-


Dali &









/




 
 

 

15-16 .: -

 

                                           ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΠΑΙΓΝΙΩΝ



     Καταλγια Ερωτοπαγνια ονομζουμε μια σειρ απ ερωτικ ποιματα που γρφτηκαν στα μσα του 15ου ως τις αρχς του 16ου αι. (σως στη Ρδο, που αυτ την εποχ κατχεται απ τους Φργκους) και σθηκαν σε χειργραφα. Καταλγι(ν) σμαινε, κυρως στα βυζαντιν χρνια, δημοτικ ερωτικ τραγοδι. Τα ποιματα αυτ δεν εναι δημοτικ, αλλ βρσκονται πολ κοντ στη δημοτικ ποηση, πως μπορομε να διαπιστσουμε απ τα πιο κτω αποσπσματα.
     Κυρως αφορ στη Β' Περοδο και πιο συγκεκριμνα τον Λατινοκρατομενο ελληνισμ ουμανισμ με κρια δρα τη Ρδο μεταξ των ετν απ μετ την λωση 1453 ως το 1500 περπου και κυρως στα μσα του 15ου αινος.  Μεταξ των καλυτρων ποιημτων της περιδου τις περιλαμβνει τους τελευταους βυζαντινος χρνους, πρπει να κατατξωμεν κι ενδιαφρουσα συλλογν ερωτικν στιχουργημτων, γνωστν υπ τον γενικτερον ττλον ''Ερωτοπαγνια'' ''Αλφβητος της αγπης'', περ της αξας και της προελεσεως της οποας πολλ μχρι τοδε εγρφησαν, διετυπθησαν δε πολλα υποθσεις, σον αφορ εις τον συγγραφα και την εποχ της συγγραφς.
     Κατοι δεν υπρχουν επαρκ στοιχεα μαρτυροντα κατ τρπον ασφαλ τον τπον της καταγωγς των στιχουργημτων τοτων, μως γλωσσικ τιν στοιχεα και λλαι εσωτερικα ενδεξεις καθιστον λαν πιθανν την υπθεσιν, τι τατα εγρφησαν εις την Ρδον οπωσδποτε εις τιν νσον του Αιγαου, δεδομνου, τι μνον εις την περιοχν τατην εχον αναπτυχθ κοινωνικα και πνευματικα συνθκαι, επιτρπουσαι την εκδλωσιν τοιοτου εδους ποισεως. σως δ να μη εναι τελεως ξνη εις την εν λγω συλλογν και μμεσως επδρασις της παλαιοτρας ιταλικς ποισεως.
Σοβαρα αμφιβολαι εξακολουθον να διατηρνται και περ της αρχς των ''Ερωτοπαιγνων'', αν δηλ. τατα εναι δημοτικς εμπνεσεως να οφελωνται εις τον κλαμον δοκμου συγγραφως.
     Η συχν χρσις των λξεων ''ρως'' κι ''ρωτες'', αντ του δημοτικο ρου ''αγπη'' κι λλα τιν στοιχεα γλωσσικ και μετρικ γαγον τους περισσοτρους ιστορικος της λογοτεχνας μας να ταχθον υπρ της δευτρας γνμης, της δοκμου δηλ. προελεσεως των στιχουργημτων, κατοι δεν αποκλεεται τιν εξ αυτν και ωρισμνα θματα τοτων να ωφελωνται εις παλαιοτραν λαικν επδρασιν. Ββαιον πντως εναι, τι οι ωραοι αυτο στχοι ''ετε εναι γνσιοι δημοτικο ετε εναι καμωμνοι απ νθρωπο πολ κοντ στην ασθηση του δημοτικο στχου (η διαφορ δεν εναι μεγλη), χουν ιδιαιτραν σημασαν δια την ιστοραν της νεωτρας λογοτεχνας μας, ιδα διτι παρουσιζουν αξιλογον καινοτομαν ναντι της μχρι της εποχς εκενης λογοτεχνικς παραδσεως''. (Πολτη: Μερικς σημεισεις στα ''Ερωτοπαγνια'', Ελληνικ, τομ. ιι 1954).
     σον αφορ εις την εποχν της συγγραφς, η γλσσα κι η εν γνει τεχνικ των στιχουργημτων τοτων ανγουν την εν λγω συλλογν εις τα μσα του ΙΕ' αινος, σως μως κι ενωρτερον, στε κι απο χρονολογικς απψεως ν’ αποτελε ατη σπουδαον μνημεον ντεχνου λγου.
     Το εξ 714 στχων κεμενον της συλλογς των ''Ερωτοπαιγνων'', παρεδθη ελλιπς και τεταραγμνον, διτι, ως συνγεται, ο αντιγραφες εχε προ οφθαλμν χειργραφον φρον ικαν χσματα. Εναι καθαρς λυρικο χαρακτρος κι αναφρεται εις τας ερωτικς εκδηλσεις και τας ερωτικς περιπετεας του ποιητο, τας οποας χαρακτηρζει πντοτε η ευγνεια της εκφρσεως και η λεπττης του αισθματος.
     Ως παρατηρε ο Βουτιερδης: ''Δεν δυνμεθα να γνωρζωμεν αν τα ποιματα τατα γιναν ποτ γνωστ και εις λλους πλην του γρψαντος αυτ και αν υπρξαν εκ των πνευματικν εκενων προντων, τα οποαν με την ευρυτραν κυκλοφοραν των υποβοηθον να γνωρζωμεν και τας φιλολογικς προτιμσεις και λογοτεχνικς τσεις της εποχς, κατ την οποαν λθον το πρτον εις φως. Οπωσδποτε μως ως διεσθησαν μχρις ημν αποτελον πολτιμον λεψανον λυρικς ποισεως και απ τεχνικς απψεως και απ απψεως γλωσσικς. Απομνουν εκ των σπανιωτρων μνημεων καθαρς ερωτικς εντχνου ποισεως κατ την χρονικν τατην περοδον, τε τα τοιατα ποιητικ προντα εναι ολγιστα''.(Ηλ. Βουτιερδη: Ιστορα της Νεοελληνικς Λογοτεχνας).
     Τα Ερωτοπαγνια διεσθησαν εις τον εν Λονδνω κδικα Add,8241, οπθεν εξεδθησαν το πρτον υπ W. Wagner, Αλφβητος της αγπης, Daw ABC der Liebe,1879. Nα εξαιρετικς επιμελημνη κδοσις μετ διαφωτιστικς εισαγωγς και πλουσων σχολων και λλων πληροφοριν εγνετο υπ D.C. Hesseling et H.Pernot, Eρωτοπαγνια (Chansons d' amour),Paris 1913.

-------------------------------------------------------------------

                                  Βυζαντιν Ερωτικ Ποηση

                     ΕΡΩΤΟΠΑΙΓΝΙΑ-Α’

''Αν ξευρα, κυρτσα μου, πτε θλεις κινσει
και πθεν θλεις να διαβ με τες αρχοντοπολες,
την στρταν σου ν φτεψα μηλς και κυδωντσες
και νεραντζολες και κιτρις και δφνες και μυρσνες,
τον δρμον σου τριανταφυλλις, να μη σε πινη ο λιος,
και που διαβανεις και πατες θελα σπρνει μσχον,
και να μυρζει η στρτα σου, κι εσ να μη το ξερεις,
να μη μαυρζη, λυγερ, 'ς τον λιο η ελικι σου.

Βουλν επρα ταπεινς, κυρ, να σε συντχω,
και εντρπομαι, κυρτσα μου, πολλ την ευγενειν σου,
διατ εσαι ακατδεκτη, τα λγια δεν αυκρσαι,
και εμαι, κυρ, ξενοτσικον, δειλι να σε συντχω''.
Και ττε πλι η λυγερ του λγει και του ελλει:
''Ειπς, ειπς, αφντη μου, τι θες να με συντχης,
και σντηχ με θαρρετ, τινν μηδν φοβσαι''.
''Κυρ μου, να σ' εφλησα, αν εν και θελημ σου,
και αν αγαπς και προθυμς να ποσωμεν φιλαν.
Τι σε φελ, κυρτσα μου, να με κακοκαρδζης,
εσ να διωματεεσαι κι εμν να θανατνεις;
Εσ ταξς μου το φιλν και δς με το, κουρτσα''.

''Για την αγπην σου ες εμν, γλυκτατ μου αφντη,
μηδν ρχεσαι να φιλς κοντ 'ς την γειτονιν μου,
να σε θωρ, να θλβωμαι, να βαριαναστενζω.
Εσ θυμσαι, αφντη μου, τον ρκον τον μ' εποκες,
πως μοσες και μλεγες ποτ μη με ξαφσης,
κι εδ θωρον τα μτια μου, εις λλην πθον χεις,
χθες μετ κενην μεινες, μ' εκενην εκοιμθης,
κι εμναν ρτες και επες μου τι 'ς την βγλαν σουν,
κι εγ επγα κι ερτησα λους τους βιγλατρους, 
κι εκενοι μοσαν και επασιν κανες ουδν σε εδεν,
κι επτησες τον ρκον σου κι χεις μεγλον κρμα''.

''Δεξι μου στσου, λυγερ, θλω να σε συντχω,
να σ' ερωτσω ρτημαν, να σε παρακαλσω,
ειπ με, πσα με αγαπς, τσα να σε αγαπσω,
μη σε αγαπσω πλετερον κι εσ κενοδοξσης,
και αν τχη να το καυχισθς τι παρακαλ σε,
κι εγ θρρος εις εσν λλος να μη το μθη.
ΚΙ εσ, κυρ μου, επες με, λλον σε προξενοσιν.
Μακρι να σ' επροξνησαν, λλον ντραν να πρες,
κι εμν να μη ελογριαζες που μνω, που κοιμομαι,
εις ποαν βλμμαν ριξα, με ποαν συντυχανω''.

''Εσ γνωρζεις, αφντη μου, ποτ ουκ ηξευρ σε,
ουδ' ξευρα, ουδ γνριζα, αλλ ουδ' εκτεχ σε,
ουδ το βλμμα μου ριξα ποτ 'ς την ελικιν σου,
εμναν, εγυρεασιν γυνακαν να με προυν,
και τρα με τες γνμες σου, με τμορφ σου λγια,
και το γλυκν σου ανβλεμμαν, και τες καλς σου τξες,
και τες πιδεξιωσνες σου εκατεδολωσς με,
τον νουν μου τον αδολωτον εκατεδολωσς τον,
δουλετριαν μ' εκατστησες, αφντη, του ορισμο σου''.

''Ζηλεγουν την αγπην μας, κυρ μου, οι γετονς σου,
διατ κρατεται δυνατ ως πργος σιδερνιος,
θωρον την τι επλχτηκεν ως χρυσν αλυσδιν,
κι εφνη τους πολν κακν, θλουν να μας χωρσουν.
Να μη το δουν τα μτια τους, μη το χαρ η ψυχ των,
αμμ το θλουν εις ημς, απνω τους το δοσιν,
να το θλιβον οι φλοι τους, να το χαρον οι εχθρο των,
διατ βουλν εδκασιν να μας αποχωρσουν,
δχως κανναν πτασιμον, δχως καννα δκαιον''.

''Η ταπειν καρδολα μου πολν καλν σε θλει,
αφντη τετραλγιστε και βεργαναλεμνε,
νομζω μγια μ' καμες και πντα σε θυμομαι.
Που μ' ερε, που μ' εκλλησεν η περισσ σου αγπη;
Εσβην κι ετυλχτηκεν 'ς τα φλλα της καρδις μου,
εσβην κι εριζθηκεν κι εγμισεν τα φλλα,
και λθασιν οι γετονες και εσυμβολευσν με,
και λοι βουλ μ' εδκασιν να σε απολησμονσω.
ΚΙ εγ απεκρθην και επα τους κι εκατηγρησ τους:
Εσες πολλ' αγαπσετε την αποχωρισι μας,
δι' αυτ με συμβουλεετε να τον ελησμονσω,
μαχαρια και αν με κφτουσιν, πρινια και αν με πριονζουν,
σποτε ζω και φανομαι, τον αγαπ ουκ αρνομαι''.

''Γυρεουσιν, αφντη μου, γυνακα να με προυν,
κι εγ, αφντη μου, ως τ 'κουσα, πολν κακν μ' εφνη,
και απ καρδις εφναξα και ο κσμος το θαυμστην,
διατ ουκ εσλευσεν η περισσ σου αγπη,
να ρξω αλλο το βλμμα μου κι εσν να λησμονσω.
Και πως εγ να σε αρνιστ, αφντη του κορμιο μου
και νοικοκρη που κρατες 'ς τα χρια σου τον νουν μου,
κι εγνουσουν ασλευτος, αφντη, απ τον νουν μου;''.

''Κυρ, δι τεντα διφορον, κυρ, δι τεντα κρδος
να χσης το ξενοτσικον και ποθοπειρασμνον,
να χσης τον καλλλιτερον, κυρ μου, οπο σε αγπα;
Κυρ μου, ερωτοδσποινα, ποθοκρατρισσ μου,
που γμουν τα ματκια σου του κσμου την αγπην,
του ρωτος τα χελη σου πλκτουσι το αλυσδιν.
Να πιχαρης, ω λυγερ, πψε με ολγον πθον,
τι λιγνομαι, κυρ, δι την πολλν σου αγπην,
εσ κρατες τους ρωτες και δος εμν τον πθον.
Πολλ, κυρ, παρδειρα, νκτες και μεσημρια,
εμναν ωνειδδασιν οι εδικο και ξνοι''.

''Λγεις, καλ αφντη μου, εμναν εν το πτασμα,
και ρκτεις μου κατηγοριν και λγεις πταισ σου,
διατ εκατεπιστηκα και λθα στο θλημ σου.
Δουλετρες εστερθηκα δι' αγπην εδικν σου,
κι εσ καυχοσουν κι λεγες να μη με λησμονσεις,
εμναν να μη αρνιστς, μηδ' λλην να φιλσης,
ουδ λλην εμορφτερην ποτ να την συντχης''.

''Μναν ουκ χεις μετ' εμν ουδ' ναν ουδ δο,
μιν εβδομδαν καμες και ρχισες να χολιζης,
και να κρατς απνω σου, κρη να καμαρνης.
Οι γετονς σου μ 'πασιν τι πολλ με ατιμζεις,
κι εγ, κυρ, ως τ 'κουσα, πολν κακν μου εφνη,
και πντε μρες καμα να μ σε χαιρετσω,
ουδ κοντ σου να διαβ απ την γειτονιν σου,
και χω κατηγρησιν απ την γειτονιν σου,
τι ου καταδχομαι τινν να χαιρετσω,
και αν μ' βρισες, κυρτσα μου, εποκες μγαν κρμα''.-

                    ΕΡΩΤΟΠΑΙΓΝΙΑ - Β'

(Αλφβητος της αγπης=δηλαδ κθε 2στιχο ξεκιν με καθνα απ τα 24 γρμματα της Αλφαβτου)

Αλομονον, βεργλυκη, πικρις τας με ποτζεις,
και καεις την καρδι μου, μαρανεις την ψυχν μου.

Βιζομαι να σε ιδ, μιν ραν ν' ανασνω,
και πλιν βλπω σε μικρν και εβγανω αποθαμμνος.

Γνομαι σπερ φωνος και ανασθητος, κυρ μου,
ρχομαι 'ς την κατονα μου, ολιγωρ και ππτω.

Ενπεσα 'ς τον ρωτα τον σον και εδουλθην,
παρακαλ τα κλλη σου μηδν με βασανζουν.

Η ελικι σου η λαμπρ, τα θαυμαστ σου κλλη,
το πρσωπν σου το γλυκν εκαταφλγισ με.

Κρη, ερε τπον και αφορμν, ωραι να σε συντχω,
ν' ακοσεις και τους λγους μου πως με καρδιοφλογζεις.

Νκτες και ημρες φλγομαι εκ της επιθυμις σου,
και μιν βολν να φλησα τα κκκιν σου χελη.

Ομμτια εχα κ' επρες τα, καρδιν και ανσπασς την,
τα κλλη σου τα θαυμαστ μηδν με τα στερσης.

Περιστερκιν να γεν, να λθω που κοιμσαι,
σφικτ να σε περιπλακ, πντα να με θυμσαι.

Σελνη, φως ανσπερον, σπερ εκενη λμπεις,
η συνοδι μου δι παντς εσ' εσαι, η κυρ μου.

Τ' τον, κυρ μου, η πθεσις και τις ο λογισμς σου,
τι ουδν μου αντγραψες κ' ελπησς με τσα ;

Φιλ γλυκε, καταφιλ τα κκκιν σου χελη
και κατασπζομαι πολλ τα πτερπν σου κλλη.

Χαιρετισμν απ ψυχς πμπω σου, καλ κρη,
και την χρυσ σου ελικιν συχνς περιλαμπσσω.

Ψμαν ου λγω ταπεινς* τας νκτας ου κοιμομαι,
ουδ η καρδι μου γαληνε εκ της επιθυμις σου.

Ω κρη γατανφρυδη και φως των ομματιν μου,
ανασασμ των πνων μου των χω 'ς την καρδιν μου,
ας κοιμηθ 'ς τα στα στθη σου και ει τι μλλει ας γνη.

                   ΕΡΩΤΟΠΑΙΓΝΙΑ- Γ’

Πτε και πλιν να σε ιδ, πτε να σε συντχω,
και πτε να σε φηγηθ τα γ 'παθα για σνα,
οδι αγπην θλιβερν, πθον ονειδισμνον;
και πτε να λθης, λυγερ, και να σταθς κοντ μου,
τους χω πντα δια σ και τους παθανω πντα;
Ποτ να σε απντησα με δκρυα ματωμνα,
και βαρι να αναστναξα και ν 'κλαψα θλιμμνος,
και να με δης, να λυπηθς και να καρδιοπονσης,
να καρτερσης, λυγερ, γλυκι να σε συντχω,
να κτσω να σε φηγηθ τους πειρασμος του πθου,
τους πνους και τους στεναγμος τους χω δι' εσνα;
Οι ρωτες με σφζουσιν και κφτει με η αγπη,
και ας αρχσω να σε πω στχους δι την αγπην,
στιχοπλοκδες, θλιβερς τες πλεξα δι σνα,
και οι στχοι ανεσπστησαν μσα απ την καρδι μου.
Ωσν να σπρνης, λυγερ, βασιλικ 'ς την γστραν,
και βλης τα εις τον κρφο σου, και που διαβς μυρζεις,
και σοι διαβον και βλπουν τα την μυρωδιν ακοσι,
τσε ανσπασα κι εγ στχους εκ της καρδις μου,
ως λυσιν τους πλεξα δι λγου εδικο σου,
και ωσν τους γρψω λυγερ, να αυκριστς τους λγους,
και να αρχσω να σε πω τους πνους της αγπης:
νας πανραιος γουρος αγαπ ωραα κρην,
χρνους δυ τον εμρανε της κρης η αγπη,
και μαραινμενος ο νες στης λυγερς τον πθον,
εμνυσ την μιαν αυγν: ''Κυρ μου, αγαπ σε,
κρυφ, κυρ μου, σε αγαπ, κι εσ ουδν το ξερεις,
και βασανζομαι κρυφ και φανερ πομνω''.
Ως το' κουσεν η λυγερ, τα δκρυα της ετρξαν,
μανττον τον απστειλε το ουκ θελεν ν' ακοσει:
''Εσ μικρν κι ανλικον,φιλιν ουδν εξερεις,
και πως εξεστομτισες και επες τι αγαπς με,
κι εκπησαν τα μλη μου κι εκαρδιομρανς με,
κι αν τ' κουσαν οι γετονες μεφθ με θλαν λοι;''
Και ττε πλι ο νετερος την λυγερν ελλη:
''Και πως το ξερεις, λυγερ. φιλιν ουδν εξερω;
Πρτον ας μ' εδοκμαζες, κι στερον ας μ' ερτας,
ν ' δες μικρο φιλματα, μικρο πιδεξιωσνες,
πως κολακεει το φιλν, πως κυβερν τον πθον !
Ο πεκος μγα δνδρον εν, αλλ καρπν ου κμνει,
το στχιν εν μικροτσικον, εδες καρπν τον κμνει;;
Πλι το κλμα το μικρν θωρες καρπν τον κμνει,
το καλοκαριν............τρσιν την αγουρδα
και το κρασ του πνουν το μσα εις τον χειμνα.
και αν δεν πιστεεις, λυγερ, και α δεν πληροφορσαι,
βλε το φελλοκλικον κι μπα 'ς το περιβλιν,
και ιδ τες τις μικρς μηλις, ιδ και τις μεγλες,
πως δχουνται τον νεμον ωσν και τες μεγλες''.
Και ττε πλε η λυγερ τον νετερον ελλει:
''Εκατν λγια , νετερε, θλω να σ' ερωτσω,
και αν τα διακρνης ασφαλς, φιλν να σε χορτσω''.
Και ττε πλι ο νετερος την λυγερν ελλει:
''Εγ, κυρ, τα λγια σου ποσς δεν τα κατχω,
μως να στσω λογισμν και να συλλβω γνσιν,
εσ τους μτρα, λυγερ, και εγ να τους διακρνω:

Μιν κρην ενεντρνισα κι επισε με στα βρχια,
στα ξβεργ σου με κρατες, λησμον τα εδικ μου,
μνον κι εσν , βεργλυκη, που τον νουν μου επρες,
οπο καυχομουν κι λεγα να μη πιαστ εις αγπην,
κι εσ με τα πιδξια σου επισες με 'ς τα βρχια
κι ερζωσεν η αγπη σου απσω 'ς την καρδιν μου.

Δυ μτια θλβεις, λυγερ, και δυ καρδις μαρανεις
και δυ στθη φλογζονται εκ την πολλν σου αγπην,
κι εσ χεις πτρινην καρδιν και νουν εξαγριωμνον,
και σιδερνιον λογισμν και χελη σφαλισμνα,
λγον δε ουκ χασες ποτ, γλυκι να με συντχης,
και να μ' επαρηγρησες που' μαι πολλ θλιμμνος.

Τρες χρνους και αν μ' εβλασιν' ς τα σδερα δι' εσνα,
τρεις ρες να μ' εφνησαν εκ την πολλν σου αγπην.
χι, κυρ, δι φιλιν τποτ' λλον φβον
σποτε ζω και φανομαι, να σ' χω εις το νουν μου
και κατει με η αγπη σου, δεν ημπορ πομνειν.

Πντε φορς λιγοθυμ, κυρ μου, την ημραν,
και μηδν πης, λιγοθυμ, κυρ μου, δι' εσνα.
Καθημερς ψυχομαχ, πντε θυμομαι σνα:
μιν το πουρν, μιν το βραδ και τρεις το μεσημριν,
και προς το ηλιοβασλεμαν υπομονν δεν χω.

στεκα εις την πρτα σου, τα δυ σου μλα θρουν.
Ελμπασιν τα μλη σου, τα πντερπν σου κλλη,
τον μσχον και τον ξυλαλν μυρζει η ελικι σου,
ρδα γεμον τα χελη σου, τα φρδια σου ζαμπτιν,
κι η γλσσα σου η γλυκλαλη ζχαριν με το μλιν,
την ηδονν σου εχρτασα κι εσν στερεγομα σε.

Επτ ψυχς και αν βαλεν ο πλστης εις εμνα,
και τες επτ ανσπασεν η περισσ σου αγπη,
και δεν με παρνει ο γγελος ως μλλει ν' αποθνω,
αμμ ψυχομαχ δι σεν, δχα αρρωστιν και πνον,
και αν ηθελσης, λυγερ, εγ δεν αποθανω.

Εννε πρδικες πτουνταν 'ς τους ουρανος απνω,
η μι τον χρυσοπτρουγη κι εγω 'λεγα τι εσ' εσαι.
Στκω και διαλογζομαι ποιν πρδικιν να πισω,
θτω τα βρχια εις την γην και πινω ωραιν περδκιν,
ομοιν σου, παρμοιν σου, ωσν την ελικιν σου.
Λιγν και κοκκινχειλη και χαμοκιλαδοσα,
σπρη σαν το τριατφυλλον, κκκινη οιν το ρδον,
γλυκολαλοσα πρδικα, πολλν καρδις μαρανεις.

Δκα κοντρια εγκοπισες, κυρ, 'ς το νομ μου,
'ς τον εμαυτ μου τ ' θεκες, εμνα θανατνεις,
δεν τα θεσες δι κκωσιν ουδ κακν καννα,
οδι' αγπην τα θεκες κι εμνα κφτει ο πνος,
μαρανει με η αγπη σου, δεν ημπορ απομνει.
Θυμομαι σε, μαρανομαι, θωρ σε και χλωμανω,
και αν πσω ν' αποκοιμηθ πνον ουδν χορτανω''.

Και ττε πλε η λυγερ τον νετερον ελλει:
''Εγ, το πρτον, οδα το, φιλν σε θλω δσει,
οπο καυχομουν κι λεγα φιλν να μη σε δσω,
κι εσ με τα πιδξια σου, με τες καλς σου γνμες,
τον νουν μου τον αδολωτον εκατεδολωσς τον.
Στργομαι την αγπην σου, ρχομαι εις θλημν σου,
να γνω στρτα να πατς και γης δι να περσης,
δεκτιζε τα λγια σου, δι να τα κπτης στχους,
τι το γιμα ρχεται, να πμε να γευθομεν,
να φρω και πουκμισον, ωσν γευτες ν' αλλξης,
οτι τα ροχα τα φορες πολλ 'ναι σκονισμνα,
και να γλυκοφιλομεθα, πριν να μας ερη γρας,
και λβη μας ο θνατος και φγη μας το χμαν''.

''Εκοσι μλα κετουνται 'ς χρυσν απαλαραν,
κκκινα και γλυκοτσικα ωσν τα δυ σου χελη,
και στκομαι, λιμπζομαι και λγω: Ν 'χα μλον,
να μυριζμουν το βραδν και να γλυκοκοιμομουν,
και να το φλουν το βραδ και να παρηγορομουν,
ως ν 'σουν εις το πλγι μου ν 'χα παρηγοραν.

Τριανταφυλλοκυπρισσε με τους χρυσος τους κλνους,
και με τα φλλα τα πλατι, με τον πολν τον σκιον,
και τον αρα τον γλυκν, με την πολλν δροσαν,
περιβολτσιν μορφον τα ρδα φυτεμνον,
γλυκομηλε μου κκκινη, τα μλα φορτωμνη,
απκλινε την νιτην σου να μενω 'ς την ησκι σου,
να δροσιστ 'ς τον σκιον σου και εις το κατψυχν σου.

Σαρντα οργυς σκαψα την γην την στερεωμνην,
να κρψω την αγπην σου, κι εσ εφανρωσς την,
δι να βγς να καυχησθς τι παρακαλ σε,
αμμ συχνοδιαβανοντα, ο κσμος τα μαθανει
και λγουν τι αρνστης με και πλον ουδν με θλεις.
Δι' αυτ με κφτει και πον και βαριαναστενζω.

Πενντα βρσες και αν χυθον απ κατν λαγκδια
και ν 'ρχουνται 'ς την πρτα σου και ν 'ναι θλημ σου,
χρυσ ξστα 'ς το χριν μου, ν 'λθω που κοιμσαι,
να κιλαδ, να σε ξυπν και βαριαναστενζω,
και να γεμζω το ξυστν, να βρχω την καρδι μου,
που ναι καμνη, λυγερ, δι' αγπην εδικ σου,
εγ την σβνω, λυγερ, κι εσ την φτεις πλον,
και α δεν την βρχης, λυγερ, με τα δικ σου χρια,
τον ποταμν και αν βαλα, ποσς δεν την δροσζω.

Να πιχαρς, η λυγερ, μη με περηφανσης,
διατ' εμαι ξνον απ' εσ και συγγενς ουκ εμαι.
Και αν το θλεις, λυγερ, και κμωμεν φιλαν,
να το χαρον οι φλοι μας, να το θλιβον οι εχθρο μας.

Εβδομηντθυρον κλουβν τον εις την αυλν μου,
αδνιν εχεν το κλουβν μερον εδικν μου,
γλυκλαλον, πανμορφον καο ωραιοπλουμισμνον,
και μετ μρες και καιρος εφομισεν τ' αδνιν,
και πινει το λλος κυνηγς, γλυκοκαταφιλε το,
και νταν διαβ εκ την ρμνην του και απ την γειτονιν του,
και ακοσω το και κιλαδε, τα μλη μου τρομσουν,
μαρανεται η καρδα μου, υπομονην δεν χω,
ως να το στρψω 'ς το κλουβν ως τον μαθημνο.

Ογδοντα φορς επειρστηκα, κυρ μου, δι' εσνα
και μαντατοφορζοντα με τον μαντατοφρον.
Ιδ , κυρ, δι δολον σου, ιδ και αγρασ με,
να σε δουλεω, αυθντρι μου, νκταν και την ημραν,
την νκτα ν' φτω το κερν μσα εις το φανριν,
και να σε φγγω να δειπνς ως δολος εδικς σου.

Ενενντα ορμος μ' ετσκισεν η εδικ σου αγπη,
εσλησεν κι ετρμαξεν λην μου την καρδαν.
Να πιχαρης, η λυγερ, τι διφορον επρες,
και χνης την αγπην μας κι εμνα θανατνεις,
και χνεις τον νον τον καλν, κυρ μου, που σε αγπα;

Εκατν χρνοι και αν διαβον, φιλν με θλεις δσει,
και τι με τυραννες, κυρ, με την γλυκει σου αγπην,
με το αριον, με το σμερον, με το καρτρει, αυθντη;
Εκπλρωσιν το στοχημα, λα, κυρ, ας φιλομεν,
λα, κυρ, ας ποισωμεν πολλν χρονν αγπη''

Και απ το χρι την κρατε και 'ς το κλινρι πσιν,
κι εχρτασν την το φιλ ως το πολλ πεθμαν,
και απτις την εφλησεν, στκει και αναγελ την.
Και ττε πλι η λυγερ τα δκρυα την επραν:
''Αν τ 'χα ξερειν, γουρε, και λιθοκρδιος εσαι,
και ψεστης και αντιλογητς και που φιλες κομπνεις,
δε σ 'χα δσει το φιλν, να εχες του ηλιο τα κλλη''.
Και ττε πλι ο νετερος την λυγερν ελλει:
''Μηδν με βρζεις, σκημη, μηδν με ξατιμζης,
πανσχημη, χοντρχειλη, χαμηλοφρδα, μαρη,
στολζεσαι και εσαι σκημος, νβγεσαι και μαυρζεις,
και ταν εβγς εκ το λουτρν, ομοιζεις αγριοκτης.
Και ττε πλι η λυγερ τον νετερον ελλει:
'' Μηδν με βρζης, νετερε, μηδν με ξατιμζης''.

                       ΕΡΩΤΟΠΑΙΓΝΙΑ-Δ' 

Χαρτ σε πμπω μτια μου, ψυχ μου, ανγνωσ το,
μη σιχαθς τα γρμματα, μη ψξης το μελνι,
τι εγ ταν τ 'γραφα μετ πολλν δακρων,
η χειρ μου εκρτειν το χαρτ και η λλη το κοντλιν,
και ο νους μου εδιαλογζετον πως να το καταθσω.
Εσ, ξανθ, υπρξανθη και σχυρομηλιγγτη,
ασπρομαρμαροτρχηλη και κρουσταλλοχιοντη,
ποτριν πορφυρχειλον, γεμτον την αγπην,
καντλα χρυσοκρμαστη, ζνη με τον διαδτην,
να σ' εζωνμην πντοτε, να μ' σφιγγες κυρ μου.
Πως αποχωριζμεθεν απ τινν ανθρπων
ας προκαθσουν οι ρωτες, ας κρνουν, ας διδξουν,
και, αν ευρεθ, κυρτσα μου, τι επα εγ δι σνα,
τα μλη μου ας τα κψουσιν με το σπαθ του πθου,
την γλσσαν μου, τα χελη μου, πρτον την κεφαλν μου,
ει δε βρεθ, κυρτσα μου, τι ουκ επα εγ δι σνα,
εκενοι ας χουν τες πομπς και ημες οι δυ ας φιλομεν.

Αναδενδρδι νερατζις, σταφλι του κλημτου,
καννν του ροδοστματος, μσχος της Αλεξνδρειας,
τα κρνα και δαμσκηνα........................δεμνα
και με το κερομστιχον σ' χω θεμελιωμνην,
και πντ' εγ να σε φιλ, να σε περιλαμπνω.

Εις ευγενδας δκτυλον εδα παρανυχδι,
αχρυσν και θυμκλωστον και ποθοτυλιγμνον.
Το δακτυλδιν βλεπα και το φιλν εζτουν.
Κρ, και δος με το φιλν, ξαθ, επκουσ μου,
γνου χρος κι παρ' με και ας απομεριμνσω.

Θωρ σε ανλικον φιλις και απεραστον του πθου,
μηδν σε δσω το φιλν και εβγς και καυχηστς το;

Εκνησες , αφντη μου, και ο Θες και οι αγιο μετ σου,
βασιλικ 'ς την στρταν σου, βρσαμα 'ς την οδν σου,
και κκκινα τριαντφυλλα τριγρου τα μαλλι σου.
Εκε που πας, αφντης μου, 'ς την χραν οπο εμπανεις,
λλη κρη να βρης περιλαμπσειν και φιλσειν,
απνω 'ς τα φιλματα, αναστενξειν θλεις,
και η κρη, αν εναιν φρνιμη, θλει σ' αναρωτσει:
''Τι χεις, αφεντκι μου, και βαριαναστενζεις; ''
''Εγ 'λεγα, κυρτσα μου, μη μ 'χες ερωτσει,
και αφτις με το ρτησες, να σε το ομολογσω,
την κρην την εφλησα 'σ την Ρδον την εφκα,
και με τ' αστρτσι κθεται και με το φγγος φγγει,
γυρεει και καταρωτ, κυρ μου, δι' εμνα:
Τι κμνει το αδνι μου, τι κμνει το πουλ μου;
τι κμνει το καλν πουλν και ουδν με εθυμται; ''
Παρακαλ ,σε αφντη μου, και δετερον και τρτον,
ειπ τες καλωσνες μου και πε την ελικιν μου,
την αταξιν την καμα μηδν την μολογσης,
εγ και φρων στρωσα και φρων εκοιμθην
και φρων εγλυκοφλησα, διατ πολλ σε αγπουν.
Και τις τας νκτας πορπατε και τας αυγς οδεει;
και τις μου το επρπαξε το ωραιν μου το πουλκιν,
ωραιν, πουπουλοτρχηλον, το φλλον της καρδις μου;
θελα τοτον τον καιρ να 'μουν αποθαμμνη,
τι σποτε ζω και φανομαι και πορπατ 'ς τον κσμον,
αναστενζω θλιβερ 'ς την αποχωρισι μας.

τι διαβανεις ου λαλες, βλπεις, ου χαιρετς με,
και λγουσιν οι αρχντισσες, οι συνανθροφς μου,
τι μ' επελησμνησες και λλην καμμαν βλπεις.
Ει δε και την εγπησες κι εμνα οτε βλπεις,
αν εν αυτ καλλιτερη, τσε και να την βλπης,
ει δε 'μαι γω καλλιτερη, να βγουν τα δυ της μτια.

Εγ 'λεγα η αγπη σου ν' αθση, να βλαστση,
να φγγη, φγγη ως το κερ και να πλατνη ως φγγος,
Εγ δα την αγπην σου δγνωμον εις εμνα,
δγνωμον κι αντιπατητν και της φιλις καμνον,
και ωσν ειν' τα μαλλα σου κατκλωστα κλωσμνα,
τσ' ναιν και η αγπη σου παντο περιπλεγμνη.

Τον αγαπ εδα στυγνν, της μχης κεντρωμνον,
και αν ου μ' εκρτει εθλβετον και αν ου μ' εθρει εκατον,
και αν ου μ' επεριλμβανε γλυκι ουκ εκοιμτον,
φιλ, φιλ με γαλην, κρατε με ανσι ανσι,
απλνει και τα χρια του, κυλι και πφτω κτω.
Προς τα σημδια τα θωρ, βολεται να με αφση,
ας επρολβω, ας του το πω, πριν να μ' εξαπολση.

''Δεν κουσες, αφντη μου, νδρα με προξενοσι;''
''Αν σε τον φρουν, παρ' τον, εμναν τι το λγεις;
τι κι εμν η μννα μου γυν με θλει φρει''.
''Ει δ' εν αυτ η αγπη σου, ου μη το πρω λπη,
να στσω γω 'ς το πλγι μου κλλιον σου αναδενδρδι,
να στκης και να τον θωρς, να καεται η καρδι σου,
να καεται η καρδτσα σου ως καεται η καρδι μου, 
να δνης και τα χρια σου και να τον παραστκης,
και να θωρον οι φλοι μας, να σε κατηγοροσι ''.

σφαξες την καρδαν μου και αιματοπτισς την,
ελησον με, πονε, τ' τον η μχη ετοτη,
η ζωνταν μας χωρισι, η αδημονι τοσατη;
Ενβασες κι εκτσες με απνω 'ς το λιθρι,
εκοντησς με κι πεσα, εχθρ, και τι ωφελθης;
μνον την πτραν συρες, μνον ο χτπος βγεν, 
την εντροπν επλαβα ονειδισμος να χω.

Αληθοχρυσοστργαλε και αληθινοπτερντε,
θαυμζομαι ταν πορπατς πως ου μυρζει η οδς σου,
πως ου μυρζουν τα βουν, πως ουκ ανθον οι κμποι !

Δεν σ' λεγα, αφεντκι μου, και ουκ επαργγελ σε,
το περιβλιν τ 'καμες...........................................
και κμε πρτα και κλειδν και κατακλεδων το;
Δεν ξερεις τι 'πρα με και πντες με αγαποσιν,
και ταξιδιρης θλει με και οι ρρωστοι ζητον με;

Και πλιν ο νετερος τοιοτον λγον λγει:
''Ει δε τον νον μου τον σαλν, τον διασκορπισμνον,
ταν μ' εγπα η λυγερ και ταν με παρακλει,
να την παιρνα και ν 'φευγα και τρα να την εχα,
κι εγ εκαταφρνεσα και λλος με την επρε,
λλος φιλε την αγαπ κι εγ στερεγομα την.

Σκοφια μου παγκλασδωτη και παγκλασιδωμνη,
ταν σε πιση ο αυθντης μου, σκοφια μου, να σε βλη,
σκψε και καταφλησε τ' ωριν του το κεφλι.

Την κρην την εφλησες, την ορφανν και ξνην,
οπο σεχρτασε φιλ, τρα πως την αρνεσαι;

Ουκ τον δκτυλο χαρτ και κοντυλε μελνι,
δυ λγια να με γραφες, μικρν παρηγοραν;
ΚΙ εκενος με το μνυσε με τα γλυκ του λγια:
''Ανμενε ως ανμενες, καρτρει ως εκαρτρεις,
δι να ερω δκτυλον χαρτν και κοντυλι μελνι,
απσω εκ την καρδα μου δυ λγια να σε γρψω,
δι να τ χης, λυγερη, μικρν παρηγοραν.

Μννα, τον νον τον αγαπ, καλ τον εγνωρζω,
'ς την Βενετιν βεντικον, 'ς τα ξνα Γενοβσον,
και 'ς το σπαθιν Τουρκπουλον, και 'ς το κοντρι πρτος.
''δενδρν μου πανσληνον, του σπιταλιο σημδιν,
του κοντοσταλη γιασιμν, λ', αφντη μου, ας φιλομεν''.
''Δεν ευκαιρ να ρχωμαι, πιστεεις δεν σε θλω,
αν βλω χρια να ρχωμαι, θλεις με αγανακτσει''.

Λαγνιν, τι λιμπζομαι τα πντερπν σου κλλη,
εσ σταμνν κι εγ νθρωπος ,κλλιαν μου τχην χεις,
εσ να σρνης κρον νερν 'ς της λυγερς τα χελη'

νθρωπος εσαι γνωστικς, που γνθεις και πεικζεις,
ακρκλινε την κεφαλν, γνψε με μ τα μτια,
να το γροικσω, αφντη μου, τι εχαιρτησς με.

Φωνζω, κσμου λγω τα, των πντων μαρτυρ τα,
τοτος ο χρνος εις εμ ως δρκος εγυρσθην,
και οι εβδομδες ως θηρι και οι μνες ως λιοντρια,
και οι μρες θλιβερς πντοτε ως δι' εμνα,
και εις αγπην την ουδν θαρρ να την κερδσω,
και να θωρ τον αγαπ μι' λλην να φιλση,
και να θωρ, να σφζωμαι, να μη τολμ να λγω,
και να μιλοσιν γαλην και να γελον μεγλα.

Αφντη μου πολκαρπε, κοκκινομηλοφρε,
ηθλασιν τα μτια μου πντοτε να σε βλπουν,
και δυσκολ με η μννα σου, ουκ ημπορ θωρε σε,
κι εσ με τα κολκια σου και με την φρνεσν σου
επισες με 'ς τα βρχια σου και ουκ ημπορ πετσειν.
Και αν εχες πθον εις εμ ωσν εγ σ' εσνα,
να μ 'τρωγες, να μη πινες και να μην εκοιμοσουν,
πουλτσιν θελες γεν να κιλαδς τας νκτας,
και να κιλδεις, ν 'λεγες λον δια την αγπην,
και ν 'χα πρταν εις πλευρν και ν' νοιξες και ν 'δες,
και ν 'δες την καρδα μου πως κετεται θλιμμνη.
Και αν δεν πιστεης, πιστε, και α δεν πληροφορσαι,
παρ' τον πθον σου απ' εμ και δος τον που θλεις,
κι εγ να στκω να θωρ ως ξνη και διαβτρα.

Ουκ εσ' εσ οπο μ' λεγες και οπο με συνετσσουν:
''Κυρ, αν με δσεις το φιλ, παρδεισον σε ποσω'';
Παρδεισον ουκ ποικες, παρπονον εποκες,
ενβασες κι εκτσες με 'ς τον φλλον της αγπης.
Παντς εχθρν και δικαστν εσναν εγνωρζω.
Αν τ 'χα ξερει, δγνωμε, τι φιλες και αρνσαι,
να κηκα εκ του ηλιο, να κηκα εκ το κμαν.

Αλλομονον, καλ κυρ, λυπσου με κι εμνα,
μη πγω μνος μοναχς, ξενιτευτ δι' εσνα,
Εσ ξερεις, πανμνοστη, το τι ζητ απ' εσνα,
φλημαν εκ τα χελη σου, να μενω μετ' εσνα.

Χρνον χω και π 'ς τους δυ, κυρ μου, τι αγαπ σε,
και που και αν κτσω και σταθ πντα να σε θυμομαι,
να σε κρατ, να σε φιλ, να χαρεται η καρδι μου,
και ταν ξυπν και ουδν σ' ευρ, λυπομαι το να κλαγω.

Παρασκευν σ' εσκιστηκα, κυρ, δι Σαββτου,
παρακαλ σε, 'λσε με, ως ο θες τον κσμον,
κι εκδχουνται και χριστιανο του Πσχα τας ημρας,
τσε να σε τιμ, κυρ, βασλισσαν δικν μου.

Απ' λα τ' στρη του ουρανο τ 'ναν που λμπει εσ' εσαι,
και απ' λην σου την γειτονιν εσ, κυρ, χεις χριν,
διατ' εσαι σπρη και ξαθ, ομοιζεις ως φεγγριν,
ποτ μου δε να σ' λλαξα, μα του Χριστο την χρην.

Πθου εγενμην δουλευτς και δολος της αγπης
και εις την καρδι μου εσβασα πθον, αλλ ποτπον !
Πθον να φλγη ολοτελς λην μου την καρδαν,
να με μαρανη μαραμν οριστικν θαντου,
πντωτε δε να θλβωμαι, ημρες να λυπομαι,
να μη χω ανπαυσιν, αμμ πικρις μεγλες,
ως δι την γλυκοπθητον την κρην την κουρτσαν.
ρως, δυνστα φοβερ, χρυσοφτερουγοφρε,
τρμω την ελικτσαν σου, φοβομαι την θεωριν σου,
και τας ωρις σου πτρυγας μη με αποκεφαλσουν.
Δεξι μου κθονται οι ρωτες, και αριστερ μου η αγπη,
τα γονατ μου αδυναμιν, τα χρια μου τρομρα,
το στμα μου αναροξιν, δεν ημπορ πετσειν.

ΚΙ εδ, ψυχ μου, αρνσου την, να σε διαβον οι πνοι,
ναδεισουν τα συχνοπερν................................
και τα αναστενσματα, καρδι μου, να μας λεπουν.
Τατα, να νιση η λυγερ τι και ημες φρονομεν.

''Και τι χεις, ω κακγνωμη, και ταν με δεις αγριζεις,
και ταν διαβ εκ την πρτα σου τα ροχα μου ξεσκζεις,
και ωσν το ψρι το χλωρν, τσι με τυραννζεις;
Και ν 'ρθει μρα και καιρς και να σε το αντιμψω''.
Και ττε πλι η λυγερ τον νετερον ελλει:
''Ωσν ρκτει ο κηπουρς το κτρινον αγγοριν,
και την ξηρν κολοκυθιν και το σαφλν πιπνιν,
εδτσι απρριξα κι εγ την εδικν σου αγπην''
''χω.........................Θεν, να σε εγκαρδιση,
και να δαιμονισθς κι εσ, κυρ μου, δι' εμνα''.

που αγαπσω, θλβομαι, και που ποθ, λυπομαι
και που ρξω το βλμμα μου, εναι πικρι εις εμνα.
Καιρς τον κι εδιβηκεν, κυρ μου, ταν σε αγπουν,
και μσα 'ς την καρδα μου πολλ' ακριβν σε εχα.
Το φως μου αν εχες το ζητν, θελα πη: Και να το.
Επστευα η αγπη σου να εναι στερεωμνη,
και εσ να εχες την παραβολιν γεμτην το κορμ σου.

Εντρπομαι να σε το πω, κυρ μου , τι αγαπ σε,
κι εσ, κυρ, δειλιζεις το να πης τι αγαπς με.
Και τι να γνη, πες με το, μσα σ' εμν κι εσνα;
Εγ αν το πω, δειλιζω το μπως με απολογισης,
κι εσ αν το πης, πανμνοστη, χει το στργον, κρη,
και ν 'ναιν σαν χρυσβουλλον, κατλυσιν να μη χη,
τι πολλο πιστεουν το και λγουν τι φιλ σε,
λγουν περιλαμπνω σε, κι εγ στερεγομα σε.
Το θλεις ποσει, ποσε το, μηδν με βασανζης.

Πντα,κυρ μου, εγπουν σε, κιεδ 'αγαπσε πλον,
αν δεν πιστεεις, λυγερ,κι αν δεν πληροφορσαι,
ερτησε τους ρωτες τους καρδιοφλογιστδες,
που βλαν κι εφυτεσαν σε,μσα εις την καρδιν μου.
Καταπατες και κφτεις τα τα φλλα της καρδις μου,
και ως εν τω νχι και το κρες,τσι κιεγ μετ σου.
.Κυρ μου, εσ' εσαι ποταμς ο χρυσομελιτρης
οπο χει κλσματα πολλ με σεσμαν και με διμαν,
σοι διαβον και πνουν το ποτ ουκ εδιψοσιν,
κι εγ, κυρ, ως πινα ποτ ουκ εχρτασ σε,
πντα διψ και πεθυμ, κυρ μου, να σε πνω.
Εσ' εσαι κινιν πορφυρν που στκει ' ς το παλτιν,
που κουμπζει ο βασιλες και κρνει ο λογοθτις,
της δσποινας εικνισμαν, του βασιλως εγκλφιν,
και των ρηγδων η τιμ και δξα των αρχντων.
Εσ' εσαι της νυκτς δροσι και πχνη του χειμνος
και φγγος αποσπερινν και λιος της ημρας,
και της αυγς αυγερινς,του παλατιο κανδλα.
Εσ' εσαι το στρον του ουρανο, του κμπου το λουλοδι,
και χρα πολυζλευτος με το πολν λογριν,
και απ' το κκλωμα του ηλιο, η μι ακτνα εσαι,
και απ τ' Αδμου την πλευρν η μι παγδα εσ' εσαι,
και που καψεν κι εμπρισεν πολλν καρδις εσ' εσαι,
και απ τ' αηδνια τα λαλον ναν πουλ εσ' εσαι,
κι αν πσω ν' αποκοιμηθ' ς τον πνον μου σε βλπω,
ακμη και οι ρωτες πολλ με τυραννοσιν.
Κυρ μου, ταν σε θυμηθ και βλω σε' ς τον νου μου,
κλονζεται η καρδτσα μου και σειται σαν το φλλον,
αναστενζω εγκαρδιακ, δεν ημπορ απομνει,
τι εσβην η αγπη σου απσω'ς την καρδιν μου,
ωσαν μαχαρι δστομον κπτει τα σωθικ μου,
τον λογισμν μου δαπαν και λα μου τα μλη.

Αν ξευρες, βεργλυκη, το πως αναστενζω,
το πως καμμ τα μτια μου και τρχουν το φαρμκι,
πως τρχουν τα ματτσια μου δκρυα ως το ποτμιν,
αν εδες και τα μλη μου το πως πηδον και φεγουν,
την ραν να λυπθηκες, να μ' γραψες πιττκιν.
Ψυχν εχα κι επρες την, καρδιν και ανσπασς την,
διχς ψυχν, διχς καρδιν, 'ς τον κσμον πως να ζσω;
Μαρανει με η αγπη σου, καει με το φλημ σου,
ο ρωτας του πθου σου εις θνατον με ρκτει.
Αν τ 'χα ξερει, αν τ 'λπιζα και αν τ 'βαλα 'ς τον νουν μου,
τι ουκ ενθυμσαι με, ουδ 'ς τον νουν σου μ' χεις,
ουδ αγαπς με εγκαρδιακ ωσν εγ εσνα,
να πγα και να γρευσα βρσιν της ασπλαγχνας,
οπο αποπλνουνται καρδις και λησμονονται αγπες.

....οσουν επροψ και απψε και λην νκτα
.......................................................γρευγ σε.

Κυρ μου, εις σον σε αγαπ, η γης βοτνια ουκ χει,
ουδ τα δνδρα 'χουν καρπν, ουδ η ελαα φλλα.

Ν' ακοσεται, σοι επθετε πολλ δι την αγπην,
βεργλυκην εφλησα, μιν νκταν, μιν εσπραν,
κι εμριζαν οι αγκλες της πλον παρ τον μσχον,
και ακμη απ τα χντα της τα στθη μου μυρζουν,
και εκ τα γλυκι φιλματα τα χελη μου γλυκι ' ναι.
Και τρα 'πεχωρστημεν, αλλο, και τι να γνω;
Εδ' αρρωστ και κρνομαι, ψυχομαχ και πφτω,
και τ' νομ σου θλω πη και θλω εξεψυχισει,
δι να σε κρζουν φνισσαν και ψυχοπαραδτριαν,
διατ επαρδωκεν ψυχν η εδικ σου αγπη.

Αν ξευρα, κυρτσα μου, τι ερνστηκς με,
τι και ν εχα επολουν το και αγραζ μου αμπλι,
κι εγω θελα....................................μαυροφορσει,
ποτ να μη εφρεσα παρ φακιλιν μαρον.

Τα παραθρια τα ψηλ, κυρ μου, που καθζεις,
συχνοδιαβανω το στενν και δεν με ανατρανζεις,
και ταν σκψης να με δης εκαρδιοφλγισς με.
Τα χελη σου χουν το φιλ, τα μτια σου γλυκδαν,
το φρδι σου με ρεσεν διατ γρνει καμραν,
Το σπτιν σου δεν ξευρα ν 'ρθω κατ την ραν.

Την αγαπ βεργν ναι, λιγν οιν το καλμιν,
κυπαρισσοβεργλυκη, τρυγνα εις το διμαν.

ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΛΥΡΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ ΑΓΝΩΣΤΟΥ

(τλη 15ου αινα)

Ο ρωτας τον σωσε 'ς της λυγερς την πρτα,
την πρτη πρταν νοιξε, τη δετερη τσακζει,
ουδ' νθρωπος τον γροκησεν ουδ σκυλ γαυγζει.
Ηρε την κρη κετετον 'ς τ' ωρι της το κρεββτι,
προσκεφαλδι ολργυρο 'ς το στθος της εκρτει.
Ο γουρος σβνει το κερ και τ' ρματ του βγνει
κι επεν, ''Οπ 'γεννθηκεν σμερο ας αποθνη''.
Εις την κασσλα εκθησεν, ατς του εξυπολθη,
κι εβγνει το προσκφαλο 'κ της λυγερς τα στθη.
βουλα της εσμωσε, 'ς τα χρια της εμπκε
και το πεθμαν εκ καιρν εις ραν μιν το ποκε.
Εξπνησεν η λυγερ ' τα κανακματ της
κι εγνρισε τι χασεν εις μι την παρθενι της,
κι ο νιτερος πεισματικ, ''Βλ' εδ δακτυλδι,
βλε αρραβνα χρκαρη, και βλγησης σφραγδι''.
Και μσα στις αγκλες της τον γουρον ετρα
κι κλαιγε κι εβαρανετον 'ς την δολερ της μορα,
ως πρδικα μοιρολογ και σαν τρυγνα κλαγει
και προς αυτν τον νιτερον τοτα τα λγια λγει,
-''Α βουληθς να μ' αρνηθς και να μ' αλησμονσης,
εις την Τουρκι, 'ς τα σδερα, πολλ ν' αγανακτσης,
σε τορκικα σπαθι βρεθς, σε Καταλνου χρια,
τα κριτα σου να κφτουσι με δστομα μαχαρια.
Αρπηδες να σ' ερουσι και Μροι να σε σσου
και εις χλον σαρακνικον τρεις μαχαιρις να δσου,
οι δυ ν' αγγζου 'ς την καρδι κι η λλη 'ς τα μυαλ σου,
κι εις τον αφρ της θλασσας να βροσι τα μαλλι σου.
Τα πδια και τα χρια σου να βρουν εις παραγιλι
και τα μουσοδια, τα βαστς, 'ς την μμον να τα βγλη,
να δρμου ν 'ρθου να σε 'δου εκ τα συγγενικ σου,
η μννα σου να κουρευτ θωρντα τα μαλλι σου.
Και ττες ν 'ρθω να σε δω γι παρηγρημ μου,
'ς το ξδι σου να γδικιωθ, να δροσιστ <η> καρδι μου!''
Απετις εθρηνστικεν, πλι μοιρολογται,
και μετ τες γειτνισσες κου το τι δηγται,
- Ακοσετε, γειτνισσες και συνανθροφς μου,
κι εσες, κορσια, ξερετε και συνομλικς μου,
αμριμνα μην κθεστε, πνον μην αγαπτε,
τα μεσημρια κετεστε, τες νκτες αγρυπντε,
διατσσω σας και λγω σας γι το δικ μου βρος,
γιατ ο πνος εις εμν τον μεγλος Χρος.
Τον πθον εχα μσα μου ωσν να παιγνδι,
τινς ουδν επρδιδα χωρς το δακτυλδι,
μα στανικς, δυναστικς, λθε κι επλκωσ με,
κι ει τι 'θελ καμε σ' εμ κι στερα ενμπαιζ με.
Λοιπν οπ 'ναι φρνιμη, ας σφικτομανταλνη,
διατ ο ντρας την γυν πντα τνε κομπνει,
βρσι, νερ τρεχμενο 'ς τα λγια 'ν η γυνακα,
πιστεγω το σαν το γροικ φργκικα και ρωμακα,
απ πολλος να βρης τινς να την ευλογηθοσι,
μα πλα εναι 'πβουλοι οπο τη συγελοσι,
αρνοσι και τους ρκους τως, το θλουσι να κμου
μον' να χαρον λγον καιρν 'ς τα ψματα του γμου.
Μη με κατηγορσετε γιατ σας τ' ορμηνεγω, 
αφν εμπκα 'ς το χορ, χρει μναι να χορεγω.

==============================

     Το ρθρο αυτ δε θα μποροσε να υπρχει αν δεν ταν η πολ καλ μου φλη Μαρα Αρκουλ να το στσει και την ευχαριστ πρα, μα πρα πολ!

            Πτροκλος Χατζηαλεξνδρου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers