-


Dali &








-

/




 
 

 

:

 

                                                                        Βιογραφικ

     Πριν ξεκινσω το ρθρο οφελω να πω πω το συγκεκριμνο, δε θα μποροσα να το φτιξω, αν δεν εχα τρομερ βοθεια απ τη Μαρα Θαλασσιν (κατ κσμον Μαρα Αρκουλ), την οποαν ευχαριστ πρα πολ και της εκφρζω το βαθτατο σεβασμ μου!  Επσης να επισημνω πως πλον υπρχει και ΓΛΩΣΣΑΡΙ , που, μπορετε να το ανοξετε παρλληλα και δπλα κι αν βρετε γνωστη λξη να τηνε δετε εκε!
                                                                                              Π. Χ.

     Ο Μιχαλ Γλυκς τανε βυζαντινς ποιητς και χρονογρφος. ζησε τον 12ο αινα κι γραψε στη λακ γλσσα της εποχς του. Καταγταν απ την Κρκυρα. Γεννθηκε κει το 1125μ. Χ., αλλ ζησε στη Κωνσταντινοπολη στα χρνια του αυτοκρτορα Μανουλ Α' Κομνηνο (1143-1180 μ.Χ.) και πθανε το 1204 μ.Χ., πιθανν κατ την λωση της Πλης απ τους Φργκους.
     Σμφωνα με μα σημεωση του ελληνικο χειρογρφου της Μαρκιανς βιβλιοθκης, ο Μιχαλ Γλυκς ζει απ τα χρνια της βασιλεας του Ιωννη Β’ Κομνηνο ως και τη κατληψη της Κωνσταντινοπολης απ τους Φργκους το 1204 μ.Χ. Η βασιλεα του Α’ Κομνηνο του καθρισε τη ζω.



     τανε λγιος, ποιητς, θεολγος και χρονογρφος.  Υπηρτησε στην αυτοκρατορικ γραμματεα ως γραμματικς μχρι που φυλακστηκε, εν παρλληλα επιδθηκε και στην συγγραφικ δραστηριτητα, ασχολομενος κυρως με θεολογικ θματα, τα οποα πραγματετηκε τσο σε πεζ σο και σε μμετρο λγο. Αναφρεται τι κλεστηκε στη φυλακ (για γνωστο λγο) κι γραψε απ κει να ποημα δο επιστολς προς τον αυτοκρτορα, παρακαλντας τον να τον ελευθερσει. Ο Ευστρατιδης καταλγει στο συμπρασμα ως αιτα φυλακσεως του ταν λγω μαγεας και μαγγανεας μως πολλο ερευνητς κι ιστορικο σμερα διαφωνον. Ο αυτοκρτορας μως οργστηκε εναντον του και διταξε να τον τυφλσουν, ποιν που μλλον δεν εκτελστηκε.



     Το 1159 μ.Χ., σε νεαρ ηλικα, πως πιστεει ο Ευστρατιδης, δικστηκε και καταδικστηκε σε τυφλωση και φυλκιση, εξ αιτας ανεξακρβωτου λγου, λει ο Τσολκης. Δε γνωρζουμε πσο καιρ μεινε στη φυλακ. Ο Legrand αναφρει πως ο Γλυκς φυλακστηκε στα σκοτειν μπουντρομια των Νουμρων για πολ σοβαρος λγους, που ωστσο μας παραμνουν γνωστοι. Ο Ευστρατιδης καταλγει τι τανε λγω μαγεας και μαγγανεας. Ο Chalandon θεωρε ως αιτα τη τολμηρ απντησ του στον απολογητικ για την αστρονομικ τχνη πιττκιο του αυτοκρτορα Μανουλ Α'. Πολιτικο αδικματος, πως λει ο Moravcsik. Μλλον, μως, λγω της συνωμοσας του Θεδωρου Στυππειτη του «π του κανικλεου».
     Ο Θεδωρος Στυππειτης, νετερος του Θεδωρου Πρδρομου, θα πρπει να γεννθηκε περ το 1110-1120 μ.Χ.. Διετλεσε γραμματικς κι πειτα γινε ο «επ το καvικλεου» κι επικεφαλς της πολιτικς διοκησης του Μανουλ Α' απολαμβνοντας την εμπιστοσνη του αυτοκρτορα. Οι βυζαντινο ιστορικο της εποχς, Χωνιτης και Κνναμος κι ο Ραχεβνος ο συνεχιστς του θωνος του Φριζινγκ, αναφρουν τη σλληψη και τφλωση του Στυππειτη, μολοντι διαφρουν σε σα λνε για τις εναντον του κατηγορες. λες μλλον χουν στοιχεα αλθειας, αλλ ο Κνναμος κι ο Ραχεβνος εκπροσωπονε την επσημη εκδοχ, σμφωνα με τον Magdalino, εν ο Χωνιτης την ανεπσημη και μλλον φανταστικ, πως απδειξε ο Kresten.
     Σμφωνα με το Ραχεβνο, ο «επ του καvικλεου» εχε προσλβει τρεις νεαρος για να δολοφονσουν τον αυτοκρτορα, ο οποος εχε πληροφορηθε τα της συνομωσας απ την αυτοκρτειρα. Σμφωνα με το Χωνιτη ο Στυππειτης πεσε θμα των μηχανορραφιν του "λoyoθτη το δρμου" Ιωννη Καματηρο, ο οποος ζλευε αυτ τη συμπθεια του αυτοκρτορα στο πρσωπο του Στυππειτη. δη πριν απ την εκστρατεα του Μανουλ Α' στη Κιλικα ο Καματηρς συκοφντησε τον Στυππειτη στον αυτοκρτορα ισχυριζμενος τι ο «π του καvικλεου» δλια και προδοτικ επφερε την αποτυχα στις βυζαντινς στρατιωτικς επιχειρσεις στην ανατολικς ακτς της Ιταλας, τις οποες ο Μανοηλ Α' προσπαθοσε να επανακτσει κατ τα τη 1155-1158. Ο Κνναμος πλι αποσιωπ τις δολοπλοκες του Καματηρο κι αναφρει ως αιτα πτσης του Στυππειτη, τη προφητεα του για το θνατο του Μανουλ Α'. Καθς οι προφητεες χουνε σχση με την αστρολογα τη μαγεα, κατ' επκτασην καταδεικνεται και μια απευθεας σνδεση με τη περπτωση του Γλυκ, γιατ τα γεγοντα λαμβνουν χρα την δια περοδο, το 1159.


                   Ο Αυτοκρτωρ Μανουλ

     Ο Kresten κατδειξε επσης τι η πτση του Στυππειτη συνπεσε με τη τφλωση του Μιχαλ Γλυκ, που βρισκταν εκενη την εποχ στη φυλακ και που σως εχε εμπλακε στην ανατρεπτικ προφητεα που αποδθηκε στον Στυππειτη λγω του γνωστο ενδιαφροντς του για τις απκρυφες επιστμες. Αποσιωπται μως η πολιτικ δισταση κι απ τους 2 ιστορικος, Κνναμο και Χωνιτη, για τη δραπτευση το 1159 μ.Χ., απ’ τη φυλακ του Ανδρνικου Κομνηνο, πρωτεξαδλφου του Μανουλ και πιθανο διαδχου του σμφωνα με τις φοβες του Μανουλ για επαλθευσ της προφητεας ΑΙΜΑ (Η προφητεα θα πρπει να κυκλοφοροσε δη το 1169, ταν ο Μανουλ δωσε το νομα Αλξιος στο γιο του και προφανς και πριν το 1164, ταν ο πργκιπας Bela της Ουγγαρας πρε το νομα Αλξιος απ τον Μανουλ κι υιοθετθηκε ως διδοχος του θρνου μετ τον αρραβνα του με τη κρη του Μανουλ, Μαρα. Πιθανς μως κι η επιεκεια, την οποα επδειξε ο Μανουλ στον Ανδρνικο, να σχετζεται με το θμα της διαδοχς), καθς απουσαζε αρσενικ τκνο για τον Μανουλ.
     Η γερμανοθρεμμνη αυτοκρτειρα Ειρνη εναι αυτ που ειδοποησε τον Μανουλ για τη δραπτευση του Ανδρονκου και τη πολιτικ προδοσα του Στυππειτη. Αυτ τα δο γεγοντα απ χρονολογικς απψεως δε ξρουμε αν ταν απλ σμπτωση. πως επσης δε ξρουμε αν σχετζονταν κατ κποιο τρπο ο Ανδρνικος με τον Στυππειτη, ο οποος σως βλεπε ναν νο ηγτη στο πρσωπο του Ανδρονκου για τους δυσανασχετοντες με τη πολιτικ του Μανουλ. γνωστο εναι, ακμη κι αν κατηγορθηκε ποτ ο Στυππειτης για συνομωσα για να ανεβσει τον Ανδρνικο στο θρνο για να τονε διεκδικσει ο διος.
     λλη μια σμπτωση εναι τι κι ο Ανδρνικος ταν κι αυτς φυλακισμνος, πως κι ο Γλυκς στο Μγα Παλτιον εκενη την εποχ, μως αποσιωπται ποια ταν η μεταξ τους σχση. Ο Magdalino χαρακτηρζει εντυπωσιακ τη σμπτωση αυτ των γεγοντων, δυσπιστε στο γεγονς τι δε κνησε τη προσοχ των συγχρνων και θεωρε τι η λλειψη συσχτισης σως εναι δεγμα συνειδητς επσημης απφασης να ελαχιστοποιηθε η σημασα απδρασης του Ανδρονκου κι τσι δικαιολογεται η σκληρ τιμωρα που επιβλθηκε στον Στυππειτη και το Γλυκ, ως δυνμει υποκινητς μιας αναταραχς κι η επιεκεια που επδειξε ο Μανουλ στον πρωτεξδελφ του Ανδρνικο.
     Αν αποδεχτομε τη χρονολγηση της εκστρατεας του Μανουλ Α' στη Κιλικα κατ το φθινπωρο του 1158 ως και την νοιξη του 1159, ο Γλυκς θα πρπει να τυφλθηκε περ τα τλη του 1158 αρχς του 1159. Εναι η περοδος που ο Μανουλ ολοκληρνει επιτυχς το ργο του πατρα του στα αποδυναμωμνα λατινικ κρατδια της Ανατολς, καθς αυτ αναγνρισαν την επικυριαρχα της βυζαντινς αυτοκρατορας στη Κιλικα.
     Πως μως συνδεται ο Μιχαλ Γλυκς με τον Θεδωρο Στυππειτη, το αποδεικνει και το αναλει διεξοδικ ο Κresten. Θα μποροσαμε να θεωρσουμε τι ο Γλυκς ως yραμματικς και μλος της αυτοκρατορικς γραμματεας ταν υφιστμενος του "π του καvικλεου" Στυππειτη, σμφωνα μως με τον Oikonomides τουλχιστον μχρι τον 10° αι. κανες yραμματικς δεν ταν υφισταμενος του "π του καvικλεου". Ο Kresten μως με τη βοθεια του Kazhdan καταλγει τι θα πρπει να θεωρσουμε ως κπως διευρυμνη την ιδιτητα του γραμματικο για το Γλυκ και να τονε θεωρσουμε μεταξ των υφισταμνων του "επ του καvικλεου" Στυππειτη. Συν τοις λλοις, ο Στυππειτης ως πρωτονοτριος κατ το τος 1157 εχε την εποπτεα των γραμματων της αυτοκρατορικς διοκησης, επομνως δεν εναι απθανο να συνεργαστκανε κι ο νας να ζτησε τη βοθεια του λλου στη πορεα τους στη διοκηση.
     Δε μπορομε, λοιπν, να θεωρσουμε τυχαο το γεγονς τι οι δυο τους κατηγορθηκαν συγχρνως για μαγεα και κατχρηση της αστρολογας. Με κποιο τρπο εμπλεκταν κι ο Γλυκς στη συνωμοσα του Στυππειτη κατ του αυτοκρτορα, αλλ μνο ως νας μικρς καιροσκπος μσα σε αυτ το σμνος των συνωμοτν, πως λει ο Kresten. Κποιο ρλο παιξε σγουρα η προφητεα του Γλυκ, τι οι μρες του αυτοκρτορα εναι μετρημνες. Προφητεα, η οποα εξυπηρετοσε τα συμφροντα των συνωμοτν, που τανε δυσαρεστημνοι με τη πολιτικ του Μανουλ στην Ιταλα, κι η οποα αποτλεσε αφορμ και μσο της συνωμοσας.
     Ττε φτνει η «ππτερος κελευσις απ Κιλικας» του αυτοκρτορα για τη τιμωρα του Γλυκ, πως μας πληροφορε σ' να σημεωμα μεταξ των δο ποιημτων του ο Γλυκς. Προφανς ο αυτοκρτορας δε μπκε στον κπο ν' αποφασσει και να σπεσει να δημοσιοποισει την ετυμηγορα του αναφορικ μ' ναν απλ γραμματα και το γετονα του, αν δεν υπρχανε κι λλες αποφσεις για πιο σοβαρ θματα, που πρεπε επειγντως να κοινοποιηθον στη Βασιλεουσα και να εκτελεστον μεσα. Πιο σοβαρ θμα λοιπν, σμφωνα με τα παραπνω, εναι η συνωμοσα του Στυππειτη. ρα η κλευσις αφοροσε τουλχιστον αυτος τους δο.
     Επομνως, η κλευσις προφανς πρσταζε τη σλληψη και φυλκιση των συνωμοτν, την τφλωση και τον ακρωτηριασμ του αρχισυνωμτη και την ελαφρτερη τιμωρα των καιροσκπων συνεργατν. Της ελαφρς τιμωρας, της ελαφρς τφλωσης, δεν εξαιρθηκε ο Γλυκς. Αγγελιοφρος της κελεσεως ταν ο Ιωννης Καματηρς, λογοθτης το δρμου, ο οποος μισοσε θανσιμα το Θεδωρο Στυππειτη, πl το καvικλεου κι εποφθαλμιοσε τη θση του.
     Ο Γλυκς μως διαμαρτρεται στο ποημα του «Στχοι γραμματικο του Μιχαλ του Γλυκ  ους γραψε καθ' οv κατεσχθη καιρν εκ προσαγγελας χαιρεκκου τιvος» (βλ. παρακτω), το επονομαζμενο «Στχοι περ της φυλακς», που πολ γργορα συντχτηκε πριν την εφαρμογ της ποινς, τι γετονας ψευδομαρτρησε και τον συκοφντησε (στ. 70-85). Εναι ποημα που λογοτεχνζει και προσπαθε να αποσπσει τη προσοχ του αυτοκρτορα και δεν εναι επσημη κατθεση και απολογα. Σ’ να ττοιο, λοιπν, ποημα σως πσω απ τον «γετονα» αυτν να λανθνει μεταφορικ νας γετονας στην αυτοκρατορικ γραμματεα και κατ' επκταση διοκηση, νας λλος υψηλτερα ιστμενος γραμματας, ο «π το καvικλεου» για παρδειγμα νας λλος υπλληλος της αυτοκρατορικς διοικησης κι αυτς υψηλ ιστμενος, πως ο Ιωννης Καματηρς, που αποδεδειγμνα αρσκεται στις δολοπλοκες, τις μηχανορραφες και τη συκοφαντα και που φθονοσε τον πl το καvικλεου, Θεδωρο Στυππειτη, πως αποδεχτηκε.
     Στη περπτωση που γετονας θα ταν ο επι του καvικλεου Θεδωρος Στυππειτης, αυτς κατηγρησε τον Γλυκ τι προφτεψε τη πτση του Μανουλ Α', ρχνοντς του εν πολλος την ευθνη, για να ελαφρνει τη δικ του θση. Στη περπτωση που γετονας θα ταν ο Καματηρς απ το γειτονικ «λογοθσιο του δρμου», κατηγρησε τον Γλυκ, για να εδραισει τη κατηγορα του εναντον του Στυππειτη.
     Στο ποημ του αναφρει τι φυλακστηκε λγω μιας συκοφαντας εκ μρους ενς γετον του και διακηρσσει την αθωτητ του. Προφανς υπρχει μια δυσρεστη παρεξγηση, την οποα ενδιαφρεται να διαλσει, ακμη και με χαριτωμνα παραδεγματα, πως αυτ της παπαδις, του γαιδρου και της θλασσας με τον πειρατ. Σγουρα μως ο αυτοκρτορας δε θα 'μπαινε στη διαδικασα να στελει διαταγ στη Κωνσταντινοπολη, ενσω ταν σε εκστρατεα στην Κιλικα, να τιμωρηθε κποιος επειδ εχε κατηγορηθε για κτι απλ απ το γετον του, αν η κατηγορα δεν ταν πραγματικ πολ σοβαρ.
     Εν τλει ο Γλυκς τιμωρθηκε με ελαφρ τφλωση και πολυετ φυλκιση στα σκοτειν μπουντρομια των Νουμρων, εν ο Στυππειτης χασε εντελς το φως του την νοιξη του 1159.
      Ο Κrumbacher λει πως ο Γλυκς μετ τη τφλωσ του ζησεν εγκαταλελειμμνος απ’ λους τους φλους. Η τφλωση μως ταν ελαφρ κι ο Γλυκς αποδεχτηκε πολυγραφτατος στη συνχεια. ργο του εναι το δημδες ποημα, με παρακλητικ γραφ προς τον Μανουλ, που γραψε απ τη φυλακ το 1159 μ.Χ.. Εκενη τη περοδο, κατ τα τη 1159-1164 συγκεντρνει τις παροιμες μες στη φυλακ κι ασχολθηκε με τις «ξηγσεις στις παροιμες». Εναι δσκολο να αμφισβητσει κποιος τι η συλλογ δεν εναι δικ του ργο, γιατ σε λα τα ργα του παρατηρεται κι επαναλαμβνεται η αγπη του για τις δημδεις παροιμες, φρσεις και παραβολς. Στη τελευταα παροιμα, μλιστα, περιγραφε τον εαυτ του ως τον νεκρ της παροιμας κι ικτευε τον Μανουλ Α' να τον βγλει πλι στο φς απ τον μαρο τφο στον οποο μαρζωνε εδ και 5 χρνια. ρα τις εχε γρψει ως το 1164. Τον πρλογο και τον επλογο αυτν των παροιμιν, που αλληλοσυμπληρνονται κι αποτελον να αδιαρετον λο, τα ‘γραψε τον διο χρνο και τ' αφιρωσε στον αυτοκρτορα ττε, το 1164.
     Το 1164 αφιερνει και το δετερο επαινετικ ποημα του «τεροι στχοι προς το βασιλα κριοv Μανουηλ τον Κομνηνν, τε λαμπρς απ Ουγγαρας στεφαντης πστρεψεν» στον αυτοκρτορα με αφορμ τη νκη του αυτοκρτορα Μανουλ κατ των Ογγρων. Προς τον Μανουλ Κομνην απηθυνε και την «ανταπολογητικ» επιστολ 40 περ αστρολογας.
     Ο Krumbacher υποστηρζει τι η σειρ με την οποα γρφτηκαν τα ργα εναι: πρτα τα ποιματα κι οι παροιμες, μετ το Χρονικ και τλος οι Επιστολς. Και συνεχζει ο Krumbacher το συλλογισμ του θεωρντας λογικ αυτ τη σειρ τοποθετντας στα χρνια της νιτης τον πολιτικ στχο και το επαναστατικ φος, στα χρνια της ωριμτητας το Χρονικ και στα προχωρημνα χρνια της ζυμωμνης σοφας τα Θεολογικ Κεφλαια. Για τις παροιμες οριστκανε χρονολογικ ρια. Σχετικ με το Χρονικ χουμε ως σγουρο terminus post quem το τος 1118, που τελεινει το ργο κι να πολ πιθαν terminus post quem το τος 1143, με το οποο κλενει ο αυτοκρατορικς κατλογος στο τλος του τρτου βιβλου.
     Το 1118 μετ τον Αλξιο Α' Κομνην ανεβανει στο θρνο ο Ιωννης Β', τον οποο το 1143 θα διαδεχτε ο Μανουλ Α'. Εν ως terminus ante quem μπορε να θεωρηθε το 1176, που σμφωνα με τον Muralt εναι η χρονολγηση ενς Πετρουπολτικου χειρογρφου που περιχει το Χρονικ. Ο Krumbacher το χρονολογε μεταξ των ετν 1161-1170, καθς πιστεει τι ο Γλυκς απευθνεται στο νεαρ γιο του. Ο Γλυκς μως θα μποροσε να θεωρε το ργο του διδακτικ κι η διδαχ του να απευθνεται σε οποιονδποτε νο μαθητ. Θα μποροσε επσης το ργο του να εναι κατ παραγγελα και να απευθνεται στο γιο του παραγγελιοδτη.
     Το Χροvικο του Γλυκ περιλαμβνει πρα απ ιστορα, θεολογα,
παρξενα φαινμενα και φυσικς επιστμες και δεχνει μα οικειτητα τσο με τους εθνικος, σο και με τους χριστιανος συγγραφες.
     Τις επιστολς -περ τις 95- πιστεουμε τι ο Γλυκς θα πρπει να τις γραφε παρλληλα με το χρονικ, καθτι πολλ χωρα του Χρονικο απαντνται και στις Επιστολς λλως Θεολογικ Κεφλαια. Αυτ επιχειρεται να καταδειχτε παρακτω σε μα προσπθεια που γνεται να χρονολογηθον οι επιστολς και να ταυτιστον τα πρσωπα των παραληπτν. Απηθυνε τις επιστολς σε μοναχος, σε ψηλβαθμα στελχη της αυτοκρατορικς διοκησης και σε μλη της ευρτερης αυτοκρατορικς οικογνειας.
     Πντως, σε λα του τα ργα και κυρως στο Χρονικ εναι ντονο το θρησκευτικ στοιχεο κι χι μνο στα Θεολογικ του Κεφλαια. λλωστε οι χρονογραφες, ως γνσια προντα του βυζαντινο πνεματος, δεν εχαν απλς ως βση τη χριστιανικ κοσμοθεωρα, αλλ βλεπαν και πολλς λεπτομρειες απ θεολογικ σκοπι. Μλιστα οι Σνοδοι των ετν 1166, 1170 κ.α. επηρασαν το ργο του.
     Ο Γλυκς υπρξε αναμφβολα ειδμων σε θματα θεολογας κι εναι μλλον απθανο να εχε αποκτσει τις γνσεις του αυτς αποκλειστικ μετ την ναρξη του μοναστικο του βου. λλωστε και στο ποημα του «Στχοι περι της φυλακς», που θεωρεται αυτοβιογραφικ, αναφρεται στους πρτους κιλας στχους τι διβασε πολ στη ζω του.
     δη απ τον 11° αι. με τη μεταρρυθμιστικ κνηση ευνοθηκαν τα μοναστρια και προωθθηκε ο μοναχισμς, ωστσο κυραρχη δναμη στους κλπους της Εκκλησας του 12ου αι. αναδεχτηκαν τα μλη της ιερατικς ιεραρχας και κυρως οι κληρικο της Μεγλης Εκκλησας. Στις θεολογικς διαμχες του 12ου αι. οι μοναχο μειναν στο περιθριο. Σε διενξεις με θμα «ο πατρ μου μεζων μου εστ» του 1156-1157 αναμεχτηκαν μνο δικονοι κι επσκοποι, εν στις διαμχες του 1166-1167 και μοναχο, μως μνο στα τελικ στδια και μνο ως κατηγορομενοι, χι ως συνοδικ μλη. Η τελευταα αντιπαρθεση του αινα, η οποα εξετστηκε στη σνοδο του 1199-1200 σε τρεις φσεις, τανε σχετικ με το χριστολογικ δγμα και με το φθαρτ φθαρτο των Θεων Δρων της Θεας Ευχαριστας, προκλθηκε επ πατριρχου Γεωργου Β' Ξιφιλνου απ το μοναχ Μρωνα Σικιδτη κι εξετστηκε κυρως επ Ιωννη Ι' Καματηρο. Η τρτη φση του ζητματος κλεισε απτομα με την λωση του 1204.
     Σημειωτον τι το 1204 εναι και η γενικτερα αποδεκτ ποψη περ τελευτς του βου του Γλυκ.
     Η υπηρεσα του κι η συγγραφικ δραστηριτητα του καταδεικνουν νθρωπο ευμαθ, πολυδιαβασμνο κι εστροφο. Παρ’ λο που εχε τη παιδεα καθς κατεχε τη θση του γραμματικο και παρ’ λο που η τση των ανωτρων στρωμτων της εποχς του ταν η χρση της γεμτης στμφο αρχαζουσας γλσσας, ο διος χρησιμοποιοσε μια πιο λακτροπη γλσσα χι μως τη δημοτικ. Θα 'λεγε κανες τι ο Γλυκς χαρακτηριζταν απ το θρρος της γνμης του, που καταδεικνουνε τσον ο τρπος κι η χρση της ελληνικς γλσσας, σο κι οι θεολογικς του απψεις. Η γλσσα του χει πολλ λακ στοιχεα, αλλ δεν εναι ακριβς η λακ γλσσα της εποχς του. Θεωρεται τι εναι πιο κοντ στην λεγμενη φιλολογικ κοιν. Ο Beck τη χαρακτηρζει ως «μια χωρς συμβιβασμος λγια γλσσα». Η Colonna θεωρε τι το στυλ του εναι αξιοσημεωτο για τη πρωτοτυπα και τη φρεσκδα του. Εν ο Jugie τον χαρακτρισε πρωττυπο μχρι απερισκεψας. Τλος ο Krumbacher λει τι, πως εναι φυσικ, καννας νθρωπος με τσο αιρετικς τσεις δε θα μποροσε να φτιξει τη τχη του.
Ο Γλυκς εχε μα θαρραλα και πολ καλ διαμορφωμνη προσωπικτητα. τσι, λοιπν, αυτ το θρρος θρσος εναι αυτ που τονε φρνει αντιμτωπο με σκληρς καταστσεις.
     γραψε θεολογικ ργα και μια συλλογ παροιμιν. Το πιο γνωστ ργο του εναι η "Ββλος Χρονικ", χρονογραφα απ τη δημιουργα του κσμου μχρι το 1118 μ.Χ.. Εκε χρησιμοποιε παλιτερους χρονογρφους κι ιστοριογρφους (Σκυλτζη, Κεδρην, Ψελλ, Ζωναρ) και δεν χει αυστηρ ιστορικ μθοδο. χει παραινετικ χαρακτρα και περιχει πολλς διηγσεις απ τη φυσικ ιστορα, θεολογικς παρεμβολς κλπ.


    
====================

ργα Ηθικοδιδακτικ Γ'

     Στο 1ο ποημα που γραψε απ τη φυλακ αναφρει τι βρσκεται εκε λγω της διαβολς ενς χαιρκακου γετονα. Αυτ τα στοιχεα δυστυχς δεν επαρκον για να μας διαφωτσουν οτε για το ποιος ταν ο γετονας οτε για το ποια ταν η αιτα της βλασφημας. Ο ποιητς καταδικστηκε σε τφλωση, αλλ δεν εναι σαφς αν αυτ γινε ταυτχρονα με τη διαταγ φυλκισης που δωσε ο αυτοκρτορας κποια στιγμ αργτερα και αφο ταν πια δη στη φυλακ. Πντως, εναι ελογο να υποθσει κανες πως η μορφ της τφλωσς του δεν πρπει να ταν πολ βαρι, καθς, πως φανεται, ο Γλυκς συνχισε να γρφει και στερα απ την αποφυλκισ του.
     Εκτς απ τα 2 ποιματα που συνταξε στη φυλακ και τη δημιουργα συλλογς παροιμιν σε μια μορφ δημδους γλσσας της εποχς, χει γρψει επιπλον μια χρονογραφα, καθς κι 95 επιστολς θεολογικο περιεχομνου σε λγια γλσσα. Η χρονογραφα του φρει τον ττλο Ββλος χρονικ και αφηγεται -σμφωνα με τις συμβσεις του εδους- τα γεγοντα απ κτσεως κσμου μχρι το θνατο του αυτοκρτορα Αλξιου Α’ Κομνηνο (1118). Απ την λλη, οι περισστερες επιστολς του, αν χι λες, φανεται πως γρφτηκαν μετ την αποφυλκισ του κι αποτελον σχλια ερμηνεες πνω σε διφορα θματα της Αγας Γραφς· παραδδονται με τον κοιν ττλο «Εις τας απορας της θεας γραφς κεφλαια». Ιδιατερο ενδιαφρον παρουσιζουν οι παροιμες του, πολλς απ τις οποες αναφρει και στο ποημα κι εναι γραμμνες σε μια λακ λακτροπη γλσσα.
     Το εξεταζμενο ποημα εναι γραμμνο σε 581 ιαμβικος 15σλλαβους και παραδδεται μνο στο χειργραφο Paris. gr. 228 του 13ου αι., φροντας τον ττλο «Στχοι γραμματικο Μιχαλ του Γλυκ ους γραψε καθ’ ον κατεσχθη καιρν εκ προσαγγελας χαιρκακου τινς». νας δετερος κδικας, ο υπ’ αριθμν 5719 (212) του 13ου αι. της μονς Αγου Παντελεμονος του Αγου ρους, παρδιδε επσης το κεμενο, αλλ τα φλλα που ταν γραμμνο χουν χαθε (Beck 2007, 183). Το ποημα χει εκδοθε τρεις φορς μχρι τρα: για πρτη φορ το 1880 απ τον Émile Legrand, 12 χρνια αργτερα, το 1892, ακολοθησαν παρατηρσεις γι’ αυτ την κδοση απ τον Γ. Χατζιδκι. Το 1906 ο Σ. Ευστρατιδης, χωρς να λβει υπψη του τις παρατηρσεις του Χατζιδκι, εξδωσε ξαν το κεμενο, και, τλος, το ποημα ξαναδημοσιετηκε το 1959 απ τον Εδοξο Τσολκη, στην κδοση του οποου στηρζεται κι αυτ εδ η ανθολγηση.
     Το ποημα εναι γραμμνο σε να ιδωμα που παρουσιζει, θα λεγε κανες, κποιαν ανομοιογνεια, καθς αναμειγνονται στοιχεα της δημδους και της λγιας γλσσας. Επιπλον, στα σημεα που αναφρονται οι παροιμες μπορε να διαπιστσει κανες πως υπρχουν πρα πολλ λακ στοιχεα, εν το φος σε ορισμνα χωρα θυμζει πολ τα σγχρονα Πτωχοπροδρομικ, που βρσκεται κοντ και λγω του αυτοβιογραφικο χαρακτρα του (Beck 2007, 182-183). Για τους παραπνω λγους, ο Γλυκς αναγνωρζεται ως απ τους πρτους συγγραφες που δσανε δεγματα λογοτεχνικς γραφς στη δημδη γλσσα, εν το ργο του θεωρεται πρωτοποριακ στην ιστορα της νεοελληνικς λογοτεχνας, επηρεζοντας ποικιλοτρπως (γλωσσικ, θεματικ, ειδολογικ) αρκετος απ τους αξιολογτερους επνυμους ποιητς της πριμης αυτς φσης, λ.χ., τους Στφανο Σαχλκη, Μαρνο Φαλιρο και Λεονρδο Ντελλαπρτα.
     Η δομ που παρουσιζει το ποημα δεν εναι αυστηρ και το περιεχμεν του μπορε να συνοψιστε ως εξς: Στην αρχ (στ. 1-15) ο ποιητς παρουσιζει τον εαυτ του, λγοντας πως εναι νθρωπος μορφωμνος και με περα. Στους επμενους στχους (16-24) αναφρει πως, ταν κρζει ο κρακας, προβλπεται χωρισμς θνατος ανθρπων. Με τα γερατει ο νθρωπος γνεται σοφς και με τα χρνια σοφτερος (στ. 25-34) και αναφρει να-να τα δειν που μπορε να προκαλσει το κρξιμο του κρακα (στ. 35-45), το οποο θεωρε τι προαναγγλλει θνατο· παρλληλα, δεχνει να πιστεει πως τα πργματα στη ζω δεν ρυθμζονται μνο απ τη λογικ. πειτα, αναφρει πως κατβηκε γγελος απ τον ουραν, τον ρπαξε και τον ριξε ζωνταν στον δη εξαιτας της συκοφαντας ενς χαιρκακου γετονα (στ. 46-85). Στους στχους 86-179 ο ποιητς, απευθυνμενος στον αναγνστη, αρχζει μια μακροσκελ περιγραφ της ζως στη φυλακ, την οποα χι μνο παρομοιζει με τον δη, αλλ τη βρσκει τελικ χειρτερη και απ τον διο τον θνατο και απορε πς ακμα δεν χει πεθνει. Ακολουθε να σντομο τμμα (στ. 180-203), που στρφεται στην ψυχ του η οποα χει χσει τη δναμ της και μαρθηκε. Στους στχους 204-213 ο ποιητς δηλνει τη βαθι αποστροφ του για τα γρμματα, καθς, πως φανεται, τον χει επηρεσει πολ η συμφορ και ο επακλουθος ξεπεσμς του, επαναλαμβνοντας (στ. 214-253) πως τποτα δεν εναι χειρτερο απ τη φυλακ. Στους επμενους στχους (254-296) προσπαθε να πεσει για την αθωτητ του, στρεφμενος και πλι στην ψυχ του (στ. 297-443), αλλ αυτ τη φορ με μια πιο αισιδοξη διθεση, με ελπδα στην ανατροπ της κατστασης και πστη στην τξη, που επιβλλει ο Θες και στη Μλλουσα Κρση. Επανρχεται γργορα (στ. 444-514) στην κατσταση που επικρατε στη φυλακ και διακρνει τον εαυτ του απ τους λλους κατδικους που χουν διαπρξει φρικτ εγκλματα, εν ο διος εναι αθος. Στους επμενους στχους (515-537) αναφρει πως κουσε μια γνωστη φων να του μιλ παροτρνοντς του να απευθυνθε στον αυτοκρτορα, για να εκθσει τα παρπον του προκειμνου να απελευθερωθε. Ο ποιητς απαντ στην γνωστη φων, πεθοντας και πλι για την αθωτητ του και κρνοντας την πρξη του απεσταλμνου απ τον ουραν αγγλου (στ. 538-573) ως εσφαλμνη. Η δια φων επανρχεται και τον προτρπει και πλι να απευθυνθε στον αυτοκρτορα.

φες ας χαρει ως χαρεται, κι εσ λοιπο ως λυπσαι,
απλαβ σου τα κακ,κι εκενος τα καλ του
κσμος, ως οδας,τερος ητομασται και κρσις,
και βμα φρικωδστατον και δικαστς και ββλοι
πντες εκε γεγρμεθα δακτλω του κυρου,
εκε δημοσιεονται πντων τα κεκρυμμνα,
εκε παραστησμεθα και πλοσιος και πνης,
και λγους αποδσομεν των πεπλημμελημνων
οι πντες ανταπδωσιν ευρσομεν αξαν
των λογισμν, των εννοιν εκενων και των τρπων.
Εκε ραβδοχων μιλος, εκε πληθς κολκων,
και τρπεζα πολυτελς, και παραστων χλος,
και θρψις λλη περιττ, και κοφη φαντασα,
ασυντελς, ανωφελς, πρακτος καθορται
εκε κοινν κριτριον και τξις πντων μα
ουκ ατιμζεται πτωχς, ου παρορται πνης,
ου προτιμται πλοσιος, ουκ χειν παρρησαν,
ου τξις υπερχουσαν και πρωτοκαθεδραν
ου κρπτεται το δκαιον, ου δροις, ου προσποις,
ου στμα λλον δναται, και γλσσα συκοφντης,
ου ψεδος παρεισγεται, δλος ουκ χει χραν.
Κριτο δικαου κρνοντος, πσα δικαα κρσις
εκε πατρ ουκ ωφελε, μτηρ ου χρησιμεει,
μνη των ργων η ισχς σζει τον κεκτημνον,
ου δκρυσιν ο δικαστς κμπτεται πολυρρτις,
ου λγοις παρακλητικος, ου στεναγμος και γοις.
κρω δακτλω δεηθες την γλσσα δροσισθναι,
μσον φλογς εντυχεν ο πλοσιος εκενος,
τοιυτη γαρ ανταμοιβ κεται τοις αλαζσι,
τοις επηρμνοις τα πολλ, και τοις καταφρονοσι
πτωχν, απρων, ορφανν, πεντων, αιχμαλτων,
δολων, αχρεων, ταπεινν, ξνων, γυμνν, αστγων.

======

Περιγραφ τῆς φυλακῆς ἀπ τν φυλακισμένο λόγιο Μ. Γλυκᾶ (12ος αἰ. μ.Χ.) σ φυλακή («Νούμερα») τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

      (Με την αυτοβιογραφα του συνδεται το ποημα του Μιχαλ Γλυκ (γνωστς κι απ λλα ργα σε λγια γλσσα), που περιγρφει τις εμπειρες του στη φυλακ, γενικεει τα παρπονα σε παρατηρσεις γνωμικο κι ηθικοδιδακτικο χαρακτρα και παρακαλε τον αυτοκρτορα να τον απελευθερσει.)

ΣΤΙΧΟΙ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΤΟΥ ΓΛΥΚΑ ΟΥΣ ΕΓΡΑΨΕ ΚΑΘ᾿ ΟΝ ΚΑΤΕΣΧΕΘΗ ΚΑΙΡΟΝ ΕΚ ΠΡΟΣΑΓΓΕΛΙΑΣ ΧΑΙΡΕΚΑΚΟΥ ΤΙΝΟΣ

Ἤμουν παιδίν, ἐγήρασα, πολὺν διῆλθον κόσμον,
σοφῶν ἀρχαίων ἤκουσα, πολλὰς ἀνέγνων βίβλους,
πάντων ἐν πείρᾳ γέγονα, πᾶσαν ὁδὸν ἐξεῦρον,
πλάσματα πάλιν μυθικὰ καὶ λόγους γραδίων
ἠκριβωσάμην, ὅ φασιν, ἐξ ἀπαλῶν ὀνύχων,
τὴν γνῶσιν σχεῖν πειρώμενος πάντων καὶ τῶν τυχόντων,
ὡς μὴ καταβαπτίζεσθαι βυθῷ τῆς ἀγνωσίας.
Ὡς δέ τις μεγαλέμπορος θέλων πολλὰ κερδῆσαι,

δεινοῦ παντὸς ὑπερορᾷ, κατατολμᾷ θαλάσσης,

καὶ τὰ φρικτὰ καταφρονεῖ χάσματα τῶν κυμάτων,

καὶ πορρωτάτω στέλλεται πάντως ριψοκινδύνως˙

οὕτως εἰς πλάτος ἐμαυτὸν ἀφῆκα τὸ τοῦ λόγου,

κἀκεῖθεν ὅλον φορυτὸν χρυσίου καὶ μαργάρων,

καὶ θησαυρὸν πολύολβον ἐπλούτησα τὴν γνῶσιν,

πολὺν ἐμπορευσάμενος ταύτην τὴν ἐμπορίαν.

Οὕτω τὰ πάντα διελθών, οὕτως ἀποπειράσας,

τοῦτο πρὸ πάντων ἄπιστον εἶχον καὶ φλυαρίαν,

τοῦτο ψευδὲς ἐνόμιζον, ὅλως οὐκ ἐδεχόμην

τὸ λέγουσιν οἱ χωρικοὶ καὶ ὁ λόγος ὁ δημώδης:

«Ὅταν ὁ κόραξ πούποτε καθίσῃ καὶ φωνάξῃ,

ἐκεῖ σημαίνει θάνατον καὶ χωρισμὸν ἀθρόον».

Πόθεν καὶ γὰρ τοῖς κόρξιν ἀπεκληρώθη χάρις

μηνύουσι τὰ μέλλοντα καὶ προγινώσκειν τόσον,

ὥστε προλέγειν θάνατον καὶ χωρισμοὺς ἀνθρώπων;

Ἐδόκει γοῦν μοι γέλοιον καὶ ματαιολογία,

ἀλλὰ κατέλαβε καιρός, ἀλλὰ παρέστη χρόνος,

ἐν οἷς ἰδὼν πεπίστευκα καὶ καρτερῶ πιστεύειν˙

χρυσοῦς ἐκεῖνος ὁ εἰπών, ὄντως σοφίας πλήρης:

«Ὅσον γηράσκεις μάνθανε καὶ σεαυτὸν ταπείνου!»

Ἰδοὺ καὶ μαθητεύομαι καὶ κλίνω τὸν αὐχένα,

καὶ παρ’ αὐτῆς διδάσκομαι σαφέστατα τῆς πείρας

τὸ μαντικὸν τοῦ κόρακος καὶ τὰς λοιπὰς δυνάμεις,

ἃς ἐπιφέρειν εἴωθε μετὰ πολλοῦ τοῦ τάχους,

καθίσας ὁπουδήποτε καὶ παρ’ ἐλπίδα κράξας˙

γονεῖς ἀτέκνους καθιστᾷ, τέκνα χωρὶς γονέων,

ἐκ τῆς ἀγκάλης τῆς μητρὸς τὸ βρέφος ἀφαρπάζει,

τὸ βρέφος ἀπεστέρησε μητέρος θηλαζούσης,

πολλάκις δὲ καὶ σὺν αὐτῷ τῷ βρέφει τὴν μητέρα

ἐλέους ἄνευ ἀνασπᾷ καὶ κατασπᾷ πρὸς ᾅδην˙

φίλους, γνωρίμους, συγγενεῖς, πάντας, μικρούς, μεγάλους,

χωρίζει καὶ διίστησιν ἀθρόον ἀπ’ ἀλλήλων

ὁ κόραξ ὁ κακόφημος, ὁ κήρυξ τοῦ θανάτου˙

ἐγγύς που τὸ παράδειγμα καὶ ὁ μάρτυρας ἀφ’ ἑστίας˙

ἐπὶ προδήλοις πράγμασιν οὐ χρεία τῶν μαρτύρων,

ἀφ’ ὧν ἡμεῖς ἐπάθομεν, ἐμάθομεν ἀρκούντως.

Πρότριτα γὰρ τοῦ κόρακος ἐπάνω μου τῆς στέγης

ἐπὶ κακῷ καθίσαντος καὶ κράζειν ἀρξαμένου,

καὶ λέγειν ὅλως ἄναρθρα καὶ παρακεκομμένα˙

φοβεῖσθαι μὲν οὐκ ἤθελον, ὡς φθάσας εἶπον ἄνω,

πλὴν ἀλλ’ ὁ λόγος ὁ κοινὸς καὶ ἡ φήμη τῶν ἀνθρώπων,

ὁκάτι ὡς ἠκροεξύσπαζε καὶ συνετάρασσέ με˙

τρόμος λοιπὸν κατέλαβε καὶ φόβος τὴν ψυχή μου,

καὶ τὴν καρδίαν μου παλμός, καὶ κλόνος μου τὰ μέλη,

ἐφανταζόμην, ἔπασχον, ἔτρεμον, ἐφοβούμην,

ἐδειλαινόμην ἄμετρα, πολλὰ συνεστελλόμην,

τέρας ἰδεῖν δυσάντητον δοκῶν ἀπροσδοκήτως,

τό: «δέσποτα φιλάνθρωπε, τοῦ κόσμου σου προστάτα,

τοῦτον τὸν φόβον εἰς καλὸν ποίησον ἀποβῆναι,

καὶ τέλος δοῦναι μοι χρηστόν», λέγων οὐκ ἐπαυόμην˙

καὶ ἰδὲ τὸ ποῦ κατήντησαν ἐκείνα τὰ σημεῖα,

καὶ τέλος οἷον ἔφερεν ἐμοὶ τῷ ταλαιπώρῳ

ὁ βοασμὸς τοῦ κόρακος τοῦ βαρυφωνοτάτου.

Ἄγγελος γὰρ καταπεμφθεὶς ὕψωθεν τοῦ κυρίου,

ἀφήρπαξέ με τῶν ἐμῶν, ἐστέρησε τοῦ βίου,

καὶ ζῶντα μὲ κατήντησεν εἰς ᾅδην παρ’ ἐλπίδα,

πάσης προφάσεως ἐκτός, ὅλως ἀνερωτήτως,

καὶ κολασταῖς παρέδωκε καὶ σκότει καὶ ταρτάρῳ,

θέμενος πάντα παρ’οὐδέν, πάντων καταφρονήσας,

τοῦ λόγου, τῆς νεότητος αὐτῆς τῆς ἡλικίας.

Ἀλλ’ ὢ βασκάνου δαίμονος, ὢ πονηροῦ τελχῖνος,

ὢ μνησικάκου γείτονος, ὢ γλώσσης ψευδηγόρου,

ἥτις ἐλάλησε κακῶς σήμερον ἀδικίαν,

ἥτις ἀπεπωμάτισε τὸν τῆς ἐλπίδος πίθον,

ἥτις ἡμῖν ἐκέρασε τοῦ πόνου τὴν τρυγίαν,

καὶ κυκεῶνα θλίψεων καὶ συμφορῶν κρατῆρα,

ἥτις εἰς γῆν κατέαξε τὰ διαβήματά μου,

λόγους ψευδεῖς συνέρραψε καὶ δόλῳ μεμιγμένους,

Ἄρτι κἀγὼ συντίθεμαι τοῖς γνωματευομένοις,

συμφέρει χρόνος ὁ κακὸς καὶ κρείττων ἔνι πάντως

τοῦ γείτονος τοῦ πονηροῦ καὶ τοῦ συκοφαντοῦντος˙

τοῦ χρόνου γὰρ κατὰ μικρὸν συμπεριφερομένου,

συμφέρονται καὶ τὰ δεινὰ καὶ ρέουσι τῷ χρόνῳ,

ὁ γείτων δὲ παράμονος τοῖς γειτονοῦσι σκόλοψ,

συκοφαντῶν, δολορραφῶν, μοχλεύων, ἐνεδρεύων,

πόστας ἱστῶν ἀσυμφανῶς καὶ βρόχους ἐξορύσσων.

Ἀλλ’ ἐρωτᾷς τὸν θάνατον, βούλει μαθεῖν τὸν ᾅδην;

Ἅδην καλῶ τὰ Νούμερα, τὰ χείρω καὶ τοῦ ᾅδου,

ὅσον καὶ γὰρ εἰς κάκωσιν νικῶσι καὶ τὸν ᾅδην.

Ἐκεῖ γάρ, ὡς ἀκούομεν, ἀλλήλους θεωροῦσι,

καὶ τοῦτο παρηγόρημα μέγα τοῖς θλιβομένοις˙

ἐν τούτῳ δὲ τῷ ζοφερῷ καὶ βαθυτάτῳ λάκκῳ,

οὐ φῶς παρὰ τοῖς ὄμμασιν, οὐδέ τις ὁμιλία,

τὸ συνεχὲς γὰρ τοῦ καπνοῦ, τοῦ σκότους ἡ παχύτης,

ἀλλήλους οὐ παραχωρεῖ βλέπειν οὐδὲ γνωρίζειν˙

ἐκεῖ πεντηκονθήμερος καιρὸς ἐλευθερίας

κατ’ ἔτος ἅπαν δίδοται τοῖς ἀποδικασμένοις˙

ἐνταῦθα δὲ διηνεκὴς ἡ κάθερξις τυγχάνει,

ὁ γόος ὦδε μόνιμος, ἀέναος ὁ θρῆνος,

ὁ τῶν δακρύων ὀχετὸς οὐ λήγει καταρρέων˙

θλίβει μικρὸν ὁ θάνατος, ἅπαξ ἡμᾶς πικραίνει,

ἡ φυλακὴ δὲ πάντοτε κέκτηται τὴν πικρίαν˙

ὁ τέλει γὰρ χρησάμενος τοῦ βίου κατὰ φύσιν,

καὶ λειτουργήσας τῶν χρεῶν ἢ μεταστὰς τῶν ὦδε,

ἐκεῖνος ἅπαξ ἔθανεν, ἐτάφη καὶ παρῆλθε,

ἐν λήθῃ πάντων γέγονε τῶν ὄντων ἐν τῷ κόσμῳ,

φίλων, γνωρίμων, συγγενῶν, γονέων καὶ συζύγου˙

οὐκέτι τούτων ἕνεκεν δάκνεται τὴν καρδίαν,

πάντων ἐπιλαθόμενος ὧν εἶχεν ἐν τῷ βίῳ˙

ὁ δὲ βληθεὶς ἐν φυλακῇ πλήρει καπνοῦ καὶ σκότους,

ἔχει τοὺς πόνους μετ’ αὐτοῦ πάντοτε συνοικοῦντας˙

ὁσάκις ἀναπνεύσειε λυπεῖται τοσαυτάκις,

ἀναστενάζει, θλίβεται, κόπτεται, δαπανᾶται,

ἐπὶ θανάτῳ θάνατον δέχεται καθ’ ἑκάστην,

ὅτι καὶ ζῇ καὶ μέμνηται καὶ τῶν αὑτοῦ στερεῖται.

Ἀκοῦτε τα καὶ οὐ θλίβεσθε, λαλῶ σας καὶ οὐ λυπεῖσθε˙

λόγος, ἀλήθεια, φέρεται δημοτικὸς ἀρχαῖος:

«Ὁποὺ ἔχει ἀμέριμνον ψυχήν, ὁποὺ ἔνι χορτασμένος,

ποτὲ οὐ πιστεύει νηστικόν, ποτὲ οὐ ψυχοπονᾶται».

Ἐσὺ ἂν εἱστήκῃς εἰς βουνὶν καὶ ἀπὸ μακρὰ ἐντρανίζῃς,

καὶ βλέπῃς ἄλλον κείμενον ἀπέσω εἰς τὸ καμίνιν,

οὐκ εἶδες, οὐκ ἐνόησες, οὐκ ἔγνως τὴν πικρίαν˙

ἐκεῖνος τηγανίζεται, κ’ ἐσὺ κὰν ψίχα οὐ γνώθεις.

Ἂν ἴδῃς εἰς τὸ πέλαγος καράβιν κινδυνεῦον,

ἐσὺ γελᾷς ἀπὸ μακρά, κ’ ἐκεῖ μεγάλη τζίκνα˙

ἐσὺ λέγεις ἀλλοίμονον, κ’ ἐκεῖ θεωροῦν ἀγγέλους˙

ὁ βλέπων φῶς ἐλεύθερον, ὁ τρέχων εἰς τὸν κόσμον,

οὐκ ἔχει φόβον πενθερᾶς, ἀμέριμνος κοιμᾶται,

ἂν οὐ πιασθῇ καὶ δαμασθῇ, ψυχὴν ἂν οὐ πονέσῃ,

ὡς ὄρνεον πελάζεται, δοκοῦν τον ὅλα ὁμάλιν,

τῆς φυλακῆς ἡ κάκωσις, ἡ τςίκνα, τὸ καρβούνιν,

ἐγὼ τὸ ἐξεύρω μοναχός, ἐμέναν καίει μόνον,

μόνος ἐγὼ δαμάζομαι κ’ ἐγὼ τὴν πείραν ἔχω.

Εἴ τις ἂν λέγῃ: «ψεύδεται, φλυαρεῖ, μὴ τὸν πιστεύῃς!»

κανεὶς ποτὲ οὐκ ἐπόνεσεν, οὐκ οἶδε τί ἔνι ὁ πόνος˙

ὁποὺ πονέσῃ κεφαλὴν καὶ ὁποὺ πονέσῃ πτέρναν

ἐπίσης ἀναγκάζονται κ’ ἐπίσης ὀδυνῶνται˙

ἐκείνους ὁποὺ πόνεσαν ἐρώτα, καὶ νὰ μάθῃς.

Ἡ φυλακὴ καὶ ὁ θάνατος καὶ χείρων τοῦ θανάτου˙

ἡ φυλακὴ καὶ κάμινος καὶ χείρων τῆς καμίνου˙

οἵαν ἂν εἴπῃς κόλασιν, παχυμερῶς κολάζει,

παχυμερῶς στενοχωρεῖ καὶ θλίβει καὶ δαμάζει˙

ἡ θλίψης δὲ τῆς φυλακῆς, ἡ μέριμνα, ἡ ἀνάγκη

πολυμερής, πολύτροπος, πολυειδής, ποικίλη.

Καθ’ ὥραν φθάνει ὁ θάνατος, καθ’ ὥραν ἀποθνήσεις˙

χωρὶς θαλάσσης πνίγεσαι, χωρὶς πυρὸς ἐξάπτεις,

μέλη καὶ μέλη τέμνεσαι καὶ δίχα μαχαιρίου˙

οὐκ ἔναι πόνος πούποτε νὰ μὴ σὲ κατακρούσῃ.

φύλλον θροεῖ σε ἂν σαλευθῇ, πουλὶν ἂν ἴδῃς τρέμεις,

ἂν γένῃ κτύποτς πούποτε, μόδιν ἀγγέλους βλέπεις,

φοβεῖσαι μὴ ἔλθῃ μήνυμα τὸ οὐκ ἤθελες ν’ ἀκούσῃς,

ἀδημονεῖς, ἐννοιάζεσαι, συντρίβεσαι, τρομάσσεις,

βλέπεις ἡμέραν, θλίβεσαι, φοβεῖσαι ὡς οὐ πρέπει.

πάλιν τὴν νύκταν δειλιᾷς, τὸ τί νὰ φέρῃ οὐκ οἶδες,

στενοχωρεῖσαι, ἀγανακτεῖς, ἐδῶ κ’ ἐκεῖ προσκρούεις,

ὡς ἐννοιασμένον περπατεῖς καὶ ὡσὰν ἐνταλωμένον,

τόπον ἐκ τόπου μεριμνᾷς καὶ τόπος οὐ χωρεῖ σε˙

λιποθυμεῖς, σκοτίζεσαι, κοντοανασαίνεις, πίπτεις,

κεῖται τὸ σῶμα σου νεκρόν, ἄψυχον τὴν τελείαν,

ὀψὲ καὶ μόλις γρηγορεῖς, μόλις ἐπαναφέρεις˙

τὴν γῆν δαγκάνεις, εὔχεσαι, περακαλεῖς καὶ λέγεις:

«Χριστέ μου, δὸς ἀνάπαυσιν, Χριστέ μου, φέρε ὑπνίτζιν,

Χριστέ, παραμυθῆσον με, Χριστέ, ἀποκοίμισέ με,

νὰ παύσουν αἱ ὀδύναι μου, νὰ χαλαρώσῃ ὁ πόνος!»

Καὶ …………… ὡς οὐκ ἤθελες, ἡ εὐχὴ ………….

ἠρέμησες, ἠκκόμπησες, ἔπεσες, κατεκλίθης,

ἀπῆρες ὕπνον ὀλίγόν, ἐκάμμυσες, ὡρίτζαν,

καὶ κὰν ἂς τὸν ἐκέρδισες, καὶ κὰν ἂς τὸν ἐχάρης,

ἂς εἶδες κὰν ἐνύπνιον γλυκὺν κατὰ τὸν ὕπνον!

ἀμμὴ δεσμὰ καὶ βάσανα καὶ φυλακὰς καὶ πύργους˙

Βαράγγους ἀλαλάζοντας, καὶ ὁ φόβος ἐξυπνᾷ σε˙

μορόπνον ἐγείρεσαι, περιπατεῖς χαωμένον,

φοβερισμένος, ἔντρομος, καὶ ὡσὰν ἐξυσπασμένος

ἔτι τ………………. θεωρεῖς ἐκείνους τοὺς ἀγρίους,

ὁρμῶντας οὕτω κατὰ σοῦ, δάκνοντας, ὑλακτοῦντας,

αἲ πόνος ὁ ἡμερινός, αἲ τζίκνα τῆς ἑσπέρας,

αἲ μεσονύκτου θάνατος, αἲ τῆς αὐγῆς καρβούνιν!

πόσα πανθάνω ἀγνοῶ, πῶς εἰς ᾅδην οὐ φθάνω;

πῶς ἀκομὺ ψυχοκρατῶ καὶ πῶς οὐ παραδίδω;

καὶ τοῦτο εἰς καταδίκην μου πάντως περισσοτέραν.

Αἲ αἴ, ψυχὴ πολύπονε, πολυσυμφορωτάτη,

πῶς ἀπαντᾷς παράδοξον, πῶς οὐκ ἐρράγης ξένον.

Οἱ πόνοι ὁποὺ σὲ εἰσέβησαν ποῦ τοὺς χωρεῖς, εἰπέ μοι˙

κουκκὶν κουκκὶν ἂν σωρευθῇ τὸν μόδιν νὰ γεμίσῃ,

κ’ ἐσύ, ψυχή μου, βέβαιον ἀκόμη οὐκ ἐγεμίσθης˙

τὸ ποῦ καὶ πῶς οἱ πόνοι σου χωνεύονται θαυμάζω.

Οἱ πόνοι ἐξηναισχύντησαν εἰς τούτας τὰς ἡμέρας˙

ἂν εὕρουν εἰς κατώφορον ψυχὴν ἀναγκασμένην,

ἐκεῖ περισυνάγονται καὶ πολεμοῦν τὴν πνῖξιν.

Ψυχή, περισωρεύθησαι, καί, ὡς ἠμπορεῖς, ἀπάντα˙

οἱ πόνοι ἁψὰ σὲ εἰσέβησαν, κ’ἐκατεσκούρωσάν σε,

καὶ οὐκ ἔχουν ἄλλο ἐνθύμησιν, ὡς βλέπω, νὰ σὲ ἀφήσουν˙

τοῦ πόνου τὸ ἀνώφορον ἤρξου, ψυχή, ἀναβαίνειν,

καί, ὡς ἔνι κακοανάβατον, μὴ αποσταθῇς φοβοῦμαι˙

ψυχή μου, βλέπω, ἠτόνησες, καὶ ὁ πόνος ἐπιβαίνει,

καὶ ὁκάτι δειλιάζω σε, φοβοῦμαι οὐ μὴ ἀπαντήσῃς˙

ψυχή μου κακοτύχερε, μίαν ἐχάρης ὥραν,

καὶ λύπη διεδέξατο ἄπαυστος τὴν χαράν σου˙

ψυχή μου κακορρίζικε, μίαν ἐφάνης ὥραν,

καὶ ὡσεὶ σκιὰ διέβηκες, ἐχάθης, ἐκρυβήθης˙

ψυχή μου, ὡς ἄστρον ἔλαμψες, ἀνέτειλες ὡς φέγγος,

καὶ νέφος ἀπροσδόκητον ἦλθεν, ἐκάλυψέ σε.

Ψυχή μου, ὁποὺ σὲ βλέπουσιν κὰν ψίχα ὅτι ἀναπνέεις…

παρὰ καιρὸν ἐγήρασεν, ἐψύγην, ἐμαράνθην.

Ἐδάρτε, μάθε γράμματα καὶ θάρρει νὰ προκόψῃς˙

θάρρει νὰ εὕρῃς τὴν ψυχήν σου καὶ νὰ χαρῇς εἰς κόσμον˙

πρὶν τὴν εὑρῇς, ἐχασές την˙ πρὶν τὴν ἰδῇς, ὑπάγει˙

ἀφῆκε σε μνημόσυνον πάντοτε νὰ σὲ θλίβῃ.

Πολλὰ τὸν ἔχω εὐκαιρητὴν ἐκεῖνον τὸν γονέαν,

ὁποὺ διδάξῃ γράμματα ποτέ του τὸ παιδίν του˙

ἔχεις, ἥλιε μου! παιδίν, ἀγούριν, παλληκάριν,

βάλε σχοινὶν καὶ πνίξε το, καὶ μὴ τὸ γραμματίςῃς˙

ἅπαξ τὸν πόνον ἔπαρε καὶ ἀπομερίμνησέ το,

μὴ τὸ θεωρῇς καὶ θλίβεσαι πάσας σου τὰς ἡμέρας.

Τὰ γράμματα τιμὴν ἔχουν, ἀλήθεια, μεγάλην,

ἀλλ’ ὡς ἐκατεστάθησαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας,

ὁ Θεὸς ἐλευθερώσῃ σε, καὶ ἂς εἶσαι ψωμοζήτης.

Ποτὲ μὴ ἐλπίζῃς προκοπήν, ποτὲ οὐκ ἐπανακάμψῃς˙

ἀφοῦ χλωριάνῃς καὶ ψυγῇς, πότε νὰ φέρῃς ὄψιν;

ἀφοῦ κλιθῇς καὶ μαρανθῇς, πότε νὰ ἐξαναθάλῃς;

ἀφοῦ γεράσῃς καὶ σαπῇς, πότε νὰ γίνῃς νέος;

ἀφοῦ ἀποθάνῃς καὶ σαπῇς, πότε νὰ ἐξαναζήσῃς;

Ὁ γέρων νέος οὐ γίνεται, κανεὶς μη σὲ κομπώνη˙

τὸ δένδρον τὸ νεόφυτον, τὸ θάλλον καὶ καρπεῦον,

ἀφοῦ ψυγῇ παρὰ καιρόν, ἀφοῦ φυλλοροήσῃ,

ὅσα καὶ ἂν τὸ ποτίζουσιν, ἄλλο ποτὲ οὐ βλαστήσῃ.

Πουλὶν ἂν βάλῃς εἰς κλουβίν, καὶ ποιήσῃ τρεῖς ἡμέρας,

ἐκεῖ νεφροκουράζεται καὶ οὐ δύναται πετάσσειν˙

ὥραν ἂν ποιήσεις εἰς λουτρόν, ὀλιγωρεῖς αὐτίκα,

γοργὸν ἂν σὲ οὐκ ἐκβάλουσιν, ἐκεῖ νὰ ἐξεψυχήσῃς.

Καὶ ποῦ λουτρὸν βαθύτερον καὶ ποὺ λιποψυχία;

Οἶδεν ἐκεῖνος ὁ παθών, οἶδεν ὁ θρύβας μόνος.

Ἡμέρας τρεῖς ὁ Ἰωνᾶς κατείχετο τῷ κήτει,

καὶ φέρειν μὴ δυνάμενος ἐφώναζε βαρέως:

«Ἀπέρριψάς με, δέσποτα, πάλιν ἀνάγαγέ με,

ἐκύκλωσάν με ποταμοί, παύθητι τῆς ὀργῆς σου˙

ἐπάκουσόν μου, πρόφθασον, χαώνεις τὸν Ἰωνᾶν σου!»

Οὕτω δεινὸν ἡ φυλακὴ καὶ τὸ μὴ βλέπειν κόσμον,

ὡς ἐξοχλεῖν καὶ τὸν Θεὸν ἀπὸ στενοχωρίας˙

κακὸς ἐχθρὸς ἡ φυλακή, καποτὲ πιστὰ οὐ φυλάττει,

μεσίτην οὐ προσδέχεται, φίλον τινὰ οὐκ ἔχει,

μακάρι μὴ κουρσίζεται μετὰ δισςὰ ματίτζια˙

ὡς ἐκεῖ παίζει μετ’ ἐσέν, ὡς ἐκεῖ μετριάζει,

ὡς οὗ νὰ ἐμβῇς εἰς κάρτζουκον, καὶ ὡς οὗ ἐμπλάκῃς˙

καὶ τότε λέγει: αὐτοῦ θέλεις, οὐδὲ οἶδα οὐδὲ νὰ ἐγνωρίζω,

ἔσω σὲ ἔχω, κόσσυφε, δωρεὰς καὶ σπαρταρίζεις.

Ἂν θέλῃς καταράσεσθαι τινὰν ἐκ τοὺς ἐχθρούς σου,

κατάρας ἄφες τὰς πολλὰς καὶ τοῦτο λέγε μόνον:

«Εἰς φυλακὴν ἀποκλεισθῇς, εἰς σίδηρα βαρέα,

εἰς χέρια ἐγκρούσῃς στοματᾶ, μωροῦ καπικλαρίου!»

Καὶ τί κρουνοὺς τοῖς δάκρυσι μινγύομεν δακρύων,

καὶ στεναγμοὺς ταῖς οἰμωγαῖς, καὶ πένθος ἐπὶ πένθει;

Ὅσα καὶ ἂν λέγῃς ὁ πονῶν, καὶ κρούῃς καὶ λαμβάνῃς,

πάντα δοκοῦσιν ὄνειρος εἰς ἄθλιβον καρδίαν.

Οὐδὲν ἀκούεις, οὐρανέ˙ καὶ τί κωφὸς ἐγένου;

οὐκ ἔμαθες τὰ ἡμέτερα καὶ πῶς ἀπεκοιμήθης;

πῶς οὐ πλαντᾷς παράδοξον, πῶς οὐ χαλᾷς καὶ πίπτεις;

πῶς ὑπομένεις ἀπορῶ ταύτην τὴν ἀδικίαν.

Ὁκάποτε εἰς τὸν δεῖπνον μας, ἐκείνας τὰς ἡμέρας,

παρὰ διαβόλου ἐπήδησεν ἐκ τὸ λυχνάριν τζίον,

καὶ τώρα βλέπω ἐμπυρισμόν, ἐκάησαν τὰ πάντα˙

ποτὲ καιροῦ ἐχασμήσετον ὁκάτις κατὰ τύχην,

καὶ τώρα ἐποῖκε τὸν σταυρόν, καὶ τώρ’ ἀπεσφραγίσθη˙

ἀπεσκεπάσθη πρόπερσι, κ’ ἐφέτο ἐρρεματίσθη˙

πίνε γρατίτζαν, λέγουν τον, μυρίζου λαδανίτζιν,

καὶ διαβῇ ὁ ρεμματισμὸς καὶ πάλιν νὰ ἐπανέλθῃς.

Ὁκάτις πάλιν ἔτρωγε καθ’ ὕπνου του πεπόνιν,

ἐξύπνησε, καὶ λέγουν τον: «Σφογγίσου ἐκ τὸ πεπόνιν,

κρύον οἰνάριν ρόφησε, μὴ κρυώσῃς καὶ πυρέξῃς.»

Ἔδε κριταὶ καὶ δίκαια, καὶ νόμοι καὶ κανόνες˙

ἡ παπαδιὰ παρέπεσεν, ἐξύβισε τὴν κοίτην,

καὶ καθαιροῦσι τὸν παπᾶν, αἲ συμφορὰ μεγάλη!

Ἐκείνη παρηνόμησε, καὶ τοῦτον τιμωροῦσι˙

οὐκ ἔνι τοῦτο πλανταμός, οὐκ ἔν μελαγχολία;

Ἐλάκτισεν ὁ γάδαρος, καὶ δέρουσι τὸ σάγμα,

νὰ γίνῃ καλοπαίδευτον, ἄλλο νὰ μὴ λακτίσῃ.

Ἡ θάλασσα ζαλίζεται, βρυχᾶται, κυματίζει,

καὶ τὸν περάτην τὸν πτωχὸν ὡς πταίστην ἀνατάσσουν.

Ἄρτι καὶ νόμος ἀπρακτεῖ τελείως ὁ κελεύων:

ἃ παρ’ ἑτέρων γίνονται μὴ καταβλάπτειν ἄλλους˙

καὶ τί ὠφελοῦν τὰ περισσά, τὰ τοῦτα καὶ τὰ ἐκεῖνα,

ἐδῶ τὸ δός, ἐκεῖ τὸ δός, παρέκει οὐκ ἔλαθέ μας;

Ὁποῦ τὸν φοῦρνον ἔκτισε, πάλε ἂς τὸν χαλάσῃ,

ἂς μείνῃ ὁ τόπος ἔρημος, ἂς γένῃ ὡς ἦτον πρῶτον˙

ἀλλ’ ὁ παρέκει οὐ δύναμαι κρατῶ καὶ οὐχ ὑπομένω˙

βλέπεις, ἀπῆρε με ἡ χολή, τὸ τί λαλῶ οὐκ ἐξεύρω,

ἔβρασεν ἡ καρδία μου, παρέκει οὐδὲν βαστάζω,

νὰ δώσω εἰς πέτραν καὶ λυθῶ, νὰ ποίσω θέαμα μέγα,

ἀπὸ στενοχωρίας μου νὰ πνίξω τὸν ἑαυτόν μου,

παντὶ νὰ γένῃ ἐξακουστόν, ὁ κόσμος νὰ θαυμάσῃ˙

ναί, νὰ τὸ ποιήσω οὐ μέλει με, πολλὰ παρεπονήθην˙

ἐγὼ ψηφίζω θάνατον, χρεωστῶ καὶ νὰ τὸν δώσω.

Ἦλθον εἰς κόσμον σήμερον, σήμερον ὑπαγαίνω˙

ἔδε καὶ τί χολομανῶ καὶ τί βαρεὰ στριγγίζω,

καὶ λέγω τὰ οὐκ ἐνδέχονται καὶ τὰ οὐδὲν ἁρμόζουν;

Εἰς ἀστρικὸν καταπλοκῆς, εἰς ὥραν ἀδικίας,

ἡ μάννα μου μ’ ἐγέννησε δωρεὰν καὶ πεισματίζω˙

μάτην, ψυχή μου, ἀδημονεῖς, μάτην περιστατεῖσαι˙

ἐκεῖνο τὸ σὲ ἀπόκειται καὶ τὸ σὲ περιμένει,

εἰς τὸ ἐκ παντὸς θέλει ἐλθεῖν, μὴ κρούῃς καὶ λαμβάνῃς.

Ψυχή μου, παρακλήθητι, μὴ σὲ νικήσῃ ὁ πόνος,

μὴ πάθῃς τὶ μικρόψυχον καὶ νὰ χαροῦν οἱ ἐχθροί σου.

Οὐκ ἔλεγες, καρδία μου, οὐκ ἐκαυχοῦ, ψυχή μου,

οἶος ἂν ἔνι ὁ πειρασμός, θαρρῶ τὸν ἀπαντήσειν;

Ὁκάτι τώρα βλέπω σε πολλὰ εἶσαι βαρεμένη,

πολλὰ σ’ ἐκατεπόνεσε τῆς φυλακῆς ὁ πόνος˙

ψυχή μου, ὡς ἀσυνήθιστος, μεγάλα δυσχεραίνεις,

αὐτοῦ ὅπου τὰ κατήφερες ἐσὺ νὰ συνηθίσῃς˙

ψυχή μου, μακροθύμησον, τὸν κόσμον ἔμαθές τον,

τὰς συστροφὰς οὐκ ἀγνοεῖς καὶ τὰς μεταβολάς του,

οὐκ ἔχει βέβαιον οὐδέν, οὐκ ἔχει οὐδὲν ἑδραῖον˙

ὡς δύνασαι, καρτέρησον, ἔδε καὶ τί νὰ ποίσῃς,

θέλει οὐ θέλεις ἔκδεξαι, παίζει κ’ ἐσὲν ὁ τύχη,

χάριν αὐτοῦ μὴ θλίβεσαι, μηδὲ συχνοστενάζῃς,

ἡ ζάλη τούτη νὰ διαβῇ, πάλιν νὰ ἐλθῇ γαλήνη˙

ὁ λόγος οὗτος οὐκ ἐμός, προφητικὸν τὸ ρῆμα,

ἑσπέρας αὐλισθήσεται κλαυθμός, οὐαί, καὶ θρῆνος,

καὶ θυμηδίας ἥλιος λάμψει κατὰ τὴν ἕω.

Μὴ τὰ παρόντα καθορᾷς, ἀλλὰ τὸ μέλλον σκέπτου˙

ἡ πεῖρα διδασκέτω σε τὰς φύσεις τῶν πραγμάτων,

ὅπου χειμὼν καὶ νιφετός, ἐκεὶ καὶ θέρος πάντως,

ὅπου ραγδαῖος ὑετός, ἐκεῖ κομῶντες στάχεις,

ἐκεῖ πληροῖ τὴν δεξιὰν δραγμάτων ὁ θερίζων˙

ὅπου δακρύων ὀχετοὶ καὶ συμφορῶν νιφάδες,

ἐκεῖ βαθεῖαν ἴδῃ τις λάμψασαν εὐφροσύνην,

ὁ σπείρων γὰρ ἐν δάκρυσι μεθ’ ἡδονῆς θερίζει˙

ὅπου δεσμὰ καὶ κάκωσις καὶ νέφος ἀθυμίας,

ἐκεῖ χαρὰ καὶ ἄνεσις καὶ θυμηδίας ἔαρ.

Κυβέρνησε τὰ πράγματα, μὴ ἀποκαραδοκήσῃς˙

ἀφ’ ὅτου φθάσῃ ὁ πειρασμός, τὸ πόθεν μὴ γυρεύῃς,

μὴ ψηλαφᾷς τὸν αἴτιον, μὴ λέγῃς: «πόθεν ἦλθεν!»

ἀνακομπώσου, δέξου τον, καί, ὡς δύνῃ, δούλευσέ τον˙

μὴ θροηθῇς, μὴ σαλευθῇς, μὴ νικηθῇς, μὴ ἐνδώσῃς,

μὴ κάμψῃς γόνυ μηδαμῶς, μὴ χλευασθῇς κατά τι,

μὴ τὸ τυχὸν περιτραπῇς, μὴ δ’ ἐκλυπῇς τὰς ὥρας

ταῖς ἔξω καταστάσεσι καὶ ταῖς ἐπιφανείαις,

ὁ λύκος γὰρ ἐν τῇ δορᾷ κρύπτεται τοῦ προβάτου˙

μὴ κλίνῃς ὅλως κεφαλήν, μὴ φοβηθῇς κατά τι,

παρεμβαλεῖ γὰρ ἄγγελος κύκλῳ συ τοῦ κυρίου,

ρυόμενος ἐκ πειρασμῶν καὶ σῶον σὲ φυλάττων.

Μὴ δώσῃς ὅλως ἀφορμὴν τοῖς ἀφορμὴν ζητοῦσιν,

ἀποβαλοῦ τοὺς λογισμοόυς, ἀνδρίζου καὶ κρατύνου,

ἀπόκειταί σοι στέφανος, μηδόλως ἐκκακίσῃς˙

ὁ ζῆλος …………………… καὶ σὲ καταφαγέτω˙

ἐκεῖνος πάσχων ἔφερε κ’ ἐσὺ ποσῶς γογγύζεις˙

ἀφοῦ τὰ θέλεις οὐ θεωρεῖς, τὰ βλέπεις καταδέχου,

καὶ πραγματεύου τὸν καιρόν, φέρου τῷ φέροντί σε.

Μὴ συκοφάντην πτοηθῇς, ἂν ἔχῃ δρακοντιάσειν,

ἂν ἔχῃ τὸ κοντάριν του φθάσειν εἰς τὸ Δυρράχιν,

τὸ ψεῦδος γὰρ κατὰ μικρὸν ἐλέγχεται τῷ χρόνῳ,

καθὰ χρυσὸς ἐλέγχεται τῇ λίθῳ τῇ λυδίᾳ˙

πρὸς ὥραν ἔχει δύναμιν, πρὸς ὥραν φλαμουλίζει,

ἡ προκοπῆ προσωρινὴ, πρὸς ὥραν ἡ χαρά του,

καὶ τότε ὡς χόρτος φθείρεται, ὡς ἄνθος τότε πίπτει,

ὡς ὄναρ διαλύεται καὶ τοῦ καπνοῦ ὑπαγαίνει,

γυρεύεις, οὐχ εὑρίσκεις τον, παρῆλθεν, ἠφανίσθην,

καὶ τάχιστα μετέπεσεν ὡς ὑπ’ ἀνέμου κόνις,

διέβηκεν ὡς ἀστραπή, τὸν τρόπον κρυὸν ἀφῆκεν˙

ἂν ἔχῃ εἰς ὄρος ἀναβῆν, ὡς κέδρος ἀνυψῶσαι,

χαλάσειν ἔχει ὀψέποτε, κατακλιθῆν καὶ πέσειν.

Παμμέγας ἦν ὁ Γολιάθ, ἐρρέμβετο μεγάλα,

καὶ χεὶρ αὐτὸν ἀπέκτεινε μικροῦ παιδισκαρίου.

Τὸ φροῦ καὶ τὸ φρᾶ μὴ σὲ πλανᾷ, ποτὲ μὴ σὲ κομπώνῃ,

τοῦτο τὸ ἀνάβα τὸ γοργὸν ἔχει καὶ ὀξὺν κατάβαν,

ἂν ἔχῃ εἰς τὰ ἐπιθανάτα νὰ τὸ εὕρῃ μὴ σὲ μέλῃ.

Κάθεὶς κοιμᾶται ὡς ἔστρωσεν, ὡς ἔσπειρε θερίζει,

καθεὶς ὡς ἐμαγείρευσεν εὑρίσκει τὸ ἔμπροσθέν του˙

τώρα προκόπτει, χαίρεται, κ’ ἐσὺ τὸ χεῖλος κρούεις˙

τὰ βόλια γυρισθῆν ἔχουν, ἄφες, μὴ τὸν ζηλεύῃς˙

ἡ ἄρκος παίζει μετ’ ἐσέν, νὰ παίξῃ καὶ μετ’ αὔτον˙

κατὰ ρογὶν τὸν ἐλαδᾶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀποδίδει·

ἄρα καὶ κόττου τὸν καιρὸν ὅλον ὑστέρου μίαν˙

ταῦτα τὰ βλέπεις νὰ διαβοῦν, ἔχει ὁ καιρὸς ἡμέρας,

μιᾷ καταστραφήσεται καιροῦ ροπῇ καὶ ὥρᾳ˙

κὰν ὑπὲρ κέδρους ὑψωθῇ καὶ κορυφὰς ὀρέων,

ἡ τύχη ἐκείνου σήμερον, αὔριον ἡ ἐδική σου˙

ὁ βίος οὗτος ἄστατος, ἀλλάσσεται καθ’ ὥραν˙

ἂν εὐτυχῇς, μὴ χαίρεσαι˙ καὶ ἂν δυστυχῇς, μὴ κλαίης˙

ἐν ὅσῳ χαίρεις καὶ πλουτεῖς, ἦλθεν ἡ δυστυχία,

ἐν ὅσῳ κεῖσαι δυστυχῶν, ηὐτύχησες ἀθρόον˙

ἄφες τὰ πάντα φέρεσθαι καθὼς ἐκεῖνα θέλουν.

Μὴ τὸ τυχὸν ἀντίτεινε καὶ βλάψῃς τὸν ἑαυτόν σου˙

ἀλλ’ ὅνπερ εὐεργέτησας πολλὰς εὐεργεσίας,

μυρίοις ἄρτοις ἔθρεψας κατ’ ἐντολὴν κυρίου,

ἐκεῖνος ἐμεγάλυνεν ἀρτίως πτερνισμόν σου,

ἐκεῖνος ἐψιθύρισε κρυφιωδῶς ὡς ὄφις,

καὶ τὸν ἰὸν ἐξέχεε κατὰ τοῦ εὐεργέτου,

κ’ ἐσὲ κακῶς διέθηκεν, ἐξ ὕψους ἔρριψέ σε,

καὶ συγγενῶν ἐστέρησεν, ἐξένωσε φιλτάτων,

ἐν σκοτεινοῖς ἐκάθισε γυμνόν, ἠπορημένον.

Ἔχεις τὸν ἐκδικοῦντα σε, σιώπα, μὴ βλασφήμει.

«Ἐγώ καὶ γὰρ ὁ κύριος φησίν, ἀνταποδώσω,

εἰ σὺ τοῖς ἀδικοῦσι σε μηδόλως ἀντιδίδως˙

ἐγώ, φησίν, ἀντιμετρῶ τὴν ὀφειλὴν ἀξίως,

καὶ βλέπω τὸ μακρόθυμον καὶ τὸ εὐχάριστόν σου».

Ἄφες ἂς χαίρῃ ὡς χαίρεται, κ’ ἐσὺ λυποῦ ὡς λυπᾶσαι,

ἀπόλαβέ σου τὰ κακά, κ’ ἐκεῖνος τὰ καλά του˙

κόσμος, ὡς οἶδας, ἕτερος ἡτοίμασται καὶ κρίσις,

καὶ βῆμα φρικωδέστατον καὶ δικαστὴς καὶ βίβλοι˙

πάντες ἐκεῖ γεγράμμεθα δακτύλῳ τοῦ κυρίου,

ἐκεῖ δημοσιεύονται πάντων τὰ κεκρυμμένα,

ἐκεῖ παραστησόμεθα καὶ πλούσιος καὶ πένης,

καὶ λόγους ἀποδῴσομεν τῶν πεπλημμελημένων˙

οἱ πάντες ἀνταπόδωσιν εὑρήσομεν ἀξίαν

τῶν λογισμῶν, τῶν ἐννοιῶν ἐκείνων καὶ τῶν τρόπων.

Ἐκεῖ ραβδούχων ὅμιλος, ἐκεῖ πληθὺς κολάκων,

καὶ τράπεζα πολυτελής, καὶ παρασίτων ὄχλος,

καὶ θρύψις ἄλλη περιττή, καὶ κούφη φνατασία,

ἀσυντελής, ἀνωφελής, ἄπρακτος καθορᾶται˙

ἐκεῖ κοινὸν κριτήριον καὶ τάξις πάντων μία˙

οὐκ ἀτιμάζεται πτωχός, οὐ παρορᾶται πένης,

οὐ προτιμᾶται πλούσιος, οὐκ ἔχει παρρησίαν,

οὐ τάξιν ὑπερέχουσαν καὶ πρωτοκαθεδρίαν˙

οὐ κρύπτεται τὸ δίκαιον, οὐ δώροις, οὐ προσώποις,

οὐ στόμα λάλον δύναται, καὶ γλῶσσα συκοφάντις,

οὐ ψεῦδος παρεισάγεται, δόλος οὐκ ἔχει χώραν.

Κριτοῦ δικαίου κρίνοντος, πᾶσα δικαία κρίσις˙

ἐκεῖ πατὴρ οὐκ ὠφελεῖ, μήτηρ οὐ χρησιμεύει,

μόνη τῶν ἔργων ἡ ἰσχὺς σῴζει τὸν κεκτημένον,

οὐ δάκρυσιν ὁ δικαστὴς κάμπτεται πολυρρύτοις,

οὐ λόγοις παρακλητικοῖς, οὐ στεναγμοῖς καὶ γόοις.

Ἄκρῳ δακτύλῳ δεηθεὶς τὴν γλῶσσαν δροσισθῆναι,

μέσον φλογὸς ἐνέτυχεν ὁ πλούσιος ἐκεῖνος,

τοιαύτη γὰρ ἀνταμοιβὴ κεῖται τοῖς ἀλαζόσι,

τοῖς ἐπηρμένοις τὰ πολλά, καὶ τοῖς καταφρονοῦσι

πτωχῶν, ἀπόρων, ὀρφανῶν, πενήτων, αἰχμαλώτων,

δούλων ἀχρείων, ταπεινῶν, ξένων, γυμνῶν, ἀστέγων˙

ἀλλ’ ἂν ἁγίως ἔπαθες καὶ θλίβη κατὰ τοῦτο………….

………………………………………………………………...

Καὶ μᾶλλον εὐχαρίστησε Θεῷ τῷ φιλανθρώπῳ,

τῷ πάντα πρὸς ὠφέλειαν ἡμῶν οἰκονομοῦντι.

Ἀνὴρ ὁ Ἄβελ δίκαιος, ἀλλὰ παρὰ τοῦ Κάν

οὕτω ματαίως φθονηθεὶς θανάτῳ παρεδόθη˙

καὶ σκόπει χάριν ἄρρητον, ὅρα τὸ κέρδος ὅσον,

ἐπὶ μισθῷ τῶν θυσιῶν αὐτοῦ τῶν ἐτησίων,

καὶ στέφος ἐκομίσατο λαμπρὸν τῆς μαρτυρίας˙

ὁ δὲ φθονήσας ἀδελφός, ὁ δὲ φονεύσας Κάν,

δίκας ἑπτάκις ἔδωκε τῆς ἀδελφοκτονίας.

Μή μοι λοιπὸν δυσχέραινε, μὴ στέναζε, μὴ θλίβου,

μὴ θορυβοῦ καθ’ ἑαυτόν, ἀλλ’ εὐχαρίστει μᾶλλον˙

ὅσον ἀπταίστως ἔπαθες, ὅσον ἀδίκως πάσχεις,

τοσοῦτον πολλαπλάσιος ἀπόκειται μισθός σοι

παρὰ Θεῷ τῷ ποιητῇ πάντων καὶ κηδεμόνι˙

ἐκεῖνος, κὰν εἰς φυλακὴν κὰν εἰς δεσμοὺς ἐμπέσῃς,

νὰ σὲ ἀνασπάσῃ δύναται καὶ νὰ σ’ ἐλευθερώσῃ.

Οὐδὲν θεωρεῖτε τοῦτο ἔν πάλιν ἀρχὴ δακρύων;

Τῆς φυλακῆς τῆς μιαρᾶς ὄνομα μόνον εἶπον,

καὶ παρευθὺς τὸ στόμα μου γεμίζεται πικρίας.

Ὢ τῶν δεινῶν καὶ ζοφερῶν τῶν ταύτης θεαμάτων!

πάντα πικρά, πάντα στυγνά, πάντα μεστὰ τῶν θρήνων!

Εἶδον ψυχὰς ἐλεεινὰς δεινῶς ἐταζομένας,

εἶδον βαρεῖς ἐξεταστὰς ὑλάσσοντας ὡς κύνας,

τοῦ φυλακίτου τὴν ψυχὴν καταπιεῖν ὁρμῶντας,

εἰ προσεγγίσαι πώποτε τολμήσει τῷ πυλῶνι,

χάριν μικρᾶς ἀνακωχθῆς καὶ κουφισμοῦ τῶν πόνων.

Πᾶσαν ποινὴν καὶ κάκωσιν καὶ μάστιγα νικῶσι

οἱ φύλακες τῆς φυλακῆς, οἱ πυλωροἰ τοῦ ᾅδου,

ὄμμα δεικνύντες βλοσυρὸν καὶ χαλαρὰς ὀφρύας,

καὶ τῶν μυκτήρων πέμποντες φλόγα πυρὸς ἀσβέστου,

καὶ τοὺς ὀδόντας θήγοντες δίκην θηρῶν ἀγρίων,

καὶ τὰς ψυχὰς σπαράσσοντες τὰς ἤδη νεκρωθείσας.

Οὐ δύναμαι καταλεπτὸν περιλαβεῖν τῷ λόγῳ

τὸν κωκυτόν, τὰ δάκρυα, τὴν θλῖψιν, τὴν ὀδύνην,

ἣν προξενοῦσι ταῖς ψυχαῖς τῶν ἀποκεκλεισμένων

οἱ μανικὸν ὑλάσσοντες καὶ πλέον τοῦ Κερβέρου.

Πῶς ἀπαγγείλω θάνατον τοῖς μήποτε θανοῦσι;

πῶς ἀπαγγείλω χωρισμὸν τοῖς χαίρουσιν ἐν κόσμῶ;

Ἠγνόησεν ὁ μὴ θανὼν τὴν γεῦσιν τοῦ θανάτου,

ὁ δὲ θανών, ὁ δὲ ταφεὶς καὶ καταβὰς εἰς ᾅδην,

ἐκεῖνος φεῦ! ἐγεύσατο καὶ χωρισμοῦ πικρίας,

ἐκεῖνος οὕτως ἔγνωκε καὶ πόνον τοῦ θανάτου.

Ταύτας ἐγὼ τὰς φυλακὰς κ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν

ὡς ἕναν τὰς λογίζομαι καὶ συγγενεῖς τὰς κρίνω˙

εἶδον βασάνων ὄργανα παντοῖα καὶ ποικίλα,

καὶ παρευθὺς ἀνίχνευτον ἐζήτουν, ἐμερίμνουν,

κατεπειγόμην ἐφευρεῖν τὸν λόγον, τὴν αἰτίαν,

δι’ ἣν ψυχαὶ κολάζονται χρόνοις οὐ μετρουμένοις˙

καί, γνοὺς τὸ πῶς καὶ διατί καὶ κατὰ ποῖον λόγον,

ἐδάκρυσα περιπαθῶς, ἀναβοῶν καὶ λέγων:

«Δίκαιος ὄντως ὁ κριτής, ζυγὸς δικαιοσύνης,

εὐθύτατος, ίσόρροπος, άποδιδοὺς ἑκάστῳ

ἀξίως τὴν ἀνταμοιβὴν τῶν τρόπων καὶ τῶν ἔργων˙

τοῖς μὲν γὰρ ἐχαρίσατο τὸ τῆς Ἐδὲμ χωρίον,

οἷα καλῶς βιώσασι καὶ πολιτευσαμένοις,

τοῖς δὲ λοιποῖς ἀπένειμε τὸν πέδον τοῦ κλαυθμῶνος,

ὡς γευσαμένοις τοῦ φυτοῦ παρ’ ἐντολὴν κυρίου».

Ὄντως ἰδοὺ πεπλήρωται ρητὸν τὸ ὑπὸ τοῦ προφήτου:

«Ἁμαρτωλοί, πορεύθητε πάντες ἀνυποστρόφως

ὅπου ταρτάρου κάκωσις, ὅπου ζοφώδης ᾅδης,

ἐφ’ ᾧ καὶ κατεκρίθητε πάσχειν εἰς τοὺς αἰῶνας,

εὑρόντες ἀνταπόδοσιν ἀξίαν τῶν πρακτέων».

Ὁ μὲν γὰρ ἐκκολάζεται προφάσει τῇ τοῦ φόνου,

φονεῦσαι γὰρ ἐλέγετο τὸν ἴδιον δεσπότην˙

ὁ δ’ αὖθις τὸν ὁμόφυλον ἐστέρησε τοῦ βίου,

καὶ τούτου χάριν ἔπασχεν ὡς κατακεκριμένος˙

ἄλλοι παρεπικραίνοντο δεινοῖς κολαστηρίοις,

ὡς ἄνδρες δολιότητος, ὡς ἄνδρες τῶν αἱμάτων,

ὡς ὁπλισθέντες καθ’ ἡμῶν καὶ τῆς ἡμῶν πατρίδος˙

ἄλλοι κατησφαλίζοντο δεσμοῖς ἀλλὰ δυσλύτοις,

ὡς ἐν ἀγκίστρῳ δέλεαρ προθέμενοι φιλίαν,

καὶ βόθρους συσκευάζοντες κατὰ τῶν χριστωνύμων,

ἢ λάθρα παγιδεύοντες τὰς πόλεις ὁλοκλήρους˙

ἄλλοι τὰς χεῖρας ἔφερον σιδήρῳ δεδεμένας,

ὡς χεῖρα μιμησάμενοι τὴν βασιλικωτάτην,

καὶ τολμηρῶς ὑπογραφαῖς χρησάμενοι κοκκίναις˙

ἄλλος εἰς χοῦν κατήγετο τοῦ ᾅδου καὶ πυθμένα,

ὡς ἀλαζὼν καὶ σοβαρός, ὡς ἄλλος Ἑωσφόρος,

ὡς ρῆμα πέμπων βλάσφημον καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ πλάστου:

«Θήσω καὶ γὰρ τὸν θρόνον μου, φησίν, ἐπὶ νεφέλαις,

καὶ ὅμοιος ἐν ἅπασιν ἔσομαι τῷ ὑψίστῳ».

Οἱ δ’ αὖ ἐμωλωπίζοντο τὰ νῶτα τοῖς βουνεύροις,

χεῖρα βάλοντες ἅρπαγα κατὰ τῶν ἀλλοτρίων.

Οὐκ ἦν ἰδεῖν ἀλόγιστον ἔν τινι τιμωρίαν,

οὐδὲ δακρύων ὀχετὸν κινούμενον εἰς μάτην.

Τοιαῦτα τοίνυν κατιδὼν καὶ τούτων ἄλλα πλείω,

ὅλως δειλίας γέγονα καὶ τρόμῳ συνεσχέθην,

καὶ στάς, ὁ τάλας, ἄφωνος καὶ πεπηγὼς ὡς λίθος,

καὶ γεγονὼς περίδακρυς, ἔδοξα παρακοῦσαι

ὥσπερ τινὸς ἐγγίσαντος καὶ πρὸς ἐμὲ λαλοῦντος:

«Ἐδᾶ, Μιχάλη ταπεινέ, φέρε τὸν λογισμόν σου.

Ὅσα καὶ ἂν εἶδες ἄφες τα, τοῦτα παιγνίδια οὐκ ἔνι,

φόβητρα δὲ καὶ βάσανα, καὶ στοναχαὶ καὶ πένθη,

ἀσυμπαθεῖς ἐξετασταὶ καὶ φοβεραὶ κολάσεις.

Τῷ βασιλεῖ σου πρόσδραμε, λέγε τὰ πταίσματά σου˙

ὁ βασιλεὺς φιλάνθρωπος, καὶ θὰ σὲ συμπαθήσῃ».

«Ἐκύκλωσάν με σήμερον ὠδῖνες τοῦ θανάτου».

«Ἐπικαλοῦ τὸν κύριον, κἀκεῖνος ρύσεταί σε˙

οὐ θέλει τὸν ἁμαρτωλὸν θανάτῳ συσχεθῆναι

πρὸς τὴν αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ τὴν ἀποστροφήν του.

Παγίδες περιέσχον σε καὶ κλεῖθρα τοῦ θανάτου˙

ἐκεῖνος ἄρει τὸν κλοιὸν καὶ τὰ δεσμὰ συντρίψει,

καὶ πάλιν σοὶ χαρίσεται τὴν πρὶν ἐλευθερίαν.

Οὐκ ἦλθεν εἰς μετάνοιαν καλέσαι τοὺς δικαίους;

Τοὺς δ’ ἐξ ἀπάτης ὄφεως πολλάκις ἐπταικότας

κατόπιν ἠκολούθησεν σταυρὸν ἐπ’ ὤμων φέρων.

Ἐν οἴκῳ τοῦ κυρίου σου κρεῖσσον παραρριπτεῖσθαι

ἢ συνοικεῖν ἁμαρτωλοῖς καὶ πονηρευομένοις.

Μὴ φοβηθῇς τὸ σύνολον, ἂν ἔπταισας, εἰπέ το,

πρὶν σὲ καταδεσμήσουσι καὶ χάσῃς τὰ γερά σου».

«Καλὸν τὸ λέγεις, ἄνθρωπε˙ τίς εἶσαι οὐδὲν γνωρίζω˙

ὡς νουνεχὴς ἐλάλησας καὶ λέγεις τὸ καλόν μου,

ἀλλ’ εἰς κενὸν τὰ τοῦ σκοποῦ καὶ τὰ τῆς συμβουλῆς σου˙

ὕπαγε, παρεγνώρισες˙ οὐκ εἶμ’ ἐγὼ τὸν λέγεις,

παντὸς γὰρ ἁμαρτήματος ἐκτὸς τὸ συνειδός μου.

Ἐγὼ γονεῖς οὐκ ἔθλιψα, φόνον οὐκ εἰργασάμην,

οὐδέποτε συνώδευσα πρόσταγμα ποτὲ τῶν ἡμερῶν μου,

οὐκ ἐπλασάμην πρόσταγμα ποτὲ τῶν ἡμερῶν μου,

ἀκρόστιχον οὐκ ἔφαγα, χρέος οὐδὲν φοβοῦμαι,

οὐ χαίρω ξέναις θλίψεσι, οὐκ εἶμαι συκοφάντης

(ὁ συκοφάντης μὴ χαρῇ, μηδὲ τελεσφορήσῃ,

ὅτι τὰς σάρκας προφανῶς τῶν ἀδελφῶν ἐσθίει!)˙

εἰς ὕβρεις οὐκ ἐχώρησα, κατὰ τινὸς οὐκ εἶπον,

τοῦ ψεύδους τὴν ἀλήθειαν πάντοτε προτιμῶμαι˙

τιμὴν εἰς πάντας κέκτημαι, φιλῶ τὴν ἡσυχίαν,

πᾶσαν μισῶ περίνοιαν, πᾶσαν μισῶ διπλόην,

οὐ φέρω τι περίεργον, οὐδὲ μετέσχον δόλου˙

βδελύσσομαι τὰ σκάνδαλα, τὸ μῖσος, τὴν μαγείαν,

καὶ φεύγω τὸ μνησίκακον ὡς φεύγει τις τὸν ὄφιν˙

τοῖς πᾶσι πάντα γίνομαι καὶ τοῦ μωροῦ σαμάριν˙

καὶ θέλω οὐ θέλω γίνομαι, γῆ καὶ σποδὸς ὁρῶμαι

τοῖς βασιλεῦσιν εὔχομαι χρόνους ζωῆς ἀμέτρους,

χαρὰν τὴν ἀνεκλάλητον, λύπης ἐκτὸς τὸν βίον,

υοῦς ἰδεῖν καὶ τῶν υἱῶν, ἐχθροὺς καθυποτάξαι,

καὶ κληρονόμους ἔσεσθαι τῆς ἄνω βασιλείας.

Οὐδὲν εὑρήσεις αἴτιον τῆς κατασχέσεώς μου,

οὐ πρόφασιν τὸ σύνολον εὔλογον τοῦ θανάτου˙

ἀλλ’ ἔλαθε τὸν ἄγγελον, εἰς ἄλλον ἀπεστάλη,

παρήκουσεν, ὡς ἔοικε, φωνῆς τῆς τοῦ κυρίου,

ἄλλον ἀντ’ ἄλλου σήμερον κατήγαγεν εἰς ᾅδην˙

ἄνευ τινὸς προφάσεως και δίχα καταδίκης,

παρὰ καιρὸν ὑποπεσεῖν θανάτῳ κατεκρίθην,

παραδοθῆναι κολασταῖς καὶ πάσχειν ἄλλην ἄλλος.

Καὶ νὰ τὸ καταδέξωμαι νὰ κάτζω νὰ σιγήσω,

νὰ μὲ κερδίσῃ ὁ θάνατος, καὶ νὰ μὲ φάγῃ ὁ τάφος

καὶ νὰ χαωθῶ παράτωρα, καὶ δίκαιον ποῦ εἰς τὸν κόσμον;»

«Ὧ Μιχαήλ ταλαίπωρε, παιδὶν τῆς δυστυχίας,

ἔχεις καιρὸν ἀναπνοῆς, ἔχεις καιρὸν ἀδείας,

ἀνάφερε καταλεπτὸν πάντα τῶ βασιλεῖ σου,

ὑπόμνησον περὶ παντός, ἀνάγγειλον ἀφόβως,

ὅπως ἀδίκως σήμερον εἰς ᾅδην κατηνέχθης,

καὶ παρεδόθης κολασταῖς, ἄλλων ἡμαρτηκότων˙

ὁ βασιλεὺς φιλάνθρωπος, δίκαιος, ἐλεήμων,

καὶ τύχῃς ἀναζωώσεως καὶ τύχῃς σωτηρίας!»

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers