-


Dali &









/




 
 

 

:

                                                 Βιογραφικ

     Πριν ξεκινσω το ρθρο οφελω να πω πω το συγκεκριμνο, δε θα μποροσα να το φτιξω, αν δεν εχα τρομερ βοθεια απ τη Μαρα Θαλασσιν (κατ κσμον Μαρα Αρκουλ), την οποαν ευχαριστ πρα πολ και της εκφρζω το βαθτατο σεβασμ μου!  Επσης υπρχει πλον  και το ΓΛΩΣΣΑΡΙ του,  που μπορετε να το ανοξετε δπλα παρλληλα, στε διαβζοντας και βρσκοντας λξη γνωστη, να μπορετε να ανατρχετε εκε!

     Ο κρητικς σατιρικς ποιητς καλτερα στιχουργς, που ζησε στο δετερο μισ του 14ου αι. στην πλη και στο διαμρισμα του Χνδακα στη βενετοκρατομενη Κρτη, Στφανος Σαχλκης εναι 1ος εκπρσωπος της κρητικς λογοτεχνας που γραψε τα ργα του σε δημδη γλσσα και θεωρεται απ πολλος μελετητς «πατρας της κρητικς λογοτεχνας» (Καπλνης 2011, 1). Εναι, επσης 1ος νεολληνας ποιητς που χρησιμοποησε ομοιοκαταληξα. Η σημαντικτερη ειδολογικ συμβολ του εναι η συγγραφ της πρτης γνωστς ποιητικς αυτοβιογραφας στα να ελληνικ με ττλο «Αφγησις Παρξενος Του Ταπεινο Σαχλκη». Πρκειται, ββαια, για πριμο πειραματισμ που σως βασζεται σε δυτικ πρτυπα.
     Για τη ζω του μπορομε να αντλσουμε λγες πληροφορες απ γγραφα της εποχς κι απ τα αυτοβιογραφικ στοιχεα των ργων του. Γεννθηκε στον Χνδακα (παλαιτερη ονομασα του Ηρακλεου) γρω στο 1331 απ επορη φεουδαρχικ ελληνικ οικογνεια. Ο πατρας του Ιωννης (Τζανκης) Σαχλκης εχε αναπτξει εμπορικ, οικονομικ και πολιτικ δραστηριτητα, μως εχε αρκετ χρη (van Gemert 1980, 36-40). Η μητρα του Μαρα Σαχλκενα πθανε λγο πριν απ τον Οκτβρη του 1334, ταν δηλαδ ο Στφανος ταν σε πολ μικρ ηλικα. Μετ τη μεγλη επιδημα πανλης που πληξε ολκερη την Ευρπη απ το 1348 μχρι το 1351 κι απ την οποα χασε τον πατρα και την αδερφ του Ελνη, επζησεν κι ταν απ' τους που βρθηκαν ξαφνικ πλοσιοι σ' να κσμο που 'χε χσει τον προσανατολισμ του, και που η μνη του σιγουρι ταν ο φρικαλος θνατος. Απμεινε μοναδικς κληρονμος της σημαντικς οικογενειακς περιουσας, μγα μρος της οποας κατασπατλησε, κνοντας σωτη ζω με τις πρνες (πολιτικς) του Κστρου κι σως παζοντας τυχερ παιχνδια (van Gemert 1980, 43-44).

Ο κρης και η μνα μου, εκενοι οπο με εκμαν
κατχερα εκ το στμα μου ουδν λειψε το γλα,
και εις μιν οι τυχοι γονες εις το σχολεον με εβλαν
στα γρμματα μ' εβλασιν, φρνεσιν να μανθνω...
και μαθα τα γρμματα, στε ενηλικθην
κι επρκοπτα εις την παδευσιν σπου εμεγαλθην.
Αμν απεν εγνομουν χρονν δεκατεσσρων...
ρχισα τον δσκαλον να τον αποχωρζω
και τα στεν του Κστρου μας τριγρω να γυρζω.
Αργ και πτε το χαρτ επινα να διαβζω,
αμ θελα να περπατ δια να περιδιαβζω...
τα καλαμρια, τα χαρτι λα τα λακτοπτουν...
κι εφανετ μου το σκολειν ωσν κακν θηρον.
Ολγα γρμματα μαθα και ττε τα εξαφκα,
και εις το σκολειν των πολιτικν εγρεψα και εμπκα.

     Σμφωνα με τα λιγοστ στοιχεα που εναι γνωστ για τη ζω του ανκε στην τξη των αρχοντορωμαων. δη απ τα 14 του παρτησε το σχολεο κι ρχισε να συχνζει στα καταγγια και τα χαμαιτυπεα του Κστρου, προτιμντας να κνει παρα με πειρατς, απατενες, πρνες (πολιτικς) και με εγκληματες, παρ τις νουθεσες των κηδεμνων και των δασκλων του. Θα γοητευθε απ την ντονη νυχτεριν ζω της πρωτεουσας και οι κριες ενασχολσεις του θα αποτελσουν τα τυχερ παιχνδια (ζρια), η οινοποσα και η συντροφι με τις πρνες.
     Απ το 1356 και για τα επμενα 4 χρνια, συγκαταλεγταν ανμεσα στα μλη του Μεζονος Συμβουλου του Χνδακα, μως το 1361 η επανεκλογ του απορρφθηκε για 1η φορ, εν την επμενη χρονι η απρριψη ταν οριστικ. ζησε τσι ασδοτα σπαταλντας ολκερη τη περιουσα. Κατπιν μετανιωμνος αποτραβχτηκε απ τη δρση στην ηρεμα της υπαθρου. Μην αντχοντας μως τη πληκτικ ζω, ξαναγυρν στο Χνδακα, κνει το δικηγρο, πλουτζει, για να ξαναρχσει τη παλι αμαρτωλ ζω και να καταλξει πλι στη φυλακ, γρω στα 1370,  για διστημα μισο ενς χρνου, στερα απ καταγγελα της ερωμνης του πρνης Κουταγιτενας (van Gemert 1980, 48). Το ργο του επηρεστηκε μεσα απ τη φυλκισ του, αφο εναι πιθαν πως εκε γραψε τα 1α του ποιματα. Απ τη φυλακ ιστορε τις ερωτικς του περιπτειες, και συμβουλεει τους νους να μη πθουν τα σα παθεν αυτς. Ιδιατερες συμβουλς απευθνει στον Φραντζισκ, το γιο κ­ποιου φλου του. 3 πργματα του λει πρπει ν' αποφεγει: «της νχτας τα γυρσματα, τα ζρια, και τις πολιτικς (πρνες)». Απ το 1371 και για την επμενη 10ετα ζησε στην επαρχα, στο χωρι Πενταμδι, που του ‘χεν απομενει οικογενειακ φουδο.
     Μετ το 1382 ο Σαχλκης επστρεψε στο Χνδακα, που σκησε (μλλον ανεπιτυχς) το επγγελμα του δικηγρου. Παρ’ λα τα σοδα που πρπει να ‘χε απ τα κτματα και απ τη δικηγορα, δεν κατορθνει να τα βγλει πρα οικονομικ. Κατ τα χρνια 1390-91 τα χρη του τον πλακνουν. Αυτ τη φορ για τον οικονομικ του ξεπεσμ δεν φταιγαν οι «πολιτικς», δηλαδ οι αγοραες γυνακες του Κστρου, αλλ πιθαντατα αιτα στθηκαν τα τυχερ παιχνδια -ζρια (van Gemert 1980, 55-58). Οι πληροφορες απ γγραφα για το πρσωπ του σταματνε στο Δεκμβρη 1391. Δεν αποκλεεται να ζησε μερικ χρνια ακμη, η οικονομικ του κατσταση, πντως, δεν βελτιθηκε. Πθανε πιθαντατα γρω στα 1403.



     Η ακατσχετη τση του να γευθε λες τις απολασεις της ζως που του πρσφερε η πλη, που μας την ζωντανεει τσο γραφικ και παραστατικ με τους στχους του, δεν ταν σως παρ μια αντδραση στην αγωνιδη αβεβαιτητα των καιρν, στο διαρκς παρν δος του θαντου, που σημδευαν τον ψυχισμ των ανθρπων που επζησαν απ το μεγλο θανατικ.
     Ο Κρητικς στιχουργς εναι ο πιο απερφραστα περιγραφικς, ο θριαμβευτικτερα σεμνος, ο χωρς καμι φραστικ αναστολ καταγραφας της ευθυμας, της ανεμελις και της ελευθεριτητας του καιρο του και του τπου του, σε τνους πολ πιο εκκωφαντικος απ οποιονδποτε χρονικογρφο που περιγρφει και στιγματζει τα θη της εποχς εκενης στην Ευρπη. Η στιρα του Σαχλκη εκπορεεται απ προσωπικς πικρς εμπειρες και κατευθνεται, διεισδυτικ αλλ εγωιστικ, ενντια σε κοινωνικς ομδες πρσωπα που τον δυσκλεψαν του κατστρεψαν τη ζω , που για διφορους λγους, του εχαν δημιουργσει προσωπικς αντιπθειες.
     Στα ργα του «κηρττει την ηθικ με την αυτρεσκη περιγραφ της διας του της ανηθικτητας», λει με πνευματδη τρπο ο Hesseling. Αποφεγει ακμη τις παρεμβολς βιβλικν κι λλων αποφθεγματικν φρσεων, που καταφεγουν κατ κρον λλοι ηθικοδιδακτικο ποιητς, γεγονς που κνει τα ργα τους ελχιστα ελκυστικ. Χαρακτηριστικ της απχησης που εχαν τα ποιματ του στην εποχ τους, εναι πως εχαν γνει τραγοδια.   Στα ργα του Σαχλκη βλπουμε να διχυτο μσος κατ των γυναικν και μλιστα των πορνν, που φανεται να θεωρε υπεθυνες για το κατντημ του. Ιδιατερα τα βζει με τη Κουταγιταινα (στο “Βουλ των πολιτικν”), για την οποα εκφρζεται με μεγλη αισχρτητα:

Γαμιται η Κουταγιταινα κι ο σκλος της γαυγζει
και κλασι τα παιδκια της κι εκενη χαχανζει.


     Το διο πρσωπο φανεται να κρβεται και κτω απ την Ποθοτσουτσουνι (στο “Αρχιμαυλστρες”), στην οποα ο ποιητς απευ­θνει εν εδη επωδο την ερτηση:

 Ειπ με Ποθοτσουτσουνι, μαυλζεις γαμισαι;

     Αλλο τη βζει και καμαρνει για τα προσντα της:

 Εγ 'μαι η Ποθοτσουτσουνι, εγ 'μαι η ψωλοπθα,
 εγ 'μαι απνω εις λες σας, εγ 'μαι εδ κερ σας.

     Η περπτωση του Σαχλκη παρουσιζει ιδιατερο ενδιαφρον χι μνον επειδ ταν ο πρτος επνυμος Νεολληνας στιχουργς που εχε την πρωτοβουλα να εισαγγει την ομοιοκαταληξα στον ελληνικ στχο, αλλ και επειδ ταν χωρς λλο και νας ευφυς και πρωττυπος δημιουργς, γνστης της βυζαντινς και της δυτικς λογοτεχνας του καιρο του και ικανς να αναδιαμορφνει προς το ευρηματικτερο, να διευρνει και να εμπλουτζει ,τι δανειζταν.
     Οπωσδποτε δε πρωτοτυπε εκφρζοντας τ­τοιο μσος ενντια στις γυνακες, παρλο που οι προσωπικς του εμπειρες και ταλαιπωρες τον δικαιολογον απλυτα, αλλ βρσκε­ται στα πλασια μια γενικτερης ποιητικς παρδοσης της εποχς, μιας παρδοσης μισογυνισμο, χι ειδικ Κρητικς, αλλ πανευρωπακς, που χει τις ρζες της στο μεσαωνα, κι αποτελε μια χολωμνη αντθεση στους αυλικος ρωτες των ιπποτικν μυθιστοριν, που η γυνακα σχεδν θεοποιεται.
   Οι ποιητικς συμβσεις με τις οποες εκφρστηκε αυτς ο μισογυνισμς σαν κατ βση τρεις.  Η 1η ταν νας μακρς κατλογος με αποφθεγματικς ρσεις κατ των γυναικν, απ τον μηρο, τους αρχαους και τη Παλαι Διαθκη, μχρι τον τελευ­ταο (ξνο) κερατωμνο βασιλι. Η 2η τανε συμβου­λς σε νο που πρκειται να παντρευτε κι η 3η νας διλογος ανμεσα σ' ναν υπερασπιστ και σ' να πολμιο των γυναικν.   Επιρρος απ το Σαχλκη κι απ ιταλικ πρτυπα χει το ποημα «παινος των γυναικν» με 735 οκτασλλαβους ομοιοκατληκτους στχους, μα χλευαστικ περιγραφ των ηθικν ελαττωμτων των γυναικν αρχζοντας απ τις ανπαντρες, προχωρντας στις παντρεμνες και τελεινοντας στις χρες.

Πολλὰ ἐχαροκπησα ἐγὼ καὶ ἐκενη ἀντμα·
ἦταν αὐθντρια καὶ κυρὰ καὶ δσποινα καὶ ντμα.
Πολλὰ παραδιαβσαμεν ἀντμα ἐμεῖς οἱ δο:
ἀκμη ὡς καὶ τὴν σμερον τὰ γνια μου μαδω.
Διὰ ἐκενην τὴν πολιτικὴν στὴν φυλακὴν μ' ἐβλαν
καὶ ἀπετις μ' ἐρημξασιν, ττε κοντὰ μ' ἐβγλαν.
Καὶ τ 'γραψα εἰς τὴν φυλακὴν διὰ τὲς ἀρχιμαυλστρες
καὶ τὰ παιδα τοῦ σκολειοῦ πολλὰ τὰ τραγουδοῦσαν.
Καὶ ἀπεὶν ἐλευθερθηκαν, ἡ Τχη μου ἡ καμνη,
ὡς ἦτον νὰ μὲ πολεμᾶ πντοτε μαθημνη,
λγει μου:«Ἀγμε εἰς τὸ χωριν, νὰ κμης τὲς δουλειὲς σου,
καὶ ἄφες τοῦ Κστρου τὰ στεν, ἄφες τὲς πελελις σου».

     Μμηση του Σαχλκη και στο θμα ακμη εναι κι να λλο ποημα αννυμου στιχουργο, ο «Θρνος του φαλδου του πτωχο» σε 280 επτασλλαβους οκτασλλαβους τροχακος στχους, που αποτελον την αυτοβιογραφα ενς ευγενος νου, ο οποος κατασπατλησε την περιουσα του σε ασωτες και βρθηκε στο τλος χρεοκοπημνος.
     Η χρονολογικ σειρ των ργων του δεν εναι απλυτα ββαιη. Πντως, το συγγραφικ του ργο μπορε να διαιρεθε σε 2 περιδους. 1η εναι η περοδος της φυλακς και περιλαμβνει σειρ διδακτικν ποιημτων (Περ φλων, Περ φυλακς) και την ομδα των ποιημτων για τις «πολιτικς» (Καταλγιν της Πθας παινος της Ποθοτζουστουνις, Η βουλ των πολιτικν, Η γκιστρα των πολιτικν). Η 2η περοδος τοποθετεται στα μσα της 10ετας του 1380 και περιλαμβνει 2 ργα σε ομοιοκατληκτα δστιχα (Αφγησις παρξενος του ταπεινο Σαχλκη & Συμβουλς στον Φραντζισκ).
     Ο Σαχλκης προριζε τα στιχουργματ του, που κυκλοφοροσαν σε χειργραφη μορφ, να διαβζονται κατ μνας κι χι να απαγγλλονται απ ν τομο μπρος σε ακροατριο, πως συνβαινε συχν κενη την εποχ. Συνεπς, υπρχε αναμφβολα γραπτ παρδοση των στιχουργημτων του. Ωστσο, ο χυδαιολογικς και σκανδαλοθηρικς χαρακτρας ορισμνων απ’ αυτ και το διδακτικ περιεχμενο των υπολοπων τα καθιστοσαν κεμενα ελκυστικ και πρσφορα για απομνημνευση κι απαγγελα. Δημιουργθηκε, λοιπν μια παρλληλη, προφορικ διδοσ τους δη απ την αρχ (Παναγιωτκης 1987, 15-16).
     Τα στιχουργματ του παραδδονται σε 3 χειργραφα (P, N, M) που χρονολογονται τον 16ο αι.. Στο μεγλο διστημα που μεσολβησε ανμεσα στη σνθεση των ργων και στις σωζμενες καταγραφς τους, εναι πολ πιθαν τι τα χειργραφα με το αλβητο κεμεν του εχαν χαθε κι κτοτε τα στιχουργματα αυτ παραδδονταν προφορικ, καταγεγραμμνα σε διφορες απομνημονευμνες και, γι’ αυτ, ελλιπες και φθαρμνες μορφς (Παναγιωτκης 1987, 19-20).
     πως προανεφρθη, προς το τλος της ζως του, γρω στα 1385-1390, γρφει αυτοβιογραφικ ποημα με τον ττλο «Αφγησις Παρξενος Του Ταπεινο Σαχλκη», που ιστορε με πικρα τα παθματα της ζως του και κατηγορε τη τχη για τις συμφορς του. Το κεμενο, που αποτελεται απ 412 στχους, σζεται μνο στο χειργραφο της Νεπολης (Ν) και περιχει, εκτς απ τα καθαρ αυτοβιογραφικ στοιχεα, και διδακτικς περικοπς για τους χωρικος και τους «αβουγαδορους» (δικηγρους). Η ομοιοκαταληξα μς βοηθ να επισημνουμε ευκολτερα τις παραλεψεις στχων, χι μως και τις παραλεψεις διστχων μεγαλτερων ενοττων, που εναι ββαιο τι χουν εκπσει σε διφορα σημεα του στιχουργματος αυτο (Παναγιωτκης 1987, 20).



     Στην αυτοβιογραφα του παραπονιται για τη κακ του τχη και για τα χρη του, για τα οποα την ευθνη φρουν οι «νομοι Εβραοι» και μας διηγεται πς οδηγθηκε στη καταστροφ εξαιτας των «πολιτικν» κι ιδιατερα της Κουταγιτενας. Στη συνχεια, δνει μια γλαφυρ εικνα της ζως του των χρνων 1374-1375 ς το 1382 στο πληκτικ χωρι, που εχε αποσυρθε. Η μνη παρα που θα μποροσε να ‘χει κε εναι οι χωριτες. Με αυτος, μως, δεν εχε τποτε κοιν και τους περιγρφει ως ξεστους, κουρελδες, φωνακλδες, μπεκρδες και μαχαιροβγλτες.
     Στη περιγραφ αυτ με τις πολλς της υπερβολς μιλ καθαρ ο εκπρσωπος της νας -της αστικς- τξης, που χει χσει την επαφ με την παιθρο και τους ανθρπους της (van Gemert 1980, 51). Στο τελευταο μρος του ποιματος, καταγρφει τη σταδιοδρομα του ως κανονικο δικηγρου (advocatus), που η αρχ της συμππτει μλλον με την επιστροφ του στο Χνδακα (1382). Απ τα λγια του μπορομε να συμπερνουμε πως οι φτωχο δε ξεχρωναν την αμοιβ των δικηγρων, εν οι υπλοιποι πλρωναν να ορισμνο ποσ σε εδος (κανσκια). Για τους κανονικος δικηγρους πρπει να ταν πολ πιο εκολο και λιγτερο επικνδυνο να παραβισουν τα «καπιτουλρι» τους (δηλαδ τα δημσια κατστιχα).
     Πντως, δεγματα αποδεξεις κατχρησης του αξιματος του δικηγρου απ τη πλευρ του Σαχλκη δεν χουν βρεθε. Ββαια, εν στον στχο 342 περιγρφει το ενρετο παρελθν του ως δικηγρου («εγ παιρνα ολιγτερον παρο επαρναν λλοι»), στους αμσως επμενους στχους περιλαμβνει και τον εαυτ του ανμεσα στους παραστρατημνους «αβουγαδορους» («λους ας μας πνξουσι, και κανες απ’ λους μας φβον Θεο ουδν χει»). Terminus post quem για τη συγγραφ της αυτοβιογραφας του εναι το 1383-1384, αφο σκησε δηλαδ να ορισμνο διστημα τη δικηγορα (van Gemert 1980, 51-55).
     Αυτ λοιπν το ποημα εκδθηκε 1η φορ το 1896 απ τον S. Papadimitriou, στον οποο οφελεται κι ο καθιερωμνος ττλος του. Για πολ μεγλο χρονικ διστημα αυτ υπρξε η μοναδικ κριτικ κδοση  του ργου, το οποο δημοσιετηκε ξαν μλις το 2003 απ τον Cristiano Luciani. Μλιστα, ο ιταλς μελετητς, πρα απ τις διαφορς που εισγαγε στο διο το κεμενο, πρτεινε ως σωσττερο τον ττλο «Περ Χωριατν & Αβουκτων», σε αντιστοιχα με τους ττλους ποιημτων του απ τη 1η συγγραφικ του περοδο (Περ φλων και Περ φυλακς), παραλλσσοντας ελαφρς τον ττλο «Περ Χωριατν & Δικηγρων», που ‘χε προτενει νωρτερα ο Hinterberger (1998, 187). Εξλλου, πολ πρσφατα κυκλοφρησε καλασθητη χρηστικ κδοση  του συνλου της ποιητικς παραγωγς του Σαχλκη, ιδιατερα διαφωτιστικ για τη γοητευτικ ζω και το πρωτοποριακ του ργο (Μαυρομτης & Παναγιωτκης 2015).



     Την εποχ που γρφει ο Σαχλκης η Κρτη εναι δη 150 και πλον χρνια τμμα της βενετικς επικρτειας και σχεδν λες οι καινοτομες της ποησς του χουν το ανλογ τους στην ιταλικ λογοτεχνα του 14ου αινα. Αυτ, μως, δεν αναιρε τη σημασα τους:
   «Το ργο του Σαχλκη εναι συντριπτικ αναγεννησιακ και σε γλωσσικ-μορφολογικ και σε θεματικ-ειδολογικ εππεδο. Αυτ απ μνο του σως εναι αρκετ για να αναδεξει τον Σαχλκη ως τον πρτο επνυμο συγγραφα της νεοελληνικς λογοτεχνας: αν δεχμαστε τι η Αναγννηση εναι η πρτη περοδος των νετερων ευρωπακν λογοτεχνιν, ττε αναγκαστικ, στη νεοελληνικ περπτωση, εγκαινιζεται με τη ποηση του Σαχλκη». (Καπλνης 2011, 6-7).

     Ο Σαχλκης συνομιλε με την ιταλικ σατιρικ ποηση της εποχς, ειδικτερα φανεται να χει επηρεαστε απ τα σατιρικ ργα του Francesco di Vanozzo (van Gemert 1997, 66). Θεματικ, θα μποροσε να ισχυριστε κανες τι η ποησ του συνεχζει σε κποιο βαθμ, αλλ εμπλουτζει κι επεκτενει τη ματι κποιων πρωτοπρων ποιητν του 12ου αινα (Γλυκς, Πτωχοπρδρομος), που πρτοι στρεψαν το βλμμα τους στη καθημεριντητα των απλν ανθρπων της εποχς τους. Η διαφορ μως, εναι τι ο κρητικς ποιητς στρφει το βλμμα του και σε λλες, λιγτερο «καθωσπρπει», κατηγορες ανθρπων: πρα απ τις κεντρικς ηρωδες πολλν ποιημτων του, τις «πολιτικς» του Χνδακα, εμφανζονται ζαρκηδες, τοκογλφοι, χωριτες, αστο, ξνοι μισθοφροι κ.., με ρεαλιστικς λεπτομρειες για τη ζω και τη καθημεριντητ τους, συχν με καυστικ σατιρικ διθεση. Ο κσμος της ποησς του εναι πολχρωμος, πολβουος και τα ποιματ του αποτελον πλοσια πηγ για τη μελτη της διαμρφωσης τσο των ταξικν και των μφυλων ταυτοττων σο και για την ννοια του κοινωνικο περιθωρου (Καπλνης 2011, 5-6).

     λα τα ποιματ του εναι γραμμνα σε 15σλλαβο, με μα σημαντικ καινοτομα: εναι ο 1ος λληνας ποιητς που χρησιμοποιε ομοιοκαταληξα -που πρωτοεμφανζεται στη Βουλ των πολιτικν- με διαφορ σως αινα απ τους επμενους. Στο παρακτω ργο εφαρμζει τη πολστιχη ομοιοκαταληξα, κυρως 4 διαδοχικν στχων, εν στα μεταγενστερα ργα του χρησιμοποιε το ομοιοκατληκτο 2στιχο, που σιγ-σιγ θα καθιερωθε ως κυραρχη μορφ ομοιοκαταληξας στην ελληνικ ποηση (Λεντρη 2007, 1981-1982). Υπρχουν, πντως, σαφες ενδεξεις τι γραφε και με ομοιοκαταληξα και χωρς, παρλληλα κι αδιακρτως.
     Η γλσσα του Σαχλκη εναι εντυπωσιακ "νεοελληνικ", με κποια κρητικ χροι. Ο ποιητς δε διστζει να βλει τους ρως του να μιλνε στη γλσσα τους, γεγονς που αυξνει την αληθοφνεια των λεγομνων και δημιουργε συχν κωμικ αποτλεσμα. Χαρακτηριστικ εναι, επσης, η αθυροστομα του, που συμβλλει στη παρουσαση μιας ρεαλιστικς εικνας της κοινωνας και του κοινωνικο περιθωρου ειδικτερα.
     Παρλο που το συνολικ ργο του Σαχλκη δεν χει οτε την αναγνριση οτε το εκτπισμα του ργου των σγχρονων ιταλν ομοτχνων του (Πετρρχης, Βοκκιος), παραμνει για τη γραμματεα μας ιδιατερα σημαντικ, καθς μεταφρει στα νεοελληνικ γρμματα την Αναγννηση τσο σε γλωσσικ μορφολογικ σο και σε θεματικ ειδολογικ εππεδο (Καπλνης 2011, 4), αποτυπνοντας μια γλαφυρ εικνα της κρητικς κοινωνας του 14ου αι..

=============================

      Αφγησις Παρξενος Του Ταπεινο Σαχλκη

     Ποημα του 14ου αινα, αποτελομενο απ 412 15σλλαβους στχους, που ο κρητικς σατιρικς ποιητς Στφανος Σαχλκης εξιστορε, σε ομοιοκατληκτα 2στιχα, με πικρα τα παθματα της ζως του. Θεωρεται η 1η γνωστ ποιητικ αυτοβιογραφα στα να ελληνικ. Εκτς απ τα καθαρ αυτοβιογραφικ στοιχεα, το ργο περιχει και διδακτικς περικοπς.



     (Σημ.: Οι τελτσες σημανουν πως λεπει μρος του ποιματος)


     Ο ποιητς παραπονιται για την κακ του τχη και ξεκιν να απαριθμε τα βσαν του. 

Σαχλκη ἐσὲν ἡ μοῖρ σου, τ σου ἔχει καμωμνα ,
.................................................
πολλὰ κακὰ καὶ ἀπλρωτα  καὶ ἀριφνιμὸν  δὲν ἔχουν,

καὶ τοῦτο ἔνε  φανερν, οἱ πντες τὸ κατχουν∙

ἄμε  καρτρει , βσταζε, παρηγοροῦ καὶ θρρει

καὶ γνου πρὸς τὸ δκαιν σου ὑπομονῆς λιθρι

καὶ ἐκενη ὅσα σε ἥρπασεν , δναται ν σου [τὰ] στρψῃ

τσα καὶ πλειτερα  καλ, καὶ ν σε θεραπεσῃ ∙

δναται ἡ τχη τὸν τροχν, πλιν νὰ τὸν γυρσῃ

καὶ εἰς τὰ κακὰ τὰ σ’ ἔκαμε, ν σε παρηγορσῃ.

Καὶ μετὰ τοῦτον τὸν σκοπν ἐβστουν  τὴν πικραν

καὶ ἀνμενα  τὴν τχην μου νὰ πμπῃ ἰατρεαν ∙

καὶ κενη ἡ τχη μου ἡ κακ, ἡ μοῖρ μου ἡ θλιμμνη ,

ὡς  εἶχεν ὄρεξιν καλν , νὰ συχνοαναστενζω

[ὡς εἶχε πντα προθυμιν , διὰ ν με τσιγαρζῃ ]

νὰ θλβωμαι καὶ νὰ πονῶ καὶ πντα νὰ φωνιζω ,

οὐδὲν ἠθλησ ποτε ἡ τχη ν ἀλλξῃ,

οὐ διὰ κακν οὐδὲ καλν, διὰ ν με καταλλξῃ ∙

ἀμμ’  ἤθελε ν με κρατῇ τὲς θλψες φορτωμνον,

πντα ἄτυχον νὰ μὲ θωρῇ  καὶ πντα πονεμνον.

Λοιπὸν ἐξαγανκτησα  τῆς θλψης τὸ γομριν

καὶ οὐδὲν ἠμπρουν νὰ βαστῶ τοῦ πνου τὴν ἀνγκην ∙

ἐπισα τὸ κονδλι μου χαρτὶν καὶ καλαμριν,

νὰ γρψω διὰ τὴν θλῖψν μου, τὸ δολερὸν  γομριν.

Λοιπὸν ὅποιος ὀργεται , νὰ μθῃ διὰ τὴν μοῖραν,

τὸ πῶς παζει  τὸν ἄτυχον, ὡσὰν παιγνιτης λραν,

ἄς ἔλθῃ ν’ ἀναγνσῃ ἐδῶ τοῦτο τὸ καταλγι,

τὸ κτζα  καὶ στιχπλεξα  καὶ μοιζει μοιρολγι∙

διατ ἒν τιμὴ καὶ προκοπὴ καὶ φρνησις τὸ γρμμα .

Ὁ κρης καὶ ἡ μννα μου, ἐκεῖνοι ὁποῦ με ἐκμαν ,

κατχερα  ἐκ τὸ στμα μου οὐδὲν ἔλειψε τὸ γλα,

καὶ εἰς μιὰν  οἱ ἄτυχοι γονεῖς εἰς τὸ σκολεῖον με ἐβλαν ∙

εἰς τὰ γρμματα με βλασιν, φρνεσιν νὰ μανθνω,

.................................................

καὶ ἔμαθα τὰ γρμματα, ὥστε  ἐνηλικθην

καὶ πρκοπτα  εἰς τὴν παδευσιν , ὥστε ὅπου ἐμεγαλθην.

Ἀμμὴ  ἀπὴν ἐγνομουν χρονῶν δεκατεσσρων─

Χριστ, νὰ με εἴχασιν ὑπᾷ  κανσκιν  εἰς τὸν Χρον!─

διατ ἤρχισεν ἡ μοῖρ μου, εἰς μιὰν νὰ μ’ ἐμποδζῃ

..................................................

καὶ ἤρχισα τὸν διδσκαλον νὰ τὸν ἀποχωρζω

καὶ τὰ στενὰ  τοῦ κστρου μας τριγρου νὰ γυρζω .

Ἀργὰ καὶ πτε  τὸ χαρτὶν ἐπινα νὰ διαβζω,

ἀμμὴ ἤθελα νὰ περπατῶ διὰ νὰ περιδιαβζω.

..................................................

καὶ ὁμοῦ  μετ’ ἄλλες συντροφιὲς ἤθελα νὰ γυρζω.

Τὰ καλαμρια, τὰ χαρτι, ὅλα τὰ λακτοπτουν ,

..................................................

Ἐρμνευσ με νὰ ἀγαπῶ πολλὰ  τὴν ἁμαρτα,

καὶ ἀφῆκα ὁ κακορρζικος  γρμματα καὶ χαρτα∙

ἐξπνησ με  ἡ τχη μου εἰς τὸ πολιτικαρεῖον ,

καὶ φανετ μου τὸ σκολειὸν ὡσὰν κακὸν θηρον.

Ὁποῦ [γὰρ] ἦσαν γμοι καὶ χορο, ἤθελα νὰ χορεω,

μαυλστριες καὶ πολιτικὲς ἤθελα νὰ γυρεω∙

ὅλες τὲς ἔμαθα καλ, ὅλες ἐγνρισ τες,

καὶ ἐξδραμα  καὶ γρεψα καὶ παραδιβασ  τες.

Ὀργομουν νὰ περπατῶ μὲ τοὺς τραγουδιστδες,

μὲ τοὺς παιγνιτας τοὺς καλος, τοὺς παραδιαβαστδες .

Ὀλγα γρμματα ἔμαθα καὶ ττε τὰ ἐξαφῆκα ,

καὶ εἰς τὸ σκολειὸν τῶν πολιτικῶν ἐγρεψα  καὶ ἐμπῆκα.

Ἀφῆκα πᾶσαν φρνεσιν καὶ παδευσιν καὶ τξι(ν) ,

καὶ συμβουλὴν δὲν ἤθελα, τινὰς νὰ μὲ διατξῃ ∙

ἀμμ ἐγενμην μστορας , τοὺς ἄλλους νὰ διατσσω,

καὶ οὐδὲν ἠμπρουν τὰ καλὰ  ποτὲ νὰ τὰ χορτσω.   

Ἀπὸ μαυλστριες, [καὶ] πολιτικὲς εἶπα ποτὲ νὰ μὴ ἔβγω ,

καὶ ἄλλους ἐκεῖ μὴ ἐμποροῦν, ἤξευρα νὰ παιδεγω ∙

νὰ περπατῶ εἰς τὰ σκοτεινὰ  τὴν νκταν ἐτρωγμην,

....................................................

Ὡς  νυκτερδα ἐγριζα εἰς τὸ ξπορτον τοῦ Κστρου,

καὶ ὑπγαινα νὰ κοιμηθῶ μὲ τῆς ἡμρας τὸ ἄστρο(ν).

Οἱ συντροφις, τὰ γιματα καὶ οἱ δεῖπνοι κθ’ ἡμραν,

καὶ τὰ μεγλα ἀνφορα κατφορα μὲ φραν ∙

διατ οὐδὲν εἶχα ἐνθμησιν , εἰς τὸ σπτιν νὰ γυρσω,

.....................................................

ἀμμὴ ὀρεγμην καὶ ἤθελα πντα καλὰ νὰ ζσω,

καὶ τὸ ἐδικν μου πντοτε διὰ νὰ τὸ χαρσω.

Οὐδν σε βνω  βασιλε, οὐδὲ ἄρχοντα οὐδὲ ρῆγα ,

ποῦ νὰ ξοδιζῃ  περισσὰ  καὶ νὰ σοδιζῃ  ὀλγα,

νὰ μηδὲν  ἔλθῃ εἰς πτωχιὰν καὶ νὰ μηδὲν ρημξῃ,

ν’ ἀγανακτσῃ πντοτε , νὰ βαρυαναστενξῃ.

Ἀφῆκα πᾶσα χριτα , καὶ πᾶσα καλωσνη,

.....................................................

Ἐξπεσα  καὶ πτχαινα κ’ ἔχασα τὸ ἐδικν μου,

καὶ ττε σκπησα  καλὰ τὸν πελελὸν  σκοπν μου.

Ἐπολησα τὰ σπτια μου καὶ ἐπολησα τοὺς τπους ,

ὁποῦ με ἀφῆκαν  οἱ γονεῖς μὲ τοὺς πολλοὺς τοὺς κπους.

Καὶ ττε ἡ τχη μου ἡ κακ, μθε τὸ τ μ’ ἐποῖκε ∙

ἀπὴν  καὶ ἐπῆρε τὰ πολλὰ καὶ τὰ μισὰ με ἀφῆκε,

ττε ἤρχισεν ἡ τχη μου, τχα νὰ [με] συμβουλεῃ

κλεπτᾶτα  νὰ με συγελᾷ , καὶ ν με ἀζυγανεῃ .

Καὶ λγει ἡ τχη μου ἡ κακ, Ἐδὰ  ἔβγαλες τὰ χρη ,

ἔλειψαν  ἀπὸ πνω σου οἱ ἄνομοι ἑβραῖοι∙

τρῶγε καὶ πῖνε τολοιπν , τρῶγε καὶ χαροκπα ,

καὶ πῶς νὰ κροῦς καλὸν καιρν , ἡμρα νκτα σκπα.

Λοιπν ἐξεδιγερνα  εἰς τὴν ἀρχααν  μου τξι(ν)

καὶ ὁποῦ  νὰ κμῃ , τὰ ἔκαμα, ὀλγα νὰ ὑποτξῃ .....

Ὀργομουν νὰ περπατῶ, καὶ νὰ περιδιαβζω ,

πᾶσα καλὴν χαροκοπιὰν ἤθελα νὰ διαβζω ∙

ἠγπουν τὸ μαυλισταρειν , τὸ μγα μοναστῆριν,

....................................................

καὶ ὡς τὸ ἤθελεν ἡ τχη μου, ἡ ἄτυχς μου μοῖρα,

ηὗρα  τὴν Κουταγιταιναν, τὴν πομπωμνην  χρα,

ὁποῦ ........... νὰ τὴν ἰδῶ, εἰς τὸ πολιτικαρεῖον,

..................... καὶ νὰ τῆς κροῦν τὴν λραν.

Πολλὰ ἐχαροκπησα ἐγὼ καὶ ἐκενη ἀντμα ,

ἦτον αὐθντρια καὶ κυρὰ καὶ δσποινα καὶ ντμα∙

πολλὰ παραδιαβσαμεν ἀντμα ἐμεῖς οἱ δο,

ἀκμη ὡς καὶ τὴν σμερον τὰ γνει μου μαδω .

Δι ἐκενην τὴν πολιτικὴν εἰς τὴν φυλακν με βλαν,

καὶ ἀπτις  με ρημξασιν, ττε κοντὰ  με ἐβγλαν∙

καὶ τἄγραψα εἰς τὴν φυλακὴν διὰ τὲς ἀρχαῖς μαυλστριες...

καὶ τὰ παιδα τοῦ σκολειοῦ, πολλὰ τὰ τραγουδοῦσαν.

καὶ ἀπὴν ἐλευθερθηκεν  ἡ τχη μου ἡ καμμνη ,

ὡς ἦτον νὰ με πολεμᾷ πντοτε μαθημνη,

λγει μου, Ἀγμε  εἰς τὸ χωριν, νὰ κμῃς τὲς δουλεις σου,

καὶ ἄφες  τοῦ Κστρου τὰ στεν, ἄφες τὲς πελελις σου∙

νὰ λεπῃς ἐκ τὲς ἔξοδες , καὶ ἐκ τὲς ἐντυμασες ,

νὰ μ σε τρῶν  πολυτικς, νὰ μηδὲ μαυλισες.

Λεῖπε ἀπὸ τσην ἔξοδον, καὶ γνου νοικοκρης,

ἄν ζσῃς, νὰ περισσευθῇς  καὶ πλι νὰ διαγερῃς ∙

ὅντα  τυχανῃ, γρευσε, σποδαζε  νὰ σοδιζῃς,

καὶ θλεις ἔχειν  εἰς καιρν , ἄν πρπει, νὰ ξοδιζῃς.

Ἐπμπωσ με ἡ τχη μου, εἶπ μοι, γεῖρε , φγε,

καὶ ἀπὸ τὸ Κστρον με ἔβγαλεν, εἰς τὸ χωριν με πῆγε.

Ἐπν  με πῆγε εἰς τὸ χωριν, καὶ ἀπὴν ἐσυνεπῆρα,

δὲν μ’ ἔμαθεν ἡ τχη μου, ἡ δολερ μου μοῖρα,

ν’ ἀποκρατσω  κτματα, νὰ περνῶ μὲ ζευγριν ,

ἀμμὴ ἔμαθν με κυνηγν, μὲ σκλους μὲ ζαγριν .

Δὲν ἦτον εἰς τὸ σπτι μου βωδιοῦ ἤ προβτου τρχα∙

οὐδὲ μιτᾶτον ἔκαμα, ἀλλ’ οὐδὲ ἁλῶνιν εἶχα.

..........................................................

καὶ ἐγὼ σκλους ἐλτευγα , καὶ ἔσυρνα τὰ ζαγρια.

Ὅλοι ἐκατευοδνασιν  τὰ λοῦρα καὶ τὰ ’να ,

καὶ ἐγὼ εἰς τὰ ὄρη ἐγριζα καὶ εἰς τὰ ψηλ βουνα.

     Κατ την παραμον του στο χωρι, ο Σαχλκης ασχολεται αποκλειστικ με το κυνγι εκτρφοντας σκλους, τη στιγμ που λοι οι χωρικο ασχολονται με την παραγωγ γεωργικν προντων. Αυτ του η επιλογ δεν του επιτρπει να ορθοποδσει οικονομικ.


Καὶ ἀπὴν  ἐδιβησαν  καιροὶ  καὶ εἶδα καλὰ τὸ πρᾶγμα ,

[ἄν ἒν  ζημα  ὁ κπος σου, πληθνεις  τὴν πτωχιν σου.]

λγει μου πλι ἡ τχη μου, Σαχλκη κακομορη,

ἄτυχε, κακορρζικε  καὶ κακονοικοκρη ,

τ σε βγατζουν οἱ λαγο, τ σε φελοῦν  οἱ σκλοι,

οἱ λαγωνροι , τοὺς  κρατεῖς , ὁποὖν καλο σου φλοι˙

καβαλλικεεις  τὸ πουρν , εἰς τοὺς λαγοὺς ἐβγανεις ,

καὶ κτω εἰς τὰ καματερ , ἤ εἰς τὰ βουνιὰ  ὑπαγανεις˙

καὶ ὅταν διαγρνῃς  τὸ βραδν, πολλἆσαι  κουρασμνος.

Ἄρχον τινὰ οὐδὲν θεωρεῖς , ἄνθρωπον νἄχῃ χρῆσι ,

ἤ φρνιμον  ἤ εὐγενῆν πντα ν σου συντχῃ .

Ζευγδες  εἶναι καὶ βοσκο, ἀγελαδοὶ καὶ σκπτες ,

βοκολοι καὶ χοιροβοσκοὶ καὶ μετ’ ἐκεῖνοι  ρπτες.

Οὐδὲν κατχουν  νὰ σταθοῦν ποτ των εἰς ὁμδιν ,

………………………………………………………

Ἔχουσιν ττοια φρνεσιν, ἔχουσιν ττοιαν τξι ,

καὶ θεωρῶντ τους κανεὶς νὰ πσῃ νὰ πλαντξῃ .

Ταχιὰ  ταχιὰ σηκνονται εἰς τὴν δουλειὰν νὰ πᾶσιν,

καὶ ἀπὸ ταχιὰ βαστοῦν ψωμν, ὁλμερα  νὰ φᾶσιν.

Καὶ ὅντε  μαζωθοῦν  ἀργ, ἔρχονται κουρασμνοι,

καὶ ἀπὸ τὸν κπον τῆς δουλειᾶς πολλὰ τσιγαρισμνοι .

Καθεὶς ἀπομαζνεται ἀπσω  εἰς τὸ κελλν του,

καὶ ἔχει μὲ τὴν γυναῖκ του ὅλην τὴν συμβουλν  του.

Καὶ ἄν ἔλθη σκλη καὶ ἑορτ καὶ ἐσμξουσιν  ὁμδιν,

στοχσου  παραξρδινον  καὶ φοβερν σημδιν !

Ἄλλος φορεῖ τὸ σκολλινον βαμμνον κουρτσουβδιν ˙

ἄλλος [φορεῖ] φουστνι δμιτον , ἄσπρον ἐξ ἐβαμπκι .

Φοροῦν στιβνια τραγικ  ὡσὰν εἴν μαθημνοι,

παποτζια καὶ γουνλλες των, φοροῦν καμαρωμνοι˙

καὶ ἄλλος φορεῖ ὁλτελα ἐξεχαρβαλωμνα,

καὶ ὁποὖνε  πλοσιος τχατες, ἔνε καλιγωμνα .

Καὶ ὅλην τους τὴν παρηγοριν, ἔχουν εἰς τὴν ταβρναν ,

κπελον  ἔχουσιν ὀρθὸν καὶ λγουσν τον, κρνα.

Καὶ ἐκεῖνοι ἐβγνουν τὰ κρασιὰ καὶ κθονται καὶ πνουν

καὶ νὰ εἶπες  οἱ παντρημοι , [ὅτι] εἰς τὴν κοπριὰ  τὸ χνουν.

Καὶ ἀπτες  πιοῦσιν περισσὸν  καὶ ἀπὴν καλοκαρδσουν

μοῖρ τους ρκτει εἰς ὄρχησμα , μοῖρα νὰ τραγουδσουν.

Καὶ μοῖρα πνουν, κθουνται πντα καὶ τραγῳδοῦσιν,

καὶ νὰ εἶπες οἱ παντρημοι κορκοι  κηλαδοῦσι.

Καὶ ἀφτις  πιοῦσιν περισσὰ καὶ γνονται μεθοῦκλι

γνονται ὡσὰν  τὸν μεθυστν , τὸν πελελὸν  τὸν κοκλη .

Καὶ ἐκεῖνος ποῦ ἔχει δναμιν, τχατες νὰ μαλσῃ,

ἐκεῖνοι ὅπου ἔχουν δναμιν, τχατε ὁπου ὠφελῶσι ,

ἀρχζουν τὴν ἀθιβολὴν  καὶ πληρωμὸν  οὐκ ἔχουν,

καὶ λγουν καὶ ἀποκρνονται , τὸ τ λν, δὲν κατχουν.

     Ο ποιητς περιγρφει τους καβγδες μεταξ των χωρικν για διφορες αιτες ως αποτλεσμα της οινοποσας, που πολ συχν τους φρνει στο σημεο να «ρθουν στα χρια».

Καὶ δχως νἄχουσι ἀφορμν, ὡσὰν καὶ ἀθιβολψουν ,

ἀρχζουν εἰς τὸ μλωμα καὶ ὥστε νὰ ξετελψουν ,

ἄλλος βαστᾷ τὴν χεῖρ του, καὶ πρὸς τὸ σπτιν τρχει,

……………………………………………………

Καὶ ὅπου ἔνε  κακορρζικος  καὶ βνουν τον εἰς τὴν μση,

κροῦσιν  καὶ ξανακροῦσν τον, ὥστε  νὰ δοῦν νὰ πσῃ.

Καὶ μερικοὺς ὁλτελα  εἰς τὴν ὥραν  τοὺς σκοτνουν,

καὶ νἆπες  ὅτι ὁποῦ  ἔχουσιν ἀθιβολὴν  μαλνουν;……..

καὶ οἱ ἄλλοι μεσιτεουσιν  ἤ χρια τους μαλνουν.

Ἀμμ’  ὅντε  πιοῦσι τὸ κρασν, ὡσὰν ἒν μαθημνοι

μὲ πελατκια καὶ ραβδιὰ καὶ ξεμαχαιρωμνοι ,

πληγνονται καὶ χνονται, διατ οὐδὲν κατχουν ,

καὶ ὅπου ἠμπορεῖ ὀλιγτερα , ὅλοι εἰς ἐκεῖνον τρχουν.

Ἀπὴν  διαβῇ  τὸ κμωμα , αὐτοὺς ἂν ἐρωτσῃς,

τεἶντα  ’χαν καὶ μαλνασιν, πολλὰ  ν’ ἀγανακτσῃς˙

διατ δὲν εἶχαν ἀφορμν, ὑπθεσιν  καμμαν

…………………………………………………….

Ττοια εἶνε τῶν χωριατῶν οἱ συντροφιὲς καὶ ἡ τξις

καὶ ἐσὺ Χριστ, ὅπου δνεσαι, ἐσὺ νὰ τοὺς πατξῃς.

Πνει ὁ χωριτης τὰ κρασιὰ τὰ δυνατὰ καὶ ἀκρτα ˙

καὶ ἔχει το διὰ καμριν του, τῆς μεθυσιᾶς τὴν στρτα .

Ἄν ἔρθωμε εἰς τὸν παπᾶν, εἰς τὸν κουρτουρν του,

οὐδὲ ἔχει νοῦ ἐκ  τὴν μεθυσιν, οὐδεὶς εἰς τὴν φορν του .

Ἀμμ ἀγαποῦσι τὰ κρασιὰ καὶ ἔχουν το διὰ τιμὴν τους ,

καὶ μερικοὶ διὰ τὸ κρασὶν χνουσιν τὸ ἐδικν τους  ……

Καὶ ἔρχονται οἱ κακτυχοι καὶ γνονται ρημδιν,

καὶ ττε ἀπομαζνονται  μοῖρα  εἰς τὸ λειβδιν .

ἄλλοι ἀγαποῦν τὸ πλαιμα , ἄλλοι νὰ τραγῳδοῦσιν,

ἄλλοι νὰ παζουν τὲς λακτὲς καὶ νὰ συρνομαδοῦσιν ˙

καὶ νὰ μηδὲν σοῦ φανονται, ἀμμὴ ληστδες εἶναι,

καὶ τραγουδοῦν οἱ ἄτυχοι, ὡσὰν κελαδοῦν οἱ χῆνες.

Τεἶντα καλὸν θωρεῖς  λοιπν, εἶντα παρηγορα

καὶ κθεσαι συνπαρτος  εἰς τοῦτα τὰ χωρα;

Ἄμε  εἰς τὸ Κστρον διγειρε , [καὶ] κατταξαι  εἰς τὴν χραν,

νὰ λεψῃς , κακορρζικε, ἐκ τῆς πτωχιᾶς τὴν ψραν .

Ἔπαρε  φτζιον ἄτυχε, ὡσὰν τὸ πῆραν καὶ ἄλλοι,

καὶ ἂν τὸ κρατσῃς φρνιμα , εἰς τιμν σε θλουν βλει .

Ἐφνη μου ὅτι ἡ τχη μου καλὴν πρταν μου ἀνογει,

νὰ πρω φτζιον νὰ κρατῶ, νὰ λεψω ἐκ τὸ κυνῆγι.

Λοιπὸν ἐξαναγκστηκα καὶ ἦλθα εἰς τὸ Κστρον  πλιν,

ηὗρα τὸν δοῦκα φλον μου, τοῦ Κστρου τὸ κεφλιν ˙

καὶ ἐκεῖνς με ἐσυμβολευσεν καὶ βνει με ἀβουκᾶτο ,

καὶ ὡσὰν καλὸν μοῦ ἐφνηκεν καὶ ἐγὼ ὑποδκτηκ  το.—

Τὸ φτζιον, μοῦ εἶπεν, ἔπαρε, ὡς διὰ νὰ σὲ τιμσῃ,

καὶ ἐξδραμε  καὶ κρτει το καὶ θλει σὲ πλουτσει˙

δὲν ἒν διὰ βλβος  τῆς ψυχῆς ἀμμὴ δι’ ὄφελν σου,

…………………………………………………………

Τὸ φτζιον ἐπαρλαβα μὲ πᾶσαν προθυμαν

καὶ ἐνργουν  το τιμητικ , διχῶς ἀναμελεαν .

………………………………………………………

καὶ φλος καὶ ἀπαρδεκτος  εἰς ὅλους ἐγενμην.

Καὶ ἀρχν ἀρχν  τὸ φτζιν μου μὲ πᾶσαν καλωσνην

τὸ ἔκαμα  καὶ ἐπλρουν μου μὲ πᾶσαν δικαιοσνην.

Καὶ ἄφηνα ἐκ τὸ πλρωμα πολλῶν πτωχῶν ἀνθρπων,

καὶ ἐξτρεχα καὶ ἐβηθουν τους μὲ πᾶσαν δκαιον  τρπον.

Καὶ δδασ μου πλρωμα  καὶ ἐγὼ ἀπηλγιαζ το ,

καὶ εἰς τὴν ἀγπην τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖ ἐλογριαζ  το.

Καὶ ἐλγασι οἱ συντρφοι μου, Διατ οὐδὲν ἐπαρνεις,

ἀμμὴ κολζεσαι  εὔκαιρα  καὶ δωρεὰν  κοπιζεις.

Καὶ ὡς διὰ τὸ πλρωμα καὶ σὺ, ὡσὰν  τὸ παρνουν ὅλοι,

καὶ ξτρεχε τὸ φτζιν σου καθημερνὴ καὶ σκλη .

Τὸ φτζιον τὸ ἐπαρλαβες, ἄν θλεις νὰ κερδανῃς ,

πσχε  καὶ πλοσιους καὶ πτωχοὺς πντας ναὶ τοὺς ἐγδρνῃς .

Ἔπαιρνε ἀπ’ ὅλους πλρωμα, κμε καλὸν σακκοῦλιν ,

καὶ πντα ἀπὸ τὰ κανσχι σου πμπε εἰς τὸν φρον πολιε .

Διὰ τὸν ἐμαυτν σου μζωνε , καὶ καλὸν θλει σ’ ἔβγει,

καὶ ὅπου σε θλει δωριαν , δχνε  τον καὶ νὰ φεγῃ.

Ἀπ’ ὅλους ζτα καὶ ἔπαιρνε πντα τὸ πλρωμ σου

……………………………………………………….

Ἐπὴν  δὲν εἶσαι κανενς, Σαχλκη, κρατημνος ,

ὅντε  δουλεεις  ἄνθρωπον, ἄς εἶσαι πληρωμνος.—

Καὶ ἐγὼ διατ ’μουν ’ς τὴν ἀρχὴν, εἰς τὸ φτζιν μου ἐμπασμνος

ἀλλὰ (ἀκμη) εἰς τὴν κλεψιν, οὐδὲν ἤμουν μαθημνος,

ἐκεῖ ἔστεκα καὶ ἐθερουν  τους, ὡσὰν  λυσσρους σκλους,

νὰ γδρνουσι καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ συγγενεῖς καὶ φλους.

Ἐθρουν [τους] καὶ διὰ λγου τους  εἶχα ἐντροπὴν μεγλη,

καὶ νᾆπες, [ὅτι] ἔκλεψ τινος καὶ ἡ ποῖν  με προβλλει .

Καὶ ὡσὰν (ἀρχὴν) ἐμπῇ κανες, νὰ πᾷ νὰ ταξιδεσῃ,

καὶ μὲ ἄλλους νπτες  γροντες ἐσμσῃ  καὶ διαμψῃ ,

οἱ νπτες τρῶν καὶ πνουσιν, γελοῦν καὶ τραγουδοῦσι,

καὶ εἰς τὸ καρβιν τρχουσιν, ἐδῶ καὶ ἐκεῖ πηδοῦσι,

καὶ ἐκεῖνοι ὅπου εἴνιε  ἀμθητοι κοτονται  σκοτισμνοι ,

ξερνοῦν καὶ πλιν θτουσιν  ὡσὰν ἀρρωστημνοι,

ἐδτης  ὡς πρωττερα ἐλγα καὶ ὡμιλοῦσαν ……………

καὶ ἐγὼ ἔστεκα καὶ ἐθερουν τους, ὡσὰν ξνον παραμθιν .

Ἐντρπομου  νὰ τοὺς θωρῶ, ἀνθρπους νὰ πειρζουν

καὶ ἐκεῖνοι τὰ μαζνασιν , ὡσὰν κλπτες νὰ μερζουν  …….

[καὶ ἐκεῖνοι τὰ μαζνασιν] καὶ ἐγὼ ἐθερουν κ’ ἔσχουν .

Καὶ ἀρχὴν ἀρχὴν ἠθλησα τὸ φτζιον νὰ τὸ ἀφσω

καὶ ἔλεγα, εἰς τσην ἀδικιὰν κρδος οὐκ ἐψηφσω .

Καὶ πλιν ἐξαδιγερνα  καὶ λγω πρὸς ἐμναν:

Ἂς τὸ κρατῶ  τὸ φτζιν μου, καλὰ καὶ ἐμπιστεμμνα.

     Ο ποιητς περιγρφει την ανντιμη συμπεριφορ των δικηγρων απναντι στους φτωχος πελτες τους, παρομοιζοντας τη στση τους με αυτ των ναυτν.

Λοιπὸν ἐγνουμου καὶ ἐγ, ττοιος ὡσὰν τοὺς ἄλλους

καὶ κρφωσα εἰς τὰ μτι μου διὰ τὰ δσια  πλους .

Ἔδεσα καὶ τὴν γλῶσσ μου μὲ κανισχου λητριν

καὶ τὰ αὐτι μου ἐστοππωσα  μὲ τοῦ κρδους τὸ λιθριν .

Ὁμολογῶ τὸ κρμα  μου λγω καὶ τὴν αἰτιν  μου,

πολλοὶ ἂς τὴν ξερουν φανερὰ καὶ ἐμὲν τὴν ἁμαρτιν μου.

Ἀλθεια ὡσὰν κατχουσιν , ὅσοι καὶ μὲ γνωρσαν, ……..

ἐγὼ ἔπαιρνα ὀλιγτερον, παροὺ  ἐπαρναν ἄλλοι˙

ἀμμὴ  ὅλους ἂς μᾶς πνξουσιν μὲ τρχινον τζαβλι ˙

ὅτι κανεὶς ἀπ’ ὅλους μας φβον Θεοῦ οὐδὲν ἔχει,

καὶ πντα ἔξοδον  δναται, γυρεει καὶ ἐξετρχει˙

νὰ τζαφαλνῃ  καὶ ν’ ἁρπᾷ , νὰ πσχῃ  νὰ κερδανῃ,

……………………………………………………..

καὶ νὰ τὸ εἰπῶ κοντολογι , ὅλοι οἱ ἀβουγαδοῦροι

ὅλοι μου ἐφνησαν ἐμν, παγκλπτες  καὶ γαδροι .

Ἄκουσε (πλι?) νὰ σοῦ εἰπῶ, τὸ τ βουλὴν κρατοῦσι ,

καὶ εἰς τ νοῦν , εἰς ποῖον σκοπν, καὶ στρταν  περπατοῦσιν.

Εἰς τὴν ἀρχὴν εἰς μιὰν ὀμνεῖ , νὰ κμῃ  ἐμπιστευμνα

εἰς τὸ καπιτουλριν του, τὰ  ἔχει ἡ αὐθεντιὰ ὀρθωμνα .

Καὶ νὰ εἶπες [ὅτι] ὅρκον ἔκαμε, ὅ,τι ἔνε ἐκεῖ γραμμνο

νὰ μηδὲν  κμῃ τποτες, ὡσὰν ἐκεῖ λεομνο˙

ἀμμὴ ὅλον τὸ ἐξανστροφον  νὰ κμῃ, νὰ κερδσῃ,

πιστεει καὶ τὴν αὐθεντιν, τὸν ὅρκον νὰ γελσῃ .

Δουλειν, κανσκι ἢ ἐγγαρει , οὐδὲν ἔνε κρατημνος

νὰ ἐπρῃ ἀπὸ ἄνθρωπν τινα, καὶ ἤτις  ἔνε ὀμοσμνος .

Ἀλλὰ ποτὲ δὲν ὁμιλεῖ διχῶς καλὸν κανσκι.

ἄν ἔνε καὶ θωρῇ ἄνθρωπον νὰ ππτῃ  νὰ ἀποθνσκῃ.

Καὶ ἄν ὁμιλσῃ μιὰ φορ, ἀλλὰ νὰ δευτερσῃ

διχῶς καλὸν κανσκευμα , διχῶς νὰ τὸν πληρσῃ;—

Ἄν ἒν καὶ συγγενεγει τον, νὰ εἶπες δὲν τὸν γνωρζει,

καὶ ὡσὰν  σιμσῃ  πρὸς αὐτν, αὐτὸς ἀποχωρζει .

Ἄν τοῦ μιλῇς δὲν σοῦ μιλεῖ, καὶ οὐδὲν σου ἀπηλογᾶται ,

εὑρσκει χρια  ’θιβολν , ἀλλοῦ τὴν διηγᾶται.

Ὅ,τι τοῦ εἰπῇς οὐδν σου ἀκοει, νἆπες, ὅτι ἐβουβθη

οὐδὲν ἔχει ὀμμτια ν σε δῇ, νἆπες ὅτι ἐτυφλθη.

Ἂν ἔνε καὶ ἀκοσῃ σου, ὅταν στραφῇ καὶ δῇ σε,

……………………………………………………….

Καὶ σκοτεινὸν ἀνβλεμμα , νὰ δεχνῃ μανισμνος ,

ὡσὰν νὰ τοῦ ἔκαμνες κακν, νὰ σοὖτον  ὠργισμνος.

λγει του, καλὲ ἄνθρωπε, ἔλα εἰς ὥραν ἄλλη

καὶ τοτην τὴν ὑπθεσιν θλεις τὴν ἀνθιβλει ˙

δὲν ἒν καιρὸς  νὰ αὐκραστῶ ἐδᾶ  τὴν ὁμιλιν  σου,

ἄμε  καὶ ἀλλτες  διγειρε , νὰ ὀρθσω  τὴν δουλειν σου.

Ἄν ἒν  καὶ κανισκψῃ  τον, εἰς τὸ δευτρωμν  του

πρθυμα καὶ ὀρεκτικὰ  ὑπγει εἰς τὸ κρσιμν του.

Ἀπὸ μακρεὰ τὸν χαιρετᾷ, καὶ γλυκοσυντηρᾷ  τον,

εἰς μιὰν  τοῦ ἀκοει πρθυμα καὶ καθαρὰ  τηρᾷ  τον,

καὶ καλοσυμβουλεει  τον, γλυκοπαρηγορᾷ  τον.

Εἰς τὴν κρσιν  τὸν ὑποκρατεῖ , μὲ ὅλην τὴν δναμν του

εἰς δκαιν του καὶ ἄδικον καὶ βλπει τὴν τιμν του.

ΣΑΤΥΡΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

1ον Ο Ζαριστς ( απσπασμα )

Δετερον συμβουλεω σε τα ζρια να μισσεις
και δι' αυτ την χερα σου ποτ να μη τη σεσης.
Οργσου των των αζαριν, απ τον νουν σου ας βγουν,
τι π' αγαπον αυτ της ατυχις δουλεγουν.
Δεν χει νουν ο ζαριστς, γυρζει σκοτισμνος,
δεν χει χρσιν τιμν, αμμ' εναι ντροπιασμνος.
Αλλο ερημιν επεθυμ, αλλο θε να πτωχνη,
τα ξνα ροχα 'ργεται, και τα δικ του χνει.
Ο ζαριστς οργεται πντα να ζητιανεγη,
και μ' αδικιν ψηλοκοπ πντα να μηχανεγη,
ο ζαριστς αγανακτ, θυμνεται, μανζει,
την πστιν του και τον Χριστν και τους αγιος υβρζει.

Ο ζαριστς ουδν ψηφ, αν εν και ομση ψμαν,
υμνε και πντ' αφιορκ το δολερν του στμαν,
κι επεθυμ <ο> κακτυχος με ξνα να πλουτση,
κι εκενος απ την πτωχειν πολλ θα 'γανακτση.
ταν δεν χη ο ζαριστς, τα ροχα του μαχεγει,
και παζει τα, και χρενεται, κι απ την χρα φεγει.
Αμμ ταν κτση τυχος και παξη το δικν του,
τα ροχα και δηνρια του, κι λον το σπιτικν του,
δχω να φα, δχως να πι, κθεται χορτασμνος,
με την χολν του παιγνιδιο εναι θεραπαμνος,
και μερονκτιν κθεται, ν 'πες τι εν' δεμνος,
ν 'πες τι εκαρφσαν τον και στκει καρφωμνος.

ταν κερδση ο ζαριστς 'ς τον νεμον σκορπζει,
κι,ουδν πιστεει ο τυχος, ουδ ποτ του ελπζει,
τι τα κρδεσεν γοργν, εγργορα τα χνει,
και γνεται παντρημος. Τλεια να πτωχνη
θλεις ιδε τον ζαριστν κι αν εν και χη χρσιν,
κι αν χη πρπυρα πολλ, κι χη λογριν βρσιν.
Τρα κομματσολια κκκαλα ν 'χουν κουκοδια μαρα,
τον βνουσιν τον ζαριστν εις την ιστιν και λαρα,
κυλε τα <ο> κακορρζικος κι αδνατα τ' αμπθει,
και γνεται παντρημος κι εκενος δεν το γνθει.

Κυλε τα ζρια ο ζαριστς και 'δρνει σαν να σκφτη,
χνει ψυχν και το κορμν και τα παιδι του βλφτει.
ταν κερδανει ο ζαριστς, πολλο τον συντροφιζουν,
αμμ ταν χνη αφνουν τον, κι ουδν τον ανεμνειζουν.
Κι ταν κερδση μιν φορν, χνει απ' οπσω δκα,
και των παιδιν του οργζεται και δρνει την γυνακα,
και γδνεται κακτυχος ν' αναπαυτ 'ς το στρμαν,
ν πες τι εστρσαν του γκαθας με το χμαν.
Ο ζαριστς οργεται να κτση 'ς το παιγνδιν,
τα κοκκαλκια να κυλ 'ς το μαγληνν σανδιν.

''Κερδανω'', ''χνω'', μοναχ εν λη του η ομιλα,
και φανετα του νστιμος η ττοιανα δουλεα.
Και καεται κακτυχος κι εκενος δεν το γνθει,
κι αφο τονε ρημξουσι εττες μεταγνθει.
Πολλο απ βιν του παιγνιδιο απγασιν κι εκλψαν,
κι ευρκασιν κι επισαν τους, 'ς την φορκαν τους επψαν.

Θλεις να δης 'ς τον ζαριστν να καλν σημδιν;
Οπ 'ναι πλα μστορας, νεν και πλα ρημδιν.
Κυλε τα ζρια ο ζαριστς και τβλες παζει ομδιν;
Εττες γνεται πτωχς, τλεια ερημδιν.
Ο μστορας ο ζαριστς θλει να προφητεη,
και μ' αδικιν ψηλοκοπ πντα να μηχανεη.
Τες εσοδις και πραγματεις σες κι αν χει τρω τες,
και τα παιδι του πινουσιν των Χριστιανν τες πρτες.
Ο μστορας ο ζαριστς πιστεει να ευγατση,
και με το κρδος το κακν ελπζει να πλουτση.
Κ' εκενος μα την μοζαν του, και την κακν του μοραν
τα ροχα του 'νεν τσαλα και γμουσιν την ψεραν.

Ο λογισμς του παιγνιδιο ωσν εχθρς τον βιζει,
το πργμαν και τα ροχα του <'ς> δηλα τα ξοδιζη,
κι αγανακτ την μοραν του και κλα το ριζικν του,
το πως εκτσεν τυχος, κι χασε το δικν του,
κι ανεθυμται τες βολς οπο τον επτωχναν,
και λγει : ''Εξυγανεσαν με και δι' αυτ εχνα,
αν εχαν λθει νδεκα 'ς την εδικ μου χραν,
εκρδαινα τα πρπυρα κ' εχα καλν ημραν.
Επτ 'θελα και δδεκα κ' ηλθε μου τρνον κι σσο,
τα ζρια μο λεγαν κακν, κι ανκειτο να χσω,
απ δεκξη το κρατε, 'ς την κα πντ' αλλ' σσο,
χασα τα δηνρια μου, και πλιν ας γελσω''.

Κ' εκενον οπο εκρδεσε, εκενον πλι ψγουν,
ουδν κατχει τες βολς των αζαριν, να λγουν,
σχημα σει την χραν του, ρκτει τα σαν ψημνος
,κι ουδν κατχει τβοτας, δεν νε μαθημνος.
Και ττε λγουσιν γι' αυτν, ''φες να ρθ και εις λλη'',
κ' εκενος εγλυκθηκε κι απ' εκατν να βλη,
σα κι αν μας εκρδεσε διπλ τα θλει χσει,
ρημον να τον κμωμεν, κι λα να τα ξερση.
Και ν' βρουν πρωτοζαριστν και να τονε μπερδσουν,
να τοσε βγλη το ταβλν κι εμπρς του να το θσουν.
χασαν τα δηνρια των,τα ροχα των μαχεσαν,
κι απ τα ζρια εγρθησαν ρημοι και μισσεσαν,
κι αν χσουν δεν παιδεουνται, θλουν να κδικαιωθοσιν,
και πλιν να διαγερουσιν κ' εις το τβλι να ελθοσιν,
θωρντα να κερδσουσιν χασαν τι εχαν,
και ει τι τους απμεινεν ουδν αξζει τρχαν.

Ο ζαριστς καθημερνς δι κρδος χει θρρος,
κ' εκενος απ' την πτωχειν χει μεγλο βρος.
Το κρδος που πεθυμ, ουδεν το πιτυχανει,
και πντοτε εις τον χαμν καθημερνως πτωχανει,
πιστεει να ναι φρνιμος κ' εκενος εν βουβλι,
το νουν του και το πργμαν του 'ς τα ζρια να το βλη.
Με τ' αριον με το σμερον θαρρε για να πλουτση
<μα> σπτια απ τα ζρια ποτ δεν θλει κτσει,
μμε να χη τποτες πργμα να το πουλση,
το σπτιν του, το χειν του, λον να το ποντση.
Εδες το ψριν πως αρπ 'ς το πλαγος την ψχα,
μμ' αποπσω ππτουν το τ' αγκστρι με την τρχα.

τσι το κμνει ο ζαριστς, ταν κερδση ολγον,
στερον παρνει ''τργουσα'' και πνον με το ργον.
ταν πιστεση ο ζαριστς, και κτσεν εντυμνος,
εγρθηκεν ολγυμνος και παραπονεμνος,
εις το παιγνδιν του θαρρε, 'ς τον νεμον ελπζει, 
κ' εις τακαιρα κ' εις τ' δηλα το πργμαν του σκορπζει,
σο που χνει ο τυχος, πλιτερα πεισματνει,
κι αν αμαχεση ροχα του, πλον δεν τα γλυτνει.
Ο ζαριστς εσμγεται με σντροφον, με φλον,
και να κερδση πεθυμ κι αρσσει σαν τον σκλον.
Ειδωλολτρης γνεται, να ζρια να εορτζη,
και ν' ατιμζη τον Θεν, τον δαμονα να κρζη,
κι αν χει κριν και γονεν, εχσε την ευχ του,
χασε και το πργμαν του, χνει και την ψυχν του.
Θωρες, υι μου Φρατζισκ, τα κμνει το παιγνδιν,
τα κοκκαλκια τα μικρ 'ς το μαγληνν σανδιν.

Λοιπν, παιδ μου, πρεπεν να τ' απολησμονσης,
αν θλης την καλν ζων να την αποκερδσης.
φες και τες πολιτικς, μσησε και τα ζρια,
της νκτας τα γυρσματα, την πελελν αγγρεια.

2ον Η Πολιτικ (πρνη) (απσπασμα)

Κρυφ γαμιται η πολιτικ, εδ και κει που θλει,
και φανεται της νστιμον σαν ζχαρη και μλι.
Μετ χαρς η πολιτικ θλει κρυφ γαμσι,
στε ν' αποδιαντραπ, στε ν' αποκινση,
και ποιος την κρατε κρυφ, βιζεται να του παρνη,
ροχα και μπτες και φελλος και ψονια να της φρνη.
και πριν να την αφσει αυτς, λλον γυρεει νβρη·
και παρνει τοτον σμερον και εκενον χει αρι.
Η πολιτικ τον κπελον τον θλει να γελση,
την ψιν και την γνμην της λη της την αλλσσει.
φιλε, περιλαμπνει τον, στα στθη τον μαλσσει
και κμνει τον ολχαρον, και κμνει να γελση,
και λγει του: «Ομμτια μου, ψυχ μου και καρδι μου,
απαντοχ, ελπδα μου, θρρος, παρηγορι μου»,
και δεχνει και ζηλεει του τι λλην καχαν χει,
και ως δια να δεχνη τι αγαπ, ψματα τον ελγχει·
και αλ τον ερη πελελν και βλη τον σ' αγπη
και απ πολλς του πελελις εκενος εξετρπη,
και τρω τον και ρημσσουν τον και χνουν την ζων του·
ο που πιστεει πολιτικς χνει και την τιμν του.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers