-


Dali &









/




 
 

 

: : &

     Πριν λγες μρες, σοι τουλχιστον παρακολουθετε τις αναρτσεις του Στεκιο μου, θα προσξατε πως ανβασα Λυσα. Για να το κνω αυτ, πως τανε φυσικ, ξεκνησα αναζητσεις, συγκντρωσα στοιχεα, μελτησα τα ργα που εχα στη κατοχ μου κι αποφσισα το πλνο ανρτησης. Το τακτοποησα και πει κι αυτ στο δρμο του μαζ με τ’ λλα. Το καταφχαριστθηκα δε, πρπει να σας πω.
     Ωστσο, μελετντας τα ργα του για να διαλξω εκενα που θα βλω, πεσα και σ’ να που δεν εχε σωθε αυτοσιο και πικρθηκα γιατ ο ττλος του ταν απθανος: Λυσου: «Ερωτικς»! κανα αναζτηση γιατ δε δηλωντανε μτε σα χαμνος και βρκα που θα τονε πετχαινα και χρηκα πρα πολ. Σκφτηκα πως ο μεγλος εκενος ρτορας και τλειος υποστηρικτς, λο και κτι θα ‘χε να πει για κενο το περφημο θμα του ρωτα.
     Ο Λυσας γραψε 2 ειδν λγους: επιδεικτικος, δηλαδ θα προσφωνονταν σε κποια σοβαρν εκδλωση, πως ο «Ολυμπιακς» που εκφωνθηκε στην Ολυμπα (βλ. σχετικ ρθρο μου) κι υποστηρικτικος, δηλαδ γραφε λγους εκφωνοσε λγους του, σε δκες, προς υποστριξη των εκδικαζομνων. Ο «Ερωτικς» του δεν ενπιπτε σε καμμι κατηγορα και μου κνησε τη περιργεια ακμα πιτερο, καθς μαθα πως σθηκε σε κποιο ργο του Πλτωνα: στο «Φαδρο»! Χαρ εγ, νοιξα τον Πλτωνα, διβασα τα κεμενα που προηγοντο του ργου κι παθα λαχτρα, που δεν εχα υπολογσει ταν το ξεκινοσα. Διβασα κι λο το ργο και θαμασα κι αμσως ξερα πλον τι πρπει να κνω.
     Ο Πλτων γραψε αυτ το ργο για 2 λγους: για τον ρωτα και για τη Δναμη του Λγου σε αυτν και πργματι θαρρ καταφρνει μια χαρ να μας δσει τα φτα του, περιλαμβνοντας μες σ’ αυτ το ργο 3 δυνατς απψεις περ ρωτος και τσο σφαιρικς, που εναι σχεδν αδνατο να μη συμφωνσεις με κποια. Στην ουσα πρκειται για μια φιλοσοφικ κντρα μεταξ του Λυσου, του Σωκρτους και του διου του Πλτωνος. Πριν μως προχωρσω σ’ αυτ να σας κνω μιαν εσοδο στο τρπο των αρχαων της εποχς, τσι καθς τα διβασα προ ετν (συγχωρστε με παρακαλ, αλλ η μνμη μου δεν εγκαλε τη πηγ, αν τανε δοκμιο, μελτη ιστορα, και τνος) και θα προσπαθσω να τα θυμηθ σο πιο καλ μπορ, για να γνει κι αντιληπτ καλτερα το παρακτω πνημα.
     Την εποχ κενη, ταν νας νεαρς –αν μου επιτρπετε τη λξη- ντεμπυντντ, στις ταν απ καλν οικογνεια, εχε δεξει αρετ, ηθικ, με αθλητικ σμα και κλλος (νους υγις εν σματι υγι) κι θελε να βγει στη κοινωνα, να μθει, ν' ασκηθε, να κνει κτι σωστ, τλος πντων, με τη ζω του, επιβαλλταν να βρει να καλ φλο. Ο φλος αυτς, πρεπε να ‘ναι αναλγων προσντων, να ‘χει δη μως σπουδσει, στη ζω και στα γρμματα, στις τχνες, στα αθλματα, να ‘ναι κι αυτς με αρετν, ηθικν, απ επσης καλν οικογνεια και τα λοιπ, και τα λοιπ. Επσης να ‘ναι μπειρος σε λα, πολιτικ ρητορικ, γνσεις και φυσικ στον ρωτα.
     Ο φλος αυτς (που πλον θα τονε λω Εραστ), τανε μεν απαρατητο να ‘χει λα τα πνω προτερματα, αλλ πουθεν δεν οριζταν η ηλικα του. Μποροσε να ‘ναι κποιος 30ρης, 40ρης κι 25ρης αλλ κι εγνωσμνης αξας, στε να ‘χει υπ τη προστασα του να μετφηβο, στα 17-18 του χρνια. Φυσικ σο πιο καλς και πιο εγνωσμνης αξας ο Εραστς, τσο πιο καλ ‘νομα’ χτιζεν ο μικρς (που θα τονε λω Ερωμνο, γιατ αυτ πνω-κτω εναι η διαφορ στους ρους της εποχς εκενης).
     Ο Εραστς εκτς που θα επιφορτιζταν λη την εκπαδευση του Ερωμνου του, εκτς που θα του ‘κανε συντροφι, εκτς που θα τονε συμβολευε, θα τονε φρντιζε και θα τον υποστριζε, θα ‘τανε κι ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ γι’ αυτν, σε λα. Αν δηλαδ ο μικρς κανε μιαν ασβεια, δεν τ’ κουγεν αυτς, αλλ ο Εραστς του, που δεν τονε πρσεξε και φυσικ αυτς με τη σειρ του θα ‘πρεπε να εξιλεωθε και μετ να τα χσει και στον Ερωμνο του, που του λρωσε το ματζ κι σως αν το παρπτωμα τανε μεγλο, να τονε παρατοσε σξυλο. Μλιστα! Κι αν ο μικρς μενε κθετος με μεγλη μουτζαλι στο βιογραφικ του, κανες δε θα τον θελε για Ερωμνο πια. Θλω να δεξω πως τανε κτι τις σημαντικ κενη την εποχ και σε μας δεν πφτει λγος.
     Συνθως λοιπν ο Εραστς –αναλγως και το τι θα ‘θελε να κνει στη ζω του ο νεαρς- επιλεγταν απ ηλιακ μεγαλτερους και μλιστα σοφος της εποχς, -εν προκειμνω τουλχιστον, στο θμα που κνω λγο. Ετε, πγαινε σε κποιον, στις αφο κουγε, τον παιρνε για να περπατο τχα, αλλ τον οδηγοσε προς τα κει, που υπρχεν ο κατλληλος, για να τους συστσει τχα, τυχαα. Δηλαδ θα τονε κρατοσε αυτς, θα του σστηνε με τρπο ναν που θεωροσεν ο διος σα κατλληλο και φυσικ δε θα τονε πγαινε καρφ σα σφγιο, αλλ θα τονε σστηνε προσεκτικ, με κατλληλα λγια και παραινσεις κλπ.
     Στο ργο λοιπν του που μελετμε σμερα, ο Φαδρος εναι νας νεαρς υποψφιος Ερωμνος, καθς χει λα τα προσντα που περιγρφησαν παραπνω κι αναζητε τον Σωκρτη, για να του μιλσει, να τονε συμβουλευτε, καθς ως φανεται και στο κεμενο, τον χει σε πολ μεγλην υπληψη. Εν τω μεταξ, επειδ ταν μορφο παλικρι και θαυμσιος (σμφωνα πντα με τον Πλτωνα), ο Λυσας τον εχε προφανς στοχεσει και για το λγον αυτ, του εχε γρψει να λγο, τον λεγμενον «Ερωτικ» και του τονε δνει να διαβσει, με σκοπ μλλον να τονε κνει δικ του Ερωμνο.
     Ο Φαδρος λοιπν χοντας το λγον υπ μλης, βρσκει το Σωκρτη και του ζητ συντροφι, κουβντα και συμβουλ για κποιο σοβαρ θμα, -το λγο του Λυσου. Ο Σωκρτης πντα δεκτικς, φανερ γοητευμνος φυσικ, απ την ποιτητα του νεαρο, δχεται με χαρ του κι αφο περιπατονε για λγο και κθονται, ξεκιννε να λνε τα γνωστ και μλις ρχεται η στιγμ, ο νεαρς του ξεφουρνζει το θμα, πως θα του διαβσει το λγο που του γραψεν ο Λυσας και πως δη τον χει εντυπωσισει, αλλ θα ‘θελε να ακοσει και τη γνμη του. Ο Σωκρτης του μιλ παινετικ για το ρτορα, που δεχνει να τονε θαυμζει και θεωρε τιμητικ το να ακοσει απ τα νεανικ χελια του Φαδρου τα θαυμσια αυτ λγια.
     Απ’ σο καταλαβανω, κτι ττοιο σγουρα συνβη, αμφιβλλω αν γινε μεταξ Φαδρου (αν ντως ταν υπαρκτ χι πρσωπο και δε με νοιζει καν, εδ που τα λμε) και Σωκρτη. σως και να ‘γινε, σως κι χι, πντως εγ λω πως γινε μεταξ κποιου νου, αναλγων προσντων και του διου του Πλτωνα, μα λλαξε τα ονματα. Δεν χει μως σημασα, κενο που 'χει σημασα, εναι ο τρπος που προσπαθονε 3 σοφο της εποχς να δελεσουνε και να σαγηνψουν νεαρ τομο, που δη με τα ονματα και μνον εναι κερδισμνη μχη και περφανος, που του δσανε τη πρπουσα σημασα, ττοια και τσα ιερ τρατα. Προσωπικ ποψη, τσι ως εξελσσεται το ργο, ο νεαρς χει δη λβει μια προσφορ, χει δη πρει την απφαση πως πρπει να ενταχθε σ’ να σεβσμιο Εραστ και να γνει Ερωμνος του κι απλ μνει να δει, σε ποιν εξ αυτν τελικ θα καταλξει, ξροντας εκ των προτρων πως χαμνος δε θα βγει σε καμμι των επιλογν του.
     Εναι λοιπν να παραμθι σαγνης και πειθος, 3 μελρρυτων και σοφν, πανξιων ανθρπων. Εναι περτεχνος ο τρπος που χειρζονται κι οι 3 το λγο και τα επιχειρματα και το… διακριτικ φλερτ εναι εξαιρετικ. Λω λοιπν εδ, να καθσουμε παρα με το Σωκρτη, εδ στον σκιο του μεγλου πλατνου και ν’ ακοσουμε κι εμες μαζ του, τι χει να πει επ του θματος ο Λυσας. Μλις τελεισει, θα τα ξαναπομε λιγκι, για να πμε στο παρακτω. Ιδο λοιπν, το 1ο μρος της Ερωτομαχας:

                                                      "Ερωτικς" Λυσου
   (αυτοσιος)
     Ποια εναι η επιθυμα μου, το ξρεις καλ κι ,τι νομζω πως μας συμφρει να πραγματοποιηθε, το χεις ακοσει κι χω την αξωση να μην αποτχω σ' αυτ που ζητ, επειδ συμβανει να μην εμαι ερωτευμνος μαζ σου. Γιατ οι ερωτευμνοι, ταν σβσει η επιθυμα τους, μετανινουνε για τα καλ που χουνε κνει, εν για κενους που δεν κατχονται απ ρωτα, δεν ρχεται η ρα ν' αλλξουν γνμη. Γιατ το καλ που κνουν ανλογα με τη δναμη τους, δεν το κνουν απ τη πεση ανγκης του πθους τους, αλλ με τη θληση τους, με κριτριο εκενα που σκπτονται τι θα εναι καλτερα για τα δικ τους ζητματα.
     Επιπλον, αυτο που κατχονται απ ρωτα αναλογζονται πσα απ τα θματα τους τα χειρστηκαν σχημα εξαιτας του ρωτα, αλλ και πσα ευεργετματα χουν κνει και προσθτοντας και τον κπο που κατβαλαν, πιστεουν πως απ καιρ χουν ανταποδσει ξια τη χρη που φειλαν στους αγαπημνους τους' εν κενοι που δεν εναι ερωτευμνοι, δεν μπορον οτε να προφασζονται πως, εξαιτας του ρωτα, αμλησαν τα ζητματα τους, οτε να υπολογζουν τα περασμνα τους βσανα, οτε να παραπονεθον για τις συγκροσεις τους με τους δικος τους, τσι, στερα απ τον παραμερισμ τσων κακν, δεν τους μνει τποτε λλο απ το να κνουν πρθυμα ,τι νομζουν τι θα ευχαριστσει εκενους που αγαπον.
     Ακμη, αν αξζει να 'χει κανες σε μεγλη εκτμηση τους κατεχμενους απ ρωτα γι' αυτ, επειδ δηλαδ λγεται πως χουνε τη μεγαλτερη αγπη για κενους με τους οποους εναι ερωτευμνοι κι επσης, εναι τοιμοι και με τα λγια και με τα ργα, να ευχαριστονε τους αγαπημνους τους, παρ’ λο που τσι θα γνονται απεχθες στους λλους. Εναι εκολο να καταλβει κανες αν λνε αλθεια, αφο ποιους αγαπσουν αργτερα, θα τους χουνε σε ψηλτερη θση απ τους προηγομενους κι εναι φανερ πως θα κνουν κακ στους τωρινος, αν τσι αρσει στους επμενους.
     Αλθεια πς μπορε να ‘ναι φυσικ να παραχωρσει κανες τσο μεγλην ενοια σε κποιον που ‘χει ττοιο βσανο που καννας, ακμα κι μπειρος δε θα επιχειροσε να το γιατρψει; Αν κι οι διοι μολογονε πως πιο πολ εναι ρρωστοι παρ χουνε τα λογικ τους και ξρουν τι παραλογζονται, αλλ δε μπορον να κρατηθον, πς λοιπν εναι δυνατν, αν ξαναβρονε τη λογικ τους να θεωρσουνε σωστ αυτ που σκφτηκαν σο βρσκονταν σ’ αυτ τη κατσταση; Ββαια αν εχες να διαλξεις τον καλτερο απ τους ερωτευμνους η επιλογ σου θα γινταν μεταξ λγων. Αν μως ταν να διαλξεις απ τους λλους εκενο που σου ταιριζει πιτερο, θα επλεγες μσα σε πολλος, χεις λοιπν πολ μεγαλτερη ελπδα να πετχεις μσα σ’ αυτος εκενον που θα ‘ναι ξιος της φιλας σου.
     Αν πλι φοβσαι το καθιερωμνο θιμο, τι δηλαδ, αν μθουν οι νθρωποι τη σχση σου, θα ντροπιαστες, να ξρεις πως εναι φυσικ οι ερωτευμνοι, πιστεοντας τι οι λλοι τους ζηλεουν με τον τρπο που οι διοι ζηλεονται μεταξ τους, να καταληφθον απ παρση μιλντας για τοτο και προκειμνου να δσουν αξα στον εαυτ τους, να δεχνουν μ' μφαση σ' λους πως τσοι κποι τους δεν σαν μταιοι, εν σοι δεν κατχονται απ ρωτα, να ξρεις τι εναι πλι φυσικ, αφο αυτοκυριαρχονται, να επιλγουν το καλτερο γι' αυτος κι χι τη φμη ανμεσα στους ανθρπους. Ακμα, αναγκαα πολλο θα μθουνε για τους ερωτευμνους και θα τους δουν να τρχουνε πσω απ' αυτος που αγαπνε κι λο μ' αυτ ν' ασχολονται, τσι στε ταν τους δουν να μιλον μεταξ τους, θα θεωρσουν τι κενοι εναι μαζ επειδ η επιθυμα τους χει ικανοποιηθε πρκειται να ικανοποιηθε, μως τους μη κατεχμενους απ ρωτα, οτε καν επιχειρον να τους κατηγορσουν για το τι εναι μαζ, γιατ γνωρζουν τι εναι φυσικ να μιλ κανες με κποιον ταν η αιτα εναι η φιλα κποια λλη ευχαρστηση.
     Ββαια, αν σου συμβε να φοβηθες επειδ πιστεεις τι εναι δσκολο να παραμνει σταθερ η φιλα κι τι, με ποιον τρπο κι αν προκψει διαφωνα, ταν η σχση δεν εναι ερωτικ, θ' αποβε κοιν το κακ και για τους δο, εν, ταν εσ διακινδυνεεις δνοντας τα πολυτιμτερα που 'χεις, θα εσαι σ που θα ζημιωθες πολ σοβαρ, ττε ελογον εναι να φοβσαι πιτερο αυτος που κατχονται απ ρωτα, γιατ πολλ εναι αυτ που τους στεναχωρονε και πιστεουνε τι λα γνονται για να βλαφθον οι διοι. Γι' αυτ κι εμποδζουν τις συνευρσεις των αγαπημνων τους με τους λλους, γιατ φοβονται μπως εκενοι που 'χουνε περιουσα εκμεταλλευτονε τη χρηματικ τους υπεροχ και τους ξεπερσουνε και μπως οι μορφωμνοι αξιοποισουν τη φρνηση τους και γνουνε καλτεροι τους και προφυλσσονται απ' τη δναμη του καθενς απ' σους κατχουνε κποιο λλο αγαθ.      Αφο καταφρουν να σε πεσουν να γνεις μισητς σ' αυτος, σε φθνουνε στο σημεο να μενεις ρημος απ φλους και, στη περπτωση που προσξεις το δικ σου συμφρον και σκεφθες καλλτερα απ τους διους, θα φθσεις σε διαμχη μαζ τους. Αντθετα σοι δε συνβη να κατχονται απ' τον ρωτα και πτυχαν με την αξα τους εκενα που επιθυμοσανε δε θα φθονοσαν αυτος που σε συναναστρφονται αλλ σα-σα θα μισοσαν σους δε θλουν να σε συναναστραφον, γιατ πιστεουν τι οι δετεροι τους περιφρονον, εν απ τους πρτους ωφελονται, τσι στε υπρχει πολ μεγαλτερη ελπδα η σχση τους μαζ σου να δημιουργσει φιλα, παρ να προκαλσει χθρα.
     Εξλλου πολλο απ' τους ερωτευμνους ποθσανε το σμα του αγαπημνου πριν ακμα μθουν το χαρακτρα τους και πριν γνωρσουν απ κοντ τη συνολικ προσωπικ του κατσταση, τσι που εναι αββαιο αν θα θελσουν να 'ναι φλοι του κι ταν θα σβσει η επιθυμα τους, μως σε κενους που δεν κατχονται απ ρωτα και τα κναν αυτ ντας απ πριν φλοι μεταξ τους, δεν εναι φυσικ ν' αδυνατζει η φιλα εξαιτας σων τους δωσαν ευχαρστηση, αλλ, αντθετα, τοτα θα παραμενουν αναμνσεις για σα θα τους συμβονε στο μλλον. Πρπει να περιμνεις να γνεις καλτερος αν ακοσεις εμνα παρ κποιον εραστ. Γιατ οι εραστς επαινον αυτ που λες και που κνεις, ακμα κι αν αυτ δε συμβαδζουν με το καλ, επειδ αφενς φοβονται μπως σου γνουν απεχθες κι αφετρου, γιατ εξ αιτας του πθου τους, δεν εκτιμονε σωστ τα πργματα.
     Ττοια χει να δεξει ο ρωτας, εκενους που δυστυχον στα ερωτικ, τους κνει να πιστεουν τι εναι δυσρεστα κι σα δεν προκαλον λπη στους λλους, εν σους ευτυχον, τους κνει να επαινον κι σα δεν εναι ξια για ευχαρστηση τσι, εκενους που εισπρττουν τον ρωτα ταιριζει πιο πολ κανες να τους λυπται, παρ να τους ζηλεει. Αν μως συναινσεις σε αυτ που σου λω, κατ’ αρχν δε θα σε συναναστρφομαι αποβλποντας μνο στην ηδον της στιγμς, αλλ και στη μελλοντικ ωφλεια, δε θα καταβλλομαι απ τον ρωτα, αλλ θα αυτοκυριαρχομαι, δε θα δημιουργ ντονη χθρα για μικροπργματα, αλλ ακμα και για τα σημαντικ θα σου θυμνω λγο και αργ-αργ, θα συγχωρ τ' ακοσια λθη και θα προσπαθ ν' αποτρπω τα εκοσια, αυτς εναι οι εγγυσεις μιας φιλας που θα κρατσει πολ καιρ. Αν μως υπρχει μσα σου τοτη η ιδα, τι δηλαδ δεν εναι δυνατ να δημιουργηθε δυνατ φιλα αν νας απ τους δο δεν εναι ερωτευμνος, ττε θα πρπει να σκεφθες πως, αν σχυε αυτ, δε θα εχαμε τσο μεγλη αγπη οτε για τα παιδι μας, οτε για τους πατρες μας, οτε για τις μητρες μας κι οτε θα εχαμε αποκτσει πιστος φλους, γιατ αυτο δεν χουν γνει φλοι μας απ μια ττοιου εδους επιθυμα, αλλ εξαιτας λλων σχσεων.
      πειτα αν πρπει κανες να δνει την ενοι του σ' σους χουν μεγαλτερη ανγκη, οφελει κι απ τους λλους ανθρπους να ευεργετε χι τους καλτερους, αλλ κενους που δεν χουνε τποτα, γιατ μλις αυτο θ' απαλλαγον απ τα μεγαλτερα δειν, θα του χρωστονε τη πιο μεγλη χρη. Ακμη στις ιδιωτικς συνεστισεις δεν αξζει κανες να προσκαλε τους φλους, αλλ τους ζητινους κι σους πεινν και θλουν να χορτσουν. Γιατ κενοι και θα τον αγαπσουνε και θα τον ακολουθσουν και θα τονε συνοδεσουν ως τη πρτα του σπιτιο του και θα ευχαριστηθον πρα πολ και θα του οφελουν χι τη πιο μικρ χρη και θα του ευχηθον πολλ καλ.
     Ισως μως πλι δεν εναι ορθ να δνει κανες την ενοια του σε σους το χουν μεγλη ανγκη, αλλ σε ποιους χουνε τη μεγαλτερη δυναττητα ν' ανταποδσουνε τη χρη οτε σε αυτος που απλς ζητον, αλλ στους ξιους για τοτο, οτε σε κενους που θα απολασουνε τη νεανικ ομορφι σου, αλλ σ' σους, ταν προχωρσει η ηλικα σου, θα δσουν και σε σνα απ τα αγαθ τους, οτε σ' αυτος που, χοντας πετχει ,τι θλουνε, θα παινεουνε τους εαυτος τους μπρος στους λλους, αλλ σ' σους θα το αποσιωπσουν απ' λους απ σεμντητα οτε σε κενους που 'ναι νθερμοι για λγο μνο καιρ, αλλ σ' σους θα παραμενουνε φλοι για λη τη ζω, οτε σ' αυτος που ταν σβσει ο πθος τους, θ' αναζητσουνε πρφαση για δινεξη, αλλ σε κενους που θα δεξουνε τη δικ τους αρετ ακριβς ττε που θα χει χαθε η ομορφι σου.
     Να θυμσαι λοιπν αυτ που σου επα και βλε στο νου σου τοτο, πως οι φλοι συμβουλεουνε τους ερωτευμνους γιατ θεωρον τι εναι κακ πργμα ο ρωτας, εν κανες απ τους συγγενες δε κατηγρησε ποτ κενους που δεν εναι ερωτευμνοι, για το τι δεν εκτιμονε σωστ τα δικ τους θματα επειδ δεν αγαπον. σως λοιπν θα μποροσες να με ρωτσεις αν σε συμβουλεω να προσφρεις την ενοια σου σ' λους σους δε κατχονται απ ρωτα. μως εγ νομζω πως οτε αυτς που κατχεται απ ρωτα θα σε προτρεπε να 'χεις αυτ τη διθεση προς λους τους ερωτευμνους.
     Γιατ οτε ποιος το υπολογσει καλ θα βρει τι το πργμα αξζει ση χρη, οτε σ, εν επιδικεις να κρβεσαι απ τους λλους, θα μπορες να χαρζεσαι σ' λους μοια, τη στιγμ μλιστα που πρπει να μην υποστετε καμα ζημα απ' αυτ, αλλ να ωφεληθετε κι οι δο.
     Νομζω τι εναι αρκετ αυτ που χω πει. Αν μως εσ θλεις κτι ακμα και πιστεεις τι το χω παραλεψει, ρτα με.
---------

     Εδ λοιπν τελεινει ο Λυσας κι ο Σωκρτης ακοει σκεπτικς. Στο τλος ξεκιν να επιχειρηματολογε, συνομιλντας με ερωτσει, πως το συνθιζε. Κι αφο λνε κμποσα, του ζητ, αν του επιτρπει ο νεαρς, να απαντσει, κατ κποιον τρπο, αλλ με καλμμνο το κεφλι και το πρσωπο. Ο Φαδρος παραξενεμνος για τη περεργη χρη, δχεται μως με χαρ ν' ακοσει κι ο Σωκρτης ξεκιν το δικ του πρτο ταξδι. Εμες απλς ακμα παρακολουθομε με κομμνη την ανσα.

----------

                                                      "Αντιερωτικς" Σωκρτους

   (αυτοσιος)
     Εμπρς λοιπν, καλ μου φλε, το ποιο εναι το θμα, που πρκειται να εξετσουμε, χει ειπωθε και προσδιοριστε, χοντας στο νου μας αυτ ας πομε και τα υπλοιπα, δηλαδ ποια ωφλεια βλβη εναι ελογο να χει κενος που χαρζεται, απ τον ερωτευμνο και ποια απ τον μη κατεχμενο απ ρωτα.
     Αυτς που κυριαρχεται απ τον πθο κι εναι δολος της ηδονς, θα θελσει οπωσδποτε να κανονσει τσι τα πργματα, στε να πρει απ τον αγαπημνο του τη μεγαλτερη δυνατ ευχαρστηση, μως σ' ναν ρρωστο, ευχριστο εναι οτιδποτε δεν του εναντινεται, εν του 'ναι εχθρικ το καλλτερο του και το σο με αυτν. Επομνως ο εραστς με τη θληση του δε θα ανεχθε να 'ναι ο αγαπημνος του οτε καλτερος, οτε σος με τον διο, και πντα θα επιδικει να τον κνει πιο αδνατο και καττερο του, μως ο αμαθς υστερε απναντι στο σοφ, ο δειλς απναντι στο γενναο, ο αδνατος στα λγια απναντι στον εγλωττο, ο αργστροφος απναντι στον εστροφο.
     Αν υπρχουν απ τη φση κι αν εμφανζονται ως επκτητες τσες και ακμη περισστερες ψυχικς αδυναμες στον αγαπημνο του, ο εραστς οπωσδποτε γι’ λλες ευχαριστιται κι λλων ευνοε την ανπτυξη, διαφορετικ, θα στερηθε την μεση ηδον. Απαρατητα λοιπν εναι φθονερς κι εμποδζει κι λλες πολλς κι ωφλιμες συναναστροφς του αγαπημνου του, κυρως εκενες που θα συντελοσαν πιο πολ στο να γνει ντρας κι τσι ο εραστς εναι αναπφευκτα υπατιος μεγλης ζημας του αγαπημνου του και μλιστα της μεγαλτερης, ταν εμποδζει τη συναναστροφ που θα τον βοηθοσε να αποκτσει τη μεγαλτερη φρνηση. Κι αυτ η συναναστροφ συμβανει να ‘ναι θεκ φιλοσοφα, απ την οποα σγουρα ο εραστς κρατ μακρι τον αγαπημνο, γιατ φοβται μπως τοτος τον περιφρονσει και τ’ λλα τα μηχανεεται τσι στε ο αγαπημνος του να ‘ναι πντα σε γνοια και να ‘χει πντα στραμμνη τη προσοχ του στον εραστ κι ντας ττοιος θα ’ναι φυσικ ιδιατερα ευχριστος σε κενον μως ιδιατερα ζημιογνος για τον εαυτ του. Σχετικ λοιπν με τα ζητματα ψυχς, ο ντρας ο ερωτευμνος δεν εναι με καννα τρπο ωφλιμος ως προσττης, αλλ οτε κι ως σντροφος.
     Μετ απ’ αυτ, πρπει να εξετσουμε ποια εναι η κατσταση κι η μριμνα του σματος του αγαπημνου και πς φροντζει γι' αυτ εκενος που θα γνει κριος του και που θα ‘ναι αναγκασμνος να επιδικει το ευχριστο αντ του καλο. Θα τον δουν να κυνηγ κποιον μαλθακ κι χι σκληρ νο, χι μεγαλωμνο στο καθαρ φως του λιου, αλλ κτω απ πυκν σκι, πειρο σε σκληρος αγνες αντρν και στους ιδρτες της σκησης, μως μπειρο σε απαλ, χι αντρικ τρπο ζως, που στολζεται με ξνα χρματα και κοσμματα, μια και δεν χει τα δικ του και που ασχολεται με σα συνοδεουν αυτ, τα οποα εναι προφαν και δεν αξζει να τα περιγρψω πραπνω, -πρπει μως να προσδιορσουμε να σημεο ακμα και μετ να προχωρσουμε σε λλα.
     να ττοιο σμα, στον πλεμο και σε λες τις λλες κρσιμες περιστσεις, οι εχθρο το αντιμετωπζουνε χωρς φβο, εν οι φλοι, αλλ κι οι διοι οι εραστς, ανησυχονε γι' αυτ. Τοτο το θμα, μια κι εναι φανερ ας το αφσουμε κι ας συζητσουμε το επμενο: ποια ωφλεια ζημα θα μας προκαλσει, ως προς τα κεκτημνα αγαθ, η συναναστροφ κι η επβλεψη του εραστ; Εναι λοιπν σαφς στον καθνα και μλιστα πιτερο στον εραστ, τοτο, τι θα ευχταν πριν απ' λα να μενει ορφανς ο αγαπημνος του απ τα πιο αγαπητ, τα πολυτιμτερα και τα ιερτερα αγαθ, θα επιθυμοσε λοιπν να στερηθε τον πατρα, τη μητρα, τους συγγενες και τους φλους, γιατ πιστεει πως λοι αυτο παρεμποδζουνε κι επικρνουνε τη συναναστροφ που προσφρει στον διο τη μεγαλτερη ηδον. Αλλ επσης θα θεωρε τι, αν ο αγαπημνος χει χρηματικ λλου εδους περιουσα, δε θα μπορε οτε να τον κατακτσει εκολα, οτε, ακμα κι αν αυτ συμβε, να τονε χειριστε, απ αυτ προκπτει πως εναι αναπφευκτο ο εραστς να φθονε τον αγαπημνο αν χει περιουσα κι αντθετα να χαρεται σε περπτωση που τη χσει. Επιπλον ο εραστς θα ευχταν ο αγαπημνος να μενει, σο πιτερο χρνο γνεται, γαμος, χωρς παιδι και σπτι, γιατ επιθυμε να απολαμβνει τη δικ του ευχαρστηση για σο πιτερο καιρ γνεται.
     Υπρχουνε ββαια κι λλα κακ, αλλ κποιος θες ανμιξε τα περισστερα με μια πρσκαιρη ηδον, παραδεγματος χριν, στον κλακα, που εναι τρομερ θηρο και μεγλο κακ, η φση ανμιξε και μιαν χι χωρς λεπττητα ηδον επσης, θα μποροσε κανες να κατηγορσει την εταρα λγοντας τι κνει κακ και το διο θα κανε με λλα πολλ παρμοια πλσματα και συνθειες, που προκαλονε προσωρινν, ακμα και της μρας ευχαρστηση, μως ο εραστς, εκτς απ τη ζημι που προξενε στον αγαπημνο του, προκαλε τη μεγαλτερη αηδα σε ποιον ζει μαζ του καθημεριν. Γιατ σμφωνα με το παλι γνωμικ, ο συνομλικος ευχαριστε το συνομλικο, νομζω λοιπν τι η δια τους ηλικα, οδηγντας τους σε διες ηδονς, δημιουργε, εξαιτας της ομοιτητας, φιλα, μως ακμα κι αυτν η συναναστροφ φρνει κορεσμ.
     Λγεται πλι τι το αναγκαστικ εναι βαρ για ποιον το κνει και σε κθε περπτωση, τοτο λοιπν, εκτς απ την ανομοιτητα στην ηλικα, χαρακτηρζει προπντων τη σχση του εραστ με τον αγαπημνο του. Γιατ ταν συνευρσκεται ο μεγαλτερος με το νετερο, δε φεγει, με τη θληση του, απ δπλα του οτε τη μρα, οτε τη νχτα, αλλ ωθεται απ την ανγκη και τη λαχτρα, πργμα ββαια που σε κενον φρνει και προσφρει πντα ηδονς, αφο αυτς βλπει, ακοει, αγγζει και νιθει με κθε ασθηση τον αγαπημνο κι τσι τον υπηρετε σταθερ με ευχαρστηση. μως η λαχτρα του εραστ ποια παρηγορι ποιες ηδονς θα προσφρει στον αγαπημνο, τσι στε τοτος εδ να συναναστρφεται για το διο χρονικ διστημα τον εραστ χωρς να φθσει στο σχατο σημεο της αηδας; Γιατ θα βλπει την ψη να εναι γερασμνη κι χι στην ακμ της και το διο και τ’ λλα που ακολουθον, αυτ που δεν εναι ευχριστο οτε να τα ακοει κανες, πσο μλλον ταν υπρχει πντα ανγκη να ρχεται σε επαφ μαζ τους, και θα επιτηρεται καχποπτα με κθε τρπο και σε κθε του σχση και θα ακοει καιρους κι υπερβολικος επανους, αλλ και κατηγορες που δεν εναι ανεκτς οτε ταν ο εραστς εναι νηφλιος, εν, ταν μεθσει, εκτς τι δεν εναι ανεκτς, εναι αισχρς και προσβλητικς, καθς εκενος θα μιλει ασδοτα και με απωθητικ ελευθεροστομα.
      Ββαια, σον εναι ερωτευμνος, ο εραστς εναι βλαπτικς κι αηδιαστικς, μως ταν του φγει ο ρωτας, εναι πιστος τον καιρ που ακολουθε, δηλαδ στο διστημα για το οποο υποσχταν πολλ, και τσι, με πολλος ρκους και παρακλια, κατφερνε να γνεται η κουραστικ συντροφι του ανεκτ απ τον αγαπημνο του, καλλιεργντας την ελπδα για απκτηση αγαθν. Την ρα λοιπν που πρπει να εκπληρσει τις υποσχσεις του, συμβανει μια μεταβολ μσα του κι ως κριο και προσττη του βζει τη λογικ και τη σνεση στη θση του ρωτα και της μανας κι τσι χει γνει λλος νθρωπος, πργμα που χει διαφγει της προσοχς του νεαρο.
      Φυσικ τοτος απαιτε την ανταπδοση των προηγομενων προσφορν του, υπενθυμζοντας σα επε κι κανε ο εραστς, θεωρντας τι απευθνεται στον διο νθρωπο, μως ο εραστς οτε τολμ, καθς δη ντρπεται, να πει πως χει γνει λλος νθρωπος, οτε μπορε να κρατσει τους ρκους και τις υποσχσεις που δωσε ωθομενος απ το λογο πθος που τον εξουσαζε, γιατ πια χει βρει τη λογικ και τη σωφροσνη του, τσι στε να μη κνει τα δια με τον παλι εαυτ του και να μη μοισει σε κενον και ξαναγνει ο διος. Απομακρνεται λοιπν απ αυτ τη σχση κι ο μχρι πριν εραστς, χοντς την εγκαταλεψει αναγκαστικ, καθς χει αλλξει η ψη του οστρκου, κνει μεταβολ και τρπεται σε φυγ. Ο λλος πλι αναγκζεται να τον κυνηγ στλνοντας του κατρες, στο νομα των θεν μες στην αγανκτηση του, καθς δε συνλαβε απ την αρχ το λο θμα, δηλαδ τι δεν πρεπε ποτ να προσφρεται σε κποιον που κατχεται απ ρωτα κι -αναγκαστικ- χει χσει τη λογικ του, αλλ σε κποιον που δεν κυριαρχεται απ τον ρωτα και κρατ τη λογικ του, διαφορετικ κατ' ανγκη θα χριζε τον εαυτ του σ’ ναν νθρωπο πιστο, δστροπο, φθονερ, αηδιαστικ, βλαβερ για τη περιουσα του, βλαβερ και για την υγεα του σματς του, κυρως μως βλαβερτατο για την καλλιργεια της ψυχς, απ την οποα δεν υπρχει οτε θα υπρξει, μα την αλθεια, πολυτιμτερο πργμα, οτε μεταξ των ανθρπων, οτε μεταξ των θεν. Αυτ λοιπν πρπει παιδ μου, να βλεις στο μυαλ σου και να ξρεις τι η φιλα του εραστ δεν οφελεται σε καλ διθεση, αλλ στην ανγκη του να χορτσει, πως συμβανει με το φαγητ:

πως οι λκοι αγαπονε τα αρνι,
τσι κι οι εραστς τ’ αγρια αγαπνε
.

     Αυτ λοιπν, Φαδρε. Δεν χεις ν' ακοσεις παραπνω απ μνα, ας τελεισει πια για σνα ο λγος.

--------------------

     Εδ λοιπν ο Σωκρτης ολοκληρνει το πρτο του νοιγμα και φυσικ το συζητνε κι εν ο νεαρς ζητ περαιτρω εξηγσεις, αυτς με μια κνηση λο χρη, αφαιρε το λγο που μλις του εκφνησε και ζητ να δευτερολογσει. Ο Φαδρος, λλο που δε θλει, τον ενθαρρνει και βελτινει το κθισμ του, πως κι εμες λλωστε, για να δεχτε το νο λουτρ λξεων απ κενονε που σβεται απεριριστα. Για να δομε λοιπν που το πει ο μγιστος...

---------------------

                                            "Ερωτικ Προομιο" Σωκρτους

   (αυτοσιος)
     Εμπρς λοιπν, μελωδικς, λιγυρφωνες Μοσες, που αποκτσατε αυτ την επωνυμα ετε για το καλλφωνο τραγοδι σας, ετε απ το μουσικ γνος των Λιγων, αναλβετε μαζ μου το μθο που με αναγκζει να πω τοτος εδ ο εξαρετος ντρας, για να φανε ο φλος του, που και πριν του φαινταν σοφς, τρα ακμη σοφτερος.
     ταν λοιπν να παιδ, μλλον ν φηβο αγρι, πολ μορφο κι σαν πρα πολλο κενοι που σαν ερωτευμνοι μαζ του. Αλλ νας απ αυτος εχε την ικαντητα να πλανεει. Τοτος, μολοντι δεν ταν λιγτερο ερωτευμνος απ κανναν απ τους λλους, εχε πεσει το αγρι τι δεν ταν ερωτευμνος μαζ του. Κι ταν ζητοσε την ενοια του, επιχειροσε να το πεσει γι' αυτ ακριβς, για το τι δηλαδ πρεπε να προσφρεται σ' ναν που δεν εναι ερωτευμνος μαζ του, παρ σ' ναν που εναι και του λεγε τα εξς:

   «Για κενους που θλουν να σκεφτον ορθ, υπρχει, παιδ μου, μια αρχ για λα τα πργματα, πρπει να γνωρζουν καλ αυτ που θα απασχολσει τη σκψη τους, αλλις κατ' ανγκη θα σφλλουν στο κθε ζτημα.
     μως απ τους περισστερους διαφεγει τι δε γνωρζουνε την ουσα του κθε πργματος. τσι λοιπν υποθτοντας τι τη ξρουνε, δεν προβανουν σε ανλογη συμφωνα μεταξ τους στην αρχ της ρευνας και μετ, ταν προχωρσουνε, πληρνουνε το ελογον ανττιμον, αφο δεν εναι σμφωνοι οτε με τον εαυτ τους, οτε μεταξ τους. Εγ λοιπν κι εσ ας μη πθουμε αυτ για το οποο κατηγορομε τους λλους, αλλ, εφσον το θμα που εσ κι εγ χουμε μπρος μας εναι αν πρπει να προτιμ κανες τη φιλα του ερωτευμνου εκενου που δεν κατχεται απ ρωτα, ας συμφωνσουμε πρτα ως προς τον ορισμ του ρωτα, τι εναι και ποια δναμη χει, και μετ, χοντας τον ορισμ υπψη μας κι αναφερμενοι συστηματικ σε αυτν, ας σκεφθομε αν προκαλε ωφλεια ζημα. Κατ' αρχν, το τι ο ρωτας εναι μια επιθυμα, εναι φανερ στον καθνα -το τι πλι κι εκενοι που δε κατχονται απ ρωτα επιθυμον τα μορφα πργματα το γνωρζουμε. Πς λοιπν θα διακρνουμε τον ερωτευμνο απ αυτν που δεν κατχεται απ ρωτα; Πρπει να σκεφθομε τι στον καθνα μας υπρχουν δο αρχς που μας κυβερνον και μας καθοδηγον, και τις οποες ακολουθομε που και να μας οδηγον: η μα εναι η μφυτη επιθυμα για τις ηδονς κι η λλη εναι μια επκτητη γνμη, που αποβλπει στο καλτερο. Κι αυτς μσα μας λλοτε συμπνουνε κι λλοτε μχονται η μια την λλη κι λλοτε επικρατε η μα κι λλοτε η λλη. Η επικρτηση της γνμης που διαμσου του λγου, οδηγε στο καλτερο και κυριαρχε, ονομζεται σωφροσνη, εν η επικρτηση της επιθυμας που κυριεοντς μας, μας οδηγε ασυλλγιστα προς τις ηδονς, ονομζεται βρις. μως η βρις χει πολλ ονματα, επειδ εναι πολυμελς και πολμορφη. Κι ποια απ αυτς τις μορφς συμβε να υπερισχσει, δνει το νομ της σε κενον που τη διαθτει, νομα οτε μορφο, οτε τιμητικ για κενον που το χει.
     τσι, παραδεγματος χρη, ταν η επιθυμα για το φαγητ επικρατσει του λγου που τενει στο ριστο και των λλων επιθυμιν, ονομζεται λαιμαργα και δνει το αντστοιχο νομα σε ποιον την χει, ταν πλι γνει τραννος η επιθυμα για το μεθσι, κι οδηγε εκενον που την χει στο ποτ, εναι φανερ τι προσωνυμα θα πρει αυτς. Κι εναι προφανς τι τα συγγενικ με αυτ ονματα, που αφορον σε συγγενικς επιθυμες, υπαγορεονται απ την επιθυμα που κθε φορ κυριαρχε. Εναι πια σχεδν φανερ για ποια επιθυμα χουν ειπωθε τα προηγομενα, μως οπωσδποτε θα εναι σαφστερο μα ειπωθε, παρ αν δεν ειπωθε. λοιπν, η λογη επιθυμα που επικρτησε της ποψης που τενει στο ορθ κι οδηγθηκε στην ηδον της ομορφις κι αφο επιπλον ενισχθηκε ντονα απ τις συγγενικς της επιθυμες για την ομορφι των σωμτων, προχρησε και νκησε, πρε το νομ της απ την δια τη ρμη, και ονομστηκε ρωτας
».

     μως, φλε μου Φαδρε, δε σου φανεται κπως και σνα, πως και σε μνα, τι χω καταληφθε απ θεκ πθος;

------------------------

     Εδ πρπει να μπει απαρατητα, ο διλογος πως ακριβς συνεχστηκε απ τη πνω φρση, γιατ εναι ζωτικ να φανε ο κανονικς ρους της κουβντας. τσι λοιπον θα συνεχσω τη παρουσαση και μλις ξεκινσει ο επμενος θα βλω πλι λγες τελτσες, που απλ θα δηλνουν την ναρξη, χωρς να υπρχει φυσικ λλη ενδιμεση παρεμβολ απ τη συζτηση. Δηλαδ ο λγος θα ξεκινσει μ' επκταση του διαλγου και θα δηλωθε με τελτσες. Αλλζουμε θση πλι για να μη πιαστομε και περιμνουμε με αγωνα τι θα πει ο μγας.

------------------------

 ΦΑΙ. Οπωσδποτε, Σωκρτη κι αντθετα με ,τι συμβανει συνθως, σε κατλαβε μια ευγλωττα.
 ΣΩ. Λοιπν, κουγ με σιωπηλ, αφο στ' αλθεια φανεται πως εναι θεκς αυτς ο τπος, γι' αυτ μην εκπλαγες αν, καθς θα προχωρε ο λγος, με καταλβει πολλς φορς το πθος των Νυμφν! Γιατ σα λω τρα δεν απχουνε πια πολ απ τους διθυρμβους.
 ΦΑΙ. Πολ αληθιν εναι αυτ που λες.
 ΣΩ. Μα εσ εσαι η αιτα γι' αυτ, μως, κουσε και τα υπλοιπα. γιατ σως φγει απ μνα η μπνευση που νιθω να μου 'ρχεται. Αυτ ββαια εναι μλημα του θεο. εμες πντως πρπει να φρουμε πλι το λγο μας στο παιδ.
 ΦΑΙ. Μα εγ νμιζα τι ο λγος βρσκεται ακμα στη μση κι τι εσ θα πεις λλα τσα και για εκενο που δεν κατχεται απ ρωτα, δηλαδ πς πρπει να χαρζει κανες τον εαυτ του σε αυτν και να αναφρεις πλι τα καλ του γνωρσματα. Γιατ λοιπν Σωκρτη, σταματς τρα;
 ΣΩ. Δεν πρσεξες, μακριε φλε, πως τρα πια εκφρζομαι με επικ λγο κι χι με διθυρμβους κι τι αυτ συμβανει ενσω κατηγορ; Αν αρχσω μως να επαιν τον λλον, τι νομζεις τι θα κνω; ραγε αντιλαμβνεσαι τι θα με καταλβει το θεκ συνασθημα απ τις Νμφες, στις οποες, χοντας το σκοπ, με οδγησες; Λω λοιπν με μια λξη, πως σα εναι τα κακ που βρκαμε σε κενο που αγαπ και τον κατηγορσαμε, λλα τσα -αντθετα- καλ υπρχουνε στον λλον, εκενον που δεν εναι ερωτευμνος.
     Τι ανγκη υπρχει, λοιπν, για μακρ λγο; Και για τους δο χουν ειπωθε αρκετ. τσι, λοιπν, το επινημα μου, ο λγος μου, θα πθει ,τι του ταιριζει, θα πρει τλος. Κι εγ περν αυτ το ποτμι και φεγω, πριν αναγκαστ απ σνα να σου κνω καμι μεγαλτερη χρη.
 ΦΑΙ. χι ακμα Σωκρτη, πριν περσει η μεγλη ζστη μπως δε βλπεις τι εναι πια σχεδν μεσημρι; Ας μενουμε μως κι λλο κι ας μιλσουμε για σα χουμε πει κι αμσως μλις δροσσει να φγουμε.
 ΣΩ. Πργματι, Φαδρε, σε ,τι αφορ τους λγους, εσαι θεκς κι αναμφβολα, θαυμαστς. Εγ πιστεω τι κανες απ' σους γεννθηκαν σο ζεις δεν χει γνει ατιος να παραχθονε πιτεροι λγοι απ' σο σ, ετε λγοντας τους ο διος, ετε αναγκζοντας λλους με κποιον τρπο, να τους πουν. Εξαιρ απ' σα λω το Σιμμα το Θηβαο, των λλων μως υπερχεις κατ πολ, τσι και τρα μου φανεται πλι τι γνεσαι αιτα να ειπωθε νας λγος απ μνα.
 ΦΑΙ. Δε μου κηρττεις ββαια πλεμο, μως πς προκπτει αυτς ο λγος και πο αναφρεται;
 ΣΩ. Καλ μου φλε, ταν επρκειτο να διαβ τον ποταμ, συνβη να μου ‘ρθει το θεκ πνεμα, ο οιωνς που μ’ επισκπτεται συνθως -πντα με συγκρατε απ αυτ που σκοπεω να κνω- και μου φνηκε πως, απ το διο μρος, κουσα κποια φων που δε με αφνει να φγω πριν εξαγνιστ, σα να 'χω αμαρτσει για κποιο πργμα στο Θε. Εμαι ββαια μντης, χι μως πολ σπουδαος, πντως, πως ακριβς εκενοι που ξρουνε λγα γρμματα, μνο για δικ τους χρση, εμαι ικανς να χρησιμοποι τη μαντικ μου μνο για τον εαυτ μου. Συλλαμβνω, λοιπν, σαφς το σφλμα μου.
     Γιατ μου φανεται, φλε μου, τι κι η ψυχ χει μια μαντικ δναμη κι εμνα κτι με τραξε και προηγουμνως, καθς ανπτυσσα το λγο, και νιωσα κποιο δος, πως λει ο βυκος, μπως τιμηθ απ τους ανθρπους για να αμρτημα προς τους θεος. μως τρα χω αισθανθε το αμρτημα.
 ΦΑΙ. Τι εννοες λοιπν;
 ΣΩ. Τρομερς, Φαδρε, τρομερς ταν ο λγος που φερες μαζ σου κι αυτς που με ανγκασες να πω.
 ΦΑΙ. Μα πς;
 ΣΩ. ταν ανητος και κατ να τρπον, ανσιος, ποις λοιπν θα ταν τρομερτερος απ αυτν;
 ΦΑΙ. Καννας, αν φυσικ εναι αληθιν σα λες.
 ΣΩ. Τι λοιπν; Δε θεωρες τον ρωτα γιο της Αφροδτης και Θε;
 ΦΑΙ. τσι λγεται.
 ΣΩ. μως δεν ειπθηκε οτε απ το Λυσα, οτε στο δικ σου λγο, που ειπθηκε απ το στμα μου, που εσ το καταπκρανες. Αν λοιπν ο ρωτας εναι θες κτι θεκ, πως πργματι συμβανει, δε μπορε να ‘ναι κτι κακ. μως οι λγοι που μλις ειπθηκανε γι' αυτν, τσι κακ τον χαρακτρισαν.
     Ββαια τσι αμρτησαν απναντι στον ρωτα, αλλ η ανοησα τους εναι πολ διασκεδαστικ, αφο χωρς να λνε τποτα γκυρο κι αληθιν, αυτοεξυψνονται σαν οι διοι να ‘ναι κτι σπουδαο αν, καταφρνοντας να εξαπατσουν μερικος μικρος ανθρπους, κερδσουν την εκτμηση τους. Λοιπν, φλε μου, εγ εναι ανγκη να εξαγνιστ κι υπρχει νας αρχαος τρπος καθαρμο για σους δεν αποφανονται με σνεση σχετικ με τα μυθολογικ θματα κι τσι, αμαρτνουν και τοτο τον τρπο δεν τον ξερε ο μηρος, αλλ ο Στησχορος. Αυτς, ταν χασε τα μτια του επειδ κακολγησε την Ελνη, δε παρμεινε στην γνοια πως ο μηρος αλλ ως αληθινς ποιητς, συνλαβε την αιτα κι αμσως δημιοργησε το ακλουθο ποημα:

Δεν εναι αληθινς αυτς εδ ο λγος.
Δεν μπκες στα καλοφτιαγμνα πλοα
με τα γερ κουπι κι οτε ποτ σου
επτησες στα τεχη εκε στη Τροα.

     Και μλις ολοκλρωσε αυτ το ποημα που ονομζεται παλινωδα, βρκε κατευθεαν το φως του. Εγ λοιπν θα φαν σοφτερος απ κενους ως προς το εξς: πριν να πθω τποτε γιατ κακολγησα τον ρωτα, θα επιχειρσω να επανορθσω και του προσφρω τη δικ μου παλινωδα, χοντας το κεφλι μου ακλυπτο κι χι, πως ττε, σκεπασμνο απ τη ντροπ. (Εδ του ζητ να μιλσει χωρς το κλυμμα της ντροπς).
 ΦΑΙ. Σωκρτη, δεν υπρχει για μνα τποτε πιο ευχριστο απ αυτ που μλις επες.
 ΣΩ. Καταλαβανεις ββαια, καλ μου Φαδρε, με πση αναδεια ειπθηκαν οι δο λγοι και τοτος εδ κι ο λλος που ειπθηκε μσα απ το βιβλο.
     Πργματι, υπθεσε τι νας νθρωπος ευγενς και προς στο χαρακτρα, ερωτευμνος με κποιον της διας ποιτητας χοντας προηγουμνως -κποτε- αγαπσει, μας ακοει να λμε πως οι εραστς, για ζητματα μικρς σημασας, προκαλον μσα τους μεγλες χθρες και φθονον και βλπτουν τον αγαπημνο. Πς θα μποροσε να μη σκεφθε τι ακοει ανθρπους που χουνε μεγαλσει ανμεσα σε νατες και που δεν χουνε δει αληθιν ελεθερο ρωτα; Δε θα διαφωνοσε σε πολ μεγλο βαθμ μαζ μας σε σα κατηγορομε τον ρωτα;
 ΦΑΙ. Μα το Δα, σως τσι εναι, Σωκρτη.
 ΣΩ. Εγ λοιπν, επειδ ντρπομαι αυτν τον νθρωπο και φοβμαι τον διο τον ρωτα, θλω να ξεπλνω την αλμρα που γμισε την ακο μας, μ’ να λγο καθαρ πως τ πσιμο νερ και συμβουλεω
και το Λυσα να γρψει σο πιο γργορα μπορε να λγο που να υποστηρζει πως, ταν υπρχει ισορροπα στους λλους παργοντες, πρπει να προσφρει κανες τον εαυτ του σε ναν ερωτευμνο, παρ σε κποιον που δεν κατχεται απ ρωτα.
 ΦΑΙ. Μα να εσαι σγουρος τι τσι θα γνει, γιατ ταν εσ θα αναπτξεις τον παινο του εραστ, θα χρειαστε οπωσδποτε εγ να αναγκσω το Λυσα να γρψει πλι να λγο για το διο πργμα.
 ΣΩ. Το πιστεω αυτ, για σο ββαια θα εσαι αυτς που εσαι.
 ΦΑΙ. Λγε λοιπν χωρς να φοβσαι.
 ΣΩ. Πο εναι ο νεαρς στον οποο μιλοσα; Για να ακοσει και τοτο δ και να μη προφθσει, χωρς να το ακοσει, να προσφερθε σε κποιον που δεν εναι ερωτευμνος μαζ του.
 ΦΑΙ. Αυτς πντα εναι πολ κοντ σου, ποτε θλεις.

     (ΣΣ: η απντηση που προσπαθοσε να πρει και κοστζει 1000000 φιλι, ας πομε. Η σαγνη σ' λο της το μεγαλεο, σαν πως λμε: "Εμαι τοιμος να πω κτι βρε μτια μου, αλλ θαθελα να ξρω, με παρακολουθες τα λω τζμπα". Κι απναντι ακος: "Εμαι δω μαζ σου και κρμωμαι απ τα χελη σου, και μλιστα ποτε κι πως με θλεις". Ε λωνεις δε λυνεις;)

……………………

                                                    "Ερωτικς" Σωκρτους

   (αυτοσιος)
     Λοιπν, μορφ μου παιδ, να καταλβεις τοτο: ο πριν λγος τανε του Φαδρου, γιου του Πυθοκλα απ το Μυρρινοντα, εν αυτς που πρκειται να πω εναι του Στησιχρου, γιου του Εφημου απ την Ιμρα. Και πρπει να λει τα εξς: τι δεν εναι αληθινς ο λγος που υποστηρζει τι πρπει να προσφρεται κανες σε κποιον που δεν κατχεται απ ρωτα, ταν χει δπλα του ναν ερωτευμνο, γιατ δθεν ο πρτος ενεργε με φρνηση, εν ο λλος κατχεται απ μανα. Και ββαια, αυτ θα τανε σωστ να λγεται, αν ταν αλθεια τι η μανα εναι κακ πργμα. μως στη πραγματικτητα τα μεγαλτερα καλ μας συμβανουν μσω αυτς μανας, που μας προσφρεται σα θεκ δρο. Γιατ τσο κενη που προφητεει στους Δελφος, σο κι οι ιρειες στη Δωδνη, ταν καταλφθηκαν απ μανα, προκαλσανε πολλ και καλ στην Ελλδα, στις δημσιες και στις ιδιωτικς υποθσεις, εν ταν τανε φρνιμες, κνανε λγα καλ πργματα και τποτα, αν μλιστα αρχσουμε να μιλμε για τη Σβυλλα και στους λλους που, χρησιμοποιντας μια μαντικ δναμη θεκς πνος, προφητεσανε πολλ σε πολλος κι τσι, τους πρσφεραν στριγμα για το μλλον τους, θα μακρηγοροσαμε για πργματα φανερ στον καθνα. αξζει μως να επικαλεστομε σα μαρτυρα και τοτο, πως εκενοι απ τους παλιος που θσανε τα ονματα των πραγμτων, δε θεωροσανε τη μανα οτε κτι κακ, οτε ντροπ. Αλλις δε θα συνδανε το διο αυτ νομα, δηλαδ τη λξη «μανα», με την ωραιτερη απ τις τχνες, αυτ με την οποα κρνεται το μλλον και δε θα τη λγανε «μανικ», θεωρντας τι εναι κτι μορφο, ταν ρχεται δωρισμνη απ τους θεος, της δωσαν αυτ το νομα, μως οι σημερινο νθρωποι, ακαλασθητα, παρενβαλαν το ταυ και την επαν «μαντικ».
     μοια και την αναζτηση του μλλοντος, που προβανουν οι νθρωποι του ορθο λγου (κι χι της μπνευσης) παρατηρντας τα πουλι και τα λλα σημδια, επειδ αυτο με την ορθ σκψη παρχουν στην ανθρπινη γνμη οηση, νου και πληροφρηση, τοτη λοιπν την αναζτηση την αποκλεσαν οιονιστικ, την δια που οι νετεροι ονομζουν οιωνιστικ, δνοντας μφαση στον χο του παρατεταμνου. σο λοιπν τελειτερη κι ξια μεγαλτερης εκτμησης εναι η μαντικ απ την οιωνιστικ κι ως νομα κι ως πργμα, τσο ωραιτερη εναι, σμφωνα με τη μαρτυρα των παλιν, η μανα απ τη φρονιμτητα, δεδομνου τι η πρτη χει θεκ προλευση, εν η δετερη ανθρπινη. μως κι απ αρρστιες κι απ τις μεγαλτερες δυστυχες, που πσανε πνω σε μερικς οικογνειες εξαιτας της θεκς οργς για παλις αμαρτες, η μανα απλλαξε τους ανθρπους, καθς εκδηλθηκε σε σους τανε προορισμνοι γι' αυτ και προφτευσε. Βρκε λοιπν διξοδο σε προσευχς στους θεος και σε πρξεις λατρεας τους κι τσι, προκαλντας καθαρμος κι ιερς τελετς, απλλαξε απ το βρος των δεινν αυτν που την εχε και για το παρν και για το μλλον, κι φερε λτρση απ τα κακ που τον κατεχανε σε κενον που καταλφθηκε κανονικ κι ολοκληρωτικ απ το παραλρημα.
     Μα ρχεται μως απ τις Μοσες και τρτη μορφ μανας και κατοχς απ το θεο. Αυτ, καταλαμβνοντας μιαν ευγενικ και παρθνα ψυχ, τη ξεσηκνει και τη μεθ με τις ωδς και με τα λλα  εδη της ποησης, κνοντας τη να εξυμνε αμτρητα κατορθματα των παλιν και να μορφνει τις επμενες γενις. Αλλ ποιος οδηγεται στις πρτες της ποησης χωρς τη μανα των Μουσν, χοντας πιστψει τι θα γνει μεγλος ποιητς μνο με τη τχνη του, ο διος δε πετυχανει κι η ποησ του, ως ργο φρνιμου, αφανζεται απ τη ποηση σων κατχονται απ τη μανα.
     Τσα κι ακμη πιο πολλ ωραα ργα, που προρχονται απ τη μανα που προκαλον οι θεο, χω να αναφρω. Ας μη φοβμαστε λοιπν την δια τη μανα, οτε να μας θορυβε και να μας τρομζει ο λγος που υποστηρζει τι πρπει να προτιμμε για φλο το φρνιμο απ το μανιασμνο, αλλ αν νας ττοιος λγος, εκτς απ αυτ, καταστσει φανερ και το τι ο ρωτας δε στλνεται απ τους θεος στον ερωτευμνο και τον αγαπημνο για να τους ωφελσει, ττε ας πρει το βραβεο νκης. Εμες μως σ’ ,τι μας αφορ θα δεξουμε το αντθετο, δηλαδ τι μια ττοια μανα δνεται απ τους θεος προκειμνου να φρει τη μεγαλτερη ευτυχα κι η απδειξη δε θα γνει πιστευτ απ κενους που απλς εναι ιδιατερα εστροφοι, εν την δια, θα τη πιστψουν οι πραγματικο σοφο. Πρπει λοιπν, πρτα, να συλλβουμε την αλθεια σχετικ με τη ψυχ, τη θεκ και την ανθρπινη, εξετζοντας πς πσχει και πς ενεργε.
     Η απδειξη αρχζει τσι: Κθε ψυχ εναι αθνατη, γιατ κενο που κινεται πντα εναι αθνατο, εν κενο που κινε ν λλο και κινεται απ λλο, εφσον χει τλος ως προς τη κνησ του, χει τλος κι ως προς τη ζω του. Μνο κενο που κινεται απ μνο του, αφο δεν εγκαταλεπει τον εαυτ του, δεν παει ποτ να κινεται κι εναι μλιστα το διο η αρχ κι η προλευση της κνησης για σα απ τα λλα κινονται. Η αρχ μως εναι αγννητη. Γιατ κατ' ανγκη καθετ που γεννιται, γεννιται απ μια αρχ, εν τοτη δε γεννιται απ τποτα. Αν η αρχ γεννιταν απ κτι, δε θα υπρχε γννηση απ μια αρχ. Επειδ λοιπν, η αρχ εναι κτι αγννητο, κατ' ανγκην εναι και κτι φθαρτο. Γιατ αν απωλεσθε η αρχ, ττε ββαια δε θα γεννηθε οτε η δια ποτ απ κτι, οτε λλο πργμα απ αυτν, εφσον πρπει λα να γνονται απ μιαν αρχ. τσι, λοιπν, η αρχ της κνησης εναι κενο που κινε τον εαυτ του. Κι αυτ δεν εναι δυνατ οτε να εξαλεφεται, οτε να γεννται, αλλις λος ο ουρανς και το σμπαν του γγνεσθαι θα κατρρεαν μαζ, θα παρμεναν ακνητα και δε θα εχανε ποτ ξαν μιαν αρχ που να τα κνει να γεννηθονε και να κινηθονε πλι.
     Εφσον λοιπν χει φανε πως εκενο που κινεται απ μνο του εναι αθνατο, δε θα διστζει κανες να λει πως αυτ το γνρισμα αποτελε την ουσα και το λγο της ψυχς. Γιατ κθε σμα που αντλε τη κνηση απ ξω εναι ψυχο, εν κενο που τη παρνει το διο απ μσα του εναι μψυχο, αφο αυτ εναι η φση της ψυχς. Αν μως τσι χει το πργμα, εφσον εκενο που κινε τον εαυτ του δεν εναι λλο παρ ψυχ, ττε κατ' ανγκην η ψυχ θα ‘ναι κτι αγννητο κι αθνατο.
     Σε ,τι αφορ, λοιπν, την αθανασα της ψυχς, αυτ εναι αρκετ. Σχετικ μως με τη μορφ της, πρπει να πομε τα εξς: ποιας υφς πργμα εναι, τοτο οπωσδποτε εναι ζτημα που απαιτε θεκ κι εκτεν ανπτυξη, μως με τι μοιζει, αυτ εναι θμα που μπορε να καλυφθε απ συντομτερη και στο πλασιο των ανθρωπνων δυνατοττων ανπτυξη, ας μιλσουμε, λοιπν, με ττοιο τρπο. Ας πομε πως η ψυχ μοιζει με τη σνθετη δναμη ενς ζεγους φτερωτν αλγων και του ηνιχου τους. μως, εν λα τα λογα κι οι ηνοχοι των θεν εναι καλς φσης και προλευσης, των λλων γενν, εναι μικτς, καταρχν ο ηνοχος, σε μας, οδηγε διευθνοντας να ζευγρι αλγων κι πειτα, απ τα λογα, το να εναι μορφο, ευγενικ κι απ ανλογη ρτσα, εν το λλο χει τα αντθετα χαρακτηριστικ κι εναι απ αντθετη ρτσα. τσι, αναπφευκτα, η ηνιχηση μς εναι δσκολη και κουραστικ. Πρπει μως τρα να επιχειρσουμε να εξηγσουμε με ποια λογικ το να ζωνταν ον χαρακτηρστηκε θνητ και το λλο αθνατο.
     Γενικ η ψυχ αναλαμβνει καθετ το ψυχο, περιδιαβανει τσι τον ουραν, παρνοντας λλοτε τη μια κι λλοτε την λλη μορφ και καθς εναι τλεια και φτερωτ, κινεται στον αιθρα και διευθνει λο τον κσμο, η ψυχ, μως, που χασε τα φτερ της, περιφρεται εδ κι εκε μχρι να βρει να κρατηθε απ κτι στρεο κι εκε πλον εγκαθσταται κι αποκτ γινο σμα που, εξαιτας της δναμης της ψυχς, φανεται τι κινε τον εαυτ του. Αυτ λοιπν το σνολο, σνδεμα σματος και ψυχς, ονομστηκε ζωνταν ον και πρε την επωνυμα «θνητ».
     σο για το να πομε να ον αθνατο, δεν χουμε καννα λγο πραγματικ ελεγμνο απ τη σκψη μας, απλς πλθουμε με τη φαντασα μας το Θε -χωρς να τον χουμε οτε δει, οτε πλρως συλλβει- ως να αθνατο ον, που χει ψυχ και σμα, που εναι πντα σμφυτα. μως αυτ τσι ας χουν κι ας λγονται, πως αρσει στο Θε, εμες ας εξετσουμε τρα το λγο, εξαιτας του οποου η ψυχ χνει τα φτερ της, που πφτουν. Ο λγος, λοιπν, εναι περπου ο ακλουθος: Η δναμη του φτερο, απ τη φση της, καθς κινεται προς τα πνω, παρνει μαζ της το βαρ στοιχεο και το οδηγε στα ψη, εκε που κατοικε το γνος των Θεν και πιτερο απ καθετ που συνδεται με το σμα, η ψυχ χει επικοινωνσει με το θεκ. Το θεκ εναι μορφο, σοφ, καλ κι χει λες τις σχετικς με αυτ ιδιτητες. Με τοτες πιο πολ τρφεται και μεγαλνει το φτρωμα της ψυχς, εν φθερεται και καταστρφεται απ το σχημο, το κακ και τις λλες αντθετες ιδιτητες. Ο Δας λοιπν ο μεγλος ηγεμνας του ουρανο, οδηγντας φτερωτ ρμα, προχωρε πρτος, βζει σε τξη και φροντζει λα τα πργματα. Τον ακολουθε μια στρατι θεν και δαιμνων διαταγμνη σε ντεκα μρη, στον οκο των θεν μνει μνη η Εστα. Απ τους λλους θεος σοι μσα στους δδεκα χουνε ταχθε να διευθνουν, προηγονται, ορζοντας ο καθνας τον τομα που τχθηκε. Μες στον ουραν υπρχουν πολλ μακρια θεματα και περσματα, που περιφρεται το γνος των ευδαιμνων θεν, ασκντας καστος το δικ του ργο -κι ακολουθε ποιος πντα θλει και μπορε, μια κι ο φθνος παραμνει ξω απ το θεκ χρο. Αλλ ταν πηγανουνε σε γιορτιν γεμα, σε συμπσιο και προχωρον ανεβανοντας μχρι την κρη της ουρνιας αψδας ττε τα οχματα των θεν καθοδηγονται αποτελεσματικ, κινονται με ισορροπα και πορεονται με ευχρεια, εν τα λλα κινονται με κπο. Γιατ το κακ λογο, γρνοντας, βαρανει και σπρχνει δυνατ προς τη γη ποιους ηνιχους δεν το χουνε καλ γυμνασμνο. Εκε, λοιπν, εκδηλνεται η πιο κρσιμη προσπθεια και δνεται ο σχατος αγνας της ψυχς. Οι ψυχς που αποκαλονται αθνατες, ταν φθσουνε στην κρη της αψδας, περνον ξω κι εγκαθστανται στην πλτη του ουρνιου θλου, ταν μλιστα σταθον εκε, τις πηγανει γρω-γρω η περιφερικ κνηση κι τσι αυτς βλπουνε τα πργματα που εναι πρα απ τον ουραν.
     μως τον υπερουρνιο τπο δεν τον μνησε, οτε θα τον υμνσει ποτ κανες απ τους ποιητς αυτο εδ του κσμου, πως του αξζει. Τα σχετικ μως με τον τπο αυτν, χουν πως θα πω αμσως. Γιατ πρπει να τολμσουμε να πομε το αληθιν, αφο, λλωστε, συζητομε για την αλθεια. Η χρωμη, μορφη κι ανγγιχτη ουσα, που ντως τσι εναι και γρω απ’ αυτ, γεννιται η αληθιν γνση εναι θεατ μνον απ το νου, τον κυβερντη ψυχς κι υφσταται σε αυτν ακριβς τον τπο. Η θεκ σκψη τσι καθς τρφεται με νου και με εντελς καθαρ γνση κι η σκψη κθε ψυχς που της μλλεται να δεχθε ,τι της αρμζει, ταν μετ απ να σημαντικ χρονικ διστημα, δει πλι το ον, το αγαπ κι ταν θεωρε τα αληθιν, τρφεται κι ευφρανεται, ως του η περιφερικ κνηση συμπληρσει τον κκλο και τη φρει στο διο σημεο. μως, κατ τη περιφερικ αυτ πορεα θεται, χοντας τη κτω απ τα μτια της, την δια τη δικαιοσνη, θεται τη σωφροσνη, θεται και τη γνση, χι ββαια κενη που συνδεται με τις μεταβολς του γγνεσθαι, οτε κενη που εναι διαφορετικ για κθε πργμα απ' σα εμες τρα αποκαλομε ντα, αλλ την αληθιν επιστμη που αφορ στο αληθιν ον. Κι αφο η ψυχ θεαθε με τον διο τρπο και τα λλα αληθιν ντα και χορτσει απ τοτη τη θαση, βυθζεται πλι στο εσωτερικ μρος του ουρανο κι επανρχεται στο κατλυμ της' κι ταν αυτ γυρσει, ο ηνοχος βζει τ' λογα μπροστ στη φτνη, τους δνει να φνε αμβροσα και μετ τα ποτζει με νκταρ.
     Αυτ εναι η ζω των θεν, απ τις λλες ψυχς, εκενη που μοιζει με το Θε και τον ακολουθε με τον καλλτερο τρπο, υψνει το κεφλι του ηνιχου της προς τον τπο που εναι ξω απ τον ουραν κι ενσωματνει τη πορεα της στη περιφερικ κνηση, καθς μως ταρζεται απ τα λογα, θεται τα ντα με κπο. Μια λλη πλι, λλοτε υψνει κι λλοτε βυθζει το κεφλι και καθς τα λογα τραβνε βαια, λλα απ τα ντα τα θεται κι λλα χι κι οι λλες ακολουθον λαχταρντας τον επνω τπο, μως αδυνατον να τονε φθσουν κι τσι καταβυθζονται και κυλιονται μαζ και πατιονται μεταξ τους και πφτουν η μια πνω στην λλη, εν η καθεμα επιχειρε να προσπερσει την λλη. Και δημιουργεται θρυβος κι μιλλα και χνεται μχρι τλους ο ιδρτας και μλιστα, απ κακ χειρισμ των ηνιχων, πολλς ψυχς γνονται ανπηρες και πολλν πολλ φτερ σπνε. Τελικ λες, υποφροντας απ πολ πνο, αποχωρονε χωρς να μυηθονε στην ενατνιση του ντος κι αφο αποχωρσουνε, τρφονται με δοξασες. Ο λγος μως, της βιασνης τους να δονε πο βρσκεται το πεδον αλθειας, εναι πως απ το λιβδι που βρσκεται κει, συμβανει να βγανει η τροφ που ταιριζει στο καλτερο μρος της ψυχς και πως με τη τροφ αυτ τρφεται η ρζα του φτερου, με το οποο η ψυχ γνεται ανλαφρη κι υψνεται. Κι ο νμος της Αδρστειας εναι ο εξς: ποια ψυχ καταστε συνακλουθος του Θεο και θεαθε κτι απ τα αληθιν, να μενει απεραχτη μχρι το διστημα της επμενης περιφερικς κνησης κι αν μπορε πντα να το κνει αυτ, να μνει για πντα αβλαβς. ταν μως αδυνατσει να ακολουθε και δε δει κι εμπλακε σε κποια αρνητικ συγκυρα κι -τσι- γεμσει απ λθη και κακα και βαρνει, κι απ το βρος της συμβε να ρξει τα φτερ της και να πσει στη γη ττε ο νμος υπαγορεει αυτ η ψυχ, στη πρτη της γννηση, να μην εμφυτευθε σε καμι φση θηρου, αλλ κενη που εδε τα περισστερα να εμφυτευθε στο γονδιο ενς ντρα που θα γνει φιλσοφος φλος της ομορφις σε ενς ντρα μουσικς κι ερωτικς φσης. Η δετερη στη τξη ψυχ, να εμφυτευθε στο γονδιο ενς βασιλι που σβεται το νμο σε ενς ντρα ικανο στον πλεμο και στη διακυβρνηση, η τρτη, σε ενς πολιτικο επιχειρηματα ειδικο στα οικονομικ, η τταρτη, σε ενς φιλπονου γυμναστ που θα ασχολεται με τη θεραπεα του σματος, η πμπτη να χει μια ζω μντη ιεροτελεστ. Στην κτη θ’ αρμσει η ζω ενς ποιητ ενς λλου μιμητ καλλιτχνη, στην βδομη ενς βιοτχνη ενς γεωργο, στην γδοη κποιου σοφιστ δημαγωγο, στην νατη ενς τυρννου.
     Απ' λους αυτος, ποιος ζει δκαια, μετχει σε μια καλτερη μορα, εν ποιος ζει δικα, σε μια χειρτερη. Γιατ κθε ψυχ δεν επιστρφει εκε, απ' που ρχεται, πριν απ δκα χιλιδες χρνια, αφο δεν αποκτ φτερ πριν περσει τσο διστημα. Εξαιρεται η ψυχ κενου που φιλοσφησε χωρς δλο του φιλοσφου εραστ των παιδιν. Αυτς εδ οι ψυχς αποκτονε φτερ κατ τη τρτη χιλιετ περιφερικ διαδρομ, αν διαλξανε τρεις διαδοχικς φορς αυτ τη ζω κι τσι απρχονται στο τρισχιλιοστ τος. Οι λλες μως, ταν τελεισουνε τη πρτη τους ζω κρνονται κι αφο κριθον, λλες πηγανουν στους τπους που αποδδεται δικαιοσνη κτω απ τη γη κι εκτουν εκε τη ποιν τους κι λλες, λαφρανοντας με τη κρση, ανυψνονται και ζονε σ' να τπο του ουρανο αντξια με τη ζω που ζσαν ταν εχανε τη μορφ ανθρπου. Στο χιλιοστ μως τος κι οι πρτες κι οι δετερες, κληρνονται και σ’ εκλογ της δετερης ζως τους, διαλγουν η καθεμι τη ζω που θλει. Και ττε εναι δυνατ η ανθρπινη ψυχ να οδηγηθε στη ζω ενς θηρου κι απ το θηρο να επιστρψει σε νθρωπο η ψυχ που τανε κποτε νθρωπος. Και δε θα πρει αυτ τη μορφ την ανθρπινη, η ψυχ που δεν εδε ποτ την αλθεια. Γιατ ο νθρωπος πρπει να συλλαμβνει κενο που εκφρζεται ως ννοια, δηλαδ που εν προρχεται απ πολλς αντιλψεις διαμσου των αισθσεων, αποκτ εντητα διαμσου του λγου και τοτο εναι η ανμνηση εκενων, που εδε κποτε η ψυχ μας, ταν συμπορετηκε με το θε κι ψωσε το βλμμα της επνω απ αυτ που στη τωριν ζω, τα λμε ντα κι ανλθε στη περιοχ του αληθινο ντος. Γι' αυτ λοιπν δκαια αποκτ φτερ μνο η δινοια του φιλοσφου. Γιατ πντα, μσω της μνμης, εναι κοντ -σο μπορε- σε κενα, στα οποα εναι κοντ -και γι' αυτ εναι θεκς- ο Θες. Ο ντρας, μλιστα, που χειρζεται ορθ αυτς τις αναμνσεις και μυεται πντα στα μυστρια της τελειτητας, γνεται -μνον αυτς- αληθιν τλειος, καθς μως απομακρνεται απ’ τα ανθρπινα ενδιαφροντα και προσηλνεται στο θεο, νουθετεται απ τους πολλος, που τον παρνουνε για πειραγμνο στο μυαλ κι απ των οποων τη προσοχ διαφεγει το τι χει μσα του το Θε.
     Φθσαμε λοιπν στο σημεο που τενει λος ο λγος μας, δηλαδ στη τταρτη μανα, αυτ που, ταν την χει κανες, βλπει τη γινη ομορφι κι χει την ανμνηση της αληθινς, αποκτ φτερ και τα ανογει με διθεση να πετξει, αλλ δεν μπορε κι πως το πουλ, κοιτ προς τα πνω αμελντας τα κτω πργματα και γι' αυτ του συμπεριφρονται σα να τον κατχει μια μανα. Τοτη λοιπν η μανα εναι η καλτερη απ' λους τους τρπους, με τους οποους το θεο ρχεται μσα μας κι χει τη καλτερη προλευση, τσο για κενον που την χει, σο και για κενον που του μεταδδεται κι αυτς που, μετχοντας σε αυτ τη μανα, νιθει ρωτα για τα μορφα ντα, λγεται εραστς.
     Γιατ πως χει ειπωθε, κθε ανθρπινη ψυχ, απ τη φση της, χει θεαθε τα ντα. Αλλις δε θα μποροσε να εισλθει σε αυτ το ζωνταν σμα, μως δεν εναι εκολο για τη καθεμα, χοντας σαν ναυσμα τα πργματα τοτου του κσμου, να σχηματσει ανμνηση εκενων των αληθινν ντων. Δεν εναι εκολο οτε για σες εδανε σντομα ττε, τα εκε πργματα, οτε γι' αυτς που πσαν εδ στη γη και δυστχησαν, με αποτλεσμα να τραπονε προς το δικο, επηρεασμνες απ κποιες συναναστροφς και να λησμονσουνε τα ιερ που εδανε ττε. Λγες, λοιπν, μνουν, που συνεχζουν να χουν μσα τους ισχυρ τη θμηση, αυτς ωστσο, ταν δονε κποιο ομοωμα των εκε πραγμτων, εκπλσσονται και δεν ελγχουν πια τον εαυτ τους. Αγνοονε ποιο εναι το πθος που τις καταλαμβνει, επειδ δεν χουν αρκετ σαφ ασθησ του. Και στα γινα ομοιματα των αληθινν ντων δεν ενυπρχει καμα λμψη δικαιοσνης, σωφροσνης κι σων λλων εναι πολτιμα για τις ψυχς. Ωστσο, λγοι φθνουνε στις εικνες τοτων -με αδναμα ργανα και με πολ δυσκολα- και θενται τη φση του στοιχεου που αναπαραστθηκε. μως ττε ταν ορατ η ομορφι σε λη της τη λαμπρτητα, ταν με τη συνοδεα ενς ευτυχισμνου χορο κι ακολουθντας εμες μεν το Δα, εν λλοι κποιον λλο απ τους θεος, εδαμε το μακριο ραμα και τελοσαμε τη μυσταγωγα που δκαια χαρακτηρζεται ψιστα μακρια, αυτ που γιορτζαμε με λο μας το εναι κι απρσβλητοι απ τα κακ που μας περμεναν μετ, εν ταυτχρονα μυομεθα σ’ ιερ ορματα που μας παρουσιζονταν ενιαα, απλ, γαλνια και μες στη πλρη ευδαιμονα τους και τα ατενζαμε μσα σ' να διαυγς νοιγμα του φωτς, ντας αγνο και χωρς να περιοριζμαστε απ’ αυτ που τρα περιφρουμε ονομζοντς το σμα και που μσα του χουμε δεσμευτε πως το στρεδι στο στρακ του.
     Αυτ, λοιπν, ας εναι προσφορ στην ανμνηση, αφο εξαιτας της κι απ τη λαχτρα μας για τα ττε, μιλσαμε πιτερο απ' σο πρεπε. σο για την ομορφι, αυτ -πως επαμε- λαμπε ανμεσα σε κενα τα ορματα -κι ταν ρθαμε εδ, τη βρκαμε να λμπει με τη μεγαλτερη διαγεια μες στη καθαρτερη απ τις αισθσεις μας. Γιατ η ραση εναι η οξτερη απ τις αισθσεις που παργονται διαμσου του σματος -με αυτ πντως, δε γνεται ορατ η φρνηση- αφο τοτη θα προκαλοσε φοβερος ρωτες, αν να τσο καθαρ ομοωμ της ερχτανε και παρουσιαζτανε στην ραση- οτε σα απ τα λλα αξζει να αγαπηθονε- τρα μνον η ομορφι χει αυτ τη τχη, να εναι το πιο φανερ κι εκενο που γοητεει κι αγαπιται πιο πολ. Οποιος, λοιπν δεν εναι πρσφατα μυημνος χει διαφθαρε, δεν υψνεται αμσως απ τοτον εδ προς τον πρα κσμο, προς την δια την ομορφι, ταν θεται αυτ που εδ παρνει το νομα της -κι τσι δεν το σβεται ταν το συλλαμβνει με το βλμμα του, αλλ παραδνεται στην ηδον κι πως, κνουν τα τετρποδα, επιχειρε να επιβανει και να εκχει τεκνογνο σπρμα- κι ντας βυθισμνος στην ακολασα, δε φοβται οτε ντρπεται να επιζητε την ηδον που παραβανει τη φση.
     μως ο πρσφατα μυημνος στη θα των αληθινν ντων, αυτς που ττε εδε πολλ, ταν αντικρσει να πρσωπο με θεκ ψη κποια σωματικ μορφ, που να εναι καλς απεικονσεις της γνσιας που η ψυχ του αρχζει να βγζει φτερ, αυτ βρζει κι ερεθζεται πονντας και ταλαιπωρεται απ τη φαγορα, την ρα που φυτρνουν τα φτερ της. ταν χει στραμμνο το βλμμα της προς την ομορφι του παιδιο, ρχονται απ εκε και ρουν μσα της μρη της ομορφις -που γι' αυτ τα ονομζουν μερο (μρη που ρχονται ροντας), πθο- κι η ψυχ τα δχεται, τρφεται και θερμανεται απ αυτ κι ηρεμε απ τον πνο της και γεμζει απ χαρ. ταν μως η ψυχ χωρσει απ τον αγαπημνο και μαραθε απ τη στενοχρια, τα ανογματα των περασμτων, που με ορμ αρχζει να αναπτσσεται το φτερ, ξερανονται και κλενουνε κι τσι εμποδζουνε τη βλστηση του φτερο. Κι η δναμη της ψυχς για βλστηση, κλεισμνη μσα με τη λαχτρα του πθου, αναπηδ -πως οι αρτηρες του αματος, που πλλονται με δναμη- κι εισχωρε σε κθε νοιγμ της και με τον τρπον αυτ ολκερη η ψυχ γρω -γρω κεντρζεται και ταρζεται απ τη μανα του οστρου και την οδνη- μως πλι, καθς θυμται την ομορφι, γεμζει απ χαρ.
     χοντας μσα της ανακατεμνα τα δο συναισθματα, ανησυχε με αυτ το παρξενο πθος, δε ξρει τι να κνει κι τσι λυσσ και καθς βρσκεται σ’ νταση, δε μπορε οτε τη νχτα να κοιμηθε, οτε τη μρα να μενει σ' να μρος. Κατακλυσμνη απ τον πθο, τρχει που νομζει τι θα δει εκενον που χει την ομορφι. Κι ταν τονε δει και ξεχυθε μσα της η λαχτρα, ελευθερνει τους πρους που μχρι ττε τανε φραγμνοι, αναπνει επιτλους και σταματονε τα κεντρσματα κι οι πνοι κι απολαμβνει πλι, προς το παρν, αυτ τη πιο γλυκι ηδον.
     Απ ττε λοιπν δεν αποχωρζεται -σο εξαρτται απ τη θλησ της- το νεαρ, οτε βζει κανναν λλο ψηλτερα απ' αυτν, αλλ τους ξεχν λους, μητρες, φλους κι αδλφια, αμελε τη περιουσα της και δε τη νοιζει που τοτη δω τσι χνεται, περιφρονε τα καλ θη και τους καλος τρπους, που πριν τανε περφανη γι’ αυτ κι εν’ τοιμη να γνει δολη, να κοιμται σο πιο κοντ την αφνουνε σε κενον που ποθε. Γιατ, εκτς απ’ τι λατρεει αυτν που χει την ομορφι, βρσκει στον διο το μοναδικ γιατρ για μεγαλτερους πνους.
     Τοτο λοιπν το πθος μορφ μου παιδ, που σε σνα απευθνεται ο λγος μου, οι νθρωποι το ονομζουν ρωτα, αλλ ταν ακοσεις πς το ονομζουν οι θεο, θα γελσεις ελογα, επειδ εσαι νος. Νομζω τι μερικο απ τους πλανδιους ραψωδος, που τραγουδον τα ομηρικ πη, αναφρουν -απ τους στχους που δεν χουν φανερσει- δο στχους για τον ρωτα, που ο νας εναι πολ προσβλητικς κι χι απλυτα μμετρος. Τον εξυμνονε λοιπν με τον εξς τρπο:

Θνητο στη γη τον λν' φτερωτν ρωτα,
μα οι αθνατοι τονε φωνζουν Φτρωτα,
ως φυσικ, φτερ που βγζει αφανρωτα
.

     Αυτ μπορε κανες να τα πιστψει, μπορε κι χι, πντως το πθος των ερωτευμνων κι η αιτα του εναι πως τα χουμε πει. Εκενος, λοιπν, που κυριεεται απ αυτ το πθος, αν εναι απ τους οπαδος του Δα, μπορε να σηκνει με μεγαλτερη δναμη το βρος του ρωτα, που πρε το νομα του απ τα φτερ του. σοι μως λατρεουνε τον ρη και τονε συνοδεανε στην ουρνια περιπολα του, ταν κυριευθον απ τον ρωτα και νομσουν τι σε κτι αδικονται απ τον αγαπημνο τους, αποκτονε φονικ διθεση κι εναι τοιμοι να θυσισουνε και τους εαυτος τους και το νεαρ που αγαπον κι τσι συμβανει με τον κθε θε, ποιον λτρευε ο καθνας, δηλαδ να τον τιμ και τον μιμεται σο του εναι δυνατ, για σο διστημα δε διαφθερεται και ζει εδ στη γη τη πρτη του ζω και με αυτν τον τρπο συμπεριφρεται και συναναστρφεται τους αγαπημνους του και τους λλους. Ο καθνας λοιπν διαλγει, ανμεσα στους μορφους, τον ρωτ του ανλογα με το χαρακτρα του και κνοντς τον θε του, μοιζει να κατασκευζει κατ να τρπο, μσα του το γαλμα του και να το στολζει, για να τον τιμσει και να τον λατρψει τελντας μυστρια.
     Οι οπαδο του Δα επιδικουν η ψυχ κενου, που οι διοι αγαπον να εναι κατ να τρπο, συγγενς με το Δα. Εξετζουνε, λοιπν, αν απ τη φση του εναι φιλσοφος κι ηγεμονικς κι ταν τονε βρουνε και τον ερωτευτονε, κνουνε το παν για να συνεχζει να εναι ττοιος. Και αν πριν δεν εχανε την εμπειρα ενς παρμοιου ργου το επιχειρον ττε, μαθανοντας απ οπουδποτε ,τι σχετικ μπορσουνε κι αναλαμβνουνε τα πργματα κι οι διοι κι ταν ψχνουνε, μνοι τους και μσα τους, να βρονε τη φση του δικο τους θεο, πετυχανουνε γιατ κατ' ανγκην προσβλπουνε συντονισμνα στο θε και καθς τον αγγζουν μες απ την ανμνησ τους, γεμζουν απ τη πνο του και παρνουν απ κενον το θος και τους τρπους, στο μτρο ββαια που εναι δυνατ, για τον νθρωπο, να μετσχει του θεο. Και καθς θεωρον αιτα γι' αυτ τον αγαπημνο τους, τον ερωτεονται ακμη περισστερο κι αν αντλονε τη ρο της μπνευσς τους απ το Δα, πως ακριβς οι βκχες, ξαναδιοχετεουνε την μπνευσ τους στη ψυχ του αγαπημνου τους και τον καθιστον σο γνεται πιτερο μοιο με το θε τους.
     σοι πλι ακολουθονε την ρα ζητον να βασιλικ χαρακτρα κι ταν τον βρουν, προβανουν σχετικ με αυτ, στις διες πρξεις, σε λους τους τομες. Κι σοι ακολουθοσανε τον Απλλωνα και καθναν απ τους λλους θεος, ρυθμζουνε τις ενργεις τους σμφωνα με το θε τους και ζητον ο αγαπημνος τους να χει ανλογη φση με εκενο -κι ταν αποκτσουν αυτν που ζητονε, καθς μιμονται οι διοι το θε τους, προσπαθον να πεσουνε τον αγαπημνο τους και να τον φθσουν στο σημεο- σο εναι δυνατ για τον καθνα τους -να εναρμονιστε με τους τρπους και τον τπο του θεο τους- κι αυτ το κνουνε χωρς να εκδηλνουν οτε φθνο, οτε μικροψυχα και κακ προαρεση στον αγαπημνο τους, αλλ προσπαθντας, με τις ανλογες ενργειες κι σο περισστερο μπορον, να τον οδηγσουνε στο σημεο να μοισει στους διους και στο θε που τιμον. τσι, λοιπν, η ντονη διθεση των αληθιν ερωτευμνων κι η μηση στην ερωτικ λατρεα, αν αυτο πετχουν εκενο που λαχταρον πως το περιγραψα, τση ομορφι κι ευτυχα χαρζουνε στον αγαπημνο αν τοτος δω κατακτηθε απ’ το φλο που χει κυριευθε απ την ερωτικ μανα -κι αυτς που κατακτται, κερδζεται με τον ακλουθο τρπο.
     πως ακριβς στην αρχ αυτο εδ του μθου διαιρσαμε τη κθε ψυχ σε τρα μρη, τα δο απ τα οποα χουν μορφ αλγου και το τρτο μορφ ηνιχου, ας διατηρσουμε και τρα αυτ το διαχωρισμ. Επαμε τι το να απ τα λογα εναι καλ, εν το λλο χι. μως δεν προσδιορσαμε ποια εναι η αρετ του καλο και ποια εναι η κακα του κακο. Αυτ πρπει να τα πομε τρα. Το να λοιπν απ τα δο, αυτ που εναι στη καλτερη θση, χει σμα στητ και καλοδεμνο, τον αυχνα του ψηλ, τη μτη του γαμψ, εναι σπρο με μαρα μτια, φιλτιμο, συνετ και σεμν, αγαπ την αληθιν δξα, δεν χει ανγκη απ χτυπματα, αλλ καθοδηγεται μνο με το λγο και το παργγελμα. Το λλο χει στραβ σμα, εναι παχ, κακοσχηματισμνο, με χοντρ αυχνα και κοντ λαιμ, πλατυπρσωπο, μαρο με μτια γκριζογλαζα κι αιματδη, ρπει στην βρη και την αλαζονεα, εναι κουφ, χει τριχωτ αυτι και πολ δσκολα υπακοει στα χτυπματα με το μαστγιο και στα κεντρσματα.
     ταν λοιπν ο ηνοχος δει το ερωτικ ραμα και με τις αισθσεις θερμνει ολκληρη τη ψυχ του απ αυτ τη θα και βαθμιαα ο διος γεμσει απ τα προκλητικ γαργαλητ και τα κεντρσματα του πθου, το λογο που εναι υπκουο στον ηνοχο, επειδ και ττε -πως και πντα- συγκρατιται απ τη σεμντητα, ελγχει τον εαυτ του και δεν πηδ πνω στον αγαπημνο. μως το λλο δε δνει σημασα οτε στο μαστγιο, οτε στα κεντρσματα του ηνιχου, πετγεται απτομα και με βα προς τα μπρος και ταλαιπωρντας με κθε τρπο το σντροφο του και τον ηνοχο, τους αναγκζει να ορμσουν επνω στον αγαπημνο και να θυμηθονε την ομορφι των ηδονν. Και ββαια, αυτο στην αρχ αγανακτονε κι αντιστκονται, καθς νιθουν να αναγκζονται να κνουνε φοβερ και παρνομα πργματα, μως στο τλος, ταν δε βρσκει τρμα το κακ, αφνονται να συρθον απ το κακ λογο, υποχωρντας και συμφωνντας να κνουν ,τι κενο τους διατζει. Και πλησιζουνε τον αγαπημνο και βλπουνε την ψη του, που αστρφτει.
     ταν αντικρζει την ψη αυτ ο ηνοχος, με τη μνμη του γυρζει πσω, στη πρωταρχικ φση της ομορφις και τη βλπει πλι να δεσπζει συνοδευμνη απ σωφροσνη, πνω σε βθρο αγντητας. Βλποντας τη ο ηνοχος απ φβο κι απ σεβασμ γρνει ανσκελα. Συγχρνως αναγκζεται να τραβξει προς τα πσω τα ηνα με τση δναμη, στε και τα δο λογα κθονται πνω στους γοφος τους, το να απ τα δο με τη θληση του, αφο δεν αντιστκεται, εν το λλο, το ακλαστο, χωρς τη θλησ του. Κι ταν τραβηχτονε πιο πρα, το να απ ντροπ και την εκθμβωσ του, διαβρχει με ιδρτα λη τη ψυχ, εν το λλο ταν σταματσει να πον απ το τναγμα του χαλιναριο κι απ το πσιμο, χοντας μπορσει με δυσκολα να πρει πλι μιαν ανσα, αρχζει οργισμνα να ντροπιζει και να κακζει το σντροφο του, που εναι ζευγμνος μαζ του και τον ηνοχο, λγοντας τι απ δειλα κι ανανδρα εγκαταλεψανε τη θση τους κι αθετσανε τη συμφωνα. Πλι τους υποχρενει, εν δε θλουν να πλησισουνε και μλις κι υποχωρε στη παρκληση τους ν’ αναβλουν τη κνηση για λλη φορ.
      ταν ρθει η συμφωνημνη στιγμ, εν κενοι προσποιονται τι τη ξεχνον, αυτ τους τη θυμζει και με τη βα, χρεμετζοντας και τραβντας τους τους αναγκζει να πλησισουνε πλι τον αγαπημνο με τους διους σκοπος κι ταν φθσουνε κοντ του, χαμηλνει το κεφλι, σηκνει την ουρ του, δαγκνει το χαλινρι και τους τραβ ξεδιντροπα. Μα τρα ο ηνοχος ξροντας με μεγαλτερην νταση ,τι παθε προηγουμνως, τινζεται πφτοντας προς τα πσω, σα να βρκε το σχοιν της εκκνησης των αγνων μπρος του, τραβ με ακμα μεγαλτερη σφοδρτητα προς τα πσω το χαλινρι απ τα δντια του ατθασου αλγου, γεμζει με αμα την ασχημλογη γλσσα και τα σαγνια και καθς το αναγκζει να στηρξει στο δαφος τα σκλη και τους γοφος, του προκαλε πνο. ταν το πονηρ λογο το  πθει αυτ πολλς φορς και πψει να φρεται υβριστικ, ταπειννεται και συμμορφνεται ακολουθντας τη συνετ απφαση του ηνιχου κι τσι, ταν δει τον μορφο, κατακλζεται απ φβο. Απ ττε πια, με αυτ το τρπο, η ψυχ του εραστ ακολουθε τον αγαπημνο φοβισμνη και ντροπαλ.
     Αφο λοιπν τσι ο αγαπημνος εισπρττει κθε κφραση λατρεας, σα να ταν σος με το Θε, καθς λατρεεται απ ναν ερωτευμνο που δεν προσποιεται, αλλ κυριαρχεται αληθιν απ αυτ το πθος και μια κι ο διος απ τη φση του, δικειται φιλικ προς εκενο που τον υπηρετε λατρεοντας τον, ακμη κι αν παλιτερα εχε ακοσει διαβολς απ κποιους συμμαθητς του λλους, που του λγαν τι εναι αισχρ να πλησιζει ναν ερωτευμνο μαζ του και γι' αυτ τοτον εδ τον απωθοσε, τρα, σο περν ο καιρς, η νεαρ ηλικα του και το μοιραο τονε κνουν να φθσει στο σημεο να δεχθε τη συντροφι του ερωτευμνου.
     Γιατ δεν χει οριστε ποτ απ τη μορα το κακ να εναι φιλικ προς το κακ, οτε το καλ να μην εναι φιλικ προς το καλ. ταν λοιπν ο αγαπημνος πλησισει και δεχθε τα λγια και τη συντροφι του ερωτευμνου, ττε, καθς νιθει απ κοντ την οικειτητα της προτμησης του, αιφνιδιζεται γιατ διαισθνεται πως λοι μαζ οι λλοι φλοι του κι οι δικο του δεν μπορον να του προσφρουν οτε να μρος απ τη φιλα που του δνει ο φλος που, εξαιτας του ρωτ του, χει μσα του το Θε.
     Εφσον μλιστα αυτ η κατσταση συνεχζεται για μεγλο χρονικ διστημα και πλησιζουνε κι αγγζουν ο νας τον λλο στις γυμναστικς ασκσεις και στις λλες συνευρσεις, ττε πια η πηγ κενου του ρεματος, που ο Ζες ταν ταν ερωτευμνος με το Γανυμδη, το ονμασε μερο, στρφεται με λη της την ορμ και την αφθονα προς τον εραστ κι να μρος της ρει μσα του, εν να λλο, ταν ετοτος εδ γεμσει, χνεται ξω. Κι πως μια πνο ανμου μια ηχ αναπηδ στις λεες και σκληρς επιφνειες κι επιστρφει πλι εκε που ξεκνησε, τσι και το ρεμα της ομορφις γυρν πσω στον μορφο διαμσου των ματιν που, απ τη φση τους οδηγονε στη ψυχ κι απ κε αυτ το ρεμα αναζωογονε τις ρζες των φτερν, τις τροφοδοτε πλι και τους δνει τη δναμη να μεγαλσουνε και στο τλος γεμζει μ’ ρωτα και τη ψυχ του αγαπημνου.
     Τοτος λοιπν εναι ερωτευμνος, αλλ δε ξρει με ποιον κι οτε ξρει τι χει πθει, οτε μπορε να το εκφρσει με λγια αλλ, πως κποιος που του χει μεταδοθε απ κποιον λλον μ’ ν απλ βλμμα, αρρστια των ματιν και δε μπορε να εξηγσει πς, δε μπορε να συλλβει πς του συμβανει να βλπει τον εαυτ του μες στον εραστ του σα σε καθρφτη. Κι ταν ο εραστς του βρσκεται κοντ παει ο πνος, πως και σε κενον, εν πλι ταν ο εραστς του λεπει, με τον διο τρπο ποθε και ποθεται, αφο τον κατχει ο αντρωτας, η ερωτικ ανταπκριση, που ‘ναι αντανκλαση -στη ψυχ- ρωτα που εισπρττει απ τον εραστ κι αυτ το συνασθημα το λει και το νομζει φιλα κι χι ρωτα. Κι επιθυμε παρμοια με τον εραστ, αλλ με πιο μετριασμνη δναμη, να τονε βλπει, να τον αγγζει, να τον φιλ, να ξαπλνει μαζ του κι εναι φυσικ αυτ να τα κνει κιλας, χωρς καθυστρηση.
     ταν, λοιπν, κοιμονται μαζ, το αδιντροπο απ τα λογα του εραστ χει τι να πει στον ηνοχο και ζητ μικρς απολασεις σε αντλλαγμα των πολλν του ταλαιπωριν. Μα αυτ το λογο του αγαπημνου δεν χει τποτε να πει, παρ μνο, γεμτο επιθυμα και χωρς να ξρει γιατ, αγκαλιζει και φιλ τον εραστ, σα να χαδεει και να φιλ κποιον, που του εκδηλνει ιδιατερα ευνοκ διθεση κι ταν ξαπλνουν μαζ, μπορε και να μην αρνηθε να χαρστει στον εραστ, αν αυτς τχει και τονε παρακαλσει. Ωστσο το ομζυγο λογο κι ο ηνοχος αντιτθενται σε αυτ με σεμντητα και λογικ.
     Αν λοιπν επικρατσει το ευγενστερο μρος της ψυχς τους και τους οδηγσει σ' να συνετ και προσεγμνο τρπο ζως και στη φιλοσοφα, ττε θα ζονε την εδ ζω ευτυχισμνα και με ομνοια, γιατ, με το να εναι εγκρατες και φρνιμοι, θα χουνε καταφρει να υποτξουνε το μρος της ψυχς, απ’ που προρχεται η κακα και να ελευθερσουν εκενο που εναι πηγ της αρετς κι ταν η ζω τους φθσει στο τλος της, θα φρονται απ τα φτερ τους και θα χουν ελαφρνει, αφο θα χουν νικσει στο ν απ’ τα τρα αληθιν ολυμπιακ αγωνσματα, το υψηλτερο, αυτ που δε μπορε να δσει στον νθρωπο οτε ανθρπινη φρνηση, οτε θεκ μανα.
     Αν μως ζουν μ’ να πιο ξεστο κι αφιλοσφητο, αλλ πντως φιλτιμο τρπο, θα συμβε, ταν εναι μεθυσμνοι σε κποιαν λλη περπτωση, που θα αφσουν ανεξλεγκτο τον εαυτ τους, τα δο ακλαστα λογα να βρονε τις ψυχς τους αφρορητες και να τις καταλβουν, να τις κατευθνουνε τη μια πλι στην λλη κι τσι οι διοι με δικ τους επιλογ, να κνουν εκενο που προτιμ και μακαρζει ο πολς κσμος κι αφο το κνουνε, στη συνχεια το ξανακνουνε σπνια μως, μια κι -οτως λλως- δε συναινε σε αυτ λη η ψυχ τους. Εναι και τοτοι ββαια φλοι μεταξ τους, λιγτερο μως απ' σο εκενοι που αγαπιονται διαφορετικ και κατ τη περοδο του ρωτα και μετ απ’ αυτν, εφσον θεωρον τι χουνε πρει κι χουνε δσει αντστοιχα ο νας στον λλον τις μεγαλτερες υποσχσεις φιλας, που δεν εναι θεμιτ να τις παραβονε και να γνουνε ποτ εχθρο ο νας για τον λλο. Και στο τλος της ζως τους βγανουν απ το σμα τους μην χοντας ββαια φτερ, αλλ χοντας την ορμ της προσπθειας, ν’ αποκτσουν. Κι τσι η ερωτικ τους μανα τους αποφρει ν χι μικρ παθλο γιατ, για σους χουν δη αρχσει τη πορεα προς τον ουραν, ο νμος δεν υπαγορεει πια να οδηγηθονε στο σκοτδι και κτω απ τη γη, αλλ να ζουν μσα στο φως και να προχωρον ο νας πλι στον λλον ευτυχισμνοι και χρη στον ρωτα, ν’ αποκτσουν μαζ φτερ, ταν ρθει η ρα να γνει κι αυτ.
     Λοιπν παιδ μου, αυτ τα αγαθ, τσο μεγλα και θεκ, θα σου χαρσει η φιλα του εραστ. Αντθετα η οικειτητα κενου που δεν εναι ερωτευμνος, ντας ανακατεμνη με τη φρνηση των θνητν, θα σου επιφυλξει θνητς και φειδωλς απολαβς, θα ενσπερει στη ψυχ του φλου την ανελευθερα που επαινεται απ τον πολ κσμο ως αρετ και θα κνει τη ψυχ να στριφογυρζει γρω και κτω απ τη γη σαν ανητη, για εννα χιλιδες χρνια.
     Αγαπημνε ρωτα, σου ‘χουμε προσφρει κι αποδσει σα χρος αυτ τη παλινωδα, σο καλλτερη κι ομορφτερη τη μπρεσε η δναμη μας και μλιστα κοντ στα λλα, ειπωμνη κατ' ανγκη και με κποιες ποιητικς λξεις κι εκφρσεις, για χρη του Φαδρου. μως συγχρεσ μου το προηγομενο λγο και δξου με γλκα τοτον εδ. Δεξε μεγαλοψυχα κι ευμνεια ναντ μου, μην οργιστες και μου αφαιρσεις μου αποδυναμσεις την ερωτικ τχνη που μου δωσες και φρντισε να μ’ εκτιμον οι μορφοι ακμα πιτερο απ' σο τρα. Κι αν στο προηγομενο λγο μας ο Φαδρος κι εγ επαμε κτι βαρ εναντον σου, καταλγισ το στο Λυσα, τον πατρα του λγου και σταμτησ τον, μην αφνοντς τον να δημιουργε ττοιους βλσφημους λγους και στρψε τον στη φιλοσοφα, πως χει στραφε σε αυτν ο αδερφς του Πολμαρχος, τσι στε και τοτος εδ ο εραστς του να μην χει πια θσεις επαμφοτερζουσες, πως συμβανει τρα, αλλ να ζει ολοκληρωτικ για τον ρωτα, πλαισινοντας αυτ το σκοπ του με φιλοσοφικος λγους.

---------------------------

     Ο διλογος φυσικ συνεχζεται και μπορε κανες να διακρνει στα λγια του νεαρο, τι εναι εκστασιασμνος. Μερικς ακμα ατκες, συνομιλες, μικροεπιχειρματα και μικροσυμπληρματα, που χι τι δεν χουνε σημασα, αλλ δεν εναι και το κυρως θμα του παρντος ρθρου. Ο ρωτας & η Σημασα Του Λγου στον ρωτα, στη σαγνη και τη πειθ, τανε το θμα μας και καλφθηκε, εκτιμ, με τον καλλτερο τρπο. 
     Εκενο που δε θα μθουμε ποτ με ακρβεια, εναι ποις ταν ο "σωκρτης" και ποις ταν ο "πλτωνας"στους λγους και φυσικ τ διλεξε ο νεαρς μας. Δεν χει μως σημασα... Σημασα χει πως πντα, η... διαδρομ. Ας φγουμε λοιπν απ κει κι εμες γιατ πινει λιος, να πμε να βρομε καμμι σκι κι ας τους αφσουμε να τελεισουνε τη κουβντα τους.
     Κποια στιγμ θα επανλθω, με νετερα, μχρι ττε, χαιρετ κι ελπζω να το απολασατε κι εσες, σο κι εγ ταν το στηνα.


                  Πτροκλος Χατζηαλεξνδρου           17 Σεπτμβρη 2017

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers