-


Dali &









/




 
 

 

: .. ( 1420-30 ..)

 

      Ο Μαρνος Φαλιρος γεννθηκε κι ζησε στη Κρτη κι εναι νας απ τους σημαντικτερους εκπροσπους της πρτης περιδου της κρητικς λογοτεχνας. Τα βιογραφικ στοιχεα που γνωρζουμε για αυτν προρχονται απ γγραφα του Κρατικο Αρχεου της Βενετας, που ανακλυψε και δημοσευσε ο A. van Gemert.
     Ποιητς ευγενικς βενετικς καταγωγς, ο Μαρνος Φαλιρος γεννθηκε περπου το 1397 και πθανε το 1474. Μαζ με τον Σαχλκη (περ. 1330-1401) και τον Λεονρδο ( Λινρδο) Ντελλαπρτα (περ. 1330-1419/20) εναι οι 3 σημαντικτεροι ποιητς της Κρτης πριν την λωση. Καταγταν απ μια βενετοκρητικ αριστοκρατικ οικογνεια (των Falier). Πρκειται για μια απ τις οικογνειες των Βενετν που εγκαταστθηκαν στη Κρτη το 1211, ταν η Κρτη (το 1209) περιλθε στη βενετικ κυριαρχα. Ο πατρας του ποιητ, Μρκος, ταν ο μνος απγονος της οικογνειας στη Κρτη κι η μητρα του, Agnese, προερχταν απ την αριστοκρατικ οικογνεια Ghisi που διοικοσε τις κυκλδες. Ο Μαρνος ταν νας απ τους ισχυρτερους γαιοκτμονες της Κρτης. Παντρετηκε γρω στο 1418 την Fiorenza Zeno, κρη του διοικητ της νδρου Pietro Zeno κι απκτησε 9 παιδι. ταν μλος του Μεζονος Συμβουλου του Χνδακα (Ηρακλεου) και της Συγκλτου. Απ τις υπρχουσες πληροφορες δε φανεται να ‘χεν αποκτσει μεγλη μρφωση, σγουρα μως τανε σε θση να παρακολουθε τις ιταλικς λογοτεχνικς εξελξεις. Ο διος ταν κτοχος μιας τερστιας κτηματικς περιουσας στη κεντρικ και νοτιοανατολικ Κρτη. Το 1426 προθυμοποιθηκε ν' αρματσει με δικ του ξοδα μια γαλρα για να πολεμσει τους Τορκους. Τον επμενο χρνο υπηρετοσε ως «supracomitus», δηλαδ ως καπετνιος σε να απ τα δο πολεμικ πλοα που διθετε η Κρτη για τις αμυντικς ανγκες της Βενετας. Στα χρνια της Συνδου της Φλωρεντας (1438-39) υποστριζε την νωση των δο Εκκλησιν.
     Η μρφωσ του δεν πρπει να ταν μεγλη.  Εχε λογοτεχνικ ενδιαφροντα και κατγραψε στην ιστορα της ελληνικς λογοτεχνας αξιλογες λογοτεχνικς επιδσεις. Στη μορφ, τα πρτυπα και το περιεχμεν της η ποιητικ παραγωγ του εμπνεται περισστερο απ τη Δυτικ-Ιταλικ λογοτεχνικ παρδοση. Τα ποιματ του χουν γνει αντικεμενο πολυετν μελετν κι χουν εκδοθε σε σγχρονες κριτικς εκδσεις με εισαγωγ και σχλια απ τους Ολλανδος φιλολγους A. van Gemert και W. Bakker. Γρφει τα ελληνικ που κουγε γρω του, στους δρμους και στις ορθδοξες εκκλησες. δη στα 1400, πειτα απ περπου 2 αινες ζως στη Κρτη, οι Βενετο εχανε γλωσσικ εξελληνισθε. Το περπλοκο φος του κι η χρση σπνιων λξεων κι εκφραστικν τρπων φανερνουν τι μητρικ γλσσα του ποιητ ταν τα ελληνικ. Τη λγια βυζαντιν λογοτεχνα, πως φυσικ και τα αρχαα ελληνικ, δεν φανεται να τα ξερε. Οι σχετικ λγοι αρχασμο εναι σχεδν λοι παρμνοι απ την εκκλησιαστικ γλσσα. Απ τη δημδη μεσαιωνικ λογοτεχνα μλλον εχε διαβσει ερωτικ-ιπποτικ μυθιστορματα. Εκτς απ τα ελληνικ, ξερε ββαια τα ιταλικ και τα βενετσινικα και φανεται να επηρεζεται απ τη δυτικ λογοτεχνα της εποχς του.
      Στο Φαλιρο αποδδονται με ασφλεια 5 ποιητικ ργα: 2 ερωτικ νειρα, το Ιστορα και νειρο και το Ερωτικν Ενπνιον, 2 παραινετικ-παρηγορητικ, η Ρμα Παρηγορητικ κι οι Λγοι Διδακτικο του πατρς προς τον υιν κι, ακμη, το θρησκευτικ, ο Θρνος εις τα Πθη και την Σταρωσιν του Κυρου και Θεο και Σωτρος ημν Ιησο Χριστο. Πιθαντατα λα τα ποιματ του συντθηκαν στην περοδο 1418-30, με τα 2 ερωτικ νειρα να θεωρονται τα παλαιτερα ργα του. Εναι γραμμνα σε ομοιοκατληκτους 15σλλαβους στχους και παρουσιζουν ενδιαφρον απ λαογραφικ, γλωσσικ και γραμματολογικ ποψη. Επιπλον, λα τα ποιματ του, αποπνουνε δυτικ πνεμα, μ' εξαρεση, ββαια, τους Λγους διδακτικος που, μως, αποτελονε πολτιμη πηγ πληροφοριν για τη καθημεριν ζω των αρχοντικν βενετικν οικογενειν της Κρτης (van Gemert 2007, 158).
     Τα θρησκευτικ ποιματ του εναι συντομτερα. Το  "Ρμα Παρηγορητικ" απευθνεται, με σκοπ τη παρηγορα, στον φλο του Benedetto da Molin, επσης αριστοκρτη βενετικς καταγωγς, που χασε την οικογνεια και τη περιουσα του. Το "Λγοι διδακτικο του πατρς προς τον υιν", χει θεματολογα σχετικ με τη χριστιανικ διδασκαλα (κυρως τα αμαρτματα και τις αρετς) στο 1ο μρος, εν το 2ο περιχει πρακτικς συμβουλς για την οικογενειακ ζω. Το τελευταο ργο του, "Θρνος εις τα Πθη και την Σταρωσιν του Κυρου και Θεο και Σωτρος ημν Ιησο Χριστο" χει διαλογικ μορφ: πρκειται για θρνο της Παναγας, που εντσσεται αφηγηματικ σε μια συζτηση ανμεσα σε 2 τομα που παρατηρον μια ζωγραφικ απεικνιση της Σταρωσης.
     Και τα δο ερωτικ ποιματ του, χουνε διαλογικ μορφ (σε αυτ διαφανεται επδραση του ιταλικο ποιητικο εδους contrasto) και θεατρικ χαρακτρα. Στο πρτο ργο, που εναι και εκτενστερο, εκτς απ τον αφηγητ και την κοπλα, που λγεται Αθοσα, συμμετχουν, η Μορα κι η υπηρτρια της Αθοσας, Ποθολα. Το δετερο ργο, που εναι και συντομτερο, παραδδεται χωρς νομα ποιητ σε να απ τα χειργραφα που δισωσαν το Ιστορα και νειρο, γι' αυτ εικζεται τι και το 2ο ποημα εναι ργο του Φαλιρου, το οποο ενδχεται να χει υποστε προσθκες στο τλος. Σε αυτ ο ποιητς ονειρεεται την αγαπημνη του που συνοδεεται απ τον προσωποποιημνο ρωτα. Και τα δο νειρα διακπτονται απτομα, το πρτο απ το τσμπημα ενς ψλλου, και το δετερο απ το λλημα ενς κκορα.
     Το ργο αποδδεται στον Φαλιρο -αν κι χει παραδοθε χωρς ττλο κι νομα συγγραφα- κυρως για 3 λγους: 1) το ποημα "Ιστορα & νειρο" (του Φαλιρου) φανεται να 'ναι σα συνχεια του "Ερωτικο Ενυπνου" και μια εκτενστερη επεξεργασα του διου περπου θματος, 2) τα 2 ποιματα χουν αρκετος μοιους στχους και 3) το υλικ των 2 ποιημτων εναι παρμοιο, δηλαδ συνδυασμς διδακτικο κι ερωτικο διαλγου μες στο πλασιο ενς ερωτικο ονερου, παρλο που η δομ, η πλοκ, καθς κι η δρση των προσπων/χαρακτρων παρουσιζουν διαφορς. Πντως, το "Ερωτικν Ενπνιον" θα πρπει να θεωρηθε ως πριμο ργο του, γιατ, σε σγκριση με την "Ιστορα & νειρο", εναι δεγμα ενς πειρου κι αρχριου ποιητ, ως συντομτερο κι απλοστερο.
     Ο Λνος Πολτης (1999, 46) στην Ιστορα της νεοελληνικς λογοτεχνας παρατηρε:

   «Το ντονο και κπως ρεαλιστικ ερωτικ στοιχεο, μαζ με την αλληγορικ διθεση και την αφγηση του ονερου, δνουν στα ποιματα αυτ (εννοε την "Ιστορα & νειρο" κι "Ερωτικν Ενπνιον") κτι το εντελς ξεχωριστ κι ευχριστο».

     Το ποημα ανκει στο εδος του ερωτικο ονερου, της ιστορας δηλαδ που διηγεται την ονειρεμνη ερωτικ ευτυχα επιτυχα και το απογοητευτικ ξαφνικ ξπνημα την ρα που η επιθυμα του πρωταγωνιστ κοντεει να ικανοποιηθε. Ποιματα που διηγονται νειρα ορματα, ειδικ σε σγκριση με τη Δση, εναι σπνια στη μεσαιωνικ ελληνικ λογοτεχνα. Το μνο εδος που εχε κποια διδοση ταν το ραμα του Κτω Κσμου, που αποτελε και το αφηγηματικ πλασιο σε πολλ πριμα δημδη κεμενα (βλ. Λαμπκης 1982, 156-214), τα περισστερα απ τα οποα εγγρφονται στη 1η φση της κρητικς λογοτεχνας -ανμεσ τους ξεχωρζουν ο εμβληματικς Απκοπος (α' β' μισ του 15ου αι.) του Μπεργαδ κι η "Ρμα Θρηνητικ" του Πικατρου (πιθαντατα β' μισ 15ου αι.).
          Το ερωτικ νειρο ως λογοτεχνικ εδος εναι γνωστ κυρως απ την ολλανδικ και γερμανικ λογοτεχνικ παρδοση. Συνθως αποτελεται απ ονειρικ επσκεψη απ τον/την αγαπημνο/η, τις προτσεις του νδρα και το ξπνημα την αυγ απ κκορα/φλακα απ χους που ακογονται απ ξω.  
     Το ερωτικ νειρο το βρσκουμε μνο ως μικρ επεισδιο στα ερωτικ μυθιστορματα των παλαιολγειων χρνων. Αντθετα, στη Δση το νειρο το ραμα ταν νας απ τους δημοφιλστερους τπους της μεσαιωνικς ποησης. Χρησμευε ως πλασιο για ργα πολλν ειδν, μεταξ αυτν και τα ποιματα ερωτικο περιεχομνου, επειδ εναι ο πιο μεσος τρπος για να μεταφερθε ο εραστς στον περιπθητο τπο του ρωτα και να περιγρψει τις ονειρευτς ηδονς και την απγνωση του ξαφνικο ξυπνματος. Πντως, το νειρο, ως αυτοτελς ποημα, εναι γνωστ απ τα ελληνιστικ χρνια. Το βλπουμε να εμφανζεται σε μερικ επιγρμματα κι επσης να ενσωματνεται και στα μεταγενστερα μυθιστορματα, λγια και δημδη. Στη λατινικ λογοτεχνα το συναντμε στον Οβδιο, εν φανεται να 'ναι γνωστ και πριν απ την Αναγννηση και σε λλες ευρωπακς χρες (λ.χ. Γερμανα, Ολλανδα κ..).
      Οι φλοι κι αδερφο στους οποους απευθνεται στα ποιματ του πρπει να ανκαν στους διους κκλους με τον ποιητ· απ τη μια, ζοσαν μσα στο πολιτιστικ κλμα της Βενετας παρακολουθντας κι εκτιμντας τη λογοτεχνικ της κνηση, απ την λλη, τανε κτοχοι και της ελληνικς γλσσας. Γι’ αυτος τους ανθρπους που ζοσαν ανμεσα στους 2 κσμους προορζονταν τα ποιματα του Φαλιρου.
     Το "Ιστορα & νειρο" εναι 758 ομοιοκατληκτοι πολιτικο στχοι. Γρφτηκε το 1418 εποχ του αρραβνα γμου του ποιητ με την Fiorenza Zeno.  Ο Φαλιρος προσδωσε επιπλον στο ερωτικ νειρο θεατρικ μορφ, με τρεις σκηνς και τσσερα πρσωπα.  Ο Φαλιρος εναι ο ερωτευμνος, που αφηγεται.  Η Μορα εναι η Τχη-προξεντρα, προσωποποιημνη. Η Αθοσα εναι η αγαπημνη του, το νομα της οποας παραπμπει στο νομα της μνηστς και μετπειτα συζγου το ποιητ Fiorenza. Η Ποθολα εναι η υπηρτρι της. Το νομ της παραπμπει στον ρωτα Πθο, γιο της Αφροδτης.  Ο ποιητς-αφηγητς περιγρφει να νειρ του. Ονειρετηκε τι τον επισκφτηκε η Μορα του και του φερε να μνυμα τι η αγαπημνη του θα ενδσει. Τον οδγησε στο σπτι της. Η υπηρτρια Ποθολα το ανογει και προσπαθε να πεσει τη κυρ της να τον δεχτε. Η Αθοσα δχεται να του μιλσει μνο απ το παρθυρο. Στο παρθυρο εξελσσεται το μεγαλτερο μρος του ποιματος, που εναι ο διλογος ανμεσα στον Φαλιρο και την Αθοσα. Επιχειρε να τη φιλσει και να τη χαδψει. Αυτ αρνεται κι εκενος περιορζεται να τη πεσει για την ειλικριν του αγπη. Η Αθοσα πεθεται μνο απ τον ρκο του. Τη στιγμ που πει να του ανοξει τη πρτα ο ποιητς ξυπνει απ το τσμπημα ενς ψλλου!
     Ο Μαρνος Φαλιρος πιθαντατα εχε υπψη του κι εμπνεστηκε απ τη ποηση του σγχρονου βενετο πολιτικο, ουμανιστ και ποιητ Leonardο Giustinian που στα ποιματ του περιλαμβνονταν και διλογοι ερωτευμνων στο παρθυρο. ταν δημοφιλστατα κι απαγγλλονταν τραγουδινταν σε γμους και γιορτς. Πιθαντατα εχαν φθσει και στη Κρτη μσα απ την ανελλιπ επικοινωνα με τη Βενετα. Δεν μπορε να αποκλειστε η πιθαντητα το ποημα του Φαλιρου να γρφτηκε για να απαγγελθε στο γμο του. Το ποημα παραδθηκε σε 3 χειργραφα του 16ου αινα: 1) Ambr. gr. Y. 89 Sup., 2) Neapol. gr. III. B. 27, 3) Vat. gr. 1583 (αντιγρ. Ανδρ. Νοκιος).
     Ο διλογος στο παρθυρο μεταξ δο ερωτευμνων αποτελε λογοτεχνικ στοιχεο/ θμα, που απαντ μνο στο πος του Βασιλεου Διγεν Ακρτη. Δεν απαντ αλλο στη Μεσαιωνικ Ελληνικ Λογοτεχνα. Το θμα της αυγς/ συνντηση ερωτευμνων την αυγ απαντ στο Διγεν Ακρτη και σ' λα τα ερωτικ μυθιστορματα των παλαιολογεων χρνων (14ος – 15ος αι.). Ο Φαλιρος φανεται τι εμπνεστηκε απ δυτικ πρτυπα. Ειδικτερα, ο διλογος στο παρθυρο μεταξ δο ερωτευμνων και μλιστα την αυγ αποτελε το βασικ χαρακτηριστικ των ιταλικν contrasti και pastourella. Πρκειται για ποιητικ εδη. Τα contrasti γνρισαν μεγλη διδοση στην ιταλικ λογοτεχνα απ το 13ο μχρι το 15ο αινα.
     Η "Ρμα Παρηγορητικ" εναι 302 ομοιοκατληκτοι πολιτικο στχοι και χρονολογεται πριν το 1426.   Παραδδεται σε τρα χειργραφα: 1) Ambr. gr. Y. 89 Sup., 2) Laur. Ashburnh. 1549 (αντιγρ. Μιχ. Κυριακπουλος), 3) Neapol. gr. III. B. 27. Απευθνεται στο φλο του Benedetti da Molin, μλος της βενετικς αριστοκρατας στην Κρτη, που χασε τη σζυγο, τα παιδι και την περιουσα του. Προσπαθε να τον παρηγορσει. Του επισημανει τι ο νθρωπος, ως λλογο ον μπορε να κατανοσει την αστθεια του κσμου, το θνατο ως απελευθρωση και την καλοσνη και την επιεκεια του Θεο.   Πρκειται για μια consοlatio (παρηγορητικ λογοτεχνα), εδος που γνρισε μεγλη διδοση στη Δυτικ Ευρπη, απ' που πρπει να εμπνεστηκε ο ποιητς στη Κρτη.
      Ο "Θρνος εις τα Πθη και τη Στυρωση του Κυρου και Θεο και Σωτρος ημων Ιησο Χριστο" εναι 404 ομοιοκατληκτοι πολιτικο στχοι. Χρονολογεται πριν το 1420 (πριμο ργο). Εκδθηκε στη Βενετα το 1543-44. Παραδδεται σε να χειργραφο: Tubing. Mb 27, αντγραφο της βενετικς κδοσης. Πρκειται για να μοιρολγι της Παναγας, γραμμνο πως και το "Ιστορα & νειρο" σε δραματικ μορφ.  Εμφανζονται να συνομιλον η Θεοτκος, ο Ιωννης, η Μρθα, η Μαρα η Μαγδαλην, ο Χριστς, οι Εβραοι, ο Λογγνος κι νας εκατνταρχος. Κεμενα σε πεζ κι μμετρη μορφ με θμα το μοιρολγι της Παναγας γρφτηκαν και διακινθηκαν και στον ελληνφωνο χρο. Φανεται μως τι ο Φαλιρος εμπνεστηκε απ αντστοιχα κεμενα που γρφτηκαν στην Δυτικ Ευρπη κι εναι γνωστ ως Planctus Mariae (θρνος της Θεοτκου). Τα κεμενα αυτ μσω Ιταλας φτασαν και στη Κρτη. Ο Leonardo Giustinian γραψε τις "Laudi dialogate", που προορζονταν να απαγγλονται τη Μεγλη Παρασκευ.
     Οι "Λγοι διδακτικο του πατρς προς τον υιον" εναι 326 ομοιοκατληκτοι πολιτικο στχοι που γρφτηκαν πριν το 1430. Παραδδεται σε να χειργραφο (Vallicel. gr. 39, του πρτου μισο του 16ου αινα). Το ποημα χει ηθικοδιδακτικ-παραινετικ χαρακτρα. Απευθνεται στον υι του. Σκοπς του εναι να προσφρει χρσιμες συμβουλς για τον ενδεδειγμνο τρπο ζως. Στο πρτο μρος κνει μια γενικ αναφορ στη χριστιανικ διδασκαλα. Αντλε απ την προσωπικ του εμπειρα. Οι συμβουλς του αφορον στην οικογενειακ ζω, τους φλους, τη διαχεριση της περιουσας και τις κοινωνικς συναναστροφς. Παλαιτερα πιστευταν τι ο ποιητς εχε επηρεαστε απ τους Στχους του Αλεξου Κομνηνο-Σπανα. Σμφωνα μως με τα πορσματα της νετερης φιλολογικς ρευνας ο ποιητς εμπνεστηκε και πλι εχε ως πρτυπο να δυτικ κεμενο. Πρκειται για μια λατινικ πεζ επιστολ με ττλο "De cura rei familiaris" (Για τη διαχεριση των οικογενειακν υποθσεων), που αποδδεται στον γιο Βερνρδο του Claervaux (12ος αι.), αλλ γρφτηκε απ κποιον Bernardus Silvester. Το κεμενο γνρισε μεγλη διδοση στη Δυτικ Ευρπη σε χειργραφη κι ντυπη μορφ. Προφανς φθασε στη Κρτη μσω Ιταλας, που και το γνρισε ο Μαρνος Φαλιρος. Το κεμενο του Φαλιρου το ενσωμτωσε στο δικ του ποημα ο Μρκος Δεφαρνας, Λγοι διδακτικο του πατρς προς τον υιν (μαζ με το αντστοιχου περιεχομνου ποημα του Σαχλκη), το οποο δημοσευσε στη Βενετα το 1543 και το 1644.
       Η περπτωση του Μαρνου Φαλιρου εναι ενδεικτικ για δο πργματα:
   1ο.  Το πσο η Κρτη και οι Κρτες μποροσαν να γνωρζουν μσω της Βενετας τις πνευματικς εξελξεις στην Ιταλα και τη Δυτικ Ευρπη και να εμπνονται απ τις εκε λογοτεχνικς εξελξεις.
   2ο.  Το πσο οι βενετοκρητικο αριστοκρτες εχαν εξελληνιστε στις αρχς του 15ου αι., διακσια χρνια μετ την εγκατστασ τους στην Κρτη, στε να χρησιμοποιον για τη λογοτεχνικ τους κφραση την ελληνικ γλσσα και το 15σλλαβο στχο.
     να πραγματικ constrasto, δηλαδ διλογος μεταξ ενς νου και μιας κοπλας σε παρθυρο χωρς το ονειρικ πλασιο, στο οποο τοποθτησε το δικ του contrasto ο Μαρνος Φαλιρος στο Ιστορα και νειρο, εναι το ποημα που τιτλοφορεται "Ριμδα κρης και νιου". Παραδδεται στο χειργραφο Ambr. gr. Y. 89 Sup. πριν απ την Ιστορα και νειρο του Φαλιρου, καθς και στον κδικα Vind. Theol. gr. 244. Στα χειργραφα το κεμενο παραδδεται χωρς τη μνεα του ποιητ του. χει διατυπωθε η ποψη τι πρπει να προρχεται απ τη γραφδα του Φαλιρου. Εκτς απ την παρδοση στο διο χειργραφο μαζ με τα δικ του κεμενα, η μορφ, η γλσσα και το θμα του θυμζουν τα κεμεν του. Η ρευνα δεν χει καταλξει, αν πρκειται για κεμεν του για κεμενο που γραψε κποιος που τον μιμθηκε. Στα δο χειργραφα το χειργραφο παραδδεται σε δο διαφορετικς διατυπσεις. Πρκειται για δο παραλλαγς. Η παραλλαγ του κδικα Ambr. gr. Y. 89 Sup. εναι συντομτερη: 154 ομοικατληκτοι στχοι, βρσκεται πολ κοντ στο αρχικ χαμνο κεμενο του ποιητ. Η παραλλαγ του κδικα Vind. Theol. gr. 244 χει μεγαλτερη κταση: 198 ομοιοκατληκτοι στχοι. Στο τλος του κειμνου στην παραλλαγ αυτ χει προστεθε μια ηθικοδιδακτικο περιεχομνου συμπλρωση. Το σντομο ερωτικ ποημα υπρξε δημοφιλστατο και διακινθηκε και προφορικ. Απ τη προφορικ παρδοσ του επιβωσαν μχρι το 19ο αι. δο συντομευμνες αποσπασματικς παραλλαγς του, που κατεγρφησαν στην Κρκυρα και την Κω. χει χαρακτηριστε ως «να απ τα καλτερα ργα της κρητικς λογοτεχνας» (A. van Gemert). «Εκτς απ την αφηγηματικ του χρη και τη γνσια δημοτικ του κφραση, το τραγοδι το χαρακτηρζει και νας αισθησιακς ρεαλισμς, που αντστοιχ του βρσκουμε σε μερικ δημοτικ τραγοδια της αγπης και που δε χνει ποτ μια δροσι και μια ευγνεια.» (Λ. Πολτης).
      Το "Ερωτικν Ενπνιον" χει ισχν παρδοση, καθς σζεται μνο σ’ 1 χειργραφο κδικα, τον Neapolitanus gr. III B. 27 (Ν), που χρονολογεται στο 1/4 του 16ου αι. Πρτος παρουσασε το ποημα ο Schmitt (1892), στη συνχεια, το δημοσευσε, μαζ με τα υπλοιπα ργα του ποιητ που τανε γνωστ κενη την εποχ, ο Γεργιος Ζρας στο περιοδικ Κρητικ Χρονικ (1948). Εγκυρτερη, ββαια, θεωρεται η κριτικ κδοση των 2 ερωτικν ονερων του, που εκπονθηκε απ τον ολλανδ νεοελληνιστ A. F. van Gemert (2006· 1η κδ. 1980). Η τελευταα αποτλεσε και τη πηγ των ανθολογομενων αποσπασμτων εδ.

======================



                                Ερωτικν Ενπνιον

     Στο ποημα ο Φαλιρος αφηγεται, σε κταση 130 ιαμβικν 15σλλαβων στχων και σε μορφ επιστολς προς κποιον φλο του, μεταξ λλων, και να ερωτικ νειρο με πρωταγωνιστς τους προσωποποιημνους ρωτα και Μορα, καθς και τον διο και την αγαπημνη του. Ο ποιητς δχεται ενυπνως την επσκεψη της καλς του και του ρωτα, ο οποος τον διδσκει για την «Ερωτοκρατα». Η Μορα και ο ρωτας πεθουν τους δο νους πως εναι γραφτ απ τη γννησ τους ακμα να σμξουν. Το ξπνημα γνεται με τον κλασικ τρπο, με το πρτο λλημα του πετεινο, τη στιγμ που το Ριζικ εναι τοιμο να ενσει το ζευγρι.
      Οι πρτοι 10 στχοι αποτελον την εισαγωγ του ποιματος. Ο ποιητς απευθνεται σε κποιον φλο του και δηλνει την πρθεση να του γρψει μια επιστολ. Σ’ αυτν σκοπεει να μοιραστε μαζ του, μεταξ λλων κι να ερωτικ νειρο που εδε. Το θμα του ποιματος δνεται τσι απ την αρχ του ργου. Η διγηση του ονερου ξεκιν με την εμφνιση της αγαπημνης του με τον μικρ ρωτα (στ. 11-34). Ο προσωποποιημνος ρωτας κρατει τξο και βλη και ετοιμζεται να υπακοσει στη διαταγ της κοπλας, πληγνοντας τον ποιητ. Αυτς καλωσορζει την κρη και τον μικρ ρωτα και τον παρακαλε να του δσει θρρος και δναμη, πλα για να κερδσει το αντικεμενο του πθου του (στ. 35-50).
      Στους στχους 51-100 ο ρωτας καθησυχζει τον τρομαγμνο ποιητ και τον βεβαινει πως τον στειλε ο Πρτος ρωτας με πλρη εξουσα. Εναι προορισμνο ο ποιητς και η κρη να ζσουν και να πεθνουν μαζ. τσι, το μνο που χουν να κνουν οι δο ερωτευμνοι εναι να απολασουν τα πλοτη του ρωτ τους, χωρς να χνουν χρνο. Η διγησ τους διακπτεται δο φορς (στ. 57-66 και 85-92) απ παρενθσεις για τον ρλο της Μορας.
      Ο ποιητς, αφο κουσε τα ενθαρρυντικ και ελπιδοφρα λγια του ρωτα, πλησιζει την αγαπημνη του χαρομενος. μως, τη στιγμ που φτνει να την αγκαλισει (στ. 101-104) εμφανζεται η Μορα και τον διακπτει. Εκενος την καλωσορζει και της προσφρει κθισμα (στ. 105-116). Το λλημα του πετεινο διακπτει ξαφνικ το νειρο (στ. 117-118) κι ο ποιητς μταια προσπαθε να ξαναβρε τη Μορα και την αγαπημνη του (στ. 119-124). Το ποημα τελεινει με την προτροπ στους αναγνστες να μθουν πς να συμπεριφρονται στον ρωτα και να δεχνουν την εκτμησ τους σ’ αυτν τον «φρικτ ργα» που κυβερν τις ζως τους (στ. 125-130).               

Φλε, τὸ σπλχνος τὸ πολὺ τὸ ἔχομε μὲ βιζει
νὰ γρψω πρὸς ἐσὲν γραφὴ πονετικὴ νὰ μοιζη.
Λοιπὸν ὁ πνος τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ κορμιοῦ ἡ θλψη
καὶ τῶν χεριῶν ὁ τρομασμς, ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ λεψη,
οὐδὲ μ’ ἀφνασιν ποτὲ νὰ πισω τὸ κοντλι,
οὐδὲ ἡ πρκα μ’ ἄφηνε λγος νὰ βγῆ ἐκ τὰ χελη.

Τρα λοιπὸν ἀνσανα κι ἐπῆρα λγο ἀρα
ἀπὸ τὰ τσα βσανα τὰ ἔχω νκτα μρα.
Καὶ θλω γρψει πρὸς ἐσὲν καὶ ὄνειρον ὁποὺ εἶδα
καὶ στργω ν’ ναι γιὰ καλ, τῆς τχης μου μερδα.
Ἔχοντα πντα εἰς λογισμὸν μαν ἀπ’ ἄλλη χρα
θωρῶ την κι ἦρθε εἰς ὕπνου μου πρὸς τῆς αὐγῆς τὴν ὥρα.

Ἔσυρνε καὶ γιὰ συντροφιὰ ἕνα παιδὶ μικρολι,
φορεῖ φτερὰ χρυσλαμπρα, ἦτον πολλὰ’ μορφολι
καὶ εἶχε ὀμπρὸς στὰ μτια του μιὰ μεταξνια σκπη.
Εἰσμιὸ θωρῶ καὶ βγνει τη καὶ στκει καὶ μὲ βλπει.
Βαστᾶ ταρκασοδξαρο, σατες πλουμισμνες,
ὡς ἔδειξαν μ’ ἐφνησαν νὰ ἦσαν αἱματωμνες,
ὅλες ἐξ αἵματος καρδιᾶς μ’ ἐφνησαν ὅτ’ ἦσαν.
Καὶ μὲ σπουδὴ στὴν κλνη μου οἱ δυ τους ἐκαθσαν.

Γρικῶ τὸ σπλαχνικὸ παιδ, λγει: «Κυρ, κοιμᾶται
αὐτὸς ὁπο ’τον ἀφορμὴ κι ἐσνα δὲ θυμᾶται.
Ὅρισε τ ἔν’ τὸ ργεσαι. Τὸν πῆρα ἐξουσι μου
αὐτὸν ποὺ μλλει ν’ ἀγρυπνᾶ πλιὰ παρὰ σν, κυρ μου».
Κι ἐκενη λγει: «Γμισε τοῦ Πθου τὸ δοξρι
κι ἔβγαλε μιὰ φαρμακερὴ σαγτα μὲ ξιφρι».

Σντομα βλπω τὸ παιδὶ καὶ τὸ δοξρι πινει
καὶ μιὰ σαγτα δστομη ἐκ τὸ ταρκσι ἐβγνει.
Λγει πρὸς τὴν πολπονη: «Ποῦ θλεις νὰ τὸν δσω;
Νὰ τνε δσω στὴν καρδιὰ καὶ νὰ τὸν θανατσω»;
Ττες, μοῦ φνη, λγει του: «Βρ’  του εἰς ἄλλον τπο
νὰ τυραννᾶται στα ζῆ μὲ πνον καὶ μὲ κπο».

Κι ἐγὼ τὸ ἰδεῖν ἐτρμαξα κι ἐδκρυωσεν τὸ φῶς μου
θωρντας τσο φοβερὸν ὄνειρο τὸ εἶχα ὀμπρς μου.
Μ’ ἐφνηκεν ’τι ἐξπνησα καὶ ἀνβλεψεν τὸ φῶς μου
καὶ ὁ Ἔρωτας ἐστκετον μὲ τὸ δοξρι ὀμπρς μου.
Καὶ ἁπλνω, πινω σντομα ἐκενη πο ’χα γνρα
καὶ χαιρετῶ: «Καλῶς ἠλθεν ἡ ξνη ἀπ’ ἄλλη χρα,
χλια καλῶς ἀπσωσε τὴν εἶχα πεθυμα.
Π με, κυρ, τς ἔναι αὐτὸς πὄχεις γιὰ συντροφα
μὲ τὰ χρυσλαμπρα φτερ, μὲ τ’ ὄμορφο δοξρι»;

Λγει με: «Αὐτὸς ἔν’ ὁ Ἔρωτας ὁπὄχει τση χρη.
Αὐτὸς μᾶς ἔσμιξε τὰ δυὸ μὲ τὸ γλυκ του βλμμα
καὶ μὲ τὸ τξο ποὺ ρωτᾶς μᾶς ἔσφαξεν τὸ πνμα».
Κι ἐγὼ τ’ ἀκοσει ἐστναξα κι ἐδκρυσεν τὸ φῶς μου
ἐβλποντας τὸν Ἔρωτα μὲ τὸ δοξρι ὀμπρς μου.
Δνω γοργὸ τὰς χεῖρας μου, τρχω καὶ προσκυνῶ τον,
τρμοντας καὶ δειλιζοντας ὅλος παρακαλῶ τον
γιὰ νὰ μοῦ δση χριτα, θρρος γιὰ νὰ κερδσω
τὸ πεθυμᾶ ἡ καρδτσα μου καὶ ἡ ψυχ μου ἀπσω.

Καὶ αὐτὸς γελντας λγει με: «Στκε, μηδὲν δειλιζης
καὶ ἄντρεψε τὴν καρδτσα σου καὶ μὴν ἀναστενζης.
Κι ἰδς, τὸ θλεις ζτηξε, ὅτ’ εἶμαι ὁρισμνος,
ἀπὸ τὸν Πρῶτον Ἔρωταν σ’ ἐσὲν ἀποσταλμνος
κι ἔχω ξουσιν, ὡς θὲς ἰδεῖ, νὰ κρνω τοὺς ποθοῦσι,
αὐτοὺς ὁπὄχουν πεθυμι, φλγαν καὶ δὲ μποροῦσι

[Κι ἤξευρε, τὸ μελλμενο ἐκ τὴν ἀρχὴ τοῦ ἀθρπου
οἱ Μοῖρες τὸ μοιρανουσι, σὰ γεννηθῆ μὲ κπου.
Γι’ αὐτὸ κι ἐσν’ ἡ Μορα σου ἂ σὄγραψε καὶ μλλει,
θλεις τὴν πρει, πστεψε, στὸ πεῖσμα ποὺ δὲ θλει».
Κι ἐγὼ τοῦ λγω: «Ἔρωτα, ἂν ἔν’, σὰ λς, καὶ μοιζει
τοῦ καθενὸς καὶ ἂ μλλεται, δὲν πρπει νὰ κοπιζη,
λοιπὸν δὲν κμνει χρειὰ τινὰς οὐδλως ν’ ἀγαπση,
ἀφετις ἔν’ μελλμενο ἡ Μορα νὰ τὸ ποση˙
τοῦ καθενὸς καὶ ἂ μλλεται, πρπει γιὰ ν’ ἀνιμνη
στα νὰ ἔλθη ὁ καιρὸς τὸ πεθυμᾶ νὰ γνη»].

Αὐτεν’ ἡ κρη ἦρθε ψὲς στὴν Ἐρωτοκρατα
κι ηὗρε τὸν Πρῶτον Ἔρωτα μ’ ὅλην τὴν συντροφα.
Καὶ κλαει καὶ θρηνοβολεῖ, ἀρχζει καὶ δηγᾶται
καὶ πρὸς τὸν Πρῶτον Ἔρωτα πολλὰ παραπονᾶται.
Καὶ ἀρχζει, λγει: «Ἔρωτα, ἀπὸ χρονῶν δεκξι
ἐγρφτηκα γιὰ δολη σου κι ἐγὼ κατὰ τὴν τξη
κι ἔβαλα εἰσμιὸν τὸν πθο μου εἰς νιὸν ὁποὺ μ’ ἐφνη
πολλὰ καλὸς καὶ μετὰ μὲ νὰ ζση, ν’ ἀποθνη.

Καὶ αὐτὸς ἐμνα ἀγπησε στεριὰ κι ἐμπιστεμνα
κι εἶχα κι ἐγὼ τὸ θρρος μου γιὰ νὰ χαρῆ μ’ ἐμνα.
Τρα τὸ πῶς μ’ ἐγνηκε κι ἔβαλα σ’ ἄλλον πθο;
Καὶ ἂν ἔν’ κι ἐσὺ τὸ θλησες, πς με το νὰ τὸ γνθω,
νὰ μὴν πρικανω τὸ κορμὶ καὶ τὴν καρδιὰ νὰ φλγω
καὶ μὲ τὴν παραπνεση τὴν τχη μου νὰ κλαγω».

Ττες ἀρχζει ὁ φοβερὸς ὁ Πρῶτος τῶν Ἐρτων
καὶ λγει: «Κρη, θρρεσε σ’ αὐτὸν καὶ ἄφες τὸν πρῶτον,
στερωσε τὴν ὄρεξη’ ς τοῦτον ποὺ λγεις τρα,
καλὰ καὶ ἂ λεπεται ἀπ’ ἐδῶ κι ἔναι σὲ ξνη χρα.

[Γιατὶ ὅταν ἐγεννθηκες ἦρθε σ’ ἐμν’ ἡ Μορα
γελντας καὶ χαιρμενη κι ἐκτπησε στὴν θρα.
Λγει με: «Ἐγεννθηκε μιὰ νιὰ τὴν ὥραν τοτη
κι εἰς τ’ ὄνομα τοῦ ὁδεινὸς ἄμε καὶ γρψε μο τη».
Κι εἶπε μου καὶ ἄλλα περισσὰ ἡ Μορα σου γιὰ σνα
κι εἰς τὸν τροχὸν τῆς Ἐρωτιᾶς ὅλα τ’ χω γραμμνα.
Γι’ αὐτὸν ἐγὼ κι ἡ Μορα σου, ἐγὼ καὶ αὐτὸς ὑστρου
μλλει σου εἰς πλοτη καὶ τιμὴ οἱ τρεῖς μας νὰ σὲ φρου].

Καὶ νὰ τὸ ξερης καθαρ: σ’ ἄλλον νὰ μὴ ἀθιβνης,
γιατὶ σὲ μλλει μετ’ αὐτὸν νὰ ζσης, ν’ ἀποθνης».
Τὰ ἄκουσα κι εἶδα εἶπα σου καὶ θρειε τὸν γιατρ σου
κι ἰδὲς τὸ γληγορτερο νὰ γινης τὸ κακ σου.
Γιατὶ καιρὸς ὁπ’ ἀπερνᾶ οὐδὲ γυρζει πλο
καὶ τὸ’ χεις χρεα γρεψε κι ἄλλον οὐδὲ σοῦ λω.
Κι ἔχετε γει, ἀφνω σας, καὶ ὁ καθεεὶς ἂς γνθη:
γυρψετε τῆς ἐρωτιᾶς τὸ βιὸ τὸ σᾶς ἐδθη».

Κι ἐγὼ τ’ ἀκοσει, φλε μου, ἐχρηεν ἡ ψυχ μου.
Εἰσμιὸν ἐσμωσα κοντὰ στὴν πολυπθητ μου
καὶ ἅπλωσα τὸ χερκι μου στ’ ὡρι της τὸ τραχλι
κι ἐσμωσα τὰ χελη μου πρὸς τὰ δικ της χελη.

[Ττες ἤκουον ἔκτυπον κι ἔκρουγεν εἰς τὴν θρα.
Λγω: «Τς ἔναι;» Λγει με: «Ἄνοιξε, ἐγ’ μαι, ἡ Μορα».
Ττες ἡ κρη λγει μου: «Δρμε νὰ τῆς ἀνοξης
καὶ ἂν ἤσουν φρνιμος ποτ, τρα τὸ θλεις δεξης».
Τρχω μὲ τὸ ποκμισο καὶ ἀνογω της καὶ μπανει
κι ἀπὲ τὰ κλλη τ’ μορφα μ’ ἐφνη καὶ λαμπανει.

«Χλια καλῶς ἀπσωσε, χλια καλῶς τὴν εἶδα
τὴν σπλαχνικτατην κερὰ καὶ Μορα μου, ἐλπδα».
«Ζων, χαρὰν καὶ γειὰν πολλὴ ν’ χετε», λγ’ ἡ Μορα,
καὶ μὲ τὸ βλμμα τὸ γλυκὺ τοὺς δυ μας ἐσυντρα.
Βνω θρονὶν καὶ λγω της: «Ἔλα, κερ, νὰ ζσης,
θωρῶ σε’ τι ἦλθες μὲ σπουδ, κτσε νὰ ξατονσης»].

Ττες ἔκραξε ἀλκτορας κι ἐμνα ξπνησ με
καὶ τ’ ὄνειρον ὁπὄβλεπα ἐπῆγε καὶ ἄφηκ με.

[Καὶ πλι, λγω, ἂς κοιμηθῶ, μὲ τοτην τὴν ὀλπδα,
μνα γυρση τ’ ὄνειρο˙ ττοιο καλὸ δὲν εἶδα.
Γυρζω’ δῶ, γυρζω’ κεῖ, τὴν Μοραν δὲν ηὑρσκω,
οὐδὲ τὴν νιὰν ποὺ κρτουνα˙ ὤχου καὶ πσα πλσκω!
Ὁ πετεινὸς μοῦ τ’ φταισε˙ ἂ δὲ μ’ χε ξυπνσει,
ὁλοτελὶς ἡ Μορα μου μοῦ τὸ ἤθελε ξεφλσει ].

[Ἂς μθη ὁ νιὸς ὁπ’ ἀγαπᾶ σ’ ἐκεῖνο τὸ γυρεει,
στὸν κσμον ὅπου περπατεῖ, μὲ τ τρπο νὰ ὁδεη,
γιατὶ ἔν’ πολλὰ χρειαζμενο στοὺς νιοὺς γιὰ νὰ κατχουν,
ὁποὺ ποθοῦν στὸν ἔρωτα, τὸ πῶς νὰ τὸν ξετρχουν.
Λοιπὸν τὸ ργα τὸν φρικτὸν Ἔρωτα νὰ τιμοῦμε,
καὶ ἄλλο δὲν ἔχω νὰ σᾶς πῶ στὴ ρμα ποὺ δηγοῦμαι].

======================




                                         Ιστορα & νειρο

     Το κεμενο εναι, σμφωνα με τους μελετητς, ο πρτος θεατρικς διλογος της νεοελληνικς λογοτεχνας. Πρκειται για δραματοποιημνη διγηση μιας ερωτικς σκηνς, αποτελομενη απ μερικος θεατρικος διαλγους που τους συνδει μεταξ τους ο αφηγητς. Ο τελευταος, που σημεινεται με το γρμμα Φ (Φαλιρος), εναι και ο κριος χαρακτρας και διηγεται σε πρτο πρσωπο στους «αδελφος» του να νειρο που εδε. Τα πρσωπα που παρουσιζονται στο νειρο εναι τσσερα: ο ερωτοχτυπημνος αφηγητς Φαλιρος, η εκλεκτ αγαπημνη του (η Αθοσα), η Μορα, νας συνδυασμς Τχης και προξεντρας, και η υπηρτρια της αγαπημνης, η Ποθολα. Ο πυρνας του ργου –που καταλαμβνει το μισ περπου κεμενο– εναι ο διλογος των δο ερωτευμνων στο σιδερφραχτο παρθυρο, εν η δυσρεστη κατληξ του αποτελε χαρακτηριστικ γνρισμα των ερωτικν ονερων. Η Μορα και η Ποθολα εναι δευτερεοντα πρσωπα, ωστσο ο ρλος τους στην εξλιξη της ιστορας εναι καριος, καθς συμβλλουν στην ευτυχ νωση του ζευγαριο· τα πρσωπα αυτ κατγονται απ τους χαρακτρες της μεστριας και της υπηρτριας, που απαντον στην παρδοση της λατινικς και ιταλικς κωμωδας. Τσο η Μορα σο και η Ποθολα δεν διαθτουν παρ μνο την ψη υπερνθρωπης δναμης και χουν μετατραπε σε εντελς ανθρπινα πρσωπα (την προξεντρα και την υπηρτρια) που συμμετχουν σ’ ναν διλογο γεμτο κωμικ στοιχεα.
     Παρλο που το ργο δεν κρθηκε ξιο προς εκτπωση απ το βενετικ τυπογραφικ δκτυο -, τουλχιστον, δεν σζεται μαρτυρεται κποια πριμη βενετικ κδοσ του- γνρισε κποια διδοση, αν κρνουμε απ τη χειργραφη παρδοσ του η οποα περιλαμβνει τρεις κδικες των αρχν του 16ου αινα, τους Ambrosianus Y suppl. (Α), Vaticanus gr. 1563 (V) και Neapolitanus gr. III B 27 (N). Βασισμνος κθε φορ και σε λλο χειργραφο, το κεμενο εξδωσε, σε διαφορετικς χρονικς στιγμς, ο Γ. Ζρας (1940, 1961 και 1971-72 αντστοιχα). Ασφαλς, η πιο ικανοποιητικ του παρουσαση γινε απ τον ολλανδ νεοελληνιστ Arnold van Gemert (2006· 1η κδ. 1980), ο οποος στηρχθηκε στη συγκριτικ εξταση και των τριν χειρογρφων. Το κεμενο παρατθεται εδ βσει της δικς του κδοσης.
     Η Ιστορα και νειρο εκτενεται σε 758 ομοιοκατληκτους 15σλλαβους στχους και διακρνεται σε τρεις σκηνς. Στην πρτη σκην εμφανζεται η Μορα για να ενθαρρνει τον αφηγητ να πλησισει την αγαπημνη του και στη δετερη η Μορα και ο ποιητς, αφο μεταβανουν στο σπτι της κοπλας, διαπραγματεονται με την Ποθολα προκειμνου να τους ανοξει. Στην τρτη και τελευταα σκην ο Φαλιρος και η Αθοσα συνομιλον απ το παρθυρο και την ρα που η κοπλα ενδδει νας ψλλος τσιμπ τον ποιητ και το νειρο διακπτεται. Ο Φαλιρος χρησιμοποιε το μτρο και την ομοιοκαταληξα με αξιοσημεωτη φαντασα και ποικιλα, συνθτοντας να απολαυστικ ανγνωσμα.
     Το ποημα εναι να ερωτικ νειρο με κωμικο-ρεαλιστικ χαρακτηριστικ, που ο Φαλιρος το διηγεται με πολ κφι. Το νειρο εδ δεν εναι μαντικ, αφο η αγαπημνη δεν εναι γνωστη πως στα μαντικ νειρα. Ως νειρο επιθυμας αναδεικνει την ερωτικ ανυπομονησα που φτνει στα ρια της απελπισας και ασθνειας. Το μεγαλτερο μρος του, πως ειπθηκε, καταλαμβνει νας διλογος στο παρθυρο, στον οποο ο Φαλιρος προσπαθε να πεσει την Αθοσα, με λγια και χειρονομες, να τον αφσει να μπει μσα. Σε αντθεση με το ευγενς ιδεδες του αυλικο/ιπποτικο ρωτα των δυτικν και, σε μικρτερο βαθμ, των βυζαντινν μυθιστοριν,  στο ποημα του Φαλιρου βρσκει κανες ναν καθαρ σωματικ ρωτα. Το ποημα, ως ερωτικ νειρο, ανκει ββαια στη δυτικ παρδοση. Η θεατρικ μορφ και το λογοτεχνικ εδος του contrasto, δηλαδ του διαλγου στο παρθυρο, ενισχουν την ποψη πως ο Φαλιρος εμπνεστηκε απ τη λακ λογοτεχνικ παραγωγ της Βενετας του πρτου μισο του 15ου αινα και μλιστα, μεσα μμεσα, απ το ερωτικ ργο του Βενετο συγχρνου του, Leonardo Giustinian, αλλ και απ την ουμανιστικ κωμωδα  (14ος-15ος αινας) της εποχς του.
     Το ργο προοριζταν πιθαντατα για τον γμο του με τη Fiorenza Zeno, γνο αριστοκρατικς οικογνειας των Κυκλδων, που γινε το 1418. Το νομα της αγαπημνης στο ποημα, Αθοσα, εναι μλλον ελληνικ μετφραση του ονματος της γυνακας του. Συνηθιζταν στους κκλους των ευγενν Βενετν της Κρτης να ανεβζονται στους γμους maritazzi με σατιρικ και ρεαλιστικ διθεση και βιογραφικος υπαινιγμος για τη ζω του γαμπρο και της νφης. Υποθτουμε, λοιπν, τι ο ερωτικς διλογος με την Αθοσα πρπει να γρφτηκε γρω σ’ εκενα τα χρνια.
     Τη λογοτεχνικ αξα του ποιματος πρσεξαν πολλο αξιλογοι μελετητς της νεοελληνικς λογοτεχνας. Αναφρω χαρακτηριστικ τον Λνο Πολτη (1987, 22), ο οποος στη Συνοπτικ ιστορα της νας ελληνικς λογοτεχνας σημεινει για το ποημα: «φανερνεται μια λυρικτερη διθεση και να τεχνικ μεταχερισμα της γλσσας και του στχου». Ο μελετητς του Φαλιρου Γ. Ζρας (1961, 13), στη δικ του κδοση του ργου το 1961, παρατηρε «τας ποιητικς εικνας» και «τιν ζωηρτητα και χριν εις το στιχοργημα του Φαλιρου», εν ο Arnold van Gemert, που επιμελθηκε την κδοση των δο ερωτικν ονερων του Φαλιρου το 1980, υπογραμμζει το πολυπρισματικ ενδιαφρον του ργου.
     Τσο η Ιστορα και νειρο σο και το συντομτερο και απλοστερο Ερωτικν Ενπνιον -που παραδδεται αμσως μετ το πρτο ποημα (μνο) στον Νεαπολιτικ κδικα- ανκουν στο εδος του ερωτικο ονερου, της ιστορας δηλαδ που διηγεται την ονειρεμνη ερωτικ ευτυχα επιτυχα και το απογοητευτικ ξαφνικ ξπνημα την ρα που η επιθυμα του πρωταγωνιστ κοντεει να ικανοποιηθε. Ποιματα που διηγονται νειρα ορματα, ειδικ σε σγκριση με τη Δση, εναι εξαιρετικ σπνια στη μεσαιωνικ ελληνικ λογοτεχνα. Το ερωτικ νειρο το βρσκουμε μνο ως μικρ επεισδιο στα δημδη μεσαιωνικ ερωτικ μυθιστορματα. Αντθετα, στη Δση το νειρο το ραμα ταν απ τους δημοφιλστερους τπους της μεσαιωνικς ποησης. Χρησμευε ως πλασιο για ργα πολλν ειδν, μεταξ αυτν και τα ποιματα ερωτικο περιεχομνου, επειδ εναι ο πιο μεσος τρπος για να μεταφερθε ο εραστς στον περιπθητο τπο του ρωτα και να περιγρψει τις ονειρευτς ηδονς αλλ και την απγνωση του ξαφνικο ξυπνματος. Πντως, το νειρο, ως αυτοτελς ποημα, εναι γνωστ απ τα ελληνιστικ χρνια. Το βλπουμε να εμφανζεται σε μερικ επιγρμματα και επσης να ενσωματνεται και στα μεταγενστερα μυθιστορματα. Στη λατινικ λογοτεχνα το συναντμε στον Οβδιο, εν φανεται να εναι γνωστ και πριν απ την Αναγννηση και σε λλες ευρωπακς χρες (λ.χ. Γερμανα, Ολλανδα κ..).
     Οι στχοι 1-8 αποτελον την εισαγωγ του ποιματος. Αφο πληροφορσει τους αναγνστες του για τα πρσωπα του ργου, ο Φαλιρος μς εισγει στο θμα του ποιματος: το ερωτικ νειρο τον επισκφθηκε σε μια στιγμ που οι καημο του ρωτα τον ριξαν σε ναν βαθ και βασανισμνο απ ερωτικ παρπονα πνο. Μετ την εισαγωγ, ξεκιν η περιγραφ του ονερου με κθε λεπτομρεια. Απ τον στχο εννι, αρχζει η πρτη σκην του ργου με τον ποιητ και τη Μορα να συζητον στο δωμτι του. Η προσωπικ Μορα του ποιητ εμφανζεται στον πνο του και του φρνει το ευχριστο μνυμα πως η αγαπημνη του αρχζει να ενδδει. Η Μορα δεχνει μητρικ φροντδα για τον Φαλιρο, που ανυπομονε να σιγουρευτε για την καλ εδηση και δεν σταματ να παραπονιται για την οδνη του ερωτικο πθου. Απ τον στχο 80 και μχρι να τελεισει η πρτη σκην (στ. 172), η Μορα αγανακτε με τα παρπον του και τον βεβαινει τι και η δια υποφρει για χατρι του και δεν εναι σο παντοδναμη και τρωτη νομζει ο Φαλιρος. Την αδυναμα της την εξηγε με αναφορ στην Τριδα: Ριζικ, Τχη, Μορα, τρα πρσωπα με μα φση, που συχν βρσκουν αφορμς για διενξεις και μπελδες.
     Απ τον στχο 173 αρχζει η δετερη σκην του ποιματος, που ο Φαλιρος συζητ με τη Μορα και την Ποθολα στην πσω πρτα του σπιτιο της αγαπημνης του. Κι εν στην πρτη σκην τα πρσωπα που διαλγονταν ταν δο, ο ποιητς και η Μορα, τρα εμφανζεται στο νειρο και η Ποθολα, η υπηρτρια της κοπλας, που ενθαρρνει κι αυτ τον ερωτευμνο νο. Η Μορα οδηγε τον Φαλιρο στο σπτι της αγαπημνης του και ανογει μια μυστικ πρτα, απ’ που προβλλει η Ποθολα. Ο Φαλιρος λιποθυμ απ την αγωνα του δο φορς και τελικ η πρτα κλενει μπροστ του. Στον στχο 297 ο ποιητς αρχζει να συνρχεται και μχρι το τλος της δετερης σκηνς (στ. 394) δχεται τα ενθαρρυντικ λγια της Μορας, εν εντωμεταξ η Ποθολα επωμζεται την ευθνη να πεσει την αγαπημνη του να δεχτε στο σπτι της τον ερωτοχτυπημνο Φαλιρο.
     Η τρτη -και τελευταα- σκην του ργου ξεκιν απ τον στχο 395. Στη σκην αυτ εμφανζονται λα τα πρσωπα (Φαλιρος, Αθοσα, Μορα, Ποθολα) και συνομιλον μπροστ σ’ να παρθυρο, στο σπτι της Αθοσας. Αποτελε το σημαντικτερο μρος του ποιματος, μιας και πρκειται για τον ερωτικ διλογο του ποιητ με την αγαπημνη του. Στους στχους 395-422 ο Φαλιρος αντικρζει την καλ του και, αποσβολωμνος απ την ομορφι της, χωρς μως να χνει χρνο, εκδηλνει την ερωτικ του επιθυμα. Στους στ. 455-534 -κι εν στο μεταξ η Μορα και η Ποθολα μεσολαβον για να πεσουν την Αθοσα να ενδσει- η κρη παρουσιζεται επιφυλακτικ κι αντιστκεται στην ορμ του ποιητ. Τον αναγκζει να περιοριστε μνο στα λγια, αν θλει να αποδεξει τι η αγπη του εναι ειλικρινς. Τα δο πρσωπα ανταλλσσουν σκψεις για τον ρωτα κι τη σχση των δο φλων, με τον Φαλιρο να μετρχεται κθε λεκτικ δλωμα (τρυφερς προσφωνσεις, γλαφυρς διαβεβαισεις) για να τη κερδσει. Η Αθοσα, που και στους προηγομενους στχους αντιστκεται στην ερωτικ ορμ του Φαλιρου, συνεχζει να εναι συγκρατημνη κι επιφυλακτικ και δεχνει πς αντιδρ με σνεση και λογικ απναντι στις υπερβολς του ποιητ.  Ομολογε τι φοβται να πιστψει τις ανδρικς υποσχσεις και ζητ τη συνδρομ της Μορας και της Ποθολας, προκειμνου να αποφασσει σωστ για το ερωτικ της μλλον. Τελικ, στους στχους 713-757 -κι αφο η διαχυτικ συμπεριφορ του Φαλιρου δεν τη πεθει για την ειλικρνεια των αισθημτων του- του ζητ να ορκιστον σ' εικνισμα και μνο ττε αρχζει να ενδδει. Τη στιγμ που ετοιμζεται να του ανοξει τη πρτα, ο ποιητς ξυπν απ το τσμπημα ενς ψλλου κι τσι το νειρο χνεται δοξα. Στριφογυρζει ψχνοντας να ξαναβρε το νειρ του, αλλ η ανατολ του λιου διχνει κθε ελπδα.

το εγενεσττου ρχοντος κυρου Μαρνου Φαλιρου

Ὅπου θωρεῖς Φ μιλεῖ ὁ Φαλιρος καὶ ὅπου θωρεῖς Μ μιλεῖ ἡ Μορα
καὶ ὅπου θωρεῖς Α μιλεῖ ἡ Ἀθοσα καὶ ὅπου θωρεῖς Π μιλεῖ ἡ Ποθολα.

Φ.
Τῶν φαμελτων, ἀδελφο, τῆς Ἐρωτοκρατας
καθὼς ἐδθη μὲ πικριὲς ττοιας γλυκιᾶς αἰτας
νὰ πφτουν ἀπὸ πθου τους ἄθλιοι καὶ πονεμνοι,
διαπὰς μὲ παραπνεσιν ἔστοντας βυθισμνοι,
ἴτις ἐγνη πρὸς ἐμὲν κι ἔπεσα βυθισμνος,
ἄθλιος εἰς τὴν κλνη μου καὶ παραπονεμνος˙
κι οἱ μριμνες τοῦ πθου μου τσα ποὺ μ’ ἐσκοτσαν,
γιὰ ν ’ν’ πολλὲς καὶ δυνατς, εἰσμιὸν μ’ ἀποκοιμσαν.
Κι ἐφνη μου στὸν ὕπνο μου κι ἦλθε τὸ Ριζικ μου
καὶ ἀπὸ τὸν φβον νὰ τὸ πῶ τποτις δὲν ἐτρμου,
δὲν ἀποκτου νὰ τὸ πῶ τὰ ργουμουν ποθντα,
ὁ νοῦς μου στὰ φερνμενα ποτποια ν ’ν’ φοβντα,
μ’ ἀπμεινα μὲ λογισμὸν δσκολος κι ἐκειτμη
καὶ μετὰ πθου καὶ χαρᾶς ἄρχισα κι ἐτρεμμη.
Καὶ ἀπνω ὅνταν ἐβολουμου νὰ τοῦ ζητσω ἐκεῖνο
τὸ δὲν ἠμπρου νὰ βαστῶ οὐδὲ νὰ τ’ ἀπομενω,
διαπὰς ἀπεὶ μ’ ἐβθισε εἰς λογισμὸν μεγλο
ὁπ’ ὧρες τοῦτο μ’ ἔφερνε, ὧρες ἐκεῖνον τ’ ἄλλο,
τὸ Ριζικ μου τὴν χαρὰ τὴν εἴχενε φερμνη,
γνωρζοντα τὴν κπιδα τὴν ἔχει ὁπ’ ἀνεμνει
καὶ ἀπεὶ μὀσμωσε κοντὰ κι εἶδεν κι εἰς τὰ λαλση
δὲν ἔν’ τινὰς διὰ μσου μας διὰ νὰ μᾶς σκανδαλση,
μὲ πρσωπον πασχαρο ἤρχισε ν’ ἀναφρνη,
οὐδὲν τοῦ φανοντα καιρὸς πλο νὰ παραδρνη.
Κι εἶπε μου:

Μ.                 Πορι ὁ σταλαγμὸς τοῦ πθου βρει βρει
νὰ τρπησε τὸ μρμαρο, ν ’λυσε τὸ λιθρι;
Τ’ ἄγριο θεριὸν ἐσμπεσε νὰ σὲ ψυχοπονᾶται
καὶ μετὰ τ ’χεν ὄργητα ἄρχισε ν’ ἀγαπᾶται.
Πσε, σκεπσου, τκνο μου. Τ ἔχεις καὶ ἀνακατθης;
Γιὰ τὴν χαρὰν τὴν ἔλαβες βλπω τὸ κρυὸ δὲ γνθεις.

Φ.
Ὦ Μορα μου γλυκτατη, κθισ’ ἐδῶ κοντ μου,
χλια καλῶς ἀπσωσεν τὸ παρηγρημ μου.
Ἀλμονον, ἀπθαινα ἂν ἤθελεν ἀργσει
ἄλλο δαμὶ ὁ πθος σου νὰ μὲ παρηγορση.

Μ.
Γιαταῦτος ἐπροθμεψα, γιὰ νὰ ’χω γνωρισμνο
τὸν πθον πσα δνεται πρὸς τὸν ἐμπιστεμνο.
Δξα σοι ὁ Θιὸς καὶ βλπω σε ὅλη ἀναγαλλιασμνη˙
χλια καλῶς ἀπσωσεν ἡ ἀναζητημνη!
Κι ἐγὼ καλῶς τὸν ηὕρηκα τὸν πολυπαθημνο.

Φ.
Λὲς τὴν ἀλθεια καὶ καλὰ τ ’χεις ἐγνωρισμνο,
μ ’θελα νὰ τὸ γνριζε ἴτις καλὰ κι ἐκενη
ὁποὺ κατὰ τὴν ὄρεξιν τὴν ἐδικν της κρνει.

Μ.
Χαρου καὶ χαρομαι κι ἐγ, καὶ ἂ λχη ὁ Θιὸς νὰ πψη
στρτα γοργὸ τὰ κπια μας τὰ τσα ν’ ἀντιμψη.

Φ.
Καὶ πτε ν ’ρθε τὸ καλὸ ἐτοῦτο τὸ βοτνι,
ἡ χρεα τῆς ἀγπης μου, ὁ χρνος νὰ μὲ γινη;

Μ.
Πστεψε καὶ ἀγαπῶ πολλὰ ν ’χης τὴν ὄρεξ σου,
γιατὶ ἔχω ἀκριβτατη φιλτριαν τὴ ζω σου.

Φ.
Ἐσὺ γρικᾶς τὰ πθη μου κι ἡ κρση ἐσὲν ἐδθη,
ὅτι ὁποὺ κρνει μλλεται τὰ κρνει νὰ τὰ γνθη.
Καὶ ἂν ἔναι ἀλθεια καὶ ἀγαπᾶς νὰ γλυκαθῆ ἡ πικρι μου,
τρα τὸ θλω στοχαστῆ μὲ δοκιμὴ στὴν χρει μου.

Μ.
Πστεψε, τὴν ἀγπη σου θλω καὶ τὴ ζω σου˙
ἀμ’ ἤθελα νὰ σκπαζες καμπσο τὸ κορμ σου!

Φ.
Ὀιμ, ψυχ μου, τ ἔν’ τὸ λς; Τ ἔν’ τὸ γλυκὺ μανττο;
Τὴν προθυμιὰν τῆς νιτης μου μοῦ λὲς νὰ βλω κτω;
Ἐγὼ γρικῶ τὰ μλη μου καὶ πσχου νὰ πλαντξου
κι ἐσὺ μοῦ λς: Εἰς τὴν ἰστιὰν ἔμπα γοργ, φυλξου!

Μ.  Βλπου, σοῦ λγω.

Φ.                                        Βλπομαι καὶ ἄσι μ’ ἐδ, κυρ μου,
ἄσι μ’ ἐδὰ καὶ χαρομαι στ ’ρθεν ἡ χαρ μου.

Μ.
Κλψει σὲ θλει τὸ κακ, πρμα τὸ δὲ σ’ ἀρσει,
καὶ ἀπετις κρυν’ ἡ θρμη σου, στανι σου θλεις πσει.

Φ.
Ἀπετις τὸ κακὸ θεριὸ τ’ ὡριὸ πουλὶν ἐφνη,
ὁπὄχει πθο μσα του πῶς ἠμπορεῖ νὰ κρυνη;
Μὰ π μου πορι : Ἐμρωσε τ’ ἄγριο θεριὸν ἐκεῖνο;

Μ. Ἔχω καμπσα νὰ σοῦ πῶ καὶ νὰ σοῦ ξεδιαλνω

Φ. Ὀιμὲ καὶ π μου τποτες˙τὸ θλω ἐγὼ δὲ γνθεις;

Μ.
Δὲν ἔν’ καιρς, μὰ γνθω το. Τ ἔχεις καὶ ἀνακατθης;
Πρῶτας ἐντσου κι ὕστερα θλομε συντυχανει.

Φ. Καὶ αὐτεῖνο ὁποὺ σοῦ φανεται τὸ λοιπονὶς ἂς γνη.

Μ.  Μὰ πισ’ τὰ ροῦχα σου γοργ.

Φ.                                                          ῎Εδε ποὺ μὲ λυπᾶσαι!

Μ. Πονεῖ μου, πστεψε, πολλ, ὡσὰν τὸ χινι ν ’σαι.

Φ.
Τ’ ἄκρη μου μνοιζει ν ’ναι κρυ, μ’ ἅφτουν τὰ σωθικ μου˙
ἅπλωσ’ ἐδῶ καὶ θὲς ἰδεῖ πῶς λακταρεῖ ἡ καρδι μου.

Μ.
Ὁ φβος τῆς ἀγπης σου καὶ τῆς ἐπεθυμνιᾶς σου
κμνουν ζεστὰ τὰ μλη σου καὶ τρμεται ἡ καρδι σου.

Φ. Ποτποιο ν ’ν’ τὸ ἔλα σου δειλιντα ἐκαταλυομου.

Μ. Πιστεγω το˙ κι ἐγὼ γι’ αὐτὸν τὸν τρπον ἐφοβομου.

Φ. Ὅλος τρομσσω, σὰν θωρεῖς.

Μ.                                                        Βλπω σε καὶ λυποῦμαι,
μ’ ἂ θλει ὁ Θις, παρηγοριὰ θαρρῶ γοργὸ νὰ δοῦμε.

Φ.
Καὶ μετ’ αὐτὴν ὥσπερ τυφλὸ σρνοντα ἀπὸ τὴ χρα
ἐπαρνει με καὶ βγνει με στὸ νυκτικὸν ἀρα
καὶ ὁ νοῦς μου ἐδιαλογζετο τὸ τλος ν ’ν’ ποτποιο.
Μὲ τῶν ἀστρων τὴν φωτιὰ ἔπαιρνα σὰν θαρπιο
κι ἐδῶ κι ἐκεῖ παγανοντας μὲ τὴν πιδεξιοσνη
μὲ κπον ἀποσσαμε καὶ μὲ ἀγαλοσνη
εἰς θραν ἀπερκοπην, παλιὰ καὶ ἀραχνιασμνη,
πολλὰ στριφνιὰ καὶ δυνατὰ ὁπο ’τον σφαλισμνη.
Λγει μου:

Μ.                  Τ ἔχεις; Βλπεις την; Γνωρζεις την ἀκμη.

Φ.
Κι ἐγὼ γιὰ ττες καὶ δειλιὸς καὶ ἄφρονος ἐγενμη
κι ἐσπασα, δὲν ἤξευρα ἀπιλογιὰ νὰ δσω.
Κι ἐκενη ὁποὺ τὰ γνριζε τὰ σωθικ μου ἀπσω,

Μ.
Τοτη ἔναι ὁποὺ σ’ ἀντσταινε, μοῦ λγει, ὁπὀπολμα,
τοτη ἔναι ὁποὺ σοῦ κπιαζε τὸ λετερ σου πνμα.
Μὰ ’δὰ σοῦ θλει ἀντιμευτῆ πλιὸ παρὰ ποὺ κοπιζεις,ὁ
πὄβανε ψυχ, κορμὶ γιαταῦτο νὰ πειρζης.
Κι ἡ πρτα τοτη μὲ κρουφὸ τρπον ὀγιὰ ν’ ἀνογη,
πστεψε, καὶ γιὰ ν ’ν’ στεν, τὴν ξερουσιν ὀλγοι.

Φ. Καὶ μσα ’ς τοῦτον ἥπλωσε, μιὰ φινοκλα πινει,
λγει μου:

Μ.              Ἐδῶ καὶ ὁ πθος σου.

Φ.                                                       καὶ τὲς ἀρχνες βγνει
μσα ἐκ τὴν πρταν, ἔπασκε ὅλη νὰ τὴν παστρεγη
κι ἐσκπουν κι ἐθαυμζουμου τὸ τντα νὰ γυρεγη.
Δετερον πινει τὸ κλειδ, λγει μου:

Μ.                                                                     Ἐδῶ κι ἡ πστη
ὁπὄδωσε τὴν δναμη τοῦ πθου σου κι ἐκτστη.

Φ.
Καὶ τρτον πινει μιὰ βαριὰ καὶ κφτει τοὺς περτες
τοὺς εἶχα στὴν ἀνγκη μου καθημερνοὺς πειρκτες.
Λγει μου:

Μ.              Ἐδῶ κι ἡ πστη σου κι ἡ χρη τῆς καρδιᾶς σου,
ἐδῶ κι ἡ ταπειντητα, ἔ κι ἡ καλογνωμι σου.
Βλπεις πῶς κφτου σδερα, ξλα, καὶ λυοῦν τὴν πτρα;
Τοῦτο τὸ μσο μ’ ἔφερε στὰ σημερνὰ τὰ μτρα.
Κι ἐχρηκα κι ἐδκρυσα στὰ καλοσυνεμνα,
τὴν κρσιν καὶ τὸ δκιο μου τ ’βλεπα εἰς ἐμνα,
κι ἐδξαζα τὸν Ἔρωτα πρῶτον ὡς δουλευτς του
κι ἐκενη καὶ τὲς πρλοιπες φλαινες εὐχαρστου
κι εἰσμιὸν μὀκνησε γλυκιὰ μριμνα νὰ μοῦ μπανη.
Ττες ἀνογει καὶ θωρῶ τρυγνι καὶ προβανει.
Καὶ ὁ νοῦς μου νὰ συχαρεται τὴν τχη μου σκοπντα,
διαπὰς χλωρὸν κλαδὶν ἐλιᾶς στὸ στμαν του βαστντα.
Καὶ ὁ σπλαχνικτατος βοηθὸς πρὸς τὸν τσιγαρισμνο
μὲ πρσωπον πασχαρο καὶ καλοσυνεμνο
μοῦ λγει:

Π.           Χαροις, ἀδελφ, πῶς εἶσαι; Πῶς δοικᾶσαι;
Ἀκμη δὲν ἐσπασες νὰ κλαγης, νὰ θρηνᾶσαι;
Ἀγλλου κι ἔχεις τοὺς βοηθοὺς ὀμπρὸς εἰς τὴν κυρ σου:
τὸν πθο σου, τὴν πστη σου καὶ τὴν ἁπλτητ σου.
Κι ἦτον ἀνγκη ν ’ν’ κι οἱ τρεῖς ὁμδι ὀκαὶ νὰ σμξου,
ὅτι γιὰ νὰ μπορσουσιν ἔμπασμα νὰ σ’ ἀνοξου.

Φ.
Ἀκντα τντα μὄλεγε τὸ σπλαχνικὸν τρυγνι
ἐκ τὴν χαρὰν ἐκνησε τὸ φῶς μου νὰ δακρυνη
καὶ ἀπετις τὸν χαιρετισμὸν ἔδωκε πληρωμνο,
τοῦτο τῆς ἀπεκρθηκα μὲ σχῆμα τιμημνο:
«Ὁποὺ πονεῖ δὲν ἔν’ καλὰ καὶ ὁπ’ ἀστενεῖ δὲ γιανει
καὶ δχως κπιδα καμιὰ δὲν στκει ὁπ’ ἀνιμνει
καὶ ὁποὺ βοηθᾶ τ’ ἀνμπορου καὶ τῶν ἀπολπισμνω
ἔργον πιτδειον πολεμᾶ καὶ πολυπαινεμνο.
Καὶ εὐχαριστῶ κι ἐσὲν πολλὰ καὶ τὴ γλυκι μου Μορα
καὶ αὐτὸν τὸν Θιὸν ὁπ’ ἄνοιξεν τὴν τρζινην τὴν θρα».
Καὶ μσα ’ς τοτην τὴ λαλιὰ ἄρχιζε σὰν ἡμρα
νὰ διαφωτζη, ν ’ρχεται μ’ ἕναν γλυκὺν ἀρα,
κι ἐγὼ φοβντας μ ’ν’ αὐγὴ – ἢ καὶ πουρνὸ κρατντα -
καὶ πσω εἰσὲ πειρασμὸν γὴ ἀδξιο μελετντα
λγω τῆς Μορας μου: «Γοργ, σποδαξε νὰ στραφοῦμε»,
καὶ αὐτὴ γρικντας καὶ τὸ πῶς κι ἔγνωθε πῶς φοβοῦμαι
ἀρχζει νὰ συχνογελᾶ κι ἐμνα πλιὰ τρομρα
μ’ ἀνβαινε θωρντα τη, ν ’ρθω εἰς λιγωμρα.
Λγει μου:

Μ.              Ἀκμη πὄναι αὐγ; Νκτα ’ν’ πολλὴ καὶ κθισ’.
Τ ἔχεις καὶ δχως σκνδαλο δειλιαστικὸς ἐχθης;
Αὐτὴ ἡ λμψη τὴν θωρεῖς δὲν ἔναι τοῦ πλαντη,
οὐδ’ ἀπολπσει θὲς ἐσὺ πριχοῦ νὰ βγῆς ’κ τὸ σπτι,
ἀμ’ ἔν’ αὐγὴ τῆς μαρτυριᾶς, τὸ φῶς τῆς γῆς τοῦ ἡλου
καὶ σρνεται ἀνατλλοντα στὴ στρτα τοῦ πουλου
καὶ ἔχει σῶμα σαρκικ, ἔχει καὶ ἀνθρπου πνμα
καὶ αὐτ ’ναι ἥλιος καὶ ἄνθρωπος, οἱ δυ, κατὰ τὸ βλμμα.

Φ.
Καὶ ἀπνω ὅντεν ἐκνησα νὰ πῶ τοῦ Ριζικοῦ μου
νὰ συβουλψη, νὰ μοῦ πῆ εἰς ττοιαν χρειὰν ὁπο ’μου,
ττε μοῦ λγει:

Μ.                           Γρισε, ἔν τηνε ποὺ προβνει,
ἔ καὶ ὁ γιατρὸς τοῦ πθου σου ὁποὺ σὲ θλει γινει.
Κι ἐγὼ τ’ ἀκοσειν ἔτρεμα καὶ ἀγλλουμου ποθντα
μοραν ἀπὸ τὰ πρματα ὁπο ’χα συντηρντα
καὶ ἀπμεινα μὲ μα χροιὰ καὶ μ’ ἕνα ττοιον σχῆμα
ὁπο ’τον νὰ μὲ δῆ τινὰς λπηση κι ἕνα κρμα.
Καὶ ὡς ἦλθε καὶ ὡς ἐπρβαλε κι ἐφνην ἡ κυρ μου,
λγει μου:

Μ.                Ἀνεντρανσου την.

Φ.                                                      Καὶ μ’ ὅλην τὴν καρδι μου
ξαμνω νὰ τὴν στοχαστῶ κι ἐμναν ἡ φωτι της,
ὥσπερ ἡ λμψη τοῦ ἡλιοῦ ὅντ’ ἔναι στὰ ψηλ της
θαμπνει ὅσοι τὸν ἰδοῦ κι εἰσμιὸν τὸ φῶς τους σβνει,
ἔτσι κι ἐμναν ἔποικε ἡ λμψη της ἐκενη.
Κι ἤσβησε κι ἐσκοτενιασε ἴτις πολλὰ τὸ φῶς μου
’τι δὲν ἐξεκαθριζα καθλου τ ἔναι ὀμπρς μου.
Καὶ ὡς ἦτον ἀγαθτατη, ἴδιον καὶ φυσικν της
τὸν ξνο πνο νὰ πονῆ ὡσὰν τὸν ἐδικν της,
ἐγρκησα τὴ Μορα μου μαζὶ μὲ τὸ τρυγνι
ὀκ’ ἐλυπθηκε πολλ, κι εἰσμιὸν τὴν ὥρα ἁπλνει
τὸ Ριζικὸ στὸ χρι μου καὶ σφγγει καὶ κρατεῖ με
καὶ ὡς φρνιμη γνωρζοντα τοὺς πνους μου πονεῖ με:

Μ.
Τ ἔχεις, παιδ μου, μὲ λαλεῖ, κι ἐχθης καὶ φοβᾶσαι;
Τρα τυχανει ἀπκοτος κατὰ τοῦ πθου ν ’σαι.
Εἰς τσο λγο τποτις τρομσσεις καὶ ἀποθανεις!
Πῶς θὲς γενῆ μὲ τὸ πουλὶ ἐκεῖνο τ’ ἀνιμνεις;
Ἄντρεψε τὴν καρδτσα σου, συνφερε τὸ νοῦ σου
καὶ στσου μὲ τὴν συμβουλὴ γιὰ ’δὰ τοῦ Ριζικοῦ σου.
Βλπω την καὶ κοντεγεται κι ἔλα γοργὸ νὰ δοῦμε,
ὀκ’ ἐδεπὰ δὲν ἔν’ καιρὸς νὰ στκωμε ν’ ἀργοῦμε.

Φ.
Ὅντεν ὁ νοῦς μ’ ἐδιτασσε κι ἑρμνευ με ἡ φση
τ ’τι ’τον χρειὰ ν’ ἀποκοτᾶ νὰ πιση καὶ ν’ ἀφση,
ἀπνω ὅνταν ἐμπαναμε στὴν πρταν, ἀφικροῦμαι,
ἀκῶ μιὰ σκλπα κι ἔκραζε καὶ ἀρχζω νὰ φοβοῦμαι
καὶ ’ς τοῦτον ἐξεσρθηκα καὶ ὁ προς ἐσφαλστη
κι ἐγὼ τὴν ὥρα ἐκ τὴν πικριὰν ἔπεσα κι ἐζαλστη
κι ἐγρκου νὰ μαζνεται πρὸς τὴν καρδιὰ τὸ αἷμα
καὶ ἀγλια ἀγλια νὰ ζητᾶ νὰ βγῆ ἀπὸ μὲν τὸ πνμα.
Κι ἐκενη ὁποὺ μ’ ἐκδευγε, θωρντα με πῶς ἤμου,
μὲ τὸ ψυχρν της φσισμα ἐκρτειε τὴν πνο μου
καὶ μὲ τὸ μαντιλκιν της ὧρες καὶ μὲ τὴ χρα
μ’ ἐσφγγιζε κι ἐχριζε παρηγοριὰ καὶ ἀρα
καὶ μὄλεγε:

Μ.                     Μηδὲ δειλιᾶς, μηδὲν κακοκαρδζης,
μηδὲ γι’ αὐτεῖνο τὸ θαρρεῖς θελσης ν’ ἀπολπζης.
Ττοια συχνιὰ συγρνουσι πρὸς τοὺς ποθοκρατοῦντας.
Καὶ τς τὸ ξερει κλλια σου μὲς στοὺς πολυπαθοῦντας;
Φρε, σηκσου καὶ ἄνοιξε τὰ μτια σου, παιδ μου,
γιατ’ εἶδα καὶ πολλὲς φορὲς ἦλθεν εἰς ἀκο μου
ἐκεῖνον ὁποὺ φανεται καὶ μχει καὶ ἀντιτενει
ν’ ἀλλξη καὶ πολλὰ γοργὸ νὰ στρψη εἰς καλοσνη
καὶ τὸ κακὸ νὰ γνεται πολλὲς βολὲς βοτνι
κι ἐκεῖνον τὸν κρατοῦν νεκρὸν ν’ ἀνασταθῆ, νὰ γινη.

Φ.
Καὶ οὐκ εἶχε λγοντα σωστὸν καὶ βλπω μιὰ λαμπδα
χιοντη καὶ γλυκτατη ἦλθε μὲ μιὰ γλυκδα
ἀξεκαστη κι ἐστθηκε τὴν ἐρωτιὰ γεμτη
κι ἕναν ἀπδιν ὄμορφο, βασιλικὸν ἐκρτει
κι ἔδειχνε μὲ τὸ χριν της κι ἐλλειε κι ἐσυγλα,
καὶ ὡς ἔγνωθα καὶ τὸ ’θελα κι ἐκεῖνες πὼς τὸ θλα,
μὲ φβον καὶ ντροπὴν πολλὴ καὶ ἀποκοτιὰν καὶ ἀγπη,
καλὰ καὶ μὲ τὰ πθη αὐτὰ ὅλα νὰ παρατρπη,
καὶ ἀπετις τῆς ἐσμωσα κι εἶδα την καὶ θωρεῖ με
κι ἐγνρισα μὲ τ’ ἄλλον της σημδι καὶ πονεῖ με,
μὲ γλσσα καὶ μὲ πρσωπον γλυκὺ καὶ ἀγαπημνο
τὸ ρδο μου ἐχαιρτησα τὸ πολυζητημνο,
παινντα τὴν ἀγπην της καὶ τὴν καλογνωμιν της
καὶ εὐχαριστντα την πολλὰ μετὰ τὴν συντροφιν της:
«Ὦ πολυζητημνη μου, ὦ φῶς μου καὶ ψυχ μου,
καὶ ποιὰ καρδιὰ νὰ δηγηθῆ τὴν ἀναγλλιασ μου!
Δξα σοι ὁ Θιὸς κι ἐπτυχε ὁ δοῦλος τὴν κυρν του
νὰ τὴν θωρῆ καλγνωμη κατὰ τὴν πεθυμνιν του.
Δξα σοι ὁ Θιὸς ὀκαὶ ὁ καιρὸς καὶ ὁ τπος προξενοῦσι ˙
ἀλμονον ὁπ’ ἀγαποῦν νὰ σκφτου νὰ φιλοῦσι!
Μὰ τοῦτο τὸ μεστοιχο, λγω, τὸ σιδερνο
εὑρσκω ν ’ναι ὀγιὰ ἐχθρὸς καὶ ν ’ν’ κατακριμνο.
Ὦ Λουλουδοσα, τ ἔν’ τ’ ἀργεῖς; Κμε ν’ ἀναγαλλισω,
βεργτα με τὸ χρι σου δουμκι νὰ τὸ πισω,
χαιρτησ με σπλαχνικὰ καὶ μετὰ μὲ θαρρψου,
ἔπαρ’ κι ἐσὺ καὶ δῶσ’ κι ἐμὲ δρσος καὶ θαραπψου.
Μηδὲν ὀκνῆς καὶ κμε το, ὅτι ὁ καιρὸς τὸ δδει
νὰ φᾶμε μὲ γλυκτητα τοῦ πθου μας τ’ ἀπδι.

Α.
Ἄσι με κι ἔχεις ὣς ἐδὰ πλιὰ παρὰ ποὺ τυχανει,
ὅτι πολλκις δεχνει ὁ νοῦς ἕναν καὶ ἀλλως βγανει.
Ὅλοι γιὰ τὴν ξεφντωσιν τοῦ πθου λιγωρᾶτε
καὶ σὰν σᾶς τνε δσουσιν οὐδὲν τνε ψηφᾶτε.

Φ.
Ὡς ἄγρια νμφη μὄδειξες, σῶπα, ἄσι με τὴν ὥρα,
βλπω σε νὰ διανεεσαι μὲ θαυμαστὴν ἐγνρα.
Καὶ ἀρσει μου ν’ ἀποκοτᾶς, νὰ δεχνης καὶ φοβᾶσαι,
μετὰ τὴν ξεκαθριση πλιὰ θαρρετὴ γιὰ ν ’σαι.

Α.
Ν ’ναι ποτὲ νὰ μ’ ἀγαπᾶς ἴσα κι ἐμπιστεμνα
ἐσὺ ποὺ δεχνεις καὶ ψοφᾶς καὶ λιγωρᾶς γιὰ μνα;
Ν ’ναι ποτὲ νὰ μὲ λαλῆς μ’ ἀλθεια καὶ μὲ φση
ἢ σὰν αὐτὸν ὁποὺ χαλᾶ τὰ πσκει, ἀφεὶν τὰ κτση;

Φ.
Κι ἐγὼ ὁ πτωχὸς ἐστναξα κι ἐδκρυσεν τὸ φῶς μου
ἀκντα ττοιο ρτημα παρξενον ὀμπρς μου˙
φιλντα τὰ ματκια της καὶ τ ’μνοστ της χελη
ἐπφτασιν τὰ δκρυα μου στ’ ὡριν της τὸ τραχλι.
Γλυκι, μὲ παραπνεση, πολλὰ τῆς ἀπεκρθη:
Τ ἔν’ τὸ παρξενον αὐτὸ στὸ νοῦ σου ὁπὀγεννθη,
ὦ σπλαχνικ μου σκνδαλο, γλυκὺ καὶ πειρασμ μου,
ἴντα δηγᾶσαι, τ ἔν’ τὸ λὲς στὲς ἀναγλλιασς μου;
Ρωτᾶς με ἂν ἔν’ καὶ σ’ ἀγαπῶ μὲ δχως δολοσνη;
Ἄλλην οὐκ ἔχω παρὰ σν. Τς νὰ τὸ ξεδιαλνη
καὶ ττοιον πργμα μὲ λαλεῖς; Ἄδικον μγαν ἔχεις
νὰ θὲς νὰ δεχνης ἄγνωρη σ’ ἐκεῖνο τὸ κατχεις.
Τσος καιρὸς δὲν σ’ ἔσωσεν οὐδὲ τὰ τσα πθη,
ὁ νοῦς σου τὴν ἀγπη μου ἀκμη νὰ τὴ μθη;
Δὲ μὲ θωρεῖς, δὲν τ’ ἄκουσες μὲ τὴν ἐμπιστοσνη
τὸ πὼς τὸν πθο σου βαστῶ μ’ ὅλην τὴ δικιοσνη;
Ἀλμονον, Ἀθοσα μου, σφζεις με νὰ σ’ ἀκογω
καὶ ἀπὸ τὴν κψα βλπεις με ἐμὲν κι ἐσὲ νὰ λογω.

Α.
Δὲν ἔν’ κακὸ ὁπὄχει νοῦν τ’ ἀνντιο νὰ ντηρᾶται ˙
’ς τοῦτον ἂς εἶσαι θαρρετς: ὁπ’ ἀγαπᾶ φοβᾶται.
Ἐμεῖς κρατοῦμε μετὰ σᾶς ν ’χωμε δικιοσνη
καὶ ὡσὰν θωρῶ δὲν ἔχετε σ’ ἐμᾶς ἐλεημοσνη
κι ἐσεῖς εἰς ὅ,τι φτασετε ὅλα εἶν’ συμπαθημνα
καὶ τὰ δικ μας ἔχετε πντα κατακριμνα.
Ὅλα σ’ ἐμᾶς τῶν ἄτυχων συμπφτουσιν τὰ βρη
κι ἐκεῖνα τ ’χομε ντροπὴ ἔχετ’ ἐσεῖς καμρι.

Φ.
Καὶ δὲ μὲ σνει ὁ μποδισμὸς καὶ ὁ σφκτης τῶν σιδρω,
μὰ μὲ τὲς δυσκολιὲς αὐτὲς μὲ κμνεις ν’ ἀναφρω
ττοιον καιρὸν τὸ δκιο μου ὁπὄχω νὰ γυρεγω
ψυχολα μου, νὰ σὲ φιλῶ καὶ νὰ σὲ κολακεγω.
Δὲν ξερεις καὶ ὅντε τρῶ τινὰς δὲν πρπει νὰ δηγᾶται;
Εἰς κθεν λγον μιὰ γουλιὰ χνει καὶ δὲ γρικᾶται.
Πῶς δὲ νοᾶς τὴν προτιμὴν τ’ ἀντρὸς κατὰ τὴν φση
καὶ κατὰ τὴν συνθισιν, τὴν σαρκικὴν τὴν κρση;
Μὲ δκιο πρπει τὸ λοιπὸν ν ’ν’ τῆς ἀρσενικτης
κυριτατον τὸ θλημα, παρὰ τῆς γυναικτης.
Ἀμ’ ἕνα πρμα τὰ κινᾶ : ὁπὄχει πλιὰ τὸν πθο
γοργτερα συγκλνεται, ὅσο γρικῶ καὶ γνθω.

Α.
Καλὰ λαλεῖς, ἀμ’ ἔπρεπε κριτὴς σ’ ἀλλτρια φση
ἢ θηλυκὸς γὴ ἀρσενικὸς θλοντα νὰ τ’ ἀρτση.

Φ.
Φρνιμα λς, μὰ μσα μας ἡ φιλεμνη κρση
ἂς γνεται καὶ τῶν ἀλλῶν καθεεὶς ἂς ἀφση.
Ὦ πωρικ μου ἀχρταγο καὶ τῆς καρδιᾶς μου τ’ ἄθος,
μηδὲ φοβᾶσαι καὶ ἀπὸ μὲ ν ’ρθης ποτ σου εἰς λθος.
Στὸν ἄνθρωπον τὸν ἄχρηστον τινὰς μὴ δση θρρη,
σ’ αὐτὸ νὰ πῶ, ὀκαὶ τινὰς δὲν ἔχει τ νὰ πρη.
Ἴτις τὸ δὲν ἠξερομε ὡσὰν τὸ δὲ θωροῦμε
ἐμᾶς τὸ γνος φυσικὰ μᾶς κμνει ν’ ἀγαποῦμε.
Κι ἐσὺ ὁπο ’σαι ὀμορφι, στολδι τῶν ἀνθρπων
καὶ ὁπο ’σαι ὁμδι μετὰ μὲν ’ς Κστρον καὶ σ’ ἕναν τπον,
ὁπὄχεις τὸ κουφρι μου τρα γιαπὰς γεμτο
μοραν ἀπὸ τοῦ πθου μας τ’ ἀχρταγο δροστο
καὶ ὁποὺ κρατῶ καὶ ὁποὺ φιλῶ καὶ ὁποὺ περιλαμπνω
καὶ ὁπὄχω ἐλπδα στὲς πικριὲς ὅλες μου νὰ γλυκνω
-καὶ περιπλιὸ τ’ ἀπκρυφο καὶ πολυαγαπημνο,
ἐκεῖνο τ ’χω πλιὰ ἀκριβὸ νὰ στκω ν’ ἀνιμνω,
καὶ ἄλλα πολλὰ τὰ δὲ μπορῶ, γλυκτατ μου ταρι,
ἔχει νὰ πῆ ἡ γλσσα μου καὶ ὁ νοῦς μου ν’ ἀναφρη-
πῶς θλει νὰ μηδὲν κρατῶ καὶ νὰ μηδὲν φυλσσω
μὲ πστιν τὴν ἀγπη μας τὴν τρμομαι νὰ χσω
θυμντας μὴ ἔρθω εἰς δυσκολι, σ’ ἐκενη τὴ βανα,
καὶ πσω στὴν ἀζιγανι, ντηροῦμαι μὴ ἔν’ ἐννοα;
Μ’ ἂν ἔναι νὰ φοβομεστε καὶ τὴν τιμ σου ἐπῆρα,
σοῦ φρνω τὴν καλγνωμην αὐτὴν τὴν ἴδια Μορα.
Καὶ αὐτὸν τὸ μσον ἔν’ καλὸ καὶ πρπει νὰ κρατοῦμε
καὶ τὸ λοιπὸν μηδὲν ἐβγῆς, κυρ μου: νὰ φιλοῦμε!

Π.
Καλὰ σοῦ λγει˙ καὶ γιὰ ’γὼ δὲν ἔχω ν’ ἀπιστσω,
ἀφνω σας καὶ πὰ νὰ δῶ καὶ πλι νὰ γυρσω.

Α. Ὢ πσο πρπει ν’ ἀγαπᾶ τινὰς τὴν ἐδικν του…

Φ. Ὅντε τὴν βλπει φρνιμη καὶ ὀρθὴ στὴν ὄρεξν του.

Α.
Καὶ αὐτὸ τυχανει νὰ γενῆ γιὰ μιὰ μεριὰ καὶ γι’ ἄλλη
καὶ ὁποὺ τοῦ λεπει τβοτες κλωνρι, νὰ τὸ βλη.

Φ.
Ὦ πειρασμὲ τοῦ πθου μου καὶ δικτη τοῦ καλοῦ μου
καὶ τὸ σκουλκι τῆς καρδιᾶς καὶ ὁ ξηλωμς τοῦ νοῦ μου,
ττοιαν ἀγπην δυνατὴ κι ἔτις ἐμπιστεμνη
’ς τοῦτον τὸν κσμον, πστεψε, δὲν ἔναι γεννημνη.
Καὶ αὐτ, κυρ μου, τὸ πολὺ καὶ τὸ γλυκὺ τὸ ζῆλος
μὲ μαρτυρᾶ μὲ πλιὰ καρδι : τὴν ἔχομεν ἀλλλως.
Καὶ τὸ λοιπὸν καταλλακτὰ βαστζομεν τὸν πθο
καὶ διακριμνη μετ’ αὐτὸ τὴν διαφορ μας γνθω.
Μ τὴν ἀλθειαν ἔπρεπε, κυρ μου, ἀπὸ δικοῦ σου
νὰ μ’ ἐσπλαχνστης μ’ ὅλα αὐτὰ τὰ κλλη τοῦ κορμιοῦ σου.
Ἂν ἔν’ καὶ μ’ ἐκοπισασι ὅλα μὲ δικιοσνη,
τυχανει τρα πρὸς ἐμὲ ν ’ρθουν μὲ καλοσνη.

Φ.
Καὶ ὁπ’ ἀγαποῦνται μετ’ αὐτὰ πληγνουνται καὶ γιανου,
ζοῦσι, κυρ, καὶ χαρουνται καὶ δχως φὰ χορτανου.

Α. Πολλὰ κατχεις καὶ ἄφησ’ με.

Φ.                                                            Θὲς πορι νὰ σ’ ἀφσω;
Καὶ ἀπκεις, συνοδολα μου, δχως σου πῶς νὰ ζσω;

Α.
Μαγεγου με τὰ λγια σου καὶ πφτω καὶ πλανοῦμαι,
μὰ μ’ ὅλα αὐτεῖνα τοῦ ἀντρὸς τὲς δυσκολιὲς φοβοῦμαι.

Φ.
Ἤθελα ν ’χα τσο νοῦ κι ἔτσι πιτδεια γλσσα
ὡς ὅσον δκιον ἔχουσι τὰ πθη μου τὰ τσα,
ὅτι θαρρσειν ἤθελα νὰ σὲ καταπονσω
καὶ μ’ ἕναν ἀχαμνὸ σκοινὶ νὰ πισω νὰ σὲ δσω.
Μὰ δὲ μπορῶ ν’ ἀντισταθῶ φοβντα τὴ ζω μου
στὰ χρια σου πολλὰ κλιτὴ τσον καιρν, ψυχ μου.
Γιὰ ’γὼ καλλι ’χω νὰ κρατῶ τὰ πσχω σωπασμνα
καὶ μ’ ἔργο πλιὰ γοργτερο ν ’ναι μαρτυρημνα.

Α.
Κι ἐγὼ πολλὰ τὸ ργομαι καὶ οὐδ’ ἄλλο θλω τρπον
καὶ ἂς ἔρθωμεν στὴ μαρτυριὰ κι ἐμεῖς τῶν δυῶν ἀνθρπων,
στα ’ν’ ἐδῶ κι ἡ θαρρετ, καὶ ἂς ἔν’ καὶ πλιὰ δικ σου,
καὶ ἂς ποῦν τὸ δκιον πασανὸς καὶ ἂς ποῦσι τὰ γρικσου.

Π.
Κι οἱ δυ σας δκιον ἔχετε καὶ πασαεὶς κρατντα
τὸ δκιον του καλτερο δικζεται ποθντα.
Ξπνα κι ἐσὺ καὶ λλησε.

Μ.                                               Ἄκουσα τὰ δηγᾶται
καὶ ὁπὄχει δκιο φανεται καὶ ποθομολογᾶται.

Φ.
Ἄκο τ λγει, τὸ λοιπὸν μὲ χελι καὶ μὲ μτι,
ἀλμονον, Ἀθοσα μου, δεῖξε κι ἐσὺ κομμτι.
Ὁ τπος καὶ ὁ σωστὸς καιρὸς μὲ τὴν πιδεξοσνη
δνονται νὰ κατασαστοῦν μὲ διχωστὰς ὀδνη.
Σ’ ἐσνα στκει καὶ ἄνοιξε. Σνεις κι ἐσὲν κι ἐμνα,
καὶ κμε το, ψυχολα μου, γοργὸ καὶ ἀγαπημνα.
Καὶ ἂν ἔχεις πρὸς τὴν πστη μου δειλασιν καμα,
θλω σοῦ μσει μὲ ψυχὴν καθρια τρα ’ς μα
τὸ πὼς μὲ λγον καὶ καρδι, μὲ ὅλα μου τὰ ἤθη
οὐδποτ μου μετὰ μ, ψυχ μου, νὰ σ’ ἀρνθη,
οὐδποτ μου βολομαι ’τι νὰ σ’ ἀζιγανψω,
μὰ πλιὰ παρὰ ποὺ τσσομαι ὀλπζω νὰ στερψω.

Α.
Καλὰ καὶ νὰ κρατῶ τὰ λὲς ν ’ρχωνται ἀπ’ ἀγπης
καὶ ἀπὸ στεριτητα ψυχῆς, ἀπεὶν ἐποδιαντρπης,
θλω, γιὰ ν ’χωμεν καὶ αὐτὸν τὸν ὅρκο μαρτυρα,
νὰ μσης πρῶτα στὸν Χριστν, δετερο στὴν Κυρα,
ὅτι νὰ σὄναι ἡ τιμὴ γι’ ἀγπη φυλαμνη
καὶ ὁ εἷς τ’ ἀλλοῦ μας νὰ βαστᾶ ψυχὴν ἐμπιστεμνη.

Φ.
Οὐδ’ ἄλλο θλω νὰ γενῆ. Κι ἐσὺ λοιπν, Ποθολα,
φρε γοργὸν τὸ κνισμα, Χριστιανῶν τὴ βολα,
τπωσε τὰ ’ρκωμοτικὰ ὅλα καὶ βολωσ τα
καὶ μσα στὸ σεντοκι σου βλε καὶ κλεδωσ τα.

Π.
Τρα θωρῶ καὶ θὲ κοπῆ πᾶσα σας δυσκολα
καὶ θλετ’ ἔρθει ἀνγνοιαστοι στοῦ πθου τὴ φιλα.

Α.
Γοντισε καὶ βλ’ ἐδῶ τὴν χρα σου καὶ μσε.

Φ.
Μετὰ χαρᾶς˙ καὶ ἂν κμνει χρει, καὶ πλιτερα μοῦ δῶσε.
«Μνγω σου πρῶτα στὸν Χριστὸν καὶ στὴν Κυρὰ τοῦ κσμου,
ὥστε νὰ πρη τὴν ζωὴν τοτην ὁ θνατς μου,
ν’ ἀποκρατῶ τὸν πθο σου στεριὸν κι ἐμπιστεμνα ».
Μὰ ἤθελα καὶ ἀπὸ σὲ νὰ δῶ τὸ τσσεσαι μοσμνα.

Α.
Κι ἐγὼ αὐτὸν τὸν ἔποικες ὅρκο μνγω καὶ τσσω
ὄξω ἀπὸ τὴν ἀγπη μας ἄλλο νὰ μὴ λογισω.

Φ.
Ὦ Λουλουδοσα μου γλυκι, ὦ τῆς καρδιᾶς μου πρα,
ἔχεις τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδιὰ ἀναπαημνη τρα;

Α.
Οἱ δυσκολιὲς ἐκπησαν καὶ ὁ φβος ἀπορρκτη
καὶ ἡ ἀγπη ἡμρωσεν κι ἐδεκτησεν κι ἐσφκτη.

Φ.
Καὶ μετ’ αὐτεῖνον τὸν σκοπὸν τὸ φλημα, κυρ μου!
Ὕπα ν’ ἀνοξης κι ἔρχομαι μὲ τὴν ἐπεθυμνι μου.
Καὶ μσα ’ς τοτην τὴν χαρὰν τὴν δὲ μπορῶ ξεικσω,
γιατ’ εἶχα τῶν πολλῶν χρονῶν τὴν πεναν νὰ χορτσω,
ἦλθεν εἷς ψλλος ἄπονος κι ἐκαρδιοδκασ με
καὶ ἀπὸ τὴν ἐξεφντωσιν τὴν εἶχα ἐξπνησ με.
Καὶ μεταφνδιο ξπνησα ὡσὰν παρατρεμμνος,
ἐχνουμουν κι ἐκρβγουμου ὡσὰν ἀστοχισμνος.
Κι ἐδῶθεν κεῖθ’ ἐγριζα τχατες νὰ γυρση
τ’ ὄνειρο πλι πρὸς ἐμὲ νὰ μὲ παρηγορση.
Καὶ μὲ τὸ ξανακλισμα ὁ ἥλιος ἐβγῆκε
καὶ τοῦτο ὅλο τ’ ἄδικο ὁ ψλλος μοῦ τὸ ποῖκε.


===========================

                                                    Ριμδα Κρης & Νου

     Το ποημα Ριμδα κρης και νου  αλλις Ριμτα κρης και νου (Ζρας 1955, 426· Βουτιερδης 1976, 128), γραμμνο σε διαλογικ μορφ, εναι ργο γνωστου ποιητ του 15ου , το αργτερο, των αρχν του 16ου αινα. Σζεται σε δο παραλλαγς, μα συντομτερη που αποτελεται απ 154 ιαμβικος 15σλλαβους ομοιοκατληκτους στχους και μα εκτενστερη σε 198 στχους, επκταση που μλλον οφελεται σε μεταγενστερες προσθκες (Beck 1993, 286). Το αννυμο αυτ ργο ανκει στη κρητικ λογοτεχνικ παραγωγ της λεγμενης περιδου της προετοιμασας (14ος αι.-περ. 1580), εν οι μελετητς του αναφρουν κι ναν δετερο ττλο: Ερωτικ απτη (Ζρας 1955, 426· Βουτιερδης 1976, 128).

   (Σημεωση: Επλεξα να το βλω στο Φαλιρο, για να μη το αφσω μονχο του και μιας κι σως ντως ανκει σ' αυτν, οπτε αν λανθνω ας πομε τι λανθνω κατ το μισυ, Κι πειτα, υπρχει κι λλος, επσης σπουδαος λγος που αυτ τα δυο κεμενα, το νωθεν και το κτωθεν, πρπει να γειτονεουνε.)
                                               Πτροκλος Χατζηαλεξνδρου


     Πρκειται για μια ερωτικ ιστορα με θμα τη νυχτεριν αποπλνηση -ερωτικ εκβιασμ- της νεαρς πρωταγωνστριας που αρνεται να υποκψει στον ορμητικ νο. Ο νεαρς εραστς ζητ επμονα απ τη κοπλα να ενδσει στον ρωτ του, ωστσο εκενη δεν υποχωρε, απαιτντας προηγουμνως διαβεβαωση γμου. Αφο χει επαναλβει τις ερωτικς του προτσεις πολλκις, χωρς αντκρισμα, προσποιεται πως εγκαταλεπει τη προσπθεια, προκειμνου να τη καθησυχσει αλλ και να τη πισει κυριολεκτικ στον πνο. τσι, μετ απ διστημα σχεδν ενς τους, εισβλλει κρυφ στο δωμτιο της νεαρς και κατορθνει με βαιο κι απατηλ τρπο να την αποπλανσει εν κοιμται. Η ερωτικ του επιτυχα το δνει την νεση να μιλ με αυθδεια κι ειρωνεα προς την αγαπημνη του, χλευζοντας τις αλλοτινς αντιστσεις της. Εκενη τον καταριται για την αναδει του και σπεδει να προφυλξει με συμβουλς τις φλες της απ την ιταμτητα και την αισχρτητα των ανδρν.
     Το ερωτικ στοιχεο σμγει εδ με την κατρα της απαρνημνης. Το ποημα διακρνεται για την αφηγηματικ του χρη, καθς και για ναν αισθησιακ ρεαλισμ ανμεικτο με ευγνεια και λυρισμ, στοιχεα που βρσκουμε σε δημοτικ τραγοδια της αγπης (Πολτης 1999, 51). Παρλο που πρκειται για ερωτικ εκβιασμ, τποτα το χυδαο απρεπς στο λγο δε χαρακτηρζει το κεμενο. Ο Βουτιερδης (1976, 128) χαρακτηρζει το ποημα να «απ τα τεχνικτερα δημδη λογοτεχνικ μνημεα της εποχς» εν ο Κρουμπχερ (1900, 65) ως «γνσιο υπδειγμα της δημοτικς ποησης του 16ου αινα». κρως τιμητικ για τον ποιητ της Ριμδας εναι η παρατρηση του A. F. van Gemert (2006, 92) τι το ποημα εναι «μια ιστορα στο φος του Βοκκιου […] να απ τα καλτερα ργα της πριμης κρητικς λογοτεχνας», κρση που επαληθεεται κι απ το γεγονς τι παραλλαγς του ποιματος επιβωσαν στη μεταγενστερη προφορικ παρδοση, με ευδικριτα χνη μχρι και σμερα σε νησι πως η Κρκυρα κι η Κως (Beck 1993, 286).
     Το φος του ποιματος θυμζει ντονα τη δημοτικ ποηση, εν στην ιδα περ κρητικς καταγωγς του οδηγον ορισμνοι γλωσσικο τποι, καθς κι η ομοιτητ του στο θμα της ερωτικς επιθυμας και συνντησης με τα 2 ερωτικ ποιματα του Μαρνου Φαλιρου (Ιστορα και νειρο & Ερωτικν ενπνιον). Ο εκδτης των τελευταων μλιστα, Arnold van Gemert, τενει να αποδσει το ργο στο Φαλιρο, συμφωνντας σ’ αυτ με τον Στυλιαν Αλεξου (van Gemert 1980, 23), υπθεση που επαναλαμβνει και στην κδοση των Λγων διδακτικν του κρητικο ποιητ.
     Το ργο παραδδεται σε δο χειργραφους μρτυρες του 16ου αινα, τους Vindob. theol. gr 244 (V) και Ambros. Υ 89 sup. (A) κι εκδθηκε απ τον Émile Legrand 2 φορς, με βση αντστοιχα τους δο κδικες: αρχικ στον τμο Recueil de chansons populaires grecques το 1874 και λγα χρνια αργτερα στον δετερο τμο της Bibliotheque grecque vulgaire το 1881. Το ποημα δεν παψε να απασχολε τους μελετητς κι τσι εκδθηκε ξαν, απ τον Γλλο Hubert Pernot (1931), που βασστηκε στο 1ο απ τα παραπνω χειργραφα. Αντιθτως, η επμενη κδοση γινε με βση τον λλο κδικα, απ τον Γεργιο Θ. Ζρα, ο οποος δημοσευσε τη Ριμδα στο περιοδικ Να Εστα (Ζρας 1955α), ανατυπνοντας την δια χρονι το κεμενο και στον τμο Μνημεα της Μεσαιωνικς και Νεωτρας Φιλολογας μας (Ζρας 1955β). Η τελευταα συμβολ στη καλτερη γνωριμα του σγχρονου αναγνωστικο κοινο με τον ερωτικ αυτ διλογο οφελεται στην Caracausi (2003)· πρκειται για μια κδοση αρκετ διαφορετικ απ τις προηγομενες, καθς εναι συνοπτικ, δηλαδ παρουσιζει και τις δο παραλλαγς, συντομτερη κι εκτενστερη, εν συνοδεεται απ πλοσιο σχολιασμ καθς κι ιταλικ μετφραση.
     Το ποημα παρατθεται εδ πως δημοσιετηκε απ το Ζρα το 1955 -πρκειται, πρα απ ελχιστες αλλαγς κυρως στην ορθογραφα, για την κδοση του Legrand, του 1881. Ωστσο, θα πρπει να επισημνουμε τι, επειδ η κδοση Ζρα δεν εναι αυστηρς κριτικ, για τις ανγκες της παροσας ανθολγησης χει δημιουργηθε να καινοριο κριτικ υπμνημα, που τα σχλια (τα οποα φωτζουν περισστερο την παρδοση του συγκεκριμνου ποιματος αλλ και τη ρευσττητα των δημωδν κειμνων εν γνει) γνονται με βση το υπμνημα της κδοσης Pernot 1931, ταν οι επιλογς των δο εκδοτν ταυτζονται, εν παρλληλα παρουσιζονται επιλεκτικ κι οι μεταξ τους αποκλσεις.

     Στους στ. 1-32 περιγρφεται η 1η νυχτεριν συνντηση των 2 νεων και σ’ αυτ γνεται δη φανερ η διαφωνα τους, που αποτελε και τον πυρνα του κειμνου: ο νος, παρορμητικς και με ανμελη διθεση, προσεγγζει ερωτικ τη κοπλα και προσπαθε να τη πεσει να ενδσει, εν εκενη, συνετ και μετρημνη, αντιστκεται σε αυθρμητες κινσεις που δεν της εξασφαλζουν συναισθηματικ και τυπικ δσμευση.
     Στη 2η νυχτεριν συνντηση των νων (στ. 33-126) δνονται βεβαισεις αγπης κι ρωτα και απ τους δο. Ωστσο, ο νος αρνεται πεισματικ την υπσχεση γμου που λαχταρ η κοπλα και επιχειρηματολογε για τη στση του. Η ελευθεριζουσα οπτικ του για τον ρωτα ξενζει την αγαπημνη του, που θυμνει με την ωμτητ του και τον διχνει.
     Στη τελευταα εντητα (στ. 127-198) κι αφο χουνε προηγηθε διαφωνες και καβγδες για τη προοπτικ της σχσης, ο νος αποφασζει να πψει τις προσπθειες ερωτικς αποπλνησης. Μετ απ σχεδν ν τος απουσας μως, επανρχεται και καταφρνει να συνευρεθε ερωτικ με τη κοπλα την ρα που κενη κοιμται. ταν εκενη συνειδητοποιε την ατμωσ της, τονε καταριται και μιλ απαξιωτικ για το ανδρικ γνος.

Κρη καὶ νιὸς δικζεται ἀπ ’να παραθρι
μιὰ νκτα, ὅσα πὤδωσεν αὐγῆς τὸ σημαντρι.
Ὁ νιτερος ζητᾷ φιλὶ κ’ ἡ κρη δακτυλδι·
ὁ νιὸς τὸ δακτυλδιν του τῆς κρης δὲν τὸ δδει,
μὰ μὲ κρυφὰ κομπματα δσει το θλει λγει·
καὶ πῶς καὶ τ καὶ ποταπῶς, μὲ τ τρπον τὸ λγει:

«Ὅνταν ὁ σκλος καὶ ὁ λαγὸς κμουν ἀδελφοσνη,
κ’ ἡ κτα μὲ τὸ ποντικὸν κμνουν συντεκνοσνη,
ὅντεν ὁ κρακας γενῇ ἄσπρος σὰν περιστρι,
ὅντας ἰδῇς ἀσποργιτα νὰ διχνῃ τὸ ξυφτρι,
ὅντεν ἡ θλασσα σπαρθῇ σιτρι καὶ κριθρι,
ὅντεν ἰδῇς εἰς τὸ βουνὶ νὰ περπατῇ τὸ ψρι,
ὅντεν ἰδῇς τὸ πλαγος ν’ ἀρχσῃ ν’ ἀποφρσσῃ,
ττες ἐμὲν καὶ σν, κυρ, θλουσιν εὐλογσει».

Ἡ κρη ὡς ἦτον φρνιμη, μὲ γνῶσιν ἐγροικθη,
καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν νιτερον ἤτις ἐπιλογθη:
«Ὅντεν ὁ μγας οὐρανὸς πσῃ κτω ’ς τὸ χῶμα,
καὶ ἡ ἀλθεια, νιτερε, φανερωθῇ γιὰ ψῶμα,
ὅντεν ἰδῇς τὴν θλασσαν καὶ ἀρχσῃ νὰ γλυκνῃ,
ὅντε βρεθῇ γιὰ τοὺς νεκροὺς ἀνστασης βοτνι,
ὅντεν ὁ γδαρος γενῇ ἄγγελος νὰ πετξῃ,
ὅντεν ὁ ἥλιος τ’ οὐρανοῦ τὴ στρτα του ν’ ἀλλξῃ,
ὅντεν ἰδῇς τζ’ ἀσπλαθους καὶ νὰ γενοῦν μυρσνη,
ὅντεν γενοῦν οἱ μλισσες τοῦ λαγκαδου σκῖνοι
ὅντε τὸ φγγος τ’ οὐρανοῦ πσῃ ’ς τὴ γῆ νὰ σβσῃ,
ττες ἐσν, ἀφντη μου, θλω γλυκοφιλσει».

Καὶ μσα ’ς τ’ ὄχι κ’ εἰς τὸ να, μρωμα κ’ εἰς ἀγριδα,
ἔσωνε καὶ κατντανε τῆς μρας ἡ ἀσπρδα,
κ’ ἐκνα ὁ κὺρ ἥλιος τοῦ δρμου νὰ φουσκνῃ,
τῆς νκτας τὲς κουρφβλεψες νὰ τὲς ξεφανερνῃ.
Ττες ὁ νιὸς ἐμσσεψε ἀπὸ τὴν κορασδα,
καὶ σὲ καμμιὰ συνβασιν δὲν ἤλθασιν, ὡς εἶδα.
Δετερη νκτα ’ς ὧρες τρεῖς ἐκτζε τὸ φεγγρι,
ὁ νιὸς ἐγρεψε νὰ μπῇ ’ς τῆς λυγερῆς τὴν χρι.
Καὶ ἀπετις ἀναπηκε ἡ στρτα τῶν ἀνθρπων,
ὁ νιὸς αὐτεῖνος ἔσωσε ’ς τὸ μαθημνον τπον.

Κ’ ἡ κρη, ὡς ἦτον πρὸς αὐτὸν καμπσο βαρεμνη,
ἐκθετο καὶ ’νμενε, κ’ ἦτον ἐγνοιασμνη,
ὅτ’ ἤτονε ’ς τὸν ἔρωτα τοῦ πθου πλανεμνη,
καὶ ’ς τῆς ἀγπης τὰ φιλιὰ ἦτον πεδουκλωμνη.
Ὅντεν ὁ νιὸς ἀπσωσεν ἔξω ’ς τὸ παραθρι,
ἡ λυγερὴ ἀπὸ ραθυμιᾶς ἤτονε χρειὰ νὰ γρῃ,
καὶ μὲ τοῦ δρμου τὴ φιλιὰ ’ς τὸ παραθρι σνει,
ἔφτασεν καὶ ἀκκομπησε, κ’ ἔλαμψε σὰν τὸ χινι.

Καὶ ἀπῆν τὴν εἶδε ὁ νιτερος, γλυκιὰ ἐχαιρτισ την,
καὶ ἀπὸ τὴν πκραν τὴν πολλὴ ἐπαρηγρησ την·
κ’ εἶπε της: «Τχα, μτια μου, κρατεῖς μου κακοσνη
’ς τὰ λγια, ’ς τὴν ὑπθεσιν τὴν ψεσινὴν ἐκενη!»
«Ἂ σοῦ ’χα θλει κκητα, δὲν ἤθελα προβλει·
δοσμνον ἔν ’ς τὸν ἄνθρωπον ἐσὲν καὶ ἀλλοῦ νὰ σφλῃ.
Καὶ ἂν ἤσφαλες ἐκ τὰς ἀρχὰς τὰ σντυχες μετ σου,
δνεσαι τρα ἡ γνμη σου ν’ ἀλλξῃ τὴν καρδι σου·
κα, ἄν ἔν’ καὶ θλεις μου καλν, μηδὲ μὲ πεισματνῃς,
γιατὶ τὸν πνο τῆς ἱστιᾶς τὴ φλγα μὲ γεμνεις.
Εἶτα καὶ θλεις μου κακν, κ’ ἔχεις με ὁγιὰ ’χθρ σου,
ν’ ἀπχῃς καὶ νὰ μ’ ἀγαπᾷς ἔναι ’ς τὸν ὁρισμ σου·
ἂν ἔν’ καὶ ξερεις με γιὰ ’χθρὸν ’ς τὴν ἐδικ σου κρσι,
ἔπρεπε νὰ μ’ ἀπαρνηθῇς ὡσὰν τὸ θλει ἡ φσι».

«Ὦ γλυκοπεριστρα μου, πῶς μοῦ μιλεῖς, κυρ μου,
ὦ δρσος τῆς ἀγπης μου καὶ γλκα τῆς καρδιᾶς μου,
δὲν εἶσαι παρηγρημα τῆς πκρας μου τῆς τσης,
θλημα ἔχεις νὰ μὲ ζῇς καὶ ’ξιὰ νὰ μὲ σκοτσῃς.
Ἐσὺ κρατεῖς ’ς τὰ χρια μου τὸ πνεῦμα τῆς ζωῆς μου,
κ’ εἶσ’ ἄγγελος μὲ τὸ σπαθὶ νὰ πρῃς τὴν ψυχν μου·
κ’ ἤθελα ν ’το μπορετὸ ν ’στεκες πντα μπρς μου
ἀλθεια ’ς τὴν ἐπιθυμι, ’ς τὸν πθον εἶσ’ ἐχθρς μου,
διατὶ ττοια καμματα μχην οὐδὲ κρατοῦσι,
οὐδὲ γιὰ μχην τ ’χουσι αὐτεῖνοι ὁποὺ ποθοῦσι.
Λοιπὸν γιὰ γλυκοποθητὴν σ’ ἔχω καὶ γιὰ κυρ μου,
γιατὶ γιὰ σν’ ὁ ἔρωτας ἔσφαξε τὴν καρδι μου·
καὶ ’ς ὅ,τι θλεις μ’ ὥρισε ν ’μαι κ’ ἐγ, τρυγνα,
μὴ μοῦ ζητξῃς μοναχ, ἀφντρα μου, ἀρραβῶνα,
διατὶ γυρζω ἐλεθερος καὶ θὲ νὰ μὲ σκλαβσῃς,
ἔχω καλλιὰ συζντανον τοῦ Χρου νὰ μὲ δσῃς».

«Τὸ λοιπονὶς δὲ μ’ ἀγαπᾷς στεριὰ καὶ μπιστεμνα,
ἢ τποτες κακὸ γροικᾷς, ὡσὰ θωρῶ, γιὰ μνα.»
«Ἴντα κακὸ θὲς νὰ γροικῶ, κυρ, ’ς τὴν εὐγενει σου;
καὶ τ κακὸ μπορῶ νὰ πῶ μπρὸς τὰ συγγενικ σου;
Ὁ κρις σου ἔναι εὐγενικς, μᾶλλον καὶ ἡ μητρα,
καὶ σ ’σαι ἀστρας λαμπιρὸς νκτα καὶ τὴν ἡμρα·
εἶσαι ’ς τὰ πλοτη θησαυρς, τῆς ἐμορφιᾶς ἡ χρι,
καὶ πᾶσα νιὸς ὀργεται ττοιαν κρην νὰ πρῃ».

«Ἀμμ’ ἂ γνωρζῃς καὶ θωρῇς ’ς ἐμνα ττοια εἴδη,
γιατὶ περηφανεγεσαι νὰ δσῃς δακτυλδι;»
«Διατὶ ποτὲ τ’ ἀντργυνα δὲν πφτου ’ς μιὰν καρδαν,
μ, σὰν ἀπομακρνουσι, χνουν τὴν ἐρωταν.
Σὰν κμουν ἕνα δυὸ παιδιὰ τὸν πθον ἀπαρνοῦνται,
καὶ τὴν ἀγπην συχανονται, τὸν ἔρωτα λησμονοῦνται,
καὶ ὁπὦναι νιὸς καὶ δὲν πατεῖ ’ς τὸν ἔρωταν ἀπνω,
’ς τὴν συντροφιὰ τῶν ζωντανῶν ἐγὼ δὲν τὸν ἐβνω.

Ὡσὰν λαρδὶ κουρουπιαστὸ ὀκτὼ χρονῶν ἢ δκα,
ἐδτζι ἔναι ’ς τὸν ἄνθρωπον βλογητικὴ γυναῖκα ·
εὐλγησεν ὁ Ἔρωτας τὸν κουρσεμνον πθο,
πῶς θὲς ν’ ἀλλξω τὸ λοιπὸν ἐκεῖνον ὅπου γνθω;
Λοιπν, μαλαματνη μου, τοῦτον ὁ νοῦς σου σφνει
καὶ ἂς φᾶμεν τὴν ἀγπη μας μὲ διχωστὰ στεφνι·
καὶ ἂς πιοῦμεν ἀπὸ τῆς φιλιᾶς τὸ δροσισμνο μλι,
καὶ αὐτὰ τ’ ἀρρεβωνισματα ὁ νοῦς σου μὴ τὰ θλῃ.
Να κοροῦλα βρσκεσαι ἐρωτοπλουμισμνη,
σκπισε ὅτι ὁ καιρὸς τὰ κλλη σου μαρανει,
ψγει καὶ συζαρνει σε, σὲ γερατειὰ σὲ φρνει,
ὁ θνατος πλακνει σε, καὶ ττε τ κερδανεις;

Προδσου τὸ λοιπονιθὲς καὶ ἄφες τὸ δακτυλδι,
καὶ ἂς φᾶμε μὲ συνβασι βασιλικὸν ἀπδι,
καὶ ἂς στκωμε τὴν νιτη μας ἀλλλως μας ὁμδι,
καὶ ἂς ἤμεστεν ἐλεθεροι ’ς τοῦ πθου τὸ λιβδι,
ὁπο ’ν’ τὰ ρδα τὰ πολλ, τὰ λολουδα καὶ τ’ ἄθη·
κ’ εἴτις ἐμπῇ ’ς ττοιαν ὁδν, κ’ εἰς ττοιαν στρτα ν ’ρθῃ,
γἡ ἀγπη ἔναι ζχαρι, μλι καὶ γλυκορρζι,
καὶ τὰ παιδιὰ ἐκ τὲς μννες τως ὁ ἔρωτας χωρζει.
Καὶ πντις μ ’μαι χρυσοχὸς νὰ κμνω δακτυλδια,
νὰ τὰ χαρζω ἐδῶ κ’ ἐκεῖ σὰ μυρισμν’ ἀπδια;
Ἡ νιτη μου ’ς τὰ χρια σου μαζὶ μὲ τὸ κορμ μου,
ἴντα θλεις καλλιτερο τὸ λοιπονς, ψυχ μου;

«Ὦ Παναγα, ποῦ τ ’μαθες καὶ ’ς ποιὸ σκολειὸν ἐμπῆκες
καὶ ξμπιασες καὶ πῆρες τα; τβοτες δὲν ἀφῆκες
ὡς ν ’θελες νὰ τ ’καμνες ν ’παιρνες ττοιαν κρη,
καὶ μλησες ἔτζι χοντρ, σὰ ν ’σουν ἐκ τὰ ὄρη.
Καὶ ἂν ἤμουν πλι τορκισσα ἢ σκλβας θυγατρα,
ἔτζι δὲ μοῦ ’θελες εἰπεῖ ἐτοτη τὴν ἡμρα,
ὁπο ’σαι ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες καὶ ἀπὸ τοὺς τιμημνους,
καὶ ἀπὸ καλοὺς κ’ εὐγενικοὺς τοὺς τπους γεννημνους,
ἔπρεπεν τοῦτον εἰς ἐσὲν ἐμνα νὰ διατσῃς,
ἂν ἔβλεπες νὰ πρδιδα νὰ μὲ καταδικσῃς.
Μὰ σὺ δὲ ’μολογᾷς Θεν, μὰ θὲ νὰ μὲ ’ντροπισῃς·
σρε καλῶς καὶ μὴ θαρρῇς ττε νὰ μὲ γελσῃς».

Καὶ μὲ τοὺς ἀναστεναγμοὺς σφαλᾷ τὸ παραθρι,
καὶ ὀμπρὸς ὀπσω ἐγρισε τοῦ πθου τὸ ζαφερι.
Καὶ ὁ ἄγουρος ἐγλασε κα ’μοσε νὰ ξεδρμῃ,
εἴτι πεισματικὸν μπορεῖ τῆς λυγερῆς νὰ κμῃ.
Ἐμσσεψε κ’ ἐφῆκε την, ὥστε νὰ λησμονσῃ,
καὶ μὲ καιρὸν νὰ θυμηθῇ ὀπσω νὰ γυρσῃ·
διατ’ ἤτονε πολυπαθὴς τῆς ἐρωτιᾶς κουρσιρης,
εἰς τοτην ἔκαμνε κανεὶς εἰς τὴν φιλιὰν τῆς χρης·
τεχντης εἰς τὴν συντυχι, δσκαλος εἰς τὴν πρᾶξι,
καὶ μοναχὴ τὴν ἄφηκεν ὁγιὰ νὰ μὴν πλατξῃ.
Καὶ δὲν ἀπρασε ἀπὸ κεῖ τρακσιες μιὰ ἡμρα
κ’ ἦρθε καὶ ’πολησμνησεν ἡ ἄσπρη περιστρα.

Καὶ ττες εὐγωδθηκεν ὁ νιὸς ἀρματωμνος,
τὸν πθον ἐδικζετον καὶ τὴν φιλιὰν καημνος.
Ἄρχιζε καὶ δικζετον καὶ τὴν φιλιὰν ἐρτα·
ὁ ἔρωτας τὸν ἔσωσεν ’ς τῆς λυγερῆς τὴν πρτα.
Τὴν πρτην πρταν ἤνοιξε, τὴν δετερην ραγζει,
οὐδ’ ἄνθρωπος τὸ γροκησε, οὐδὲ σκυλὶ γαυγζει.
Κι’ ηὗρε τὴν κρην καὶ κοτετον ’ς τ’ ὡριν της τὸ κρεββτι,
προσκεφαλδι ὁλργυρο ’ς τὸ στῆθος της ἐκρτει.

Ὁ ἄγουρος σβνει τὸ κερ, καὶ τ’ ἄρματ του βγνει,
κ’ εἶπεν· «Ὁπ’ ἐγεννθηκε σμερον ἂς ποθνῃ!»
Εἰς τὴν κασσλα ἐκθισε, ἀτς του ἐξυπολθη,
καὶ βγανει τὸ προσκφαλο ’κ τῆς λυγερῆς τὰ στθη.
Ἄβουλ της ἐσκωσε, ’ς τὰ χρια της ἐμπῆκε,
καὶ τὸ ’πεθμαν εἰς καιρος, εἰς μιὰν ὥραν τὸ ποῖκε.
Καὶ ξπνησεν ἡ λυγερὴ ’ς τὰ κανακσματ της,
καὶ γνρισε ὅτι ἔχασε εἰς μιὸν τὴν παρθενι της.
Καὶ ὁ νιτερος πεισματικὰ ἄρχισε νὰ τῆς λγῃ,
θωρῶντα πῶς ἐμνισε εἰς αὔτονε νὰ κλαγῃ:

«Ἐσ ’σαι κενη πὤλεγες νὰ βλῃς δακτυλδι;
βλε ἀρραβῶνα χμαρη, καὶ βλγησι σφαγδι!»
Καὶ μσα ’ς τὲς ἀγκλες της τὸν ἄγουρον ἐτρα,
κ’ ἔκλαιγεν καὶ βαρανετον ’ς τὴν δολερν της μοῖραν.
Ὡς πρδικα μοιρολογᾷ, ὡσὰν τρυγνα κλαγει,
καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν νιτερον τοῦτα τὰ λγια λγει:

«Ἂ βουληθῇς νὰ μ’ ἀρνηθῇς καὶ νὰ μ’ ἀλησμονσῃς,
εἰς τὴν Τουρκιὰ ’ς τὰ σδηρα πολλὰ ν’ ἀγανακτσῃς ·
σὲ τορκικα σπαθιὰ βρεθῇς, σὲ Κατελνου χρια,
τὰ κριτα σου νὰ κψουσι μὲ δστομα μαχαρια,
Ἀρπηδες νὰ σ’ εὕρουσι καὶ Μῶροι νὰ σὲ σσου,
καὶ σ’ ὄχλον σαρακνικον τρεῖς μαχαιρὲς σοῦ δσου·
οἱ δυὸ νὰ ’γγζου ’ς τὴν καρδιὰ κ’ ἡ ἄλλη ’ς τὰ μυαλ σου,
κ’ εἰς τὸν ἀφρὸν τῆς θλασσας νὰ βροῦσι τὰ μαλλι σου·
τὰ πδια καὶ τὰ χρια σου νὰ βροῦν εἰς παραγιλι,
καὶ τὰ μουσοδια τὰ βαστᾷς ’ς τὴν ἄμμον νὰ τὰ βγλῃ
νὰ δρμου ν ’ρθουν νὰ σὲ ’δοῦ ἐκ τὰ συγγενικ σου,
ἡ μννα σου νὰ κουρευτῇ θωρῶντα τὰ μαλλι σου.

Καὶ ττες ν ’ρθω νὰ σὲ ’δῶ γιὰ παρηγρημ μου,
’ς τὸ ξδι σου νὰ ’γδικιωθῶ, νὰ δροσιστῇ ἡ καρδι μου!»
Καὶ πλι κλαει, θλβεται, πλι μοιρολογᾶται,
καὶ μετὰ τὶς γειτνισσες ἄκου τὸ τ δηγᾶται:

«Ἀκοσετε, γειτνισσες καὶ συνανθροφς μου,
καὶ σεῖς, κορσια, ξερετε, οἱ ξνες καὶ δικς μου·
ἀμριμνα μὴ κθεστε, τὸν ὕπνον μὴ ἀγαπᾶτε,
τὰ μεσημρια κοτεστε, τὲς νκτες ἀγρυπνᾶτε.
Διατσσω σας καὶ λγω σας γιὰ τὸ δικ μου βρος,
γιατὶ ὁ ὕπνος εἰς ἐμὲ ἦτον μεγλος Χρος.
Τὸν πθον εἶχα μσα μου ὡσὰν ἕνα παιγνδι,
τινὸς οὐδὲν ἐπρδιδα χωρὶς τὸ δακτυλδι.
Μὰ στανικῶς, δυναστικῶς ἦλθε καὶ ἔπαρ με,
κι’ εἴτ’ ἤθελ’ ἔκαμε ’ς ἐμ, κ’ ὕστερα ἐνμπαιζ με.

Λοιπὸν ὁπὦναι φρνιμη ἂς σφικτομανταλνῃ,
διατὶ ὁ ἄνδρας τὴν γυνὴ πντα τνε κομπνει.
Βρσι, νερὸ τρεχμενο, ’ς τὰ λγια ’ν’ ἡ γυναῖκα·
πιστεγω το σὰν τὸ γροικῶ φργκικα καὶ ρωμαῖκα.
Ἀπὸ πολλοὺς νὰ ’βρῇς τινα νὰ τὴν εὐλογηθοῦσι,
μὰ πλα εἶναι πβουλος, ὁποὺ τὴ συγγελοῦσι ·
ἀρνοῦσι καὶ τοὺς ὅρκους των, τὸ θλουσι νὰ κμου,
μὸν νὰ χαροῦν λγον καιρὸν ’ς τὰ ψματα τοῦ γμου.
Μὴ μὲ κατηγορσετε γιατὶ σᾶς τ’ ὁρμηνεγω,
ἀφῆν ἐμπῆκα ’ς τὸ χορ, χρειὰ μὦναι νὰ χορεγω.

==========================

                                                 Θρνος

     Το ποημα (404 στχοι) εναι δραματικ ανεπτυγμνος θρνος της Παναγας, τελευταο ργο του Φαλιρου, γραμμνο στις 1ες 10ετες του 15ου αινα. Εντσσεται αφηγηματικ στη συζτηση ανμεσα σε 2 τομα, τον ποιητ/αφηγητ και τον Εβραο Τζαδκ,  που παρατηρονε ζωγραφικ απεικνιση της Σταρωσης. Τα πρσωπα του πνακα (Θεοτκος, Ιωννης, Μαρα η Μαγδαλην, Μρθα, Χριστς) διαλγονται στα εβρακ κι ο Τζαδκ μεταφρζει τα λγια τους στον αφηγητ. Πυρνας του ργου εναι η σπαραχτικ κφραση ψυχικο πνου απ τη Θεοτκο, που θρηνε και δχεται παρηγορητικ λγια.
     Παραδδεται μνο μσω ενς χειρογρφου, του Tübingen Mb 27 (T), το οποο αντιγρφηκε στα 1585. Το κεμενο του ποιματος στον κδικα αποτελε αντιγραφ της κατ πσα πιθαντητα μοναδικς κδοσης του Θρνου στα 1543/4, που σμερα λανθνει. Ο Β. Α. Μυστακδης παρουσασε το κεμενο το 1922 σε μια κατ βση διπλωματικ κδοση του χφ., που χει περισστερο ιστορικ παρ φιλολογικ αξα. τσι, το ποημα αποτελοσε το μοναδικ ργο του Φαλιρου που δεν εχε αξιωθε μιας σγχρονης κριτικς κδοσης, κεν που εντλει λθαν να καλψουν οι Bakker και van Gemert με τη 1η επιστημονικ υπεθυνη κδοσ του το 2002, απ την οποα αντλονται και τα παρακτω ανθολογομενα αποσπσματα.
     Ο αφηγητς, κποιος Χριστφιλος, λει τι εδε ζωγραφισμνη μια σκην της Σταρωσης, στην οποα τα λγια που λεγαν οι παρευρισκμενοι βγαιναν απ το στμα τους με εβρακ γρμματα. Κατ παρκλησ του νας Εβραος, ο Τσαδκ, μεταφρζει αυτ τα λγια. Τα ομιλοντα πρσωπα σ’ αυτ τη σκην της Σταρωσης εναι η Θεοτκος (που λει τα δο τρτα του κειμνου), ο Ιωννης, η Μρθα, η Μαρα η Μαγδαλην, ο Χριστς, οι Εβραοι κι ο Λογγνος. Στο ποημα αποτυπνεται ο δραματικς διλογος των προσπων αυτν.
     Η δομ του Θρνου εναι απλ κι ισορροπημνη. Το ργο αρχζει με ναν αφηγηματικ πρλογο που λγεται απ τον Χριστφιλο μπροστ απ τον πνακα (στ. 1-12). Στον πρλογο δνονται στον αναγνστη/ακροατ οι απαρατητες πληροφορες για το θμα του ποιματος. Ακολουθε να δραμτιο -,τι διαδραματζεται μσα στον πνακα- που αρχζει στον στ. 13 και τελεινει με τον επλογο της Θεοτκου (στ. 299-312), που πλον τα πρσωπα απευθνουν τα λγια τους το να στο λλο και χι στον ακροατ/αναγνστη. Πιθανν ο Φαλιρος συνλαβε το δραμτιο ως χωρισμνο σε επεισδια που ξεκινον απ ναν απ του λγους του Χριστο. Τους τελευταους τος χρησιμοποιε ο ποιητς ως «σπονδυλικ στλη» του ργου. Η κατληξη το πλαισου του δραματου λγεται απ τον Χριστφιλο και τον Τσαδκ μπροστ απ τον πνακα (323-330), σε αντιστοιχα με τον πρλογο.
     Ο αρχικς Θρνος του Φαλιρου αποτελεται απ το πλασιο (στ. 1-12 και 323-330) και το δραματικ μρος (στ. 13-312), δηλαδ το αρχικ κεμενο ρχιζε και τελεωνε με το νοιγμα και το κλεσιμο του πνακα της Σταρωσης. Αργτερα, σε κποιο σημεο της γραπτς παρδοσης, εμπλουτστηκε απ κποιον γνωστο, ικαν διασκευαστ που ξερε να χρησιμοποιε τις τεχνικς του δραματικο λγου, με το επεισδιο της Αποκαθλωσης και του επμενου θρνου (Pietà), δηλαδ να δετερο δραμτιο. Απ τον μεταγενστερο διασκευαστ, επομνως, προστθηκαν στχοι στο τλος του ργου και παρεμβλθηκαν και λλοι στο κριο μρος - συνολικ 118 στχοι στους αρχικος 286 του Φαλιρου.
     Ο Θρνος δεν μπορε να συγκριθε με καννα λλο ελληνικ ργο ως προς τη δραματικ του μορφ, παρ μνο με την Ιστορα και νειρο του διου ποιητ. Και τα δο εντσσονται στην προσπθεια του Φαλιρου να γρψει διαλογικ-δραματικ ργα, χωρς ωστσο να εναι καθαρ θεατρικ, γιατ, εκτς απ τα πρσωπα του δρματος που συνομιλον χωρς τη μεσολβηση κποιου τρτου, υπρχει κι νας αφηγητς. Στον Θρνο τον ρλο του αφηγητ δεν τον παζει ο ποιητς, αλλ ο Χριστφιλος -πιθανν μια περσνα  του Φαλιρου- που λει τον πρλογο. Εναι, επσης, αυτς που μεταφρει τη σκην, απ τον χρο που βρσκονται ο διος και οι φλοι του (εμες) στον πνακα στη σκην της Σταρωσης, και αναγγλλει το πρτο πρσωπο του δραμτιου, τη Θεοτκο.
     Ο Φαλιρος φανεται πως ταν νας νθρωπος αρκετ διαβασμνος στη σγχρον του λατινικ και ιταλικ λογοτεχνα, τσο την κοσμικ σο και τη διδακτικ και θρησκευτικ. Τα περισστερα θματα και μοτβα που χρησιμοποιονται στον Θρνο απαντον και μσα σε laude και σε λλα κεμενα ιταλικς προλευσης. Στα χρνια του Φαλιρου η lauda, ως λογοτεχνικ εδος, εχε πια διαδοθε σ’ λη την Ιταλα. Οι laude ταν μνοι για θρησκευτικ θματα, αρχικ λυρικς φσης, που εξελχθηκαν σε αφηγηματικς και δραματικς συνθσεις, τραγουδιντουσαν, απαγγλλονταν και τελικ παζονταν. Αποτελον δραματικ κεμενα με σκηνοθετικς οδηγες χωρς την παρουσα αφηγητ, αν και ορισμνες δεν εναι οτε εντελς αφηγηματικς οτε απλυτα δραματικς, κι τσι βρσκονται ανμεσα στα δο εδη. Ο Φαλιρος γνριζε τις laude αφομοινοντας καλ τις τεχνικς τους. Το μρος του Θρνου που ονομζεται δραμτιο δεν εναι τποτε λλο παρ μια lauda, χι εντελς δραματικ, αλλ να μεικτ εδος - στο μεγαλτερο μρος της διπεται απ δραματικτητα, ωστσο εμπεριχει και αφηγηματικ στοιχεα. Πντως, το να και μοναδικ πρτυπο του Θρνου δεν χει βρεθε. Φανεται πως ο Φαλιρος διασκευζει ελεθερα τις πηγς του, προσθτει στοιχεα και γενικ τα τοποθετε σ’ να δικ του μοναδικ πλασιο, αποκλειστικ δημιοργημ του.
     σον αφορ τη παραστασιμτητα του Θρνου, θα μποροσαμε να πομε τα εξς: στο ποημα δεν υπονοονται μνο λγια (πως οι λγοι του Χριστο απ τον Σταυρ), αλλ και δρση-κνηση. Εκτς απ τα δκρυα, τις χειρονομες και τους θρνους των προσπων, βρσκουμε και παρακλσεις της Θεοτκου για δρση. Δεν γνωρζουμε αν ο Φαλιρος σκεφτταν να παραστσει τον Θρνο στη σκην. πως και το ποημα Ιστορα και νειρο, πιθανν ο Φαλιρος να γραψε τον Θρνο για μια παρσταση, προορισμνη για ναν αρκετ στεν φιλικ κκλο την ημρα της Μεγλης Παρασκευς, σε κποια εκκλησα.
     Η γλσσα του Θρνου ενσωματνει, κυρως, κρητικ διαλεκτικ στοιχεα του 15ου αινα με ελχιστα δνεια και με ναν περιορισμνο αριθμ αρχαστικν τπων. Το ποημα εναι γραμμνο σε κλασικ δεκαπεντασλλαβο στχο, με τομ  μετ την 8η συλλαβ και συχνος διασκελισμος, συνθως μσα στο δστιχο, εν η ζευγαρωτ ομοιοκαταληξα του εναι πλοσια και ενδιαφρουσα.
     Ο Θρνος του Φαλιρου απασχλησε σημαντικος μελετητς της νεοελληνικς λογοτεχνας. Ο Μ. Ι. Μανοσακας (1965, 18) θεωρε το ργο «αρκετ περεργο και ενδιαφρον, γιατ αποδεικνει πως το θρησκευτικ δρμα δεν ταν γνωστο στην ελληνικ Ανατολ, πως πστευαν ως τρα». Ο Λνος Πολτης (1999, 46) παρατηρε τι «ξεφεγει εντελς απ τα καθιερωμνα, εναι σντομο και αποτελε κτι σα δραματοποηση της σταρωσης του Χριστο -ν υποτυπδες “μυστριο».

     Αρχζει με ναν πρλογο, που δνεται το πλασιο του θρνου της Θεοτκου (στ. 1-12). Στους στχους 1-10 ο Χριστφιλος (πιθαντατα προσωπεο του ποιητ) αφηγεται πς βρθηκε με κποιους φλους μπρος σ’ να πνακα της Σταρωσης και ζτησε απ τον Εβραο Τσαδκ να τους μεταφρσει τα λγια του πνακα. Οι στχοι 11-12 μας εισγουν στον λγο της Θεοτκου κι τσι απ εδ ξεκιν ο θρνος της κι ο δραματικς διλογς της με τη Μρθα και τον Ιωννη (στ. 13-72). Η θλψη της Παναγας εναι ανεκδιγητη κι οι προσπθειες να την παρηγορσουν μνουν καρπες. Τα 2 παρηγοροντα πρσωπα εκφρζουν τη βαθει συμπνια τους για τον πνο της μητρας, δχως μως να μερνουνε τη ψυχικ και σωματικ οδνη της.



                       ΘΡΗΝΟΣ

Εἰς τὰ Πθη καὶ τὴν Σταρωσιν τοῦ Κυρου
καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
ποιηθεὶς παρὰ τοῦ εὐγενεσττου ἄρχοντος
κυροῦ Μαρνου τοῦ Φαλιρου

Ὁ Χριστφιλος
Κι ὁ νοῦς ἀναγυρζοντα ὁμδι μὲ τ’ ἀμτι
τοῦ Ἰησοῦ τὴν σταρωσιν, εἰς ἄδειο τπο κτι
τὴν εἴδαμε ζωγραφιστὴ μαζὶ μὲ τοὺς ληστδες
κι ὀμπρὸς εἶχε τὴ μναν του κι ἀπὸ τοὺς μαθητδες,
τὴ Μρθα, τὴ Μαγδαλην, κι ἄλλες ’κεῖ πρα ’στκα˙   
καὶ τὰ ’δηγᾶτον πασαεὶς ἦσαν μὲ λγια ’βραῖκα,
κι ἐφανετον κι ἐβγανασιν ἀπὸ τὰ στματ των,
ἴτις ὀκ’  ἔδειχνε κθεὶς ἐκεῖνα τὰ ’δηγᾶτον˙
καὶ τὸν Τσαδὸκ ἐβλαμε νὰ μᾶς τὰ ξεδιαλνη
κι ἐποῖκε  το μετὰ χαρᾶς, μὲ φιλικὴν εἰρνη.
Κι οἱ πρῶτοι λγοι ἐβγανασιν ἀπὸ τὴν ἄθλια μνα
μὲ δκρυα, μ’ ἀναστεναγμος, ὁπ’ ὅλους ἐπικρνα.

Ἡ Θεοτκος
Ἐλᾶτε πντες, κλψετε καὶ μετὰ μὲ θλιβῆτε
καὶ τὸν υἱ μου στὸ σταυρὸ τὸν ἔχουν λυπηθῆτε.
Πονσετε τὸν ἀγαθὸν Χριστὸν ἀπὸ τὴν τση
κακοπαθειὰν  ὁπὄλαβεν ὀγιὰ νὰ σᾶς γλυτση.
Ἀλμονο, συγκλψετε καμπσο μετὰ μνα,
ὅτι στὸν πνο μου βουθὸ  δὲν ηὕρηκα καννα.
Τοὺς Φαρισαους καὶ γραμματεῖς κι αὐτεῖνο τὸν Πιλτο,
τὸν Ἄννα καὶ τὸν Κιαφα μ’ ὅλον τους τὸ φουστο
ὥσπερ θεριὰ τοὺς συντηρῶ  τοῦ υἱοῦ μου καταπνω
κι ὡς μνα του γλυκτατη τὰ λογικ μου χνω.
Ὅλους θωρῶ κακοθελεῖς  κι ὅλους χολικεμνους
κι ἀπὸ τοὺς μαθητδες του μορα  σκανταλισμνους.
Μνον ἐγ ’μαι μοναχὴ καὶ μσα ’ς τση κρση,
ἀλμονον, ἡ ταπεινὴ μνα καὶ τ νὰ ποση;
Ἀλμονο, τὸν ἄπιαστο θωρντα τον πιασμνο
κι αὐτὸν τὸν μγα βασιλιὰ κλιτὸ  καὶ σκλαβωμνο,
καὶ τὸν Χριστὸ τὸν ἄφταιστο  τσα κατακριμνο
κι ὅλο τ’ ἀγιτατο κορμὶ ἄθλιο καὶ πληγωμνο!
Ὁ νοῦς μου ἀπὸ τὴ λπηση μὲ πικροβασανζει
κι ἀπὸ τὸν πνο τὴν καρδιὰ γρικῶ  νὰ λακταρζη.

Ἡ Μρθα
Κυρα μου, παρηγοροῦ κι εἰρνεψε δαμκι,
ρξ’ ἀπὸ σν, Πανχραντε, τῆς θλψης τὸ φαρμκι.
Ἀλμονο, θωρντα σε τὸ πῶς κακοπαθζεις,
τὰ μλη μου φλογζεις τα καὶ τὴν καρδι μου σκζεις.

Ἡ Θεοτκος
Ὦ ἀδελφδες μου γλυκς, εἰς τὲς ἀρχὲς τοῦ πνου,
διαπὰς  εἰς τοῦ ἐγκαρδιακοῦ, παρηγοριὲς δὲ σνου.
Μ’ ἂν ἔν’ κι ἐσεῖς συνθλβεστε, οἱ ξνες, καὶ συγκλαῖτε,
πῶς ἔναι  μπορεζμενο  κι ἡ μνα ν’ ἀναπται;
Ὅντ’  ἔναι ἡ θλψη σνωρη, παρηγοριὲς δὲ θλει,
γιατὶ δὲν ἔχει ποῦ  δεκτεῖ ζχαριν οὐδὲ μλι.
Ὅλα τῆς  φανονται πικρὰ κι ὥσπερ φαρμκι τ ’χει,
ὥστε νὰ  πψη ἡ γνση μας κι ἡ σρκα ἀπὸ τὴ μχη.
Υἱ μου, πσα σου πληγὴ πληγνει τὴν καρδι μου
καὶ τὰ καρφιὰ διαπερνοῦν μσα τὰ σωθικ μου
κι οἱ στξες  τῶν αἱμτων σου στσσουν τὸ πρσωπ μου
κι ἡ τζια  σου φλοβοτομᾶ  μσα τὸν ὀμυαλ μου.
Πσα σου πνος διπλοτριπλὸς στρφεται πρὸς ἐμνα,
ἀλμονον, καὶ πλι  ζοῦν τὰ μλη τὰ καημνα.
Ὦ μνες, συμπονσετε τὸ τκνο καὶ τὴ μνα,
διαπὰς γνωρζοντα γιατ καὶ πῶς τὸν ἐποθνα!
Βουθσετ με, ἀλμονο, πριχοῦ  νὰ βγῆ ἡ ψυχ μου,
νὰ πισω νὰ τ’ ἀναδεκτῶ  καμπσο τὸ παιδ μου,
τὰ μλη του τ’ ἁγιτατα νὰ τὰ γλυκοφιλσω
κι ἀπκει  εἰσμιὸν  ὀπσω του κι ἐγὼ νὰ ξεψυχσω.

Ὁ Ἰωννης
Ὦ Κρια καὶ Δασκλισσα, μρωσε  τὴν καρδι σου
κι ὡς φρνιμη κι ἁγιτατη σβῆσε τη τὴν πικρι σου.
Ἀνπαψε κι ἐσὲ κι ἐμᾶς, ὅτι, καθὼς νοοῦμε,
σωστὸν οὐκ ἔναι βτανο ἄλλο νὰ γιατρευτοῦμε.
Κι ἡ μαρτυριὰ κι ἡ σλληψις κι ἡ θαυμαστ σου γννα
τὰ μολογᾶ γιὰ νὰ βρεθῆς μητρα καὶ παρθνα.

Ἡ Θεοτκος
Ἰωννη μου, καλὰ λαλεῖς, μ’ ἂν ἔν’ κι αὐτὸς παθζει
κατὰ τὴν ἀνθρωπτητα, ὁποὺ τὰ πντα ’ρζει,
πῶς τσον πλιὰ  ἡ σρκα μου δὲν πρπει ν ’ν’ δοσμνη
τοῦ πνου καὶ γοργτερα ἄθλια καὶ πικραμνη;

Ὁ Ἰωννης
Κυρ μου, ἡ σρκα τοῦ Χριστοῦ βαστζει τὸ βοτνι
κι ὀγιὰ  τὴ ζση τῆς ψυχῆς, γιαταῦτο  τὰ παθνει.
Κι ἴτις  λοιπὸν ἐδθηκε νὰ πθη αὐτὰ τὰ πθη,
γιὰ νὰ φτιαστοῦν μὲ θεκὴ χρη τὰ πρῶτα λθη.
Καὶ τὸ λοιπὸν παρηγοροῦ κι ἔχε το γιὰ καμρι
αὐτὸν τὸν ἅγιο θνατον ὁπο ’κλινε  νὰ πρη.

     Συνεχζεται ο θρνος της Θεοτκου που εχε ξεκινσει στον στχο 13. Μες στα ξεσπσματα του μοιρολογιο της εκφρζει την ανγκη να τιμωρηθον οι Εβραοι για τον πνο που προκλεσαν. Η Μαρα η Μαγδαλην προσπαθε, πως και προηγουμνως, να τη παρηγορσει. Στους στχους 95-96 ακομε για πρτη φορ στο ποημα λγια του Χριστο -ο Χριστς θα μιλσει λλες 6 φορς. Απευθνεται στη μητρα του και τον Ιωννη και τους ζητ να συμφωνσουν σε μια ανταλλαγ που θα μαλακσει τον πνο τους, να χουνε στο εξς σχση μνας-γιου. Το κεμενο συνεχζεται με το δραματικ διλογο της Θεοτκου με τον Ιωννη (στ. 97-124). Οι δυο τους δεχνουνε ξαφνιασμνοι με τη δλωση του Κυρου, αλλ δχονται ταπειν να εκπληρσουν το θλημ Του.

Ἡ Θεοτκος
Ὦ Γεροσλυμα πτωχν, ὦ σπτι τοῦ Θεοῦ μου,
τοῦτο τὸ μγα φτασιμο τὸ ’ποῖκες πρὸς τοῦ υἱοῦ μου
εἰς πση καταχρεση  καὶ χλαση  μεγλη
σᾶς θλει φρει μιὰ γενιὰ κακὴ καὶ ξνη ἄλλη!
Κι ἐσεῖς ὁποὺ ’πληγθητε καὶ φανεται καὶ ζεῖτε
μὲ τὸ μαχαρι τὸ πικρὸ τῆς θλψης, σωρευτῆτε˙
κι ἐσεῖς κι ἐγὼ τοὺς πνους μου ἂς κλαγωμεν ἀμδι
καὶ τοτη τὴν πικρὰν ζωὴν ἂς ἔχωμεν ὡς Ἅδη.

Μαρα ἡ Μαγδαλην
Ὦ Ργισσα  τῶν οὐρανῶν, Δσποινα τοῖς ἀγγλοις,
ὅλους μας ἔχεις δολους σου κι ὅριζε τ ἔν’ τὸ θλεις.
Κι ἂν ἔν’ καὶ μὲ τὰ κληματα, μὲ πνους καὶ μὲ θρνη
ἐδνετον  κι ὁ πνος σου κι ἡ θλψη ν’ ἀλαφρνη,
ὀγιὰ νὰ  δσωμε κι ἐσὲν κι ἐμᾶς παραμυθα,
ἄλλο νὰ κμωμε εἴχαμε  μὲ τση πεθυμα;

Ἡ Θεοτκος
Ὦ Μρθα μου γλυκτατη κι ἐσ, Μαγδαλην μου,
κι ἐσεῖς οἱ πρλοιπες  Μαρις, ὁπο ’στε εἰς συνδρομ  μου,
ἐχσετε τὸ δσκαλο τὸν πολυαγαπημνο
κι ἐγ, ἡ πτωχ, τὸν Κριο μου τὸν εἶχα γεννημνο˙
ὅλες ὀρφανιστκαμε, μὰ ’γὼ περσσια, ἡ μνα,
γιατὶ ὅλες μου γιὰ μιὰ φορὰ οἱ δξες μοῦ ’λιγνα,
ὥστε ν’ ἀνβωμε κι ἐμεῖς στῶν οὐρανῶν τὰ πλοτη.
Κι ἀπὸ τὸ στμα τοῦ Χριστοῦ ἐβγαῖνα οἱ λγοι τοῦτοι:

Ὁ Χριστς
Γυν, αὐτοῦ ’ν’ τὸ τκνο σου, κι ἔπαρ’κι ἐσ, Ἰωννη,
αὐτενην ὀγιὰ μνα σου νὰ σ’ἔχη ὀγιὰ βοτνι.

Ἡ Θεοτκος
Ἐβὲ  σ’ ἐμν, τὴν ἄτυχον, καὶ τ ’ν’ αὐτὰ τὰ λγει
ὁ υἱς μου πρὸς τὴ μναν του θωρντα νὰ κλαγη!
Κριε, πολλὰ παρξενη κατλλαξιν  ἐβλπω
κι ὅλη μὲ κμνει τὴν πτωχὴ μνα καὶ παρατρπω.
Δοῦλο στὸν τπο τ’ἀφεντὸς μοῦ δδεις καὶ θαυμζω
καὶ μαθητὴ γιὰ δσκαλο, πρμα  τὸ δὲν ξεικζω,
πλσμα γιὰ Πλστη κι ἄνθρωπον εἰς τπον τοῦ Θεοῦ μου
καὶ τὸν ἐξδελφο γιὰ υἱὸ κι ἐβγανω ἀπὸ τὸ νοῦ μου.
Μ’ ἀπετις  θλεις νὰ γενῆ, στργω  τὸν ὁρισμ  σου,
καλὰ καὶ ν ’χω νὰ πονῶ γιὰ ’δῶ  τὸ στερεμ  σου.
Υἱ, κι ἂν ἔν’ καὶ μ’ ἔκραξες γυνακα κι ὄχι μνα,
γι’ αὐτὸ οὐκ ἐπληθνασιν οἱ πνοι οὐδ’ ἐλιγνα,
γιατὶ γρικῶ  κι ἐφνη σου μὲ σπλγχνος ν ’χα πρει,
ἀλμονον, ἡ μνα σου, βαρτερο γομρι.
Ἔλα λοιπν, Ἰωννη μου, νὰ σ’ἔχω γιὰ παιδ μου
κι ὀγιὰ βουθὸ  καὶ συντροφιὰ καὶ παρηγρησ μου,
καὶ κμε σ’ὅσον ἠμπορεῖς κοντὰ νὰ μὲ σιμσης
πρὸς τὸ σταυρ, τοὺς πνους μου ἂν θλης ν’ ἀλαφρσης.
Καὶ πιστε με νὰ πηανωμε κι ἡ δναμ μου ’χθη,
ἀλμονον, κυρδες μου, ἀπὸ τὰ τσα πθη.

Ὁ Ἰωννης
Ὦ Κριε μου πανγαθε, πτερ καὶ δσκαλ μου,
τοῦτο τὸ σπλγχνος  ἔν’ πολὺ ὁπο ’πραξες μετ’ ἔμου
κι οὐκ ἐμπορσειν ἤθελα νὰ σοῦ τὸ εὐχαριστσω,
ἀλλὰ τὰ ’ρζεις  προσκυνῶ καὶ θλω νὰ τὰ ποσω.
Κι ἐσ, Κυρ μου, δξαι με κι ἔχε με σὰν ὁρζεις,
ὀκαὶ τὸ νοῦ μου καὶ καρδιὰ δικ σου τὴ γνωρζεις,
κι αὐτὲς τὲς πρκες  λγανε, ὅτι γοργὸν  θὲς ἔχει
μανττα  πὼς ἐγρθηκε  καὶ πὼς μᾶς ἀπαντχει.

     Στο παρακτω απσπασμα διαβζουμε τους τελευταους στχους (οι 103 στχοι που ακολουθον εναι, σμφωνα με τους μελετητς του ργου, μεταγενστερη προσθκη ενς διασκευαστ). Το ποημα κλενει με τον καταληκτικ λγο της Θεοτκου (στ. 299-312), που, αφο θρνησε σπαραξικρδια τον Υι της και παρηγορθηκε απ τα υπλοιπα πρσωπα του ργου, ρθε η ρα να απευθνει τον λγο στους Εβραους, καθς και σ’ λους τους θεατς του πνακα. Προτρπει τους Εβραους να μετανοσουν και παρακινε λους τους ανθρπους να δοξζουν και να ευχαριστον το Θε. Μετ τον επλογο της Θεοτκου, τον λγο παρνει ο Χριστφιλος που εχε προλογσει το ποημα. Αυτς τανε που ζτησε αρχικ απ τον Τσαδκ να μεταφρσει τα εβρακ λγια και τρα του ζητ διακριτικ να μοιραστε τον πνο των χριστιανν, μετανοντας για τις αμαρτες των Εβραων. Η καταληκτικ σκην ολοκληρνεται με τον Τσαδκ, που παραδχεται την αλθεια σων διβασε και δηλνει με μεγαλοψυχα τι συμπσχει με τους χριστιανος στο Θεο Δρμα (στ. 323-330).

Ἡ Θεοτκος
Ὦ κσμε, κσμε ἀνγνωρε  κι ἄνθρωποι δχως πστη,
γι πιστε, μελετσετε τὸν ἀγαθὸν τὸν Κτστη
μὲ πσους τρπους, καὶ καινος, σᾶς ἔχει χαρισμνα
καὶ πσα ἀξεκαστα  καλ, κι ἐσεῖς ποτὲ ’ς καννα
οὐδὲν ἐδκετε καμιὰ ’δε σκιὰν  εὐχαριστα:
τσα ’ν’ ἡ γνμη σας κακὴ μετὰ τὴν ἀπιστα!
Στα  ’ν’ καιρὸς ἐπρετε φωτι, ἀναβλεπτῆτε,
τὴ στρτα τῆς Θετητος ἂν θλετε νὰ βρῆτε,
κι ἐτοῦτος ἔν’ ὁ ὕστερος ἥλιος μὲ τση γνση
ὁπο ’ρθε τ’ ἀπολεποντα ὅλα νὰ τ’ ἀποσση.
Λοιπὸν ὑμνεῖτε τὸ Θεὸ ὅλοι, μικροὶ μεγλοι,
καὶ μὲ καρδιὰ καὶ μὲ ψυχὴ καὶ καθαροσα λλη,
εὐχαριστεῖτε τὸ Θε, δοξζετε τὸν Κριο,
ὁποὺ σᾶς ἐφανρωσε ττοιο ψηλὸ μυστριο.

Ὁ Ἰωννης
Ὦ Κρια μου, δὲν ἔν’ καιρὸς τὰ ’δῶ νὰ στκης πλα
κι ὅντε  τὸν κατεβσουσιν, ἐττες ἔν’ καλλα
ν ’ρθουμε τὸν Ἀφντη μας γιὰ νὰ τνε δεκτοῦμε
καὶ νὰ τὸν περιλβωμε καὶ ν’ ἀποχωριστοῦμε.

Ἡ Θεοτκος
Ἂς γνη ἀπεὶ  σᾶς φανεται, στὸ σπτιν ἂς στραφοῦμε
κι ὅντε τὸν κατεβσουσι, κμετε νὰ βρεθοῦμε,
γιατὶ δὲ μοῦ ’θελε φανεῖ ν ’γιανα τὰ κακ μου,
ἂν δὲ μοῦ τὸν ἐθσετε δουμὶ  στὰ γνατ μου,
νὰ πισω τὸν Ἀφντη μου, νὰ τὸν γλυκοφιλσω
κι ὅλον νὰ τὸν περιπλεκτῶ˙  ττες νὰ τὸν ἀφσω.

Ὁ Χριστφιλος
Τσαδκ, πολλὰ ’κολστηκες, καθὼς καὶ ν’ ἀναγνθης
τὰ τσα πθη τοῦ Χριστοῦ, κι ἂν ἔν’ κι ἐταπεινθης,
θαρρῶ γιὰ καλοσνη σου νὰ τνε συμπονσης,
γιατ, καθὼς γνωρζομε, δὲν ἔν’ αὐτὸς τῆς φτασης.

Ὁ Τσαδκ
Μ τὴν ἀλθεια ἀρσει μου νὰ τ ’χω γνωρισμνα
κι ὡς δεχνει ὁμοιζουν ν ’ν’ καλ, εἶναι κακὰ κριμνα.
Γιὰ ’μὲν πονεῖ ἡ καρδτσα μου καὶ μετ’ αὐτὰ συγκλαγω
καὶ τὲς ἀλπητες καρδιὲς γιὰ ’γὼ πολλὰ τὲς ψγω.

==========================

                                      ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Επεξηγσεις ρων κειμνου:

 α). Το contrasto εναι να εδος διαλογικο ποιματος, συνθως ερωτικς, αλλ κι ηθικς πολιτικς θεματογραφας, που ανθζει το 13ο αι. και δεν ακολουθε μια καλ καθορισμνη μετρικ στη συνχεια, κυμανεται απ μπαλντες σε δστιχα, ως και τραγοδια με στχους ομοιοκαταληκτικος. Μεγλη νθηση γνωρζει στη μεσαιωνικ λατινικ φιλολογα με ονματα πως: disputatio, conflictus, altercatio και στη συνχεια υιοθετθηκε απ τη νεολατινικ λογοτεχνα με τα ονματα bataille, στα γαλλικ disputation, ισπανικ disputa, streitgedicht στα γερμανικ.
     To κοντρστο, που χρησιμοποιε ψευδο-ρεαλιστικ γλσσα κι αλληγορικ ηθικ, εμφανζεται συνθως ανμεσα σε δο εραστς, αλλ κι ανμεσα σε λλα τομα αντικεμενα και μλιστα, πως στη θρησκευτικ ποηση μεταξ του σματος και της ψυχς, ζω και θνατο, Χριστ και Σαταν, δο μνες του τους, το καρναβλι κι η Σαρακοστ, κρασ και νερ κλπ.  Στο ρεαλιστικο τπου, η διαπλοκ των φωνν που πραγματοποιθηκε στχο-στχο, η επιχειρηματολογα, η στση του συνομιλητ ακολουθε συχν τη ζωνταν πραγματικτητα, παρμοιο με να rinfacciamento (μια «ναντωση»).
     Σμφωνα με τον ορισμ του που δνει ο Carlo Salinari «εναι να εδος αντιπαρθεσης, ευρως διαδομνο που η αντιπαρθεση αλλ και πολλκις η αλληλοκατηγρια, γνεται κι αναλγως των περιγραφομνων χαρακτρων τους. Αυτο ως εκ τοτου, δεν χουνε πραγματικ ψυχολογικν ανπτυξη, αλλ εναι στερετυποι χαρακτρες, σχεδν μσκες».
     Πιο αξιλογοι εκφραστς αυτο του εδους εναι οι: Cielo d'Alcamo,  Bonvesin de la Riva, Leonardo κι ως θρησκευτικ εκπαιδευτικ λογοτεχνα, το contrasto του Jacopone Da Todi, μεταξ ζωντανν και νεκρν. Το εδος αυτ σχεδν εξαφανζεται μετ τον 16ο αι. με ελχιστα δεγματα, νευ σημασας και μνημνευσης.

β). Για τη pastourella το μνο που βρκα εναι πως εναι να εδος επσης ερωτικν διαλγων βουκολικς προλευσης και θεματολογας.

 γ). Τα  maritazzi  μαριτζια (εξελλ.) εναι το μνον εδος που σε παραφθορ, κρατ ακμα και σμερα. Συνηθζεται σε γμους μα παρνει το λγο ο κουμπρος ο πατρας κποιος κποιοι φλοι των νινυμφων και να λει με μορφν αστεσμο αν κι χι πντα μμετρα και με ρμα, πειργματα για τον γαμπρ τη νφη και παινματα, τσι στε να λαμπρνει, να αλαφρνει την ατμσφαιρα απ το γχος και την νταση με τα γλια. Αυτ λοιπν μως γινταν απ παλι, απ το 10ο αι. κι σως και παραπσω, αλλ με μμετρη και με ρμα, μορφ και σγουρα προετοιμαζτανε μρες πριν, αν επρκειτο περ μεγλου ποιματος, ειδλλως αν ταν απλς να δστιχο, μπορε να βγαινε κι αυθορμτως εκενη τη στιγμ. 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers