-


Dali &









/




 
 

 

:

 

                                                                     Βιογραφικ

    Ο Γεργιος Χορττσης ( Χορττζης) γεννθηκε στο Ρθυμνο στα μσα του 16ου αι. και πθανε μετ το 1605. Εναι σγχρονος του Σαξπηρ και του Ελ Γκρκο. Τα στοιχεα για τη ζω του εναι πολ λγα. Καταγταν απ αρχοντικ γενι του Βυζαντου κι οι πργονο του φτσανε στη Κρτη απ τη Μ. Ασα. Η οικογνει του ανκε στη τξη των ευγενν των μεγαλοαστν. Οι Χορττσηδες αναφρονται απ ναν Ιταλ περιηγητ του 15ου αι. ως η 1η οικογνεια που εγκαταστθηκε στη Κρτη την εποχ του Νικηφρου Φωκ. Επσης, στα 1644, σε απογραφ που γινε στο νησ, οι Χορττσηδες φανεται ν’ ανκουνε στους Κρητικος ευγενες. Εξλλου κι ο εκδτης της Ερωφλης, ο Κρητικς Αμβρσιος Γραδενγος, χαρακτρισε το ργο ως «ποημα του λογιωττου κι ευγενεσττου κυρου Γεωργου Χορττση του Κρητικο».



     Γεγονς πντως εναι πως η καλ οικονομικ κατσταση της οικογνεις του το επτρεψε ν’ αποκτσει σημαντικ για την εποχ μρφωση. Το περιβλλον του αποτελεται απ μορφωμνους αστος κι ευγενες. Οι περισστεροι γνωρζουν ριστα την ιταλικ γλσσα κι χουν φοιτσει σε πανεπιστμια της Ιταλας, εν αρκετο γνωρζουνε λατινικ κι αρχαα ελληνικ. Η παραμον τους στα πνευματικ κντρα της εποχς πλοτισε τις γνσεις τους κι νοιξε τους ορζοντς τους. Επιστρφοντας στη πατρδα τχθηκαν μ’ ενθουσιασμ υπρ της πνευματικς της αναγννησης.
     Ο Χορττσης ζησε αρκετ καιρ στο Χνδακα (σημεριν Ηρκλειο). Στο ργο Κατσορμπος υπρχουνε περιγραφς εκκλησιν, λακν συνοικιν κι λλων παρμοιων στοιχεων που αποδεικνουνε τη παραμον του εκε. Τλος, σμφωνα με τους μελετητς, η 10ετα του 1590 τονε βρσκει να κυριαρχε στη θεατρικ ζω του νησιο ως προικισμνος θεατρικς συγγραφας.
     Απ το ργο του αποδεικνεται τι βρσκεται πιο κοντ στη δυτικ παιδεα απ’ ,τι στην αρχαα ελληνικ. Τα ργα του φανερνουν τι εχε πολ καλ γνση της ποιητικς τχνης κι τι εχε μελετσει τα ργα μεγλων ποιητν της εποχς, πως του G.B. Giraldi, του L. Groto, του Τ. Tasso, του G.B. Guarini. Επσης πρπει να ‘χε παρακολουθσει και θεατρικς παραστσεις. Στο ργο του υπρχουνε στοιχεα που μαρτυρονε την επδραση που δχτηκε απ μεγλους δημιουργος της Δσης. Κατφερε μως ν’ αξιοποισει με τον καλτερο τρπο τις κατακτσεις των Ιταλν και να παρουσισει ργο ρτιο σε τεχνικ και προσαρμοσμνο στα δεδομνα του τπου του. Το ργο του περιλαμβνει λα τα εδη του αναγεννησιακο θετρου: κωμωδα Κατσορμπος, τραγωδα Ερωφλη, ποιμενικ δρμα Πανρια, που τα συνγραψε τλη περπου 16ου αι., την εποχ δηλαδ που η Κρτη βρισκταν στη καλλιτεχνικ και πνευματικ της ακμ.
     Ο Χορττσης χαρακτηρστηκε αναγεννησιακς ποιητς. Στο ργο του αποτυπνονται οι κλασικς του γνσεις κι η ρητορικ του ικαντητα. Τα ρητορικ σχματα ποικλλουν κι ο 15σλλαβος στχος αποδδεται με ξεχωριστ δεξιοτεχνα, κρατντας αποστσεις απ τον 15σλλαβο του δημοτικο τραγουδιο. Η γλσσα του εναι δημοτικ, ιδιωματικ. Το κρητικ ιδωμα, καθαρ κι απαλλαγμνο απ ξνες γλωσσικς επιδρσεις, σε συνδυασμ με το ντεχνο κι επιμελημνο φος, καθηλνει τον αναγνστη ακροατ. Η χρση της συνζησης και του διασκελισμο βοηθ την κφραση στοχαστικν νοημτων.
     ταν γνωστς στην εποχ του και καταξιωμνος ποιητς στη συνεδηση των συμπολιτν του. Σε λη τη διρκεια του 18ου αινα η Ερωφλη βρσκεται παροσα στα ργα των ποιητν κι η διακειμενικ παρουσα της αποδεικνει την απχηση που ‘χε. Το δρμα γνρισε πολλς εκδσεις και δθηκαν πολλς παραστσεις στη Κρτη. Μετ τη τουρκικ κατκτηση διαδθηκε στα Επτνησα κι απ εκε στην ρτα, στην Αμφιλοχα κ.α. Αποσπσματα του ργου σταδιακ περσανε στη προφορικ παρδοση κι αξιοποιθηκαν απ το δημοτικ τραγοδι.
     Η Ερωφλη επδρασε και στο ργο λλων Κρητικν ποιητν: Κορνρος, Τρωλος, Φσκολος, καθς και στο ργο των Επτανησων. Τλος, το 1903 ο Παλαμς, στον πρλογο της Τρισεγενης, μνημονεει το Χορττση ως πατρα της νεοελληνικς δραματουργας.
     Στη σωζμενη θεατρικ παραγωγ των χρνων της ακμς της κρητικς λογοτεχνας, η τραγωδα αντιπροσωπεεται απ δο ργα: την Ερωφλη του Γεργιου (Τζρτζη) Χορττση, συγγραφα επσης της Πανριας και του Κατζορμπου, και τον Ροδολνο του Ιωννη-Ανδρα Τρωλου. Σε αρκετς γραμματολογες, στη παραγωγ αυτ προστθεται κι η αννυμη κρητοεπτανησιακ τραγωδα Ζνων, που μως απομακρνεται αρκετ απ τα αισθητικ πρτυπα της κλασικζουσας τραγωδας της εποχς, ως προς τη πλοκ και τα πρσωπα κι ως προς την εποχ που διαδραματζεται. Πντως κι οι 3 τραγωδες παρουσιζουν αρκετ κοιν εξωτερικ χαρακτηριστικ: πρλογο,  πεντπρακτη δομ και χορικ.
     Χρονολογικ παλαιτερη εναι η Ερωφλη, που οι περισστεροι μελετητς της τοποθετονε στη τελευταα 5ετα του 16ου αινα. Το ργο προλογζει ο Χρος. Ο νεαρς στρατηγς Πανρετος, αναθρεμμνος στο παλτι του βασιλι Φιλγονου, που αγνοε τη βασιλικ καταγωγ του παιδιο, χει συνψει μυστικ κι ολοκληρωμνο, δεσμ με τη βασιλοπολα Ερωφλη, την οποα ο πατρας της προορζει εντωμεταξ για γυνακα κποιου βασιλικο γνου. Στλνει, λοιπν, τον Πανρετο να τη πεσει να δεχτε να απ τα δο προξενι που τους χουν γνει. ταν ο βασιλις πηγανει να δει την κρη του στο δωμτι της, ανακαλπτει επ’ αυτοφρω τη σχση της με τον Πανρετο και συλλαμβνει τον νο -το επεισδιο αυτ δεν παζεται επ σκηνς και λαμβνει χρα μεταξ 3ης και 4ης πρξης. Μταια η Ερωφλη, ο σμβουλς του κι ο χορς προσπαθον να κατευνσουν την οργ του Φιλγονου. Οτε ο Πανρετος γνεται πιστευτς, ταν του αποκαλπτει τη βασιλικ του καταγωγ. Ο βασιλις δνει εντολ να θανατωθε ο Πανρετος και συμμετχει ο διος στο μαρτρι του -οτε αυτ η σκην διαδραματζεται μπρος στο κοιν, αλλ την αφηγεται νας Μαντατοφρος. Στη συνχεια, ο βασιλις προσφρει στη κρη του ως "γαμλιο δρο" να καλθι με το κεφλι, τα χρια και την καρδι του αγαπημνου της. Εκενη, μλις μενει μνη, ξεσπ σε μοιρολι κι αυτοκτονε με το διο μαχαρι που βρκε μες στο καλθι. Μετ το μοιρολι της παραμνας για την Ερωφλη, οι κοπλες του χορο δολοφονον τον βασιλι και το ργο τελεινει με να σντομο χορικ για τη ματαιτητα του πλοτου και της δξας.
     Για την τατιση του ποιητ, που χει χαρακτηριστε «πατρας του νεοελληνικο θετρου» και τη βιογραφα του, μνο εικασες γνονται μχρι τρα και προτσεις απ διφορους μελετητς. Οι πληροφορες που δνουν τα ργα του εμφανζουν ναν νθρωπο που η ακμ της συγγραφικς του δραστηριτητας τοποθετεται στα τελευταα χρνια του 16ου αινα, εξοικειωμνο με την ιταλικ και τη λατινικ λογοτεχνα και με τη θεωρα του θετρου, ο οποος κινονταν σε κκλους ευγενν και ισχυρν στη Κρτη της εποχς του. Ο Χορττσης εχε αναγνωριστε πολ σντομα απ τους συγχρνους του και τους λγο μεταγενστερος του ως σπουδαος συγγραφας· ειδικ για την Ερωφλη υπρχει η πολυσυζητημνη πληροφορα τι στα χρνια πριν απ την τουρκικ κατκτηση «εχε παρασταθε πολλς φορς στον Χνδακα και πντοτε ρεσε». Μχρι τις αρχς της 10ετας του 1960, το μνο ργο που του αποδιδταν (απ τη χειργραφη και την ντυπη παρδοσ του) ταν η Ερωφλη, αλλ στη συνχεια ταυτστηκαν ως δικ του κι ο Κατζορμπος με τη Πανρια.
     Το κεμενο της Ερωφλης, εκτς απ 4 χορικ που λεγε ο χορς των κορασδων της πριγκπισσας, συνοδεανε παντο και 4 ιντερμδια που παζονταν ανμεσα στις 5 πρξεις του ργου, σαν διλειμμα κι αναψυχ για τους θεατς με τον θεαματικ, μουσικοχορευτικ τους χαρακτρα. Τα ιντερμδια αυτ χουν ενιαο θμα και δραματοποιονε τμματα του πους Gerusalemme Liberata (Απελευθερωμνη Ιερουσαλμ) του μεγλου ιταλο ποιητ Torquato Tasso. Ο τελευταος ενπνευσε ποικιλοτρπως τον Χορττση, που ντλησε στοιχεα κι απ λλα ργα του ιταλο ομοτχνου του κατ τη συγγραφ της Ερωφλης, που ωστσο χει ως βασικ πρτυπο την Orbecche/Ορμπκε (1549) του ιταλο δραματουργο και θεωρητικο του θετρου G. B. Giraldi Cinthio, μια τραγωδα της εποχς της Μεταρρθμισης, που για πρτη φορ το θμα δεν εναι παρμνο απ την αρχαα μυθολογα.
     Το ργο εναι γραμμνο στο κρητικ ιδωμα της εποχς του, με πολ περισστερα λγια στοιχεα απ’ ,τι πιστευταν παλιτερα και λιγτερες λξεις ιταλικς προλευσης, γιατ η θεωρα της τραγωδας επβαλλε γλσσα υψηλ κι απομακρυσμνη απ τη ρεαλιστικ αποτπωση της σγχρονς της πραγματικτητας. Κυρως με την Ερωφλη, αλλ και με λη την υπλοιπη παραγωγ του, ο Χορττσης ανδειξε το κρητικ ιδωμα σε ρτια λογοτεχνικ γλσσα και οργνωσε ντεχνα τον παραδοσιακ 15σλλαβο, με διασκελισμος κι αποφυγ της χασμωδας, κνοντας τον τυπογρφο της 2ης κδοσης του 1676, που επιμελθηκε ο Κρητικς Αλοσιος-Αμβρσιος Γραδενγος, να χαρακτηρσει με ενθουσιασμ την τραγωδα του ποιητ «μελρρυτον και γλυκοδιγητον εις την φυσικν της γλσσαν την κρητικν».
     Η Ερωφλη ταν να ργο που σκησε σημαντικ επιρρο τσο στην επνυμη λογοτεχνα σο και στην αννυμη, δημοτικ παραγωγ της Κρτης και πρα απ’ αυτν: λο και περισστερο αναδεικνεται απ την ρευνα η επδραση που σκησε στον Ερωτκριτο του Κορνρου αλλ και στον κεφαλλοντη ποιητ και θεατρικ συγγραφα Πτρο Κατσατη (αρχς 18ου αι.), εν στα Επτνησα επσης και συγκεκριμνα στη Ζκυνθο, η Ερωφλη επιβωσε ως «ομιλα» (σντομη υπαθρια αυτοσχδια παρσταση) μχρι και τον 20 αινα. Ωστσο, η επδρασ της εναι εντοντερη και ιδιατερα αξιοπρσεκτη στην προφορικ παρδοση, τσο στην Κρτη, σο και στην πειρο, τη Θεσσαλα και τη Δυτικ Ρομελη, που επεισδια του ργου επιβωσαν ως εκτενς τραγοδι του εδους της παραλογς σε διφορες παραλλαγς.
     νας ακμη μρτυρας της επιτυχας του ργου εναι κι η πλοσια χειργραφη κι ντυπη παρδοσ του: 3 χειργραφα, απ τα οποα το να -ο κδικας του Birmingham, που στα σχλια του κριτικο υπομνματος της παροσας ανθολγησης σημανεται με B- εναι γραμμνο απ το χρι ενς λλου κρητικο θεατρικο συγγραφα, του Μαρκαντνιου Φσκολου (ποιητ της κωμωδας Φορτουντος, του 1655) και 3 ντυπες εκδσεις δη μες στο 17ο αι.. Η κδοση του 1637, σες ατλειες κι αν χει, δεν παει ναναι η 1η ντυπη κδοση θεατρικο ργου στα να ελληνικ και το δχως λλο συνβαλε πολ στη διδοση της τραγωδας.
     Αναμφισβτητα, στη σγχρονη πρσληψη του ργου συμβλλουν πολ οι παραστσεις του· 1ος στα νετερα χρνια ο Κρολος Κουν ανβασε την Ερωφλη το 1934, με τον Λυκοργο Καλλργη στον ρλο του Πανρετου, εν ο διος ο σκηνοθτης εχε κρατσει τον ρλο του Μαντατοφρου. Ο καθηγητς του Αριστοτλειου Πανεπιστμιου κι εκδτης του Κατζορμπου Λνος Πολτης σκηνοθτησε τη τραγωδα το 1950, με το Σπουδαστριον Νας Ελληνικς Φιλολογας, σε σκηνικ και κουστομια του Τσαροχη και με τον Δημτρη Μαρωντη, φοιτητ ττε, ως Μαντατοφρο. Το 1961 το ργο ανβασε το Εθνικ Θατρο, χωρς τα ιντερμδια, τα οποα ωστσο εχαν αναγγελθε σε χορογραφες της Ραλλος Μνου. τσι μνη σγχρονη παρσταση που, περιελμβανε και τα ιντερμδια της Ερωφλης ανμεσα στις πρξεις του ργου ταν αυτ της Εταιρεας Θετρου Κρτης το 1978, σε μουσικ του Νκου Μαμαγκκη και με πρωταγωνστρια τη Σοφα Σπυρτου. λλες 4 παραστσεις χουνε καταγραφε μχρι το 1992, εν 4 χρνια αργτερα ο Σπρος Ευαγγελτος σκηνοθετε το ργο, σε συμπαραγωγ του Αμφι-Θετρου με το Δημοτικ Περιφερειακ Θατρο Κρτης, και το 2005 ο τελευταος αυτς φορας δνει να παρσταση του ργου. Τλος, με το ργο ασχολεται τα τελευταα χρνια συστηματικ η Εταιρεα Θετρου «Χρος», που το χει ανεβσει σε 3 διαφορετικς σκηνοθεσες-εκδοχς που τχαν μεγλης ανταπκρισης απ το κοιν.
     Πλοσια εναι κι η εκδοτικ τχη της Ερωφλης στα νετερα χρνια· ανμεσα στις πολυριθμες εκδσεις, μνεα στη 1η σγχρονη, του Σθα το 1879, καθς και κενη του Ξανθουδδη το 1928, που περιχει και τη 1η συστηματικ, επιστημονικ εισαγωγ στο ργο. Η κδοση των Αλεξου κι Αποσκτη (1988), παρλο που δεν εναι αυστηρ κριτικ, χει μεγλη αξα, αφο παραδδει το καλτερο μχρι ττε κεμενο. Τλος, το πιο πρσφατο εγχερημα κριτικς αποκατστασης του κειμνου ανκει στην Bancroft-Marcus (2013) και συνοδεεται απ αγγλικ μετφραση του ργου. Αξζει να σημειωθε τι αγγλικ μετφραση εχε γνει κι απ τον F. H. Marshall το 1929.
     Εναι η πιο παλι και πιο αξιλογη απ τις 3 γνωστς τραγωδες του κρητικο θετρου. χει αφιρωση στον δικηγρο Ιωννη Μορμουρη Μρμορη, που καταγταν απ τα Χανι κι κμασε στα τλη του 16ου αινα. Αποτελεται απ 3.205 στχους, πρλογο (τον οποο λει ο Χρος), 5 πρξεις με ισριθμα χορικ και 4 ιντερμδια, που παρεμβλλονται ανμεσα στις πρξεις του ργου. Τα ιντερμδια αφορον το επεισδιο του Rinaldo και της Armida, απ το ργο του Torquato Tasso, «Ελευθερωμνη Ιερουσαλμ» (Gerusalemme Liberata, 1581). Το ργο χει σαν πρτυπο το ργο Orbecche του ιταλο συγγραφα G. Battista Giraldi (1549), εν μρος της 2ης πρξης ο Χορττσης τη δανεστηκε απ την τραγωδα Il Re Torrismondo του Τ. Tasso (1587) που υπρξε επσης πηγ της κρητικς τραγωδας, Βασιλες ο Ροδολνος. Πηγ των χορικν εναι η τραγωδα Phaedra του Σενκα. Ωστσο, παρ τις ποικλες επιδρσεις, ο Χορττσης δεν μιμθηκε κριτα τα ξνα πρτυπα, αλλ κατφερε να δημιουργσει το δικ του πρωττυπο ποιητικ ργο, με πλοσια γλσσα, ντονη πλοκ και τλεια στιχουργα.


                         Γιννης Τσαροχης: Πανρετος & Ερωφλη

     Η υπθεση της Ερωφλης εναι μυθικ. Ο Φιλγονος, βασιλις της Αιγπτου, δολοφνησε τον αδελφ του για να πρει το θρνο του και παντρετηκε τη γυνακα του. Απ τη γυνακα του αδελφο του απκτησε μια κρη, την Ερωφλη. Στη βασιλικ αυλ μαζ με την Ερωφλη μεγαλνει κι ο Πανρετος, νος απ βασιλικ οικογνεια, γνωστη μως στον Φιλγονο. Ο Πανρετος κι η Ερωφλη ζησαν απ παιδι μαζ και σταδιακ η παιδικ φιλα εξελχθηκε σε ρωτα. Ο Πανρετος μεγλος πια, πηγανει στον πλεμο και με την ανδρεα του σζει το βασλειο απ εχθρικ επθεση. Μετ τον πλεμο οι δο νοι παντρεονται κρυφ. Ο βασιλις, μως, θλει να παντρψει την κρη του με κποιον βασιλι της Περσας, για να πετχει με αυτ το γμο την ειρνη ανμεσα στους λαος τους. Στλνει μλιστα τον Πανρετο για να της το αναγγελει και να τη πεσει να δεχθε το γμο.



     Ο Φιλγονος μαθανει για το μυστικ γμο των δο νων και αποφασζει να τιμωρσει τον Πανρετο, ο οποος μταια προσπαθε να πεσει τον βασιλι για την ευγενικ του καταγωγ. Ο Φιλγονος βασανζει τον Πανρετο και προσποιομενος στην Ερωφλη τι τη συγχωρε, της προσφρει ως γαμλιο «δρο» σε μια χρυσ λεκνη το κεφλι, τα χρια και την καρδι του αγαπημνου της. Η Ερωφλη θρηνε με σπαραγμ κι αυτοκτονε. Οι γυνακες του παλατιο αναλαμβνουν να τιμωρσουν το βασιλι (ο χορς οδηγεται απ τη παραμνα της Ερωφλης, τη Ννα). Ρχνουνε κτω το Φιλγονο και τον ποδοπατον μχρι θαντου.
     Η Ερωφλη αγαπθηκε ιδιατερα απ τον ελληνικ λα και αυτ το αποδεικνει ο μεγλος αριθμς των εκδσεων του ργου, οι πολλς παραστσεις του και οι πολλς παραλλαγς και διασκευς του, που εμφανζονται σε διφορες περιοχς της χρας.
     Το ργο εκδθηκε 1η φορ στη Βενετα το 1637, ταν ο Χορττσης εχε δη πεθνει, απ τον Κπριο ιερα Ματθαο Κιγλα, ο οποος με τις επεμβσεις του αλλοωσε αρκετ τον χαρακτρα του κειμνου. Την αυθεντικ μορφ της Ερωφλης αποκατστησε το 1676 με την κδοση του ργου ο Κρητικς Αμβρσιος Γραδενγος, βιβλιοφλακας της Μαρκιανς Βιβλιοθκης. Αυτ η κδοση υπρξε το πρτυπο για λες τις επμενες εκδσεις.

     Στη σωζμενη θεατρικ παραγωγ των χρνων της ακμς της κρητικς λογοτεχνας, η κωμωδα αντιπροσωπεεται απ τρα ργα: τον Κατζορμπο ( Κατσορμπο Κατσραπο) του Γεργιου (Τζρτζη) Χορττση, τον αννυμο Στθη, που σζεται σε μεταγενστερη κι αρκετ συνεπτυγμνη επτανησιακ διασκευ, και τον Φορτουντο του Μαρκαντνιου Φσκολου, που γρφτηκε στη διρκεια της τουρκικς πολιορκας του Χνδακα (σημεριν Ηρκλειο), μσα στον οποο υποτθεται τι διαδραματζονται και τα τρα αυτ ργα, υπακοοντας στη συνθεια του ιταλικο θετρου της Αναγννησης η υπθεση των κωμωδιν να λαμβνει χρα σε μια σγχρονη πλη. Χρονολογικ παλαιτερο απ τα 3 εναι ο Κατζορμπος, που τοποθετεται γενικ στην τελευταα 15ετα του 16ου αι. καθς διφορες απψεις/προτσεις χρονολογονε τη συγγραφ του σ’ να διστημα που εκτενεται απ τις αρχς της 10ετας του 1580 μχρι το 1595-1600.
     Το ργο οργαννεται σε 5 πρξεις, σμφωνα με τον απαρβατο καννα της νεοκλασικς δραματουργας της εποχς, εναι γραμμνο σε 15σλλαβους στχους με ζευγαρωτ ομοιοκαταληξα και στο κρητικ ιδωμα κι χει απλ πλοκ, που στρφεται γρω απ το μοτβο της αναγνρισης ενς χαμνου παιδιο. Στο κντρο της υπθεσης βρσκεται να ερωτευμνο ζευγρι, ο Νικολς κι η Κασσντρα, που αντιμετωπζουνε το πρβλημα τι η θετ μητρα της κοπλας Πουλισνα, μια χρα ελαφρν ηθν, θλει να την εκδσει στον πλοσιο και παντρεμνο, γρο γετον τους Αρμνη, ο οποος δεν εναι ντπιος. Επειδ, μως κι ο νεαρς εξασφαλζει να χρηματικ ποσ για να διεκδικσει την αγαπημνη του, η Πουλισνα, με τη βοθεια της ρουφινας Αρκολις, καταστρνει να σχδιο που θα ικανοποισει και τους δο ντρες. Οι περιπλοκς και τα αδιξοδα που θα δημιουργηθον, ειδικ αφτου πληροφορηθονε το σχδιο ο πατρας του Νικολο κι η γυνακα το Αρμνη, θα λυθον, ταν αποκαλυφθε τι η Κασσντρα εναι η χαμνη κρη του ηλικιωμνου ζευγαριο και το ργο θα τελεισει μες στην ευφρσυνη ατμσφαιρα του γμου των δο παιδιν.
     Η κωμωδα διαθτει λους τους στερετυπους χαρακτρες των κωμωδιν της ιταλικς Αναγννησης (ξεμωραμνος γρος, σχολαστικς δσκαλος, κοιλιδουλοι υπηρτες, ζωηρς υπηρτριες, προξεντρες και ρουφινες, και το απαρατητο ερωτευμνο ζευγρι), μεγλη ποικιλα απ τρπους πρκλησης του γλιου κι ντονη δρση. Φανεται τι λειτοργησε ως πρτυπο για τις επμενες κρητικς κωμωδες, εν κωμικς σκηνς χρησιμοποιθηκαν ως ιντερμδια στο ποιμενικ δρμα Πανρια και στην αιγαιοπελαγτικη Τραγδια (τραγωδα) του Αγου Δημητρου, του 1723. Παρ την ευρεα, πως φανεται κι απ τις απηχσεις αυτς, διδοσ του, ο Κατζορμπος σζεται σε να μνο, μεταγενστερο χειργραφο, γραμμνο στα Επτνησα.
     Ο κωμικς οστρος του ργου (εκφρασμνος με ποικλους τρπους οπτικο και λεκτικο χιομορ μσα στους 2.300 στχους του) κι η ταχτητα στη προθηση της πλοκς «αποκαλπτουν τον ποιητ σε πλρη ακμ κι ωριμτητα» (Χατζηπανταζς 2014, 58). Θμα και αυτο του ργου του εναι ο ρωτας, που τρα, ωστσο, δεν τοποθετεται στη βουκολικ παιθρο οτε σε βασιλικ παλτια της αρχαιτητας, παρ μσα σε να πολβουο λιμνι της Γαληνοττης Δημοκρατας της Βενετας, κατοικημνο απ εμπρους, δασκλους, στρατιωτικος και «εθυμες κυρδες» με τους υπηρτες και τις φαμγιες (οικογνειες) τους. Απλυτα ευθυγραμμισμνος με τη θεωρα της ιταλικς Αναγννησης για την κωμωδα, πως προκυψε απ τη μελτη και την προσαρμογ της Ποιητικς του Αριστοτλη και της κωμικς παραγωγς των λατνων κωμωδιογρφων Πλατου και Τερντιου, ο Κατζορμπος δεν εμφανζεται να χει να συγκεκριμνο ργο ως πρτυπο, παρ αντλε μοτβα απ πληθρα ργων των ιταλν ομοτχνων του της λγιας κωμωδας, δηλαδ της commedia erudita του 16ου αι. (Cinquecento), που εχανε πλοκ ντριγκας που πολλς φορς ταν εξεζητημνα περπλοκη· αντθετα απ’ αυτ τα ργα μως, στην κωμωδα του Χορττση το βρος πφτει στους χαρακτρες και τις κωμικς καταστσεις που αυτο δημιουργον με ργα και λγια κι χι στις περιπλοκς της υπθεσης.
     να απ τα ζητματα στα οποα το ργο ακολουθε την αναγεννησιακ θεωρα του θετρου εναι κι η διαμρφωση της γλσσας του, που πρεπε να αντλε στοιχεα απ το καθημεριν λεξιλγιο της εποχς. Πραγματικ, η κωμωδα περιλαμβνει πολ περισστερες απ τα λλα 2 ργα του λξεις ιταλικς προλευσης, που εχαν ενσωματωθε στο τοπικ ιδωμα για να δηλσουνε καθημερινς δραστηριτητες πως: νομσματα, ρουχισμ, φαγητ, πλα, μρη του σπιτιο, ακμη κι υβριστικος χαρακτηρισμος. Απ την λλη, η στιχουργα του, που ακολουθε τον ομοιοκατληκτο ιαμβικ 15σλλαβο της ελληνικς αννυμης δημοτικς παρδοσης αλλ και των επνυμων δημιουργιν στους πρτους αινες της νεοελληνικς λογοτεχνας, χει τα περτεχνα χαρακτηριστικ του χορττσειου φους, με τους πολλος διασκελισμος κι επιπλον εδ με τις συχνς αντιλαβς (αλλαγ ομιλοντος προσπου στον διο στχο), που δνουν στον κωμικ λγο την απαιτομενη ταχτητα, απομακρνοντς τον απ τα δεσμευτικ καλοπια των μετρικν καννων.
     χει μελετηθε πολ η αληθοφνεια των πραγματολογικν πληροφοριν που δνει το ργο για τις συνθκες ζως σε μια κρητικ πλη της στερης Βενετοκρατας, μσα απ διασταυρσεις με πληροφορες αντλημνες απ τα συμβολαιογραφικ και λλα γγραφα που σζονται στα αρχεα της Βενετας (κυρως Βαρζελιτη 2011) κι χουν αναδειχθε οι αντιστοιχες τους. Και μπορε να μην χουμε να κνουμε εδ με «φωτογραφα της βενετοκρατομενης Κρτης», αλλ, απ την λλη μερι, «εναι εξσου παραπλανητικ να θεωρσουμε τι η εικνα που δδεται εναι απλς συμβατικ» (Vincent 1997, 143-144).
     Ο Κατζορμπος δε γνρισε ντυπη κδοση και σζεται σε 1 μνο χειργραφο, μεταγενστερο, που προρχεται απ τα Επτνησα και, σμφωνα με ενδεξεις, παραδδει να κεμενο κπως αλλοιωμνο· εξλλου, σε αυτ δεν σημεινεται οτε το νομα του συγγραφα, που το συνγουμε απ ναν στχο του Μαρνου Τζνε Μπουνιαλ τι ο Χορττσης εχε γρψει, εκτς απ την Ερωφλη και την Πανρια, και ναν «Κατζροπον». Στο διο χειργραφο περιχεται κι να απ τα 3 σωζμενα κεμενα της Πανριας, καθς κι ιντερμδια, δηλαδ σντομα σκετσκια με τελεως διαφορετικ υπθεση απ’ αυτν του κυρως ργου, προορισμνα να παζονται στα διαλεμματα μεταξ των 5 πρξεων, σημδι τι και τα 2 αυτ ργα του Χορττση που δεν πγανε στο τυπογραφεο εχανε σκηνικ σταδιοδρομα. Το συμπρασμα αυτ ενισχεται κι απ το τι ανιχνεονται απηχσεις του Κατζορμπου στην επτανησιακ κωμωδα Χσης του Δημτριου Γουζλη (τλη του 18ου αι.), εν στον χρο του Αιγαου φησε το στγμα του σ’ 1 θεατρικ κεμενο του τλους του 17ου αινα απ τη Προ, που σζεται μνον ο πρλογος κι αποσπσματ του διασκευστηκαν χρησιμοποιθηκαν κατ λξη ως «Διλοδια», δηλαδ ιντερμδια, σε παρσταση του ιησουιτικο δρματος Τραγδια του Αγου Δημητρου (1723), στη Νξο.
     Στα σγχρονα χρνια ο Κατζορμπος χει μια αξιλογη σκηνικ παρουσα μετ το 1964, που γινε η 1η -και μνη κριτικ μχρι σμερα- κδοσ του απ τον καθηγητ Λνο Πολτη. Την δια χρονι, παρουσιστηκε σε ραδιοφωνικ παρσταση, με σκηνοθεσα του Σπρου Ευαγγελτου και μχρι σμερα χουνε γνει περπου 10 σκηνικς παραστσεις του απ επαγγελματικος θισους, απ τις οποες θα ξεχωρζαμε τις εξς: Το 1980 η Εταιρεα Θετρου Κρτης (ΕΘΕΚ), νας φορας που εχε ως στχο στα πρτα της χρνια να ανεβσει λα τα ργα του κρητικο θετρου, δωσε τον Κατζορμπο που, πως κανε νωρτερα με την Πανρια (1976) και την Ερωφλη (1978), τον περιδευσε στη κρητικ παιθρο, φρνοντας τους κατοκους του νησιο σε μεση επαφ μ’ να τσο σημαντικ κεφλαιο της πολιτιστικς τους ιστορας. Το 1993 ανβασε το ργο ο Λευτρης Βογιατζς με τη «Να Σκην» και στο πργραμμα εκενης της παρστασης ο Στφανος Κακλαμνης δωσε νο κεμενο του ργου σε δικ του φιλολογικ επιμλεια και γλωσσριο, ενσωματνοντας «πολλς απ τις διορθσεις και κριτικς παρατηρσεις λλων μελετητν» και με «προσπθεια να αποκατασταθε ο κρητικς γλωσσικς χαρακτρας του ργου». Ωστσο, η 1η απ σκηνς παρσταση της κωμωδας, σο κι αν ακογεται παρξενο, εχε γνει το 1968 σε αγγλικ μετφραση, την οποα υπγραφε ο υποψφιος ττε διδκτωρ Alfred Vincent, εκδτης κατπιν της κωμωδας Φορτουντος κι αργτερα καθηγητς στο Πανεπιστμιο του Σδνε. Ο Vincent εχε και την λη φροντδα της παρστασης αυτς, στην ποια παιζαν γγλοι φοιτητς του Πανεπιστημου του Cambridge.

     Στην δια περοδο, η ποιμενικ ποηση αντιπροσωπεεται απ το αννυμο ποιητικ ειδλλιο (Η) Βοσκοπολα, το εγκιβωτισμνο επεισδιο του Χαρδημου στο δετερο μρος του Ερωτκριτου και, κυρως, απ 3 θεατρικ ργα: τον Πιστικ Βοσκ γνωστου ποιητ, το δρμα L’ Amorosa Fede, γραμμνο στα ιταλικ απ τον κρητικ ποιητ Αντνιο Πντιμο, και τη Πανρια του Γεργιου Χορττση, το μνο απ τα τρα που χει γραφτε στην κρητικ διλεκτο και εναι πρωττυπο (χι μετφραση). Και τα τρα ργα ανκουν στην κατηγορα του ποιμενικο δρματος, το οποο αποτελε παρακλδι του καινοφανος, μεικτο εδους της τραγικωμωδας που εισηγθηκε ο Ιταλς Giambattista Guarini με το περφημο ργο του Il Pastor Fido (1589/90), το οποο γινε ιδιατερα δημοφιλς στη χρα του και ευρτερα στην Ευρπη, αν και προκλεσε θελλα αντιδρσεων απ θεωρητικος της λογοτεχνας. Του ργου αυτο ο Πιστικς Βοσκς αποτελε μετφραση στην κρητικ διλεκτο απ γνωστο ποιητ, πιθανν απ τον διο τον Χορττση, αν κρνουμε απ τις γλωσσικς ομοιτητες με τα ργα του και απ την «αντερη αισθητικ αντληψη» που φανεται να χει ο ποιητς της κρητικς απδοσης, η οποα «ξεπερν το ιταλικ πρτυπο σε λυρισμ και θεατρικ τχνη» (Bancroft-Marcus 1997, 112 και 111).
     Η υπθεση της Πανριας στρφεται γρω απ τον ρωτα δο νων βοσκν, του Γπαρη και του Αλξη, για τις βοσκοπολες Πανρια και Αθοσα αντστοιχα, οι οποες μως δηλνουν επμονα κατ του γμου, προσηλωμνες στην ελεθερη ζω του κυνηγιο στο βουν. Μταια προσπαθον να τις μεταπεσουν ο πατρας της πρτης και η ηλικιωμνη Φροσνη· η Πανρια δεν συγκινεται οτε απ την αππειρα αυτοκτονας του Γπαρη. Μνο η παρμβαση της θες Αφροδτης, στην οποα θυσιζουν οι δο νοι, και του γιου της ρωτα, που τοξεει τις κοπλες, θα αλλξει τα πργματα με θαυματουργικ τρπο και η Πανρια με την Αθοσα θα μεταστρψουν τα αισθματ τους, στε το ργο να τελεισει με τη χαρ των επικεμενων διπλν γμων.
     Η πλοκ τοποθετεται στις πλαγις και τα βοσκοτπια του εξιδανικευμνου στην κρητικ γραμματεα ρους δη, του Ψηλορετη δηλαδ, ωστσο, πως χει επισημνει η ρευνα, η ζω στο βουν δεν απεικονζεται απολτως με τις αποχρσεις ενς ουτοπικο περιβλλοντος. Αντθετα, περιχει πολλ «ρεαλιστικ» στοιχεα ως προς την καθημεριν ζω των κατοκων, με αποτλεσμα το ργο να «επικοινωνε και με τον πραγματικ κσμο της βενετοκρατομενης Κρτης και με τον συμβατικ κσμο της ποιμενικς ποησης της ψιμης Αναγννησης», επιτρποντς μας «να κνουμε λγο για μια εξαιρετικ πριμη και υποτυπδη αφπνιση κποιων ηθογραφικν ενδιαφερντων» (Χατζηπανταζς 2014, 56). Στο πλασιο αυτ, χει επισημανθε και η λεπτ ειρωνεα που χαρακτηρζει την Πανρια, μια «καλοσυντη ειρωνεα διχυτη σε λο το ργο» (Vincent 2000, 17), η οποα χει στχο τις συμβσεις του ιταλικο ποιμενικο δρματος, που εχε δη γνει της μδας στην Ευρπη (Ποχνερ 1991), υπογραμμζοντας τα στοιχεα που διαχωρζουν τις συμβσεις αυτς απ την οικεα στους θεατς πραγματικτητα της κρητικς υπαθρου.
     Το ργο χει χαρακτηριστε ως το «πιο χαρομενο, το πιο πρωττυπο και το πιο χαρακτηριστικ κρητικ προν της Κρητικς Αναγννησης» απ την αγγλδα νεοελληνστρια και εκδτρια των ργων του Χορττση Rosemary Bancroft-Marcus (1997, 105). Ακολουθε και αυτ, πως λη η παραγωγ του ποιητ, τους καννες της νεοκλασικς δραματουργας του ιταλικο Cinquecento, δηλαδ του 16ου αινα. τσι, αποτελεται απ πντε πρξεις που διακρνονται σε επιμρους σκηνς, εν στα τρα χειργραφα που παραδδουν το ργο σζονται δο διαφορετικο πρλογοι  –προφανς προοριζμενοι για διαφορετικς παραστσεις, αν κρνουμε απ τις προσφωνσεις στο κοιν– καθς και ιντερμδια που θα παζονταν ανμεσα στις πρξεις του κυρως ργου· επσης, τηρονται οι τρεις ψευδο-αριστοτελικς εντητες: του τπου, του χρνου και της δρσης. Εξλλου, οι χαρακτρες χουν συνπεια και αληθοφνεια, εν ο χειρισμς της γλσσας ακολουθε τους καννες του «πρποντος» για το συγκεκριμνο θεατρικ εδος, καθιστντας το ργο να τυπικ και συνεπς δεγμα του ποιμενικο δρματος (Μαρκομιχελκη 1996).
     Η τραγικωμωδα, το ευρτερο εδος στο οποο ανκουν τα ποιμενικ δρματα, εχε υβριδικ χαρακτρα, καθς συνδαζε τη σοβαρτητα της τραγωδας με το ασιο τλος και κποιες χιουμοριστικς πινελις της κωμωδας, χωρς μως τις υπερβολς της τελευταας. Στην Πανρια το χιουμοριστικ στοιχεο εκπροσωπον ο επορος βοσκς Γιαννολης, πατρας της Πανριας, και η σχημη ηλικιωμνη Φροσνη, που δρα ως μεσζουσα για να πεσει τις κοπλες να αποδεχτον τον ρωτα των δο βοσκν. Το φλερτ των δο ηλικιωμνων και τα σεξουαλικ υπονοομενα που χρησιμοποιονται στον διλογ τους, καλυμμνα πσω απ αναφορς στη χλωρδα του τπου, δνουν μια ρεαλιστικ αντληψη για τον ρωτα και αποτελον να ευχριστο διλειμμα στους σχοινοτενες λυρικος μονολγους των ερωτευμνων και στην υπερβολικ προσκλληση των κοριτσιν στα ιδανικ της γυναικεας ανεξαρτησας και χειραφτησης.
     Για την Πανρια δεν χει εντοπιστε να συγκεκριμνο πρτυπο ανμεσα στα ποιμενικ δρματα του ιταλικο 16ου αινα, αλλ φανεται τι ο Χορττσης αντλε μοτβα απ περισστερα ργα, υφανοντας την πλοκ του πνω στον καμβ της ιταλικς ποιμενικς δραματουργας ευρτερα. Οι αναλογες με σημαντικ ομοειδ κεμενα της ιταλικς ποησης δεν λεπουν και ανιχνεονται σε επιμρους σκηνς του δρματος (βλ. Bancroft-Marcus 1997, 105-106), φανερνοντας τον δημιουργικ και εκλεκτικ τρπο εργασας του ποιητ.
     Απ πολλος μελετητς το ργο χρονολογεται στην τελευταα δεκαετα του 16ου αινα και γενικ θεωρεται παλιτερο απ την τραγωδα Ερωφλη – υπθεση που εν πολλος βασζεται σε στοιχεα της αφιρωσης στο χειργραφο Δαπργολα,  δηλαδ τον πιο αξιπιστο μρτυρα του κειμνου. Εντοτοις, τελευταα πληθανουν οι φωνς που αμφισβητον την προτεραιτητα αυτ, πριμοδοτντας μια παρλληλη συγγραφ/επεξεργασα των δο κειμνων ανμεσα στα 1595-1604.
     Η Πανρια δεν φτασε ποτ στα τυπογραφεα της εποχς της στη Βενετα. Φανεται, μως, τι εχε κποια καριρα στο θατρο, αν κρνουμε απ το τι μας σζονται τρα χειργραφ της –ο αθηνακς (Α), ο Νανιανς (Ν) και ο κδικας Δαπργολα (D)–, ικανς αριθμς για ργο της κρητικς λογοτεχνας, τα οποα περιχουν δο διαφορετικος προλγους, απευθυνμενους σε διαφορετικ κοιν: τη μα φορ γυναικεο και την λλη ανδρικ μεικτ. ρα ταν ργο που παραστθηκε στα χρνια του και αγαπθηκε αρκετ. Στο γεγονς τι δεν τυπθηκε και δεν κυκλοφρησε ευρτερα, πρα απ το θεατρικ σανδι δηλαδ, σως οφελεται και η μικρ απχησ της σε μεταγενστερους συγγραφες αλλ και στη δημοτικ παρδοση, σε αντθεση, π.χ., με την Ερωφλη του διου ποιητ.
     Στις μρες μας, ωστσο, το ποιμενικ ργο του Χορττση χει γνωρσει μια αξιλογη σκηνικ παρουσα, δεδομνης της δυσκολας που προκαλε η ιδιωματικ του γλσσα και η μεγλη του απσταση απ τις εμπειρες και τα προβλματα του σγχρονου θεατ. Απ το 1957, που παραστθηκε απ το «Νο Θατρο Βορεου Ελλδος» με τον ττλο Γπαρις, πως ταν ττε γνωστ το ργο, μχρι το φθινπωρο του 2015, που παχτηκε στο Αναγεννησιακ Φεστιβλ Ρεθμνου απ το θατρο «Αντβαρο», σε σκηνοθεσα του Μανλη Σειραγκη, η Πανρια ανβηκε ακμη απ την Εταιρεα Θετρου Κρτης το 1976, απ το Απλ Θατρο το 1978, απ το Κρατικ Θατρο Βορεου Ελλδος το 1982, και απ το Δημοτικ Περιφερειακ Θατρο Κρτης το 1994, εν παρουσιστηκε κι ως παρσταση μπαλτου απ την Εθνικ Λυρικ Σκην το 2004.

===================================

     Επειδ δεν χω -ακμα τουλχιστον- λο το ργο, θα κνω μιαν σο πιο καλ παρουσασ του και με λγα αποσπσματα, κι υπσχομαι πως κποια στιγμ θα μπει ολκερο. Ξεκιν λοιπν με την Ερωφλη.

                                              Ερωφλη



     Πρπει να γρφτηκε περπου το 1595 (αφο αναφρεται στην επιδημα πανοκλας που πληξε τη Κρτη ανμεσα στα 1592-5) κι εκδθηκε πρτη φορ το 1637 στη Βενετα. Το ργο αφιερνεται στο δικηγρο Ιωννη Μορμουρη, δικηγρο απ τα Χανι. Εναι γραμμνη σε 15σλλαβο ομοιοκατληκτο στχο, με εξαρεση τα χορικ, που εναι γραμμνα σ' 11σλλαβους σε τερτσνες (τρστιχες στροφς).
     Το θμα που δεσπζει στο ργο, πως φανεται δη απ τον πρλογο αλλ κι απ τα χορικ, εναι η υπερηφνεια και η απληστα, που εναι ο πρξενος των περισσοτρων κακν, αλλ τελικ αποδεικνονται μταια, αφο οι μεταστροφς της τχης εναι απροσδκητες και κοιν τλος λων των ανθρπων εναι ο θνατος, μπροστ στον οποο δεν μπορε να αντισταθε οτε η δναμη, οτε τα πλοτη, οτε λλες αρετς. Μνο ο ρωτας φανεται να χει την απλυτη δναμη να υπερβε τη δναμη του θαντου, γι' αυτ και ο βασιλις που επιχερησε να αγνοσει τη δναμη του ρωτα τιμωρθηκε.
     Ως προς την δραματουργικ τεχνικ οι διφορες επιλογς του Χορττση θεωρονται επιτυχημνες: προετοιμζει τις δραματικς κορυφσεις και εντενει την αγωνα του θεατ, ετε με τραγικς προοικονομες (ο πρλογος του Χρου, η εμφνιση του φαντσματος του νεκρο βασιλι που ζητει εκδκηση), ετε με τραγικ ειρωνεα και ανατροπς (η υπσχεση του Καρπφορου να βοηθσει, η προσποιητ χαρ του βασιλι). Ενδιαφρον στοιχεο της διασκευς του προτπου εναι και η εισαγωγ του στοιχεου της εξγερσης των γυναικν, που δεν υπρχει στο ιταλικ πρτυπο, και απηχε το ενδιαφρον του Χορττση για την αναβθμιση του ρλου του γυναικεου φλου. να λλο στοιχεο που επισημανεται εναι ο λυρισμς που επικρατε ιδως στα χορικ.
     Η γλσσα της Ερωφλης βασζεται στη κρητικ διλεκτο χωρς τα μεσαιωνικ λεκτικ στοιχεα των προγενστερων κρητικν λογοτεχνικν κειμνων. πως μως ισχει για λα τα ργα της κρητικς λογοτεχνας της ακμς, η γλσσα δεν εναι η λακ ομιλουμνη, αλλ να επεξεργασμνο λογοτεχνικ γλωσσικ ργανο με προσωπικ φος. Ιδιατερο χαρακτηριστικ του φους του Χορττση εναι η περτεχνη επεξεργασα, οι μεγλες προτσεις, η συχν χρση δευτερευουσν, η διατραξη της συντακτικς σειρς των λξεων, η χρση λγιων στοιχεων, που μως εναι αφομοιωμνα στη γλσσα του κειμνου, καθς και λλα εκφραστικ μσα πως επαναλψεις, λογοπαγνια και παρηχσεις. Εναι λοιπν η δημοτικ με χρση της κρητικς διαλκτου και χαρακτηριστικ δεγμα της τις καταλξεις του γ πληθυντικο προσπου π.χ σβνουσι, μποροσι κ.α. Προσοχ στον 15σλλαβο στχο με τη ζευγαρωτ ομοιοκαταληξα.
     Το φος εναι κυρως δραματικ, πως εναι φυσικ λγω του περιεχμενου του δρματος. Παρλληλα εναι και θεατρικ κτι που υποδηλνουν οι διλογοι, ο ρκος της Ερωφλης αλλ κι οι επικλσεις της προς τη φση . Τλος, στα σημεα που εκφρζονται τα συναισθματα των δο νων εναι μεικτ,  δηλαδ λυρικ (συναισθματα) και δραματικ (αγωνα για τη τχη του ρωτ τους).
     Το διο φροντισμνη εναι και η στιχουργικ. Παρλο που βασζεται στο παραδοσιακ δεκαπεντασλλαβο του δημοτικο τραγουδιο, εναι αποτλεσμα ντεχνης επεξεργασας: παρουσιζεται μεγλη ποικιλα στις θσεις των τνων, η χασμωδα αποφεγεται και παρατηρονται πολ υψηλ ποσοστ διασκελισμν του νοματος απ στχο σε στχο.
     Η αρχαιομθεια του Χορττση διαπιστνεται απ την επιλογ των ονομτων των ηρων (Φιλγονος, Πανρετος, Καρπφορος, Θρασμαχος, Αρμδης), τα οποα ετε ανταποκρνονται στον χαρακτρα των προσπων (Πανρετος, Ερωφλη, Θρασμαχος), ετε λειτουργον ειρωνικ και εντενουν την τραγικτητα: ο Φιλγονος, «αυτς που αγαπει τα παιδι του», τελικ οδηγε την κρη του στην αυτοκτονα· ο Καρπφορος, αν και υπσχεται να βοηθσει το ζευγρι, τελικ μνει «καρπος».



Α' Πρξη:
Εμφανζεται αρχικ ο Πανρετος που αποκαλπτει στον Καρπφορο το μυστικ του κρυφο γμου (εν μσα απ τη συζτηση οι θεατς πληροφορονται για τη βασιλικ καταγωγ του) και σε επμενη σκην ο Βασιλις αποκαλπτει στον Σμβουλο το σχδιο να παντρψει την Ερωφλη και τα προξενι που του χουν προτενει. Στο πρτο χορικ υμνεται η παντοδυναμα του ρωτα.

Β' Πρξη:
Μετ απ να μονλογο του Βασιλι στον οποο εκφρζει την αγπη για την κρη του, εμφανζεται στη σκην η Ερωφλη που αφηγεται να εφιαλτικ νειρο και συζητ με την παραμνα της για τη δυσκολα της κατστασης στην οποα χει περιλθει. Στο τλος της σκηνς ο Βασιλις στλνει τον Πανρετο να πεσει την Ερωφλη να αποδεχτε να απ τα δο προξενι. Στο χορικ καταδικζεται η ηθικ κατπτωση και η υπερηφνεια του ανθρπου.

Γ' Πρξη:
Δεσπζει αρχικ ο διλογος μεταξ της Ερωφλης και του Πανρετου, που ανταλλζουν ρκους αινιας πστης, και στη συνχεια η εμφνιση της σκις του δολοφονημνου βασιλι που ορκζεται να εκδικηθε τον Φιλγονο. Η πρξη κλενει με ναν αλαζονικ μονλογο του Φιλγονου που μακαρζει τον εαυτ του για την τχη και τη δναμ του και ανακοιννει την επιθυμα του να συναντσει την Ερωφλη για να συζητσουν για τα προξενι. Στο χορικ οι γυνακες καταδικζουν την επιθυμα για πλοτο και δξα.

Δ' Πρξη:
Αποκαλπτεται πως ο βασιλις ανακλυψε την κρυφ σχση της Ερωφλης και του Πανρετου. Ο σμβουλος προσπαθε να τον ηρεμσει και η Ερωφλη αντιστκεται απναντ του προσπαθντας να τον στρψει με το μρος της. Παρ τις παροτρνσεις του χορο και του συμβολου ο βασιλις ανακοιννει την απφασ του να θανατσει τον Πανρετο, τον οποο συναντ στην τελευταα σκην της πρξης. Ο Πανρετος επιχειρε να κερδσει την ενοια του βασιλι και επιμνει για τη βασιλικ καταγωγ του χωρς να γνεται πιστευτς. Στο χορικ οι γυνακες παρακαλον τον λιο να βοηθσει το ζευγρι.

Ε' Πρξη:
Αακοιννεται απ τον μαντατοφρο στον Χορ η σκληρ τιμωρα του Πανρετου: ο βασιλις τον σκτωσε, του κοψε το κεφλι, τη γλσσα και τα χρια και του ξερζωσε την καρδι, με σκοπ να τα προσφρει ως δθεν γαμλιο δρο στην Ερωφλη. Η συνντηση πατρα και κρης γνεται στην επμενη σκην και ο βασιλις προσποιεται πως αποδχεται το γμο και προσφρει μα λεκνη με τα κομμνα μλη του Πανρετου στην Ερωφλη. Εκενη αυτοκτονε και στο τλος του ργου ο χορς σκοτνει το Βασιλι.

     Το ργο ξεκιν με την αφιρωση του ποιητ στο δικηγρο Ιωννη Μορμουρη Μρμορη. Ο ποιητς αρχζει την αφιρωση του ργου, εξηγντας τι πρκειται για πνημα που προκυψε απ πνους και βσανα, γι’ αυτ και δεν επιθυμε να το δσει στο κοιν χωρς να χει τη προστασα κποιου σπουδαου ανθρπου, πως κνουν λοι οι συγγραφες. Η φμη του ανθρπου αυτο, που λγεται Μορμουρης κι εναι νας ενρετος νομικς ευγενικς καταγωγς, θα προστατψει τον ποιητ απ τη κακβουλη κριτικ και θ' αποτελσει να εδος διαφμισης για το διο το ργο:

Προς τον εκλαμπρτατον

και υψηλτατον κριον
Iωννη το Mορμουρη
ρτορα αξιτατο

Kαθς στολζου μ' μορφο και λαμπυρ χρουσφι,
      σαν αποξετελεισουσι τσ' εικνες οι ζωγρφοι,
και ττε σ' τπο φανερ τσι πσι και κρεμοσι,
      κι λοι που τσι θωροσινε θαμζου και παινοσι,
ττοιας λογς πσα καιρ κι εκενοι οπο τελεισου
      του νου τως κπο τβοτας, πριν ξω τον δσου,
μεγλου αθρπου κιανενς κι ξου τον χαρζου,
      και τσα με τη χρη του πλσα τον στολζου,
π' λοι απο το γροικσουσι, ποθο να τον ανοξου,
      τσι στχους του να δοσινε, τα λσι να γροικξου.

Για τοτο, απες τα πθη μου κι οι πνοι μου οι περσσοι
      τοτη κι εμνα εκμασι το νου μου να γεννσει
την τραγωδι, το ποημα τση τχης μου, ν' αφσω
      να 'βγει ξω δεν ηθλησα, πρχου να τη στολσω
μ' νομα ευγενικτατο κι ξο, καθς τυχανει,
      πσα καιρ απ λγου του να στκει βλεπημνη,
κι η ευγενει κι η χρη του να προσκαλο πσ' να
      να τη θωρε μετ χαρς και να κρατε δεμνα
τα χελη των κακγλωσσω, τ σφνω να σωποσι,
      κι ουδναν εισ ψγωση λγο ποτ να ποσι.

K' τσι απ χλια ξακουστ κορμι χαριτωμνα
      με γρμματα και μ' αρετς και πλοτη στολισμνα,
που λμπου ως τ' στρα τ' ουρανο σε μια μερ κι εις λλη
      τση Kρτης, και τσι δξες τση τσι πρωτινς τση πλι
τση δδου με τσι χρες τως, κι ως τον καιρν εκενο
      τιμται, απο 'χε αφντη τση το βασιλι το Mνω,
σ' εδιλεξα, ευγενστατε Mορμουρη υψηλοττε,
      ρτορα απ' λες τσ' αρετς και τσι τιμς γεμτε,
με τ' νομ σου τοτο μου τον κπο να στολσω
      και χρη απο τσι χρες σου πλσα να του χαρσω.

Mα το 'θελεν η πεθυμι κι εζτα η ρεξ μου,
      χλιοι του νου μου λογισμο πλι αμποδζασ μου:
Ποιος μου 'λεγε "δεν πρπουσι να στκου στολισμνοι
      τοχοι σκημοι και χαμηλο και κακοσοθεμνοι
φτωχο σπιτιο, μ' ολχρουσα πανι, μηδ νιψδι
      προσπου κρης σκημης πλσο κιανες να δδει".

Ποιος ττοιο λγο χρισμα να πψω να σου δσω
      δε μ' φηνε, τσι λογισμος για να μηδ σποδσω
του νου σου τσι ψηλτατους. Ποιος "πλθος ν' ανασσεις
      γυρεγεις, μου 'λεγε συχνι, τση θλασσας τση τσης
μ' να θολ κι απμικρο ποτμι απ' αποφρσσει
      πρι παρ' απο τη βρση του την δια να κινσει".

K' τσι σε δειλοσκπησην εστκουμου μεγλη,
      κι ο νους μου εσρνετο συχνι σε μια μερ κι εις λλη,
κι στεκι αρφνητο καιρ δχως ν' αποφασσω
      να κμω το 'χα πεθυμι γ να συρθ ξοπσω.

Πορι το θλ' η ρεξη συγκλνω να τση δσω,
      γιατ σο σε θωρ ψηλ, σε βλπω κι λλο τσο
με σπλχνος ανεξεκαστο κι μετρη καλοσνη
      κι απο την περηφνεση μακρ του κσμου κενη
τη σκοτειν, που δε γενν λβρα ουδ φως χαρζει,
      μα τσκνα μνο και καπν τα τργυρα γεμζει.

Παρακαλ το λοιπονς την εξοχτητ σου
      με πρσωπο πασχαρο τα χρια τση να πισου
τοτο το λγο χρισμα, και τ' νομα ν' αφσει
      το βγενικ και τ' ξο τση στολ να του χαρσει·
κι εις τοτον απ' εβλθηκα το πλαγος το πλσο
      μ' τσι μικρ κι ανμπορο καρβι ν' αρμενσω,
γνε οδηγς τση στρτας μου, να φγω του χειμνα
      τσ' ανεμικς, κι ως πεθυμ, ν' αρξω στο λιμνινα.

Γιατ σες θλου ταραχς κι ανμοι να γερθοσι
      κι σα φουσκσου κματα, στο βρχος δε μποροσι
ποτ τως να με ρξουσι, γ αλλις να με ζημισου,
      θωρντας μνο ως στρο μου λαμπρ το πρσωπ σου.

Kι αν ν' και τ' αποκτησα χρισμα να σου δσω
      π' ξο, καθς ετχαινε, καλ δεν εναι τσο,
τση τχης δος το φτασιμο, κι χι του θελημτου·
      γιατ ψηλς τσι πεθυμις πσα καιρν εκρτου,
μα κενη χμαι τσ' ριξε, και τα φτερ απο σνα
      σ' ρος να μ' ανεβσουσι ψηλ απο τ' Eλικνα,
μ' κοψ' νταν αρχζασι κι εχαμηλοπετοσα,
      κι η ρεξη μ' απμεινε μνο σαν πρτας πλοσα·
κι αντς τα θρρειε κι λπιζε κι δειχνε κι τασσ μου,
      κι εις τσ' ουρανος συχντατα το νουν ανβαζ μου,
μου κτζει πργους στο γιαλ, περβλια στον αρα,
      κι ,τι τη νκτα μεριμν χνουνται την ημρα.

     Συνεχζει, μλλον ξεκιν με τα πρσωπα του δρματος και σαν πρλογο, χει τον διο τον Χροντα να μιλε:



Πρλογος
    απ το Χροντα γραμμνος (στ. 1-140)

Ὁ Χρος κνει πρλογο βγανοντας ἀποὺ τὸν Ἅδη
μὲ ἀστραπὲς καὶ βροντὲς καὶ ταραχὴ μεγλη

Ἡ ἄγρια κι ἀνελπητη καὶ σκοτεινὴ θωρι μου
καὶ τὸ δραπνι ὁποὺ βαστῶ, καὶ τοῦτα τὰ γδυμν μου
κκκαλα, κι οἱ πολλὲς βροντὲς κι οἱ ἀστραπὲς ὁμδι
ὁποὺ τὴ γῆν ἀνοξασι κι ἐβγῆκα ἀποὺ τὸν Ἅδη,
ποις εἶμαι μοναχ τωνε, δχως μιλι, μποροῦσι
νὰ φανερσου σμερο σ’ ὅσους μὲ συντηροῦσι.

Μ’ ὅλον ἐτοῦτο πεθυμῶ γιὰ πλιὰ θαρπεψ μου,
ποις εἶμαι νὰ σᾶς δηγηθῶ καὶ ποι ’ναι ἡ μπρεσ μου.
Ἐγ ’μαι ἐκεῖνος τὸ λοιπὸ ἁπ’ ὅλοι μὲ μισοῦσι
καὶ σκυλοκρδη καὶ τυφλὸ κι ἄπονο μὲ λαλοῦσι·
ἐγ ’μαι ἁποὺ τσὶ βασιλιοὺς τσὶ μπορεμνους οὕλους,
τσὶ πλοσους καὶ τσ’ ἀνμπορους, τσ’ ἀφντες καὶ τσὶ δολους,
τσὶ νους καὶ τσὶ γροντες, μικροὺς καὶ τσὶ μεγλους,
τσὶ φρνιμους καὶ τσὶ λολοὺς κι ὅλους τσ’ ἀθρπους τσ’ ἄλλους,
γιαμιὰ γιαμι, ὅντε μοῦ φανεῖ, ρχνω καὶ θανατνω,
κι εἰς τὸν ἀθὸ τσῆ νιτης τως τσὶ χρνους τως τελεινω.

Λεινω τσὶ δξες καὶ τιμς, τὰ ὀνματα μαυρζω,
τσὶ δικοσνες διασκορπῶ καὶ τσὶ φιλιὲς χωρζω·
τσ’ ἄγριες καρδιὲς καταπονῶ, τσὶ λογισμοὺς ἀλλσσω,
τσ’ ὀλπδες ρχνω σ’ μιὰ μερ, καὶ τσ’ ἔγνοιες κατατσσω·
κι ἐκεῖ ὅπου μὲ πολὺ θυμὸ τὰ μτια μου στραφοῦσι,
χῶρες χαλοῦν ἀλκερες, κσμοι πολλοὶ βουλοῦσι.

Ποῦ τῶν Ἑλλνω οἱ βασιλεις, ποῦ τῶ Ρωμιῶν οἱ τσες
πλοῦσες καὶ μπορεζμενες χῶρες, ποῦ τσες γνῶσες
καὶ τχνες, ποῦ ’ναι οἱ δξες τως; Ποῦ σμερον ἐκεῖνες
στ’ ἄρματα κι εἰς τὰ γρμματα οἱ ξακουστὲς Ἀθῆνες;
Ποῦ ’ναι ἡ Καρτγο ἡ δυνατὴ κι οἱ πολεμρχοι οἱ ἄξοι
τσῆ Ρμης, ποῦ τὰ κρδητα τ ’χασιν ἀποτξει;
Ποῦ τ’ Ἀλεξντρου ἡ ἀντρειὰ κι ἡ μπρεσ του ἡ πλσα;
Ποῦ τῶν Καισρων οἱ τιμς, ἁποὺ τὸν κσμο ὁρσα;
Ὅλα χαλσαν ἀπὸ μὲ κι ὅλα ἀπὸ μὲ διαβῆκα,
χῶμα γενῆκα ἀψφιστο κι εἰς λησμονιὰν ἐμπῆκα.

Γιαῦτος λολο ’ναι ὅσοι θαρροῦ μὲ κπο γὴ μὲ γνση
νὰ κμουσι τὴ χρα μου νὰ μὴ μπορὰ τελεισει
τὰ ὀνματ τως, γρφοντας στὸν κσμο παραμθια
κι ἄλλα πολλὰ καμματα ψοματινὰ κι ἀλθια.
Λολτεροι ὅσοι ἀθνατοι λογιζου ν’ ἀπομενου
σὰν κμου κρδητα πολλὰ κι ἀρφνητα πλουτνου·
τ ’να καὶ τ’ ἄλλον ἀπὸ μὲ χνεται καὶ τελεινει,
τ ’να καὶ τ’ ἄλλον οἱ καιροὶ χαλοσινε κι οἱ χρνοι.

Ποῦ τῶ Χαλδαω τὰ γρμματα, ποῦ κεῖνοι ἁποὺ λογιζα
νὰ μενουσιν ἀθνατοι, γιὰ κεῖνον ἐσπουδζα
μὲ τσο κπο, τῶν ἀλλῶ νὰ γρφου τσὶ πολμους,
γὴ κεῖνοι ἁποὺ σκορποσανε τὰ πλοτη στοὺς ἀνμους;
Ποῦ τση μεγαλτητα, ποῦ ’ναι τὰ πλοτη τρα
τ ’χεν ἐκενη ἡ ξακουστὴ καὶ μπορεμνη χρα
τσῆ Σεμιρμης; Πτε μου, ποῦ κεῖνοι τση οἱ μεγλοι
σοφο, ποῦ τσοι τση ἄρχοντες καὶ τσοι δοῦλοι τση ἄλλοι;
Μ’ ἀπεὶς στὴ γῆ δὲ φανουνται μηδ’ ἔναι τὰ κορμι τως,
κιὰς πτε μου ἕνα σμερον ἀποὺ τὰ ὀνματ τως.

Πτε μου ποιο ἐκοπισασι κι ἐκτσα τὰ κολσσα,
ποιο ἐπερμαζῶξα τὰ βουνιὰ κι ἐμεσοξετελειῶσα
τὸν πργο ἐκεῖνο τσῆ Βαβλ, γὴ ποιο ’χασινε κμει
τοῦτες σας τσὶ πυρμιδες, μρα καὶ νκτα ἀντμι
κοπιζοντας τσα εὔκαιρα; Πτε ἕναν ἀπὸ κεῖνα
τὰ ξακουστ τω ὀνματα, νὰ δοῦμε ἂν ἀπομεῖνα,
σὰν ἐλογιζα, ἀθνατα: ὅλοι, κι αὐτεῖνα ὁμδι
μὲ τὰ κορμι τως βρσκουνται θαμμνα μὲς στὸν Ἅδη.

Μὰ γιντα ξνα καὶ παλιὰ ν’ ἀναθιβνω τρα
ξμπλια, μακρὰ ποὺ λεπουσιν ἐκ τὴ δικ σας χρα;
Ποῦ ’ναι, μοῦ πτε, σμερο τσοι δικοὶ ἀκριβο σας,
ποῦ τσοι ἀγαπημνοι σας καὶ φλοι μπιστικο σας,
ποῦ τσοι νιοὶ τσῆ χρας σας, ποῦ ’ν’ κεῖνοι ὁποὺ γυρζα
κι ἐμοσκοραῖνα τὰ στεν, καὶ πθον ἐμυρζα;
Ποῦ ’ν’ κεῖνοι ἁποὺ τὰ χελη τως τὸ μλι ἐκυματοῦσα
κι ἡ νκτα μρα νὰ γενεῖ νὰ κμουν ἐμποροῦσα;
Φτωχοὶ στὸ λκκο κατοικοῦ, βουβοὶ μὲ δχως στμα,
ψυχὲς γδυμνὲς δὲν ξερω ποῦ, στὴ γῆ λιγκι χῶμα.

Μ’ ὅλον ἐτοῦτο μηδὲ γεῖς ποτὲ στὸ νοῦ του βνει
πὼς εἰς τὸν Ἅδη θὰ διαβεῖ, πὼς ἔχει ν’ ἀποθνει·
κι ὡσὰν τοῦ κσμου ν ’χασι νὰ μενου κληρονμοι,
μηδνα πρμα ἐμπρεσε νὰ τσὶ χορτσει ἀκμη.
Ὢ πλῆσα κακορζικοι, καὶ γιντα δὲ θωροῦσι
τσὶ μρες πῶς διαβανουσι, τσὶ χρνους πῶς περνοῦσι!
Τ’ ὀψὲς ἐδιβη, τὸ προχθὲς πλιὸ δὲν ἀνιστορᾶται,
σπθα μικρὴ τὸ σμερο στὰ σκοτεινὰ λογᾶται.

Σ’ ἕναν ἀνοιγοσφλισμα τῶν ἀμματιῶ ἀποσνω,
καὶ δχως λπηση κιαμιὰ πσ’ ἄθρωπο σκοτνω·
τὰ κλλη σβνω, κι ὄμορφο πρσωπο δὲ λυποῦμαι,
τσὶ ταπεινοὺς δὲ λεημονῶ, τοὺς ἄγριους δὲ φοβοῦμαι·
τοὺς φεγου, φτνω γλγορα, τοὺς μὲ ζητοῦ, μακρανω,
καὶ δχως νὰ μὲ κρζουσι, συχνιὰ σ’ τσὶ γμους μπανω,
κι ἁρπῶ νυφδες καὶ γαμπρος, γροντες καὶ κοπλια,
καὶ κνω ξδια τσὶ χαρὲς καὶ κληματα τὰ γλια.

Σὲ πρκα τὴν ξεφντωση κι εἰς στεναγμὸ γυρζω
πσα τραγοδι, καὶ ποτὲ λπηση δὲ γνωρζω.
Τὴν ἄσπρη σρκα χματα καὶ βρῶμο καταστνω,
τὴν ὄψη λεινω καὶ χαλῶ, καὶ κθα μυρισμνο
στῆθος, σκουλκω κατοικιὰ κνω ζιμιὸ καὶ βρση,
κι ἡ χρα μου καθημερνὸ γυρεγει νὰ τελεισει
σπτια, γενιὲς καὶ βασιλειὲς καὶ κσμους, σὰν τυχανει
ἡ δικιοσνη τοῦ Θεοῦ νὰ μενει πλερωμνη.

Μ’ ὅλον ἐτοῦτο σμερο μηδὲ μὲ φοβηθῆτε,
ὅσους σᾶς ἔκαμεν ἐδῶ ἡ τχη σας νὰ ’ρθῆτε,
γιατὶ δὲ μ’ ἔστειλεν ὁ Ζεὺς τρα συναφορμ σας,
μηδὲ γιὰ τοὺς γονους σας, μηδὲ γιὰ τὰ παιδι σας·
γραμμνον εἶναι σ’ τσ’ οὐρανοὺς χρνους πολλοὺς νὰ ζῆτε,
τιμὲς καὶ πλοτη ν ’χετε, χαρὲς πολλὲς νὰ δῆτε·
μ ’ρθα σὲ τοῦτο τὸ ψηλὸ κι εὐγενικὸ παλτι,
ποὺ ὁ κσμος καλορζικο τσα περσσα ἐκρτει,
γιὰ νὰ σκοτσω, ὡς θλετε δεῖ, πρὶν περσει ἡ μρα,
τὸ βασιλιὸ ὁποὺ στκει ἐδῶ, μὲ μι του θυγατρα,
νὰ πψουσιν οἱ δξες του, κι ἡ ἐπαρχι του ἡ τση
γιὰ τὰ πολλ του κρματα σὲ χρια ἀλλοῦ νὰ δσει·
κι ἕνα στρατιτην ἀκομ, μνο κι αὐτὸς κλωνρι
ξεριζωμνης βασιλειᾶς, στὸν κσμο ἀπομονρι,
καθὼς νὰ κμω μ’ ἔστειλε τοῦ Ζεὺ ἡ δικιοσνη,
ποὺ κμωμαν ἀπλρωτο στὸν κσμο δὲν ἀφνει.

Λπη ἀνιμνετε λοιπὸ νὰ πρετε ὅλοι τρα,
μὲ δκρυα νὰ γυρσετε στὴν ἐδικ σας χρα.
Λγω στὴ χρα σας, γιατὶ δὲν εἶστε, σὰ θαρρεῖτε,
στὴν Κρτη πλι, μὰ τσ’ Αἴγυπτος τρα τὴ γῆ πατεῖτε.
Τοτ ’ναι ἡ Μμφη ἡ ξακουστ, τσα ’νοματισμνη
γιὰ τσ’ ἄξες τση πυρμιδες σ’ ὅλη τὴν οἰκουμνη,
κι ἐδῶ ξαφνδια ν ’ρθετε σᾶς ἔκαμεν ἡ χρη
τοῦ Ζε, ξμπλι πσ’ ἕνας σας γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ πρει
σ’ τσ’ ἔξοδες τοῦ Φιλγονου, περσσα νὰ φοβᾶται
τ’ ἄδικο, κι ὅσο δνεστε ὅλοι σας νὰ μισᾶτε
μεγλοι ν’ ἀπομνετε μὲ τῶν ἀλλῶ τὸν κπο,
βλποντας τὴν ἀσυστασὰ στὴν τχη τῶν ἀθρπω.

Ὢ λογισμο, πῶς σφνετε, ὢ γνμη τυφλωμνη,
ὢ τῶν ἀθρπων ὁλωνῶν ἐλπδα κομπωμνη!
Χαρὲς ἐλπζει ὁ βασιλις, καὶ γμους λογαριζει,
καὶ πλῆσα καλορζικο τὸν ἐμαυτ του κρζει·
κι αὐτνο πρκες καὶ καημοὶ θὲ νὰ τονὲ πλακσου,
καὶ κορασὲς ἀνμπορες θνατο θὰ τοῦ δσου.
Κι ἂν ἔν’ καὶ τοῦτοι οἱ βασιλιο, ἁποὺ τὸν κσμο ὁρζου,
τὴ δναμ μου τὴν πολλὴ τσα συχνιὰ γνωρζου,
ποις ἐκ τσ’ ἀθρπους τσὶ μικροὺς νὰ ἐλπζει πλιὸ τυχανει
σὲ δξες, πλοτη καὶ τιμς, κι ὀπσω τως νὰ πηανει;
Φτωχο, τ’ ἁρπᾶτε, φεγουσι, τὰ σφγγετε, πετοῦσι,
τὰ περμαζνετε, σκορποῦ, τὰ κτζετε, χαλοῦσι.

Σὰ σπθα σβνει ἡ δξα σας, τὰ πλοτη σας σὰ σκνη
σκορποσινε καὶ χνουνται, καὶ τ’ ὄνομ σας λεινει
σὰ ν ’το μὲ τὴ χρα σας γραμμνο σ’ περιγιλι,
στὴ δικριση τσῆ θλασσας, γὴ χμαι στὴν πασπλη.
Μ’ ἀφνω σας, γιατὶ θωρῶ τὸ στρατηγὸ καὶ βγανει
τοῦτον ἁποὺ πρικτατο θνατον ἀνιμνει.

     Στη Α' Πρξη, ξεκιν να μονολογε ο Πανρετος:

ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ (μοναχὸς μιλεῖ)
Ττοιας λογῆς τὸ λοιπονὶς τὰ πθη μου τὰ τσα
τὴν πληγωμνη μου καρδιὰ σμερον ἐπλακῶσα,
καὶ δὲ 'μπορεῖ 'ς τση δροσιὰ χαρὰ νὰ δῇ κι εκενη,
μὰ πλειὰ φωτιὰ καὶ πλειὰ καμὸς παρὰ ποτὲ τὴν κρνει!

    Πρξη 1η, σκην 2η:

     Απσπασμα απ την εκτενστατη δετερη σκην (474 στχοι) της 1ης πρξης μεταξ του Πανρετου, στρατηγο του βασιλι, και του φλου του Καρπφορου. Βρισκμαστε λοιπν στην αρχ του ργου, που ανκει στη Πρτασιν, το 1ο απ τα 3 μρη της πλοκς ενς αναγεννησιακο δρματος, που γνωρζουμε τους πρωταγωνιστικος χαρακτρες και μαθανουμε τις δυσκολες που αντιμετωπζουν. Ο Καρπφορος μπανει στη σκην και βρσκει τον φλο του πολ στενοχωρημνο· τσι, αποφασζει να τον ρωτσει τ συμβανει.
(στ. 72-90).

ΚΑΡΠΟΦΟΡΟΣ & ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ

ΠΑΝ.
Χλια καλῶς ἀπσωσε, φλε μου, ἡ εὐγενει σου.

ΚΑΡ.
Πανρετε, ἂν ἡ ὄψη σου, μ’ ἀλθεια, κ’ ἡ θωρι σου
τῶν ἀμματιῶ μου δεχνουσι τὸ βρος τσῆ καρδιᾶς σου,
κρνω τὸ πὼς νὰ βρσκεσαι σὲ σκτιση μεγλη,
κι εἰσὲ περσσα ταραχὴ παρὰ φορὰ κιαμιὰ ἄλλη.

ΠΑΝ.
Σὲ σκτισην ἀμτρητη, σὲ βσανο περσσο,
καθὼς μὲ βλπεις βρσκομαι, ἁποὺ νὰ τὸ μετρσω
δὲ μοῦ ’ναι μπορεζμενο , κι ἀληθινὰ φοβοῦμαι
μὲ τὸν πρικὺ μου θνατο μὴν ἀποχωριστοῦμε.

ΚΑΡ.
Τσο κακὸ μακρὰ ἀπὸ μᾶς, Πανρετε ἀδερφ μου,
τσο κακὸ μὴ δοσινε τὰ μτια μου ποτ μου!
Μ’ ἀπεὶς γιὰ καλοσνη σου καὶ χρην ἐδικ σου
(καλὰ κ’ ἡ τχη μου ποτὲ μὲ τὴ βασιλικ σου
τχη δὲν ἔμοιασε) ἀδερφὸ καὶ φλον ἔκαμς με,
καὶ μπιστεμνον ὣς ἐδ , λογιζω, ἐγνρισς με,
μὲ θρρος, μὴν τὸ βαρεθεῖς, ἂν ἔν’ κι ἀποκοτσω ,
τὴν ἀφορμὴ ποὺ σὲ κρατεῖ σὲ βρος, νὰ ρωτσω,
γιὰ νὰ μπορσω σὰν καλὸς φλος νὰ σοῦ σηκσω
ὅσο μπορῶ ἐκ τὰ πθη σου, νὰ σὲ παραλαφρσω.

     Πιο κτω (στ. 281-340) ο Πανρετος, μετ τη παρακνηση του αδελφικο του φλου Καρπφορου, του εξομολογθηκε τον μυστικ δεσμ, "γμο" του με την κρη του βασιλι Ερωφλη. Στη συνχεια, του αφηγεται διφορα περιστατικ που δεχνουν το μγεθος αυτς της αγπης. Μεταξ αυτν νας μονλογς του, σο βρισκταν σε πολεμικς επιχειρσεις, και νας διλογς του με την Ερωφλη, ταν πγε να της ζητσει την δεια να πρει μρος σε να κονταροχτπημα· και τα δο τα παραθτει σε ευθ λγο.

ΠΑΝ.
Συχνιὰ πολλὰ ἀναστναζα, καὶ μὲ περσσα ζλη
τοῦτα τὰ λγια ἡ γλσσα μου τὰ πρικαμνα ἐλλει:
«Ἐλπδα κνει τσὶ γιωργοὺς κι ὁλημερνὶς δουλεγου,
καρποὺς νὰ σπρνουσι στὴ γῆ, καὶ δντρη νὰ φυτεγου·
ἐλπδα βνει στὸ γιαλὸ τσὶ ναῦτες καὶ κοπιοῦσι,
καὶ κιντυνεγουσι συχνιὰ μὲ φβο νὰ πνιγοῦσι·
ἐλπδα καὶ τὸ δουλευτὴ κνει καὶ παραδρνει,
κι ἐλπδα καὶ τὸ στρατηγὸ στὴ μχη τονὲ φρνει·
ἐλπδα κνει καὶ τσὶ νιοὺς τὲς κρες ν' ἀγαποῦσι,
πιστὰ νὰ τῶς δουλεγουσι, καὶ νὰ τὲς προσκυνοῦσι·
κι ἐμὲ ποι ἐλπδα μὲ κρατεῖ, ποι θρρος σ' ττοια κρση,
καὶ δὲν ἀφνει τὴ φωτιὰ τοῦ πθου μου νὰ σβσει»;
Καὶ ττες βρση ἐγνουντα τὰ μτια τὰ καημνα,
καὶ ζωντανὰ τὰ μλη μου στὸν Ἅδη ἐκατεβαῖνα.

ΚΑΡ.
Πσους καημοὺς καὶ βσανα χαρζεις τῶν ἀθρπω,
πβουλε πθε, ὁλημερνὶς μ' ἕνα καὶ μ' ἄλλο τρπο!

ΠΑΝ.
Μ' ἀπεὶς ἡ μχη ἐσκλασε, καὶ μὲ χαρὰ μεγλη
στὴ χρα μας ἐστρψαμε, καὶ τσῆ κερᾶς μου πλι
τὸ πρσωπ 'δα τ' ὄμορφο, κι ἡ σπλαχνικὴ θωρι τση
μοῦ 'δειχνε πὼς ἐστρευγε τὸν πθον ἡ καρδι τση,
πσα περσσα ἐχρηκα νὰ γνσουσι μποροῦσι
ὅσοι στὰ φυλλοκρδια τως πθου φωτιὰ βαστοῦσι.
Μὰ θλοντας νὰ μπῶ κι ἐγὼ ττες στὴ γκιστρα κενη,
ἁπ' ὅρισεν ὁ βασιλιὸς στὴ χρα μας κι ἐγνη
γιατὶ μὲ νκην ἤρθαμε καὶ μὲ τιμὴ μεγλη
καὶ δοξασμνον ὄνομα στὸν κσμον εἶχε βγλει,
στὴν κμερ τση ἐδιβηκα κι ὀμπρς τση γονατζω,
καὶ ταπεινὰ νὰ τσῆ μιλῶ τοῦτα τὰ λγια ἀρχζω:
«Βασιλιοπολα μου ἀκριβὴ κι ὀμορφοκαμωμνη
καὶ πλιὰ ἀποὺ τσ' ἄλλες κορασὲς τοῦ κσμου τιμημνη,
καθὼς πντ 'μου σκλβος σου καὶ δοῦλος μπιστικς σου
κι οὐδνα πρμαν ἔκαμα δχως τὸν ὁρισμ σου,
δὲν εἶν' πρεπ, μοῦ φανεται, καὶ τρα νὰ θελσω
νὰ μπῶ στὴ γκιστρα, θλημα δχως νὰ σοῦ ζητσω.
Ἔτσι, βασιλιοπολα μου, πολλὰ παρακαλῶ σε,
θλημα καὶ τὴ χρη σου τὴν ἀκριβὴ μοῦ δῶσε,
γιατὶ μὲ δχως τση ἐκεινῆς δὲ μοῦ 'ναι μπορεμνο
πρμα κιαννα, ὥστε νὰ ζῶ, νὰ κμω τιμημνο».
Σ' τοῦτα τὰ λγια συντηρῶ δυὸ τρεῖς φορὲς κι ἀλλσσει
τὸ πρσωπ τση τ' ὄμορφο, κι ἂν εἶδες τὸ θαλσσι
τὸ πῶς κτυπᾶ κιαμιὰ φορὰ κτω στὸ περιγιλι,
ὅντ 'ναι δχως ταραχὴ καὶ δχως περαξη ἄλλη,
ττοιας λογῆς τὸ στῆθος τση τὸ μοσκομυρισμνο
δυὸ τρεῖς φορὲς ἐκτπησε τοῦ πθου πληγωμνο.

ΚΑΡ
Καθὼς τὴ θλασσα ἄνεμος δνεται καὶ φουσκνει
καὶ θυμωμνα κματα γιαμιὰ γιαμιὰ σηκνει,
ττοιας λογῆς καὶ τσὶ καρδις, τὰ λγια ποὺ γροικοῦσι
μὲ τξη ἀποὺ τσ' ἀγαφτικοὺς οἱ κορασς, κινοῦσι
στὸν πθο πλιὰ παρὰ ποτ, περιτοπλιὰς πωμνα
ν 'ναι μὲ τχνη κι ὄμορφα περσσα σοθεμνα.

ΠΑΝ.
Τχνη δὲν ἔβανα κιαμι, μὰ κεῖνο ἐλλει ἡ γλσσα
ποὺ τσ' ἀρμηνεῦγα μοναχὰς τὰ πθη μου τὰ τσα.
Καὶ ττες ἀναστναξε καὶ λγει: «Δὲν τυχανει
τὴ χρην ὁποὺ μιὰ φορ, σὰν ξερεις, χαρισμνη
σὄχω ἀποστὰ σ' ἐγνρισα, νὰ σοῦ ξαναχαρσω,
γιατ' ἤθελ' εἶσταιν ἄπρεπο κμωμα καὶ περσσο·
μὰ ἂ μ' ἀγαπᾶς, Πανρετε, σ' τοτη τὴ γκιστραν ἄμε
καὶ κατὰ τὸ συνθι σου ν 'βγεις μὲ νκη κμε».
Καὶ λγοντς το ἐσμωσε κι ἐκ τὸ λαιμ τση βγνει
τοῦτο τὸ γκλφι ὁποὺ βαστῶ κι ἀπνω μου τὸ βνει.

     Λγο πριν τελεισει η εκτενσταση, σχεδν 500 στχων, σκην του διαλγου Καρπφορου-Πανρετου κι αφο χει ολοκληρωθε η αναλυτικ διγηση του μεγλου μυστικο του δετερου, οι δο φλοι συνεχζουνε τη κουβντα τους με σειρ μεταφορικν εικνων για τον ρωτα, που δεχνουνε τη δναμη και τη ποιτητα της ποιητικς γραφς του Χορττση. (στ. 467-494)

ΚΑΡ.
Ὅποιος γνωρζει, μιὰ καρδιὰ τοῦ πθου πληγωμνη
πσες φωτιὲς τὴν καγουσι, πσ ’ν τυραννισμνη,
λογιζω, ἂν ἔχει δικριση, δὲ θλει ἀποκοτσει
λγο μηδνα σὲ κακὸ γιὰ σνα νὰ μιλσει.
Ἔτσι μηδὲν πρικανεσαι γιὰ πρμα καμωμνο ,
μὰ κτεχε νὰ τὸ κρατεῖς, ὅσο μπορεῖς, χωσμνο .
Ἄφησε, σὰν εὑρσκεται, τὸ πρμα νὰ περσει,
γιατὶ ὁ καιρὸς τὰ πρματα καθημερνὸν ἀλλσσει.

ΠΑΝ.
Ἐγὼ στὰ φλλα τσῆ καρδιᾶς πντα τὸ θλω χνει,
ἀμ’ ὁ καιρὸς κθε κουρφὸ εἶν’ ἁποὺ φανερνει·
μ’ ἀπετις εἶναι ἀσστατο τὸ ριζικ, φοβοῦμαι
νὰ μὴ ζηλψει στὴν πολλὴ καλομοιριὰν ἁπο ’μαι,
καὶ ρξει με σὲ βσανο τσον, ἁποὺ ποτ μου
νὰ μὴ μπορσω νὰ γερθῶ , Καρπφορε ἀδερφ μου.
Ὤ, πσα καλορζικος νὰ κρζεται τυχανει
γεῖς ἁποὺ μιὰ καλομοιριὰ δὲν ἔχει γνωρισμνη,
γιατὶ γνωρζοντς τηνε, στ ’στερο , σὰν τοῦ λεψει,
νὰ στκει πλι του δὲ μπορεῖ δχως καημὸ καὶ θλψη.

ΚΑΡ.
Π μου, νὰ ζεῖς, Πανρετε, μπορεῖς νὰ τὴν ἀφσεις;
Μπορεῖς ποτ σου δχως τση μιὰν ὥρα πλιὸ νὰ ζσεις;

ΠΑΝ.
Πῶς εἶναι μπορεζμενο κορμὶ νὰ ξεχωρσει
ἀποὺ τὴν ἴδια του ψυχὴ καὶ νὰ μπορεῖ νὰ ζσει;
Δχως ἀρα τὸ πουλ, χωρὶς νερὸ τὸ ψρι
πῶς εἶναι δυνατ τωνε ν ’χουσι ζσης χρη,
κ’ ἐμὲ πῶς εἶναι μπορετὸ μὲ δχως τὴν κερ μου
νὰ ζῶ στὸν κσμο γὴ ποτὲ ν ’χω τὴ λευτερι μου;
Χλια κομμτια πλιὰ καλλιὰ τὰ μλη μου ἂς γενοῦσι
κι ὄχι ποτὲ τ’ ἀμμτια μου νὰ τηνὲ στερευτοῦσι.

     Η Ερωφλη περιλαμβνει 4 χορικ που εκφωνονται στο τλος των 4 1ων πρξεων απ το χορ των κορασδων της κεντρικς ηρωδας. Στο 1ο υμνεται η παντοδυναμα του ρωτα σε 22 τρστιχες (τερτσνες) στροφς με 11σλλαβους στχους και πλεκτ ομοιοκαταληξα, απ τις οποες εδ οι 7 1ες, που ανκουν στην κθεση του γενικο θματος, πριν ο ποιητς περσει να το συνδσει με την υπθεση του συγκεκριμνου ργου. Το χορικ αυτ επιτελε 2 λειτουργες: α) τη θεματολογικ αντστιξη με τον ζοφερ κσμο της ματαιτητας που περιγραψε ο Χρος στον πρλογο, και β) τη γεφρωση ανμεσα στην «κθεση» των ανδρν (Πανρετος-Καρπφορος και βασιλις-σμβουλος) στη 1η πρξη και την «κθεση» των γυναικν (Ερωφλη-ννα) που θα ακολουθσει αμσως στη 2η πρξη (Ποχνερ 2006, 44). (στ. 585-605)

ΧΟΡΟΣ
Ἔρωτα, ποὺ συχνιὰ σ' τσὶ πλιὰ μεγλους
κι ὄμορφους λογισμοὺς κατοικημνος
βρσκεσαι, τσὶ μικροὺς μισντας τσ' ἄλλους·

κι ἔτσ 'σαι δυνατὸς καὶ μπορεμνος,
καὶ τση χρην ἔχου τ' ἄρματ σου,
ποὺ βγανεις πντα μ' ὅλους κερδεμνος·

μᾶλλιος τσ 'ν' τὰ βρχια τὰ δικ σου
γλυκι, καὶ μετ' αὐτὸ τση ἔχου χρη,
π' ὅποιο κι ἂν ἐμπερδσα εὐχαριστᾶ σου.

Κι ἄγριος ὡς θλει ν 'ναι καὶ λιοντρι
πσα κιανες, συμπφτει μετὰ σνα
καὶ πεθυμᾶ πληγὴ ἀπὸ σὲ νὰ πρει.

Κι ὄχι οἱ ἀθρῶποι μνο γνωρισμνα
σ' ἔχουσι τ μπορεῖς καὶ πσα ξζεις ,
μὰ τὰ βερτνια αὐτὰ τ' ἀκονισμνα

στὸν οὐραν, ὅντα θλεις, ἀνεβζεις
μ' ἀποκοτιὰ καὶ δναμη μεγλη,
καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ Ζεὺ τὴν ἴδια σφζεις·

καὶ τση παιδωμὴ καὶ τση ζλη
τοῦ δδεις, ἁπ' ἀφνει τὸ θρον του
κι ἔρχεται ἐδῶ στὴ γῆ μὲ πρσοψη ἄλλη.

     Αφο το κοιν χει γνωρσει στη 1η πρξη τον Πανρετο και το βασιλι, σε διαφορετικς σκηνς, να εξομολογεται ο 1ος στο φλο του τον μυστικ δεσμ του με την Ερωφλη κι ο 2ος στον σμβουλ του την επιθυμα του να παντρψει τη κρη του με τον γιο ενς απ τους δο ισχυρος βασιλιδες που χουν στελει προξενι, τρα γνωρζει την δια την πρωταγωνστρια, συνοδευμενη απ τη ννα (την παραμνα της), που μταια προσπαθε να τη πεσει να διακψει αυτ τον αταριαστο κοινωνικ δεσμ με το νεαρ στρατηγ του πατρα της. Θ' ακολουθσουν 3 αποσπσματα απ την εκτεν σκην του διαλγου της Ερωφλης με τη ννα της, αφο η 1η χει δη, εκτς σκηνς, εξομολογηθε στη 2η τα του μυστικο δεσμο της με τον Πανρετο· γεγοντα που το κοιν τα γνωρζει δη απ τη 1η πρξη και δε χρειαζταν να τα ξανακοσει εδ. Στην αρχ της σκηνς αυτς οι 2 γυνακες εμφανζονται να συνεχζουν τη κουβντα τους, που επικεντρνεται στη διαφορετικ αντληψη που 'χει καθεμι για το τ εναι «σφλμα» στον ρωτα και στη τιμ μιας κοπλας. (στ. 23-60)

Πρξη 2η, σκην 2η:

Ννα & Ερωφλη

ΝΕΝΑ
Βασιλιοπολα μου ἀκριβ, καλ 'χεις γροικημνο
τὸ πρμα ποὺ σοῦ μλησα, γιὰ κεῖνο δὲν ἐμπανω
τρα σὲ λγια πλιτερα, μνο, παρακαλῶ σε,
τλος, τὸ γληγορτερο, τοῦ λογισμοῦ σου δῶσε.

ΕΡΩΦΙΛΗ
Ννα, δὲν εἶναι μπορετὸ νὰ ξαναρχσω, κρνω,
νὰ δηγηθῶ ποις ἀφορμὲς καλλιὰ νὰ πρω ἐκεῖνο
γιὰ ταρι μου μ' ἐκμασι παρὰ ἄθρωπο κιαννα,
γιατὶ καλὰ τσ' ἐγροκησες σμερον ἀπὸ μνα·
κι ἂν τσ' ἄκουσες καὶ ξερεις τσι, πολλὰ παρακαλῶ σε,
γὴ θνατο πρικτατο γὴ ἄλλη βουλὴ μοῦ δῶσε.

ΝΕΝ.
Βουλὴ σοῦ δδω, ἀφντρα μου, πρὶ ὁ κσμος τὸ γροικσει,
σὰ σπθα δχως δναμη ν' ἀφσετε νὰ σβσει,
γιατὶ ἂν τὸ μθει ὁ βασιλις, ξεῦρε, πὼς δὲ μποροῦσι
μηδ' ὅσοι στκου σ' τσ' οὐρανοὺς βοηθο σας νὰ γενοῦσι.
Ὅλοι οἱ ἀθρῶποι σφανουσι, μὰ ὁ φρνιμος, σὰ σφλει,
τὸ σφλμα μὲ τὴ γνση του θωρεῖ νὰ σσει πλι.

ΕΡΩ.
Σφλμα ποτὲ δὲν ἔκαμα μὲ ττοιο νιὸν ἀντμι
παντρειὰ νὰ κμω, ννα μου, μὰ σφλμα θλω κμει
τὸ πρμα κεῖνο ὁπο 'ταξα, μιὰν ὥρα, νὰ χαρσω,
σὰν πελελὴ κι ἀσστατη πλι νὰ πρω πσω.

ΝΕΝ.
Τὸ πρμα κεῖνο πο 'ταξες δὲν ἤτονε τσ' ἐξᾶς σου,
γιατὶ σ' ὁρζει ὁ κρης σου κι ὄχι τὸ θλημ σου·
κι ἔτσι, κερ μου, νὰ συρθεῖς μπορεῖς μὲ τὴν τιμ σου,
γιατὶ δὲν εἶσαι κατὰ πῶς τὸ θρρειες ἀπατ σου,
κι ἄδικον εἶναι καὶ κακὰ περσσα καμωμνο
νὰ τξεις καὶ νὰ θὲς ἀλλοῦ νὰ δσεις πρμα ξνο.

ΕΡΩ.
Ὤφου, κακ μου ριζικ, κι ἴντ 'θελα τὰ πλοτη,
κι ἴντ 'θελα νὰ γεννηθῶ στὴν ἀφεντιὰν ἐτοτη!
Τ μὲ φελοῦνε οἱ ὀμορφις, τ μὲ φελοῦν τὰ κλλη,
καὶ τσ' ὄρεξς μου τὰ κλειδιὰ νὰ τὰ κρατοῦσιν ἄλλοι;
Χῶρες νὰ ρζω ἀρφνητες, τπους πολλοὺς καὶ δολους,
καὶ νὰ τιμοῦμαι σὰ θεὰ ἀποὺ τσ' ἀθρπους οὕλους,
ποιν ὀγιὰ τοῦτο δνεται χαρὰ νὰ δεῖ ἡ καρδι μου,
δχως σὰ θλω μετὰ μὲ ν 'χω τὴ λευτερι μου;
Πσα φτωχὴ κι ἀνμπορη, καθὼς θωρῶ, τυχανει
ν 'ναι ἀπὸ μνα σμερο περσσα ζηλεμνη,
γιατὶ ἀνισῶς κι ὁρζουσιν ἄλλοι τὴν ἐμαυτ μου,
τὴ βασιλειὰ σκλαβιὰ κρατῶ, τὴν ἀφεντιὰ φλακ μου.

     Ο διλογος της Ερωφλης με την παραμνα της συνεχζεται με την εξομολγηση των φβων που γεννον στην κοπλα οι εφιλτες που βλπει και τα σημδια που παρατηρε γρω της, τα οποα θεωρε λα ως κακος οιωνος για την εξλιξη της σχσης της με τον Πανρετο. (στ. 109-124)

ΝΕΝ.
Ποι ἄλλη ἀφορμὴ τὸ λοιπονὶς σὲ κνει τρα ν ’σαι
τσα κλιτὴ καὶ ταπεινὴ καὶ τσα νὰ φοβᾶσαι;

ΕΡΩ.
Φοβοῦμαι ἀσκις, τρμω ὄνειρα, δειλιῶ σημδια πλῆσα ,
χλιες φοβρες τ' οὐρανοῦ μὲ τυραννοῦσιν ἴσα·
χλια παρατηρματα παλιὰ καὶ νιὰ στὸν Ἅδη
μὲ βασανζου, κι ἄμετρα πθη μοῦ δδου ὁμδι·
τοῦ ριζικοῦ ἀπονματα χλια μὲ φοβερζου
καὶ πθη κι ἀναστεναμοὺς τὸ στῆθος μου γεμζου·
κι ἄγρια τὴ νκτα μὲ ξυπνοῦ χλιες θωριὲς κ’ ἐτοτη
τὴ δοξεμνη μου καρδιὰ σκζου καὶ σφζου μο τη.
Πὼς παρνουσι τὸ ταρι μου μσ' ἀποὺ τὴν ἀγκλη
τοτη, συχνιὰ μοῦ φανεται, καὶ μ’ ἀπονιὰ μεγλη
τὸ ρχνουσι τῶ λιονταριῶ, πὼς σ' μιὰ σκοτεινιασμνη
στρτα θωρῶ κι εὑρσκομαι μνια μου σφαλισμνη,
σὲ δντρη, δση πυκνερ, κι ἄγρια μὲ τριγυρζου
θεριὰ καὶ πὼς μὲ τρσινε τχα μὲ φοβερζου.

     Προς το τλος της συνομιλας τους, η Ερωφλη αφηγεται στη παραμνα της να, προφητικ πως θα αποδειχτε, νειρο που εδε τη προηγομενη νχτα. Το νειρο αυτ φανεται τι κανε μεγλη εντπωση στη συλλογικ λακ συνεδηση, στε χει παρατηρηθε τι: «Χαρακτηριστικ, λες οι κρητικς δημοτικς παραλογς με θμα την υπθεση της τραγωδας του Χορττση ξεκινον με το ραμα της Ερωφλης για τον τραγικ θνατο των ερωτευμνων» (Ποχνερ 2006, 48). (στ. 143-162)

ΕΡΩ.
Καὶ τὰ ὄνειρα πολλὲς φορς, σ' ἕναν ἁποὺ παιδεγου
πρκες καὶ πθη, τ 'χουσι νὰ τὄρθου σημαδεγου·
καὶ γροκησε ἕνα πο 'χα δεῖ τοτη τὴν περασμνη
νκτα, νὰ μενεις μετὰ μὲ περσσα πρικαμνη.
Δυὸ περιστρια πλουμιστὰ μοῦ φανετονε, ννα,
σ' ἕνα ψηλτατο δεντρὸ κι ἐθρου φωλεμνα,
κι ἐσμγασι κανακιστὰ καὶ σπλαχνικὰ ἐφιλοῦσα,
κι ἕνα τ' ἀλλοῦ τὰ πθη τως, σοῦ φανετο, ἐμιλοῦσα,
μ' ἀπνω σ' τσὶ χαρς τωνε γεῖς λοπης πεινασμνος
σνει στὴ μση καὶ τῶ δυὸ περσσα θυμωμνος,
κι ἅρπαξε τ 'να ξαφνικὰ τ' ἀλλοῦ ἀποὺ τὴν ἀγκλη,
κι ἐξσκισ το κι ἔφα το μ' ἀχορταγιὰ μεγλη.
Καὶ τ' ἄλλον ἁποὺ πμεινε τσα πολλὰ λυπθη,
ἁποὺ κι ἐκεῖνο νὰ μὴ ζεῖ μιὰν ὥραν ἐβουλθη,
καὶ τὸ ζιμιὸ τὴ μορη του πρὸς τσῆ καρδιᾶς τὰ μρη
μπχνει κι αὐτὸ καὶ σφζεται γιὰ τ' ἀκριβ του ταρι.
Κι ἀλπητα μ' ἐξπνησε περσσα ξαγριεμνη
κι ὁλημερνὶς νὰ στκομαι μὲ κνει πρικαμνη·
λοπης μὴν εἶν' ὁ κρης μου τρομσσω καὶ φοβοῦμαι,
κι ἐμεῖς τὰ περιστρια αὐτὰ κι ὁμδι σκοτωθοῦμε.

     Μλις χει βγει απ τη σκην η ννα, που, κνοντας την ανξερη, ρθε να ειδοποισει τον Πανρετο τι η Ερωφλη το παραγγλνει να πει στο δωμτι της να συζητσουν τχα τα προξενι που ρθαν γι’ αυτν. Εντωμεταξ, και ο βασιλις το χει μηνσει τι θλει να συναντηθον για κποιο θμα και γι’ αυτ βρσκεται στη σκην. ταν μνει μνος, εκφωνε λο απελπισα αυτν τον μονλογο, τη δομ του οποου χουν περιγρψει οι τελευταοι εκδτες του ργου: «Αρχζει με μια γενικ αρχ (οδυνηρ χι τσο η στρηση σο η απλεια ενς κεκτημνου αγαθο), προχωρε στα παραδεγματα του πλοτου, της ρασης και του κρου νερο (σειρ αντστοιχων φρσεων που εισγονται με το ποιος) και φτνει στο κριο θμα, που εναι η απλεια της αγαπημνης γυνακας. Ακολουθε η κθεση της περασμνης ευτυχας που ισοδυναμε μεταφορικ με την κατοχ του πλοτου, του φωτς και της δροσις, και που τρα κινδυνεει να τη χσει μνοντας φτωχς… τυφλς και διψασμνος, δηλαδ χωρς την αγαπημνη του. Η μεταφορ και η γενικ αρχ ξαναγυρζουν λλη μια φορ: καλτερα θα ταν να εχε στερηθε πντα το φως και τη δροσι και τον ρωτα παρ να τα γνωρσει και να τα χσει. Προτιμτερος ο θνατος απ το μαρτριο της μνμης της χαμνης ευτυχας. (Οι φρσεις εδ εισγονται, αντστοιχα με τα ποιος που εδαμε, με μια σειρ απ πτε). Η οργνωση αυτ του σκεπτικο και του συμπερσματος, η αυστηρ τρηση των αντιστοιχιν, το σχμα της επανληψης, της παραλλαγς και της ερτησης, λα δεχνουν μια εξοικεωση με τη ρητορικ τχνη» (Αλεξου & Αποσκτη 1988, 55-56).
(στ. 305-334)

σκην 5η:

ΠΑΝ.
Γεῖς ἁποὺ τὴν πλουστητα δὲν ἔχει γνωρισμνη,
μὲ τὴ φτωχειὰ περνᾶ ζωὴ καλὴ κι ἀναπαημνη.
Γεῖς ἁποὺ γεννηθεῖ τυφλς, δὲν ἔχει χρειὰ στὸν ἥλιο
τὸ λαμπυρὸ νὰ κθεται γὴ σ' μαυρισμνο σπλιο.
Γεῖς ἁποὺ δρσος κρου νεροῦ ποτ του δὲ γνωρζει,
δὲν τὸ ζητᾶ στὴ δψα του μηδὲ ποσῶς τὸ χρζει·
καὶ γεῖς ἁποὺ δὲν εἶχε μπεῖ σ' μιᾶς κορασδας χρη,
πρκα νὰ πισει δὲ μπορεῖ, νιὸν ἄλλο ἂν ἔν' καὶ πρει.
Μὰ ποις νὰ πσει σὲ φτωχει, στὰ πλοτη μαθημνος,
καὶ νὰ μὴν ἔχει βσανα πσα καιρὸ ὁ καημνος;
Ποις μὲ τὸ φῶς τῶν ἀμματιῶ στὴ γῆ ποτὲ γεννᾶται,
κι ὥστε νὰ ζεῖ, σὰν τυφλωθεῖ, νὰ μὴν παραπονᾶται;
Ποις μὲ γλυκὺ καὶ κρο νερὸ τὴ δψα του νὰ σβσει,
καὶ νὰ τοῦ λεψει στ 'στερο, καὶ νὰ μπορεῖ νὰ ζσει;
Γὴ ποις μιᾶς κρης ὄμορφης φιλιὰ κι ἀγπη χνει.
καὶ νὰ μὴν ἔχει πεθυμιὰ πραυτας ν' ἀποθνει;
Πλοῦσος, φραμνος στὴ δροσιὰ καὶ χορτασμνος ἤμου
καὶ πλῆσα καλορζικον ἐκρτου τὸ κορμ μου·
βρση χιοντη κρυτατο νερὸν ἐπτιζ με,
τὰ σωθικ μου ἐγιτρευγε κι ὅλον ἐδρσιζ με.
Δυὸ ἥλιοι σ' ἕνα κοτελο βαλμνοι φῶς μοῦ δδα,
καὶ φωτερὲς τσὶ νκτες μου σὰ μεσημριν εἶδα.
Μιὰ κορασδα εὐγενικὴ παρὰ γυνακαν ἄλλη,
μὲ δχως ταρι σ' τσ' ὀμορφιὲς κι εἰς τὰ περσσα κλλη,
τσ' ἐλπδες τση εἶχεν εἰς ἐμὲ κι ὅλη τση τὴν ἀγπη,
κι ὁλημερνὶς πασχαρο μ' ἐκρτειε τὸν ἀζπη .
κι ἐδὰ σὲ πσο κντυνο στκομαι καὶ τρομσσω
νὰ μὴ γυρσει ἡ τχη μου κι ὅλα γιαμιὰ τὰ χσω,
φτωχὸς νὰ μενω τὸ ζιμι, τυφλὸς καὶ διψασμνος,
καὶ διχωστὰς τὴν κρη μου τὴν ὄμορφη ὁ καημνος.

     Ο βασιλις χει καλσει τον μπιστο στρατηγ του Πανρετο, για να του ανακοινσει την πρθεσ του να παντρψει την Ερωφλη με ναν απ τους δο εχθρος του βασιλες, που χουν στελει προξενι. τσι, θα συνψει ειρνη μαζ τους και θα ηρεμσει απ τους πολμους. Στο απσπασμα αυτο του διαλγου τους, ο Πανρετος προσπαθε να τον πεσει να μην προχωρσει σε ναν ττοιο γμο, αλλ ο βασιλις εναι αννδοτος και του αναθτει, σε μια σκληρ τραγικ ειρωνεα, να πεσει τη βασιλοπολα (δηλαδ την δια του τη γυνακα) να παντρευτε ναν απ τους δο με τη θλησ της.  (στ. 307- 334)

σκην 6η:

ΒΑΣΙΛΕΑΣ & ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ

ΒΑΣ.
Τοῦτα λοιπὸ τὰ βσανα κι οἱ ἔχθρητες νὰ πψου
γλγορα ἐλπζω μσα μας, μὲ δχως πλιὸ νὰ ξψου,
γιατὶ κι οἱ δυ, συβαστικο, ξεῦρε, ἐμηνσασ μου
τοῦ 'νοὺς ἀποὺ τσὶ δυ τωνε νὰ δσω τὸ παιδ μου
γυνακα του καὶ ταρι του, καθὼς οἱ νμοι ὁρζου,
καὶ ττες φλο κι ἐδικὸ καλὸ νὰ μὲ γνωρζου.
Κι ἔτσι οἱ προξενητδες τως σ' ἐτοτη μας τὴ χρα
στκου γιὰ τὴν ἀπκριση τὴν ἐδικ μου τρα,
κι ἀλλιῶς νὰ κμω δὲ μπορῶ, παρὰ νὰ τηνε δσω
τοῦ 'νος τωνε ν' ἀλαφρωθῶ στὰ γρα μου καμπσο.
Ἔτσι τσῆ τ 'πα σμερο κι αὐτὴ ἄρχισε νὰ κλαγει
κι ἀποὺ τὸ πλγι μου ποτὲ δὲ θλει ν 'βγει, λγει,
γιὰ ν 'ναι σὰν παιδὶ καλὸ πντα στὴ δολεψ μου,
ὥστε νὰ στκει ζωντανὸ στὸν κσμο τὸ κορμ μου.

ΠΑΝ.
Κνει σὰν εἶναι τὰ παιδιὰ νὰ κνου κρατημνα,
περιτοπλιὰς γιατὶ ποτὲ δὲν ἔχει γνωρισμνα
μνα, καὶ τὴν ἀγπη τση μνο σ' ἐσναν ἔχει,
καὶ φανετα τση βαρετὸ μακρὰ ἀπὸ σὲ ν' ἀπχει.

ΒΑΣ.
Ναῖσκε, μὰ ν 'χει ἀπομονὴ κι αὐτὴ ὡς ἐγὼ τυχανει,
γιατὶ μὲ ττοιους βασιλιοὺς καλ 'ναι παντρεμνη.

ΠΑΝ.
Δὲ βλπω χρειὰ μηδὲ κιαμιὰ νὰ σφγγει, τὸ παιδ σου
ν' ἀφσεις νὰ τὸ κμουσι ταρι τως οἱ ἐχθρο σου.
Μικρτερο 'ναι παρὰ σ, φοβοῦνται, τρμουσ σε,
γιὰ κεῖνο, ἀφντη, γιὰ δικ, ξεῦρε, γυρεγουσ σε.

ΒΑΣ.
Σνει! Δὲ σ' ἔκραξα ἐδεπὰ γιὰ ν 'χω τὴ βουλ σου,
μὰ θλω μνο σμερο σ' τοῦτο τὴ δολεψ σου:
τὴ θυγατρα μου ἄγωμε νὰ βρεῖς, νὰ τσῆ μιλσεις,
κι ὅσο μπορσεις γρεψε νὰ τηνὲ σιργουλσεις
νὰ συβαστεῖ νὰ παντρευτεῖ μ' ὅποιο ἀπ' αὐτοὺς θελσει
καὶ στανικῶς τση νὰ γενεῖ τὸ πρμα μὴν ἀφσει.

ΠΑΝ.
Χρει 'ναι τ' ὁρζεις νὰ γενεῖ μ' ἕνα καὶ μ' ἄλλο τρπο.
(Ὢ κακοριζικτατες οι ἐλπδες τῶν ἀθρπω!)


     Στο παρακτω απσπασμα συνομιλον οι δο πρωταγωνιστς και δνουν υπσχεση παντοτινς αγπης. Μια σντομη αναδρομ στην ερωτικ τους ιστορα θα σας βοηθσει να κατανοσετε τη συναισθηματικ τους νταση: O Πανρετος κι η βασιλοπολα Ερωφλη ταν φλοι απ παιδι. Καθς μεγλωναν, το ασθημ τους εξελχθηκε σε ρωτα, χωρς να γνωρζει και να εγκρνει ο βασιλις τη σχση τους. στερα απ νικηφρο πλεμο εναντον των Περσν εισβολων, στον οποο διακρθηκε ο Πανρετος, ο δεσμς των δο νων ολοκληρθηκε «με ρκους και δαχτυλδι», πως εξομολογεται μυστικ ο Πανρετος στο φλο του Καρπφορο, στην πρτη πρξη του ργου. Στο μεταξ ο βασιλις δχεται προξενις απ τους βασιλιδες της Μικρς Ασας και της Περσας και αποφασζει να παντρψει την κρη του με τον ισχυρτερο. Η Ερωφλη αρνεται το γμο, με την πρφαση τι δε θλει να φγει μακρι του. Η αγωνα της για το μλλον κυριαρχε στη δετερη πρξη, γι' αυτ εμπιστεεται τον πνο της στην παραμνα της.
     Στη 3η πρξη, στο απσπασμα που ακολουθε, ο διος ο Πανρετος, σταλμνος απ το βασιλι, μεταφρει στην Ερωφλη το μνυμα του βασιλι για τις προξενις, εν παρλληλα της μιλ με θρμη για τον ρωτ του αλλ και για το φβο του μπως τη χσει.
Στην αρχ περπου της 3ης πρξης κι εν στη σκην βρσκεται δη η Ερωφλη, που 'χει εκφωνσει να λυρικ μονλογο για τον ρωτα, ρχεται ο Πανρετος, ο οποος δεν τη βλπει αμσως και δηλνει στον εαυτ του (και στο κοιν) τι δεν θα αφσει να χσει τη ζω του, χωρς να προσπαθσει να σωθε. ταν αντιλαμβνεται την αγαπημνη του, απευθνεται στον ρωτα ευχαριστντας τον για την ανακοφιση που του δνει η θα της κοπλας. Το διο κι εκενη του εκφρζει την ανακοφιση που νιθει ποτε το βλπει. (στ. 1-128)

Πρξη 3η, σκην 2η:

Ερωφλη & Πανρετος

ΠΑΝ.
Ὅντεν ἀστρφτει καὶ βροντᾶ κι ἀνεμικὲς φυσοῦσι,
κι εἰς τὸ γιαλὸ τὰ κματα τὰ θυμωμνα σκοῦσι,
καὶ τὸ καρβι ἀμπθουσι σὲ μιὰ μερὰ κι εἰς ἄλλη
τσῆ φουσκωμνης θλασσας, μὲ ταραχὴ μεγλη,
ττες γνωρζεται ὁ καλὸς νακλερος, μνο ττες
τιμοῦνται οἱ κατεχμενοι κι ἀδυνατοὶ ποδτες,
γιατὶ μὲ τχνη κι ὁ γιαλὸς πολλὲς φορὲς νικᾶται,
κι ἐκεῖνος ἁποὺ κυβερνᾶ ψηλνει καὶ τιμᾶται.
Γιαῦτος κι ἐγὼ σ' τσῆ τχης μου τὴν ταραχὴ τὴν τση,
ἁποὺ ἔτσι ξφνου μ' εὕρηκε γιὰ νὰ μὲ θανατσει,
δὲ θὲ ν' ἀφσω νὰ χαθῶ δχως νὰ δοκιμσω
στὸ δνομαι νὰ βουηθηθῶ, πρὶν τὴ ζω μου χσω.

ΕΡΩ.
Ὀμνα κι ἴντα τοῦ γροικῶ; Τχα καινοργια πλι
κακομοιριὰ ν' ἀπσωσε νὰ σμξει μὲ τὴν ἄλλη;

ΠΑΝ.
Μὰ τὴν κερ μου συντηρῶ κι ἔρχεται πρὸς ἐμνα,
κι ἔχει τὸ πρσωπο κλιτ, τ' ἀμμτια θαμπωμνα.
Ἔρωτα, μ' ὅσα βσανα μὲ κνεις νὰ γροικσω,
τσῆ δναμς σου δὲ μπορῶ παρὰ νὰ φχαριστσω,
γιατὶ μὲ μιὰ γλυκειὰ θωριὰ πλερνει πσα κρση
τοτη ἁπ' ὡς ἥλιος δνεται τὸν κσμο νὰ στολσει.
Τὰ περιστρια ὅντε νερὸ καὶ ταραχὴ γροικοῦσι,
ἀποὺ τσὶ κμπους μὲ σπουδὴ πρὸς τσὶ φωλιὲς πετοῦσι·
κι ἐσ, κερ, στὴν ταραχὴ τσῆ τσης κακοσνης
τσῆ τχη μας, γιὰ ποι ἀφορμὴ τὴν κμερ σου ἀφνεις
κι ἔρχεσαι σ' τοτη τὴ μερ, κι ἡ θαμπωμνη σου ὄψι
δνεται τὴν καημνη μου καρδιὰ σὲ δυὸ νὰ κψη;

ΕΡΩ.
Σ' πσα πολ μου βσανο καὶ πρκα μου μεγλη,
παρηγορι, Πανρετε, ποτὲ δὲν ηὕρηκα ἄλλη,
παρὰ τὸ βγενικτατο πρσωπο τὸ δικ σου,
καθς, θαρρῶ, πολλὰ καλὰ τὸ ξερεις ἀπατς σου.
Γιὰ τοῦτον ἦρθα ὡς ἐδεπὰ μονχας νὰ σὲ δοῦσι
τ' ἀμμτια μου τσῆ ταπεινῆς, νὰ παραλαφρωθοῦσι.

ΠΑΝ.
Βασιλοπολ' αφντρα μου, θρρος κι απαντοχ μου,
την πρκαν οπο πλκωσε σμερο το κορμ μου
γλσσα λογιζω μηδεμι μπορε να τη μιλση,
μηδ' λλο πρμμα δνεται να την παρηγορση,
παρ η θωρι σου μοναχς κι ωσν το διψασμνο
λφι γλακ 'ς τον ποταμ πλεσια πεθυμισμνο
να π νερ να δροσισθ, ττοιας λογς, κερ μου,
για να σε δον ετρχασι τ' αμμτια τα δικ μου,
να μου ζυγξης τση καρδις το βρος το περσσο,
κι απ δεπ πασχαρος περσσια να γυρσω.
Μα πρχου σσ', ο βασιλεις μου μνυσε να δρμω
να πα τον ερω, κι τονε χρει μου ζημι να κμω
τον ορισμ τ' αφντη μου, για κενο μετ σνα
δεν εμ' απστε μ' ηρηκεν η ακριβ σου ννα.

ΕΡΩ.
Κι ντ 'θελες με τση βι;

ΠΑΝ.
                                                           Τρμουσι και δειλιοσι
τα χελη μου ν' ανοξουσι να στου το διηγηθοσι.
Δυο προξενειας για λγου σου του φρασι, κερ μου,
κι ως μο 'πεν αποφσισεν (φου, ωχομ η καρδι μου!)
να σε παντρψη, κι γιατ σαν κακοκαρδισμνη
λγει πως σ' εδε ως τ' κουσες, ψυχ μ' αγαπημνη,
με λγια και με σουργουλιας μ' στειλε να σε κμω
να συβαστς να κμετε τον πρικαμνο γμο.
Κι απστε τοτο γροκησα, λγιασ' εσ κερ μου,
πσαις φωτιας μου καγουσι τη δλια την καρδι μου!
Το θνατο και τη σκλαβι τσα πρικι δεν κρζω,
σαν εν' πρικ το βσανο που τρα δοκιμζω,
τν' απ' αυτνα τσ καμος τελεινει κι εις την λλη
με τον καιρν η λευτερι τλος μπορε να βλλη.
Μα κενον οπο μου κρατε το νου μου πρικαμνο
'ς τοτο τον κσμο ζωνταν, στον δη αποθαμνο
πντα με θλει πολεμ, δχως καιρ να δση
τλος ποτ, γη αλφρωσι 'ς την κρσι μου την τση.

ΕΡΩ,
Πσα κανες απ' αγαπ δκη 'χει να φοβται
με πσα λγην αφορμ, μα να παρηγορται
πλιν τυχανει, οντ θωρ την κρην τη δικν του
πως μια ψυχ' εναι μετ' αυτ, κι να με το κορμν του.
Πως σ' αγαπ κατχεις το, γνωρζεις πως μηδνα
θρρος δεν πρπει νχω πλει 'ς τον κσμο, παρ σνα,
ς την ευγνει σου την πολλν, 'ς τη χρι σου την τση,
'ς τη δναμι, τσ διξες σου κι εις την πολλ σου γνσι
τον πθο μ' εθεμλιωσα, πλει απ κτσμαν λλο
μσα 'ς τα φλλα τσ καρδις τον καμα μεγλο,
για τοτο μον' ο θνατος μπορε να τον χαλση
'ς τοτο τον κσμο, κι η ψυχας πλι 'ς στον δη ας πσι
πως θλου σμξει κι εδεκε με πλειν αγπη ελπζω,
γιατ κι εσ πισττατα πως μ' αγαπς γνωρζω.
Ομ κις μο 'το μπορετ το στθος μου ν' ανοξω
και φυτεμνο στην καρδι πως σ' χω να στο δεξω,
για νχες πς Πανρετε -χωρς το θνατ μου
ν' ανασπαστ Ερωφλη μου, δεν εναι μπορετ μου!

     Καθς συνεχζεται ο μοναδικς διλογος των δο ερωτευμνων που γνεται επ σκηνς και που καθλου τυχαα χει τοποθετηθε στο μσον του ργου, ο Πανρετος ζητ απ την Ερωφλη να μη τονε προδσει κι εκενη προκαλε τον ρωτα να τη σκοτσει για ν' αποδεξει στο δσπιστο σντροφο την αγπη της. τσι κλενει η 2η σκην. (στ. 129-190)

ΠΑΝ.
Τοῦτα τ' ἀμμτια, ἀφντρα μου, καλὰ καὶ δὲ θωροῦσι
πὼς στὴν καρδι σου βρσκομαι, τοῦ νοῦ τὸ συντηροῦσι
τ' ἀμμτια, ἁπ' ἔχου νὰ θωροῦ χρη σγουραφισμνο
τὸ πρμαν ἁποὺ βρσκεται στὸν ὀφθαλμὸ χωσμνο.
Μὰ δὲ μπορεῖ ἡ καημνη μου καρδιὰ νὰ μὴν τρομσσει
τὸ πρμα κεῖνο ποὺ ἀγαπᾶ τσα πολλ, μὴ χσει,
κι εμαι σαν ναν ακριβ πχει τσι θησαυρος του
χωσμνους σ' τπο ἀδυνατ, μ' ὅλον ἐτοῦτο ὁ νοῦς του
στκει μὲ χλιους λογισμος, μ' ἔγνοια πολλὰ μεγλη
μὴ λχει νὰ τσὶ βροσινε καὶ προυσ του τσι ἄλλοι.
Ὀμ, κι ἂν ἄλλος δὲ μπορεῖ, γι' αψφιστο λογρι,
σωστὴ στὸν κσμο ἀνπαψη ποτὲ κιαμιὰ νὰ πρει,
πῶς θὲς νὰ μὴ φοβοῦμαι ἐγ, πῶς θὲς νὰ μὴν τρομσσω,
τὰ κλλη σου τ' ἀρφνητα κιαμιὰ φορὰ μὴ χσω;
Στὸν ἥλιον ἔχω ντρηση κι εἰς τ' ἄστρα ποὺ περνοῦσι
καὶ τσ' ὀμορφις σου, ἀφντρα μου, κτω στὴ γῆ θωροῦσι,
μηδὲ χυθοῦ κι ἁρπξου σε, κι ἐμνα τὸν καημνο
παρ' ἄλλον ἄθρωπο στὴ γῆ ν' ἀφσου πρικαμνο.

ΕΡΩ.
Τσες δὲν εἶναι οἱ ὀμορφις, τσα δὲν εἶν' τὰ κλλη,
μ τοῦτο ἐκ τὴν ἀγπη σου γεννᾶται τὴ μεγλη.
Μὰ γὴ ὄμορφ 'μαι γὴ ἄσκημη, Πανρετε ψυχ μου,
γιὰ σναν ἐγεννθηκε στὸν κσμο τὸ κορμ μου.

ΠΑΝ.
Νερ δεν σβησε φωτι ποτ, βασλισσ μου,
καθς τα λγια τα γροικ σβνουσι την πρικι μου.
Μ' λον ετοτο, αφντρα μου, μα την αγπη εκενη,
που μας ανθρεψε μικρ, και πλια παρ' λλη εγνη
πιστ και δυναττατη σ' εμνα κι εις εσνα,
και τα κορμι μας σ'μετρο πθο κρατε δεμνα,
περσσα σε παρακαλ ποτ να μην αφσεις
να σε νικσει ο βασιλις, να μ' απολησμονσεις.

ΕΡΩ.
Oμνα, ν 'βρω δε μπορ ποιαν αφορμ ποτ μου
σου 'δωκα στην αγπη μου φβο, Πανρετ μου,
να πινεις τσα δυνατ, σα να μηδ γνωρζεις
το πως το νου και την ψυχ και την καρδι μου ορζεις.
ρωτα, απες τ' αφντη μου τ' αμμτια δε μποροσι
πσα πιστ και σπλαχνικ τον αγαπ να δοσι,
μιαν απο τσι σατες σου φαρμκεψε και ρξε
μσα στα φυλλοκρδια μου και φανερ του δεξε
με τον πρικ μου θνατο πως ταρι του απομνω,
και μνο πως για λγου του στον δη κατεβανω.

ΠΑΝ.
Τοτο ας γενε σ' εμνα ομπρς, φβο κιαννα αν χω
στον πθο σου, νεριδα μου, γ αν ν' και δεν κατχω
πως μδ' ο θνατος μπορε να κμει να σηκσεις
τον πθο σου απ λγου μου κι αλλο να τνε δσεις.
Μα δεν κατχω ποια αφορμ με κνει και τρομσσω,
το πρμα, που στο χρι μου κρατ σφικτ, μη χσω,
κι εκενο, απο παρηγορι πρπει να μου χαρζει,
τσ' ελπδες μου τσ' αμτρητες σε φβο μο γυρζει.

ΕΡΩ.
Τοτ 'ναι απο το ξαφνικ μανττο που μας δσα,
μα μην πρικαινομστανε, Πανρετ μου, τσα,
γιατ ουρανς, απο 'καμε κι εσμξαμεν αντμι,
να στκομε παντοτιν ταρια μς θλει κμει.
Τον ουραν, τη θλασσα, τη γη και τον αρα,
τ' στρα, τον λιο το λαμπρ, τη νκτα, την ημρα,
παρακαλ ν' αρματωθο, να 'ρθουν αντδικ μου,
την ρα οπ' λλος θλει μπει πθος εις την καρδι μου.
Μ' απτις να μιλομ' εδ πλειτερα δε μπορομε,
'ς την κμερ μου λ 'βρ με, στρτα καμμι να βρομε,
να κμωμε τσ προξενειας τοταις να ξηλωθοσι,
κι στερα τ' λλα πλει 'φκολα δνουνται να 'σιασθουσι.
Πγω, και μην αργς λοιπ.

ΠΑΝ.
                                                          Ας πηαιν' η αφεντι σου
γιατ κι εγ 'ρχομαι ζημι κατ το θλημ σου.

     Ακριβς μλις τελεινει ο διλογος κι η 2η σκην, ακολουθε η 3η που εναι νας μονλογος του Πανρετου, που λογικ εναι προβληματισμνος: απ τη μια λαχταρ τη κρη, απ την λλη σβεται την εργασα και τον αφντη του αλλ κι απ την λλη επσης χει αρχσει να ανησυχε για τη τχη του λου αυτο θματος. Σα να νιθει εκτς απ τη φλγα του ρωτα και πως δε θα πνε καθλου καλ τα πργματα! (στ. 191-242)

σκην 3η (ολκερη):

Πανρετος μονολογε

ΠΑΝ.
Τπο μηδνα σκοτειν 'ς τον κσμο δεν αφνει
ο λιος ο λαμπρτατος, 'σαν τον απομακρνη,
καθς μ' αφνει σκοτειν και μαρη την καρδι μου,
τοτ' η νεριδα η μορφη 'σα λεψη απ σιμ μου.
Μηδ' ο χειμνας νφαλα τσα μπορ σηκση
με ταραχ κι ανεμικ τον λιο να θαμπση,
'ς ελπδα ομδι κι εις πολ φβο να με κρατοσι,
και συχναλλσσουν κι ουδ γες ρζα μπορε να κμη,
μα 'σαν ανμ' αλλλως τως μχουνται πντ' αντμι.
Τσ κρης μου μο δεχν' ο γες το μπιστεμνο πθο
και χλιους αναγαλλιασμος κνει ζημι και γνθω
λλος τω γυναικ' ολον το νου μου φανερνειι
πως εν' περσσ' ασστατος κι ευθς με θανατνει.
Θλει λλος τον αφντη μου περσσια να τρομσω,
να μη γροικση τ 'καμα κι τη ζω μου χσω.
λλος ζητ το θρρος μου πντα 'ς τη δολεψ μου
να βνω και την κρη μου μου τσσει αντμεψ μου.
Κι λλος περσσι' απκοτος, 'ς τοτο το χρι απνω
μου λγει την ελπδα μου πσα καιρ να βνω.
Χλιοι μου λεν “φγ' απ δω”, χλιοι μου λνε “στσου”
κι απφασες γιαμι γιαμι χλιες στο νου μου αλλσσου.
Γιατος το πρμα που κιανες δεν παθε λογιζω
μνιος με τσο μου καημ στον κσμο δοκιμζω. 
Το φως σκοτδι μου γενν το πλοτος με φτωχανει,
Πρκα μου προξεν η χαρ, το δρσος με ξερανει.
Σαν πργος στκω αδυνατς και τρμω σαν καλμι,
Δειλι κι αποκοτ γιαμι, γελ και κλαγω αντμι.
Σ' ριο περβλι βρσκομαι κι εις φυλακ κρατομαι,
Μσα σ'λιμνιναν ραξα κι γριο καιρ φοβομαι.
Στο ψλος του τροχο πατ τση τχης, και τα βθη
Βλπω τση κακορριζικις κι χω περσσα πθη.
Κι εκενο που 'ναι πλιτερο, με παιδωμ και ζλη
Στου Παραδεσου κατοικ τη δξα τη μεγλη.
φου κακ μου ριζικ, βασανισμνο, γιντα
Σ' αρσει να με τυραννς σε τἐτοιο τρπο πντα;
ρωτα, με το ξμπλι μου, μηδνας μην ελπζει
Πολν καιρ πασχαρος μετ σου να γυρζει,
Γιατ δολνεις τσι χαρς με δκρυα και με κρσες,
Κι εις σε δροσιες τσ' αρφνητες σμγεις φωτις περσσες.
Κι εσ, Αφροδτη μου θε, οπο μικρ παιδκι
Μ' επτισεν η χρη σου του γιου σου το φαρμκι,
Με τση γλκα και δροσι μαζ ανακατωμνο,
Που 'λεγα τ'ουρανο πιοτ πνω χαριτωμνο.
Στρφου σ' εμ λυπητερ και σστεψε το νου μου,
Δος τση καρδις μου δναμη, γνση του λογισμο μου,
Για να βρω στρταν εκολη και τρπο να γλυτσω,
Και τοτες που τυραννο το νου μου να σποδσω
Τσι προξενις κι αμπδιστρο μη λχει πιο κιαννα,
πρκα 'ς την Ερωφλη μου να δση κι εις εμνα,
κιν σφαλα τ' αφντη μου, 'δε την εμπρεσ σου
και τσ κερς μου τσ' ομορφιας και ττες με λυπσου...

     Μα μεταφυσικ μορφ, το φντασμα του αδελφο του βασιλι, χει κνει την εμφνισ της στη σκην, αφτου αποσρθηκαν η Ερωφλη πρτα κι ο Πανρετος κατπιν. Η «ασκι» αυτ εξιστρησε στο κοιν πς θαντωσε τον διο και τα παιδι του ο τωρινς βασιλις, με τον οποο συγκυβερνοσανε και πς του πρε τη γυνακα, με την οποα απκτησε το μοναχοπαδι του Ερωφλη. τσι, τρα που το κοιν ακοει τον αλαζονικ μονλογο του Φιλγονου και γνωρζοντας την πρα απ κθε ηθικ ρεισμα αμαρτωλ συμπεριφορ του, μπορε να φανταστε τι τα πργματα δεν θα εξελιχθον καθλου καλ. ταν ο Φιλγονος αποσυρθε, το φντασμα του αδελφο του θα ζητσει απ τους θεος τη γργορη τιμωρα του. (στ. 333-370)

σκην 5η:

Βασιλις & η Ασκι του

ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Ἀπ' ὅσες χρες οὐρανὸς γὴ ἡ μπορεμνη φση
γιὰ στλισην ἐβλθηκε τ' ἀθρπου νὰ χαρσει,
πλιὰ ἄξα καὶ πλιὰ καλτερη δὲν εἶναι σὰν ἐκενη
τσ' ἀδνατῆς ἀποκοτιᾶς, κρνω σ' ἀληθοσνη,
γιατὶ δὲν εἶναι μηδεμιὰ σὰν τοτη, νὰ ψηλνει
τσ' ἀθρπους γληγορτερα καὶ νὰ τσὶ μεγαλνει.
Τοτη ἔκοψε κι ἐμζωξε τὰ δντρη κι ἔκαμ τα
καρβια, κι εἰς τσῆ θλασσας τσὶ στρτες ἔβαλ τα,
τοτη τσὶ ποταμοὺς περνᾶ καὶ τὰ βουνιὰ ἀνεβανει,
τοτη μὲ πλσα δναμη σ' τσὶ ξνους τπους μπανει,
τοτη τὰ κστρη πολεμᾶ, τοτη νικᾶ, καὶ τοτη
μνια τση δδει τσὶ τιμὲς καὶ τὰ μεγλα πλοτη.
Τοτη τὸ φβο δὲν ψηφᾶ, τὸν Ἅδη δὲ φοβᾶται
κι ὅποιος τὴν ἔχει ζωντανς, μνο, στὴ γῆ λογᾶται.
Τοτη κι ἐμνα βασιλιὸ μ' ἔκαμε, τοτη μνο
μ' ἄξωσε κι εἰς τὴν κεφαλὴ στμμα χρουσὸ σηκνω,
καὶ μὲ μεγλη μου χαρὰ τὴν Αἴγυπτον ὁρζω,
κι ἴσα μου καλορζικο κιαννα δὲ γνωρζω.
Νκες καὶ πλοτη καὶ τιμὲς πσ' ὥρα μοῦ πληθανου,
χαρὲς πολλὲς στὸ σπτι μου κι εἰς τὴν καρδι μου μπανου.
Μιὰ μνο μοῦ βασνιζεν ἔγνοια τὸ λογισμ μου,
τσῆ θυγατρας μου ἡ παντρει· τρα τὸ ριζικ μου
τηνὲ τελεινει, σὰ θωρῶ, κι ἐτοτη πλιὰ ἀπὸ κεῖνο
παρὰ ποὺ λγιαζα καλλι, γιὰ τοῦτο δκια κρνω
πὼς οὐδεμιὰ καλομοιριὰ μὲ τὴ δικ μου μοιζει,
μηδὲ τσῆ μπρεσς μου πλιὸ μπρεση δὲν ταιριζει.
Μὰ πγω σ' τσ' Ἐρωφλης μου, τ' ἀμμτια καὶ τὸ φῶς μου,
γι' αὐτὴ τὴν ἄξα τση παντρειὰ νὰ ξαναπῶ ἀπατς μου.

ΑΣΚΙΑ
Ζεῦ, ἁποὺ στκεις σ' τσ' οὐρανοὺς κι ἐδῶ στὸν κσμο κτω
τσ' ἀθρπους ὅλους συντηρᾶς, τὰ λγια ποὺ καυχᾶτο
καλὰ περσσα ἐγροκησες, καὶ κμε δικιοσνη
γλγορα· μὲ τὴν ἄργητα χειρτερος ἐγνη!
Καὶ πρκες ἀποδὰ κι ὀμπρὸς τοῦ δῶσε τοῦ θαντου,
κι ἂς εἶν' αὐτὲς οἱ προξενιὲς ἡ ὕστερη χαρ του.
κι ἐσὺ ἐκ τὸν Ἅδη, Πλοτωνα, πψε φωτιὰ μεγλη,
σὰ μοῦ 'ταξες, κι ἂς ἅψουσι σὲ μιὰ μερὰ κι εἰς ἄλλη
μνητες, πρκες, βσανα, κληματα καὶ θαντοι,
κι ἔρημο ἂς μενει σμερον ἐτοῦτο τὸ παλτι!

     Παρνοντας αφορμ απ τον μονλογο του Φιλγονου που προηγθηκε, ο χορς των κορασδων καταδικζει την απληστα του ανθρπου για πλοτο και δξα ως προερχμενη απ τον δη, τον κσμο του κακο. Στο απσπασμα που ανθολογεται εδ, περιχονται οι οκτ πρτες στροφς του χορικο, οι οποες επικεντρνονται στη δναμη που χει η φιλαργυρα και η μανα για εξουσα να χωρζουν τους ανθρπους και να μην αφνουν δο που αγαπιονται να ζσουν χαρομενοι. Κι αυτ το χορικ δομεται σε τρστιχες (τερτσνες) στροφς 11σλλαβων στχων με πλεκτν ομοιοκαταληξα. (στ. 373-396)

ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΚΟΡΑΣΙΔΩ
ἀποὺ τσὶ ὁποῖες ἡ μιὰ (κορυφαα) λγει τοῦτα τὰ βρσα (στιχκια).

Του πλοτου αχορταγι, τση δξας πενα,
του χρυσαφιο ακριβι καταραμνη,
πσα για σας κορμι νεκρ' απμεινα,

πσοι δικοι πλεμοι σηκωμνοι,
πσες συχνς μαλις συνφι σας
γρικονται ολημερνς στην οικουμνη!

Στον δην ας βουλσει τ' νομα σας,
κι ξω στη γη μην βγει να παιδψει
νου πλιον ανθρωπινν η ατυχι σας·

γιατ αποκε, ως θωρ, σας χει πψει
κανες στον κσμον δαμονας να 'ρθετε,
τ'ς ανθρπους μετ σας να φαρμακψει.

Τη λπηση μιστε, και κρατετε
μακρ τη δικιοσνη ξορισμνη,
κι ουδ πρεπ, μηδ' μορφο θεωρετε,

Για σας οι ουρανο 'ναι σφαλισμνοι,
κι εδ στον κσμο κτω δε μποροσι
να στκουν οι νθρωποι αναπαημνοι·

με τ'ς αδερφος τ' αδρφια πολεμοσι,
κι οι φλοι τσι φιλις των απαρνονται,
και τα παιδι τον κρην τους μισοσι.

Τοῦ πθου τὰ χαρσματα χαλοῦνται
συχνιὰ συναφορμ σας, γιαῦτος τσοι
γροικοῦνται στεναγμοὶ σ' δυὸ π' ἀγαποῦνται.

     Μπανει στη σκην η παραμνα της Ερωφλης, η ννα Χρυσνομη, εκφρζοντας μια βαθι λπη και μεγλο φβο για το μλλον της Ερωφλης. Ταυτχρονα μπανει και ο σμβουλος του βασιλι, που χει μθει τι υπρχει μεγλη ταραχ στο παλτι, αλλ δεν ξρει γιατ. Η ννα τον ενημερνει τι ο Φιλγονος μαθε (γνωστο ακμη πς) τον μυστικ δεσμ της κρης του με τον Πανρετο. (στ. 21-46)

Πρξη 4η, σκην 1η:

Σμβουλος, Ννα Χρυσονμη

ΣΥΜΒ
Γιὰ ποι ἀφορμ, Χρυσνομη, κλαγεις κι ἀναστενζεις
καὶ τσ' Ἐρωφλης τ' ὄνομα στὰ κλαματ σου κρζεις;

ΝΕΝΑ
Δὲν ξερεις ἴντα γνηκε σ' τοῦτο τὸ βουλισμνο
σπτι, μ' ἀποὺ τὸ στμα μου θλεις τὸ πρικαμνο
νὰ τὸ γροικσεις, σμβουλε, πλι γιὰ νὰ καγοῦσι
τὰ χελη μου χειρτερα, ὅντε σοῦ τὸ μιλοῦσι;

ΣΥΜΒ
Δυὸ βασιλιδω προξενιὲς πλοσω καὶ μπορεμνω
πὼς μᾶς ἐφρα σμερο μνο ἔχω γροικημνο
γιὰ τσ' Ἐρωφλης τὴν παντρει· μὰ τοῦτο νὰ σοῦ δσει
χαρ 'πρεπε κι ὄχι ποτὲ καημὸ καὶ πρκα τση.

ΝΕΝΑ
Πρμα ἄλλο μεγαλτερο μὲ κνει νὰ θρηνοῦμαι,
καὶ τσ' Ἐρωφλης, σμβουλε, τὸ θνατο φοβοῦμαι.

ΣΥΜΒ
Σὲ χλια μρη μ' ἔκαμες τὸ νοῦ μου νὰ σκορπσω,
μὰ τὴν ἀλθεια δὲ μπορῶ νὰ βρῶ καὶ νὰ γροικσω,
γιὰ τοῦτο σὲ παρακαλῶ, νὰ ζσει τὸ κορμ σου,
τὸ πρμα σὲ κοντολογι, σὰ στκει, μοῦ δηγσου.

ΝΕΝΑ
Τὸ πρμα, ἁπο 'ναι φανερὸ στὸν κσμον ἀπατ του,
κουρφὸ νὰ τὸ κρατεῖ κιανεὶς δὲν πρπει τῶ φιλῶ του .
Πθος μεγλος καὶ πολὺς τὴν Ἐρωφλη ἀντμι
μὲ τὸν Πανρετο χωστὰ νὰ παντρευτεῖ εἶχε κμει,
καὶ σμερον ὁ βασιλις, δὲν ξερω σ' ἴντα τρπο,
τὸ γροκησε κι ἐκ τὸ θυμὸ μηδ' εἰς κιαννα τπο
χωρεῖ, μὰ ὡς λιντας πορπατεῖ καὶ μοναχὰς μουγκᾶται,
καὶ θνατο πολλὰ πρικὺ καὶ τῶν ἰδυὸ ἀπονᾶται.

ΣΥΜΒ
Ὀμνα, κι ἴντα σοῦ γροικῶ! Χρυσνομη, ἔσφαξς μου
μὲ τὸ μανττο τὴν καρδιν, ἁπο 'ρθες κι ἔδωκς μου.

     Αφο ο βασιλις χει ιδοις μμασι ανακαλψει τον μυστικ δεσμ της κρης του και κυκλοφορε στο παλτι αλλφρων, η Ερωφλη μπανει στη σκην με τις κοπλες του χορο. Εκε βρσκεται δη ο βασιλις με τον σμβουλ του, που μταια προσπαθοσε να τον κατευνσει: ο Φιλγονος το ανγγειλε τη πρθεσ του να εκδικηθε το ζεγος, αλλ δχεται ν' ακοσει την απολογα της κρης του. Η Ερωφλη, στο απσπασμα που ακολουθε, με πρωτοφανς θρρος μπρος στον ξαλλο πατρα της, υπερασπζεται την επιλογ της κι αρνεται τι χει σφλλει στην επιλογ συζγου. (στ. 301-320)

σκην 4η

Ερωφλη, Χορς, Συμβουλος, Βασιλας

ΕΡΩΦΙΛΗ
Σ' ἴντ 'σφαλα τὸ λοιπονς, ἂν ἔναι καὶ παρμνο
ἔχω ἕνα νιὸν ὀγι' ἄντρα μου τσα χαριτωμνο;
Γιατὶ δὲν εἶναι βασιλις; Καὶ ποις μᾶς ἀμποδζει
νὰ κμομε ζιμιὸ ζιμιὸ τπους πολλοὺς νὰ ρζει;
Κρη, καλλι 'ναι, κτεχε, γεῖς χαμηλοβγαλμνος,
μὲ πλῆσες διξες κι ἀρετὲς καὶ χρες στολισμνος,
παρὰ πσ' ἕνα βασιλιὸ πλουστατο ἀπὸ τπους,
κι ἀπ' ἀρετὲς φτωχτερο παρὰ μικροὺς ἀθρπους.
Καλτερ 'ναι, ἀφντη μου, καλτερ 'ναι τοῦτος
ὁ νιὸς ἁπο 'καμα ἄντρα μου ν 'χει ἀστενειὰ ἀπὸ πλοῦτος,
παρὰ τὰ πλοτη πὄχομε νὰ μενου ἀστοχισμνα
ἀπ' ἄθρωπον ἁπο 'θελε μοῦ δσει ἡ τχης ἕνα
μὲ τ' ὄνομα τοῦ βασιλιοῦ μονχας στολισμνο
κι ἀπ' ἀρετὲς καὶ φρνεψη γδυμνὸ καὶ ρημασμνο,
πρμα ποὺ πλιὸ νὰ φτισομε δὲν ἤτονε τσ' ἐξᾶ μας,
μὰ τ' ἄλλο νὰ τὸ σσομε στκει στὸ θλημ μας.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Π μου, δὲν ἦτο πλιὰ καλλιὰ ἄντρα σου ν 'χες κμει
ἕναν ἁπὄχει κι ἀρετὲς καὶ βασιλειὰν ἀντμι;
Τοῦτοι ποὺ πψαν προξενιὲς οἱ βασιλιοὶ γιὰ σνα,
πὼς εἶναι δχως ἀρετὲς τοὺς ἔχεις γροικημνα;

     ταν η Ερωφλη, ανμπορη να μεταπεσει τον πατρα της, φεγει απ τη σκην μαζ με τις κοπλες του χορο, ο βασιλις μνει με τον σμβουλο, που μταια κι αυτς παρνει το μρος της κοπλας, προσπαθντας να δεξει στον Φιλγονο τι θα εναι καταστροφικ να συμπεθερισει με τους εχθρος του και να σκοτσει τον πιο πιστ και ξιο στρατηγ του. Το ακλουθο απσπασμα προρχεται απ την αρχ της σκηνς αυτς, που ο σμβουλος δεν χει ακμη αναπτξει λη την επιχειρηματολογα του, αλλ ο βασιλις δεχνει το μγεθος του θυμο του, που προετοιμζει το κοιν για το κακ τλος. (στ. 443-468)

σκην 5η:

Βασιλας, Σμβουλος

ΒΑΣIΛΕΑΣ
Σμβουλε, πῶς σοῦ φανεται; Εἶδες ποτ σου τση
σ' ἄλλη γυνακα ἀποκοτι;

ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
                                                        Τση δὲν εἶδα γνση,
λετερα θλω νὰ τὸ πῶ, κι ἂς μοῦ τὸ συμπαθσει
ἡ ἀφεντι σου· κι ἂ σταθεῖ λγο νὰ μοῦ γροικσει,
θλω τὴν κμει νὰ τὸ πεῖ κι ἐκενη μοναχ τση
καὶ νὰ μὴν κμει τβοτας κακὸ τοῦ δουλευτῆ τση
μηδὲ τσῆ θυγατρας τση, μὰ νὰ θελσει, κρνω,
νὰ συγκλιθεῖ τὴ σμερο σ' ὅλο τὸ πρμα κεῖνο
ἁποὺ θελῆσαν οἱ θεοὶ κι ἐκμασι στανι τση,
κι ὄχι γιὰ πλιὰ χειρτερο, μὰ γιὰ καλτερ τση.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Μηδὲ μὲ κμεις, σμβουλε, μὲ λγια ψοματνια
νὰ χσω τὴν ἀπομονὴ τρα καὶ μετὰ σνα.
Τὴ νκτα μρα βολεσαι, σὰ ν 'μου τυφλωμνος
γὴ μονοτρου δχως νοῦ, λολὸς καὶ ξεπεσμνος,
πὼς εἶναι νὰ μοῦ πεῖς κ' ἐσ.

ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
Τὴ φρνεση τὴν τση
τῆς ἀφεντιᾶς σου ξερω τη καὶ τὴν περσσα γνση,
κι ἐκενη πλι ξερει ἐμὲ περσσα μπιστεμνο
καὶ λγον ὣς τὴ σμερο, λογιζω, ψοματνιο
νὰ μὴ μοῦ γροκησε ποτ, κι ἔτσι νὰ χαλινσει
τὴ μνητα καὶ τὸ θυμὸ κι εἰς τὸ θὰ πῶ νὰ δσει
τ' ἀφτιὰ τηνὲ παρακαλῶ, γιατὶ ὁ θυμὸς τυφλνει
τὸ νοῦ κι ὡς ἄγρια θλασσα χοχλζει καὶ φουσκνει.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Θυμὸ καὶ πλιτερην ὀργὴ καὶ μνητα ἄλλη τση
τὸν οὐρανὸ παρακαλῶ σμερο νὰ μοῦ δσει,
γιὰ νὰ μπορσω, καταπῶς ζητᾶ τὸ θλημ μου,
γδκια νὰ κμω κι εἰς τσὶ δυο, ν' ἀλαφρωθεῖ ἡ καρδι μου.

     Μπρος στον βασιλι, που δεν χει φγει καθλου απ τη σκην στο μρος αυτ του ργου, φρνουνε τρα αλυσοδεμνο τον Πανρετο και τον υποδχεται λο ειρωνεα, πριν αρχσει να χαρακτηρζει με υβριστικ λγια. Ο Πανρετος επικαλεται το τελευταο επιχερημα που ελπζει να μεταπεσει το Φιλγονο: τη βασιλικ του καταγωγ, που την εχε κρατσει μυστικ μχρι τρα, κτι που δεν γνεται πιστευτ απ τον πατρα της Ερωφλης. Η σκην αυτ, και μαζ της ολκληρη η 4η πρξη, τελεινει με τη πρβλεψη του χορο «τη ζω το παρνει δχως λλο». (στ. 647-710)

σκην 7η:

Βασιλας, Χορς, Πανρετος καδενωμνος

ΒΑΣ.
Καλῶς τὸν ἄξο μου γαμπρ, καλῶς τονε, νὰ κμω
καθὼς τυχανει σμερο τὸν ὄμορφ του γμο.
Γιὰ ποι ἀφορμὴ τ' ἀμμτια σου κρατεῖς χαμηλωμνα;
Νὰ τὰ γυρσεις ντρπεσαι μὲ θρρος πρὸς ἐμνα;
Ἀνγνωρε κι ἀδικριτε κι ἄτυχε, τὸ ψευτ σου
σκῆμα κι ἡ ταπειντητα δὲν εἶναι σ' ὄφελς σου.
Π μου· παιδὶ μικρτατο κι ἀπὸ μικροὺς ἀθρπους
σ' ἀνθρεψα στὸ σπτι μου, κι εἰς ὅλους μου τσὶ τπους
σ' ἔκαμα μεγαλτερο παρὰ ἄθρωπο κιαννα
γιὰ ν 'χω τὴν ἀντμεψην ἐτοτην ἀπὸ σνα;

ΧΟΡ.
Ζεῦ, δς του χρη, ἀπκριση φρνιμη νὰ τοῦ δσει,
τὴν ἀγριεμνη του καρδιὰ ἂν τχει νὰ μερσει.

ΠΑΝ.
Στὰ χρια σου μ' ἀνθρεψες, μεγλον ἔκαμς με,
πολλὲς κι ἀρφνητες τιμς, ἀφντη μου, ἄξωσς με,
καὶ πντα μου τὸ γνριζα, πντα εὐχαρστησ σου
καὶ μπιστικὰ στὸ δνομαι πντα μου ἐδολεψ σου.
Μ 'σφαλα, μολογῶ σου το, κι ἔμεινα νικημνος
ἀποὺ τὸν πθο καταπῶς πντα συνηθισμνος
εἶναι τσ' ἀθρπους νὰ νικᾶ· δὲν ἤμου μὲ τσ' ἐχθρος σου
προδτης σου, δὲν ἔδωκα τσὶ τπους τσ' ἐδικος σου
τ' ὀχθροῦ σου· νιτη κι ὀμορφι, σπλχνος καὶ καλοσνη
μοῦ κμασνε τὴν καρδιὰ στὸν πθο νὰ συγκλνει.
Μ' ἀπεὶς σ' ἐτοῦτο μ' ἔφερεν ἡ τχη ἡ ἐδικ μου,
θὲ νὰ σοῦ πῶ τὴ σμερο τνος κυροῦ παιδ 'μου,
γιὰ νὰ γνωρσεις πὼς πολὺ δὲν ἤτονε ν' ἀφσει
τὸν πθο βασιλιοῦ παιδὶ τὸ νοῦ του νὰ νικσει
μ' ἄλλο παιδὶ 'νοὺς βασιλιοῦ, στκοντας πντα ὁμδι
σ' μιὰ κατοικι, τσους καιρος, ἀπὸ ταχὺ ὣς τὸ βρδυ.
Ξεῦρε λοιπὸ πὼς εἶμαι γιὸς τοῦ βασιλιοῦ τοῦ πλοσου
τσῆ Τσρτας, τοῦ Θρασμαχου, τοῦ φλου τοῦ δικοῦ σου.
Μ' ἀπεὶς ἡ τχη ἠθλησε κι ἔμεινε νικημνος
ἀποὺ τσ' ὀχθρος σας καὶ τῶ δυὸ κι ὕστερα σκοτωμνος,
μ' ἔφερ' ἐμὲ στὸ σπτι σου κι εἰς τὴ δικ σου χρα,
γιὰ ν' ἀποθνω, σὰ θωρῶ, τὴ σημερνὴν ἡμρα.
Μ' ἀνσως κι εἶσαι βασιλις, σὰ σ' ἔχω γνωρισμνο,
καὶ τ' ὄνομ σου βρσκεται στὸν κσμο ξαπλωμνο,
κμε ὅλο κεῖνο ἀπνω μου ἁπο 'θελες θελσει
κι εἰς τὸ παιδ σου νὰ γενεῖ, ἂ σ' εἴχασι νικσει
στὴ μχη σὰν τὸν κρη μου κι ἐσνα οἱ ὀχουθρο σου,
κι ὡσὰν ἐμὲ σὲ χρια ἀλλοῦ νὰ λχει τὸ παιδ σου.

ΧΟΡ.
Μεγλο πρμα ἀκογομε κι ἀλθεια τὸ κρατοῦμε,
γιατὶ πολλὰ βασιλικὲς τσὶ πρξες του θωροῦμε.

ΒΑΣ.
Τοῦτον ὅσες φορὲς τὸ πεῖς, τὸ λγεις ψματ σου,
μὰ σὲ ποτὲ δὲν ἤτονε βασιλικὴ ἡ γενι σου.
Μὰ μετ' αὐτὰ τὰ ψματα θὲς ἔχει κομπωμνη
τὴν Ἐρωφλην ἀκομ, τὴν τρισκαταραμνη.
Μᾶλλιος λογιζω πὼς παιδὶ θὲ ν 'σαι 'νοὺς ὀχθροῦ μου,
'νοὺς κακοθελητῆ πολλὰ κι ἐμὲ καὶ τοῦ παιδιοῦ μου,
κι ὄφη μικρὸ σ' ἀνθρεψα, γιὰ νὰ μὲ φαρμακψεις,
καὶ πὼς ὀχθρὸς δὲ γνεται φλος νὰ μ' ἀρμηνψεις.

ΠΑΝ.
Τοῦτ 'ναι ἀλθεια, βασιλι, κι ἂν ἔν' καὶ θὲς σημδι
πὼς εἶμαι τοῦ Θρασμαχου, καὶ μαρτυριὲς ὁμδι,
τ 'να καὶ τ' ἄλλο σμερο σοῦ τσσω νὰ πλερσω.

ΒΑΣ.
Καιρὸ στὴν τση σου ἀτυχιὰ μιὰν ὥρα δὲ θὰ δσω.

ΠΑΝ.
Θυμσου κις, ἀφντη μου, πὼς μοναχς μου ἐμπῆκα
σ' τσους σου ὀχθροὺς πολλὲς φορὲς καὶ νικητὴς ἐβγῆκα.

ΒΑΣ.
Πσα σου δολεψη καλὰ νὰ μενει πλερωμνη
σοῦ τσσω, δχως ἄργητα τρα, καθὼς τυχανει.
Κρατεῖτε τονε, στρατηγο, κι ἐλᾶτε μετὰ μνα,
διπλοῦ νὰ τοῦ ἀντιμψομε τὰ μὄχει καμωμνα.

ΧΟΡ.
Μὲ μνηταν ἐμσεψε καὶ μὲ θυμὸ μεγλο,
γιαῦτος, λογιζω, τὴ ζωὴ τοῦ παρνει δχως ἄλλο.
Θε μου, βοηθησ του ἐσ, γιατὶ ἄλλοι δὲ μποροῦσι,
στὰ χρια ἁποὺ τονὲ κρατοῦ, βουηθο του νὰ γενοῦσι.

Τλος τση 4ης πρξης

     πως στην αρχαα τραγωδα, τσι και στην αναγεννησιακ, δεν επιτρεπταν η αναπαρσταση φνων επ σκηνς. Αυτο γνονταν υποτθεται, στο εσωτερικ του παλατιο κι υπρχε μαντατοφρος για να πληροφορσει τους υπλοιπους ρωες και κατ’ επκταση το κοιν. τσι κι εδ νας μαντατοφρος ρχεται να αφηγηθε στο χορ των κορασδων πς τον Πανρετο, που τον πραν απ τη σκην στη 4η πρξη αλυσοδεμνο και τον οδηγσανε στο υπγειο του παλατιο, τον θαντωσαν «υπηρτες και δολοι» με φριχτ βασανιστρια, παρουσα του βασιλι, που του 'δωσε τη χαριστικ μαχαιρι στα σωθικ. Στο απσπασμα που ακολουθε, ο μαντατοφρος αφηγεται τις στατες στιγμς και τα τελευταα λγια του Πανρετου. (στ. 139-168)

Πρξη 5η, σκην 1η:

Μαντατοφρος ἁποὺ δηγᾶται τὸ θνατο
τοῦ Πανρετου καὶ χορὸς τῶν κορασδω
 
ΧΟΡ.
Ὤφου, καρδιὰ σκληρτατη, κι ἄπονη, πῶς ἐμπρειε
τση περσσα παιδωμὴ σ' ττοιο κορμὶ κι ἐθρειε;

ΜΑΝ.
Μὰ κεῖνος ἁποὺ ὁλοτενιὰς δὲν ἦτο ἀποθαμνος,
μὰ ἀπὸ τσὶ πνους τσὶ πολλος, σὰν εἶπα, λιγωμνος,
σ’ λιγκιν ἐσυνφερε καὶ λγει: «Μὴν ἀφσεις
παρὰ νὰ δσεις μετὰ μὲ τσ’ ἀλπητς σου φσης
θροφ, καθὼς τὴν πεθυμᾶ· μ' ἂν ἔναι δικιοσνη
στοὺς οὐρανος, τὴ γδκια μου κιὰς θλου κμει ἐκεῖνοι».
Σ' τοῦτο φωνιζει ὁ βασιλιὸς μὲ πλιὰ θυμ, κι ἁρποῦσι
τὴ γλσσα του καὶ βγνου τη καὶ χμαι τὴν πατοῦσι·
καὶ μετὰ τοῦτα τσ’ ἄκουσα τ' ἀφτιὰ νὰ πεῖ «Ἐρωφλη»,
τὴν ὥρα ποὺ τὴ ρξασι στὴ γῆν ἐκεῖνοι οἱ σκλοι·
καὶ ττες καὶ τ' ἀμμτια του τοὺς ὅρισε κι ἐβγλα
κι εἰσὲ μιὰ κοπα ὁλχρουση μσα ζιμιὸ τὰ βλα,
καὶ μὲ μεγλη του χαρὰ τὰ πινει καὶ θωρεῖ τα
κι ἀπκεις χμαι τ 'ριξε στὸ χῶμα καὶ πατεῖ τα·
καὶ πλιὰ ἄγριος μσα στὴ χαρὰ τῶν ἔδειξε σημδι
καὶ τὰ καημνα χρια του τοῦ κψασιν ὁμδι,
κι ὡσὰν τὸν ἔκαμε καθὼς γροικᾶτε, τοῦ σιμνει
κι ὅσον ἐμπρειε πλιὰ ψηλὰ τὰ χρια του σηκνει,
καὶ τὸ μαχαρι τ' ἄπονο στὰ σωθικὰ τοῦ βνει
κι ἀλπητα τὸν ἔσφαξε· μὰ πρχου ν' ἀποθνει,
σὰ λιντας ἐμουγκστηκε καὶ τὰ πρικι του χελη
δυὸ τρεῖς φορὲς ἀνοξασι νὰ ποῦσιν «Ἐρωφλη»
σ' τσ' ὕστερους ἀναστεναμος, μὰ λεποντας ἡ γλσσα
τ' ὄνομα μνο τὸ γλυκὺ δχως λαλιὰν ἐδῶσα·
κι ὅσο 'χα πνο στὴν καρδιὰ κι ἀγπην ἐγνωρσα,
πὼς «Ἐρωφλη» ἐλγασι καλτατα ἐγροικῆσα.
 
ΧΟΡΟΣ
Πτρινην ἔχει τὴν καρδιὰ τὰ λγια αὐτὰ ποὺ ἀκοσει
καὶ τὸ ζιμιὸ τ' ἀμμτια του βρσες νὰ μὴ γενοῦσι.

     Μετ την αναχρηση του μαντατοφρου, μπκε στη σκην ο βασιλις με ντρες που βαστοσαν να καλθι με «τα μλη του Πανρετου», πως μας πληροφοροσε η σχετικ σκηνικ οδηγα, και εκφνησε ναν μονλογο λο παρση για την εκδκηση που πρε. Διακπτει ταν βλπει να μπανει η κρη του, συνοδευμενη απ τη ννα της. Στο απσπασμα εδ, ο βασιλις υποκρνεται τι συγχρεσε το σφλμα της Ερωφλης κι εκενη τον πιστεει, απ τη στιγμ μλιστα που της προσφρει κι να "γαμλιο δρο", το βατσλι που 'χαν αφσει νωρτερα στη σκην οι νθρωπο του…  (στ. 327-368)

σκην 3η:

Ερωφλη, Βασιλας & Ννα

ΒΑΣ.
Καλῶς τὴ θυγατρα μου τὴν πολυαγαπημνη,
ὁποὺ ποτὲ ἐκ τὸν ὁρισμὸ τ' ἀφντη τση δὲ βγανει.
Τπο μᾶς δς, Χρυσνομη, κι ἔλα σ' λιγκι πλι,
γιατὶ δὲ θλω, τὸ θὰ πῶ, νὰ τὸ γροικσουν ἄλλοι.

ΕΡΩ.
Μισεγει ἡ ννα μου ἀπὸ δῶ καὶ πλιτερα τρομσσω,
παρὰ νὰ σκοτεινιζουμου μνια μου σ' ἄγριο δσο.

ΒΑΣ.
Καλὰ καὶ ταραχὴ πολλὴ μὄδωκε, θυγατρα,
τὸ σφλμα σου τ' ἀμτρητο τὴ σημερνὴν ἡμρα,
κι ὁ νοῦς μου νὰ σκοτενιασε καὶ ν' ἅψεν ἡ καρδι μου,
καὶ ν 'λεγα τὸ πὼς ποτὲ δὲν πατει ἡ μνητ μου,
μ' ὅλον ἐτοῦτο, βνοντας στὸ λογισμ μου πλι
τὸν πνο τὸν ἀξεκαστο, τὴν πρκα τὴ μεγλη
ἁπο 'χα πρει στ 'στερο, ἂ σ' εἶχα θανατσει,
σὲ καλοσνην ἔστρεψα τὴ μνητα τὴν τση,
κι ἀγδκιωτο ἀποφσισα ν' ἀφσω τὸ θυμ μου,
κι ἐκεῖνον ὁποὺ μοῦ 'φταιξε, νὰ κμω καὶ γαμπρ μου·
ἔτσι, ἐδεκεῖ ποὺ βρσκετο κι ἀνμενε νὰ σσω,
τυραννισμνο θνατο κι ἄπονο νὰ τοῦ δσω,
ἐπῆγα κι ηὕρηκ τονε κι ἔκαμα νὰ γροικσει,
μὲ σπλχνος μεγαλτατο πὼς τοῦ 'χα συμπαθσει·
κι ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἤξευρα μηδ' ἄκουσ το πλα,
πὼς εἶναι τοῦ Θρασμαχου παιδὶ τοῦ βασιλα,
μοῦ 'πε, τὸ ποι πρωττερας ἂν ἤθελα γροικσει,
τσα περσσα καὶ πολλὰ δὲν ἤθελα μανσει.

ΕΡΩ.
Μ τὴν ἀλθεια, ἀφντη μου, ποτ του ττοιο πρμα
δὲ μοῦ 'πε, καὶ γροικντας το τ 'χω μεγλο θμα,
κι ὄχι γιατ' εἶναι βασιλιοῦ παιδ, γιατὶ ἔτοια χρη
ν 'χει δὲν ἠμπορεῖ παρὰ βασιλικὸ κλωνρι,
μὰ μοναχὰς γιατὶ κουρφὸ τσο καιρὸ τὸ κρτειε
καὶ μὲ διχῶς περηφανειὰ στὸν κσμον ἐπορπτειε!

ΒΑΣ.
Ἔτσ' εἶναι, θυγατρα μου, κι εὐχαριστῶ τὴ μορα,
κιὰς ἁποὺ μ' ἔκαμε παιδὶ 'νοὺς βασιλιοῦ κι ἐπῆρα.
Γιὰ κεῖνον ἔκραξα κι ἐσ, γιὰ νὰ σοῦ συμπαθσω,
σὰν κι ἐκεινοῦ ἐσυμπθησα στὸ σφλμα του τὸ πλῆσο.
Τὸ πρμα ἁπο 'καμες λοιπὸ στανιῶς μου, συχωρῶ σου,
κι ἄντρας ἂς εἶ ὁ Πανρετος, σὰν τονὲ θς, δικς σου,
κι ἂς εἶναι τ' ὄχι θλημα, κι ὄρεξη τὸ στανι μου,
προξενητὴς ὁ πθος σας, βουηθὸς τὸ ριζικ μου.
Κι ὀγιὰ νὰ γνσεις πλιὰ καλλιὰ πὼς ἐσυμπθησ σου,
θλω γι' ἀγπη μου ἀκομὴ νὰ πρεις χρισμ σου
τὰ πρματα ἁποὺ βρσκονται σ' ἐτοῦτο τὸ βατσλι·
σμωσε, δ τα· χρισμα πλῆσο φανῆ σου θλει.

     Το απσπασμα αυτ περιλαμβνει ολκερη τη σκην που αποτελε να θρηνητικ μονλογο της Ερωφλης μπρος στα κομμνα μλη του αγαπημνου της (καρδι, χρια και κεφλι), που της πρσφερε ο πατρας της σα "γαμλιο δρο" μες σε καλθι. Ο βασιλις φυγε απ τη σκην λο παρση και κακα κι φησε μνη τη κρη του (εχε διξει δη τη παραμνα) για να θρηνσει πιτερο, πως γεμτος ειρωνεα τς επε. (στ. 435-524)

σκην 4η:

Ερωφλη μνη

ΕΡΩΦΙΛΗ
Ὢ κρη μου, μὰ κρη πλιὸ γιντα νὰ σ' ὀνομζω
κι ὄχι θεριὸν ἀλπητο κι ἄπονο νὰ σὲ κρζω,
πειδὴ περνᾶς στὴν ὄρεξη πσα θεριὸ τοῦ δσου,
καὶ πλιὰ ἄγρια παρὰ λιονταριοῦ μοῦ 'δειξες τὴν καρδι σου.
Θεριὸ λοιπὸ ἀνελπητο παρὰ θεριὸ κιαννα,
γιὰ ποι ἀφορμὴ δὲν ἔσφαξες τὴν ταπεινὴ κι ἐμνα;
Μὰ κεῖνο ποὺ δὲν ἔκαμε τὸ χρι τ' ἄπον σου
θλω τὸ κμει μνια μου κιὰς μὲ τὸ στανικ σου,
γιατὶ δὲ μοῦ 'ναι μπορετ, μηδὲ ποτὲ τυχανει,
μιὰν ὥρα ἀποὺ τὸ ταρι μου νὰ ζῶ ξεχωρισμνη.
Ταρι ἀκριβ μου καὶ γλυκ, φῶς καὶ παρηγορι μου,
καὶ πῶς σὲ βλπου τσῆ φτωχῆς τὰ μτια τὰ δικ μου,
καὶ μ' ὅλο τοῦτο δνουνται τὰ μλη μου καὶ ζιοῦσι,
τ' ἀμμτια μου καὶ βλπουσι, τὰ χελη καὶ μιλοῦσι;
Πντα, ἀκριβ μου, ταρι μου, μ' ἔθρεφεν ἡ θωρι σου·
τρα στὸν Ἅδη τὴ φτωχὴ μὲ βνει ἡ ἀσκημι σου,
κι ἀλλοῦ τ' ἀμμτια μου, ὢχ ὀμ, στανι τως συντηροῦσι,
γιατὶ ἔτσι σὰ σ' ἐκμασι τρμου νὰ σὲ θωροῦσι.
Πανρετ μου ἀφντη μου, ποῦ 'ν' τὰ πολλ σου κλλη,
ποῦ κενη ἡ νστιμη θωριὰ καὶ πσα χρη σου ἄλλη;
Ποῦ 'ναι τὰ μτια τὰ γλυκι, ποιν ἄπονο μαχαρι
σοῦ τ 'βγαλε κι ἐτφλωσεν ἐμ, ἀκριβ μου ταρι;
Στμα μου νοστιμτατο καὶ μοσκομυρισμνο,
βρση ὁλωνῶ τῶν ἀρετῶ, ζαχαροζυμωμνο,
γιντα τὰ πλουμισμνα σου καὶ τὰ γλυκι σου χελη
τὴ δολη σου δὲν κρζουσιν, ὀμ, τὴν Ἐρωφλη;
Γιντα σωπᾶς στὸν πνο μου, γιντα στὰ κλαματ μου
δὲ συντυχανεις δυὸ μικρὰ λγια σ' παρηγορι μου;
Μὰ δχως γλσσα ἀπμεινες καὶ πῶς νὰ μοῦ μιλσεις,
πῶς τὴν πολλὰ βαρμοιρη νὰ μὲ παρηγορσεις;
Πῶς νὰ μοῦ παραπονεθεῖς, πῶς νὰ μοῦ πεῖς «ψυχ μου,
γιὰ σνα μνο θνατον ἐπῆρε τὸ κορμ μου;»
κι ἐσᾶς, χερκια μου ἀκριβ, ποι χρια ἀποκοτῆσα
κι ἄπονα ἀποὺ τὸ δλιο σας κορμὶ σᾶς ἐχωρσα;
Χρια, ποὺ σᾶς ἐτχαινε σκῆπτρο νὰ σᾶς βαρανει
καὶ μοναχὰ νὰ δδετε νμο στὴν οἰκουμνη!
Γιὰ ποι ἀφορμὴ δὲν πινετε τὰ χρια τὰ δικ μου,
γιντα στὸ στῆθος σπλαχνικὰ κι ἀπνω στὴν καρδι μου
δὲν γγζετε, ν' ἀλαφρωθεῖ, τσὶ πνους τση νὰ χσει,
κι ἐτοτη τὴν τρομρα τση τὴν τση νὰ σκολσει;
Καὶ σ, καρδιὰ ἀντρωμνη μου, τοῦ πθου φυλαχτρι,
ποιν ἦτο κεῖνο τ' ἄπονο κι ἀγριτατο λιοντρι
ποὺ σ' ἔβγαλε ἐκ τὸν τπο σου κι αἱματοκυλισμνη
τ' ἀμμτια μου νὰ σὲ θωροῦ μ' ἔκαμε τὴν καημνη;
Καρδι μου ἀγαπημνη μου, γλυκτατη καρδι μου,
πσα τοῦ πθου βσανα εἶχες γιὰ ὄνομ μου!
Πντ 'ζιες μ' ἀναστεναμοὺς κι ἐθρφουσου μὲ πρκες,
κι εἰς τ 'στερο ἀνασπστηκες κι ἐκ τὸ κορμ σου βγῆκες,
γιὰ νὰ μπορῶ τριγρου σου νὰ δῶ πὼς εἶν' γραμμνο
τ' ὄνομα τσ' Ἐρωφλης σου τὸ πολυαγαπημνο.
Ὤφου, πρικ μου ριζικὸ κι ἀντδικ μου μορα,
πσα γοργὸ μ' ἐκμετε νφη γιαμιὰ καὶ χρα!
Μορα κακὴ γιὰ λγου μου, κομπτρα κι ὀχθρεμνη,
σ' ποι τλος μ' ἐκατφερες τὴν πολυπρικαμνη!
Ποι πρμα μ' ἄξωσες νὰ δῶ, ποι πρκα νὰ γνωρσω,
ποι παιδωμ, ποι βσανο, ποιν πνο νὰ γροικσω!
Ποῦ κεῖνα πο 'λεγες τοῦ νοῦ, ποῦ κεῖνα ποὺ ἀπὸ σνα
τ' ἀμμτια μου ἀνιμνασι νὰ δοῦσι τὰ καημνα;
Χαρὲς περσσες μοῦ 'τασσες, καὶ πρκες μὲ γεμνεις·
ζση κι ἀνπαψη πολλ, καὶ θνατο μ' ἀξνεις.
Λαμπρὸ τὸν ἥλιο μοῦ 'δειξες κι ἔλπιζα καλοσνη,
μὰ τὸ ζιμιὸ θαμπθηκε κι ἄγριος καιρὸς ἐγνη.
Χρουσὸ στεφνιν ἔβαλες ἀπνω στὴν κορφ μου,
κι ὄφης ἐγνηκε ζιμιὸ κι ἐπῆρε τὴ ζω μου·
πολλὴ δροσὰ μ' ἐπτισες, μ 'το φαρμακεμνη
κι ὀλπζοντας πὼς θρφομαι, μνω θανατωμνη.
Τὴν πρτα τσῆ Παρδεισος μ' ἄνοιξες, κι ἀπὸ κενη
στὴν Κλαση μ' ἐπρασες κι ἀλπητα μὲ κρνει.
Ψευτὸ καλὸ μοῦ χρισες κι ὡς ὄνειρον ἐχθη,
σὰ χρτον ἐξερθηκε, σὰ ρδον ἐμαρθη·
σὰν ἀστραπὴ ἧψε κι ἔσβησε κι ἔλυσε σὰν τὸ χινι,
σὰ νφαλον ἐσκρπισε στὸν ἄνεμο, σὰ σκνη.
Μὰ δὲ φυρᾶς τὰ πθη μου, δὲ μοῦ λιγανεις πρκα,
κι οἱ κρσες μου κι οἱ πνοι μου παντοτινοὶ ἐγενῆκα·
καὶ πλιτερη τὴν παιδωμὴ γιὰ ν 'χω καὶ τὰ βρη,
τὰ πθη μου δὲν ἔχουσι νὰ μὲ σκοτσου χρη.
Μὰ κεῖνο ποὺ δὲ δνεται τσος καημὸς νὰ κμει,
θλει τὸ κμει ἡ χρα μου καὶ τὸ μαχαρι ἀντμι ·
στὸν Ἅδην ἂς μὲ πψουσι, κι ὁ κρης ἄπονς μου,
τὴ βασιλει του ἂς χαρεται καὶ τσὶ χαρὲς τοῦ κσμου.
Στῆθος μου κακορζικο, καρδι μου πρικαμνη,
πσ 'τονε καλτερο ποτ μου γεννημνη
στὸν κσμο νὰ μὴν εἶχα 'σται, πσ 'τονε καλλι μου,
λμψη ἥλιου νὰ μὴ δοσινε τ' ἀμμτια τὰ δικ μου.
Τὸ πνμα σου, Πανρετε, ταρι γλυκτατ μου,
παρακαλῶ σε νὰ δεχτεῖ τὸ πνμα τὸ δικ μου,
σ' ἕνα νὰ στκομστανε τπο, καὶ μιὰν ὁμδι
Κλαση γὴ Παρδεισο νὰ γνθομε στὸν Ἅδη.
Πανρετε, Πανρετε, Πανρετε, ψυχ μου,
βοηθα μου τσῆ βαρμοιρης καὶ δξου τὸ κορμ μου.

     (Εδῶ πινει τὸ μαχαρι ὁποὺ ἤτονε στὸ βατσλι καὶ
σφζεται καὶ πφτει σκοτωμνη καὶ εἰς λιγκιν ἔρχουνται
οἱ κορασδες τση γυρεοντς τηνε).

     Μετ την αυτοκτονα της Ερωφλης, μπκανε στη σκην η ννα με τις κοπλες του χορο και τη βρκαν αιμφυρτη με το μαχαρι στο χρι και τα μλη του Πανρετου δπλα της. ταν τελεινει η ννα το μοιρολγι της, μπανει στη σκην ο βασιλις, αμετανητος ακμη και μπρος στη θα της νεκρς κρης του, πως φανεται στο απσπασμα που ακολουθε. Οι κοπλες του χορο, για ν' αποδσουν τη πολυπθητη σ' λο το ργο δικαιοσνη, ορμονε πνω του και τονε σκοτνουν. Εμφανζεται ττε, 2η φορ, το φντασμα του αδελφο του, ικανοποιημνο με την εξλιξη. Οι κορασδες της Ερωφλης παρνουν το νεκρ σμα της στο παλτι για να το θρηνσουνε κι οι γυνακες του χορο, αφο πουν να σντομο τελευταο χορικ με το οποο κλενει το ργο, «
σρνου το βασιλι μσα και χνεται», πως υποδεικνει η σκηνικ οδηγα. (στ. 607-674)

σκην 6η:

Βασιλας, Ννα, Χορς Κορασδων, Ασκι

ΚΟΡΑΣΙΔΕΣ
Ἀφντη, τὴν καημνη μας κερὰ τὴν πρικαμνη
σὰν ἤθελεν ἡ μορα μας, βλπομε σκοτωμνη

ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Καὶ τς τὴν ἐθαντωσε;

ΚΟΡΑΣΙΔΕΣ
                        Τοῦτα καὶ τὸ μαχαρι
τὴ θανατῶσα, ἀφντη μου, μὲ τὸ δικ τση χρι.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Κι ὀμπρς σας ἐσκοτθηκε;

ΚΟΡΑΣΙΔΕΣ
                            Χμαι ξεψυχημνη
τὴν ηὕραμε, ὅντεν ἤρθαμε.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ
                       Δὲν πρπει ν' ἀνιμνει
γεῖς ἁπ' ἐργζεται κακ, παρὰ τὸ τλος ν 'χει
κακὸ περσσσα κι ἄτυχο σ' ὅποια μερὰ κι ἂ λχει. 
Θλβομαι καὶ πρικανομαι πὼς χνω τὸ παιδ μου,
μὰ πὼς τελεινει μετ' αὐτὴ σμερο ἡ ἐντροπ μου
χαρομαι τσο, ἁποὺ ποσῶς τὴν πρκα αὐτὴ δὲ χρζω,
μλλιοστας πλιὰ πασχαρος παρὰ ποτὲ γυρζω·
γιατὶ μὲ διχωστὰς τιμὴ τὰ πλοτη δὲ φελοῦσι,621
κι ὅποιοι ἀπομνου μ' ἐντροπὴ δὲν ἠμπορὰ κραχτοῦσι
σ' τοῦτο τὸν κσμο ζωντανο.

ΚΟΡΑΣΙΔΕΣ
                            Τὸ πρμαν ἁποὺ κρνει
τῆς ἀφεντιᾶς σου ἡ φρνεψη, μηδνας τ' ἀντιτενει ·
μηδὲ τυχανει, οὐδὲ μπορεῖ· μ' ἄλλοι παρὰ παιδ σου
τση μεγλη βασιλειὰ νὰ θὰ κλερονομσου
κρμα πολὺ μοῦ φανεται, κι ἔχω καὶ γροικημνο
πὼς τὸ συμπθιο μοναχὰς στὸν κσμο γεννημνο
βρσκεται ἀποὺ τὸ φτασιμο, κι ἀλπητους καλοῦσι
τσ' ἀθρπους ἁποὺ φτασιμο δὲ θὲ νὰ συμπαθοῦσι.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Τοῦτο μπορσειν ἤθελε νὰ λγεται γιὰ τσ' ἄλλους
κι ὄχι ποτὲ γιὰ βασιλιοὺς τσα στὴ γῆ μεγλους.
Μ' ἂν ἔν' καὶ κλερονμος μου δὲ βρσκεται παιδ μου,
τ' ὄνομα κλερονμος μου θλ' εἶσται κι ἡ τιμ μου,
καὶ σπασε τὰ λγια σου, γὴ τσσω σου κι ἐσνα,
γιατὶ ἦρθες τὴ δασκλισσα νὰ κμεις μετὰ μνα,
πὼς τσῆ κερᾶς σου συντροφιὰ στὸν Ἅδη νὰ σὲ πψω,
κι ἄλλα νὰ λγεις φρνιμα λγια νὰ σ' ἀρμηνψω.

ΚΟΡΑΣΙΔΕΣ
Κλιτ, ὅσο μοῦ 'ναι μπορετ, στὰ πδια τσ' ἀφεντιᾶς σου
πφτω ἡ φτωχ, καὶ ταπεινὰ τὴν ὑψηλτητ σου
παρακαλῶ στὰ μλησα συμπθιο νὰ μοῦ δσει,
γιατὶ σὲ τοῦτο μ' ἔφερε μνον ἡ πρκα ἡ τση.

(Εἰς τοῦτο γονατζοντας κμνει ἀτ τση πὼς ἀγκαλιζει
τὰ πδια του νὰ τὰ φιλσει κι ἐκενη τὰ σφγγει καὶ ρχτει
τονε χμαι· ἀπκεις κρζει ὅλες νὰ ρξουν γιὰ νὰ τονὲ
σκοτσουσι).

Γυναῖκες μου, ὅλες τρξετε νὰ κμομεν ὁμδι
τοῦτο τὸν ἀποντατο νὰ κατεβεῖ στὸν Ἅδη.
 
(Ἐδῶ ρσσουσιν ὅλες καὶ κολοῦσι του).

ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Βουηθσετ μου, δοῦλοι μου, τρξετε, στρατηγο μου,
κι ἄπονα μὲ πληγνουσι καὶ παρνου τὴ ζω μου.
 
(Ἐδῶ τονὲ σκοτνουσι κι εἰς τοῦτο βγανει ἡ ἀσκιὰ τοῦ
ἀδερφοῦ του καὶ στνεται ἀπὸ πνω του καὶ λγει):

ΑΣΚΙΑ
Τοῦτον ἐστκουμου νὰ δῶ τὸ τλος στὸ κορμ σου·
τρα ἂς κατβει μετὰ μὲ στὸν Ἅδην ἡ ψυχ σου,
ν 'χει κι ἐκεῖ τσὶ παιδωμὲς πντα, καθὼς τυχανει,
τση μεγλη σου ἀτυχιὰ νὰ μενει πλερωμνη.
 
ΝΕΝΑ
Γυναῖκες μου, τὴν ἀπονιὰ σκολσετε τὴν τση,
τὸ θνατο μὲ θνατο σνει σας νὰ πλερσει.
 
ΚΟΡΑΣΙΔΕΣ
Ἄπονος κι ἀνελπητος εἶν' ὅποιος τὸ κατχει
κι εἰς τοῦτον ἁποὺ κμαμε λπηση λγην ἔχει.
 
ΝΕΝΑ
Ὢ βασιλιὲ κακτυχε, ὢ πλῆσα κακομορη,
Παρὰ κιανναν ἄθρωπο, παρὰ κιαννα κρη·
σμερο ἐπτας σ' τσ' οὐρανοὺς κι ἔβανες εἰς τὸ νοῦ σου
χαρὲς καὶ καλοριζικιὲς ἐσὲ καὶ τοῦ παιδιοῦ σου,
κι ἐσνα πρκες σ' ηὕρασι, θνατοι σ' ἐπλακῶσα
καὶ τ' ὄνομ σου ἐλεισασι, τσὶ δξες σου ἐτελειῶσα.

ΚΟΡΑΣΙΔΕΣ
Τ στκομστα πλιὸν ἐδῶ, τ καρτεροῦμε πλι μας;
Στὴν κμερ τση ἂς πγομε τὴ δλια τὴν κερ μας,
τὸ ξδι τση νὰ κμομε μὲ πνο καὶ μὲ θλψη,
κι οὐδὲ κιαμιὰ ἀπὸ λγου μας τιμὴ μηδὲ τσῆ λεψει·
κι ἐτοῦτον ἂς ἀφσομε τὸν ἄπονο, νὰ βγοῦσι
σκλοι, σὰν εἶναι τὸ πρεπ, νὰ τονὲ μοιραστοῦσι. 
Πιστε τη, κορασδες μου, πιδξα ὅσο μπορεῖτε·
μτια μου κακορζικα, κιἴντ 'ναι τὰ θωρεῖτε!

(Εἰς τοῦτο τὴ σηκνουσιν οἱ κορασδες τση καὶ πᾶσι μσα
μὲ τὴν ννα κὶ ὁ χορὸς τῶν γυναικῶν, ἀπομνοντας καὶ
λγοντας τὰ κατωγεγραμμνα βρσα, σρνου καὶ τὸ βασιλιὰ
μσα καὶ χνεται).
 
ΧΟΡΙΚΟ
 
ΧΟΡΟΣ
Ὤ, πσα κακορζικους, πσα λολοὺς νὰ κρζου
τυχανει κενους ἁποὺ ἐδῶ κτω στὴ γῆ λογιζου

πὼς εἶναι καλορζικοι κι εἰς τ' ἄστρη πὼς πετοῦσι
γιὰ πλοῦτος, δξες καὶ τιμὲς ἁποὺ σ' αὐτοὺς θωροῦσι!

Γιατὶ ὅλες οἱ καλομοιριὲς τοῦ κσμου καὶ τὰ πλοτη
μιὰ μνο ἀσκι 'ναι στὴ ζωὴ τὴν πρικαμνη τοτη,

μιὰ φουσκαλδα τοῦ νεροῦ, μιὰ λβρα ποὺ τελεινει
τσα γοργὸ ὅσο πλιὰ ψηλὰ τσὶ λχες τση σηκνει.
 
                        ΤΕΛΟΣ ΤΣΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

----------------------------------------------------------

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers