-


Dali &









/




 
 

 

Polidori John-William:



                                                          Βιογραφικ

     Ο John-William Polidori ταν γγλος συγγραφας και γιατρς. Εναι γνωστς για τη σνδεσ του με το ρομαντικ κνημα και πιστνεται ως πρτος δημιουργς του εδους βαμπρ φαντασας. Το πιο επιτυχημνο ργο του ταν το διγημα "The Vampyre" (1819), η 1η δημοσιευμνη σγχρονη ιστορα βαμπρ. Αν κι αρχικ κι εσφαλμνα διντανε στον Byron, τσον αυτς σο κι ο Polidori επιβεβαωσαν τι το ργο εναι του 2ου.
     Γεννθηκε στις 7 Σεπτμβρη 1795 στο Λονδνο, ο μεγαλτερος γιος του Gaetano Polidori, ιταλο πολιτικο ηγτη της ττε κυβρνησης και της ννα Μαρα Πιρς, αγγλδας παιδαγωγο. Εχε 3 αδελφος και 4 αδελφς.
Η αδελφ του, Frances Polidori, παντρετηκε τον εξριστο ιταλ μελετητ Gabriele Rossetti και γι' αυτ ο John τανε θεος της Μαρας Φραντσσκα Ροστι, του Ντντε Γκαμπριλ Ροστι, του Γουλιαμ Μικλ Ροστι και της Χριστνας Γεωργνας Ροστι, αν και γεννθηκαν μετ το θνατ του. Ο William Michael Rossetti κυκλοφρησε το περιοδικ Polidori το 1911.
     ταν νας απ τους πρτους μαθητς του νεοσυσταθντος Αmpleforth College απ το 1804 και το 1810 πγε στο Πανεπιστμιο του Εδιμβοργου που γραψε διατριβ για την πνοβασα κι λαβε το πτυχο του ως ιατρς τη 1η Αυγοστου 1815.
     Το 1816 ο δρ. Polidori εισλθε στην υπηρεσα του Λρδου Byron ως προσωπικς του γιατρς και τονε συνδευσε σ' να ταξδι στην Ευρπη. Ο εκδτης John Murray του πρσφερε 500 λρες για να κρατσει ημερολγιο των ταξιδιν τους, που ο ανιψις του Polidori, William Michael Rossetti, επεξεργστηκε αργτερα. Στη Villa Diodati, να σπτι που ενοικιστηκε απ τον Μπιρον στη λμνη της Γενεης στην Ελβετα, οι δυο τους συναντθηκαν με τη Mary Wollstonecraft Godwin, τον σζυγ της Percy Bysshe Shelley και τη σντροφ τους Claire Clairmont.
     Μια νχτα του Ιουνου, αφο η παρα εχε διαβσει δυνατ απ τη Fantasmagoriana, μια γαλλικ συλλογ διηγημτων τρμου, ο Byron πρτεινε να γρψουν ο καθνας μια ιστορα φαντασμτων. Ο Percy Bysshe Shelley γραψε "A Fragment Οf Α Ghost Story" κι γραψε 5 ιστορες φαντασμτων που συγκεντρθηκαν απ τον Matthew Gregory "Monk" Lewis, που δημοσιεθηκε μεταθαντια σε περιοδικ στη Γενεη που περιεχε ιστορες φαντασμτων και στην επιστροφ στην Αγγλα το 1816 αρχζοντας στις 18 Αυγοστου 1816, η Mary Shelley εργστηκε σε μια ιστορα με τον σζυγ της που αργτερα θα εξελιχθε στο "Frankenstein". Ο Βρων γραψε (κι εγκατλειψε γργορα) να κομμτι μιας ιστορας, "A Fragment", που μιλ για τον κριο χαρακτρα Αγουστο Ντρβελ, τον οποο χρησιμοποησε αργτερα ως βση για τη δικ του ιστορα "The Vampyre", ο Πολιντρι, τη 1η δημοσιευμνη καινοτμα ιστορα βαμπρ στα αγγλικ.



     Η συζτηση του Polidori με τον Percy Bysshe Shelley στις 15 Ιουνου 1816, πως αναφρθηκε στο "Ημερολγιο", θεωρεται η προλευση η γνεση του "Frankenstein". Συζτησαν "τη φση της αρχγονης ζως":

   "15 Ιουνου – με τον Shelley . ρθε το βρδυ. Στη συνχεια, εχαμε μια συζτηση για τις αρχγονες ρζες, ειδλλως ο νθρωπος πρεπε να θεωρηθε απλς να εργαλεο".

     ταν τον αποδσμευσε ο Byron, ταξδεψε στην Ιταλα και στη συνχεια επστρεψε στην Αγγλα.   Εν στο Λονδνο ζοσε στην οδ Great Pulteney (στο Soho). Η ιστορα του, "The Vampyre", που περιγρφει τον κριο χαρακτρα Λρδο Ruthven, δημοσιεθηκε στο τεχος Απριλου του 1819 του New Monthly Magazine χωρς την δει του. Σε μεγλο βαθμ τσο στην αγπη του σο και στον διο τον Βρωνα, το διγημα κυκλοφρησε ως νο ργο του Βρωνα. Η ιστορα του διου "Fragment Οf Α Novel" "Fragment" δημοσιεθηκε το 1819 σε μια προσπθεια να ξεκαθαρσει τη σγχυση, αλλ αντ’ αυτο ακμα πιο πολ του αποδδανε το "Vampyre". Το μακροσκελς, θεολογικ ποημα που επηρασε το Βρωνα, το "The Poison Οf Τhe Angels" δημοσιεθηκε αννυμα το 1821.



     Ο Polidori πθανε στο Λονδνο στις 24 Αυγοστου 1821, λυγισμνος απ κατθλιψη και το τζγο, σε ηλικα μλις 26 ετν. Παρ τις ισχυρς ενδεξεις τι αυτοκτνησε με πρωσσικ οξ (κυανιοχο λας), ο ιατροδικστς εξδωσε πιστοποιητικ θαντου απ φυσικ ατια.
     Η αδελφ του Charlotte μετγραψε τα ημερολγι του, αλλ λογοκρνει τα "αμαρτωλ περσματα" (peccant passages ) και καταστρφει το πρωττυπο. Βασισμνο μνο στη μεταγραφ, το "Ημερολγιο" του John Polidori επεξεργστηκε απ τον William Michael Rossetti και δημοσιεθηκε 1η φορ το 1911 απ τον Elkin Mathews (Λονδνο). Οι ανατυπσεις αυτο του βιβλου, "Το βιβλο του Δρ. John William Polidori", 1816, σχετικ με τους Byron, Shelley κ.λπ., δημοσιεθηκε απ την Folcroft Library Edition (Folcroft, PA) το 1975 κι απ το Norwood Editions (Norwood, PA). Μια να κδοσ του ανατυπθηκε απ το Πανεπιστμιο Cornell το 2009.
     Μια μνημειακ πλκα στο σπτι του στην οδ 38 Great Pulteney αποκαλφθηκε στις 15 Ιουλου 1998 απ τον Ιταλ Πρσβη Paolo Galli.

              Τα ργα Του:

The Vamypre; A Tale, 1819
A Medical Inaugural Dissertation which deals with the disease called Oneirodynia, for the degree of Medical Doctor, Edinburgh (1815)
The Diary of Dr. John William Polidori (1816, published posthumously in 1911)
Cajetan, a play (1816)
Boadicea, a play (1816)
On the Punishment of Death (1816)
An Essay Upon the Source of Positive Pleasure (1818)
The Vampyre: A Tale (1819) - a text that is "often even cited as almost folkloric sources on vampirism".[7]
Ernestus Berchtold; or, The Modern Oedipus: A Tale (1819)
Ximenes, The Wreath and Other Poems (1819)
The Fall of the Angels: A Sacred Poem (1821)
Sketches Illustrative of the Manners and Costumes of France, Switzerland and Italy (1821)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

     Μια νχτα του Ιουνου του 1816, -της χρονις χωρς καλοκαρι-, ο ποιητς λρδος Τζορτζ Γκρντον Μπιρον κι ο ποιητς Πρσι Μπσι Σλε, μαζ με τη Μαρη Γκντγουιν, ερωμνη του τελευταου, την Κλερ Κλρμοντ (ετεροθαλ αδελφ της Μαρης κι ερωμνη του Μπιρον) και τον προσωπικ γιατρ-φυσιοθεραπευτ του Μπιρον, Τζον Γουλιαμ Πολιντρι, βρσκονται υπ καταρρακτδη βροχ στις χθες της λμνης Λεμν, γκλειστοι στη βλα Ντιονττι. Μες στις βροντς και στις αστραπς της θυελλδους νχτας ο Μπιρον βζει να στοχημα: we will each write a ghost story, να γρψει ο καθνας τους μια ιστορα με φαντσματα.
     Η νουβλα της Μαρης Γκντγουιν που προκυψε απ το στοχημα, ο "Φρανκενστιν", θα μενει στην ιστορα ως αρχτυπο του εδους. Ο γιατρς Πολιντρι γραψε επσης δο ιστορες: το "Ernestus Berchtold, or The Modern Oedipus" και μα ακμη που ­αν και λιγτερο γνωστ απ τον "Φρανκενστιν"­ μελλε να ‘χει τερστια διδοση: ο "Βρυκλακς" του θα εμπνεσει εκατοντδες ργα της παραλογοτεχνας και του μελοδρματος και οπωσδποτε να ακμη αρχετυπικ ργο: τον Δρκουλα του Ιρλανδο Μπραμ Στκερ το 1897. Τα 2 απ τα 3 βιβλα που ανεφρθησαν χουν το κντρο της μπνευσς τους αποκλειστικα σε κενο το καλοκαρι του 1816.
     Η βιβλιογραφα για τους Μπιρον και Σλε αφιερνει πολλς σελδες σε εκενο το καλοκαρι στη λμνη Λεμν, που οι Σλε (Πρσι, Μαρη και Κλερ) με τους Μπιρον και Πολιντρι αντλλαξαν ιδες, ερωτικ χδια και ψυχικς εμπειρες. Η συνντηση αυτν των πντε προσπων συμπυκννει και μνο αν περιοριστομε στα ιστορικ τεκμρια, μια γενναα ποστητα εκρηκτικο μεγματος λογοτεχνας και πραγματικτητας.
     Ο Μπιρον εναι ο μεγαλτερος της παρας, 28 ετν, χωλς στο να πδι, καρπς του δετερου γμου ενς τυχοδικτη λοχαγο με μια πλοσια λαδη. Ηταν 20 ετν ταν νας θεος του κληροδτησε τον ττλο του λρδου. Η γκουβερνντα του, Μι Γκρι, τον μυοσε εκενη την εποχ εκ παραλλλου στην καλβινιστικ ηθικ και στη σεξουαλικ γνση. Ανμεσα στο 1800 και στο 1814 προλαβανει να ερωτευτε νηβες κρες, εξαδλφες, την ετεροθαλ αδελφ του Αυγοστα αλλ και την Αναμπλα Μιλμπνκε την οποα και παντρεεται.
     Το διο διστημα σπουδζει στο Κιμπριτζ, διεκδικε τη θση του στη Βουλ των Λρδων και περιπλανιται στην Ιβηρικ, στη Μλτα, στην Αλβανα, στην Ηπειρο, στην Ελλδα και στην Τουρκα, ταξδια που θα καταλξουν στα δο πρτα cantos του περφημου "Τσιλντ Χρολντ". Η κδοση του τελευταου το 1812 θα τον καταστσει δημοφιλ εν μια νυκτ.
     Το 1814 γεννιται η κρη του Μεντρα Λι, απ την αδελφ του Αυγοστα, και το 1816 η Αυγοστα ντα απ τη γυνακα του Αναμπλα. Λγο μετ χωρζει τη τελευταα κι η λονδρζικη high society του επιτθεται ερεθισμνη απ το αλλκοτο menage a trois που κυριαρχοσε στο σπτι του.
     Τον Μρτη του 1816- εγκαταλεπει την Αγγλα, μετ απ τα σκνδαλα, με μια τερστια ταξιδιωτικ μαξα, για την Ευρπη και την Ανατολ , για να μη ξαναγυρσει ποτ. Τον Μη φτνει στη Γενεη και νοικιζει στις χθες της λμνης Λεμν τη βλα Ντιονττι. Τον συνοδεει ο Πολιντρι, που 'χει επιφορτιστε απ τον εκδτη του Μπιρον να κρατσει ημερολγιο του ταξιδιο. Ο Σλε, η Μαρη Γκντγουιν κι η Κλερ Κλρμοντ βρσκονται δη εκε.
     Ο Πρσι Μπσι Σλλευ εναι ττε 24 ετν. Πεισματικ θεος απ μικρ ηλικα (στο κολγιο Ιτον τον φναζαν ο θεος του Ιτον) κι ανεξρτητη φση, φησε το σπτι του στα 19 του απγοντας συνμα τη 16χρονη Χριετ Γουστμπρουκ. Στο διστημα που χει μετατρψει τη να διαμον του σε κοινβιο νεαρν αναρχικν γνωρζει τη Μαρη, την (επσης 16χρονη) κρη του Γουλιαμ Γκντγουιν (1756-1836) και της Μαρης Γολστουνκραφτ (1759-1797), δο περφημων ελευθεριακν διανοουμνων. Η Μαρη Γολστουνκραφτ πθανε κατ τη γννηση της Μαρης αφνοντας πσω της να ακμη κορτσι απ λλη σχση της, τη Φνι μλε. Οταν ο Πρσι γνωρζει τη Μαρη, χει δη απ τη Χριετ μα κρη, την Ινθη, τον επμενο χρνο αποκτ κι να γιο, εν με διαφορ μερικν μηνν αποκτ κι απ τη Μαρη μα κρη που μως πεθανει σχεδν αμσως. (Η πρτη ερωτικ επαφ της Μαρης με τον Πρσι γινε πνω στον τφο της μητρας της). Τον επμενο χρνο (1816) η Μαρη γενν τον Γουλιαμ, αγαπημνο γιο του Σλλευ.
     Ο Τζον Γουλιαμ Πολιντρι, γιος ενς ιταλο εκπατρισμνου, εναι 20 ετν. Απφοιτος της Ιατρικς, με διατριβ για την υπνοβασα (επινησε τον ρο Ονειροδνια), σημος, ονειροπλος νος ιταλοαγγλικς καταγωγς, επιφορτισμνος με τη φροντδα της υγεας του ποιητ απ τη μια και πιθαντητα με τη συγγραφ ενς ημερολγιου του ταξιδιο που φανεται να του ανθεσε ο Λονδρζος εκδτης του Βρωνα. Κανες απ τους παρευρισκομνους στη λμνη Λεμν δεν του φρεται καλ ­ με πιθαν εξαρεση τη Κλερ Κλρμοντ. Ο Πολιντρι θαυμζει σε υστερικ βαθμ τον Βρωνα κι ελπζει να του συμπαρασταθε στις επανειλημμνες λογοτεχνικς του αππειρες, εκενος μως τον περιφρονε συστηματικ.
     Στη Γενεη θα συναντσουν τους Σλλευ κι λη την υπλοιπη παρα. Συνθιζαν να διαβζουν και ν' απαγγλουν βιβλα κι αυτ τη νχτα εχαν διαλξει μια ανθολογα αγγλικν ιστοριν τρμου με τον ττλο "Ιστορες Των Νεκρν". Μετ την απαγγελα ο λρδος Βρωνας πρτεινε να γρψει ο καθνας απ μα ιστορα τρμου. Ο Σλλευ γραψε μια ιστορα για να φντασμα που πγε πατη, ο Βρωνας να κεφλαιο απ μια ιστορα που δεν θυμμαι τρα (αυτ κι αν πγε πατο), η Μαρη Σλλευ στην ουσα ξεκνησε τον Φρανκεστιν τον οποο θα ολοκλρωνε αργτερα κι ο Πολιντρι γραψε μια ιστορα με ττλο "the vampyre". Σε αυτ την ιστορα του Πολιντρι βασστηκε ο Μπραμ Στκερ για να γρψει τον περφημο Δρκουλα.
     Στα περχωρα της προεπαναστατικς Αθνας, ο Polidori παρουσιζει τον Βρωνα, τον σχεδν εθνικ μας ρωα, ως βρυκλακα που προορζεται να μεταφρει το μασμα στην αγγλικ κοινωνα. Ο λρδος Βρων εχε δη πραγματοποισει να ταξδι στην Ανατολ, περνντας απ την Ελλδα, το 1809-1811. μελλε, ως θερμς φιλλλην, να επανλθει, για να βρει πρωρο θνατο στο Μεσολγγι, το 1824, σε ηλικα 36 ετν.
     Μα πολ διαδεδομνη φμη στην Αγγλα του 19ου αινα ταν τι ο λρδος Βρωνας ταν βρυκλακας.

   "Ο Βρυκλακας, λλωστε, θα διαβαστε οπωσδποτε. Το συνιστον το νομα του συγγραφα, η φμη των περιπετειωδν ταξιδιν του, του μυθδους του χαρακτρα και της ευφυας. Προμηνει στους ζηλωτς αυτο του εδους λογοτεχνας τις πιο ντονες εντυπσεις που μπορε να προξενσει να πνευματικ ργο και υπσχεται να εξωθσει το λεος και το φβο ς το σπαραγμ και το γχος. Ο Βρυκλακας, με τον φρικαλο ρωτ του, θα τρομοκρατσει τα νειρα λων των γυναικν. Και σε λγο, σως, το τρας αυτ, χρη σε μια να εκταφ, θα παραχωρσει το ασλευτο προσωπεο του, την υπκωφη φων του, "το ψυχο γκρζο του μτι που, στυλωμνο στο πρσωπο του αντικειμνου της προσοχς του, δεν φαινταν να διεισδει και μ να μνο βλμμα να φθνει μχρι τα μχια της ψυχς -παρ πεφτε στο μγουλο με μια μολυβδνια λμψη και βραινε πνω στην επιδερμδα που δεν λεγε να διαπερσει"- θα προσφρει, λω, λον αυτ το συρφετ του μελοδρματος στη Μελπομνη των βουλεβρτων!" Charles Nodier (1819).

     Tο "Vampyre" του Polidori εναι μια εξαιρετικ μικρ ιστορα που για τα δεδομνα της εποχς σγουρα φνταζε πρωττυπη κι ενδιαφρουσα. Γργορη πλοκ χωρς να χρονοτριβε, ο συγγραφας μας παρουσιζει την "γννηση" του βρυκλακα και των ιστοριν του. να εδος ( romantic vampire genre of fantasy fiction ) κι να περιεχμενο που γινε αρκετ δημοφιλς στα μετπειτα χρνια. Μακβριο και σκοτειν, κρατ τα πρωτεα στη δημιουργα ενς απλυτα αιμοβρου πλσματος - που δεν λαμπιρζει στον λιο!! μπνευση για πολλους μετπειτα συγγραφες .

==============================

                                                        Το Βαμπρ

     λα συνβησαν στη μση της χειμερινς κοσμικς σεζν, στο Λονδνο. Ττε, κανε την εμφνισ του, στις διφορες συγκεντρσεις της υψηλς κοινωνας, νας ευγενς, ο οποος ξεχριζε περισστερο λγω των ιδιορρυθμιν του παρ εξαιτας του ττλου του. Παρατηροσε με προσοχ την εθυμη ατμσφαιρα που τον περιτριγριζε κι μοιαζε σα να μη μποροσε ο διος να διασκεδσει μαζ με τους λλους. Προφανς, τα σιγαν γελκια των παρευρισκομνων, του αποσποσαν την προσοχ και μποροσε με να και μνο βλμμα του, να τα καταπνξει, σκορπζοντας τον φβο στις καρδις των πιο απερσκεπτων. Εκενοι που βωναν αυτ το ασθημα δους , αδυνατοσαν να εξηγσουν την αιτα που το προκαλοσε.
     Κποιοι το απδιδαν στα νεκρ, γκρζα μτια του, που, ταν καρφνονταν επνω στο αντικεμενο της παρατρησς τους, μοιαζαν αδιαπραστα, εν με να του βλμμα μποροσε να φτσει ως τα μχια της ψυχς του καθενς. μοιαζε καλυμμνος πσω απ το γκρζο, περβλημα του προσπου του, πρου τον καθιστοσε απροσπλαστο. Ωστσο, αυτς οι παραξενις ταν που του εξασφλιζαν τις προσκλσεις σε λα τα σπτια.
     λοι επιθυμοσαν να τον δουν κι σοι ταν μαθημνοι σε διφορες βαιες συγκινσεις, και τρα λγιζαν κτω απ το βρος της πλξης, απολμβαναν να βλπουν κτι που τους κντριζε το ενδιαφρον. Παραβλποντας τη νεκρικ απχρωση του προσπου του, που ποτ δεν παιρνε ναν ζωηρτερο τνο, ποτ δεν κοκκνιζε οτε απ συστολ οτε απ την νταση κποιου δυνατο συναισθματος, παρλο που σε γενικς γραμμς θα μποροσε να θεωρηθε μορφος, πολλς απ τις πιο τολμηρς κυρες, προσπθησαν να κερδσουν την προσοχ του και πραγματικ, ως να βαθμ εισπραξαν κτι που θα μποροσε να θεωρηθε ως τρυφερτητα.
     Η λαδη Μρσερ, την οποα ειρωνεονταν λοι οι κακοπροαρετοι του καλο κσμου, απ ττε που παντρετηκε, του ριχνταν απροκλυπτα κι κανε το παν προκειμνου να της δσει λγη σημασα. Ββαια οι προσπθεις της δεν εχαν και καννα σπουδαο αποτλεσμα, γιατ, ταν εκενη στεκταν εμπρς του, παρλο που εκενος την κρφωνε ολοφνερα με τα μτια του, μοιαζε ταυτχρονα να την αγνοε. λες οι αδιντροπες προκλσεις της πεσαν στο κεν κι τσι αναγκστηκε να τα παρατσει.
     Αλλ παρλο που αγνοοσε επιδεικτικ τις κοινς μοιχαλδες, δεν αδιαφοροσε ολτελα για τις γυναικεες παρουσες που τον περιτριγριζαν. Απλ μιλοσε με ττοια διακριτικτητα στις ενρετες συζγους και τις αγνς κρες που λγοι τον παιρναν εδηση. Μλιστα εχε τη φμη του δεινο ομιλητ. σως αυτ να ταν και η αιτα που οι κυρες παρβλεπαν την αποστροφ τους για τον ιδιατερο χαρακτρα του, πιθανς να εκτιμοσαν την προφαν αγπη του για την αρετ. Πντως, τελικ, εκενος κατφερνε να βρσκεται συχν ανμεσα στις γυνακες, τσο σε εκενες που αποτελοσαν καχημα αρετς, σο και σε εκενες που ταν βουτηγμνες στον βορκο της ακολασας.
     Την δια περπου εποχ, ρθε στο Λονδνο νας νεαρς ευγενς ονματι μπρε. ταν ορφανς, εχε μονχα μια αδερφ κι εχε κληρονομσει πολλ χρματα απ τους γονες του, οι οποοι εχαν πεθνει, ταν εκενος ταν ακμα παιδ. Οι κηδεμνες του, τον εχαν παρατσει στην τχη του, φροντζοντας μονχα για την περιουσα του αφνοντας την πνευματικ του κατρτιση στα χρια αδαν παιδαγωγν, με αποτλεσμα να καλλιεργσει ο νος περισστερο τη φαντασα του παρ τη κριτικ του ικαντητα. τσι κατληξε να χει σε μεγλο βαθμ λα εκενα τα ρομαντικ αισθματα περ τιμς και ειλικρνειας, τα οποα καθημεριν καταστρφουν τους νεκοπους ανθρπους του χρματος.
     Πστευε πως λοι προτιμον την αρετ και νμιζε πως η φαυλτητα εδε δοθε απ την θεα πρνοια απλς για να εμπλουτσει την εικνα του κσμου, πως ακριβς βλπουμε να συμβανει και στα ρομντζα. Θεωροσε πως η δυστυχα σων ζοσαν σε φτωχοκλυβα φαινταν στις ταπεινς τους φορεσις, οι οποες μπορε μεν να ταν αρκοντως ζεστς, αλλ την ομορφι τους μποροσε να συλλβει καλτερα το μτι του ζωγρφου, που ξερε πς να απεικονσει τις ακαννιστες πτυχσεις και τα πολχρωμα μπαλματ τους.
     τσι ο νος κατληξε να πιστεει πως τα ορματα των ποιητν αποτελοσαν την πραγματικτητα της ζως. ταν ωραος, ειλικρινς και πλοσιος. Αυτο ταν κι οι λγοι που, μλις κανε την εμφνισ του στους κοσμικος κκλους, τον πολιρκησαν πολλς μητρες οι οποες πσχιζαν να παραφουσκσουν τα προτερματα των συνεσταλμνων υπερβολικ εθυμων κοριτσιν τους.
     Απ την λλη πλευρ, οι κρες, που λαμπαν ολκερες κθε φορ που εκενος πλησαζε και του ριχναν αστραποβλα βλμματα μλις νοιγε τα χελη του, σντομα τον οδγησαν σε μια εσφαλμνη εικνα, σχετικ με τα ταλντα και τα προτερματ του. Κι τσι, καθς ταν προσκολλημνος στον ρομαντισμ της μοναχικς του παρξης, ανακλυψε με κπληξη πως, πρα απ τις φλγες των κεριν που τρεμπαιζαν, χι εξαιτας κποιου φαντσματος, αλλ απ τις ανασαιμις των ανθρπων, δεν υπρχε θση στην πραγματικ ζω για λες εκενες τις αισθαντικς εικνες και περιγραφς, που περιχονταν στα βιβλα που εχε διαβσει παλιτερα. Βρσκοντας, ωστσο, κποια παρηγορι μσα σε λα σα τνωναν τη ματαιοδοξα του, ταν τοιμος να αποποιηθε τα νειρ του, ταν, το φερε η μορα, να συναπαντσει τον παρξενο νδρα που περιγρψαμε προηγουμνως.
     Τον παρατηροσε. Και καθς ο λλος απφευγε να χει μαζ του την παραμικρ επαφ, δεν μποροσε να σχηματσει την ελχιστη ιδα για τον χαρακτρα αυτο του νδρα που φαινταν εντελς απορροφημνος απ τον εαυτ του, που δεν δινε και πολ μεγλη σημασα στα διφορα εξωτερικ ερεθσματα, παρλο που τα αντιλαμβανταν. τσι φησε τη φαντασα του να πλθει λα σα τροφοδοτοσαν την ροπ του προς τις παρατραβηγμνες ιδες και σντομα ρχισε να τον βλπει σαν ρωα ρομντζου, δηλαδ πως θελε να εναι κι χι πως τανε πραγματικ.
     Φρντισε λοιπν να τον γνωρσει, του κανε μεγλες ρεβερντζες και κατφερε σταδιακ, να κνει αισθητ την παρουσα του. Στη πορεα μαθε πως ο Λρδος Ροθβεν εχε κποιες υποθσεις να διευθετσει και στη συνχεια πληροφορθηκε πως ετομαζε τα χαρτι του προκειμνου να ταξιδψει. Φλεγμενος απ επιθυμα να συγκεντρσει περισστερα στοιχεα σχετικ με αυτν τον μοναδικ χαρακτρα, που ως τρα του εχε εξψει τη περιργεια, εξγησε στους κηδεμνες του πως ταν πλον καιρς να κνει να μεγλο ταξδι, σαν κι εκενα που εδ και κμποσες γενις συνηθζουν να κνουν οι νοι, προκειμνου να δουν και την σχημη πλευρ της ζως, στε να αποκτσουν κι εκενοι με τη σειρ τους κποιες εμπειρες σε σχση με τους μεγαλτερος τους και να μη πφτουν απ τα σννεφα κθε φορ που μαθανουν την επιτλεση κποιας σκανδαλδους πρξης, απ εκενες που προκαλον τη θυμηδα και τον εγκωμιασμ, ανλογα με τον βαθμ της αριστοτεχνικς τους εκτλεσης.
     Οι κηδεμνες του δωσαν την γκρισ τους. Ο μπρε σπευσε να ανακοινσει τις προσθσεις του στον Λρδο Ροθβεν και προς μεγλη του κπληξη εκενος του πρτεινε να συνταξιδψουν. Ο νεαρς εξλαβε την πρσκληση ως δεγμα εκτμησης κι αισθνθηκε ολωσδιλου ξεχωριστς, οπτε δχτηκε με χαρ και μετ απ λγες ημρες δισχιζαν τα εγχρια δατα.
     Ως εκενη τη στιγμ ο μπρε δεν εχε την ευκαιρα να μελετσει τον χαρακτρα του Λρδου Ροθβεν και τρα διαπστωνε πως παρλο που εχε πλον τη δυναττητα να παρακολουθε τη δρση του Λρδου, τα πεπραγμνα του, ωστσο, επιδχονταν ποικλες ερμηνεες πρα απ τα ποια προφαν κνητρ του. Ο σντροφς του σκορποσε χρματα αφειδς. Οι αργσχολοι, οι αλτες κι οι ζητινοι λμβαναν απ το χρι περισστερα χρματα απ σα χρειζονταν, για να ανακουφσουν τις μεσες ανγκες τους.
     μως ο μπρε διαπστωσε πως ο Λρδος δε μοραζε με την δια ευκολα τις ελεημοσνες του σε εκενους τους ντιμους ανθρπους που απ κποια αναποδι της τχης εχαν καταλξει πνητες. Αυτος, τους ντιμους ανθρπους, ταν χτυποσαν την πρτα του, τους διωχνε σχεδν κακν κακς. Μα, κθε φορ που κποιος ανθικος ερχταν για να του ζητσει κτι, χι για να ανακουφσει τις ανγκες του, αλλ για να μπορσει να κυλιστε μες στις ασλγειες να βουλιξει ακμα βαθτερα στις ανομες του, αυτς, φευγε πντα γεμτος με πλοσιες φιλανθρωπες. Αυτ ββαια ο μπρε, το απδιδε στη μεγαλτερη επιδεξιτητα των κακν, οι οποοι ταν περισστερο επμονοι απ τους υπλοιπους, τους διστακτικος και σεμνος απρους.
     Αλλ υπρχε και κτι λλο σχετικ με τις φιλανθρωπες του Λρδου, που του κανε ακμα μεγαλτερη εντπωση: λοι εκενοι που δχτηκαν τα χρματ του, μοιραα διαπστωσαν πως αυτ τα λεφτ ταν καταραμνα και ετε κατληξαν στο ικρωμα ετε βυθστηκαν στην πιο απλυτη αθλιτητα. Στις Βρυξλλες και στις λλες πλεις απ που πρασαν, ο μπρε, μεινε κπληκτος με τον φανερ ζλο που δειχνε ο συνταξιδιτης του για λα τα καταγγια του συρμο.
     Αφθηκε να παρασυρθε απ το πνεμα της χαρτοπαιξας. Στοιχημτιζε και πνταρε με μεγλη επιτυχα εκτς απ τις περιπτσεις που ο αντπαλς ταν κποιος σεσημασμνος χαρτοκλφτης. Ττε φρντιζε να χνει περισστερα απ σα εχε προηγουμνως κερδσει. Και πντα διατηροσε το διο ανκφραστο πρσωπο, με το οποο κοταζε τον κσμου που τον περιβαλε.
     Ωστσο δε συμπεριφερταν το διο, ταν τχαινε να συναντσει κποιο γουρο κι αθο παιδαρλι κποιον ατυχ πατρα πολυπληθος οικογνειας. Ττε πντα τους νικοσε, μοιαζε απλυτα συγκεντρωμνος στο παιχνδι και τα μτια του πετοσανε σπθες, σα γτα που παζει με μισοπεθαμνο ποντκι. Σε κθε πλη φρντιζε να αφνει τους επορους νους, που εχαν δεχτε τη φιλα του, εντελς κατεστραμμνους, χωρισμνους απ σους αγαποσαν, μσα σε να υγρ κελ, να αναθεματζουν την ρα και τη στιγμ που τον γνρισαν.
     Επσης πολλο πατερδες που τον συναπντησαν κατληξαν να κοιτζουν με απγνωση τα βουβ πεινασμνα παιδι τους, βλποντας λη την περιουσα τους εξανεμισμνη, σε σημεο που να μην χουν λεφτ, οτε για να καλψουν τις βασικτερες ανγκες του σπιτιο τους. Ποτ δε σηκωνταν απ τραπζι της χαρτοπαιξας με χρματα στις τσπες του. σα εχε προηγουμνως κερδσει απ τα αθα θματ του, φρντιζε να τα χνει αμσως, ως την τελευταα δεκρα. σως ββαια, αυτ να οφειλταν στο τι, κατοι ταν γνστης του παιχνιδιο, υπρχαν ωστσο κποια λλοι περισστεροι ικανο κι μπειροι.
     Ο μπρε θλησε πολλς φορς να το συζητσει αυτ με τον φλο του και να τον ικετεσει να σταματσει τις φιλανθρωπες και τις διασκεδσεις εκενες που σκορποσαν γρω του τον ξολοθρεμ και του απφεραν ελχιστο κρδος. Αλλ το ανβαλε διαρκς, γιατ κθε μρα που περνοσε, λπιζε πως ο φλος του θα του δινε κποια αφορμ, στε να του μιλσει με ειλικρνεια και ευθτητα. Δυστυχς αυτ δε συνβη ποτ.
     Ο Λρδος Ροθβεν μσα στην μαξ του, προσπερνοσε τα γρια και πλοσια τοπα που συναντοσαν στην πορεα τους πντα με τον διο τρπο: Τα μτια του μιλοσαν λιγτερο απ τα χελη του. τσι, παρλο που ο μπρε βρισκταν κοντ στο αντικεμενο της περιργεις του, παρμενε ανικανοποητος και η μνη ευχαρστηση που εισπραττε εχε να κνει με τη μταιη επιθυμα του να ρξει φως σε αυτ το μυστριο, το οποο εχε εξψει τη φαντασα του και τον κανε να πιστεει πως πσω απ λα αυτ κρυβταν κτι το υπερφυσικ.
     Μετ απ λγο καιρ φτασαν στη Ρμη και για να διστημα, ο μπρε, χασε τα χνη του συνταξιδιτη του. Ο Λρδος τον φησε στις φροντδες μιας Ιταλδας κοντσας κι ο διος πγε να εξερευνσει τα μνημεα μιας σχεδν ερειπωμνης πλης. Κι εν ο μπρε περνοσε τσι τον καιρ του, φτασε η αλληλογραφα του απ την Αγγλα, την οποα νοιξε με μεγλη ανυπομονησα. Το πρτο γρμμα ταν απ την αδερφ του, η οποα του στελνε απλς την αγπη της.
     Τα υπλοιπα μως, ταν απ τους κηδεμνες του και τα σα του γραφαν τον φησαν κατπληκτο. Ως τρα μονχα με τη φαντασα του υποψιαζταν πως ο σντροφς του διακατεχταν απ κποια διαβολικ δναμη, πλον μως, αυτς οι επιστολς μεττρεψαν την υποψα σε βεβαιτητα. Οι κηδεμνες του επμεναν να εγκαταλεψει αμσως τον φλο του και τνιζαν πως ο χαρακτρας του ταν φριχτ ακλαστος και γι’ αυτ, η ικαντητ του να αποπλανε, κανε τις κφυλες ξεις του, ακμα πιο επικνδυνες για την κοινωνα.
     Εχε αποκαλυφθε πως η αδιαφορα του για εκενη την μοιχαλδα κοσμικ κυρα δεν προερχταν απ την περιφρνησ του για τον χαρακτρα της. Πως προκειμνου να ενισχσει τις ακρεστες ορξεις του, απαιτοσε απ τα θματ του, τις συννοχους του στην ακολασα, να εκπσουν απ τα ψη της αρετς τους και να συρθον στον βρβορο της πιο επασχυντης ατιμας και υποβθμισης. τσι λες εκενες οι γυνακες που συναναστρεφταν, υποτθεται για την αρετ τους, εχαν, μετ την αναχρησ του, ρξει τις μσκες και δεν ντρπονταν πλον να εκθσουν τα απεχθ τους βτσια σε κοιν θα.
     Ο μπρε αποφσισε να φγει μακρι απ ναν ττοιον νθρωπο, του οποου ο χαρακτρας δεν εχε φανερσει ως τρα το παραμικρ φωτειν σημαδκι, στω κτι, για να αναπαυθε επνω του το βλμμα. Αποφσισε να σκαρφιστε κποια αληθοφαν δικαιολογα και τον παρατσει αμσως, αλλ, στο μεταξ, σκπευε να χει το νου του και μην αφσει τποτα να περσει απαρατρητο. Φρντισε να μπει στο κκλο του Λρδου και σντομα διαπστωσε πως ο Λρδος προσπαθοσε να αποπλανσει την δολη κρη μιας κυρας, την οποας το σπτι επισκεπτταν πολ συχν.
     Στην Ιταλα σπνια απαντται μια ανπαντρη να μσα σε κοσμικος κκλους. Συνεπς ο Λρδος πρεπε να εκτελσει τα σχδι του εν κρυπτ. Ο μπρε επμενε να τον παρακολουθε στεν και σντομα ανακλυψε πως ο Λρδος σχεδαζε μια δολοφονα η οποα σχεδν σγουρα θα εχε ως αποτλεσμα την καταστροφ ενς αθου, αλλ απερσκεπτου κοριτσιο. Χωρς να χνει καιρ, ο μπρε μπκε στα ιδιατερα διαμερσματα του Λρδου Ροθβεν και τον ρτησε ευθως για τις προθσεις του σχετικ με τη δεσποινδα, ενημερνοντς τον παρλληλα, πως γνριζε τι επρκειτο να τη συναντσει απψε κιλας, τη νχτα. Ο Λρδος Ροθβεν επε πως οι προθσεις του δεν διφεραν απ εκενες που ο καθνας θα εχε στην προκειμνη περπτωση. Κι ταν ο μπρε τον πεσε για να μθει αν σκπευε να παντρευτε τη να, εκενος απλ γλασε.
     Ο μπρε αποχρησε κι αμσως γραψε να σημεωμα στο οποο ανφερε πως αδυνατοσε να συνοδεσει τη αυτο εξοχτητα στο υπλοιπο του ταξιδιο του, διταξε τον υπηρτη του να του βρει λλο κατλυμα και ειδοποησε την μητρα της νας, πληροφορντας την για λα σα ξερε, χι μνο σχετικ με την κρη της αλλ και σχετικ με τον χαρακτρα του Λρδου. τσι η συνντηση αποτρπηκε. Ο Λρδος Ροθβεν στειλε απλς, την επομνη, τον υπηρτη του, για να δηλσει τη συγκατθεσ του, σχετικ με την αποχρηση. Αλλ δεν κανε νξη για την παρμβαση του μπρε στα σκοτειν σχδι του.
     Μλις φησε τη Ρμη, ο μπρε κατευθνθηκε προς την Ελλδα και διασχζοντας την χερσνησο φτασε σντομα ως την Αθνα. Καννισε τη παραμον του στο σπτι ενς λληνα και σντομα ξεκνησε την αναζτηση των μισοσβησμνων αρχεων της αρχαας δξας, μσα στα μνημεα που εξιστοροσαν τις σπουδαες πρξεις των ελεθερων ανθρπων, που εχαν πλον καταλξει σκλβοι, και τα οποα ντροπιασμνα εχαν κρυφτε κτω την προστατευτικ επιφνεια του εδφους και τις πολχρωμες λειχνες. Κτω απ την δια στγη με εκενον, ζοσε να πλσμα, τσο μορφο και εθραυστο, που μοιαζε βγαλμνο απ τον πνακα κποιου ζωγρφου, που θελε να απεικονσει τον παρδεισο, πως τον εχε υποσχεθε ο Μωμεθ στους πιστος του, αν και ββαια πσω απ τα μτια της κρυβταν μια αλθεια που δεν συγκαταλεγταν σε οτιδποτε ψυχο.
     τσι πως χρευε μσα στην πεδιδα, ταν αλαφροπατοσε επνω στη βουνοπλαγι, θα νμιζε κποιος πως ξεπερνοσε ακμα και μια γαζλα στη χρη. Γιατ ποιος αντκριζε το βλμμα της, αντιλαμβανταν πως η ολοζντανη ματι της δεν εχε τποτα το ζωδες, κτι που να μπορε να γνει βορ, στα δντια ενς πεινασμνου. Τα απαλ βματα της Ινθης συνδευαν συχν τον μπρε, ταν εκενος βγαινε προς αναζτηση αρχαιοττων και συχν, το κορτσι, χωρς δια να το αντιλαμβνεται, στην προσπθει της να πισει μια πεταλοδα του Κασμρ, αποκλυπτε ολκληρη την ομορφι του κορμιο της και κτω απ το επμονο βλμμα του νου, φαινταν σα να πλεε στον νεμο. Ττε αυτς ξεχνοσε τα γρμματα που εχε μλις αποκρυπτογραφσει απ μια σχεδν σβησμνη επιγραφ, ατενζοντας τη λεπτοκαμωμνη της φιγορα. Συχν οι κοτσδες της λνονταν την ρα που φτερογιζε ολγυρα, αποκαλπτοντας στις αχτδες του λιου τις απαλς, αχνς αποχρσεις των μαλλιν της κι αυτ συντεινε στην αφηρημδα του αρχαιοδφη, που λησμονοσε το αντικεμενο, που πριν λγο, δειχνε τσο σημαντικ για την ορθ ερμηνεα κποιου αποσπσματος του Παυσανα.
     Μα ποιο το νημα να περιγρφει κποιος τις ομορφις που λοι μπορον να νισουν, αλλ καννας δεν εναι σε θσει να τις εκτιμσει; Η να ταν αγν κι ωραα, ανεπηραστη απ τον συνωστισμ των κοσμικν σαλονιν και τις ασφυκτικς αθουσες χορο. Εν εκενος σκιτσριζε τα ερεπια, τα οποα επιθυμοσε να διατηρσει ως αναμνηστικ για το μλλον, αυτ, καθταν στο πλι του και κοταζε τα μαγικ κλπα του μολυβιο του, που αποτπωναν τα τοπα της πατρδας της.
     Ττε η κοπλα, του περιγραφε τον κυκλικ χορ που χορευταν στην ανοιχτ πεδιδα και του σκιαγραφοσε, με λα τα λαμπερ χρματα των νεανικν της αναμνσεων, μια γαμλια πομπ, που θυμταν να χει δει, ταν ταν ακμα μικρ κοριτσκι. Και μετ στρεφταν σε θματα που προφανς της εχαν κνει τη μεγαλτερη εντπωση και του λεγε διφορες διηγσεις που σχετζονταν με το υπερφυσικ, πως τις εχε ακοσει απ τη νταντ της. Η σοβαρτητα με την οποα αφηγοταν λα εκενα που δειχνε ολοφνερα να τα πιστεει, κντριζαν το ενδιαφρον του μπρε. Και συχν, ταν του λεγε την ιστορα για το ζωνταν βαμπρ, που εχε ζσει για χρνια ανμεσα σε φλους και ανθρπους που το αγαποσαν, τρεφμενο απ τις ζως διαφρων αξιαγπητων γυναικν, τσι στε να επεκτενει την παρξ του για μερικος μνες κθε φορ, το αμα του νου πγωνε, παρλο που την περιγελοσε για λες αυτς τις ανοσιες και φριχτς φαντασιοπληξες.
     μως η Ινθη του ανφερε τα ονματα διαφρων ηλικιωμνων ανδρν που τελικ εντπισαν το πλσμα που ζοσε ανμεσ τους, ταν διαπστωσαν πως πολλο κοντινο συγγενες τους και μικρ παιδι, βρθηκαν σημαδεμνοι απ την σφραγδα του αδηφγου φλου τους. Κι ταν εκενη βλεπε πως ο νος παρμενε δσπιστος, τον ικτευε να την πιστψει, γιατ σοι εχαν τολμσει να αμφισβητσουν την παρξη ττοιων πλασμτων, εχαν λβει τις ανλογες αποδεξεις, που τους υποχρωσαν, με συντριβ και πνο καρδις, να ομολογσουν πως λα αυτ ταν αληθιν.
     Του περιγραψε καταλεπτς τη συνηθισμνη εμφνιση αυτν των τερτων και ο τρμος του νου αυξθηκε κατακρυφα, ταν διαπστωσε πως η περιγραφ ταριαζε απλυτα με την εικνα του Λρδου Ροθβεν. Ωστσο εκενος επμενε να προσπαθε να την πεσει πως οι φβοι της δεν ταν αληθινο, παρλο που την δια στιγμ, αποροσε με τις τσες συμπτσεις, που λες επιβεβαωναν τις υποψες του, για τις υπερφυσικς δυνμεις του Λρδου Ρουθβεν.
     Ο μπρε ρχισε να δνεται ολονα και περισστερο με την Ινθη. Η αθωτητ της, που ερχταν σε χτυπητ αντθεση με τις εππλαστες αρετς των γυναικν στις οποες ως τρα εχε αναζητσει τον ιδανικ ρωτα, κρδισε την καρδι του. Και παρλο που βρισκε γελοα την ιδα ενς γμου ανμεσα σε ναν γγλο και μια μικρ, αμρφωτη ελληνδα, ωστσο συνχισε να τον ελκει η σχεδν νεραδνια θωρι της. Κποιες φορς φρντιζε να την αποχωρζεται και με δικαιολογα κποιας αρχαιολογικς εξερενησης, φευγε μακρι της, αποφασισμνος να μην επιστρψει προτο φρει την αποστολ του σε πρας. Αλλ τελικ ποτ δεν κατφερνε να συγκεντρσει την προσοχ του επνω στα ερεπια που τον περιβαλλαν, αφο στο μυαλ του υπρχε μονχα η δικς της εικνα, η οποα κρατοσε το κλειδ λων του των σκψεων.
     Η Ινθη δεν γνριζε τποτα για τον ρωτα του νου και παρμενε το διο αθο παιδ, πως ταν, ταν την πρωτογνρισε. Πντα δειχνε να τον αποχωρζεται με δυσκολα. Αυτ μως συνβαινε επειδ τσι, δε θα εχε με ποιον να επισκεφθε τα αγαπημνα της λημρια, εν ο συνοδς της θα ταν απασχολημνος με το σκιτσρισμα την εκσκαφ κποιου θρασματος, που εχε γλιτσει απ το καταστροφικ χρι του χρνου. Η να εχε ζητσει και τη συνδρομ των γονιν της για το ζτημα των Βαμπρ κι εκενοι, με μεγλη σιγουρι, επιβεβαωσαν την παρξ τους, χλομιζοντας απ τρμο και μνο στο κουσμα του ονματς τους.
     Λγο καιρ αργτερα, ο μπρε αποφσισε να πραγματοποισει μια απ τις εξορμσεις του, η οποα επρκειτο να τον κρατσει απασχολημνο για αρκετς ρες. ταν οι λλοι κουσαν το νομα της τοποθεσας που θελε να πει, με να στμα τον ικτεψαν να μην επιστρψει αργ τη νχτα, καθς πρεπε να περσει αναγκαστικ απ να δσος, απ το οποο ποτ και για καμα αιτα, καννας λληνας δεν περνοσε, μετ τη δση του ηλου. Του το περιγραψαν σαν κατοικα των βαμπρ, που επιδδονταν, εκε μσα, στα νυχτεριν τους ργια κι λεγαν πως βαρις συμφορς πεφταν στο κεφλι εκενου που τολμοσε να διασχσει το μονοπτι τους.
     Ο μπρε δεν πρε στα σοβαρ τις περιγραφς τους και προσπθησε να τους εξηγσει το γελοον του λου πργματος. ταν μως τους εδε να αναρριγον μπροστ στην τλμη του να ειρωνευτε μια ττοια αντερη, καταχθνια δναμη, που αρκοσε το νομ της για κνει το αμα τους να παγσει, ο νος προτμησε να σωπσει.
     Το λλο πρω ο μπρε ξεκνησε για την εκδρομ του, ασυνδευτος. Παρατρησε με κπληξη το μελαγχολικ πρσωπο του σπιτονοικοκρη του και στενοχωρθηκε, ταν κατλαβε πως τα σα εχε πει, κοροδεοντας εκενους τους απασιους δαμονες, εχαν προκαλσει τσο μεγλο τρμο σε αυτος τους ανθρπους. Την ρα που ετοιμαζταν για την αναχρησ του, η Ινθη τον πλησασε, στο πλευρ του αλγου του, και τον ικτεψε πολ σοβαρ να επιστρψει προτο νυχτσει, γιατ η νχτα απελευθρωνε τις δυνμεις αυτν των πλασμτων.
     Εκενος της το υποσχθηκε.
     Παρασρθηκε, ωστσο, τσο πολ απ την ρευν του, που δεν πρε εδηση το φως της ημρας που σβηνε και δεν εδε πως στο βθος του ορζοντα υπρχε να μικρ συννεφκι, απ εκενα που στα θερμτερα κλματα πυκννουν ταχτατα, σχηματζοντας μια τερστια μζα και ξεσπον με μανα επνω στην ερημι της εξοχς. Κποτε, επιτλους, ανβηκε στο λογ του, αποφασισμνος να βιαστε για να αντισταθμσει την καθυστρησ του.
     Το λυκφως, σε αυτ τα ντια κλματα εναι σχεδν γνωστο. Ο λιος δει απτομα και πφτει η νχτα.
Προτο προλβει να απομακρυνθε αρκετ, η δναμη της καταιγδας τον εχε προλβει, οι κεραυνο πεφταν απανωτ, η βαρι, πυκν βροχ διαπερνοσε το πυκν φλλωμα την ρα που γαλζιες, αιχμηρς αστραπς μοιαζαν να σκνε, φωτοβολντας, στα πδια του.
     Ξαφνικ το λογ του τρμαξε και πρασε με τρομαχτικ ταχτητα μσα στο δαιδαλδες δσος. Τελικ το ζο, εξαντλημνο απ την κοραση, σταμτησε κι ο νος διαπστωσε, στο φως μιας αστραπς, πως βρισκταν κοντ σε μια καλβα, που μετ βας ξεχριζε απ τις μζες των νεκρν φλλων και των χαμκλαδων που την περιβαλλαν.
     Κατβηκε απ το λογ του και πλησασε, ελπζοντας να βρει κποιον, για να τον καθοδηγσει ως την πλη, στω να του προσφρει καταφγιο απ την καταιγδα που λυσσομανοσε. Την ρα που πλησαζε, οι κεραυνο σταμτησαν για μια στιγμ κι τσι μπρεσε να ακοσει τις φρικιαστικς στριγκλις μιας γυνακας που αναμειγνονταν με να πνιχτ, θριαμβευτικ, κοροδευτικ γλιο, σχηματζοντας ναν αξεδιλυτο χο. μεινε ναυδος.
     Αλλ νας νος κεραυνς, που ξσπασε πνω απ το κεφλι του, τον αφπνισε και με μια απτομη κνηση νοιξε με βα την πρτα της καλβας. Βρθηκε μσα στο πιο απλυτο σκοτδι. Ωστσο εχε για οδηγ του τον χο. Προφανς η παρουσα του δεν εχε γνει αντιληπτ. Γιατ παρλο που μλησε φωναχτ, οι χοι συνεχστηκαν και καννας δεν φνηκε να τον προσχει. Ττε αισθνθηκε κποιον να τον αγγζει κι αμσως τον ρπαξε. Ττε ακοστηκε μια φων «Ξαν μπροστ μου» την οποα διαδχτηκε να δυνατ γλιο. Ο νος βρθηκε να παλεει με κποιον που φαινταν να χει υπερνθρωπη δναμη.
     Αποφασισμνος να πσει μαχμενος, πλεψε. Αλλ ταν μταιο. Τον σκωσαν στον αρα και τον εκσφενδνισαν με απστευτη βα στο δαφος. Ο αντπαλς του, πεσε επνω του και γονατζοντας επνω στο στθος του, πρασε τα χρια του γρω απ τον λαιμ του. μως τα κακβουλα σχδι του διακπηκαν απ την λμψη ενς πλθους δαυλν, που διαπερνντας το νοιγμα της καλβας, φτιζαν σα να ταν μρα. Ττε το πλσμα σηκθηκε και εγκαταλεποντας τη λεα του, το σκασε απ την πρτα, και, μσα σε μια στιγμ, εχε σβσει ακμα κι ο χος απ τα κλαδι που σπαζαν στο διβα του.
     Η καταιγδα εχε πλον κοπσει. Ο μπρε δεν μποροσε να κινηθε, αλλ σντομα τον κουσαν εκενοι που βρσκονταν απξω. Μπκαν μσα. Το φς των δαυλν πεσε επνω στους τοχους, που ταν καμωμνοι απ λσπη και η αχυρνια σκεπ πνγηκε μσα στην βαρι κπνα. Ο μπρε τους ζτησε να ψξουν εκενη την γυνακα που τον εχε προσελκσει με τις φωνς της. Για λλη μια φορ, απμεινε στο σκοτδι. ταν μως το φως των δαυλν επστρεψε εδε με φρκη πως μετφεραν το ψυχο σμα μιας νεαρς γυνακας. κλεισε τα μτια του, ελπζοντας πως λα αυτ δεν ταν παρ να αποκημα της ταραγμνης του φαντασας. Αλλ μλις τα νοιξε πλι, ξανδε την μορφ της, την οποα εχαν αποθσει στο πλι του.
     Δεν υπρχε χνος χρματος στα μγουλ της, οτε καν επνω στα χελια της. Η ακινησα του προσπου της εχε αντικαταστσει την αλλοτιν της ζωντνια. Πνω στον λαιμ και στο στθος της υπρχε αμα και στο λαργγι της φανονταν τα σημδια απ τα δντια που εχαν ανοξει τη φλβα της. Μλις το εδαν αυτ, οι νδρες που την εχαν βρει, φναξαν λοι μαζ ταυτχρονα, κεραυνοβολημνοι απ τον τρμο:
 -"Το Βαμπρ! Το Βαμπρ!"
     φτιαξαν να πρχειρο φορεο κι ο μπρε τοποθετθηκε στο πλευρ της Ινθης, εκενης, που τον τελευταο καιρ εχε υπρξει το αντικεμενο των πιο φωτεινν και ονειρικν οραμτων του, εν τρα κειτταν νεκρ με το νθος της ζως της ολτελα μαραμνο. Ο διος δεν ξερε τι να σκεφτε – το μυαλ του εχε μουδισει και μοιαζε να απωθε κθε σκψη, αναζητντας καταφγιο στο κεν. Στο χρι του βαστοσε, σχεδν ασυνεδητα, να γυμν, πολ ιδιατερο στιλτο, που εχε βρεθε μες στη καλβα.
     Σντομα συναντθηκαν με λλες ομδες ανθρπων, οι οποοι εχαν επσης βγει για αναζητσουν την εξαφανισμνη κοπλα. Οι θρηνητικς κραυγς τους, την ρα που πλησαζαν στην πλη, φεραν πρτες στους γονες της τα μανττα της φριχτς καταστροφς. Δεν υπρχουν λγια ικαν να περιγρψουν τον πνο τους. ταν μως εξακρβωσαν τον θνατο του παιδιο τους κοταξαν τον μπρε κι δειξαν το νεκρ της σμα. ταν απαρηγρητοι. Κι οι δυο πθαναν απ τον καημ τους.
     Μλις βαλαν τον μπρε στο κρεβτι του, κατελφθη απ βαιο πυρετ που συχν του προκαλοσε παραλρημα. Μσα σε αυτ τα ξεσπσματα, συχν καλοσε τον Λρδου Ροθβεν και την Ινθη και εξαιτας κπου ανεξγητου συνειρμο, ικτευε τον πρην συνταξιδιτη του, να χαρσει τη ζω στην αγαπημνη του. λλοτε πλι καταριταν τον Λρδο, θεωρντας τον ως υπατιο για τον αφανισμ της. Την δια εποχ τυχε να καταφτσει στην Αθνα κι ο Λρδος Ροθβεν και για κποιο μυστηριδη λγο, μλις πληροφορθηκε την κατσταση του μπρε, φρντισε αμσως να εγκατασταθε στην δια με εκενον κατοικα κι γινε ο ακομητος φλακς του.
     ταν τελικ ο νος συνλθε απ το παραλρημ του, μεινε φωνος, γεμτος φρκη, βλποντας μπροστ του εκενον, που την εικνα του εχε συνδυσει με την παρξη των Βαμπρ. Αλλ ο Λρδος Ροθβεν, με τα ευγενικ του λγια, φαινταν σχεδν μετανοιωμνος για εκενο το σφλμα, που εχε σταθε η αφορμ του χωρισμο τους, κι επιπλον, με την προσοχ, την γνοια και τη φροντδα που δειχνε, μπρεσε μσα σε ελχιστο χρνο να τον συμφιλισει με την παρουσα του.
     Ο Λρδος φαινταν αρκετ αλλαγμνος. Δεν μοιαζε πλον με εκενο το απαθς πλσμα που εχε τσο παραξενψει τον μπρε. Αλλ μλις ο νος ρχισε να αναρρνει με ταχτατο ρυθμ, εκενος επστρεψε σταδιακ στην προηγομενη συμπεριφορ του κι ο μπρε δεν βλεπε πια καμα διαφορ, πρα απ εκενες τις φορς, που αντιλαμβανταν με κπληξη, πως ο Λρδος επμενε να καρφνει το βλμμα του επνω του, εν να χαμγελο κακβουλης ικανοποησης τρεμπαιζε επνω στα χελη του. Ο νος, χωρς να μπορε να το εξηγσει, αισθανταν αυτ το χαμγελο να τον στοιχεινει.
     Κατ την διρκεια των τελικν σταδων της ανρρωσς του, ο Λρδος Ροθβεν βρισκε απασχληση στο να παρατηρε τα κματα που σκωνε το δροσερ αερκι στο να σημεινει την πορεα των ουρανων σφαιρν που, πως και η δικ μας, περιστρφονται γρω απ τον σταθερ λιο. Κατ τα λλα απφευγε την επαφ με τους υπλοιπους ανθρπους.
     Το μυαλ του μπρε απ το σοκ που υπστη, εχε αποδυναμωθε σε μεγλο βαθμ και η ελαστικτητα του πνεματος, που κποτε τον χαρακτριζε, φαινταν πως τρα πια, εχε χαθε οριστικ.
     Πλον, προτιμοσε κι αυτς την απομνωση και τη σιωπ, το διο, πως κι ο Λρδος Ροθβεν. Αλλ παρλο που επιθυμοσε τη μοναξι, το μυαλ του δεν μποροσε να ησυχσει μσα στις γειτονις της Αθνας. Κθε φορ που την επιζητοσε ανμεσα στα αρχαα ερεπια, εκε, που σχναζε παλιτερα, αισθανταν την μορφ της Ινθης να στκεται στο πλευρ του. ταν την γρευε στα δση, κατληγε να αφουγκρζεται τα ελαφρι της βματα επνω στη χλη, πως ττε που η να περιφερταν ψχνοντας να βρει ταπεινος μενεξδες. Κι ταν στα ξαφνικ κοταζε πσω του, η τρελ του φαντασα την φερνε μπροστ του, με το πρσωπ της χλωμ, τον λαιμ της πληγωμνο κι να μειλχιο χαμγελο ζωγραφισμνο επνω στα χελη της.
     Αποφσισε λοιπν να αλλξει σκηνικ, και να φγει μακρι απ λα εκενα τα πργματα, που γμιζαν το νου του με πικρς εικνες. Πρτεινε στο Λρδο Ροθβεν, για τον οποο αισθανταν μεγλη υποχρωση λγω των τρυφερν φροντδων που του εχε προσφρει κατ την διρκεια της ασθνεις του, να επισκεφθον λα εκενα τα μρη της Ελλδας, που ακμη δεν εχαν δει.
     Ταξδεψαν προς κθε κατεθυνση και φρντισαν να δουν λα τα αξιοθατα. μως παρλο που περιδιβαιναν βιαστικ απ το να μρος στο λλο, τποτε δεν μοιαζε να τους κεντρζει το ενδιαφρον. κουγαν συχν, να γνεται λγος για ληστς, αλλ με τον καιρ παψαν να δνουν σημασα σε αυτς τις αναφορς, τις οποες θεωροσαν ως απλς επινοσεις εκενων, που προσδοκοσαν να κερδσουν κτι παραπνω, προσφροντας τις υπηρεσες τους ως συνοδο, προκειμνου να προστατψουν τους ταξιδιτες απ διφορους υποθετικος κινδνους.
     τσι φτασαν στο σημεο να αγνοον τις συμβουλς των ντπιων και κποια φορ ταξδεψαν χοντας μαζ τους ελχιστους φρουρος, οι οποοι τους χρησμευαν περισστερο ως οδηγο παρ ως μυνα. ταν μως φτασαν σε να στεν πρασμα, γεμτο απ μεγλος βρχους που εχαν κατρακυλσει απ τους γρω γκρεμος, στο βθος του οποου ξανοιγταν νας ορμητικς χεμαρρος, κατληξαν να μετανισουν για την απρονοησα τους. Μλις που εχαν προλβει να μπονε στη στνωση, ταν, προς μεγλη τους κπληξη, τους υποδχτηκε νας καταιγισμς απ σφαρες που σφριζαν ξυστ απ τα κεφλια τους εν ο αντλαλος απ τις πιστολις φανρωνε πως κπου υπρχαν κμποσοι οπλοφροι. Μσα σε μια στιγμ οι φρουρο τους εγκατλειψαν και κρυμμνοι πσω απ τους βρχους, ρχισαν να πυροβολον προς την κατεθυνση απ που ρχονταν οι σφαρες.
     Ο Λρδος Ροθβεν κι ο μπρε, μιμομενοι το παρδειγμ τους, αναζτησαν προστασα πσω απ μα στροφ που σχημτιζε ο στενς δρμος. Αλλ ντροπιασμνοι, επειδ οι εχθρο τους εχαν στριμξει με αυτν τον τρπο, και τους φναζαν διφορες προσβολς για να τους αναγκσουν να προχωρσουν, αλλ κι επσης, επειδ ταν εκτεθειμνοι και κινδνευαν να χαθον χωρς αντσταση, στην περπτωση που κποιος απ τους ληστς σκαρφλωνε απ πνω τους και τους χτυποσε πισπλατα, αποφσισαν, χωρς πολ σκψη, να προχωρσουν εμπρς, για να συναντσουν τους αντιπλους τους.
     Σχεδν δεν εχαν προλβει, να αφσουν το καταφγιο που τους προσφερε ο βρχος, ταν ο Λρδος Ροθβεν δχτηκε μια σφαρα στον μο, η οποα τον ριξε στο δαφος. Ο μπρε σπευσε να τον βοηθσει, χωρς να ενδιαφρεται για τη δικ του σωματικ ακεραιτητα και σντομα, εδε, προς μεγλη του κπληξη, τα πρσωπα των ληστν να τον περιστοιχζουν, εν οι φρουρο του, μλις κατλαβαν πως ο Λρδος Ροθβεν εχε πληγωθε, παρτησαν αμσως τα πλα τους και παραδθηκαν.
     Με υποσχσεις μιας μεγλης ανταμοιβς, ο μπρε, κατφερε μετ απ λγο, να τους πεσει να μεταφρουν τον πληγωμνο του φλο σε μια καλβα, που βρισκταν εκε κοντ. Και αφο συμφνησαν για το ποσ των λτρων, οι ληστς τον απλλαξαν απ την παρουσα τους, καθς, πλον, μοναδικ τους γνοια ταν η φλαξη του περσματος, μχρι την επιστροφ του συντρφου τους με τα χρματα, για τα οποα ο νος εχε δσει την σχετικ εντολ. Οι δυνμεις του Λρδου Ροθβεν ρχισαν να εξασθενον ταχτατα. Μσα σε δυο μρες η πληγ του παρουσασε μλυνση και ο θνατος μοιαζε να πλησιζει με βιαστικ βματα.
     Η συμπεριφορ του κι η εμφνισ του δεν εχαν αλλξει. μοιαζε να μην χει συνασθηση του πνου, πως παλιτερα εχε δεξει ανλογη αναισθησα και σε λλες περιπτσεις. Αλλ το τελευταο βρδυ, το μυαλ του ρχισε να δεχνει φανερ σημδια ανησυχας, και συχν κρφωνε τη ματι του επνω στον μπρε, ζητντας του, με αφσικη ζση, να τον βοηθσει:
 -"Βοθησ με! Μπορες να με σσεις, μπορες να κνεις και κτι παραπνω… και δεν μιλω για τη ζω μου, δε με μλλει το τλος της παρξς μου, στο διβα της μρας. Αλλ εσ, μπορες να σσεις την τιμ μου, την τιμ του φλου σου".
 -"Πως; Πες μου πως; Θα κνω τα πντα", του απντησε ο μπρε.
 -"Δε ζητ πολλ, η ζω μου σβνει ταχτατα, δεν μπορ να σου τα εξηγσω λα, αλλ αν αποκρψεις λα σα γνωρζεις για μνα, η τιμ μου θα παραμενει ακηλδωτη απ την καταλαλι του κσμου… κι αν ο θνατς μου παρμενε κρυφς για να διστημα στην Αγγλα, εγ… εγ… μονχα ζω".
 -"Δεν θα το μθει κανες".
 -"Ορκσου!" ικτεψε ο ετοιμοθνατος νδρας κι ανασηκθηκε με μια βαιη, απτομη κνηση, "ορκσου σε ,τι χεις ιερ, σε ,τι φοβσαι, ορκσου, πως για ναν χρνο και μα ημρα δεν θα μιλσεις για τα εγκλματ μου για τον θνατ μου, σε καννα ζωνταν πλσμα, οτιδποτε κι αν συμβε, οτιδποτε κι αν δεις".
     Τα μτια του κντευαν να χυθον απ τις κγχες τους.
 -"Ορκζομαι!" επε ο μπρε.
     Ττε ο Λρδος ξανπεσε στο μαξιλρι του, γελντας, και ξεψχησε.
     Ο μπρε πγε να ξαπλσει, αλλ δεν κατφερε να κοιμηθε. λα τα περιστατικ, γρω απ την γνωριμα του με τον Λρδο, του ξανρχονταν στο μυαλ, για κποιον ανεξγητο λγο. ταν θυμθηκε τον ρκο που εχε δσει, τον λουσε κρος ιδρτας, προαισθανμενος πως κτι φρικιαστικ μελλε να του συμβε. Σηκθηκε νωρς το πρω, και την ρα που ετοιμαζταν να μπει στην καλβα, που εχε αφσει το πτμα, συνντησε να ληστ, ο οποος τον πληροφρησε πως ο νεκρς δεν βρισκταν πια εκε μσα, πως τον εχαν μεταφρει στο λημρι τους, στη κορφ ενς κοντινο υψματος, τηρντας την υπσχεση που εχαν δσει στην αυτο εξοχτητα, σμφωνα με την οποα το σμα του πρεπε να εκτεθε στην πρτη παγωμνη αχτδα της σελνης, που θα αντειλε μετ τον θνατ του.
     κπληκτος ο μπρε, πρε κμποσους απ τους νδρες, αποφασισμνος να πει και να θψει το πτμα στο σημεο που τον εχαν εναποθσει. Αλλ, ταν σκαρφλωσε στην κορυφ, δεν βρκε οτε το κουφρι, οτε τα ροχα του, παρλο που οι ληστς ορκζονταν και του δειχναν τον βρχο, πνω στον οποο εχαν ακουμπσει το νεκρ του κορμ. Για κμποση ρα το μυαλ του νου συγχστηκε απ διφορες εικασες, αλλ στο τλος επστρεψε, πεπεισμνος, πως οι ληστς εχαν θψει το πτμα, προκειμνου να του κλψουν τα ροχα.
     Απηυδισμνος απ αυτν τον τπο στον οποο βωσε τσες τρομερς δυστυχες και στον οποο λα φανονταν, να συμβλλουν στην ενδυνμωση της καταθλιπτικς δεισιδαιμονας, που καττρυχε το νου του, αποφσισε να φγει και, μετ απ να μικρ διστημα, φτασε στη Σμρνη. Καθς περμενε κποιο πλοο, το οποο θα τον μετφερε στο Οτρντο στη Νπολη, καταπιστηκε με την τακτοποηση των αντικειμνων που ανκαν στον Λρδο Ροθβεν.
     Ανμεσα στα λλα πργματ του, υπρχε μα θκη, που περιεχε κμποσα πλα, κατασκευασμνα με τρπο στε να εξασφαλζουν το ββαιο θνατο του υποψφιου θματς τους. Υπρχαν αρκετ στιλτα και γιαταγνια. Καθς ο νος τα παρατηροσε, εξετζοντας τα περεργα σχματ τους, ανακλυψε κπληκτος μια θκη, η οποα φερε την δια διακσμηση με το στιλτο, που εχε ανακαλψει στη μοιραα καλβα, γεγονς που του φερε ανατριχλα.
     Θλοντας να χει μεσες αποδεξεις, βρκε το πλο και με τρμο διαπστωσε πως, παρ το παρξενο σχμα του, ταριαζε τλεια μσα στη θκη που κρατοσε στα χρια του. Δεν χρειαζταν κτι παραπνω, για να πιστψει στα μτια του, τα οποα παρμεναν καρφωμνα επνω στο στιλτο. Ωστσο ακμα και τρα, αρνιταν να το πιστψει. Αλλ το συγκεκριμνο σχμα, τα δια εντυπωσιακ, πολχρωμα σχδια που εμφανζονταν, εξσου, επνω στη λαβ και στη θκη, δεν φηναν περιθριο για καμα αμφιβολα. λλωστε και στις δο επιφνειες υπρχαν σταγνες απ αμα.
     φυγε απ τη Σμρνη και στο δρμο της επιστροφς, περνντας απ τη Ρμη, σπευσε να πληροφορηθε για την τχη της δεσποινδας, την οποα εχε προσπαθσει να αποσπσει απ την τχνη της αποπλνησης του Λρδου Ροθβεν. Οι γονες της βρσκονταν σε απγνωση, η περιουσα τους ταν κατεστραμμνη και καννας δεν εχε ακοσει κτι γι’ αυτν, μετ απ την αναχρηση του Λρδου. Το μυαλ του μπρε κντεψε να σαλψει με λες αυτς τις επαναλαμβανμενες φρκες. Φοβταν πως κι αυτ η κοπλα, εχε πσει θμα του δολοφνου της Ινθης.
Σκυθρπιασε και βυθστηκε στη σιωπ. Το μνο που τον ενδιφερε ταν να βιζει τους αμαξδες του, για να κνουν σο το δυνατ πιο γργορα, σα να τρεχε, για να σσει κποιο πολ αγαπημνο του πρσωπο.
     φτασε στο Καλα. να αερκι, που μοιαζε να υπακοει στη θλησ του, σντομα τον φερε ως τις αγγλικς ακτς. σπευσε αμσως στη προγονικ του παυλη κι εκε, για λγο, μες στις αγκαλις και τις φροντδες της αδερφς του, φνηκε να λησμονε λες τις αναμνσεις του παρελθντος. Αν στο παρελθν εχε κερδσει την αγπη του με τις παιδικς της τρυφερτητες , τρα, που ρχιζε πια να γνεται γυνακα, του ταν ακμα πιο απαρατητη σαν συντροφι.
     Η δεσποινδα μπρε δεν εχε κενη την σαγηνευτικ χρη, που μαγνητζει τα βλμματα και κερδζει τον θαυμασμ στις συγκεντρσεις των κοσμικν σαλονιν. Δεν υπρχε, πνω της, χνος απ τη λαμπρτητα που υπρχει μονχα μσα στην θερμ ατμσφαιρα μιας ασφυκτικ γεμτης αθουσας. Τα γαλζια της μτια δε γυλιζαν ποτ απ ελαφρομυαλι. Εχε μια μελαγχολικ γοητεα, η οποα δε φαινταν να πηγζει απ κποια δυστυχα, αλλ απ να μχιο συνασθημα, που φανρωνε πως η ψυχ της γνριζε την παρξη ενς φωτειντερου κσμου. Η περπατησι της δεν εχε εκενη την ελαφρτητα που ξεστρατζει στο κατπι μιας πεταλοδας ενς ντονου χρματος, τουναντον, ταν σοβαρ και γεμτη γνοια. Ποτ, σαν βρισκταν μνη, το πρσωπ της δεν φωτιζταν απ κποιο χαμγελο χαρς.
     Μα, ταν ο αδερφς της, της ενπνεε της τρυφερτητ του και μπρος στην παρουσα της ξεχνοσε εκενες τις θλψεις, που εκενη καταλβαινε πως του εχαν καταστρψει την ηρεμα, ποιος θα μποροσε να ανταλλξει το χαμγελ της με να λλο πιο φιλδονο; μοιαζε λες κι εκενα τα μτια κι εκενο το πρσωπο φωτζονταν απ τον δικ τους ξεχωριστ λιο. ταν μλις δεκαοχτ ετν και δεν εχε ακμα κνει το ντεμποτο της στους κοσμικος κκλους, καθς οι κηδεμνες της εχαν θεωρσει πιο πρπον να το καθυστερσουν, ωστου να επιστρψει ο αδερφς της απ την Ευρπη, τσι στε να μη στερηθε την προστασα του.
     τσι, τρα, εχε αποφασιστε πως η επμενη κοσμικ φιστα, που επρκειτο να γνει σντομα, θα σηματοδοτοσε την εποχ της εισδου της στην υψηλ κοινωνα. Ο μπρε θα προτιμοσε να παρμεναν στο πατρογονικ του και να τρφεται με τη μελαγχολα, η οποα τον εχε καταβλει. Δεν αισθανταν καννα ενδιαφρον για τις φιοριτορες των διφορων εκκεντρικν αγνστων, την ρα που το μυαλ του εχε γνει κουρλι απ τα γεγοντα στα οποα υπρξε αυτπτης μρτυρας. Αλλ αποφσισε να θυσισει την νεσ του, προκειμνου να προστατεσει την αδερφ του. Σντομα φτασαν στην πλη και ρχισαν τις ετοιμασες για την επμενη μρα, κατ την οποα θα λμβανε χρα η κοσμικ συγκντρωση.
     Εχε μαζευτε πρα πολς κσμος -εχε καιρ να οργανωθε μια ττοια εκδλωση κι σοι αδημονοσαν να απολασουν τα χαμγελα των ευγενν, σπευσαν να παρευρεθον. Εκε τανε κι ο μπρε με την αδερφ του. Την ρα που στεκταν σε μια γωνι ολομναχος, αδιαφορντας για σους τον περιτριγριζαν, ενθυμομενος πως σε αυτ ακριβς το μρος, εχε δει για πρτη φορ τον Λρδο Ροθβεν – αισθνθηκε κποιον να τον αρπζει, ξαφνικ, απ το μπρτσο κι κουσε μια γνριμη φων να λει στο αυτ του:
 -"Θυμσου τον ρκο σου".
     Μλις και μετ βας μπρεσε να στραφε λιγκι, καθς φοβταν μπως αντικρσει να φντασμα, ικαν να τον συντρψει, ταν αντιλφθηκε, εκε κοντ, την δια φιγορα που εχε κεντρσει την προσοχ του, στο διο σημεο, πως και ττε που εχε πρωτοεμφανιστε στους κοσμικος κκλους. Εχε καρφσει το βλμμα του, σπου τα μλη του ρχισαν να παραλουν και υποχρεθηκε να πιαστε απ το μπρτσο ενς φλου, και ανογοντας χρο ανμεσα στο πλθος, ρχτηκε στην μαξ του και επστρεψε στο σπτι του. Δισχισε το δωμτιο με βιαστικ βματα κι πιασε το κεφλι του με τα χρια του, σα να φοβταν πως ο εγκφαλς του θα εκραγε απ τις σκψεις.
     Ο Λρδος Ροθβεν ξαν μπροστ του -τα γεγοντα ρχισαν να ξετυλγοντας μσα σε μια φρικιαστικ ακολουθα, το στιλτο, ο ρκος του. Σηκθηκε, δεν μποροσε να πιστψει πως κτι ττοιο θα μποροσε να εναι δυνατ -οι νεκρο να βγανουν απ τους τφους τους!
     Συλλογστηκε πως η φαντασα του εχε γεννσει αυτ το ραμα, και γραπθηκε απ αυτν την εξγηση. Κτι ττοιο δε θα μποροσε να εναι δυνατν, γι’ αυτ αποφσισε να επιστρψει στις κοσμικς συναθροσεις. Ωστσο, παρλο που προσπθησε να ρωτσει σχετικ με τον Λρδο Ροθβεν δεν μποροσε καν να ξεστομσει το νομ του, οπτε δεν κατφερε να αποσπσει κποια πληροφορα.
     Μερικ βρδια αργτερα πγε, μαζ με την αδερφ του σε μια συνντηση κποιων στενν συγγενν του. φησε την κοπλα στις φροντδες της οικοδσποινας και αποσρθηκε σε να απμερο σημεο, που αφθηκε σε λες εκενες τις σκψεις που τον καττρυχαν. ταν τελικ αντιλφθηκε πως οι περισστεροι καλεσμνοι εχαν αρχσει να φεγουν, πρασε σε να λλο δωμτιο κι εκε βρκε την αδερφ του περιστοιχισμνη απ κμποσα τομα, η οποα συζητοσε με προφαν σοβαρτητα. Προσπθησε να περσει και να φτσει κοντ της, αλλ κποιος, απ τον οποο ζτησε να παραμερσει, γρισε και του αποκλυψε κενη τη μορφ, που τσο απεχθαντανε. Πδηξε προς τα εμπρς, ρπαξε το μπρτσο της αδερφς του και με βιαστικ βματα, θλησε την βγλει στον δρμο. Στην πρτα, πεσε επνω σε να πλθος απ υπηρτες που περμεναν τα αφεντικ τους και καθς προσπαθοσε να περσει ανμεσ τους, κουσε ξαν εκενη τη φων του ψιθυρζει:
 -"Θυμσου τον ρκο σου!" 
     Δεν τλμησε να γυρσει, αλλ τραβντας βιαστικ την αδερφ του, σντομα φτασε στο σπτι.
     Ο μπρε κντευε να τρελαθε. Αν προηγουμνως το μυαλ του ταν γεμτο εμμονς γρω απ το λο ζτημα, τρα πλον εχε χειροτερψει, σκεπτμενος αδικοπα πως το τρας, χωρς αμφιβολα, εχε επιστρψει στη ζω. Τρα πια δεν δινε σημασα στις περιποισεις της αδερφς του και μταια εκενη τον ικτευε να της εξηγσει την αιτα της απτομης αλλαγς στη συμπεριφορ του. Αυτς ξεστμιζε μονχα ελχιστες λξεις κι αυτς, της προκαλοσαν τρμο. σο περισστερο σκεφτταν, τσο αξαινε η αμηχανα του. Ο ρκος του τον τρμαζε.
πρεπε λοιπν να επιτρψει σε αυτ το τρας να περιφρεται, γκρεμζοντας τα πντα με μια πνο του, ανμεσα σε λους σους αγαποσε, χωρς να εμποδσει τη δρση του; Θα μποροσε να βλψει ακμα και την δια του την αδερφ. Αλλ κι αν αθετοσε το λγο του και απεκλυπτε τις υποψες του, ποιος θα μποροσε να τον πιστψει;
     Σκφτηκε να πρει την υπθεση στα χρια του, για να ελευθερσει τον κσμο απ αυτ το βδλυγμα. πειτα μως θυμταν πως εχε δη περιγελσει τον θνατο. Για μρες παρμενε σε αυτν την κατσταση, κλεισμνος στην κμαρ του, τρωγε μνον ταν ερχταν η αδερφ του, η οποα με μτια ξεχειλισμνα απ τα δκρυα, τον θερμοπαρακαλοσε, για το χατρι της, να μην εγκαταλεψει τον εαυτ του. Τελικ, μην αντχοντας λλο την ακινησα και την απομνωση, βγκε απ το σπτι του, και πρε τους δρμους, προσπαθντας επμονα να ξεφγει απ εκενη τη μορφ που τον στοχειωνε.
     ρχισε να παραμελε το ντσιμ του και περιπλανιταν, εξσου, κτω απ το μεσημεριτικο φως του λιου αλλ και μσα στη σκοτεινι της νχτας. Εχε καταντσει αγνριστος. Αρχικ επστρεφε με το σορουπο στο σπτι του. Αλλ αργτερα πεφτε να αναπαυθε οπουδποτε τον καταλμβανε η κοραση. Η αδερφ του, ανησυχντας για την ασφλει του, ζτησε απ κποιος ανθρπους να το συνοδεουν. Αλλ σντομα τους κανε λους πρα, καθς ξφευγε απ τους δικτες με τον ταχτερο δυνατ τρπο, δηλαδ με τη σκψη.
     Ωστσο, ξαφνικ, η συμπεριφορ του λλαξε. Συνειδητοποιντας πως με την απουσα του εχε αφσει λους τους φλους του να ζουν με ναν δαμονα ανμεσ τους, που αγνοοσανε τη παρουσα του, αποφσισε να επιστρψει στους κοσμικος κκλους και να τον παρακολουθε απ κοντ, αποφασισμνος να προειδοποισει, παραβιζοντας τον ρκο του, λους εκενους που ο Λρδος Ροθβεν προσγγιζε πιο στεν.
     μως κθε φορ που μπαινε σε μα αθουσα, τα καταρρακωμνα και καχποπτα βλμματ του ταν τσο ντονα κι η εσωτερικ του ανασττωση τσον εμφανς, που η αδερφ του, τελικ, αναγκστηκε να τον ικετψει για να σταματσει την αναζτησ του, για το χατρι της, αφο αυτς οι συναναστροφς τον επηραζαν τσο πολ.      ταν ωστσο τα παρπον της αποδεχτηκαν ανφελα, οι κηδεμνες τους αποφσισαν να προυν ξαν στην κατοχ τους το καταπστευμα, το οποο, παλιτερα, εχαν εμπιστευτε σε αυτος, οι γονες του μπρε.
     Επιθυμντας να τον προστατψουν απ τις κακουχες και τα βσανα, που συναντοσε στις περιπλανσεις του, και προκειμνου να τον διαφυλξουν απ την κθεση στα μτια του κσμου, κνοντας πργματα που φνταζαν τρελ, εγκατστησαν στο σπτι ναν γιατρ, στε να τον φροντζει συνεχς. Ο μπρε δε φνηκε να δνει και μεγλη σημασα στην παρουσα του γιατρο, τσο απορροφημνο ταν το μυαλ του απ λο αυτ το φριχτ ζτημα. Τελικ οι ασυναρτησες γιναν τσες πολλς, στε υποχρεθηκαν να τον περιορσουν μσα στην κμαρ του.
     Μσα εκε παρμενε ξαπλωμνος για μρες, αδυνατντας να σηκωθε. Εχε αδυνατσει, τα μτια του εχαν αποκτσει μια γυλινη λμψη. Κποιο σημδι τρυφερτητας και ανμνησης δειχνε μονχα, ταν η αδερφ του μπαινε στο δωμτιο. Ττε μερικς φορς παιρνε μπρος κι αρπζοντας τα χρια της, ρχνοντς της κτι της ματις, που τη πλγωναν κατβαθα, της ζητοσε να μην τον αγγζει.
 -"Αχ, μη τον αγγζεις, αν με αγαπς, μην πηγανεις κοντ του!"
     ταν μως εκενη του ζητοσε να της εξηγσει, σε ποιον αναφερταν, η μνη του απντηση ταν:
 -"Αλθεια, αλθεια!"
     Και ξαν, βυθιζταν σε μια κατσταση, απ την οποα, οτε κι εκενη δεν μποροσε να τον βγλει. Αυτ κρτησε για πολλος μνες. Σταδιακ, ωστσο, καθς ο χρνος περνοσε, οι ασυναρτησες του ρχισαν να γνονται πιο σπνιες, και το μυαλ του φνηκε να βγανει, κπως, απ το βαθ σκοτδι, εν οι κηδεμνες του παρατρησαν πως, αρκετς φορς μσα στην ημρα, μετροσε με τα δχτυλ του ως ναν ορισμνο αριθμ και μετ χαμογελοσε.
     Κντευε να κλεσει χρνος, ταν την τελευταα ημρα εκενου του τους, νας απ τους κηδεμνες του, μπανοντας στο δωμτι του, ρχισε να συζητ με τον γιατρ σχετικ με το θλιβερ ζτημα του μπρε, που βρισκταν σε μια τσο σχημη κατσταση, εν την επομνη μρα η αδερφ του, επρκειτο να παντρευτε. Αυτ κντρισε αμσως την προσοχ του μπρε. Ρτησε γεμτος αγωνα, με ποιον. Χαρομενοι με αυτ το σημδι που φανρωνε μια επιστροφ στα λογικ του, τα οποα φοβονταν πως εχε χσει, του ανφεραν το νομα του Κμη του Μρσντεν.
     Ο μπρε, ενθυμομενος πως αυτς ταν νας νεαρς Κμης, τον οποον κι ο διος εχε γνωρσει σε κποια συγκντρωση, φνηκε ευχαριστημνος, και τους εξπληξε ακμα περισστερο, ταν εξφρασε την πρθεσ του να εναι παρν στους γμους, καθς επιθυμοσε να δει την αδερφ του. Δεν του δσανε καμα απντηση, αλλ μσα σε λγα λεπτ η αδερφ του ρθε κοντ του. τανε φανερ πως μποροσε ξαν να αισθανθε την επιρρο του υπροχου χαμγελο της. Γι’ αυτ την αγκλιασε και τη φλησε στο μγουλ της, που ταν νοτισμνο απ δκρυα, πετντας απ τη χαρ της, με τη σκψη πως ο αδερφς της μποροσε ξαν να νισει αισθματα τρυφερτητας.
     Αυτς ρχισε να μιλ με λη της συνηθισμνη του ζση και να την συγχαρει για τον γμο της με να τσο διακεκριμνο πρσωπο, που εχε υψηλ θση στην κοινωνα και ταν επιτυχημνος. Ττε, ξαφνικ, πρσεξε να μενταγιν, να κρμεται επνω στο στθος της. Το νοιξε και κπληκτος διαπστωσε πως μσα εκε υπρχε η εικνα του τρατος, που τσο καιρ του βασνιζε τη ζω. ρπαξε το πορτρατο μσα σε ναν παροξυσμ οργς και το ποδοπτησε. ταν εκενη τον ρτησε, γιατ κατστρεψε με ττοιο τρπο την εικνα του μλλοντα συζγου της, την κοταξε, σα να μη καταλβαινε τποτα κι πειτα ρπαξε τα χρια της και κοιτντας της με ξετρελαμνο φος, τη πρσταξε να του ορκιστε πως ποτ δεν θα παντρευταν αυτ το τρας, γιατ αυτς…
     Αλλ δεν μποροσε να συνεχσει, του φαινταν πως για λλη μια φορ, εκενη η φων απαιτοσε να θυμηθε τον ρκο του και γρισε απτομα πσω, νομζοντας πως ο Λρδος Ροθβεν στεκταν δπλα του, αλλ δεν εδε κανναν. Στο μεταξ, οι κηδεμνες κι ο γιατρς, που εχαν ακοσει τα πντα και νμισαν πως λο αυτ ταν να πισωγρισμα στην διαταραχ του, μπκαν στο δωμτιο, τον απομκρυναν απ την δεσποινδα μπρε, ζητντας της να τον αφσει. Αυτς πεσε στα πδια τους, ικτεψε, τους παρακλεσε να αναβλλουν τον γμο για μα ακμα ημρα. Εκενοι αποδδοντας το ξσπασμ του στην παρνοι που κυριαρχοσε μσα στο μυαλ του, προσπθησαν να τον ηρεμσουν και αποσρθηκαν.
     Ο Λρδος Ροθβεν, τους εχε επισκεφτε το πρω μετ απ κενη τη κοσμικ συγκντρωση, και δεν τον εχαν δεχτε, πως δεν δχτηκαν και κανναν λλο. ταν πληροφορθηκε για την ασθνεια του μπρε, κατλαβε αμσως πως αυτς ταν η αιτα της. Αλλ ταν μαθε πως του εχαν διαγνσει παρνοια, μπρεσε με δυσκολα να κρψει τη χαρ και την ευχαρστησ του, απ αυτος που το ανακονωσαν το νο. τρεξε στο σπτι του πρην συντρφου του και με την συνεχ του παρουσα, υποκρινμενος πως τον αγαποσε πολ κι αγωνιοσε για την μορα του, κρδισε, με τον καιρ, την προσοχ της δεσποινδας μπρε. Ποιος θα μποροσε να αντισταθε στις δυνμεις του;
     Εχε να αφηγηθε τους διφορους κινδνους και δυσκολες που πρασε, περιγραφε τον εαυτ του σαν να τομο που δεν εχε κανναν φλο σε αυτν τον κσμο, εκτς απ εκενην, στην οποα μιλοσε. λεγε πως απ ττε που την γνρισε, η ζω του εχε αποκτσει νημα, και πως του αρκοσε να ακοει τα ρεμα λγια της. Τελικ, επειδ ξερε να χρησιμοποιε με αριστοτεχνικ τρπο την τχνη του ερπετο, τελοσπντων, καθς αυτ ταν η βοληση της μορας, κρδισε την αγπη της. Λγω του νου ττλου που κληρονμησε, του ανατθηκε μια σημαντικ θση ως πρεσβευτς, κι αυτ του χρησμευσε σαν δικαιολογα για να επισπεσει τον γμο (παρλο που ο αδερφς της νας ταν σε τσο θλια κατσταση), ο οποος εχε προγραμματιστε μια μρα πριν απ την αναχρησ του, για την Ηπειρωτικ Ευρπη.
     ταν ο γιατρς κι οι κηδεμνες φησαν τον μπρε, εκενος προσπθησε να δωροδοκσει τους υπηρτες, αλλ μταια. Ζτησε χαρτ και μολβι. Του το δωσαν. γραψε μια επιστολ προς την αδερφ του, εξορκζοντς την, αν εκτιμοσε την ευτυχα της, την τιμ της και την τιμ των γονιν της, που κποτε την εχαν κρατσει στην αγκαλι τους, ως την ελπδα τους και την ελπδα του σπιτικο τους, να καθυστερσει τον γμο για λγες ρες, τον οποο αποκρυττε με τις πιο βαρις κατρες.
     Οι υπηρτες υποσχθηκαν πως θα της μετφεραν το γρμμα. Αλλ το δωσαν στον γιατρ, ο οποος θερησε προτιμτερο να μην ενοχλσει το μυαλ της δεσποινδας μπρε, με σα, κατ την ποψ του, ταν απλς το παραλρημα ενς μανιακο. Η νχτα πρασε, χωρς ξεκοραση, καθς οι νοικοι του σπιτιο ταν απασχολημνοι. Κι ο μπρε κουγε, με μια φρκη που εναι δσκολο να περιγραφε με λγια, την φασαρα απ την φορια των προετοιμασιν.
     Μλις ξημρωσε ο χος απ τις μαξες φτασε ως τα αυτι του. Ο μπρε, κντευε να πθει παρκρουση. Η περιργεια των υπηρετν τελικ ξεπρασε την επαγρπνησ τους και ρχισαν να απομακρνονται, αφνοντας τον νο μνο, με τη συντροφι μια αβοθητης, ηλικιωμνης γυνακας. Ττε εκενος ρπαξε την ευκαιρα, πετχτηκε ξω απ το δωμτιο και μσα σε ελχιστο χρνο, βρθηκε στην αθουσα, που βρσκονταν, σχεδν λοι οι καλεσμνοι. Ο Λρδος Ροθβεν, ταν ο πρτος που τον πρσεξε. Τον πλησασε αμσως και αρπζοντς τον με βα απ το μπρτσο, τον τρβηξε βιαστικ ξω απ την αθουσα, φωνος απ οργ. ταν βρθηκαν στη σκλα, ο Λρδος Ροθβεν του ψιθρισε στο αυτ:
 -"Θυμσου τον ρκο σου, και ξρε, πως αν δεν παντρευτ σμερα την αδερφ σου, ττε αυτ θα ατιμαστε. Οι γυνακες εναι αδναμα πλσματα!"
     Λγοντας αυτ τον σπρωξε πσω στους ανθρπους που τον πρσεχαν, οι οποοι ειδοποιημνοι απ την ηλικιωμνη γυνακα, εχαν ρθει για να τον βρουν. Ο μπρε, δεν μποροσε πλον να υπερασπιστε τον εαυτ του. Καθς η οργ του δεν μποροσε να βρει να λλη διξοδο, σπασε να αιμοφρο αγγεο, και το μετφεραν στο κρεβτι. Αυτ φρντισαν να μη το αναφρουν στην αδερφ του, η οποα δεν ταν παροσα κατ την εσοδ του, καθς ο γιατρς φοβταν μπως ταραχθε. Ο γμος τελστηκε κι η νφη με τον γαμπρ φυγαν απ το Λονδνο.
     Η αδυναμα του μπρε, γινταν ολονα και μεγαλτερη. Η εκρο του αματος προκλεσε τα συμπτματα του επερχμενου θαντου. Ζτησε να καλσουν τους κηδεμνες της αδερφς του και ταν το ρολι χτπησε μεσνυχτα, τους διηγθηκε με ηρεμα λα σα εχαν διαδραματιστε, και πθανε αμσως μετ.
     Οι κηδεμνες τρεξαν για να προστατψουν την κοπλα. Αλλ ταν φτασαν ταν πλον, πολ αργ.
     Ο Λρδος Ροθβεν εχε εξαφανιστε κι η αδερφ του μπρε, εχε γνει βορ, για να κορσει τη δψα ενς Βαμπρ!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers