαδαλτον ἐμὸν μλημα, Κπριδος ἔρνος,
μλιττα Μοσης, Χαρτων θρμμα, Τρυφῆς πρσωπον,
ἄνοιξον, ἀσπζου με·
δι τοι σὲ πνους ἔχω.

- - - - - -

ΠΑΛΙΚΑΡΙ (μνο του)
Να μποροσα την κοπλα να ξαπλσω
κι χι πρτα να δροσσω στανικ μου
πλατσομτα και μπαμπγρια σιχαμνη·
ντροπ θα ᾽ταν για λετερο Αθηναο.
Α’ ΓΡΑΙΑ.
Σκοζε, πλνταζε, σο θλεις, μορφονι μου.
Πρτα εμνα θα δουλψεις, λει ο νμος
ο καινοργιος. Τα παλι να τα ξεχσεις
εναι τρ᾽ αληθιν δημοκρατα!
(κουβεντιαστ)
Πω μσα να βιγλζω τ θα κνει.
ΠΑΛ. (μνο του)
Βηθα, θε μου, να τη βρω μονχη
τη μικρολα. Γι᾽ αυτν τα ᾽πια κι ρθα,
απ καιρν πολν τη λαχταρ.
ΚΟΠ. (βγανοντας στο παρθυρο)
Καταραμνη στργκλα, σε ξεγλασα!
Πει, χθηκε, θαρρντας με πως θα ᾽μνησκα
κλεισμνη μσα. Ν το παλικρι!
Αυτς εναι κι αυτν ονειρευμουνα.
(τραγουδιστ)
Κατ δω, κατ δω, παλικρι.
Κατ δω, ζγωσ με αγαπκι,
μην αργες να πλαγισεις μαζ μου
να χαρες το κορμ μου νυχτρι.
Με τραντζει καημς και λαχτρα
για τα ωραα κατσαρ σου μαλλκια.
Βηθα, βηθα, Ερωτθεε, και κνε
τ᾽ ομορφπαιδο ν ᾽ρθει να πσει
στο δικ μου κρεβτι.
ΠΑΛ.
Κατ δω, κατ δω, κοπελι μου,
αγαπολα μου καμαροφρδα.
λα κτου τρεχλα ν᾽ ανοξεις,
δεν κρατιμαι, θα πσω στο δρμο,
στο ζεστ σου τον κρφο να γερω
τα κρουστ σου μερι να φουχτσω.
Αφροδτη, με τρλανες. Τρξε,
βηθησ με και κνε την ν ᾽ρθει
στο δικ μου κρεβτι.
Μαλαματνιο γκλφι μου,
της Αφροδτης γννα,
νοιξε να μ᾽ αγκαλισεις
τι με λλανεν ο πθος!
νοιξε να μ᾽ αγκαλισεις
και να με νεκραναστσεις.
Εναι φτωχ τα λγια μου
μπρος στον βαρ καημ μου.
Και συ, ποθοκρατρισσα κυρ,
συμπνεσ με.
και των Μουσν η μλισσα
και θρμμα των Χαρτων,
νοιξε να μ᾽ αγκαλισεις
τι με λλανεν ο πθος!

μτφ.: Ιωννη Πολμη

                                                   Θεκριτος

     Ο Θεκριτος (Συρακοσες 315 π.Χ.-260 π.Χ.) ταν νας απ τους σημαντικτερους ποιητς της Ελληνιστικς εποχς, πρωτοπρος της βουκολικς ποησης που νθισε περπου τον 3ο π.Χ αινα. Για τη ζω του Θεκριτου δε διαθτουμε πολλς πληροφορες, εν σα γνωρζουμε προρχονται κυρως απ το διο το ργο του.
     Πιθαντερη χρονικ περοδος γννησς του θεωρεται το 315 π.Χ. περπου, καθς η ακμ του συνπεσε με την 124η Ολυμπιδα (284-280 π.Χ.). Σχετικ με τον τπο καταγωγς του, μα ευρτερα αποδεκτ θερηση εναι πως γεννθηκε στις Συρακοσες, ποψη που φανεται να επιβεβαινεται και μσα απ το διο το ργο του (Ειδλλιο XXVIII, στ. 16-18). Θεωρεται επσης πολ πιθαν πως ζησε στην Κω, την Αλεξνδρεια καθς και στην Αγυπτο την περοδο του Πτολεμαου Β'.
     Ο Θεκριτος αναγνωρζεται ως νας απ τους σημαντικος ποιητς του αρχαου κσμου. Απ το σνολο του ργου του, διασθηκαν τριντα ποιματα, που αργτερα συγκεντρθηκαν κτω απ το γενικ ττλο Ειδλλια.
     Αμφιβολες χουν διατυπωθε και ως προς τη γνησιτητα 8 ειδυλλων και συγκεκριμνα για τα υπ'αριθμν 8, 9, 19, 20, 21, 23, 26 και 27. Ο ρος ειδλλια χρησιμοποιθηκε πιθανν λγω της μικρς κτασης των ποιημτων, αντθετα με τα πη. Επλλια δηλ. ειδλλια (αγλ.Idyls) μοιζουν με το πος, γιατ αφηγονται περιπτειες ηρων, αλλ εναι πολ πιο σντομα και πραγματεονται το θμα τους με φυσικτερο τρπο και πιο νετη διθεση. Κυρως ασχολονται με το δωρικ ρωα Ηρακλ (Ηρακλσκος, λας) και σ’ αυτ ανκει και το μεγαλτερο ποημα του Θεοκρτου, ο "μνος Εις Διοσκορους".
     Στο Θεκριτο αποδδονται επιπλον 16 επιγρμματα της Παλατινς Ανθολογας, πολλ απ τα οποα μως δε θεωρονται γνσια. Στη 2η κατηγορα των ποιημτων του κατατσσονται τα επιγρμματ του με τα οποα, πως και με εκενα του Καλλμαχου, το εδος αυτ φτασε στο υψηλτερ του σημεο κατα την Αλεξανδριν εποχ. Πολλ φανεται τι γρφτηκαν για πραγματικ περιστατικ κι αρκετ εκτς απ την ομορφι τους, εναι και πολ πνευματδη. Ξεχωρζει μια μαδα επιγραμμτων που φανεται να γρφτηκαν για να χαραχτον στη βση αγαλμτων ποιητν: Αρχλοχου, Ανακροντα, Ιππνακτα, Επχαρμου, Πεισνδρου απ την Κμειρα. Μερικ, τλος φανονται σαν ελεγεες κι αναγγλουν την λατινικ ελεγεα του Σξτου Προπρτιου.
     Σε μια 3η κατηγορα μπορον να περιληφθον τα υπλοιπα ποιματα του Θεκριτου: "παινοι" (π.χ. στον Ιρων Β’ των Συρακουσν, στον Πτολεμαο Φιλδελφο), συνοδευτικ δρων (Ηλακτη) κ.α, πως και το κομψ στιχουργικ παιχνδι η "Σριγξ", νας γρφος σε στχους που η κτασ του ποικλλει τσι, στε το κεμενο να μοιζει με απεικνιση του γνωστο ποιμενικο πνευστο, της φλογρας.
     Με το ποιητικ του ργο, ο Θεκριτος αποτλεσε τον ιδρυτ της αποκαλομενης και βουκολικς ποησης. Σε αρκετ ποιματα των "Ειδυλλων" η θεματολογα βασζεται στον ποιμενικ βο, εν τα υπλοιπα στηρζονται σε θματα μυθικο ερωτικο περιεχομνου, χωρς να απουσιζουν και μνοι ποιματα επικο χαρακτρα. Η γλσσα που χρησιμοποησε ο Θεκριτος ταν η δωρικ διλεκτος, αλλ συναντται επσης ιωνικ -κυρως σε ποιματα επικο φους- κι αιολικ. Σχεδν το σνολο των "Ειδυλλων" εναι γραμμνο σε δακτυλικ εξμετρο.
     Η επδραση της ποησης του Θεκριτου ταν σημαντικ και αρκετο μεταγενστεροι ποιητς μιμθηκαν το φος του. Θεωρεται εμφανς και στην ποηση του Βιργλιου, ειδικτερα στο ργο του Εκλογς ( Βουκολικ) και του Σξτου Προπρτιου.

                                                       ΣΟΥΔΑ

ἔστι καὶ ἕτερος Θεόκριτος, Πραξαγόρου καὶ Φιλίννης, οἱ δὲ Σιμμίχου∙ Συρακούσιος, οἱ δέ φασι
Κῷον∙ μετῴκησε δὲ ἐν Συρακούσαις. οὗτος ἔγραψε τὰ καλούμενα Βουκολικὰ ἔπη Δωρίδι διαλέκτῳ.
τινὲς δὲ ἀναφέρουσιν εἰς αὐτὸν καὶ ταῦτα∙ Προιτίδας, Ἐλπίδας, Ὕμνους, Ἡρωΐνας, Ἐπικήδεια μέλη,
ἐλεγείας καὶ ἰάμβους, ἐπιγράμματα. ἰστέον δὲ ὅτι τρεῖς γεγόνασι Βουκολικῶν ἐπῶν ποιηταί,
Θεόκριτος οὑτοσί, Μόσχος Σικελιώτης καὶ Βίων ὁ Σμυρναῖος, ἔκ τινος χωριδίου καλουμένου Φλώσσης.

                     ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Ἄλλος ὁ Χῖος∙ ἐγὼ δὲ Θεόκριτος, ὃς τάδ᾽ ἔγραψα,
εἷς ἀπὸ τῶν πολλῶν εἰμὶ Συρηκοσίων,
υἱὸς Πραξαγόραο περικλειτῆς τε Φιλίνης,
μοῦσαν δ᾽ ὀθνείην οὔτιν᾽ ἐφελκυσάμην.

          Το Πρτο Σκαλ

Εις τον Θεκριτο παραπονιονταν
μια μρα ο νος ποιητς Ευμνης:

«Τρα δυο χρνια πρασαν που γρφω
κι να ειδλλιον καμα μονχα.
Το μνον ρτιν μου ργον εναι.
Aλλομονον, εν' υψηλ το βλπω,
πολ υψηλ της Ποισεως η σκλα,
κι απ’ το σκαλ το πρτο εδ που εμαι
ποτ δεν θ’ ανεβ ο δυστυχισμνος

Επ' ο Θεκριτος: «Aυτ τα λγια
ανρμοστα και βλασφημες εναι.
Κι αν εσαι στο σκαλ το πρτο, πρπει
νσαι υπερφανος κι ευτυχισμνος.
Εδ που φθασες, λγο δεν εναι,
τσο που καμες, μεγλη δξα.

Κι αυτ ακμη το σκαλ το πρτο
πολ απ τον κοιν τον κσμο απχει.
Εις το σκαλ για να πατσεις τοτο
πρπει με το δικαωμ σου να 'σαι
πολτης εις των ιδεν την πλι.
Και δσκολο στην πλι εκενην εναι
και σπνιο να σε πολιτογραφσουν.

Στην αγορ της βρσκεις Νομοθτας
που δεν γελ καννας τυχοδικτης.
Εδ που φθασες, λγο δεν εναι,
τσο που καμες, μεγλη δξα

Κωνσταντνος Καβφης

----------------------------------------------------------

                           Ειδλλια 3.23

᾿Ανρ τις πολφιλτρος ἀπηνος ἤρατ᾽ ἐφβω,
τὰν μορφὰν ἀγαθῶ, τὸν δὲ τρπον οὐκθ᾽ ὁμοω.
μσει τὸν φιλοντα καὶ οὐδὲ ἓν ἅμερον εἶχε,
κοὐκ ᾔδει τὸν ῎Ερωτα, τς ἦν θες, ἡλκα τξα
χερσὶ κρατεῖ, πῶς πικρὰ βλη ποτικρδια βλλει·
πντα δὲ κἠν μθοισι καὶ ἐν προσδοισιν ἀτειρς.
οὐδ τι τῶν πυρσῶν παραμθιον, οὐκ ἀμρυγμα
χελεος, οὐκ ὄσσων λιπαρὸν σλας, οὐ ῥοδμαλον,
οὐ λγος, οὐχὶ φλαμα, τὸ κουφζει τὸν ἔρωτα.
οἷα δὲ θὴρ ὑλαῖος ὑποπτεῃσι κυναγς,
οὕτως πντ᾽ ἐποει ποτὶ τὸν φλον· ἄγρια δ᾽ αὐτῷ
χελεα καὶ κῶραι δεινὸν βλπος· εἶχε γὰρ ὄγκον·
τᾷ δὲ χολᾷ τὸ πρσωπον ἀμεβετο, φεῦγε δ᾽ ἀπὸ χρὼς
ὕβριν τᾶς ὀργᾶς περικεμενος. ἀλλὰ καὶ οὕτως
ἦν καλς· ἐξ ὀργᾶς ἐρεθζετο μᾶλλον ἐραστς.
λοσθιον οὐκ ἤνεικε τσαν φλγα τᾶς Κυθερεας,
ἀλλ᾽ ἐλθὼν ἔκλαιε ποτὶ στυγνοῖσι μελθροις,
καὶ κσε τὰν φλιν, οὕτω δ᾽ ἀνενεκατο φωνν·
‘῎Αγριε παῖ καὶ στυγν, κακᾶς ἀνθρεμμα λεανας,
λινε παῖ καὶ ἔρωτος ἀνξιε, δῶρ τοι ἦλθον
λοσθια ταῦτα φρων, τὸν ἐμὸν βρχον· οὐκτι πὰρ σὲ
κῶρ᾽ ἐθλω λπης κεχολωμνος, ἀλλὰ βαδζω,
ἔνθα τ μευ κατκρινας, ὅπῃ λγος ἦμεν ἀταρπὸν
ξυνν, τοῖσιν ἐρῶσι τὸ φρμακον ἔνθα τὸ λᾶθος.
ἀλλὰ καὶ ἢν ὅλον αὐτὸ λαβὼν ποτὶ χεῖλος ἀμλξω,
οὐδ᾽ οὕτως σβσσω τὸν ἐμὸν χλον. ἄρτι δὲ χαρειν
τοῖσι τεοῖς προθροις ἐπιτλλομαι. οἶδα τὸ μλλον.
καὶ τὸ ῥδον καλν ἐστι, καὶ ὁ χρνος αὐτὸ μαρανει·
καὶ τὸ ἴον καλν ἐστιν ἐν εἴαρι, καὶ ταχὺ γηρᾷ·
λευκὸν τὸ κρνον ἐστ, μαρανεται ἁνκα ππτῃ·
ἁ δὲ χιὼν λευκ, καὶ τκεται ἁνκα πασθῇ.
καὶ κλλος καλν ἐστι τὸ παιδικν, ἀλλ᾽ ὀλγον ζῇ.
ἥξει καιρὸς ἐκεῖνος, ὁπανκα καὶ τὺ φιλσεις,
ἁνκα τὰν κραδαν ὀπτεμενος ἁλμυρὰ κλασῃ.
ἀλλὰ τὺ παῖ καὶ τοῦτο πανστατον ἁδ τι ῥξον·
ὁππταν ἐξενθὼν ἠρτημνον ἐν προθροισι
τοῖσι τεοῖσιν ἴδῃς τὸν τλμονα, μ με παρνθῃς,
στᾶθι δὲ καὶ βραχὺ κλαῦσον, ἐπισπεσας δὲ τὸ δκρυ
λῦσον τῶ σχονω με καὶ ἀμφθες ἐκ ῥεθων σῶν
εἵματα καὶ κρψν με, τὸ δ᾽ αὖ πματν με φλασον,
κἂν νεκρῷ χρισαι τὰ σὰ χελεα. μ με φοβαθῇς·
οὐ δναμαι λυπεῖν σε, διαλλξεις με φιλσας.
χῶμα δ μοι χῶσν τι ὅ μευ κρψει τὸν ἔρωτα.
κἂν ἀπῃς, τδε μοι τρὶς ἐπαασον· ὦ φλε κεῖσαι.
ἢν δὲ θλῃς, καὶ τοῦτο· καλὸς δ μοι ὤλεθ᾽ ἑταῖρος.
γρψον καὶ τδε γρμμα, τὸ σοῖς τοχοισι χαρξω·

«τοτον ρως κτεινεν. δοιπρε, μ παροδεσς,
λλ στς τδε λξον· πηνα εχεν ταρον».̂̔

Ωδ᾽ εἰπὼν λθον εἷλκεν, ἐρεισμενος δ᾽ ἐπὶ τοχω
ἄχρι μσων οὐδῶν φοβερὸν λθον ἅπτετ᾽ ἀπ᾽ αὐτῶν,
τὰν λεπτὰν σχοινῖδα, βρχον δ᾽ ἐνβαλλε τραχλῳ,
τὰν ἕδραν δ᾽ ἐκλισεν ὑπὲκ ποδς, ἠδ᾽ ἐκρεμσθη
νεκρς. ὁ δ᾽ αὖτ᾽ ὤιξε θρας καὶ τὸν νεκρὸν εἶδεν
αὐλᾶς ἐξ ἰδας ἠρτημνον, οὐδ᾽ ἐλυγχθη
τὰν ψυχν, οὐ κλαῦσε νον φνον, ἀλλ᾽ ἐπὶ νεκρῷ
εἵματα πντ᾽ ἐμανεν, ἐφαβικὰ βαῖνε δ᾽ ἐς ἄθλα
γυμναστῶν, καὶ τῆλε φλων ἐπεμαετο λουτρῶν,
καὶ ποτὶ τὸν θεὸν ἦλθε, τὸν ὕβρισε· λανας δὲ
ἵστατ᾽ ἀπὸ κρηπῖδος ἐς ὕδατα· τῷ δ᾽ ἐφπερθεν
ἅλατο καὶ τὤγαλμα, κακὸν δ᾽ ἔκτεινεν ἔφαβον·
νᾶμα δ᾽ ἐφοινχθη· παιδὸς δ᾽ ἐπενχετο σῶμα.
χαρετε τοὶ φιλοντες· ὁ γὰρ μισῶν ἐφονεθη.
στργετε δ᾽ οἱ μισεῦντες· ὁ γὰρ θεὸς οἶδε δικζειν.

- = - = -

ντρας στα φλτρα τ’ ρωτα χαμνος, πθησ’ φηβο
καρδο, ωραο στην ψη, μα στο χαρακτρα σκρτο.
Μισοσε που τονε ποθοσε τσο, γιατ δεν ταν μαζ του
τρυφερς, δεν ξερε τον ρωτα, μα και τη δναμ του,
οτε τα βλη που κρατ τα δυνατ, πως σε τρυπνε,
σα μες στη καρδι. ταν στα λγια αγροκος και σκληρς

Καμι παρηγορι με φλγα, καννα τρμισμα ματιο,
κανν στα χελια του φιλ, που πθη ανακουφζει.
πως τ’ αγρμι του βουνο τους κυνηγος λοξ θωρε
τσι τον εραστ, μ’ γρια χελη, βλμμα τρομερ
και με χολ στο πρσωπο, κκκινο απ το θυμ.

Μ’ ακμα κι τσι μορφος τανε κι η οργ του
ερθιζε τους εραστς, το δχως λλο.
Κι τσι δεν ντεξε στη φλγα της Κυθρειας
και πγε κι κλαψε στο ανελητο σπτι,
και το κατφλι φλησε κι επε τοτα τα λγια:

«γριο αγρι κι σπλαγχνο, θρμμ’ γριας λιονταρνας,
που ‘χεις μια πτρα στη καρδι, ανξιε της Αγπης,
τοτα τα δρα δξου τα, που φρνω τα στερν μου,
το βρχο μου αγρι μου γιατ λλο πια δε θλω
να σε λυπ με μνανε και πια παρνω τη στρτα,
που συ με καταδκασες να πρω, και που λνε,
πως εν’ κοιν για λους μας, εμς τους ‘ρωτευμνους
κι εναι και φρμακο καλ, που φρνει και τη λθη.

Μα αλμονο ακμα κι λο μχρι τλους να ρουφξω,
πλι τον πθο μου για σε, δε πρκειται να σβσω.
Και τρα λος χαρομαι στη θρα τη δικ σου,
γνωρζοντας πολ καλ το μλλον μου μαζ σου.
Και τ’ μορφο το ρδο, το μαρανει ο χρνος
κι λα τα μορφα γοργ την νοιξη γερννε,
λευκ εναι το κρνο, μα σα πσει κιτρινζει,
σπρο το χινι μα ταν πσει χμω λυνει,
κι η ομορφι εν’ μορφη μα δε κρατ πολ.

Θα ‘ρθει και κενος ο καιρς κι συ θε ν’ αγαπσεις
κι σως κι εσ καμμνος στη καρδι, πικρ να κλψεις.
μως αγρι μου μια τελευταα χρη σου ζητ,
αν ξω βγεις και με ιδες κρεμασμνο στο κατφλι,
τον δυστυχ εμνανε να μη με προσπερσεις.

Στσου λιγκι, κλψε με, μια στλα μνο στξε
σπονδ στερν και λσε με απ’ το σχοιν μου πνω
ντσε με με τα μλη σου και κρψε το κορμ μου
με κποια απ’ τα φορματα, που φραγες δικ σου
κι να φιλ, για μια στερν φορ, δς μου στα χελη.

Μη φοβηθες, γιατ νεκρο πς να σε βλψει το φιλ;
Και φναξ με τρεις φορς: ‘
Αγαπημνε εσαι νεκρς’.
Χμα σκψε και θψε με, ‘με και τον ρωτ μου
κι αν θλεις πλι, φναξε: ‘
Πει ‘χθη ο καλς μου’!
Γρψε κι αυτ το επγραμμα στον τοχο σου, που γρφω
»:

ΤΟΥΤΟΝ Ο ΕΡΩΣ ΣΚΟΤΩΣΕ,
ΔΙΑΒΑΤΗ ΛΙΓΟ ΣΤΣΟΥ,
ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥΤΑ ΜΟΝΟ ΠΕΣ:
‘‘ΑΚΑΡΔΟΝ ΕΙΧΕ ΤΑΙΡΙ’’

Κι πειτα, που ‘πεν λ’ αυτ επρε μια κοτρνα,
πνω στη πρτα δεσε χοντρ να σχοιν,
και τη θηλι επρασε τριγρω στο λαιμ του,
κλωτσ τη πτρα δυνατ και βρκε το χαμ του.

Εκενος σαν την νοιξε και βρκε τον χαμνο,
μηδ’ η καρδι του λγισε, μτε το δκρυ βγκε,
του λρωσε, του φτυσε τα ροχα που φοροσε,
και πως καθημεριν πγε στ’ αθλματ του
και στα λουτρ ασυγκνητος μετ’ απ κει εμπκε.

Μα ο Θες τα εδ’ αυτ, τ’ τιμα δε χωνεει
πετχτηκ’ απ’ το πτρινο κατφλι στα γερ
και πνω του σαν γαλμα ρχτηκε με μανα
και σκτωσε τον ασεβ κι ανξιο νεανα.
Το δωρ βφτει κκκινο και ττενες ακοστη
απ το νο, Θεο φων να βγανει βροντερ:

«Χαρετε ρωτευμνοι,
ο που μισοσε πθανε,
οι που μισε’ λατρψτε,
γιατ Θες σας κρανει
!

                 (Ειδλλια, Κμος ΙΙ)

Κωμάσδω ποτὶ τὰν Ἀμαρυλλίδα, ταὶ δέ μοι αἶγες
βόσκονται κατ᾽ ὄρος, καὶ ὁ Τίτυρος αὐτὰς ἐλαύνει.
Τίτυρ᾽, ἐμὶν τὸ καλὸν πεφιλημένε, βόσκε τὰς αἶγας,
καὶ ποτὶ τὰν κράναν ἄγε, Τίτυρε, καὶ τὸν ἐνόρχαν,
τὸν Λιβυκὸν κνάκωνα, φυλάσσεο μή τυ κορύψῃ.

Ὦ χαρίεσσ᾽ Ἀμαρυλλί, τί μ᾽ οὐκέτι τοῦτο κατ' ἄντρον
παρκύπτοισα καλεῖς, τὸν ἐρωτύλον; Ἦ ῥά με μισεῖς;
Ἦ ῥά γε τοι σιμὸς καταφαίνομαι ἐγγύθεν ἦμεν,
νύμφα, καὶ προγένειος; Ἀπάγξασθαί με ποησεῖς.
Ἠνίδε τοι δέκα μᾶλα φέρω· τηνῶθε καθεῖλον
ὦ μ' ἐκέλευ καθελεῖν τυ· καὶ αὔριον ἄλλα τοι οἰσῶ.

Θᾶσαι μὰν θυμαλγὲς ἐμὸν ἄχος. Αἴθε γενοίμαν
ἁ βομβεῦσα μέλισσα καὶ ἐς τεὸν ἄντρον ἱκοίμαν,
τὸν κισσὸν διαδὺς καὶ τὰν πτέριν ᾇ τυ πυκάσδῃ.
Νῦν ἔγνων τὸν Ἔρωτα· βαρὺς θεός· ἦ ῥα λέαινας
μαζὸν ἐθήλαζεν, δρυμῷ τε νιν ἔτραφε μάτηρ,
ὅς με κατασμύχων καὶ ἐς ὀστέον ἄχρις ἰάπτει.

Ὦ τὸ καλὸν ποθορεῦσα, τὸ πᾶν λίπος, ὦ κυάνοφρυ
νύμφα, πρόσπτυξαί με τὸν αἰπόλον, ὡς τυ φιλήσω.
Ἔστι καὶ ἐν κενεοῖσι φιλήμασιν ἁδέα τέρψις.
Τὸν στέφανον τῖλαί με καὶ αὐτίκα λεπτὰ ποησεῖς,
τόν τοι ἐγών, Ἀμαρυλλὶ φίλα, κισσοῖο φυλάσσω,
ἀμπλέξας καλύκεσσι καὶ εὐόδμησι σελίνοις.

Ὤμοι ἐγών, τί πάθω, τί ὁ δύσσοος; Οὐχ ὑπακούεις.
Τὰν βαίταν ἀποδὺς ἐς κύματα τηνῶ ἁλεῦμαι,
ὧπερ τὼς θύννως σκοπιάζεται Ὄλπις ὁ γριπεύς·
καἴ κα δὴ ᾽ποθάνω, -τό γε μὰν τεὸν ἁδὺ τέτυκται.
Ἔγνων πρᾶν, ὅκα μοι, μεμναμένῳ εἰ φιλέεις με,
οὐδὲ τὸ τηλέφιλον ποτεμάξατο, τὸ πλατάγημα,
ἀλλ᾽ αὔτως ἁπαλὸν ποτὶ πάχε ἐξεμαράνθη.

Εἶπε καὶ ἁ γραία τἀλαθέα κοσκινόμαντις,
ἁ πρᾶν ποιολογεῦσα Παραιβάτις, οὕνεκ᾽ ἐγὼ μέν
τὶν ὅλος ἔγκειμαι, τὺ δέ μευ λόγον οὐδένα ποιῇ.
Ἦ μάν τοι λευκὰν διδυματόκον αἶγα φυλάσσω,
τάν με καὶ ἁ Μέρμνωνος Ἐριθακὶς ἁ μελανόχρως
αἰτεῖ· καὶ δώσω οἱ, ἐπεί τύ μοι ἐνδιαθρύπτῃ.

Ἅλλεται ὀφθαλμός μευ ὁ δεξιός· ἆρά γ' ἰδησῶ
αὐτάν; ᾈσεῦμαι ποτὶ τὰν πίτυν ὧδ᾽ ἀποκλινθείς·
καί κέ μ᾽ ἴσως ποτίδοι, ἐπεὶ οὐκ ἀδαμαντίνα ἐστίν.
Ἱππομένης, ὅκα δὴ τὰν παρθένον ἤθελε γᾶμαι,
μᾶλ᾽ ἐν χερσὶν ἑλὼν δρόμον ἄνυεν· ἁ δ᾽ Ἀταλάντα
ὡς ἴδεν, ὡς ἐμάνη, ὡς ἐς βαθὺν ἅλατ᾽ ἔρωτα.

Τὰν ἀγέλαν χὡ μάντις ἀπ᾽ Ὄθρυος ἆγε Μελάμπους
ἐς Πύλον· ἃ δὲ Βίαντος ἐν ἀγκοίναισιν ἐκλίνθη,
μάτηρ ἁ χαρίεσσα περίφρονος Ἀλφεσιβοίας.
Τὰν δὲ καλὰν Κυθέρειαν ἐν ὤρεσι μῆλα νομεύων
οὐχ οὕτως Ὥδωνις ἐπὶ πλέον ἄγαγε λύσσας,
ὥστ᾽ οὐδὲ φθίμενόν νιν ἄτερ μαζοῖο τίθητι;

Ζαλωτὸς μὲν ἐμὶν ὁ τὸν ἄτροπον ὕπνον ἰαύων
Ἐνδυμίων· ζαλῶ δε, φίλα γύναι, Ἰασίωνα,
ὃς τόσσων ἐκύρησεν, ὅσ᾽ οὐ πευσεῖσθε, βέβαλοι.
Ἀλγέω τὰν κεφαλάν, τὶν δ᾽ οὐ μέλει. Οὐκέτ᾽ ἀείδω,
κεισεῦμαι δὲ πεσών, καὶ τοὶ λύκοι ὦδε μ᾽ ἔδονται.
Ὡς μέλι τοι γλυκὺ τοῦτο κατὰ βρόχθοιο γένοιτο.

---------------------

Για την Αμαρυλλδα μου θα πω να τραγουδκι
κι οι γδες βσκουν στο βουν κι ο Ττυρος τις βσκει.
Βσκε τις γδες, Ττυρε, και φρε τες στο ρμα
κι χε το νου στο Λιβυκ και στο βαρβτο τργο,
τον τργο τον ξανθμαλλο, να μη σε κουτουλσει.

Πς δεν προβλλεις στη σπηλι να με καλσεις ν ᾽ρθω;
Μ᾽ εχθρεεσαι το δστυχο, γλυκι μου Αμαρυλλδα,
μπως τχα απ κοντ με βρσκεις πλατομτη;
Αμαρυλλδα αγπη μου, με κνεις να μαδσω
τ᾽ ολδροσο στεφνι αυτ που ᾽'χω για σνα πλξει
μ᾽ ευωδιασμνα σλινα και με μπουμποκια κστου*.

Αλμον μου! δε μ᾽ ακος; τ χω να πθω ο μαρος!
Ν, δκα μλα σου ᾽φερα· τα ᾽κοψα κει που μου ᾽πες·
ν, δκα μλα, και ταχι θενα σου φρω κι λλα.
Αχ! κοταξε τον πνο μου: Πς θελα να γνω
βομβολαλοσα μλισσα και ν ᾽ρθω στη σπηλι σου,
μες στον κισσ σου να χωθ, στη φτρη που σ᾽ ισκινει.

Τρα τον ρωτα νιωσα· σκληρς θες· λιοντρι
τον βζαξε κι η μνα του τον θρεψε στο λγγο.
Βαθι-βαθι ως τα κκαλα με κατακαει εκενος.
σο η ματι σου εναι γλυκι, τσο η καρδι σου πγος·
αχ! μαυροφρδα δξου με κι να φιλκι δσ᾽ μου.
Και τα φιλκια μοναχ χουν κι εκενα γλκα.

Θα βγλω τη φλοκτη μου στα κματα να πσω
απ το βρχο που ο ψαρς παραμονεει τνους·
κι αν δεν πεθνω, μως κι αυτ θενα σ᾽ ευφρνει εσνα
Το ξρω πως δε μ᾽ αγαπς· θλοντας να το μθω,
κρουσα μες στη φοχτα μου της παπαρονας φλλο
κι εκενο απομαρθηκε χωρς να κνει κρτο.

Μα κι η κοσκινομντισσα η σταχολγα η Γραω
κι αυτ που την ερτησα αληθιν μου το ᾽πε
πως εμ᾽ εγ τρελς για σε και συ δε με λογιζεις.
Φυλω για σνα κτασπρη και διπλομνα γδα,
που την ζητ η μελαχριν του Μρμνωνα δουλετρα·
σαν δε με καταδχεσαι σ᾽ αυτν θα τη χαρσω.

Παζει το μτι μ᾽ το δεξ· μπως την ανταμσω;
Θα γερω δπλα στη φτελι και θενα τραγουδσω
κι σως γυρσει να με δει· δεν εναι δα απ πτρα.
Την Αταλντη θλοντας να πρει ο Ιππομνης,
παρβγηκε στο τρξιμο κι εχε στα χρια μλα,
κι ευθς τον ερωτεθηκε μλις τον εδ᾽ εκενη.

ταν στην Πλο ο Μλαμπος φερε το κοπδι
απ την θρυ, γειρε στην αγκαλι του Βα
η ωραα Πειρ, της γνωστικς Αλφεσιβοας η μνα.
Και μπως τχα ο δωνις, μες στα βουν τσοπνης,
δε μγεψε τσο τρελ την μορφη Αφροδτη
που και νεκρ στον κρφο της σφιχτ τον εκρατοσε;
Μα και τον Ενδυμωνα ζηλεω που εκοιμθη
τον πνο τον αξπνητο· και τον Γιασων᾽ ακμα,
που απλαψε σα δεν μπορον οι αμθευτοι ν᾽ ακοσουν.

Πονε μου εμνα η κεφαλ κι εσνα δε σε μλει.
Θα πψω το τραγοδι μου και θενα πσω χμω
ν ᾽ρθουν οι λκοι να με φαν για να χαρε η καρδι σου.
Μέλι σου γίνει ο χαμός, γλυκό-γλυκ, στο στόμα.

μτφ.: Ιωννη Πολμη

==================================

* Κστος:  επσης Λαδανι, Κουνοκλα (Cistus incanus)
     Ανκει στην οικογνεια των Κιστιδν (Cistaceae). Εξαπλνεται στο μεγαλτερο τμμα της Μεσογεου και εναι κοιν στην Ελλδα. Εναι θερμφιλο φυτ, το οποο απαιτε ξφωτα και ηλιλουστα μρη. Αγαπει τις πετρδης θσεις, τα φργανα και τα δικενα ημιορεινν δασν, τα φτωχ και ασβεστολιθικ εδφη. Οι λαδανις Κουνουκλι  Λδανος  Αλαδανιεναι φυτ αειθαλ, θαμνδη μχρι να μτρο ψος, με πολκλαδο βλαστ και παχι, με πυκνος αδνες και ρυτιδδη φλλα. Τα νθη εναι σαν μικρ τριαντφυλλα, ροδχρωμα. H νθηση αρχζει τον Ιονιο και διαρκε μχρι και τον Αγουστο.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers