-


Dali &









/




 
 

 

Mansour Joyce Patricia Ades: -

Καλστε με να περσω μια νχτα μσα στο στμα σας
           Διηγηθετε μου τα νειτα των ποταμν
                   Πιστε τη γλσσα μου επνω στο γυλινο μτι σας
                            Δστε μου το πδι σας για παραμνα
                                    Κι ας κοιμηθομε αδερφ του αδερφο μου
Αφο τα φιλι μας πεθανουν πιο γργορα απ’ τη νχτα.



                           Βιογραφικ

     Η Τζυς Μανσορ (Joyce Mansour) τανε ΓαλλοΑιγπτια σουρρεαλστρια ποιτρια γεννημνη ωστσο στην Αγγλα. Γεννθηκε 25 Ιουλου 1928 στο Μπουντεν, στην Αγγλα ως Τζυς Πατρτσια Αντς, (Joyce Patricia Ades) απ ΑιγυπτιοΕβραους γονες. Σποδασε στην Αγγλα, στην Ελβετα και στην Αγυπτο. ζησε στο Κιρο κι τανε πρωταθλτρια της Αιγπτου στα 100 μτρα, ικαν ιππετρια και με ρεκρ στο βδην και στο λμα σε ψος. ταν εγκατλειψε τον αθλητισμ στα 20 της ρχισε να γρφει ποηση. Εκδδει τη 1η της ποιητικ συλλογ Κραυγς (Cris 1953) που χαιρετστηκε θερμ απ το υπερρεαλιστικ περιοδικ Medium και μγεψε τον Αντρ Μπρετν που επικοιννησε μαζ της ενσω ταν ακμα στην Αγυπτο. ταν πγε στο Παρσι με το σζυγ της, γιναν αχριστοι με τον ακαταμχητο πατρα του υπερρεαλισμο. Εχε 1η επαφ με το γαλλικ σουρρεαλισμ ταν μετακμισε εκε το 1953, που εξδωσε 16 βιβλα ποησης και γενικ γινε πασγνωστη και καθιερθηκε σαν σουρρεαλστρια κι γραψε εκτς απ ποηση, πρζα και θεατρικ.



     Το 1947 καμε τον 1ο της γμο, στα 19 της, μα λγω θαντου του συζγου της, ληξε δοξα, στους 6 μνες. 2 τη μετ, καμε το 2ο γμο με τον Σαμρ Μανσορ κι τσι μοιρζονταν στιγμς μεταξ Καρου και Παρισιο. Κπου κει ξεκιν να γρφει στα γαλλικ. Συνεργστηκε και συγχρωτσθηκε με ονματα πως: Alechinsky, Enrico Baj, Hans Bellmer, Gerardo Chávez, Jorge Camacho, Pierre Molinier, Reinhoud, Max Walter Svanberg, κ...



     Τον Απρλη του 1967 παζεται στο Παρσι το μοναδικ της μονπρακτο Le Bleu des Fonds. Μετ τη διλυση της υπερρεαλιστικς ομδας, το 1969, συνεργζεται με τα περιοδικ Bulletin de liaison surrealiste και La Femme surrealiste. Το 1983, παρνει μρος στην εκδλωση που συμμετεχαν ο Ionesco, η Nathalie Sarraute, ο Alain Robbe-Grillet και η Florence Delay για το ανβασμα του θεατρικο της Virginia Woolf  Freshwater.


      Εδ περπατος με τον Αντρ Μπρεττν, στο Παρσι

     Αρχς του 1986 δημοσιεει τη τελευταα της ποιητικ συλλογ με ττλο Trous Νoirs. Λγο αργτερα πθανε απ καρκνο του μαστο 27 Αυγοστου 1986, στο Παρσι, σε ηλικα μλις 58 ετν.
     Ο σζυγς της καταθτει πως τανε λυτρωμνη απ τις υλικς μριμνες, δεν ξερε να βρσει οτε αυγ, ταν ιδιαιτρως προσηλωμνη στις δραστηριτητες των φλων της, δεν διθετε καμα πειθαρχα στο γρψιμο και δεν δινε εικνα συγγραφα. Ο διος δεν την εχε δει ποτ του να γρφει, τα χειργραφ της τα δινε στο γιο της, για να της διορθσει τα ορθογραφικ.



     Η «μικρ μγισσα κατφερε να μαυλσει τους τελευταους μεγλους υπερρεαλιστς», γρφτηκε μετ το θνατ της. Η ποησ της εναι ακαριαα, αφορ αποκλειστικ σους αντχουνε το σμα σε λες του τις σαρκικς υπερβολς, μ’ λα του τα πθη, σ’ αυτος που μπορον να κοιτξουνε τον υπερρεαλισμ σαν να εδος υλοποιημνου, μερικς φορς τερατμορφου, ερωτισμο.
     γρια σαν μαινμενη λαινα, πουλη σαν πεινασμνη αινα, σκληρ σαν ατσλι, σωματοβρα σα γερακνα που αναζητ τροφ, η ποηση της Τζος Μανσορ. Επιθετικ σαν τγρης που κυνηγ το θραμ της, ειρωνικ σαν το εδωλο του θαντου που προβλει πνω στον καθρφτη των ερτων μας. Προκλητικ των αισθσεν μας, ανατρεπτικ των ελπιδοφρων βεβαιοττων μας, σκοτειν ερωτικ κι αλλκοτα πνθιμη. Πολλαπλ βαιη κι ενστικτδης εισδει τροπαιοφρα στα στοιχειωμνα ερωτικ μας νειρα. Μια ποηση ξαφνικ αστραπ, που μας ρχεται απ το πουθεν και μας κεραυνοβολε ανελητα. νας ποιητικς λγος ακανθδης, ξηρς, ατσλινος, σουβλερς. Λξεις που σαν πρκες τρυπνε τη σρκα σου, λξεις κοφτερς λεπδες που χαρσσουνε τις φλβες σου, λξεις κολασμνες που συνδαυλζουνε τους απκρυφους πθους σου. Σε τυφλνει η ερωτικ τους αγριτητα, συσκοτζει κθε προσδοκμενη βεβαιτητα της σκψης σου. Λξεις που μας φανερνουνε το μεδολι τους, καθς ρχνονται με βα πνω στην σπρη σελδα.



     Εικνες ποιητικς απελπισας, φρικτς ευωχας, εφιαλτικς μθεξης. Εικνες που τεμαχζουνε την δια την ερωτικ της επιθυμα. Το αντρικ σμα υπρχει, μνο και μνο για να εξαντλσει πνω του, την αχαλνωτη φαντασα της. Διαμερισματοποιεται για να αναδειχθε ο μεγαλειδης ερωτικς της οραματισμς. Προβλει τεμαχισμνο σα σπασμνο γαλμα μες απ την μμο του ρωτα, που κουρνιζουνε πνω στα μλη του ερωτευμνες κουρονες. Κτηνδης ερωτικ  η ματι της κι ενοτε πρστυχη, καθαρ λεσβιακ. Κολασμνο το ερωτικ της βλμμα ταν μας μιλ για το αντρικ μριο, μως ο λγος της δε χνει την αθωτητ του.
     να γυναικεο κοταγμα «παγερ πυρκαγι» (στχος της) που πυρπολε την ατμσφαιρα. να βλμμα που χαδεει ανατριχιαστικ το σμα του λλου, να βλμμα που θωπεει τα αντρικ μλη φλεγμενο απ γυναικεο πθο σεξουαλικς ελευθερας. Το αντρικ σμα στην ποηση αυτς της αγαπημνης ποιτριας των Σουρρεαλιστν, εναι το ιερ σμα των μυστικν εραστν της ελευθερας. Η παμφγα ηδον που οδηγε στη γυναικεα χειραφτηση. Η ανεμζουσα ποιητικς της ταυττητα. Η ακρεστη δψα της να υπερβε τα ρια των ερωτικν της οραμτων, της προσωπικς της ελευθερας, της σωματικς ελευθερας κθε γυναικεας φσης.



     Η Μανσορ οικοδομε να γυναικεο ερωτισμ μες στα ποιματ της, να τραχ ερωτισμ, ναν αστλιστο αλλ μορφο ερωτισμ, πρωτγνωρο για την εποχ της. Μας ξαφνιζουν οι εικνες της, μας εκπλσσουν τα ξεδιντροπα ερωτικ της γουργουρητ, η λλειψη οποιασδποτε ερωτικς, συστολς, ηθικς ντροπαλτητας, σεξουαλικς σεμντητας, λεκτικν υπαινιγμν. Νωπς ροκανισμνες των αισθσεων μνμες περννε μπρος στα μτια μας μ’ επιθαντια χρη.

Mansour Et Breton (video document)

     Συντρμμια χειρονομιν εικονογραφονται με δεξιτητα ζωγρφου σ’ ερωτικ οστρο. Τρυφερ αγγγματα, οιμωγς γυναικεας ευαισθησας και ψελλσματα αγπης, φωτογραφζονται με απρβλεπτη καθαρτητα, ρεαλισμ κι  εκφραστικ θρρος, φος στεγν αλλ λαμπερ. Η γυναικεα ποησ της, επαλθευσε τις προσδοκες των υπερρεαλιστν δημιουργν της εποχς της και το κνημ τους, για τη γυναικεα χειραφτηση, τη σωματικ τους αυτοδιθεση, τη σεξουαλικ τους απελευθρωση, εκδλωση κι αποδοχ των πιο απκρυφων ερωτικν τους ενστκτων. Ο καθαρς γυναικεος ποιητικς της λγος, πρ’ απ το τι προσδοκοσανε κι επιδωκαν οι σουρεαλιστς καλλιτχνες, στοχεει ακμα παραπρα, να οδηγσει τον γυναικεο ερωτισμ σε μονοπτια των ενστκτων που δεν εχαν μχρι ττε αναδυθε στην επιφνεια.



     Η γυνακα μσα στην ποηση της Μανσορ, η γυνακα μ’ λο το ερος της σεξουαλικτητς της, μπορε πλον να μιλσει ανοιχτ γι’ αυτ που σεξουαλικ επιθυμε απ το λλο φλο. Να το εξερευνσει η χειραφετημνη ματι της. Να περιγρψει τι περιμνει απ τον σεξουαλισμ του, το πς βλπει τον ντρα επιβτορα της αγπης της, τον πως τον θλει στους χρους συνερεσς των, πως τον επιθυμε. Εναι η γυνακα που απορρπτει την πανρχαια κι εθιμικ ταυττητα του ρλου της, μες στην ιστορα, ετε  ως «Εα» ετε ως «Μδεια» ετε ως παρθνα «Κασσιαν», ετε ως σζυγος «Πηνελπη», της εναι ξνη η επιλογ της «λκηστης», δεν την ενδιαφρει να μπει στα αντρικ ερωτικ κδρα των νεαρν ακλουθων της «Βεατρκης».



     Η Μανσορ τολμ πως τλμησε κι η «Γκαλ», η γυνακα Μοσα των υπερρεαλιστν και τολμ θαρραλα και δυναμικ, εκενη πλον χρησιμοποιε τον ντρα και το σμα του, χι σαν ερωτικ σντροφο για να βεβαισει τον καρποφρο ρλο της μητρτητς της, αλλ σαν ερωτικ αντικεμενο πθου που θα επιβεβαισει τις πιο απκρημνες σεξουαλικς της φαντασισεις. να υπστρωμα Φροδικν αξιν και θσεων κρυφοκαει στο ργο της, πως και στο σνολο σχεδν των σουρρεαλιστν δημιουργν, για την εκπλρωση της γυναικεας σεξουαλικτητας, την αποδοχ των πλων αχαρτογρφητων σεξουαλικν ανθρπινων ενστκτων.



     Η ποηση της Μανσορ, της ποιτριας με το οξ και διαπεραστικ των πθων μας βλμμα, τον ντονο και κυραρχο (για τον καθωσπρεπισμ μας) αναιδ σεξουαλικ της λγο, το απροσποητο της κφρασς της, τις καθαρς κι ασκνιστες απ κθε κοινωνικ ηθικ εικνες της, τις λξεις πρκες που χαρσσουν το σμα των αισθημτων μας, λξεις που κουβαλον το βρος μνο της σκληρτητς τους, ξεδιπλνεται μπρος μας σα φουρτουνιασμνη θλασσα λαγνεας. νας ωκεανς που πλημμυρζει κθε φοβα μας, που παρασρνει στα ερεβδη του βθη κθε ερωτικ ενδοιασμ μας και που με τον πλοτο ζως που κουβαλ και μεταφρει μσα του η ερωτικ του αρμρα και κυματικ αγριδα, απομακρνει τα φοβερ κι εκδικητικ γλαροπολια του θαντου. Του θαντου που κρζει ερωτικ κι εκμαυλιστικ.  Η ποησ της, εναι η γφυρα των νων μοντρνων καιρν που η γυναικεα ερωτικ χειραφτηση βαδζει.

  «…Ο λγος της ενδδει στην ασλγεια, στη σεξουαλικ φρεντιδα που διακλαδζεται στον κανιβαλισμ, στη λαγνεα, στο λεσβιασμ, στο βτσιο, στο μακβριο, στη διαστροφ, σ’ λες τις παρενργειες του ερωτικο παροξυσμο, επιστρατεοντας και την αναισχυντα, προκειμνου να διασαλπσει πως εναι απαρδεκτος ο θνατος», γραψε ο κτωρ Κακναβτος γι’ αυτν. Ο Αντρ Μπρετν ονμασε αυτ το σκανδαλδες κορτσι του υπερρεαλισμο και της μαγγανεας «Κονδυλδες τκνο του ανατολικο παραμυθιο».
     Να πως αναφρεται σ’ αυτν ο Pierre Drachline (Le Monde, 30.8.1986), σε κεμεν του με αφορμ τον θνατ της (27 Αυγοστου 1986):

   «Επαναστατημνη απ νστικτο κι ερωτευμνη με την ελευθερα, η  Joyce Mansour βρσκει στον υπερρεαλισμ την ηχ των πθων της και την απρριψη των αρχν της αστικς ηθικς. μως, παρτι παρνει ενεργ μρος στην λη ζω του υπερρεαλιστικο κινματος, ακολουθε μια προσωπικ πορεα στη πεζογραφα και στη ποηση, στην οποα χει θση μα σεξουαλικ εικονοπλασα, συχν βαιη και ταγμνη αποκλειστικ στη θεραπεα της ομορφις. Εξυμνε το τομο το απελευθερωμνο απ’ λα τα δεσμ».

      Για την ιστορα αξζει να σημειωθε πως τη ποησ της την κανε γνωστ στο ελληνικ κοιν ο υπερρεαλιστς ποιητς κι εκδτης του περιοδικο Πλι Ννος Βαλαωρτης, στα τλη του 1966, ταν στο περιοδικ που εξδιδε, στο τεχος 6/Δεκμβρης 1966, και στις σελδες 23-25, μετφρασε ποιματ της απ τη συλλογ: Απ Τα Σπαργματα.


Φωτ Marion Kalter: Τed Joans, Joyce Mansour, Ννος Βαλαωρτης Alain Jouffroy (εδωλο καθρφτη) στο "A la cloche des hallesστο Παρσι, 1966.

     Πρκειται περ ποησης σπαρακτικς. Μελαγχολικ κι οδυνηρ γραφ. Υπερρεαλιστικς εικνες και θνατος. Ο θνατος ως ρυθμιστς του χωροχρνου. Ο τπος κι ο χρος που ξεδιπλνει τη γραφ της. Η Μανσορ εναι στ’ αλθεια αυτ που κποτε εχε γρψει ο Maurice Chappaz:

   «Το να μνημονεεις την Τζις Μανσορ σ’ να πανραμα σχετικ με τον ρωτα, εναι σα να μνημονεεις ναν απ τους κκλους της κλασης».


     ταν η Mansour εκφρζεται ποιητικ, πργμα που γι’ αυτν εναι το διο με το να ζε και να σκφτεται, μια ελευθερα αλλκοτη αναπηδ μια κι ξω απ’ τα ποιματ της τ διαποτισμνα μ’ ναν ερεβδη και κραυγαλο ερωτισμ διαβρωμνο συχν απ’ το χιομορ. Ο Andre Breton, με αφορμ την νουβλλα της  Les Gisants satisfaits, δεν διστζει να την χαρακτηρσει «οραματστρια». να αδρ φυσιογνωμικ πορτρατο της ποιτριας καθς κι να, ντονα φωτισμνο, ανγλυφο του ποιητικο ταμπεραμντου της δνει παρακτω ο Philippe Andoin στο ργο του: Les Surrealistes (εκδ. Seuil, Paris 1973).

   "[…] Ωστσο λα τα μτια στρφηκαν σε μια νεαρ ταξιδιτισσα, πο μλις εχε φθσει απ τη Αγυπτο. Εναι μια καταπληκτικ ομορφι, παρατηρντας το οξ προφλ της, τη βαρι περικεφαλαα των κατμαυρων μαλλιν της, τα χελη της, τα βλφαρ της, τα γραμμνα φρδια, θα ορκιζταν κανες πς μλις δραπτευσε απ το ανκτορο που οι γραφιδες και οι ιερες του λιου επαγρυπνον στις πριγκηπσσες, κρες του Ακνατον.



     Αυτ η νεαρ γυνακα εναι μια απ τις μεγαλτερες ποιτριες που χει αγκαλισει το υπερρεαλιστικ κνημα. Απλ, κπως επιφυλακτικ αλλ πρσχαρη διατηρντας να χνος αγγλικς προφορς του καλτερου τπου, φερε για διβασμα ποιματα που η σφοδρτητ της, στον τνο και στην εικνα, κοβε την ανσα. Η πιο γρια πρκληση, το πιο διεστραμμνο τσαλαπτημα, η ασθηση της σαρκικς αποχαλνωσης ζωογονημνη και φτασμνη στο πρωμα, η φρεντις του πθου, μεγιστοποιημνου στο μτρο κοσμικο εφιλτη, που λα ξαναγυρζουν στο χος, που το καθετ δαγκνει, γδρνει, πορνεεται και αιμσσει, ττοιο θα ταν το περιεχμενο της ποησης της Joyce Mansour, αξιοσημεωτο και μνο μ’ αυτ, αν λος αυτς ο σλος δεν υποβασταζταν απ την ανεξντλητη κυριαρχα του ρωτα, που οι αμμητοι τνοι του τη ξεσηκνουν, τον ανασπον με εμπυωμνα αματα, τον οργαννουν τον εξαγνζουν".

     Ο δε Κακνβατος στο πρλογο του βιβλου της που μετφρασε ο διος αναφρει:

      «Εκενο που δεσπζει στην ποησ της εναι η δχως μεταπτσεις αναφορ της στο χαοτικ διστημα ανμεσα ρωτα και Θαντου… που εκδηλνεται χι σπνια σε τνους ντελριου. Φτνει στο σημεο να ωθσει τον ρωτα σ’ επθεση, ρχνοντς τον πνω στα τεχη του θαντου, να τα παραβισει, να εισβλλει στην ενδοχρα του. Ο οραματισμς της, γι’ αυτ δεν ορρωδε μπροστ στο μακβριο: ωθε την ερωτικ αναζτηση, την ερωτικ λξη και επαφ να συνεχζεται ανμεσα στους ενταφιασμνους, εκε, μσα στον τφο, εν η σψη προχωρε ραγδαα, και χι ανμεσα στις ψυχς τους που διφυγαν σε κποια ουρνια ενδιαιτματα που θλει μια λλη μεταφυσικ εξαλλοσνη, στους αντποδες της δικς της. Θλει τον ρωτα να διαπερν το θνατο πρα για πρα διτι βλπει το θνατο ακατανκητο δκανο να πολιορκε τον ρωτα σαν να’ ναι το περγραμμ του. Τον ρωτα διαπερατ απ τον θνατο. Τον θνατο διαμπερ απ τον ρωτα. Τον ρωτα εντεταγμνο στους κδικες της μορφογνεσης. Τον θνατο φση της ανακκλωσης των μορφν. Και εναι γι’ αυτ η ποιτρια πληγωμνη, εναι μελαγχολικ, εναι πικρ, εναι αηδιασμνη, εναι δραματικ, εναι χλευαστικ, εναι αναστατωμνη, εναι επαναστατικ… Και εναι ασστολη. Ο λγος της ενδδει στην ασλγεια, στη σεξουαλικ φρεντιδα που διακλαδζεται στον κανιβαλισμ, στη λαγνεα, στο λεσβιασμ, στο βτσιο, στο μακβριο, στη διαστροφ, σ’ λες τις παρενργειες του ερωτικο παροξυσμο, επιστρατεοντας και την αναισχυντα, προκειμνου να διασαλπσει πως εναι απαρδεκτος ο θνατος».

       ΕΡΓΑ ΤΗΣ

-Cris, εκδ. Seghers, 1953 (Κραυγς)

-Dechirures, εκδ. Minuit, 1955  (Σπαργματα).

-Jules Cesar, εκδ. Seghers, 1956  (Ιολιος Κασαρ).

-Les Gisants satisfaits,  εκδ. J.-J. Pauvert,  1958.

-Rapaces, εκδ. Seghers, 1960  (ρνια).

-Carre blanc, εκδ. Le soleil noir, 1966.

Les Damnations, εκδ. Visat, 1967.

-Le Bleu des fonds, εκδ. Le soleil noir, 1968,   (Το γαλζιο των βυθν).

-Phallus et momies, εκδ. Daily Bul,   1969.

-Ca,  εκδ. Le soleil noir, 1970.

-Histoires nocives, εκδ. Gallimard, 1973.

-Faire signe au machiniste, εκδ. Le soleil noir, 1977.

-Trous noirs, εκδ. La pierre d’ Alun, 1986 (Μαρες τρπες).

  Ποιματα απ τις συλλογς Cris, Rapaces, Dechirures, (χουν εκδοθε με τον ττλο Ερωτικ 1975, β κδ. 1978)

=========================

Μελαγχολικ Σαν Την ρημο

Μακριοι εναι οι μοναχικο
κενοι που σπρνουν ουραν στην αδηφγα μμο
κενοι που αναζητον το ζωνταν
κτω απ' τις φορλες του ανμου
κενοι που τρχουνε λαχανιασμνα
μετ απ' νειρο που ξφτισε,
τι αυτο σονται το λας της γης

Μακριοι σοι παραφυλνε
πνω απ' τους ωκεανος της ερμου
κενοι που ακολουθον την αλεπο
και πρα ​​απ τον αντικατοπτρισμ
ο στρουφιχτς ο λιος χνει
τα φτερ του στον ορζοντα
το αινιο θρος γελ στον υγρ τφο
κι αν ακουστε μια δυνατ κραυγ
στα βρχια που 'χουν βυθιστε,
τι κανες τους δεν ακοει τποτα

Η ρημος συνεχζει να κραυγζει,
υπ τον απαθστατο ουραν
με βλμμα καρφωμνο σταθερ πως τ' αητο,
στη διρκεια της μρας ο θνατος ρουφ τη πχνη
το φδι πνγει το ποντκι
ο βεδουνος στη σκην του
το χρνο ακοει να σρνεται
πα' στο χαλκι της αγρπνιας,
λα εναι κε προσμνοντας
μια λξη που 'χει δη ειπωθε
Αλλο

απ' τη συλλογ: (Posthumes Εt Divers 1970) "Μεταθαντια Και Διφορα"

        Αυθρμητες Φλγες

Τη νχτα ο ουρανς εναι εν ολνοιχτο φλο
η φωτι που χνει στο ατραχο νερ, πεθανει
το σμα χνει την ικμδα του
πολ πριν τα μεσνυχτα
θλοντας να πεθνει, πεθανει δη
ο Χρνος εναι ο επικδειος θλος
για κενονε που μπλχτηκε προληπτικς

Τα πτματα νιθουν το θνατ τους
πολ μετ τα σαρντα τους
χους καταπνει μοναχ τα δη ξεχασμνα
οι νεκρο αναπνουν
το βλμμα τους τρυπ τα πντα
το στμα τους στρεβλ σαν ψετικο
απ' το τερστιο χασμουρητ
απ' το τελευταο φτρνισμα
ρουφηγμνο απ την τελευταα κπληξη
με το λξυγκα απ το τελευταο ρψιμο

Αν η Αγπη εναι γιος του ματιο
η φωτι εναι ο γιος του ξλου
κι ο νεμος ο γιος του τποτα
Ακμα και τα δση μπορον να ελπζουν
για μια φωτι-σκοπα
Υπρχει πνος μεγαλτερος απ του ρωτα το κεντρ,
απ' το δικ μου;

Το ξος ξαναξυπνει τις πληγς
κι ακονζει τις μτες των στρων η αγρπνια
μια ανσα απτομη πολ, εξανεμζεται
Αν ο Θες ταν χαρταετς
ποι στο διολο ταν η Γεωργα Σνδη;

Υπρχουνε Σταυροδρμια

Υπρχουν σταυροδρμια που τη νχτα
η χαρ πηδ στη ρχη
κενου που τα διαβανει
μια ττοια παγερ αυγ με παγωμνο αγρα
ο αποκεφαλισμς πεθανει
στεκμενος πιο κτω
κορμ με κορμ στη λασπουρι
γεμζουνε το φορνο
τα σκουλκια
με τρεις δεσις φροντζουνε
τις κρες των ριζν
της σρκας
Κρας θυσιαστηρου
κσμημα σψης
χωρς λλην επιβρυνση παρ τα χρια τους
δεμνα πισθγκωνα
Λουτρ αματος στη Γη της Επαγγελας
προσπκτους για λπασμα
στο βθος-βθος του καθρφτη
υπρχουνε φτυσις
γρατζουνσματα στο χινι
οι ψευδαισθσεις εξασθενον
στα μτια των συντρφων μας
χνο κι ιδρτας της αυταρχικς γυνακας
που γυμν στο πτωμα δονεται απ' το μσος
¨Προχωρετε μπρος" κραυγζει ο Ευαγγελιστς
εναι πια πολ αργ
το πηγδι στεγν ως κι οι μγες φευγτες
στο σμφυρμα της πρασινδας
να λεπτ ρωμα ποδαρλας αιωρεται
κι ακμα
καρφματα απ φαλλ
προσφρονται σαν πυροσβεστρες
ρυθμζοντας τον λιο
Υπρχουνε πτματα ζωνταν στο στμα των παιδιν
ριγ θρηνντας
στο υδραγωγεο που τρχει
πνω απ' τη κοιλδα
Αριο που θα πιομε το αμα των πατρων μας

απ' τη συλλογ: (Faire signe au machiniste 1977) "Γνφω Στο Δημιουργ"

μτφρ:Πτροκλος Χατζηαλεξνδρου Φλεβρης 2018

------------------

     Ενπνια Ψιχων

Δεν εναι απ λθος μου
αν τα μποτια μου εναι καλοχυμνα
μες στο πετσ μου
Δεν θλησα να ξεσηκσω το μορφασμ του πθου σου
ταν βγαλα τη φοστα μου
φασκιωμνος απ ευτυχα κατχτησες τη σχισμ μου

Δεν εναι απ λθος μου
αν χησε ο συναγερμς
και παγιδετηκε το χρι σου
ξεριζθηκε καταδικστηκε ανατρπηκε
κι απ’ το λαιμ κρεμστηκε
μοιο με κοκλα απ κρμα
Δεν εναι απ λθος μου
θελα να σε συγχωρσω

Απ' τη συλλογ: "ρνια" μτφρ κτωρ Κακναβτος

-----------------

Υπρχει αμα στο κτρινο τ’ αυγο
Υπρχει νερ στην πληγ της σελνης
Υπρχει σπρμα στον κτυλο του ρδου
Υπρχει νας Θες στην εκκλησι
Που τραγουδει και χασμουριται.

--

Εξγησα στο ριγωτ γατ
Τους λγους τις εποχς τους καννες της κουκουβγιας
Την προδοσα των φλων τον ρωτα των καμπορηδων
Και τα γεννητορια του χταποδιο με τα σπασμωδικ πλοκμια
Πο σρνει στο κρεβτι μου και δεν αγαπει τα χδια
Ο ριγωτς γτος κουσε χωρς να ανοιγοκλεσει τα μτια του
-Χωρς ν’ απαντσει
Κι’ ταν φυγα
Η ριγωτ του πλτη γελοσε.

--

Δεν υπρχουν λξεις
Μνο τρχες
Στον κσμο χωρς πρασινδα
που τα βυζι μου εναι βασιλιδες
Δεν υπρχουν χειρονομες
Μονχα το δρμα μου
Και τα μερμγκια που εναι πλθος ανμεσα στα μελρρυτα πδια μου
Φορνε τις προσωπδες της σιωπς ταν εργζονται
ρχονται η νχτα και η κτασ σου
Και το βαθ μου σμα αυτ το μαλκιο χωρς σκψη
Καταπνει το ταραγμνο σου ργανο
Την ρα που γεννιται

--

Μια φωλι απ εντσθια
Πνω στο ξεραμνο δντρο του γεννητικο σου οργνου
να μαρο κυπαρσσι ρθιο μσα στην αιωνιτητα
Αγρυπνντας πνω στους νεκρος που τρφουν τις ρζες του
Δυ ληστς σταυρωμνοι σε κοτολτες αρνιο
Ειρωνεονται τον τρτο πο ταν τελεισει η αποστολ του
φαγε τον κρετινο σταυρ του
Ψημνο.

--

Ζομε κολλημνοι στο ταβνι
Πνιγμνοι απ’ τις μπαγιτικες αναθυμισεις της καθημερινς ζως
Ζομε καρφωμνοι στα χαμηλτερα βθη της νυχτς
Τα δρματ μας ξεραμνα απ την κπνα των παθν
Γυρνμε γρω απ’ το νηφλιο πλο της απνας
Δδυμοι στην αγωνα χωρισμνοι απ την κταση
Ζντας τον θνατ μας στο λαιμ του τφου.

--

Εμαι η νχτα
Αυτ η νχτα η παγωμνη απ την κρα ηλιθιτητα της σελνης
Εμαι το χρμα
Το χρμα που γεννει το χρμα χωρς να ξρει γιατ
Εμαι ο νθρωπος
Ο νθρωπος που πιζει τη σκανδλη και σκοτνει τη συγκνηση
Για να ζσει καλτερα.

            Ερωτικ

μτφρ. κτωρ Κακναβτος 1978.

Γυμν θλω να δειχτ στα ωδικ σου μτια
θλω να με δεις να ουρλιζω απ ηδον
τα λυγισμνα κτω απ το μεγλο βρος μλη μου
σε ανσιες να σε σμπρχνουν πρξεις
τα σια μαλλι της αφημνης κεφαλς μου
να μπλκονται στα νχια σου
απ'την παραφορ καμπυλωμνα
τυφλς να κρατισαι ορθς και αφοσιωμνος
απ'του μαδημνου μου κορμιο το ψος
να ξανογεις.

          Κραυγς

Αγαπ τις κλτσες σου...
Το μπηγμνο καρφ στο ουρνιο μγουλ μου
σε με να σ' αγαπ
Ξχασ με
Μην τρτε τα παιδι των λλων
Οι τυφλς μηχανουργες των χεριν σου
νθρωπο ρρωστο απ χλιους λξυγκες
Σ' ανασηκνω στα χρια μου
Σε εδα μσα απ' το κλειστ μου μτι
Γυνακα ρθια εξαντλημνη μαδημνη
Κλεσ με μ το τελευταο μου νομα
Ο νθρωπος που αμνεται
μουν δειλ στο θνατ του
Το κεν στο κεφλι μου επνω
Χτες το βρδυ εδα το πτμα σου
Φτερ παγωμνα
νας γρος κι' η γρι του...
Σ' αρσει να πφτεις στο ξεστρωμνο μας κρεβτι
Περμεν με
Καθισμνη στο κρεβτι μ' ανοιχτς τις γμπες
Εγωιστικ μ' αγαπει εκενη
Δεν εναι απ λθος μου...
Θλεις την κοιλι μου για να τρφεσαι
Στην ακτ που μαντεουμε...
Ναι χω δικαιματα πνω σου
Μ' αρσει να παζω με τα μικροπργματα
να χταπδι γλυκερ και χρυσαφνιο
Η αμαζνα τρωγε το τελευταο της στθος
Οι φτερωμνες γμπες της καμπορας γρις
Θα ψαρεω την δεια ψυχ σου
Εμαι κουρασμνη
Καλοκαθσουνα
Πθηκε που 'πιθυμς μια σζυγο σπρη
Ο λαιμς σου κομμνος
Νγρα νεκρ στην σπρη μμο
Ασλευτα καπολι με καπολι
Φοβται ταρζεται
Οι μγες πνω στο κρεβτι
Η σκι σου χωρς στμα
Μσα στο κκκινο βελοδο της κοιλις σου
Η ανσα σου μσα στο στμα μου
Πσοι ρωτες καναν να κραυγζει...
Γυμν θλω να δειχτ στα ωδικ σου μτια
Το μικρ κορμ σου ισχν...
Πυρετς το αιδοο σου νας κβουρας
Μια γυνακα παρστανε τον λιο
Να σε προκαλον τα στθια μου
Τα βτσια των αντρν

    Σπαργματα

Κλεσ με να περσω...
Υπρχει αμα στο κροκδι του αυγο
Εξγησα στη ριγωτ γτα
Δεν υπρχουν λξεις
Μια φωλι σπλχνων
Εδα τις ηλεκτρικς κκκινες τρχες...
Ζοσαμε κολλημνοι στο ταβνι
νας ντρας αναπαυταν...

Αν το λογο εναι η πατρδα του νομδα
η μγα στο παραβν του τυφλο
και το στθος ο στχος του καρκνου
ο πλεμος δεν εναι παρ το νειρο του τουφεκιο.


Εμαι η νχτα
λα τα πρωιν νας ξαναμμνος αετς
Κορμ μικρ κακοκαμωμνο
Το γλιο μου πετει ψηλ
Πς ν' λαφρσω...
Εδα τη γαλζια αλογτριχα...
Παιδολα που κλαει στο κρεβτι της
Στις σκοτεινς της απελπισις σπηλις
Τρεις χοντρογυνακες κι νας γρος ντρας
νοιξε της νυχτς τις πρτες
Το κκκινο σεντνι
Το κτρινο ανψανε
Ωσν αυγ μες σε κλουβ ...

Τα 8 σχεδιζονται
Ανμεσα στ' αδξια χρια του
Το μυαλ μου φρανε
Σιωπ γιατ ο σκιος . . .
Μες στων νεκρν τα στματα
Ο θνατος εναι μια μαργαρτα πο κοιμται
Πδια γυμν ς τον λαιμ
Μια γυνακα γονατισμνη . . .

Θλω να φγω δχως αποσκευς για τα ουρνια
Στο δωμτι σου στολισμνο . . .
Μη χρησιμοποιετε σαν δλωμα
Ανεβετε μαζ μου τα σκαλι που κατεβζουν
να πδι χωρς παποτσι
Χρευε μαζ μου μικρ βιολοντσλο
Πδια σφιχτοδεμνα
να χρι φτεψα παιδιο
Της θυρωρνας μου το θολωμνο μτι
Βαρθηκα τα ποντκια
Χτυπ το τηλφωνο
Μες στη γαλζια κλινικ...
Η παλρροια φουσκνει...
Οι σπασμο που δονονε το παχ κορμ σου
νοιξε το δχως χελια στμα του
Ζυγσανε τον λευκασμνο με σβεστη ντρα
Πταξες τα μτια μου στη θλασσα

Το πρσωπ μου φωτζεται . . .
Δεν θλω πια το φρνιμο σου πρσωπο
Πλατγιζαν τα ρουθονια σου
Τη νχτα εμαι το αλνι . . .
Κυματζανε βιολι σε ουρνια σκορα
Εσαι ανσυχη αδελφ μου;
Η κρυφ γραφ
Ψυχ μου κλψε που η γη εναι γυμν
Το νερ γουγλουκζει κτω
Μου 'δωσε κπελλα απ αλβαστρο

Σ’ αρσει να πφτεις στο ξεστρωμνο μας κρεβτι
οι παλιο ιδρτες μας δεν σ’ αηδιζουν
τα λερωμνα, απ ξεχασμνα νειρα, σεντνια μας
οι κραυγς μας που στο σκοτειν δωμτιο αντηχονε
λα ετοτα ξεσηκνουνε το αχρταγο κορμ σου,
το σχημ σου πρσωπο επιτλους λμπει
που οι χτεσινο μας πθοι εναι νειρα αυριαν σου

Η ανσα σου μσα στο στμα μου
τα ξερ σου χρια τα νχια σου τα σουβλερ
δεν αφνουνε ποτ το κρεμεζ λαργγι μου
κρεμεζ απ’ την ντροπ την ηδον τη γλκα
τα μελανιασμνα χελια σου βυζανουνε το αμα μου
κι οι στιλβωμνες σρκες μου θα σε ξεσηκνουν πντα
εν τα μτια μου θα μνουνε κλεισμνα.
Πσοι ρωτες καναν να κραυγζει το κρεβτι…

Θλω να κοιμηθ πλι πλι μαζ σου
Τι εναι το χρι μου;
Το πτμα της γιαγις μου
Η ροδαλ μεμβρνη
Βρκα να μανδραγρα
Θυμσου
Μια σταγνα απ κορλλι
Η θελλα χαρζει περιθριο ασημνιο
να ποντκι
λα τα βρδια σαν εμαι μνη
Βρχει μες στο γαλαν κοχλι που 'ναι η πλη
Τη νχτα εμαι βατρχι
Θυμμαι τη μτρα της μητρας μου
Μια τριανταφυλλι σκαρφαλνει...
Σας εδα αγκαλιασμνους μες στον νεμο
κουσ με

------------------

Ο νθρωπος που αμνεται
μπροστ σε δικαστριο πιθκων
Ο νθρωπος που ρωτ, ο νθρωπος που ικετεει
Το κεφλι του κρβεται ανμεσα στις μαλλιαρς του
γμπες
κι οι πθηκοι περιμνουν
κι οι πθηκοι κατηγορονε συνηγορον γελνε
πριν να καταβροχθσουνε τον νθρωπο
τη σπια αυτ μπαννα

----------------

Πταξες τα μτια μου στη θλασσα
ξερζωσες απ τα χρια μου τα νειρ μου
ξσκισες τον μελανιασμνο αφαλ μου
και μες στα πρσινα των μαλλιν μου φκια π’ ανεμζουν
το μβρυο χεις πνξει

---------------------------------

Αφτου σε γνρισα
ψυχ της ψυχς μου
η κθε νεροφδα που ρουφ αλλζει σε φαντσματα
Οι θλιβερς φαγορες
των γυναικν που’ ναι κλειστς στον ρωτα
βαρανουν πνω στις γμπες μου σαν φωλις βατρχων
κι η νεραγκολα των νερλακκων ανογει μπροστ σου
σαν στμα βρμικο καταυγασμνο απ κοροδα
Ομορφανεις το δρμο μου
ψυχ του απραντου ρωτ μου
πως να φλλο πνω σε τφο
πως να δκρυ μσα στη σοπα
Σε κοχεω τη νχτα τεντωμνη στο σχατο,
ρισκροντας να τσακιστ
τον ερχομ σου ευχμενη που ακμα δεν με ξρεις
Κοτα που μια μπλια ολολυγμν πει να σπσει,
στα ξεχαρβαλωμνα μου σαγνια ανμεσα τσιρζει

             τιτλο

Μην τρτε τα παιδι των λλων
γιατ θα σπιζεν η σρκα τους
Μες στα γαρνιρισμνα στματ σας
Μην τρτε του καλοκαιριο τα κκκινα λουλοδια
Γιατ ο χυμς τους εναι παιδιν
Εσταυρωμνων αμα
Μην τρτε των φτωχν το κατμαυρο καρβλι
Γιατ εναι ζυμωμνο με τα ξιν τους δκρυα
Και ρζα θα πιανε στα μακρουλ κορμι σας
Μην τρτε να πεθνουνε να μαραθονε τα κορμι σας
Στρνοντας το φθινπωρο στην πενθοσαν γην
Επνω

------------------

Πρπει να εισπνει κανες τον θνατο
για να γιατρψει το πνεμα του
Το σφεντμι γλεφει τον αγρα
Δχως καλμι
Περιμνω την στροφ του δρμου
Στμα ξερ απο αγρπνια
Κυριευμνη απ φβο

-----------------

Δεν γνωρζεις το νυχτεριν μου πρσωπο
Τα μτια μου λογα τρελ για απεραντοσνη
το στμα μου στολισμνο με αμα γνωστο
το δρμα μου
Στλοι οδηγο τα δχτυλ μου μαργαριταρνια απ τον πθο
θα οδηγον τα βλφαρ σου σα στα αυτι μου
στις ωμοπλτες μου
προς την ολνοιχτη εξοχ της σρκας μου
Τα σκαλοπτια των πλευρν μου στενεουνε στη σκψη
πως η φων σου θα μποροσε να γεμσει το λαργγι μου
πως τα μτια σου θα μποροσαν να γελσουν
Δεν γνωρζεις τη χλομδα των μων μου
τη νχτα
ταν οι φλγες των εφιαλτν αλλφρονες
απαιτον σιωπ
και συσφγγονται οι μαλθακο της πραγματικτητας τοχοι
Δεν ξρεις πως των ημερν μου οι ευωδις πεθανουνε
πνω στη γλσσα μου
ταν οι πονηρο ρχονται με αιωρομενα μαχαρια
πως μνει ολομναχος ο περφανος ρωτς μου
ταν βουλιζω μες στη λσπη της νχτας

----------------------

Θα ψαρεω την δεια ψυχ σου
Μσα στο φρετρο που το σμα σου μουχλιζει
Θ ανασρω την δεια ψυχ σου
Θα ξεριζσω τα τσακισμνα της φτερ
Τα απολιθωμνα νειρ της
Θα τη χψω

------------------

Να σε προκαλονε τα στθια μου
θλω τη λσσα σου
θλω να δω τα μτια σου να βαρανουν
τα μγουλ σου να ρουφιονται να χλωμιζουν
θλω τ'ανατριχισματ σου
ανμεσα στα σκλια μου θλω ν'αστρψεις
πνω στο καρπερ του κορμιο μου χμα
οι πθοι μου χωρς ντροπ να εισακουστονε.

--------------------

Θλω να κοιμηθ πλι πλι μαζ σου
μαλλι μπερδεμνα
αιδοα γαντζωμνα
με το στμα σου για προσκεφλι.
Θλω να κοιμηθ μαζ σου ρχη ρχη
δχως να μας χωρζει ανσα
δχως λξεις να μας περισπονε
δχως μτια να μας διαψεδουν
δχως ροχα.

Θλω να κοιμηθ μαζ σου στθος στθος
συσπασμνη και ιδρωμνη
λαμπυρζοντας με χλια σγκρυα
απ’ την αδρνεια φαγωμνη
της  κστασης τρελ
πνω στο σκιο σου να ‘χω ξεμενει
καταχτυπημνη απ τη γλσσα σου
για να πεθνω ανμεσα στο δντια σου λαγο
τα σπια
ευτυχισμνη.

----------------

Τα χρια σου κορφολογοσανε
μς στο ξεσκπαστο μου στθος
στρουφουλιζοντας ξανθνιες μποκλες
τρυγντας ργες
κνοντας τις φλβες μου να τρζουν
πζοντς μου το αμα
μσα στο στμα μου η γλσσα σου
χντραινε απ μσος
το χρι σου σημδευε με ηδον
το μγουλο μου
πνω στη ρχη μου τα δντια σου
εγρφανε βλαστημις

----------------

Η σκι σου χωρς στμα
χωρς πρτα η κμαρ σου
τα μτια σου χωρς βλμμα
χωρς λεος χωρς χρμα
οι πατημασις σου πνε
χωρς ν’ αφνουνε αχνρια
προς να φως απ φωνς
ασγαστες, που εναι η κλασ μου.

----------------------

σε με να σ’ αγαπ
αγαπ τη γεση απ’ το παχ σου αμα
μσα στο δχως δντια στμα μου
η πυρδα του μου καει το λαργγι
αγαπ τον ιδρτα σου
μ’ αρσει να χαδεω τις μασχλες σου
περρρυτες απ χαρ
σε με να σ’ αγαπ
σε με να γλεφω τα κλειστ σου μτια
σε με να τα τρυπσω με τη
σουβλερ γλσσα
και τη γοβα τους να γεμσω σλιο
σε με να σε τυφλσω.

------------------------

Τραγοδι για πδια
Δδεκα μικρ δχτυλα
εσταυρωμνα πνω σε καρφι
Δδεκα δχτυλα μικρ
παραχωμνα μες στη λσπη
Εγ η ερημικ
εκτοξεω της γμπες μου δχως γνατα
Ρχνω τα πδια μου στη θλασσα
και κοιμμαι πνω στη νοτισμνη μμο
γιατ τα δδεκα μικρ δχτυλα
εναι δικ σου.

-----------------

Κλεσε με να περσω μες στο στμα σου τη νχτα
διηγσου μου των ποταμν τα νιτα
πεσε τη γλσσα σου πνω στο γυλιν μου μτι
δς μου τροφ την κνμη σου.
στερα ας κοιμηθομε του αδελφιο μου αδλφι
μια και πεθανουν τα φιλι μας
πιο γργορα παρ η νχτα.

………………………………………….

Θα κυλιμαι κατ σνα
διασχζοντας το χρο τον ασνορο τον πατο
ξυν σαν ρδου κλυκας
θα σ’βρω νθρωπε αχαλνωτε
νηστευτ καταπιωμνε μες στο βρβορο
γιε της ευκαιρας
και θα κνεις απ μνα
το κρεβτι σου και το ψωμ σου
τα ιεροσλυμ σου.

...........................................................

Στις σκοτεινς της απελπισις σπηλις
μονχη γυροφρνω
μονχη γεομαι κρατα μιαρ
μονχη πεθανω μονχη μου επιζ
δχως αυτι τα ουρλιαχτ των σφγιων
να μην ακοω.
Απ λξεις δειο το στμα μου γογγζει.
Εμαι ο ρωτας ταν τον πλασε ο θες.
Εμαι εγ.
Εμαι ο εχθρς.

μτφρ.:κτωρ Κακναβτος
------------------

              Αμσως
                                  για την S

λ' αυτ γιατ μ' αρσει να κνω ρωτα κτω απ' το νερ
Ν' αλεφω τα μαλλι μου με αρματα ομχλης και χολς
και να παρασρομαι στο βθος του καναπ
μ' να καμπορη ιπποκμο
κι να δχτυλο αλητεας

λ' αυτ γιατ ξρεις πως λλοτε μουνα κλφτρα.

Γιατ χω Ολκερη Ζω Μπροστ Μου

Μταια ζητ να καθρφτισμα της χαρς μου
Στη τρπα που νμιζα θα βρω τη καρδι σου
σκαψα τη τρπα αυτ στο κντρο του κορμιο σου
μ' βενο κι ελεφαντδοντο με πενα κι αμα
Για να κρψω εκε τα γυαλι μου
να γρψω βιστικ το φβο μου
να μθω αν υπρχουν στ' αλθεια φρουλες για το πργευμα
μνο μαρο λουκνικο

Αντιμνημονικ Αυτεμβλιο

                                             για τον Ragnar von Holten

Η κεντρμολη οχλοβο φυτρνει στην ομχλη
το μβρυο χτυπ τη πρτα της ηδονισμνης μτρας
η κραυγ-γιαταγνι σχζει τον αρα το αμα τα μτια ξεχνονται
στον υγρ γαλζιο λαιμ
της αιγυπτιακς χονης
λνε πως γεννθηκα
δσκολα
στην Αγγλα
ο πατρας μου λογο μαλθακ
στραβοπδης και κουφιοκφαλος
περιδιβαζε γραφειοκρτης ανμεσα σε ξνες χρες και στο χαλ
η μνα μου ποτ δεν μαθε πως κπνιζα βαρι τσιγρα
το κοπδι φτασε καθυστερημνο λαχανιζοντας για το "χαλλι"
χυλο και γουργουρσματα
της ψθας
καρκνος
χρα στα δεκαεννι μου χρνια
ρθια ανμεσα σε δυο κερι
εδα στο κκκινο σεντνι των αδκρυτων κλεισμνων μου βλεφρων
δκα διαβατρια ανκδοτα

μτφρ: Τσος Κρφης

-----------------------------

Εγωιστικ μ’αγαπει εκενη,

της αρσει που πνω τα νυχτεριν της σλια
της αρσει που περπατ τ’αλατισμνα χελια μου
πνω στις σεμνες γμπες της, πνω στα πεσμνα στθια της
της αρσει που θρην της νιτης μου τις νχτες
εν αυτ στερεει τα μοσκλα
που απ’τις νομες επιθυμες της αγανακτονε
Δεν εναι απ λθος μου αν τα νχια σου μακρανουν
Δεν εναι απ λθος μου αν τα μαλλι σου μεγαλνουν
Δεν εναι απ λθος μου αν κανες δεν σ’κλαψε
Δεν εναι απ λθος μου αν πγωσες αγαπημνε
Δεν προσδκησα το θνατ σου

--------------------

Ναι χω δικαιματα πνω σου
Σε εδα να στραγγαλζεις τον κκορα
Σε εδα να ξεπλνεις τα μαλλι σου μσα στο βρωμνερο
των υπονμων
Σε εδα μεθυσμνο απ την μπχα των σφαγεων
το στμα γεμτο κρας
τα μτια πλημμυρισμνα μ’ νειρα
να βαδζεις κτω απ το βλμμα ανθρπων ξεπνοσμνων
Μ’αρσει να παζω με τα μικροπργματα
Τ’αγννητα πργματα ρδινα στα μτια μου της τρλας
ξνω, σουβλζω, σκοτνω, γελ.
Νεκρ τα πργματα δεν σαλεουν πια
κι’εγ νοσταλγ τον πυρετ μου της τρλας
λυπμαι τα εκφυλισμνα γονικ μου
θα’θελα ν’αφανσω των ονερων μου το αμα
καταργντας τσι τη μητρτητα.

--------------------

Το μπηγμνο καρφ στον ουρνιο μγουλ μου
τα κρατα που βλαστανουν πσω απ’τ’αυτι μου
οι πληγς μου που δεν γιατρεονται ποτς
το αμα μου που γνεται νερ που διαλεται που ευωδιζει
τα παιδι μου που στραγγαλζω εισακοοντας τις ευχς τους
λα ετοτα με κνουν Κρι σας και Θε σας

----------------------

Υπρχει
νας ξεμοναχιασμνος βρχος αδιαρετος
κτω απ το νταντελνιο μου θηκρι
να μικρ πουλκι με λοξ μτια
που τσιμπει την επιφνεια του φλογισμνου μου βλφαρου
νας περιπαθς σπρος σκλος
ανμεσα στα δχτυλ μου ταν υπογρφω
μια γλυκι ευωδι απ γλα ταν σκοτνω

---------------------------

Γυνακα ρθια εξαντλημνη μαδημνη
οι μαρες γμπες της σαν να πενθον τη νιτη τους
ακουμπ την κυρτωμνη ρχη της στον εχθρικ τοχο
Ρχη κυρτωμνη απ’ των ανδρν τα νειρα
Δε βλπει πως η αυγ επιτλους ρθε
Τσο ταν η νχτα της ατελεωτη

---------------------------

Υπρχει αμα στο κροκδι του αυγο
υπρχει νερ πνω στην πληγ του φεγγαριο
υπρχει σπρμα πνω στον περο του ρδου
υπρχει νας θες μες στην εκκλησα
που τραγουδ και πλττει

--------------------

Η αμαζνα τρωγε το τελευταο της στθος
νχτα πριν την τελευταα μχη
το φαλακρ της λογο ρουφοσε τη θαλασσιν φρεσκδα
κμπαζε
λσσαε
χρεμτιζε το φβο του
που οι θεο κατηφορζανε απ’ τα βουν της επιστμης
μαζ τους φρνοντας ντρες
και τα τεθωρακισμνα

--------------------------------------

Μ’ αρσει να παζω με μικροπργματα
Τ’ αγννητα πργματα ρδινα στα μτια μου της τρλας
ξνω, σουβλζω, σκοτνω, γελ.
Νεκρ πργματα δε σαλεουν πι
κι εγ νοσταλγ τον πυρετ μου της τρλας,
λυπμαι τα εκφυλισμνα γονικ μου
θα ‘θελα ν’ αφανσω των ονερων μου το αμα
καταργντας τσι την μητρτητα

---------------------

Ο θνατος εναι μια μαργαρτα που κοιμται
στα πδια μιας μαντνας σε οργασμ
κι οι χλιες ντελικτες δυσωδες
ζοφερς σαν μια μασχλη
σαν μια καρδι αιματωμνες
κι αυτς μες στα κορμι κοιμονται
των γυμνωμνων γυναικν
που πλαγιζουν στα λιβδια
στους δρμους ζητιανεουν
τη φρουλα του ρωτα
την ψευτοχρυσωμνη

---------------------

Καθρεφτιζμουνα στη βορτσα των νυχιν μου
θυμζοντας την τετργωνη κοιλι μου
τα δντια μου θηρου
τα ενσαρκωμνα μτια μου
περιμνοντας να καταφτσει το αββαιο
βαρτιμα ντυμνη με αφρ απ σαπονι και σκατ
μικρολης παπαγλος μσα σε κλουβ καταχρυσωμνο
αηδιασμνη που δεν κνω τποτα με κρος

---------------------------------

Πνιγμνη σε βυθ ανιαρο ονερου
μαδοσα τον ντρα
τον ντρα αυτ την αλειμμνη μαρο λδι αγκινρα
που με την τροχισμνη γλσσα μου μαχαιρνω, γλεφω
τον ντρα που τουφεκω, που αρνιμαι
αυτν τον γνωστο που εναι αδελφς μου
και που μου στρφει το λλο μγουλο
ταν χνω το μτι του το κλαψιρικο τ’ αρνσιο:
το ντρα που για τα κοιν εναι νεκρς, δολοφονημνος
χτες προχτς και πριν και πλι
μες στα φτωχ του πεσμνα πανταλνια υπερανθρπου

Αφο Δεν Εχεις Κνμες

Αφο εσαι γρος και δχως ατο
Αφο λαχανιαζεις και ιδρνεις μσα στο σκοτδι
Αφο τα χρια σου αναζητονε μιαν υγρ γωνιν για ν’ αποθνουν
Θ’ αγκυλνω το τραγικ σου κοτσουρο με βελνες φνες βαμμνες στο μλι
Και συ νησιτη της νχτας
θα χαχανζεις με τ’ αγκαθερ σου στμα
Αφο εσαι λαλος μ’ λο σου τον τρμο κι οι μρες σου εναι μετρημνες
Αφο δεν χεις κνμες

------------------------

Τι κνεις ταν το χρμα δεν απαντ στην επκληση
Σε ποιο θε πιστεεις ταν το νερ βρωμζει
ταν το σπιο ψωμ ολολζει κτω απ το κρεβτι
ταν η πανοκλα σκεπζει το κορμ σου
με τις σκοτεινς πληγς της
Τι κνεις ταν η αυγ βογκ
Πρπει να τραγουδς αγαπημνη μου
τα τραγοδια των μυρουδιν
Η αναισχυντα των κραυγν σου
πρπει να περιδιαβζει μσα στο σκοτδι των κοιμητηρων
Τλεια χτενισμνο το μαγεμνο αιδοο στιλβωμνο
Τι κνεις ταν μσα στο χρι σου
χιλιοκομματιζεται ο πλεμος
Τι κνεις ταν η αυγ χλωμιζει

--------------------

Τη νχτα εμαι το αλνι στου εγκεφλου τη χρα
τεντωμνο επνω σε φεγγρι απ μπετν
η ψυχ μου ανασανει δαμασμνη απ’ τον νεμο
και τη μεγλη μουσικ των μιστρελων
που μασνε χυρα απ φεγγαρσιο μταλλο
και πετονε και πετον και πφτουν
στο κεφλι μου
αμολημνοι
χορυω το χορ της χαοσνης
πνω στης μεγαλομανας χορεω το σπρο χινι
εν πσω απ το παρθυρ σου εσ
ζαχαρωμνη απ λσσα
λεκιζεις των ονερων σου το στρμα
περιμνοντς με

----------------------

Χτυπ το τηλφωνο
κι απαντ το πος σου
βραχνιασμνου κανταδρου η φων του
κνει τις ανες μου να φρσσουν
και το σφιχτ αυγ που εναι η καρδι μου
τηγανζει

---------------

Το μυαλ μου φρανε
απ’ το φθινπωρο και δθε
αιτα ο αστακς
που κτω απ’ το κρεβτι μου γαβγζει.
Κθε πρω χαρματα
το μτι μου εναι κλειστ
απ’ το φθινπωρο και δθε
αιτα ο κρφος μου απ
ξλο ροδις
που σκληρανει.
Το κρεβτι μου εναι σταυρς
απ’ το φθινπωρο και δθε
αιτα το κορμ σου
που προστζει
και γελ
σο εγ κοιμμαι.
ρχονται τα πρωτοβρχια.

-------------

Η μλισσα που τον καιρ της χνει
σε ανθν επνω συσπασμνη
ο μαρος νδρας με ψητες μασχλες
που κρβει το κεφλι του μσα στα χρια
και που μσα στη σκι της σκις βαδζει
της σκις της σκις
το χρι σου που σρνεται στο σεντνι σμπως
λεκς απ λπος
το χρι σου που πια δεν θλει σηκωθε
λα τα χαμνα τοτα τα σπαταλημνα τα θρηνδη
σαν τη νστα εκενου που την αυγ
θε να πεθνει και το ξρει
της καρδις μου το υν μσα στο βλτο
το αρατ του ανογει αυλκι
πνω στις φτρνες της η νχτα τρμει
θε πσο φοβμαι.

-------------------

Κνεις γκριμτσες και μαδιται η καρδι μου
μιλ με τη μτη
λνονται τα μαλλι μου
γελς
ανογεις το στμα
αλαφρωμνο κι δειο σαν μια λεχνα
πηδ στην αγκαλι σου
μια κουστωδα χωρατ
μπροβανει ξφνου
το κρεβτι μου βουλιζει μες στη νχτα
τα φουστνια μου πφτουν
γελς.

------------------------

Ξχασ με
ν’ ανασνουνε τα σπλχνα μου
της απουσας σου το φρσκο αγρι
να μπορονε να βαδζουνε οι κνμες μου
δχως ν’ αναζητον τη σκι σου
να γνει η ρασ μου ραμα
να ξαποστσει η ζω μου
ξχασ με θε μου να με θυμμαι.

--------------------

Των χεριν σου οι τυφλς μηχανουργες
μσα στους κλπους μου τους ανατριχιασμνους
της παραλυμνης γλσσας σου οι αργς κινσεις
μσα στα παθητικ αυτι μου
η ομορφι μου λη μσα στα δχως
κρες μτια σου πνιγμνη
μες στη κοιλι σου ο θνατος
που το μυαλ μου τρει
λα ετοτα μιαν αλλκοτη με κνουν κρη.

-------------------------

Το κεν στο κεφλι μου επνω
μσα στο στμα μου ο λιγγος
κι εσ στη ρχη μου
πνω στη στγη γτος
που να μτι μασουλει γλυκερ
μτι προσκυνητ που το θε του
αναζητει.

------------------

Η σκι σου χωρς στμα
χωρς πρτα η κμαρ σου
τα μτια σου χωρς βλμμα
χωρς λεος χωρς χρμα
οι πατημασις σου πνε
χωρς ν’ αφνουνε αχνρια
προς να φως απ φωνς
ασγαστες, που εναι η κλασ μου.

--------------

Μες στο κκκινο βελοδο της κοιλις σου
στων μυστικν κραυγν σου μσα το μαυρδι
χω εισδσει
κι η γη χορεοντας τραγουδντας αιωρεται
κκκινη απ’ τα σπλχνα σου η γη
απ το δηλητριο δαγκωμνα
το αμα νας δαμονας τυφλς
των νυχτν σου ποταμς αμματος
ροκανζει τις αστθεις σου
το κψιμο απ’ τους εμπαιγμος σου
μσα στο κκκινο του θαντου σου
ατλζι
μες στον τρισκτεινο διδρομο των
ομματιν σου μπκα
κι η γη χορεει τραγουδ αιωρεται
και ξεβιδνεται απ αγαλλαση η κεφαλ μου.

------------------

Γυμν θλω να δειχτ στα ωδικ σου μτια
θλω να με δεις να ουρλιζω απ ηδον
που τα λυγισμνα κτω απ μεγλο βρος μλη μου
σε ανσιες σε σπρχνουν πρξεις
που τα σια μαλλι της ασημνης κεφαλς μου
μπλκονται στα νχια σου
απʼ την παραφορ καμπυλωμνα
που τυφλς κρατισαι ορθς κι αφοσιωμνος
ξανογοντας απ του μαδημνου μου κορμιο το ψος.
Το κορμ σου ισχν ανμεσα στα σατιννια μου σεντνια…

---------------

Πυρετς, το αιδοο σου νας κβουρας
Πυρετς, οι γτες που τρφονται απʼ τα θαλερ βυζι σου
Πυρετς η βιση απʼ των νεφρν σου τα σαλματα.
Των κανβαλων βλεννν σου η λαιμαργα,
το σφξιμο απ τα λοκια σου που σκιρτονε κι απαιτονε
μου ξεσχζουν τα πτσινα δχτυλα
μου ξεριζνουν τα πιστνια.
Πυρετς, σφουγγρι ψφιο απʼ την παραλυσα πρησμνο
πιλαλει το στμα μου στο μκρος της γραμμς
του ορζοντ σου
σε θλασσα φρεντιδας φοβος ταξιδιτης…
Εναι νχτα
κι η γαλνια γρατσουνι που πεθανει το κεν λαχανιασμνο
δρνεται παλεει ανογεται και κουλουριζεται ηδονικ
πνω στο αργοσλευτο πος του εξερευνητ Νε.

       λα Τα Βρδυα

λα τα βρδια σαν εμαι μνη
την αγπη μου σου διηγομαι
στραγγαλζω να λουλοδι
η φωτι αργοσβνει
χωνεμνη απ θλψη.
Μες στον καθρφτη που η σκι μου αποκοιμιται
κατοικονε πεταλοδες.
λα τα βρδια σαν εμαι μνη
μελετ το μλλον στων ετοιμοθνατων
τα μτια
την ανσα μου ανακατνω με της
κουκουβγιας το αμα
και με τους τρελος μαζ η καρδι μου
πιλαλει κρεσντο.

--------------------

ρχεται η νχτα κι η κστασ σου γυμν
θλω να με δεις να ουρλιζω απ ηδον
Να σε προκαλον τα στθια μου
θλω τη λσσα σου
θλω να δω τα μτια σου να βαρανουν
τα μγουλ σου να ρουφινται να χλωμιζουν
θλω τ’ ανατριχισματ σου
ανμεσα στα σκλια μου θλω ν’ αστρψεις
πνω στο καρπερ του κορμιο σου χμα
οι πθοι μου χωρς ντροπ να εισακουστονε
Αφο σε προκαλον τα στθια μου θλω τη λσσα σου
θλω να δω τα μτια σου να βαρανουν
τα μγουλ σου να ρουφινται να χλομιζουν
θλω τα ανατριχισματ σου
θλω ανμεσα στα σκλια μου να γενες κομμτια
πνω στο καρπερ του κορμιο σου χμα
οι πθοι μου χωρς ντροπ να εισακουστονε.
Τα βτσια των αντρν εναι η επικρτει μου
οι πληγς τους τα γλυκσματ μου
αγαπω να μασ τις χαμερπες τους σκψεις
γιατ η ασκμια τους κνει την ομορφι μου.

-------------------

νοιξε το δχως χελια στμα του
για να σαλψει ατροφικ μι γλσσα
κρυψε το παρφουμαρισμνο πος του
με χρι μπλβο απ ντροπ και θνατο
κι στερα με βμα ηχηρ
πρασε μες απ' το κεφλι μου θρηνντας.

-------------------

Των χεριν σου οι τυφλς μηχανουργες
μσα στους κλπους μου τους ανατριχιασμνους
της παραλυμνης γλσσας σου οι αργς κινσεις
μες στα παθητικ αυτι μου
η ομορφι μου λη μσα στα δχως
κρες μτια σου πνιγμνη
μες στη κοιλι σου ο θνατος που το μυαλ μου τρωει
λα ετοτα μιαν αλλκοτη με κνουν κρη.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers