-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

- 

     Μια φορ κι ναν καιρ ταν μια καλοσυντη, ξυπνη κι ομορφολα μικρ που 'μενε σε μια μεγλη μα κλειστ κι απρσωπη πλη. Αυτ λοιπν η μικρολα, πως λοι μας, πστευε πως ο κσμος χει καλ και κακ, μα πως τα ρια αυτν, εναι σαφς ξεχωρισμνα κι ευδικριτα. Πως το καλ ταν λευκ και το κακ μαρο. Πως το καλ γυρνοσε στο φως της μρας και πως το κακ φλιαζε στα σκοτειν σοκκια της νχτας. Μ' λλα λγια, πως της αρκοσε να μενει σταθερ κι απ' τη καλ πλευρ της ζως για να μπορε ν' αποφεγει, κθε τι μοχθηρ σ' αυτ το κσμο. χοντας στο νου της αυτ τη καθησυχαστικ σκψη, σε συνδυασμ με το νεαρ κι μαθο της ηλικας της, δεν εχε προλβει, πως λοι μας, ν' αναπτξει τρπους για ν' αποφγει τις κακοτοπις.
     Εναι γνωστ πως πολλκις ακμα κι ο εξυπντερος κι ικαντερος, αν δε προσξει, μπορε να ξεγελαστε, επειδ τα φτιασδια της μοχθηρας τη μεταμφιζουν θαυμσια. Συμβανει και το κακ να ντνεται καλ μα κι ανποδα, ωστσο η μικρ μας δε τα 'ξερε λα τοτα και βρθηκε, χωρς να 'χει προλβει να σηκσει αμυντικ τεχη, σα λαβωμνο σπουργιτκι να θλβεται, διερωτμενη που εχε κνει λθος, που δε πρσεξε, που φταιξε και γενικ τι της εχε ξεφγει. ταν δη λιγομλητη, σγησε κι εντελς, μετ το συμβν -τι κι αν ταν αυτ- κι τσι δεν μαθε κανες απ' τους δικος και τους πιο κοντινος της, ανθρπους, τι ακριβς εχε γνει. Κι αν μαθε τλος πντων κποιος, δε βγκε παραξω τποτε, τσι για μας εναι το διο πργμα. Ββαια, εμες που 'χουμε ακοσει και μθει λγο περισστερα πργματα, γρω μας, μπορομε να κνουμε να σωρ εικασες, που η κθε μια να δεχνει -και να 'ναι- πολ κοντ στην αλθεια, αλλ καλτερα να μη περιπλεκμαστε σε ττοιες μεθδους και διαδικασες. Ας σεβαστομε εντλει την επιθυμα της, να κρατσει μσα της τι παθε κι ας πμε παρακτω.
     Αυτ λοιπν η ροδομγουλη και χαρομενη μικρολα, γιν' αμλητη, σκεφτικ κι χρωμη, βυθισμνη στη θλψη. Εναι μερικο νθρωποι που παρνουν πολ βαρι, ττοιες καταστσεις! Ευασθητοι, τρυφερο, ρομαντικο κι αλαφροσκιωτοι πστε, που δεν ανταποκρνονται στα τεκταινμενα, βσει της μσης αντδρασης λων των υπολοπων ανθρπων, ακμα πιτερο σε μικρ ηλικα. Η μικρ μας, ανκε στην μορφη -κι ενοτε τραγικ- αυτ μερδα κι ας το σεβαστομε κι αυτ να πμε παραπρα.
     λοι ββαια οι δικο της κατλαβαν πως κτι εχε τρξει. Οι μικρτεροι ανησχησαν. Οι μεγαλτεροι και σοφτεροι, κονησαν το γεμτο επγνωση κεφλι τους και σκεφτμενοι πως ο χρνος σιγ-σιγ, με υπομον κι αγπη, θα λσει κι αυτ το πρβλημα, -πως μυριδες λλα παρμοια- δε θερησαν σκπιμο να προβον σε καμα περαιτρω ενργεια. Η μνα της μνο νιωσε πως το πρβλημα ταν κπως σοβαρτερο μα επειδ πρεπε να καθησυχσει τους μεν, να εμφανιστε πεισμνη στους δε και να δεξει δυνατ και σα να μην τρεξε τποτε στη κρη της, την φησε κι εκενη, μονχη με τη θλψη της. χι πως δε προσπθησε στην αρχ να της πρει καμι κουβντα, μα σαν εδε το μπουμποκι της να κλενει προς τα μσα του, ανασκωσε τους μους και ρχτηκε πλι με ζση σ' τι καμε και πριν. σως πλι κι αυτ που λμε τρα να 'ναι λλη μια εικασα. σως πολλς φορς να υπερεκτιμομε το λεγμενο μητρικ νστικτο μα μτε κι αυτ θα το μθουμε ποτ μιας και δεν εμαστε πανταχο παρντες ωτακουστς, οτε κανες μας επε κτι.
     τσι ο καιρς περνοσε, η πληγ κρωνε κι πιανε να κλενει, στω κι αν πτε-πτε κποιο κατ λθος μνημητικ ξσιμο κποιο τυχαο περιστατικ τη μισνοιγαν λγο. Σαν επουλθηκε τελεως, αφνοντας φυσικ το σημδι της, θα μποροσε κανες να υποθσει πως λα σαν και πλι καλ πως πρτα. Μα χι ακριβς. Αυτς οι πληγς, σ' αυτ το εδος ανθρπων, δημιουργον μια σειρ εσωτερικν παρενεργειν και -αν μας επιτραπε η κφραση- μονμων μικροβλαβν.
     Σκοτνουν τον προπρχοντα αυθορμητισμ, παγνουν το εκολο χαμογελκι, χτζουν τεχη πολ περισστερο αμυντικ απ' σο θα χρειαζταν, τεχη πολπλοκα και δυσπροσπλαστα και φτινουν μσκες πολ περισστερο ψετικες κι εκγενικευμνες.
     να σωρ ττοια που δυστυχς ασχημζουν τοτο το κσμο κι αν πομε πως δεν χει και τσο σημασα για μας, φοβμαι πως για 'κενους φανεται πως χει και μλιστα μεγστη. Αν μθει κποιος να γεεται και ν' απολαμβνει το μλι, δσκολα θα συνηθσει να τρφεται με κκκινες καυτερς πιπερις, πσο μλλον να τις απολαμβνει κιλας. σως το παρδειγμα να ακουστε -κι εναι- κπως τραβηγμνο μα μτε κι αυτ θα το μθουμε ακριβς κι εν πση περιπτσει, δνει μφαση σ' τι προσπαθομε να πομε!
     τσι εχε -στο περπου- λοιπν η κατσταση της μικρολας μας, ταν κλεισε εντελς η πληγ της. Αν κποιος της διας πστας τη πρσεχε πρα πολ καλ, θα 'βλεπε, πως δεν απολμβανε ιδιατερα τποτε. Μτε την ομορφι των λουλουδιν, μτε τη γεση των γλυκν των φροτων. Ουσιαστικ, τα 'βλεπε, τα γευταν, μα μσα της δε περνοσε, τσι πως θα 'πρεπε η κθε ττοια πληροφορα μιας κι οι ευασθητες χορδς, που πριν παλλαν γλυκ κι καναν το εναι της να δονεται, εχαν καλυφθε, σκληρανοντας, με τη κροστα της αμφιβολας και τη δυσκαμψα της θλψης.
     Η πλη αυτ λοιπν τυχε να 'χει κποιον που 'θελε κι αυτοαποκαλονταν μγος. Μη φανταστετε πως ταν καννας δισημος και μ' να σωρ θαματα στη μακρι θητεα του. Α μπα! χι! Τποτε ττοιο! Απλ χοντας μερικς γνσεις παραπνω, χοντας διαβσει πρα πολλ σοφ βιβλα κι χοντας περσει κι αυτς πμπολλα στη μεγλη ζω του, ντας κι αυτς αλαφροσκιωτος, φτασε να καταφρνει, με κποια γνωστης προλευσης κι μπνευσης τερτπια και τεχνσματα, μερικς ισεις.
     Θλουμε να επιμενουμε σε τοτο -χριν της αληθος κι επακριβος αυτς διηγσεως- πως δηλαδ δεν κανε θαματα τι εχε συνεχς και μνον επιτυχες. Παρλο που κι εκε δεν χουμε πλρη εικνα, επιμνουμε γιατ δεν εναι καλ να παραμυθιζουμε το κσμο και καλν εναι να κρατσουμε χαμηλος τνους σ' αυτ το σημεο. Βλπετε, δεν εχαμε μχρι τρα τη τχη την ατυχα, να χρειαστομε προσωπικ τις υπηρεσες του κι αν πραγματικ μας ρωτοσε κανες αν θα πιστεαμε σε κτι ττοιο, θα μας ερισκε αρκετ επιφυλακτικος ως κι αρνητικος.
     Αυτς λοιπν ο μγος -θα τον αποκαλομε τσι χρη της διγησς μας- απ' σο στθηκε δυνατν να πληροφορηθομε, δεν δινε καταπτια, δεν κανε ξρκια, -τουλχιστον με την ευρεα ννοια που χουμε λοι μας για τους μγους- μτε εχε σκουπξυλο που πετοσε, εκτς να που 'χε για να σκουπζει το φτωχικ του και που δε πινεται. Εκενο που επσης καταφραμε να μθουμε ταν πως εχε κι επιτυχες μα κι αποτυχες σ' αυτ που καταπιανταν.
     Φυσικ θα τολμοσαμε νετα να υποθσουμε, με μεγλη προσγγιση μλιστα -και γι' αυτ εμπλεκμαστε πλι με τη γνμη μας- πως και για τις μεν μα και για τις δε παιξαν ρλο τα εκστοτε τομα που δχονταν τις υπηρεσες του. Εναι πγια πεποθηση μας πως μνον ο διος ο νθρωπος μπορε να πετχει κτι, αρκε να το θελσει κι πειτα θα παξει ρλο κι η παρεχμενη βοθεια που μπορε να επιλξει. Ββαια παζει ποσοστιαα ρλο κι βοθεια, το τομο που θα τη προσφρει, αλλ κι ο τρπος που αυτ θα παρασχεθε.
     τσι λοιπν ο νθρωπος αυτς εχε γερσει μοναχικς κι ειλικριν δε ξρουμε αν ταν τσι εξ επιλογς απλ του 'τυχε λγω παραξενις λλων κουσουριν, μιας κι οτε 'δω χουμε επαρκ στοιχεα. Αυτ που θα κνουμε εναι να παραθσουμε τι ακοσαμε κι ας συμπερνει κανες τι θλει. 'Αλλωστε, τσι δε γνεται πντα; Αυτς που αφηγεται, πιτερο προτενει κποια σαθρ -ας μας επιτραπε ο χαρακτηρισμς- περιχαργματα παρ που ασκε πισεις για να πεσει. τσι κι εμες! Αφνουμε το καθνα να εφαρμσει ελεθερα, κθε προσωπικ του σκψη που θα πιστψει πως ταιριζει στα κεν που αφνει αυτ η ιστορα -σα παραμθι- κι αν μπορε να τη πει κι ακμα σο παραπρα θλει.
     Η μικρολα λοιπν κι αυτς ο μγος ρθαν κποια στιγμ σ' επαφ. 'Αγνωστο σε μας πως. πειτα τι σημασα χει το πς γινε; Απ μια σειρ πιθανοττων επιλξτε πλι ελεθερα ποια θτε και φορστε την εδ. Σημασα και μλιστα μεγλη χει, πως βρθηκαν, λλωστε αν δεν εχαν βρεθε δε θα υπρχε καν ιστορα. Αυτ τον εδε γροντα σοφ πια, χι φωνακλο κι ακνδυνο, με μια ρεμη δναμη, τρυφερ, μτρησε τα σημδια του προσπου του κι εκλαμβνοντς τα ως παθματα και βσανα μοια με τα δικ της, νιωσε πως μποροσε επιτλους να κατεβσει τις σκλες της τφρου, που περιτριγριζαν τα αμυντικ της τεχη και που πια εχε κουραστε να τις κρατ ρθιες. Εδ πρπει να πομε πως δε ξρουμε τι απ λα τοτα παιξε ρλο, σως να, σως συνδυασμς κποιων, σως λα, σως κτι που δε σκεφτκαμε, μα το αδιαμφισβτητο γεγονς εναι πως νοιξε τις ...γρλιες της ψυχς και του νου της, σ' αυτν.
     Εκενος, απ' την λλη μερι, με την επγνωση και τη σοφα της ηλικας, εδε αμσως το γλιο της που 'χε κρυφτε! Εδε το ροδαλ που συγκαλυπτταν απ' την χρα της θλψης. Εδε το περγραμμα της ιστορας της, στω και χωρς τις ανατριχιαστικς λεπτομρειες. ταν κατλαβε με τι εχε να κνει, ρχισε να πετ με το δικ του μαγικ τρπο, κποια μηνματα κι απ' τις ανταποκρσεις αυτν, δικρινε την εππλαστη και προσωριν σκλρυνση των ευασθητων χορδν της κι αυτ μγεψε και τον διο, μα και το λπησε ταυτχρονα.
     Δε νομζουμε να πσουμε και πολ ξω αν πομε, -υποθτοντας τολμηρ- πως αυτ το συναπντημα τον κανε να κοιτξει λη τη μχρι ττε ζω του μ' λλα μτια και να τη δει, -μετρντας κθε επιτυχημνο και μη-, ως λειψ! Ακολουθντας αυτ το μονοπτι συλλογισμν -κι εδ ντως πιζουμε κπως τα πρματα μα εμαστε οι αφηγητς-, εκολα μπορομε να υποθσουμε, πως αυτς ο γερο-κακομορης σχημος δθεν-μγος βρκε να ακμα στω και μικρ, στω πρσκαιρο σως, ενδιαφρον, για να συνεχσει να περιφρει το μοναχικ κουφρι του, σε τοτο 'δω το σβλο χμα, που λγεται Γη του Πνω Κσμου!
     Πολλο σως το πουν πρστυχο και παρασιτικ τοτο το ενδιαφρον μα εμς δε μας νοιζει τι κνει και τι σκφτεται καστος. Εκενος πντως το 'βαλε -ας πομε- σκοπ, να επαναφρει, σο πιο πολ, σο πιο μορφα κι ομαλ, πσω στο Πνω Κσμο των Ονερων, την ...ρρωστη μικρολα. Εδ πλι λασκρει η πεση απ μρους μας γιατ δεν χουμε επαρκ στοιχεα και δε θα θλαμε να κνουμε εικασες, παρ θα παραθσουμε μνο τι σγουρα μθαμε.
      Ξρουμε λοιπν πως για κποιο μεγλο διστημα, παρλο που μπορομε πλι να υποθσουμε πως οι προθσεις εκατρωθεν σαν οι καλτερες δυνατς, δεν εχε επιτευχθε τποτε. Δε ξρουμε μως οτε ακριβς πσο διστημα, οτε και τι εχε μετρθει ο γερο-ξεκοτης μγος. Βλτε σο κι τι θλετε, γιατ προς το τλος θα σας ασκηθε η λεγμενη πεση που αναφρθηκε παραπνω. Τοτο γιατ η μικρ μας ηρωδα -μεσλικας πια- διηγθηκε καταλεπτς σε κποιον απ μας το τλος της ιστορας. Για την ακρβεια διηγθηκε τι κανε ο μγος για να τη θεραπεσει, παρακμπτοντας λα τα ενδιμεσα κι αυτ μπορομε να επιχειρσουμε να εξηγσουμε πριν πμε στο στεν μονοπτι της αφγησης της. Φυσικ, ξαν με την αρμζουσα τολμηρ ελευθεριτητα που χουμε ως ...μεταπρτες των λγων της.
     Η μικρ διηγθηκε λεπτομερς το τελευταο κομμτι αφνοντας ξω λο το υπλοιπο διστημα και τις μεθδους, μετ απ τσα χρνια, γιατ ελογα μλλον ταν το μνο που μποροσε να θυμται καλ μιας κι εχε αποτλεσμα. Απφυγε ββαια κι λλα σημεα -και το διο κναμε κι εμες- μα στο θμα γνωριμας και συναναστροφς της μαζ του, δε τα απφυγε σκοπμως. χι μη νομσετε κτι ττοιο παρακαλ.
     Απλς, ταν συνβαιναν, εκενη δε τα πρσεχε σο πρεπε κι εναι δικαιολογημνη σ' αυτ. βλεπε, κουγε, ζοσε μα δεν εντπωνε κτι μιας και τα θεωροσε τετριμνα κι σκοπα. Αν με το συγκεκριμνο ξρκι δεν εχε γνει τποτε, δε θα το 'χε μτε κι αυτ θυμηθε, πειτα απ τσα και τσα χρνια. Θα 'χε κι αυτ τη τχη λων των λλων γραφων κι απλ θα θυμταν εκενο που θα 'χε επιφρει κτι καλ -αν υπρχε- θα 'χε ξεχσει εντελς οτιδποτε αφοροσε αυτν, εκτς του τι εχε γνωρσει κποιον συμπαθ γερο-παρξενο, κπως, κπου, κποτε.
     Εναι υγιες αντιδρσεις λα τοτα και μλιστα αρκετ συνηθισμνες. Καλν εναι -λμε εμες οι ...τολμηρο- γιατ σε μας αφνει ανοιχτ το κθε τι και μλιστα με ττοιο τρπο στε να 'ναι ευκλως προσαρμσιμες κι οι δικς μας τυχοσες παρμοιες ιστορες και σε 'κενη να σκφτεται καλτερα αυτ που κατφερε να τη φρει πσω -στω κι χι εντελς- στο κσμο των χρωμτων κι αρωμτων. Θα προχωρσουμε λγο ακμα το συλλογισμ λγοντας πως στερα απ κποια ακμα χρνια, στη μνμη της θα 'χουν παραμενει μνο δο πργματα: Το κακ στην αρχ και το καλ στο τλος, με σβησμνα λα τα ενδιμεσα. Ας αφσουμε μως την δια τη μικρ να μας βλει στο τελευταο στεν δρομκι.
     Ο γερο-ξεκοτης μοναχικς κι σχημος μγος, προφανς εχε αρχσει ν' απογοητεεται, πως θα κατφερνε κτι κι σως εδε πως η ζω του τελικ ταν εντελς χρηστη. Γιατ πως σως ξρετε, πμπολλες φορς, το τελευταο κερασκι σε μια τορτα εναι αρκετ δυσβσταχτο και βαρ! τσι, σε μιαν στατη αναλαμπ μπνευσης της πρτεινε το εξς παγανιστικ, καββαλστικο, μαγικ κμωμα αν θλετε πστε το και ξρκι! (Μχρι εδ συμμετεχαμε λιγκι κι εμες συμπληρνοντας, μα πιο κτω μιλει η δια η ιστορα κι ταν εναι να ...ξαναμπομε θα ενημερσουμε).
-"'Ακουσε μικρολα μου" της επε, "πως πολ καλ ξρεις, εμαι νας πολ μεγλος, αθνατος μγος κι πως καταλαβανεις τσι μονχος που 'μαι και μιας που δε θλω να διαρρεσει αυτ -για καθαρ δικος μου λγους εννοεται-, χω να σου ζητσω μια μεγλη χρη. Θλω λοιπν να δεσμευτες πως θα μου τη κνεις. Θλω να σου προσφρω το καλτερο φυλαχτ για τι σου χει συμβε και για να σε προφυλξει κι απ τι μλλεται να σου τχει. Πστεψ με εναι το μνο πρμα που 'χει αξα πνω μου κι χι πια για μνα τσο, σο για τους λλους. Επειδ λοιπν λλον νθρωπο δε γνρισα που να το συμπθησα  να το ξιζε και να θλησε φυσικ να το πρει και που επσης να το 'χε κι ανγκη, θλω να στο δσω 'σνα! Το μνο που θα 'χεις να κνεις, εναι ν' ακολουθσεις προσεκτικ κι επακριβς τις οδηγες, χωρς χρηστες αντιρρσεις. Μου υπσχεσαι λοιπν, πως θα κνεις τι σου πω κι τι θα πρεις το φυλαχτ μου";
     Η μικρ μπορε να μη θυμταν να πει για πριν και πολλ μα μχρι εκενη τη στιγμ -αν μη τι λλο- θυμταν καλ πως ο καημνος εχε προσπαθσει πρα πολ να τη βοηθσει κι αυτ την εχε κνει να το συμπαθσει αρκετ, παρλη την αποτυχα της προσπθειας του. Μπορε να 'ταν μικρολα μα δεν εχε χψει φυσικ, πως και καλ ταν αθνατος και παντοδναμος κι ας αφηνταν να ...πεθεται για να του κνει -τσι πστευε- το χατρι. Στα μτια της εκενος ταν νας γροντας αδναμος, καλοσυντος σως, γλυκτατος μλλον, -με ιδιατερη μφαση στο σως και στο μλλον, παρακαλ-, συμπαθς σγουρα και το δχως λλο σχετικ σοφς κι ευφυς.
     τσι, για να του κνει λλη μια φορ το χατρι, νευσε πως δχεται να υποσχεθε να κνει τι της πει και να πρει το φυλαχτ του. Φυσικ αυτ δε την εμπδιζε, μσα της, να κουνει το κεφλι της πιστα και κπως τρυφερ-περιπαιχτικ! Υπενθυμζουμε πως τοτα εδ δεν εναι εικασες μας. Αποτελον καθαρ δικ της αφγηση.
     Εκενος, φανερ ικανοποιημνος, σηκθηκε απ τη πολυθρνα του και πγε προς τα μσα, που νοιξε να σεντοκι κι βγαλε μια δερμτινη χρυσοποκιλτη θκη. Την πιασε με λατρεα κι ερχμενος πλι προς το μρος της, την απθωσε μ' ιερ ευλβεια πνω στα γνατ της. Παραξενεμνη εκενη, την πιασε στα χρια της, με μια περπου ευλαβικ κνηση την νοιξε κι βγαλε απ μσα τι περιεχε. να πανμορφο χρυσοστλιστο και μαλαμοκαπνισμνο ξιφδιο πλουμισμνο με μορφα λογς-λογς πετρδια, στραψε μσα στο κλειστ δωμτιο. Γρισε και το κοταξε περεργη. Τη κοιτοσε προσεχτικ και μλλον τα μτια του ταν θολ σα δακρυσμνα.
-"Υπθεσα, εκενη τη στιγμ", μας επε η μικρ-μεσλιξ με δια θολ μτια, -που εμες πλι θα εικσουμε, νεκα της αυξημνης υγρασας στο χρο εκενη την ρα-, "πως αυτ ταν το Φυλαχτ! μοιαζε κι ταν ντως πολτιμο και σαν δρο μτραγε πρα πολ, μα ο γρο-παμπνηρος -καλ του ρα που και να 'ναι τρα- εχε λλα σχδια"!
-"Λοιπν κου μικρ μου, τι πρπει να κνεις: Βλπεις ο λιος κοντεει να δσει. Ακριβς μλις χαθε απ' τα μτια σου, θα πρπει ν' ανοξεις, μ' αυτ το Ιερ Μαγικ Ξιφδιο, το στρνο μου. χι, χι μη φοβηθες. Δε θα πθω κακ, τσι πως σως φαντζεσαι", επε προσπαθντας να της χαμογελσει, γιατ νιωθε την κπληξη, τη ταραχ και φυσικ τη διαγραφμενη αντρρησ της. "Θ' ανοξεις λοιπν προσεκτικ το στρνο μου και θα βγλεις εξ σου προσεκτικ, τη καρδι μου, θα τη βλεις σ' αυτ το δερμτινο σακολι, που 'χω 'δω στο τραπεζκι, θα το κλεσεις, ρβοντς το με μεταξωτ λευκ κλωστ και θα το κρατσεις, χι μως πνω σου μα οπωσδποτε στο χρο που θα μνεις. ννοια σου και θα σε γιατρψει οριστικ μα και θα σε φυλει απ κθε τι κακ απ 'δω και πρα κι τσι θα 'σαι μια χαρολα πντα".
     λα τοτα πρλαβε να τα πει, γιατ 'κενη εχε μενει τσον κπληκτη που δε κατφερνε κι ελογα ββαια, μτε να ψελλσει κτι. Αλλ συνλθε, ταν εκενος της πιασε πρτα τα χρια με το Ξιφδιο, της χιδεψε τα μακρι μαλλι κι στερα γμνωσε το λιπσαρκο στρνο του και πρε θση, ξαπλνοντας. 'Ανοιξε το στμα να πει τις αντιρρσεις της μα 'κενος τη δικοψε, λγοντας της πως θα 'πρεπε να βιαστε κι επανλαβε πως πρεπε να το κνει προσεκτικ, γργορα κι αποφασιστικ και πως αυτς, πειτα θα συνχιζε να ζει μ' λλη ββαια μορφ, κτι σα προστατευτικς σκιος δπλα της κι απλυτα ευτυχς.
     Αυτ ταν. Η μικρ βλποντας κποτε κτι τσο κακ, εχε χσει τις αισθσεις της και τρα βλποντας κτι τσο καλ -φυσικ βσει του δικο της νου και τα δο κι εν πση περιπτσει, τι εναι καλ και κακ; Αναρωτιμαστε, εμπλεκμενοι κι εμες, λλη μια φορ σε τοτη την αφγηση-, νιωσε πως ξαναγεννιταν. Οι χορδς της μαλκωσαν, τα χρματα εμφανστηκαν πλι -σα να βλπει κανες μια ασπρμαυρη ταινα που βαθμιαα μετατρπεται σε γχρωμη-, πως επσης επστρεψαν οι οσμς και τα τιτιβσματα των πουλιν κι τσι η ηρωδα μας σηκθηκε ρθια. Πρε το Ξιφδιο -να εικσουμε πλι: με μια συγκινημνη μα πειραχτικ και τρυφερ διθεση- το σκωσε στο λιγοστ φως του λιου που 'σβηνε δοντας και το ...'βαλε στη τσντα της.
     πειτα, καθς ο λιος χθηκε ολτελα πσω απ' τα βουν, πλησασε το γερο-ξεκοτη μγο και τον φλησε στο μγουλο, βρχοντας λιγκι το αξριστο πρσωπ του, με μερικ -λιγοστ τω ντι- δκρυα.
     Εδ σταμτησε τη διγηση η μεσκοπη μικρολα πλι μως η υγρασα πιθανς, εχε κνει τη ζημι και τα μτια της ταν θολ. Τποτε λλο δε κατστη δυνατν ν' αποσπσουμε απ' τα κλειστ χελη της. ταν λιγλογη ανκαθεν, μη το ξεχνμε αυτ, παρακαλ. Επαμε, καλτερα τσι, γιατ εχε αρχσει να μας ...στενεει κπως τοτη η πεση. Λαχταροσαμε να εμπλακομε και δε βρσκαμε την ευκαιρα. Η μικρ επστρεψε λοιπν, μ' να μαγικ ξρκι-τχνασμα κι σως χι εντελς πως πριν, μα σγουρα πιο βαθι και πιο ντονα, πσω στο κσμο. Το μνο που προσθεσε φεγοντας -και που αφσαμε για το τλος- ταν πως ντως η καρδι του δισημου, μεγλου, αθνατου, συμπαθστατου, γερο-ξεκοτη, παμπνηρου, μοναχικο μγου, υπρξε το καλτερο φυλαχτ γι' αυτν, ακμα και μχρι εκενη τη στιγμ. Μας δειξε τη πανκριβη δερμτινη θκη που φλαγε το Μαγικ Ξιφδιο που ντως το 'χε ρψει με μεταξωτ λευκ κλωστ!
                                                                        
"Στα Μαγικ
 
Bοηθματα                                               Μης 2004
 του καθενς μας..."

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers