-


Dali &









/




 
 

 

' :

 

    

     Ο «Πωρικολγος» εναι σντομο πεζ κεμενο της βυζαντινς ρητορικς, γνωστου συγγραφα, με ευτρπελο περιεχμενο, που περιγρφει μια δκη λαχανικν και παρωδε τη δικαστικ διαδικασα, τη λγια γλσσα της βυζαντινς αυλς, των στερων βυζαντινν χρνων και τις στερετυπες εκφρσεις της. Η χρονολγησ του τοποθετεται μεταξ 13ου-14ου αινα, (Beck 1999, 278· Λεντρη 2007, 1902), διαβστηκε ευρως και μεταφρστηκε σε πολλς γλσσες.
     λα τα πρσωπα του ργου εναι φροτα που κατχουν αξιματα της βυζαντινς αυτοκρατορικς αυλς. Το Σταφλι παρουσιζεται στον αυτοκρτορα Κυδνι, που περιβλλεται απ πληθρα φροτων-αξιωματοχων: απ τον κασαρα Φυστκι, τον πρωτονοτριο Απδι κι λλα. Το Σταφλι καταγγλλει διφορα λλα φροτα ενπιον του αυτοκρτορα και τα κατηγορε για εσχτη προδοσα. Ττε συγκαλεται δικαστριο που αποδεικνονται ψευδες κι ανυπστατοι οι ισχυρισμο του Σταφυλιο. Ο αυτοκρτορας οργζεται και καταριται το Σταφλι να κρμεται απ δντρο, να πατιται και το αμα του να πνεται απ τους ανθρπους, μχρι να τους μεθσει και να τους φρει σε δειν κατσταση.
     Πρκειται για να πολυεππεδο κεμενο κι επιδχεται διαφορετικς ερμηνεες, ανλογα με την οπτικ γωνα του εκστοτε μελετητ. Με τη μορφ της  παρωδας ενς δικαστικο πρακτικο, σατιρζονται οι γραφειοκρατικο μηχανισμο του Βυζαντου αλλ κι οι πομπδεις -κι νευ περιεχομνου πολλς φορς- ττλοι και τελετουργικ της βυζαντινς αυλς. Το κωμικ στοιχεο ενισχεται απ τη δυσαρμονα που επιτυγχνεται απ τη χρση της νομικς ορολογας παρλληλα με τη μεταφορ της δρσης στον κσμο της χλωρδας (Winterwerb 1992, 56), εν στο τλος του υπρχει ν ηθικοδιδακτικ κομμτι, που ο συγγραφας καταφρεται, με πιο κι ανλαφρο τρπο, εναντον της υπερκατανλωσης του κρασιο και των αρνητικν συνεπειν της μθης, χωρς αυτ να αποτελε κι αποκλειστικ στχο του κειμνου, κτι που γνεται φανερ απ το ευτρπελο κι ανλαφρο φος του χωρου αλλ κι απ’ τη συντομα των εκφρσεων.



     Σχετικ με την πιθαντητα παρξης κποιου πολιτικο στχου, το πολυεππεδο νημα του κειμνου θα μποροσε να ερμηνευθε ως σκπιμη ενργεια του συγγραφα, προκειμνου να μετρισει την οξτητα της κριτικς προς ορισμνα πρσωπα και με αυτ τον τρπο, ν’ αποφγει τιμωρα. Παρ’ λ’ αυτ, σες υποθσεις χουνε διατυπωθε προς τα ‘κει δε φανεται να επιβεβαινονται. Αντθετα, η αλληγορα, η αμβλεα κι ανδυνη στιρα, αλλ και τα παιδευτικ στοιχεα του κειμνου, το διαφοροποιον απ τους λιβλους της περιδου 15ου-20ο αι., που στρφουνε τα αιχμηρ βλη τους σε συγκεκριμνα πρσωπα και καταστσεις (Κεχαγιγλου 1999, 16).
     Ο «Πωρικολγος» φανεται ν’ αποτελε απλς ρητορικ γμνασμα παιχνδι που δεν χει συγκεκριμνο στχο, αλλ, ακμα κι αν σχυε το αντθετο, εναι αδνατο για τον σγχρονο μελετητ αναγνστη να κατανοσει το υπβαθρο και τις συσχετσεις που στοιχειοθετονε, δνουν νημα και κωμικ χροι στη στιρα. Συσχετσεις απ τη φση τους ευμετβλητες και πλον οριστικ χαμνες.
     Απ την λλη, ορισμνοι μελετητς (Ζρας, Knöss) υποστριξαν τι το κεμενο λειτουργοσε ως μνημοτεχνικ βοθημα για τα φυτ, τους καρπος και τα χαρακτηριστικ τους, κτι που η Winterwerb (1992, 57) αναφανδν απορρπτει, επισημανοντας την απουσα εκτενος περιγραφς των φροτων σε αρκετ χειργραφα.
     Το κεμενο απαντ στα χειργραφα με διαφορετικος ττλους, πως Τα καταλγια του ΠωρικολγουΔιγησις του ΠωρικολγουΟ οπωρικς στχος, και σε βενετικ ντυπα: Ονομασα με συντομαν ωρααν λων των οπρων. Σε αρκετ χειργραφα το κεμενο παραδδεται χωρς ττλο, κτι που εναι ενδεικτικ της υποβθμισης της σημασας του αναφορικ με τη ταυτοποηση του κειμνου, αλλ κι εξυπηρετε τη δυναττητα για παρμβαση του εκστοτε αφηγητ επεξεργαστ. Ο ττλος, λοιπν, μπορε να προσαρμζεται στο εκστοτε κοιν προσελκοντας το ενδιαφρον του (Winterwerb 1992, 58).
     Διασζεται σε πολλ χειργραφα -περπου 20, χρονολογημνα στη μακρ περοδο 15ου-19ου αι.- και σ’ ντυπες εκδσεις. Εναι φανερ τι πρκειται για πολ αγαπητ κεμενο, που δχτηκε επεμβσεις, διασκευς αλλ και μεταφρσεις, σε βαλκανικς γλσσες και στα τουρκικ. Σε μμηση του «Πωρικολγου» γρφτηκε το, επσης πολ αγαπητ, κεμενο «Οψαρολγος», που μλιστα στη σγχρονη εποχ χει εκδοθε μαζ με αυτν, προφανς για συγκριτικος λγους, απ τη Winterwerb (1992). Απ τις υπλοιπες κριτικς εκδσεις του πους στηρζονται σε διαφορετικος κθε φορ χειργραφους αλλ κι ντυπους μρτυρες πολκλαδης παρδοσης του κειμνου, μνημονεουμε καταρχς αυτ του Wagner (1874) με βση τον περφημο θεολογικ κδικα 244 της Βιννης και παραλλαγς μιας βενετσινικης κδοσης του 1744, που αποτλεσε λλωστε και τη πηγ για ν’ αντληθονε τα ανθολογομενα αποσπσματα εδ, ακμη, τη παρουσαση του Παπαδπουλου-Κεραμα στο περιοδικ Byzantinische Zeitschrift το 1911 και, τλος, εκενη του Ζρα (1958), ο οποος εκδδει 3 νες παραλλαγς.

========================================

                                                          Ο Πωρικολγος

Βασιλεοντος τοῦ πανενδοξοττου Κυδωνου καὶ ἡγεμονεοντος τοῦ περιβλπτου Κτρου, συνεδριζοντος δὲ Ῥῳδου τοῦ ἐπικρνη, Ἀπιδου τοῦ πρωτονοταρου, Μλου τοῦ λογοθτου, Νεραντσου τοῦ πρωτοβεστιαρου, Ῥοδακνου τοῦ πρωτοσττορος, Δαμασκνου τοῦ πρωτοβελλισμου, Πιστακου τοῦ κασαρος, Λεμονου τοῦ μεγλου δρογγαρου, Κουκουναρου τοῦ ἐπικρνη, Μοσχοκαρυδου τοῦ μεγλου ἄρχοντος, Μουσπολου, Σορβου, Σκου, Βατσνου, Τζιντζφου καὶ Κερασου, τῶν γραμματικῶν· αὐτῶν δὲ παρισταμνων παρστη καὶ ἡ Στφυλος ἀναγγλλουσα ταῦτα:

« δσποτα βασιλε Κυδνιε, γνωστν στω τς γας σου βασιλεας, τι πρωτοσβαστος Πιπριος μετ Κυμνου το κμητος κα Θρμπου το πρωτοσπαθαρου, Καναβουρου το μεγλου ρχοντος, Κανου πρατοκτορος, Δισικαμνου, Προνου τε κα Βατσνου, [κα τν σν πραγμτων καταφρονοσι], Τζιντζιφορεβθου τε κα νακακβου, Βραβολου τε κα Κουμρου, Κρανου τε κα Βαλανου τν νυμνητων, νθου τε κα Μαρθου, Κολινδρου κα Δενδρολιβνου, κα τν σν προσταγμτων καταφρονοσιν κα κατ τς βασιλεας σου τοπα πιτηδεουσιν, δσποτα βασιλε Κυδνιε».
ἀκοσας δὲ ταῦτα ὁ βασιλεὺς Κυδνιος καὶ θυμοῦ πλησθεὶς ἔφη πρὸς αὐτν:
«χεις μρτυρς τινας»;
ἡ δὲ ἔφη:
«να, δσποτα βασιλε Κυδνιε, χω λααν τν κυρ γουμνην, Φακν τν κυρ οκονμισσα, Σταπδα τν κυρ καλογρααν· χω βιθον τν κουκουβαομτην, Φσουλον τν κοιλιοπρστην κα μαυρμματον, Κρκον τν αματοδχον κα πνευματμαχον, κα Λθυρον τν κφαλον».
Εὐθὺς δὲ ἐξεπδησε καὶ ὁ κριος Κρομμδιος μετὰ κκκινης στολῆς δισντυτος, τρισντυτος, τὸ γνειον αὐτοῦ χμαι συρμενον, καὶ μετὰ δριμεας χολῆς τοὺς λγους τοτους πρὸς τὸν βασιλα ἀπεκρνατο:
« δσποτα βασιλε Κυδνιε, μνω σε οτως· μ τν δελφν μου Σκρδον κα τν ξδελφν μου τν Σινπη, κα νεψιν μου τν επνην, κα συμπθερν μου Πρσον τν μακρυγνην, κα θεν μου τν Κρδαμον τν δριμτατον πνυ, κα υν μου τν Ταρκν, κα Γογγλην τν δετερν μου υν, κα μ τ νηθομαλαθρκουκα  τος συγγενες μου, ες τοτους λους σ μνω, δσποτα βασιλε Κυδνιε, τι ψεδος νγγειλε Στφυλος πρς τν βασιλεαν σου, δσποτα βασιλε Κυδνιε».
ὁ δὲ βασιλεὺς Κυδνιος ἔφη πρὸς τοὺς παρεστῶτας:
«Σεβαστ Μαρολιε, Φργιε πρωτοσπαθριε κα ντδιε πρωτοκαθμενε το βισταρου, κα παρχον Χρυσολχανον, Σπνιε κουροπαλτη, κα Σεκλε κοντσταυλε, Γλιστρδα τε κα κουδομεντε, κα Δακο κα Σλινε, ο κα τς ββλους κρατετε, κρνατε πρς αυτος καθς κριος Κρομμδιος πεφθγξατο τ κτινος  ψευδ».
οἱ δὲ εἶπον:
« δσποτα βασιλε Κυδνιε, τν δικααν κρσιν θλομεν, κετεομν σε το προστξαι λθεν τος ρχοντας κα γεμνας».
προστξαντος οὖν τοῦ βασιλως καὶ εἰσελθντων τῶν ἀρχντων, παρστανται καὶ οἱ μετ’ αὐτῶν βραγγοι, ὁ Καρδις τε καὶ ὁ Κστανος καὶ ὁ Λεπτοκρυος, ὁ Φοινικς τε καὶ ὁ Πιστκιος, ὁ Βερκοκκς τε καὶ ὁ Λουπινριος καὶ ὁ Κολοκνθιος καὶ ὁ Σμιλκιος, Λαγινδις τε καὶ ὁ Μανιτριος, ὥσπερ καὶ ἀληθεῖς μρτυρες, ὁ δὲ τοῦ φουστου κριτὴς ἱλαρτατος ὁ γρων Ππων, Τετργγουρος ὁ σακελλριος, Ἀγκινρα καὶ Μελιτσνα ἡ ἀκανθῤῥαχος καὶ κακοθερητος, καὶ κρναντες τὸ ἀληθς. ἐκθισαν γοῦν τοῦτοι οἱ ἄρχοντες ἐπὶ θρνου καὶ ἐξταξαν ἀκριβῶς τοτους, ὡς καθὼς τοὺς ὥρισεν αὐτοὺς καὶ ἀπστειλεν αὐτοὺς νὰ ἐξετξουν ὁ αὐθντης ὁ βασιλεὺς Κυδνιος. λοιπὸν οὐδὲν ἐπαρκουσαν τὸν ὁρισμν του, ἀμμὴ ἐδιβησαν καὶ ἔκριναν αὐτοὺς καὶ ἐγρευσαν τὸ τνος ἒν τὸ δκαιον, ὡς φρνιμοι. λοιπὸν ὡς καθὼς λγους ἐξταξαν ἀκριβῶς καὶ εἶδαν τς ἔναι ψεστης, ἢ ὁ Κρομμδιος ὁ κοκκινοφρος ἢ ἡ Στφυλος ἡ μαυροφρος, καὶ ὡς εἶδαν ἀκριβῶς οἱ κριταὶ, εἴδασιν καὶ εὑρκασι καὶ ἔκριναν τὴν Στφυλον ὡς ψευδν, ὦ βασιλεῦ Κυδνιε. ἡ δὲ Στφυλος ἀναγγλουσα πλιν δετερον ψεῦδος ὡς ἀδιντροπος πρὸς τὸν βασιλα ἔφη:
« δσποτα βασιλε Κυδνιε, οδκινος περσικτατος χει τ βλος ατο κονημνον να θσ π τν τρχηλν σου. δ θεος Ππων χλεμπονασε κα πρστη κα ατς παρελθη κα πὸ φλεγμονς χασκεν, κα τρχει γαστρα ατο σω».
ττε ὁ βασιλεὺς Κυδνιος ἀπεκρνατο μὲ μαναν μεγλην καὶ μὲ θυμὸν ἐκατηρθη μεγλως  τὴν Στφυλον, ταῦτα λγων ὁ βασιλεὺς Κυδνιος:
«ἐὰν ψεδος λλησας πρς τν βασιλεαν μου, τατα σο καταρμεν, Στφυλος ψετρια, κα καταρ σε ν πθς κα δδω πφασιν ν τχς πντοτε· π στραβο ξλου κρεμασθς, π μαχαιρν κοπς, π νδρν πατηθς, κα τ αμ σου ν πνουν ο νδρες ν μεθοσιν, ν μηδν ξερουν τ ποιοσιν, κα ν λγουν λγια κλωθογριστα, σταλα-πταλα, ς δαιμονιζμενοι π τ αμ σου, Στφυλε, κα π τοχον ες τοχον ν μηδν ποβγανουν, κα π φτνην ες φτνην ν παραδρνουν, ς νος ες τ λιβδιν ν κυλωνται, κα κωλοθας  ν κροσιν ες τ πλματα, κα ν κοιμνται ες τς μνας  κα ν μπηλνωνται, χοιρδια ν τος ναμυτζουν κα κταις ν τος γλφουν, κα τ γνει των ν ξερσουν, κα ρνιθες ν τος τσιμποσιν, κα τοτοι ν μηδν γνθουν κ τ αμ σου, Στφυλε ψετρια».
ἐτοῦτα γοῦν ἐκατηρθην ὁ βασιλεὺς Κυδνιος τοῦ Στφυλος διατ ἐλλησε ψεῦδος ἔμπροσθεν τῆς βασιλεας του.
εὐθὺς οὖν εἶπον οἱ ἄρχοντες:
«ες πολλ τη, δσποτα βασιλε Κυδνιε, ες πολλ τη, τι σ πρπει τ βασλειον, ς εγενικς ντως λων.
μν».

======================================

                                                            Ο Οψαρολγος

     Ο «Οψαρολγος» εναι να σντομο πεζ κεμενο με ευτρπελο περιεχμενο, γραμμνο γρω στα τλη του 14ου στις αρχς του 15ου αινα. Περιγρφεται μια δκη ψαριν και παρωδεται η δικαστικ διαδικασα, καθς και η λγια γλσσα της βυζαντινς αυλς με τις στερετυπες εκφρσεις της. Αν και σθηκε σ’ να μνο χειργραφο, οι μεταφρσεις του σε λλες γλσσες δεχνουν πως υπρξεν ιδιατερα αγαπητ.
      Πρκειται για σνθεση μεταγενστερη του "Πωρικολγου", που ανεπιτυχς μιμεται. Τα κεμενα αυτ εντσσονται στις ευτρπελες και σατιρικς διηγσεις που αντλον τα θματ τους απ το ζωικ το φυτικ βασλειο. Ο ττλος σημανει «Ο ειδικς στα ψρια» «Διγηση σχετικ με ψρια» και βρσκεται σε αναλογα με ττλους ργων αγαπητν στον κσμο της εποχς, πως ο "Φυσιολγος", ο "Πωρικολγος" κι ο "Πουλολγος" (Krumbacher 1903, 147).



     Η υπθεσ του σκιαγραφεται ως εξς: στην αυλ του βασιλι Κτους εμφανζονται η Συναγρδα και η Λαβρακτουρνα, οι οποες κατηγορον τον Τζρο τι λαμβνει μρος σε συνωμοσες εναντον της βασιλεας. Ο βασιλις αρχικ δε θλει να πιστψει τις κατηγορες, αλλ απ τη κατθεση του μαυροντυμνου Ομδιου προκπτει τι αυτς εναι αληθες. Ττε ζητ απ επιτροπ αξιωματοχων να αποφανθε -δυστυχς για τον Τζρο το πρισμα εναι αρνητικ και τιμωρεται με το κψιμο της γενειδας του. Ο βασιλις Κτος με οργ τονε καταριται να μη γλιτσει απ καννα κακ και τα μλη της αυλς το εχονται υγεα και μακροημρευση.
     Στο κεμενο εναι σαφς το σατιρικ στοιχεο κι η διθεση διακωμδησης των τυπικν της βυζαντινς αυλς, κτι που επιτυγχνεται με την απαρθμηση πολλν απ τους πομπδεις ττλους των αξιωματοχων. Η βυζαντιν γραφειοκρατα και τα δσκαμπτα τελετουργικ της αυλς, με τα ποικλα αξιματα χωρς αντκρισμα, εναι παροιμιδη. Το κεμενο αντιμετωπζει κριτικ και δηκτικ τα κοινωνικοπολιτικ πργματα, αποστασιοποιημνο απ το γγνεσθαι της αυτοκρατορικς αυλς, υιοθετντας μια λακ οπτικ (Κεχαγιγλου 2003, 45-46).
     Στο κεμενο, ββαια, εντοπζονται κι λλα ενδιαφροντα στοιχεα, πως τα ψρια που επιλγονται ως πρωταγωνιστς, κτι που πιθαν να φανερνει και τη σημασα και την αξα που εχαν για τη διατροφ και τη καθημεριν διαβωση των κατοκων της Κωνσταντινοπολης της ευρτερης περιοχς της Προποντδας της Μαρης Θλασσας, απ’ που εικζεται τι προρχεται ο συγγραφας του εν λγω κειμνου (Δανιλ 2007, 1645). Επιπλον, παρχονται ενδεξεις σχετικ με την ασθηση του χιομορ των ανθρπων της εποχς και την καλγουστη στιρα με την οποα εκφρζουν το κοιν ασθημα.



     Αν κι ο Οψαρολγος δεν εχε τυπωθε πριν το 1903, οπτε κι κανε τη φιλολογικ του κδοση ο K. Krumbacher, οι μεταφρσεις του σε αρκετς ξνες γλσσες φανερνουν πως επρκειτο για κεμενο ιδιατερα αγαπητ στον ορθδοξο κσμο. Διασζεται σε να χειργραφο, τον κδικα Ψ IV 22 της μονς Escorial στην Ισπανα κι εκτς απ την κδοση του Krumbacher που στηρζεται η ανθολγηση των ακλουθων αποσπασμτων, υπρχει κι αυτ του 1992 σε επιμλεια της H. Winterwerb.

κεμενο:

     Η δκη των ψαριν χει αρχσει και παρακολουθομε την εξλιξ της στο παρακτω απσπασμα.

ὁ δὲ βασιλεὺς Κῆτος πρὸς τοὺς παρεστῶτας ἔφη·
"Σεβαστὲ Στκε καὶ Θννα καὶ Βσκανε, προκαθμενε τοῦ βεστιαρου, Βαρσαμχουμνε καὶ ἔπαρχε Τοῦρνα, Ὕσκα καὶ Φιλμηλα, Ἀθερῖνα καὶ Τρυγνα, Ῥῖνα καὶ Βτε, οἳ καὶ τὰς ββλους κρατεῖτε, κρνατε πρὸς αὐτοὺς, καθὼς ὁ κρις Ὀμδιος ἐφθγξατο, καὶ ἐξετσετε τὸ ἀληθς".
οἱ δὲ εἶπον·
"Ἡμεῖς, ὦ δσποτα, ἀεὶ τὴν δικααν κρσιν θλοντες λοιπὸν ἱκετεομν σοι τοῦ προστξαι καὶ ἐλθεῖν τοὺς ἄρχοντας καὶ ἡγεμνας".
προστξαντος οὖν τοῦ βασιλως καὶ εἰσελθντων τῶν ἀρχντων παρσταντο γοῦν οἱ νοτριοι καὶ οἱ παρμοναι, ὁ Κουβδις τε καὶ Γαλα, ἡ Ζαργνα καὶ ἡ Ἔκγαρις, ἡ Ἔγραυλη καὶ ἡ Κουτζουρῖνα, ἡ Λακρτα καὶ ὁ Λχνος ‖ τὸ Σκορπδιν, ὁ Ἀντακσκυλος, τὸ Σαυρδιν, τὸ Ἀχλι καὶ ἡ Ὀσμαρδα. καὶ προστξας ὁ βασιλεὺς Κῆτος ἔφεραν τὸν Τζῆρον μετὰ  κλοτζτων καὶ τυμπανιστριῶν, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸν πρατορα Μαζὸν καὶ Τριχον τὸν κμητα καὶ σταθντες εἰς τὸ μσον ὅ τε Τριχος καὶ ὁ Μαζὸς εἶπαν τὸ ἀληθὲς, ὅτι:
"ὁ Τζῆρος παρξυνεν ἡμᾶς".
εἶπε δὲ πρὸς αὐτοὺς ὁ βασιλεὺς Κῆτος·
"Ἀληθῶς εἶπεν ὁ Τζῆρος ὁ λειψαξογγιος, ὅτι ἡ Συναγρδα <καὶ> ἡ Λαβρακτουρνα, ψευδῶς ἀνγγειλαν τὴν βασιλεα σου";
ἔκραξαν καὶ εἶπαν οἱ μρτυρες, ὅτι:
"μᾶλλον ψευδῶς ἀνγγειλεν ὁ Τζῆρος τῇ βασιλεᾳ σου".

      Αφο παρουσιστηκαν και κατθεσαν οι αξιωματοχοι-ψρια, ο αυτοκρτορας λαμβνει την τελικ απφαση.

ἀκοσας δὲ ὁ βασιλεὺς Κῆτος καὶ ὁρσας μετὰ θυμοῦ μεγλου ἤφεραν ψαλδιον καὶ ἔκοψε τὸ γνειον τοῦ Τζρου
καὶ ἔβαλε φωνὴν μεγλην μετὰ κλαυθμοῦ ὁ Τζῆρος καὶ εἶπεν·
"Ἀνθεμ σε, Συναγρδα, καὶ ἀνθεμαν τὸ γνος σου".
καὶ ἐπρας τὸ γνειον αὐτοῦ ἐπῆγεν καὶ ἔδειξν το τὸν ἀδελφν του τὸν Τριχον. Καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἔκλαυσεν πικρῶς καὶ ὀδυνηρῶς καὶ εἶπε·
"Φεῦ τὸ τ ἔπαθεν ὁ ἀδελφς μου ὁ Τζῆρος".
ττε ἐκατηρσατο τὸν Τζῆρον ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπεν·
"Ἀπὸ τοῦ πτωχοῦ τὸ στμα μὴ ἐγλσῃς, Τζῆρε, καὶ ἡ τιμ σου νὰ ἔναι αὐτὸ, τὸ λγουν φλιν, καὶ ἀπὸ κλοτζτων καὶ ὡς κλοτζτο καὶ ἀπὸ βρωμιαρας μὴ ἐγλσῃς, Τζῆρε, Τζῆρε"!
καὶ εὐθὺς κρξαντες οἱ ἰχθες ἅπαξ ἅπαντες εἶπαν·
"Εἰς πολλὰ ἔτη, δσποτα"!

===========================








                           Σπανς Αννυμου

     Ο Σπανς  Ακολουθα του Σπανο εναι ργο μ’ ντονα χλευαστικ κι επικριτικ χαρακτρα, που στχο χει κποιον σπαν, δηλαδ τριχο νθρωπο χωρς γνια. Το αννυμο κεμενο του 14ου-15ου αινα παρωδε κυρως, κποια εκκλησιαστικ κεμενα κι αποτελεται απ διφορα μρη με λειτουργικ μορφ, παρλληλα, σατιρζει διφορα ετερογεν κεμενα, προπαντς νομικο και μαγικο-ιατρικο περιεχομνου.
     Το κεμενο παραδδεται αννυμα σε 3 παραλλαγς: α) σε να βενετικ ντυπο που διασζει το ργο ολκληρο και, μολοντι δεν φρει χρονολογα κδοσης, σμφωνα με διφορες ενδεξεις, χρονολογεται στο 1553, β) σε 2 χειργραφα, το Vind. theol. gr. 244 και το Vat. gr. 1139, απ τα οποα το 1ο χει ελλεψεις στα υμνογραφικ μρη και το 2ο παραδδει μνο τα πεζ τμματα. Ο ττλος στους κδικες παρουσιζεται μακροσκελς: Ακολουθα του ανοσου τραγογνη σπανο, του ουρου και εξουρου, εν στο ντυπο εναι συντομτατος: Σπανς. Οι σγχρονες εκδσεις (κριτικ και χρηστικ) του H. Eideneier βασζονται στο βενετικ ντυπο του 1553. Σμφωνα με τους μελετητς, το κεμενο πρπει να γρφτηκε στα μσα του 14ου στις αρχς του 15ου αινα και φανεται πως τυπθηκε για πρτη φορ το 1542 1543 στη Βενετα -κδοση που λανθνει- εν ακολοθησαν πολλς επανεκδσεις (1562, 1579, 1627, 1643 κ..) ς το 1832, που δεχνουν πως, σε κθε περπτωση, πρκειται για πολ δημοφιλς ανγνωσμα.
     Η λξη σπανς, η οποα δηλνει τον νθρωπο που δεν χει καθλου γνια, που εναι αγνειος που χει πολ αραι γνια –ολιγογνειος-, στο κεμενο αποκτ μιαν ακμα δισταση και φτνει στο σημεο να υποδηλνει το κακ και πονηρ τομο. Απ τη μια μερι, αντικεμενο διατυμπνισης και διακωμδησης εναι η εξωτερικ εμφνιση του σπανο και, απ την λλη, ο χαρακτρας και η συμπεριφορ του. Το ερτημα που χει τεθε επανειλημμνως εναι αν η στιρα κι η εξβριση στο ργο απευθνονται σ’ να συγκεκριμνο σπαν αναφρονται γενικ σε λους τους σπανος.
     χουν υποστηριχθε κι οι 2 απψεις, ωστσο αυτ που επικρτησε και φανεται λογικτερη εναι πως η αφορμ για λο το ργο υπρξε νας συγκεκριμνος σπανς, αλλ το κεμενο κατληξε ν’ αποτελε μια γενικ γελοιοποηση λων. Ο Ιωννης Χρυσστομος χει προταθε ως πρσωπο εναντον του οποου στρφεται η στιρα, επειδ στις βυζαντινς εικνες απεικονζεται με λγα σχεδν χωρς γνια (Eideneier 1990, 15-19), αλλ η πρταση αυτ δε φανεται βσιμη. Οι ενδεξεις στο κεμενο που υποδηλνουν μια προσωπικ εμπειρα με κποιον συγκεκριμνο σπαν εναι οι εξς:

   φριξα καγ, ταν λπιζα χειν σε φλον, μως ελαθθην ως νθρωπος, πλην καλ επγνων σου την διαγωγν (στ. 970-971), θλιε σπαν, δξου δρημα τον μνον τοτον, νπερ εκοπασα δι σε, πως σε γινσκουσιν παντες (στ. 1041-1042), Πεπυρωμνον το πρσωπν σου, και εγ ηγπησα αυτ (στ. 1061)

     Μια λλη πρταση (Καραναστσης 2003, 75-96) ερμηνεει το ργο ως εδος τελετουργικς στιρας που χει σχση με το κψιμο του Ιοδα κατ τη διρκεια της Μεγλης Εβδομδας, γραμμνης μετ το 1492 κπου στην Ανατολικ Θρκη στερα απ τον ερχομ των (Ι)σπανν Εβραων στην οθωμανικ αυτοκρατορα. Αν ευσταθε αυτ η ερμηνεα, ο «σπανς» θα πρπει να συνδεθε με τη λξη Ισπανς, καθς Σπανς & Σπανα -λξεις που χρησιμοποιονται συχν μχρι τον 16ο-17ο αινα- εναι λακο τποι για τα Ισπανς κι Ισπανα. Επιπλον, κποιοι μελτησαν το κεμενο ως ργο μαρης μαγεας και σατανισμο, λλοι το διβασαν ως στιρα που στρφεται εναντον του καθολικο κλρου, εν δεν λεπει κι η πολιτικ-φιλοσοφικ ερμηνεα.
     Υποθσεις για την ταυττητα του συγγραφα δεν εναι εκολο να γνουν, αλλ εικασες για την ιδιτητ του, βασισμνες σε στοιχεα και ενδεξεις μσα στο κεμενο, φανεται πως δικαιολογημνα απασχλησαν τους μελετητς. τσι, η σνθεση, η δομ και, πολ περισστερο, το περιεχμενο δεχνουν πως ο συγγραφας, εκτς απ ιατροσφια και εξορκισμος, θα πρπει να γνριζε πολ καλ και το εκκλησιαστικ τυπικ και αυτς ταν ο λγος που θησε ορισμνους να υποθσουν τι ο δημιουργς ταν κληρικς. Αξζει να σημειωθε τι το εκκλησιαστικ τυπικ λειτοργησε πρωτστως ως μσο και χι ως σκοπς της διακωμδησης, ωστσο η παρωδα του τυπικο φανεται να βρσκει τη δικ της θση και να ενισχει τη στιρα εναντον του σπανο/των σπανν.
     Εκενο που φανεται ββαιο εναι τι το ργο απευθνεται σε να μορφωμνο κοιν, κατ πσα πιθαντητα κληρικν, που ταν εξοικειωμνο με το εκκλησιαστικ τυπικ, καθς μνο ο καλς γνστης των θρησκευτικν κειμνων θα ταν σε θση να κατανοσει πλρως και να απολασει τη στιρα που στχο της χει τον σπαν τους σπανος και χι το τυπικ αυτ καθαυτ. Με κποια ασφλεια θα μποροσε να υποθσει κανες τι το ργο προοριζταν να ψλλεται, καθς να παρμοιο κεμενο, γραμμνο απ τον Μιχαλ Ψελλ εναντον του μοναχο Ιακβου, ψαλλταν. Εναι ελογο να υποθσει κανες πως κι ο Σπανς εχε τον διο προορισμ, σως μσα σε να μοναστηριακ περιβλλον, που πιθαντατα θα εχε κυκλοφορσει κρυφ. Αλλ, τσο οι υποθσεις για την ταυττητα του συγγραφα σο και οι υποθσεις για το εδος του αναγνωστικο κοινο/ακροατηρου παραμνουν στη σφαρα της εικασας.
     Το ργο παρουσιζει μια αρκετ σνθετη δομ και διαρθρνεται σε διφορα τμματα τα οποα δεν εναι αμιγς πεζ μμετρα, εν ο διος ο δημιουργς χαρακτηρζει το κεμεν του ετε «Καννα» ετε «μνο». Πρκειται, επομνως, για μια ιδιατερη συγχνευση μμετρου και πεζο λγου. Δεν εναι ξνη στη βυζαντιν παρδοση η δημιουργα καννων με μη θρησκευτικ θματα και, για τον λγο αυτ, δεν μπορομε να εμαστε ββαιοι αν σε εκκλησιαστικ μτρο γρφτηκαν μνο μνοι με θρησκευτικ θεματικ. Το κεμενο φανερνει, επσης, κποια συγγνεια με τα ηθικοδιδακτικ ποιματα που χουν τη μορφ μνου, λ.χ., κενα που ‘χει γρψει ο Καισριος Δαπντες (1714-1784) αινες αργτερα. Ως προς το θμα της τολμηρς στιρας κατ του σπανο, το ργο δεχνει να εντσσεται στην δια παρδοση που ανκει χι μνο η στιρα του Ψελλο εναντον του μοναχο Ιακβου, αλλ και πολλ λλα ργα.
     Το κεμενο εναι αθυρστομο, το λεξιλγιο υβρεολογικ, βλσφημο και σχεδν δεν υπρχει σημεο του ργου, απ το οποο να λεπουν αισχρολογες. Η διακωμδηση της εμφνισης και ο εξευτελισμς της μοχθηρας των πρξεων του σπανο φθνουν μερικς φορς στην υπερβολ, εντενοντας αφενς τη λοιδορα και αφετρου τη γελοιοποηση.
     Το ργο διαρθρνεται σε διφορα μρη κι η δομ του θα μποροσε να συνοψιστε ως εξς:

Α Εσπερινς της Κυριακς (7-133):
α Στιχηρ (7-50), 
β Αναγνσματα (51-83),
γ Απστιχα, Απολυτκιον.
Β ρθρος της Κυριακς (134-1200): 
α Προομιον (136-181), 
β Κανν (182-652), 
Δομ, Εισαγωγ, Ωδ α, Ωδ β, Κθισμα, Ωδ γ, Ωδ δ, Ωδ ε Κοντκιον, Οκος (183-329).
Συναξριον (330-539) – Εισαγωγ, Αρχ, Η γννηση του γνους, Το γνος των σπανν, Το γνος του σπανο, Δοκιμασα, Ταξδι, Εισκωσις, Αλληλογραφα, Επιστροφ στο σπτι, Η χτνα της γενειδας και τα επακλουθα. Τλος.
Ωδ στ, Ωδ ζ, Μεγαλυνρια, Ωδ η.
γ Εξαποστειλρια (653-664),
δ Πολυλαιος (665-703),
ε Ανοι (704-738),
στ τερα Τροπρια (739-757),
ζ Επιτφιος – Εισαγωγ, Στσις α, Στσις β, Στσις γ (758-1154),
η Ευλογητρια (1155-1185),
θ Τον λιον κρψαντα (1186-1200).
Γ Λειτουργα (1202-1257).
Δ «Της Τβλας» ποημα κυρο Μαγκλαβ του Μπορδηλτου.
Ε Δετερο πεζ μρος:
α Προικοδοσα (1272-1325),
β Ενδιμεσο κεμενο (1326-1337),
γ Ιατροσφιν, θεραπεα (1338-1403).
ΣΤ Επλογος (1404-1428).

     Το ργο αρχζει με μια σντομη εισαγωγ στο «Μνημολγιο», που διευκρινζεται τι το "μνημσυνο" λαμβνει χρα το μνα Συκβριο και δεν αφορ ναν συγκεκριμνο σπαν, αλλ λους τους σπανος γενικ. Ακολουθε ο «Εσπερινς της Κυριακς», με τα τροπρια να αποτελον τον κορμ του εξευτελισμο. νας στχος πριν απ κθε τροπριο δηλνει το θμα του. Ο στχος 10 προοικονομε το περιεχμενο του «Συναξαριο», που εναι το ταξδι του σπανο στον θεο του για να του ζητσει τρεις τρχες για γνια. Η ειρωνεα και η στιρα στρφονται αμελικτα εναντον αυτο του εκτρματος. Η γελοιοποηση μσω της περιγραφς και οι κατηγορες διαδχονται η μα την λλη.
     πεται ο «ρθρος της Κυριακς», ο οποος καταλαμβνει το μεγαλτερο και το κυριτερο τμμα του ργου με τον «Καννα» -που περιλαμβνει, πως συνθως, οκτ ωδς- να αποτελε τη ραχοκοκαλι του. Οι «Ειρμο» και τα «Τροπρια» βασζονται στον Καννα της Κοιμσεως της Θεοτκου κατ τη 15η Αυγοστου.
     Το απσπασμα που ακολουθε εναι το «Συναξριον» του σπανο, το οποο αποτελε και τον πυρνα λης της σνθεσης. Η διρθρωσ του ακολουθε την παρδοση των Βων Αγων και αποτελεται απ: α) εισαγωγ, β) κριο μρος, που παρουσιζονται η καταγωγ, η γννηση, η αγωγ και οι πρξεις και γ) επλογος. Στην εισαγωγ γνεται λγος για τον ηθικοδιδακτικ χαρακτρα του «Συναξαρου»· στο κριο μρος αναφρεται ως πργονος του σπανο μια γαδρα και τι η εκπαδευσ του γινε σε κποιον δαμονα. Οι διοι οι σπανο εχαν επιλξει απ κοινο βασιλι που να τους κυβερν με αντλλαγμα, ως φρο, γνεια.
     Βασικ θση στο «Συναξρι» κατχει η ιστορα με τον θεο του σπανο, ο οποος αρχικ αρνθηκε να δσει γνεια στον ανιψι του στερα απ την κκλησ του, ωστσο στη συνχεια φανεται πως λλαξε γνμη και του δρισε, τσι ο σπανς επιστρφει ευτυχισμνος στο σπτι, που τον περιμνει χαρομενη πια η γυνακα του. Στο τλος, αναφρεται η ημερομηνα θαντου του κι ως κατακλεδα ο συγγραφας συνταξε μια προσευχ.

Τ συναξριον το νοσου σπανο.
Τ
ατ μρ νσιος κα κκιστος σπανς βρχ κα ξφει
τελειο
ται κα ν μνημε κατατθεται.
νσιος κα σπανς κα τριγνης, κληρονομσει τ πρ τ τς γεννης.
Τ
ν νσιον νθρωπον γελσωμεν ο πντες, ως κκιστον θαμα, παρξενον σημεον.
νθεμ τον δκα κα εκδι, τρικδι σπανς πετμθη.

Σπανοῦ γννησις, καὶ τς ἂν γνοιτο πρῶτος πρὸς τὴν διγησιν; Διγησις δὲ μεγλων ἔργων καὶ θαυμασων κακῶν, καὶ πολὺν τὸν γλωτα τοῖς ἀκροωμνοις ἐμποιεῖν δναται, οὐ μνον ἀνθρπων, ἀλλὰ καὶ ζων ἀλγων, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, καὶ πντων τῶν κτηνῶν.
Γεννᾶται μὲν οὗτος, οὔτε ἐπὶ ἡμραν οὔτε ἐπὶ νκτα, ἀλλ’ ἐν ἀωρᾳ. Ἤστραπτε μὲν κατὰ ἀνατολς, κατὰ δὲ δσιν ὀγκηθμὸς ἦν οὐκ ὀλγος. Πᾶσα μὲν ἀνθρπων φσις σντρομος γγονε, πᾶσα δὲ ζων καὶ πετεινῶν καὶ κτηνῶν. Καὶ πολλῶν ἡμιθντων γεγοντων ἐκ τῆς ταραχῆς καὶ τοῦ φβου, μα ὄνος ἔγκυος οὖσα ἀπρριψεν οὐ μετ’ ὀλγης βας ἔκπτυστν τι καὶ πονηρτατον γνος τουτὶ τῶν σπανῶν.
Καὶ γεννηθντων ἀπδοτο αὐτοὺς διδασκλῳ τινὶ τῶν δαιμνων εἰς αὔξησιν καὶ παδευσιν. Αὐξηνθντων δὲ καὶ εἰς μτρον ἡλικας φθασντων συνδριον ἐποησαν, ἵνα πρὸς ἀνθρπους ἀφξωνται, ἵνα πρῶτν τινα ἑαυτῶν ποισωσι βασιλα. Καὶ τοῦτο ποισαντες ἐποησαν βασιλα παγκκι στον οὔριν τινα, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἐξοριον, οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ ξυγγκωλον καὶ, συνελντι φναι, σκατοπρσωπον, ἔτι δὲ ἀντζτον, κωλτον, βιλλτον, χεστον, φαστον, ἀναχεσομοσουδον καὶ φασκελτον. Καὶ ποισαντες αὐτὸν βασιλα ἔθεσαν ἐπνω σοβλας ὡς ἐπὶ θρνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμνου. Ὁ δὲ ἐλθὼν ἐν τῇ βασιλεᾳ ἤρξατο λγειν πρὸς τοὺς ὑπ’ αὐτὸν σπανος· ἐλθεῖν ὑμᾶς βολομαι, σπανο, πρς με τοῦ δοῦναι τλος βαρὺ τῶν τριῶν ἐτῶν, ὧνπερ ὑπῆρχεν ἔγκυος ἡ ὑμῶν μτηρ ὄνος, ἡ κοντκερκος καὶ μονφθαλμος.
Ἐπὶ τοτῳ συναχθντες καὶ ἐκκλησαν ποιησμενοι πρὸς ἀλλλους, ἦλθον πρὸς τὸν βασιλα καὶ εἶπον: τ γρ ἐστι τὸ βαρὺ τλος, ὅπερ θλει ἡ ἀρατς σου βασιλεα; Καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν:
πρῶτον μὲν θλω δδεκα μδια βουρλοκρβουνα, ἄλλα δὲ τσα γραας ψερας ἄλειμμα· ἔτι τρεῖς χιλιδας φυτανσπιτον, ἄπαστον ἅλας καὶ θαλσσιον βοτυρον· λαγοῦ γλα, μετρητὰς κε’, ἔτι δὲ κουτσῆς μυας δκρυον· ἐλφαντος κπρια ἀνὰ μετρητὰς μ’· ἔτι κουνουπων ξγγι λτρας ἑκατν· ἔτι ἀσπδος πορδὴν ξστας κδ, μερμηγκου κλσματα ιβ. Βολομαι δὲ ἐξαιρτως ἑκατὸν κεντηνρια  ἀποκτενδια τῶν γενεων σας.
Ταῦτα ἀκοσαντες οἱ κακοὶ σπανοὶ ἐξστησαν καὶ εἰστκεσαν σκυθρωποὶ καὶ μετὰ κακῆς καρδας κατηφεῖς, τπτοντες τὰς ὄψεις αὐτῶν καὶ ὀλολζοντες, ἐθρνουν. Ἕτεροι μὲν ἐμογκριζον, ἄλλοι δὲ ἐββιζον, «τ ποισωμεν οἱ ἐλεεινο», λγοντες, εἰς τὸ βαρὺ καὶ ἀνεκδιγητον τλος, ὅπερ ζητεῖ ὁ βασιλες;
Καὶ βουλὴν ἐποησαν τοῦ φυγεῖν καὶ ἀποδρναι ἐκ τοῦ βασιλως.
Ὁ δὲ πρῶτος αὐτῶν εἶπε· στῆτε καὶ μὴ διασκορπισθῆτε, ὅπως δσωμεν βουλὴν τ ποισωμεν. Καὶ εἶπεν· πρὸς μὲν τὰ δδεκα μδια τῶν βουρλοκαρβονων δυνατὸν νὰ πρξωμεν τποτε, ὁμοως καὶ εἰς τὰ ἄλλα πντα. Εἰς δὲ τὰ ἑκατὸν κεντηνρια τὰ τῶν γενεων μας ἀποκτενδια ἀπορῶ καὶ ἐξσταμαι καὶ τὸν νοῦν καταπλττομαι. Τοῦτο ἀκοσαντες οἱ κακοὶ σπανοὶ οἱ μὲν τὰ ὄρη ἐπασαν, οἱ δὲ τὰς νπας, ἕτεροι δὲ ἔπιπτον εἰς τὸ ὕδωρ καὶ ἐπνγησαν· ἄλλοι δὲ ἑαυτοὺς διεχρσαντο μυροις τρποις.
Εἷς δ τις ἐξ αὐτῶν, κακὸς σπανς, πονηρτερος τῶν ἄλλων, περὶ οὗ καὶ τδε γγραπται, παγκκιστος, οὔριος, ἐξοριος, μἀντζτος, κωλτος, βιλλτος, χεστος, φαστος, οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ χελωνομτωπος καὶ κουκουρομοστακος, ἔτι δὲ καὶ ἀβγοπγουνος καὶ κολοκυνθοκφαλος καὶ μυρμηγκοσφνδυλος καὶ δρεπανραχος, ἀναχεσομτης τε καὶ φακλαντος, μᾶλλον δὲ καὶ εἰς τὸν κῶλον στυφτος, ὄνομα δὲ τοτῳ ἦν Φατσιρλας, ὁ υἱὸς τοῦ Φσκατα, τὸ δὲ προσηγορικὸν αὐτοῦ ὄνομα Τραγογνης ἢ μᾶλλον εἰπεῖν Σκατογνης, οὗτος κατλαβε μὲν ὀξτατον ἀνφορον βουλμενος φεγειν διὰ τὸν τοῦ παρανμου βασιλως φβον. Κα περιεπτει χρνους μὲν τρεῖς, ἔτι δὲ καὶ μῆνας τρεῖς, προστι καὶ ἡμρας καὶ ὥρας καὶ στιγμὰς καὶ ροπὰς γυρεοντας τὸν θεῖον του, τὸν ἑαυτοῦ πατρδελφον, τὸν ἀγριτραγον, ὅπως ὁδηγσῃ αὐτὸν ὁ θεὸς καὶ εὐεργετσῃ τον ὀλγον γνειον τοῦ εἶναι εἰς τιμὴν τοῦ προσπου αὐτοῦ. Καὶ μετὰ τὴν συμπλρωσιν τοῦ εἰρημνου καιροῦ ηὗρε τὸν ἀγριτραγον, τὸν ἑαυτοῦ θεῖον, καὶ ἐκ διαστματος ἱκανοῦ, δεδεμνος ὄπισθεν τὰς ἑαυτοῦ χεῖρας, κλαων καὶ ὀδυρμενος ἐβα· αὐθντα πτερ, γινσκεις τς εἰμι ἐγ; Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ οἶδα πθεν σὺ εἶ.
Ὁ δὲ δακρυρροῶν εἶπεν· αὐθντα πατρδελφε, οὐ γινσκεις τὸν σὸν ἀνεψιν; Ἐγὼ γὰρ σὲ γινσκω ἀδελφὸν ὄντα τοῦ πατρς μου. Καὶ πλεῖστον χρνον ἀνλωσα εἰς κρημνοὺς καὶ ἐρημας καὶ βραθρα τοῦ εὑρεῖν σε.
Εἶπε δὲ ὁ ἀγριτραγος πρὸς αὐτὸν· τ βολεσαι ἢ τ χρῄζεις ἐξ ἐμοῦ; Καὶ πλιν ὁ σπανὸς γονυπετῶν μετὰ κλαυθμοῦ λγει· αὐθντα θεῖε, εὐεργτησν με ὀλγον γνειον εἰς τιμὴν τοῦ προσπου μου, μπως διξῃ με ἡ γυν μου καὶ ἕτερος ἀνὴρ λβῃ αὐτὴν καὶ λβῃ τοιατην πομπὴν τὸ σπτι μας! Διτι ὠργσθη ἡμᾶς ὁ βασιλεὺς καὶ θλει ἐξολοθρεῦσαι τὸ γνος ἡμῶν, ὁμοως καὶ πντας τοὺς σπανος. Ἀκοσας δὲ ταῦτα ὁ ἀγριτραγος εἶπεν αὐτῷ μετὰ θυμοῦ καὶ ὀργῆς· ἄπιθι ἀπ’ ἐμοῦ, πονηρὸν καὶ ἀκθαρτον πνεῦμα, πρδρομε τοῦ ἀντιχρστου, σημεῖον τοῦ κσμου, ὄργανον πονηρας, ἐμφσημα τοῦ σατανᾶ, ὄνειδος τῶν ἀνθρπων, κατγελως τῶν γυναικῶν.
Ταῦτα εἰπὼν ὁ παγκκιστος ἀγριτραγος ἐπορεετο διὰ τῶν κρημνῶν καὶ οὐκ ἐλησε τὸν ταλαπωρον σπανν.
Ὁ δὲ μὴ φρων τὴν ἄδικον κρσιν, τοῦ τυρννου διὰ τὸν φβον, οὐκ ἀπστη τοῦ ἑαυτοῦ θεου, ἀλλ’ ἠκολοθει αὐτῷ μακρθεν ἑτρους ἐνιαυτοὺς τρεῖς καὶ μῆνας καὶ ἑβδομδας καὶ ἡμρας καὶ νκτας καὶ ὥρας καὶ στιγμὰς καὶ ροπὰς κλαων ἀδιαλεπτως.
Τοῦτον ἰδὼν ὁ ἀγριτραγος ἐσπλαγχνσθη κα φησι πρὸς αὐτν·
ἐλθὲ ὧδε, κακτυχε, κακῆς μὲν ὥρας γννημα καὶ τοῦ κακοῦ συναντματος. Σρε αὐτὴν τὴν κοπροπιγοναν σου τὴν σιχαντὴν καὶ τὰς ἐζαρωμνας σου παρεις, αἵτινς εἰσιν ὥσπερ γραὸς πολυτκνου ὑποκολιον. Ἐχθρὲ ψλλων καὶ ψειρῶν. Καὶ γὰρ οὐκ ἔχει ψλλος ἢ ψερα ποῦ καταντῆσαι εἰ μὴ μνον ἐν τῇ χεσμνῃ πιγονᾳ σου. Ἐλθὲ ὄπισθεν ἐν τῇ ἀναχεσοφυσοπορδαλθρᾳ τοῦ ἐμοῦ ἀφεδρῶνος καὶ ἔπαρον μικρὸν γνειον εἰς τιμὴν τοῦ προσπου σου.
Καὶ τοῦτο ἀκοσας ὁ δυστυχὴς ἐχρη χαρὰν μεγλην. Καὶ πλησισας τὰς ἑαυτοῦ παρειὰς καὶ τὸν πγωνα ἐν τῇ ἀναχεσοφυσοπορδαλθρᾳ καὶ ἐξεσκατστριαν τοῦ κλου του, ἐχρισ τον μετὰ βας μεγλης τρεῖς καὶ ἥμισυ τρχας καὶ ἔτι μιᾶς τταρτον.
Εἶτα λγει πρὸς αὐτὸν ὁ ἀγριτραγος· ὕπαγε εἰς Ἀδριανοπολιν τὴν λεγομνην Πεντπολιν καὶ ἔπαρον ἄνταλα, βνταλα, κλνταλα, μικρῶν παιδων τσιρλσματα, γερντων κοιλας ἀποκαθρματα, ἀγριοπσσιν, ἀγριολεχιν, καὶ θὲς εἰς τὰς παρεις σου. Πρτερον μὲν αὐτὰς σκατλειψον, εἶτα προσκλλησον τὰς τρεῖς ἥμισυ τρχας καὶ τὸ τταρτον, ἐπειδὴ ἐσπλαγχνσθην ὁρῶν τοιατην καὶ τοσατην ὑπομονὴν καὶ εὐλβειαν. Ἔχεις λοιπὸν ὡρααν πατσδα καὶ κλανομοστακον γενειδα.
Ἀκοσας ταῦτα ὁ κλανομοστακος σπανς, ἠγαλλασε τὸ πανσχημον καὶ παντσαλον αὐτοῦ πρσωπον. Καὶ ἐκ τις πολλῆς αὐτοῦ χαρᾶς ἤρξατο γλεφειν τὰ μεσοδκτυλα τοῦ κλου του. Καὶ πρὸς τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἐπστειλε χαριστριον ἐπιστολν. Ἡ δὲ ἐπιστολὴ ἦν τοιατη:

παμφιλττη μοι γυν, δι πολλο μν χρνου κακοπαθημνη κα μεμαραμνη π λλοτρων νδρν, ἐὰν χς στοργν κα γπην κα πθον ες μ, πστειλον πρς με τ κτνιον τπατρογονικν τ μν, οχ τ πυκνν, λλ τ ρ· τι δκα τν μανδλαν, σφγγιξεν πατρ μου τν πρσοψιν το αυτο φεδρνος.

Μαθοῦσα ταῦτα ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἡ κακθελος ἔτι καὶ σφικττρυπος ἔπεμψε πρὸς αὐτὸν τὸ διχαλοδικρνιν καὶ τὰ μαγαρισμνα σπργανα τοῦ ἑαυτῆς τκνου. Ἐκλανομσχισεν οὖν αὐτὰ καὶ πρὸς αὐτὸν ἔστειλεν. Ἰδὼν δὲ αὐτὰ ὁ ἀγριομοστακος σπανὸς ἐθυμθη σφδρα καὶ ἀπστειλε πρὸς αὐτὴν λγων·
φξομαι πρς σ τχιστα, πρς σ, μωρ κατουρλοποδα, τι δ κα κατουρλο.
Καὶ πλιν ἀντεμνυσεν ἐκενη πρὸς αὐτν·
δ ν ’λθς, κκιστε σπαν· κα ν λθς, ερσεις τν θεον σου τν πηξομτην.
Ταῦτα ἀκοσας ὁ κκιστος σπανὸς ἐθυμθη μλιστα καὶ μετ’ ὀργῆς ἔδραμεν ἐν τῷ ἑαυτοῦ καταλματι. Ἦν γὰρ ἡ θρα τοῦ ἑαυτοῦ καταλματος μεγστη πτρα καὶ κρημνὸς ἔμπροσθεν αὐτοῦ βαθτατος πνυ καὶ ἀπτομος, ἔσωθεν δὲ καὶ ἐκτὸς, κεχρισμνον μετὰ βουνας καὶ κπρου χοιρεας. Εἰσελθὼν δὲ λγει πρὸς τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα· Χαρου, ζαμλα! Εἶτα λγει· ὁρᾶς, ὦ γυν μου, τὴν ὡρααν τατην γενειδα, τνος σοῦ φανεται, ὅτι ὁμοιζω; Ἡ δὲ εἶπεν· θεωρῶ σε, ὦ ἄνερ μου, καὶ φανετα μου, ὅτι ὁμοιζεις σκοτεινῆς γωνας, τὴν χζουν οἱ ἄρρωστοι· ὁμοιζεις καταμαγαρισμνην ρμην, τὴν τσιρλοῦν τὰ παιδα· ὁμοιζεις σκλου μοτσουνα καὶ ἀγριοτργου πιγονιν.
Ὁ δὲ ἠσπσατο αὐτὴν καὶ αἰτσας κτνιον ἤρξατο κτενζειν τὴν πανσχημον καὶ παντσαλον αὐτοῦ γενειδα. Οὐκ ἔπιπτον ψλλοι ἢ ψεῖρες, ἄλλ’ ἔπιπτον ψλλοι μετὰ σπαθων, φθεῖρες μετὰ μανδων, βτραχοι μετὰ ὑποδημτων, τζντζιροι μετὰ φλαμμολων. Ἔπιπτον δὲ καὶ κριζες μετὰ γερανων φορεμτων.
Ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ αὐτοῦ τὸ παρξενον θαμα ἔκλασε καὶ εἶπεν·
ἰδοὺ ἐγὼ ἐξανμισα, σ, ὦ ἄνερ μου, φαγὼν πε καὶ εὐφρανθσῃ, ὅτι πολλὰ ἐμχθησας τοῦ εὑρεῖν τὸν σὸν θεῖον τὸν ἀγριτραγον τοῦ εὐεργετῆσαι σε γνειον εἰς τιμὴν τοῦ προσπου σου ἐκ τὴν ἀναχεσοφυσοπορδαλθραν τοῦ κλου του.
Ὁ δὲ ἀκοσας ταῦτα ὠργσθη λαν καὶ ἦλθε τοῦ ἀποκτεῖναι αὐτν.
Καὶ τὰ ὄμματα αὐτοῦ σφδρα ἐπυρθησαν, ὁ δὲ μοστακος αὐτοῦ ἐφνη ὥσπερ νεκροῦ βρουκολακιασμνου. Τοὺς δὲ ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ ἀνοιγκλειεν ὥσπερ ὄρνιθος κῶλον, καὶ τὸ στμα αὐτοῦ ἄφριζεν ὡς σκλου λυσσρου. Καὶ ἰδοῦσα ἡ γυνὴ αὐτοῦ τὸ παρδοξον αὐτοῦ καὶ φοβηθεῖσα καὶ μὴ ἔχουσα τ πρᾶξαι, κψασα οὔρησεν εἰς τὸ ὠτον τὸ δεξιν. Εἰσῆλθεν δὲ ἡ ὀσμὴ εἰς τὴν μτην του καὶ συνῆλθε μικρὸν ἀπὸ τῆς ὀργῆς. Καὶ ἠρτησεν αὐτὴν λγων· γναι, ποῦ ηὗρες τοιατην πολτιμον καὶ εὔοσμον μυρωδαν, ἣ ἀνστησ με ἐκ τῆς λιποθυμας; Ἡ δὲ ἤρξατο λγειν, ὅτι, σὺ μν, ὦ ἄνερ μου, ὅταν ὥδευες τοῦ εὑρεῖν τὸν σὸν θεῖον εἰς τὸ εὐεργετῆσαι σοι γνειον εἰς τιμὴν τοῦ σοῦ προσπου, Αἰθοπς τινες ἐνθδε ἀφκοντο φροντες κοπριλδα πολτιμον, καὶ ἐξ αὐτῶν ἐπριμην τατην τὴν ἐξασιον καὶ εὔοσμον μυρωδαν τοῦ μυρσαι τὴν σὴν πανσχημον θαν καὶ κλανομοστακον γενειδα καὶ τὴν σκατωμνην σου ὄψιν.
Ὁ δὲ κακὸς σπανὸς ἀκοσας ταῦτα αὐτὴν εὐχαρστει καὶ ἐνεδεξατο πρὸς αὐτὴν στοργὴν πολλὴν καὶ πθον φιλας. Καὶ μετὰ ταῦτα ἐτρπησαν εἰς τὸ φαγεῖν καὶ πιεῖν ὁμοῦ καὶ εὐφρανεσθαι μετὰ καὶ ἑταρους οὐκ ὀλγους, μχρι τλους ζωῆς αὐτοῦ, ὡς μετὰ ταῦτα ρηθσεται.
Ταῦτα τοῦ σπανοῦ τὰ κατορθματα, ὅσα κατὰ δναμιν ἤνυσα. Τὰ δ’ ἄλλα, τὰ μτε δαμοσι φορητὰ μτ’ ἀνθρποις ἀκουστ, σιωπητεν. Ἀρκοῦσι δὲ τὰ παρντα. Ἐν ἑτρᾳ δὲ συνελεσει, εἰ δ τις περὶ αὐτοῦ ἐπστατα τι καὶ βουληθεη ἀποκρψαι τὰς ἀθσμους καὶ κακοργους αὐτοῦ πρξεις καὶ οὐ δημοσιεσει αὐτς, τῷ ἀναθματι καθυποβλωμεν.
Ἐπὶ δὲ τὸ προκεμενον ἐπανλθωμεν. Ἐτελειθη ὁ παγκκιστος σπανὸς ἐφτο, ἰνδικτιῶνος πρυσι, βρχῳ καὶ ξφει ἀποκτανθες. Καὶ τελειωθεὶς αἰσχστῳ τλει τὴν ἀθλαν ζωὴν ἀπρριψεν.
Τῆς αὐτοῦ κακουργας καὶ ἐχθστης σπαντητος λτρωσαι
ἡμᾶς, ὁ θες, καὶ τοὺς παῖδας ἡμῶν ὡς φιλνθρωπος.

     Μετ το «Συναξριον» ακολουθον τα «Εξαποστειλρια», ο «Πολυλεος», που παραπμπει στους ψαλμος 134 & 135, οι «Ανοι» και τα «τερα Τροπρια», που χουν ως πρτυπο κενα που ψλλονται στις 23 Απριλου, τη μρα του Αγου Γεωργου. Το επμενο εκτενς τμμα καταλαμβνει ο «Επιτφιος», με πρηνα το Ψαλμ 118, εν ακολουθον τα «Ευλογητρια», με πρτυπο τον Επιτφιο Θρνο. Τα 2 τμματα που ακολουθον εναι: «Τον λιον κρψαντα» κι η «Λειτουργα» (εδ Λιμουργα). Το 1ο εναι νας μνος με πηγ τον αντστοιχο που ψλλεται κατ τη λιτνευση του Επιταφου. να μρος του παραπμπει στο σημεο του «Συναξαρου» που ο σπανς ζητ απ τον θεο του γνια, εν στη συνχεια αναφρονται τα επιχειρματ του. Απ τη Λειτουργα υπρχουν μνο οι αντστοιχοι «Μακαρισμο», εν τα «Τροπρια» και το «Δοξαστικν» σχετζονται μμεσα με κενα της Λειτουργας της Κυριακς.

Ετα Δξα κα νν. χος πλγιος β’. Πρς τν λιον κρψαντα.

Τὸν πγωνα κρψαντα, ὁ σπανὸς μετὰ χεῖρας, καὶ τὰ ζαρωμνα μγουλα, εἰσῆλθε πρὸς τὸν θεῖον του, καὶ μετὰ κλαυθμοῦ ἐβησε, πικρῶς λγων· δς μοι δο τρεῖς τρχας, (εἰς τιμὴν τοῦ προσπου μου· δς μοι δο τρεῖς τρχας, μπως χσῃ με ἡ γυν μου, καὶ πρῃ ἕτερον ἄνδρα. Δς μοι δο τρεῖς τρχας, μὴ μὲ γελοῦν στὸν κσμον. Δς μοι δο τρεῖς τρχας, μὴ μ’ ἁρπξῃ ὁ Χρος. Δς μοι δο τρεῖς τρχας, μὴ μὲ φᾶν τὰ θηρα. Δς μοι δο τρεῖς τρχας, μὴ μὲ σχσουν οἱ σκλοι. Δς μοι δο τρεῖς τρχας, μὴ μὲ χσουν στὰ μοῦτρα.
Τοτοις δυσωπσας, ὁ σπανὸς τοῖς λγοις, τὸν θεῖον του τὸν ἀγριτραγον, ἐδωρσατο αὐτῷ, τρεῖς καὶ ἥμισυ τρχας, ἐκ τὴν ἀναχεσοφυσοπορδαλθραν, τοῦ κλου του, καὶ ἔστειλεν αὐτν, εἰς τὸ ἀνθεμα.

   Γνεται Κακολογα μεγλη ες τν σπανν κ πλυσις.

Ε
ς δ τν Λιμουργαν ο Μαγαρισμο.

στμεν στχους η. χος α. Πρς τ Δι βρσεως.

Ἐν τῇ ἀτυχᾳ σου μνσθητι ἡμῶν, σπαν.
Μαγριοι οἱ σπανο, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεα τῶν γερανῶν.
Μαγριοι οἱ σπανο, ὅτι πενθοῦντες, οὐ παρακληθσονται.
Μαγριοι οἱ σπανο, ὅτι πεινῶντες καὶ διψῶντες οὐ χορτασθσονται.
Μαγριοι οἱ σπανοὶ οἱ ἀνελεμονες, ὅτι οὐκ ἐλεηθσονται.

Ἐνεκρθης, πονηρτατε, καὶ ἐν μνημεῳ κατεχθης, σπαν, ἀλλὰ σ’ ἐδχθηκεν κακῶς, φεῦ, ὁ Χρος μὲ τὸ δρπανον, κι εἰς τὸν Ἅιδην σ’ ἔρριψεν, κ’ ἐκρημνσθης ἐν τῇ βασιλεᾳ του.

Μαγριοι οἱ κακοποιο σπανο, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ τργων κληθσονται.

Ἐστραβθης ἀγριτατε, καὶ ἐστρεβλθης παντελῶς, πονηρ, ἀλλὰ καὶ δκην τὴν πικρν, ἐπερλαβες τῶν ἔργων σου, καὶ εἰς Χρον ἄπελθε, καὶ ἀγλλου ἐν τῇ βασιλεᾳ του.

Μαγριοι οἱ σπανοὶ δεδιωγμνοι ἕνεκεν τρχας, ὅτι κακῶς ἀκοσωσιν.

Τὸν σπανὸν πντες γελσωμεν, καὶ τὸ μουστκιν του ἐκβλωμεν, εἰς δὲ τὸ γνειον αὐτοῦ, συνελθντες καταχσωμεν, καὶ ἐν Ἅιδῃ πμψωμεν, ὅπως μνῃ ἐν τῇ βασιλεᾳ του.

Μαγριο ἐστε, σπανο, ὅταν ὑμᾶς ἐκδιξωσιν καὶ ἐκβλωσιν ἔξω.

Τοῦ σπανοῦ τὴν μνμην σμερον, ἐλθντες πντες καθυβρσωμεν, καὶ τὴν παγκκιστον αὐτοῦ, θαν πντες ἐκγελσωμεν· καὶ βοῶμεν πντοτε, ὦ σπανα, χζομεν τὰ γνια σου.

Μαγριοι οἱ μαχοποιοὶ σπανο, ὅτι αὐτοὶ φουρκισθσονται.

Δεῦτε πντες τὸν παμμαρον, σπανν, τὸν ψετην καὶ κατδικον, τὸν ἀγριτατον δεινῶς, ὁμοῦ πντες καθυβρσωμεν, καὶ αὐτοῦ μαδσωμεν, τὴν μουστκαν ὁμοῦ καὶ τὸ γνειον.
Κλαετε καὶ θρηνεῖτε, σπανο, ὅτι γλως ὑμῶν πολς ἐστιν ἐπὶ τῆς γῆς.
Φεῦγε πλιν, ἄγωμε στ’ ἀνθεμα, κακὲ τριγνη, πονηρτατε, εἰς τοὺς ἀνθρπους μὴ φανῇς, ἕως οὗ ξεφυτρσῃς γνειον, μπως πλιν κλσωμεν, καὶ τὸ στμα σου σκατὰ γεμσωμεν. Δξα.
Τὸν σπανα καθυβρσωμεν, τὸν μιαρὸν καὶ τὸν ἀπνθρωπον, καὶ τὸν πατρδελφον αὐτοῦ, δεῦτε πντες ὀνειδσωμεν, κρζοντες καὶ λγοντες, ὦ σπανα, σφκελα στ μτια σου.  Καὶ νῦν.
Τὴν πατσδα σου τὴν ἄσχημον, καὶ τὴν μουστκαν τὴν πανγριον, καὶ τὴν πιγοναν τὴν μακρν, καὶ τὴν θαν σου τὴν ἄτσαλον, καθορῶντες λγομεν, ὁ θες μου, ἐκ τοὺς σπανοὺς ἡμᾶς λτρωσαι.

     Αρχζει ο μνος που κανονικ συνδευε την ρα του γεματος κι ακολουθε το «2ο πεζ μρος», που η αρχ του λειτουργε εισαγωγικ για το μετπειτα «Προικοσμφωνο», στο οποο αναφρεται χι μνο λστα απ διφορα αντικεμενα, κινητ κι ακνητα, αλλ και τα ονματα των προσπων που παραβρθηκαν εκε, για τα οποα χρησιμοποιονται σνθετες αστεες λξεις. Η ευχ των γονιν αντικαθσταται απ την ευχ ενς νου.
     Το «Ενδιμεσο κεμενο» πληροφορε για το γεμα που χει μεσολαβσει στο πλασιο του γμου του σπανο, πως επσης και για τη 1η νχτα του γμου, που ο διος μαθανει πως η γυνακα του εναι μγισσα κι αρρωστανει απ την εδηση. Για τη θεραπεα του αναφρονται διφορα γιατροσφια, ωστσο η αρρστια εναι επμονη και δεν υποχωρε. στερα απ παρκληση, επεμβανει ο «πνευματικς πατρας», ο οποος αντ για ευχς απευθνει κατρες, εν στο τλος οι γιατρο ορζουν ως θεραπεα την 5μερη παραμον σε λουτρ, η οποα τελικ φρνει και τη λση του προβλματος -ο συγγραφας απαριθμε 99 1/2 κουβδες που ο σπανς γεμζει κατ την αφδευση.
     Ο «Επλογος» εναι 2 ποιματα γραμμνα σε βυζαντιν 12σλλαβο, το 1ο απ τα οποα εναι επιτμβιο, γραμμνο για να κοσμσει τον τφο του σπανο με προτροπ για κατρες. Το 2ο επγραμμα παρουσιζει την ακροστιχδα: «γελ σε». να 3ο ποημα σε 15σλλαβο, με προειδοποισεις να αποφεγεται ο σπανς, κλενει τη σνθεση. Στο τλος, ο συγγραφας αναφρει μια εντελς φανταστικ ημερομηνα θαντου με ανπαρκτη μρα, μνα κι τος.

Στχοι αμβικο ες τν τφον το νοσου σπανο.

Ἐνθδε κεῖται ὁ σπανὸς ὁ τριγνης,
Ὁ παρσημος καὶ μγας τραγογνης,
Ὃς οὐδποτε ἐκλεπει τοῦ συρρπτειν
Δλους, μηχανὰς εἰς ἅπαντας ἀνθρπους.
Καὶ γὰρ οἱ γινσκοντες αὐτοῦ τὰς πρξεις
Ἀναθματι καταβλετε τοῦτον.

τεροι στχοι αμβικο ες τν ατν σπανν.

Γννημα κακὸν ἐκ μυσαρῶν γονων,
πβουλον κημα κακῶν ἀνθρπων,
Ληφθεὶς γὰρ αἰσχρῶς ἐν πρξεσι δαιμνων,
ς εἶχες, ἦλθες τατας ἐπιζητῆσαι.

Σὺ δ, ὃ ἐνδχεται, μαθεῖν εἰ θλεις,
Εὑρὲ τὸ ποθομενον ἐν τῇ ἀκροστιχδι.

τεροι στχοι πολιτικο ες τν ατν κακν σπανν.

Ὅσοι τὸν ἀναγνθετε, ἀδελφοὶ καὶ πατρες.
Παρακαλῶ σας λγετε νκτες καὶ τὲς ἡμρες,
Ὁ κθε εἷς ἐκ τοὺς σπανοὺς νὰ φεγῃ νὰ ’ντηρᾶται
Μπως καὶ καταδσουν τον, πτε του, νὰ γροικᾶται.
Ἐγὼ δὲ ὁποὺ ἐκοπασα εἰς τοῦτον τὸν καννα,
Ἠξερετε ὅτι ἔγραψα τὰ φανερ του μνα.
Τὰ δὲ κρυφὰ τς δναται νὰ τὰ ἐξαριθμσῃ
Καὶ τὴν κακαν τὴν κρυφὴν τὴν ἔχει νὰ μετρσῃ;
Λοιπὸν τῷ ἀναθματι λγομεν, ὅποιος χνει,
Τὸν βον τοῦ κακοῦ σπανοῦ καὶ δὲν τὸν φανερνει.
Ἐτελειθη ὁ μιαρὸς σπανὸς ἔτει αψρθ μηνὶ Μπαμπο-

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers