-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

- 

Ημρα 0
     νας πολ μα πρα πολ φτωχς νθρωπος τυχε να βρσκεται, εξ αιτας αυτς της κακς κατστασης του, σε κποιο μρος, που σωσε απ ββαιο θνατο, ναν πολ μα πρα πολ πλοσιο. Ο φτωχς ταν ο μνος που διακινδνεψε να σσει τον συννθρωπο του πλι εξ αιτας αυτς της παλιοκατστασης μιας και δεν εχε τποτε να χσει. Ο πλοσιος εκενο το καιρ περνοσε αρκετς σημαντικς δυσκολες. Ωστσο εχε επιρρο, γνωριμες και φυσικ κομπδεμα ττοιο στε να μην πεινει, απλς εκενη τη περοδο δεν εχε εκενο που λμε περισσεον ( κατ' λλους: περιττεον) "παντεσπνι"! 
     Αν ο φτωχς δεν εχε σπεσει στω ολιγωρσει κατ τι, ο λλος θα 'ταν λως διλου νεκρς! λα σα αναφρθηκαν μχρις εδ γναν' αντιληπτ κι απ' τους δυ τις αμσως επμενες στιγμς. Ο φτωχς δεν ξερε φυσικ ποιν σωνε, μτε ο λλος ξερε την ακριβ κατσταση του τερου, εκτς τι ταν ορατ! 
     Μλις ο Π. συνλθε καλ, νιωσε τσο χαρομενος και γεμτος που απφυγε ναν τσο μεγλο κνδυνο κι αμσως σφιξε το χρι του σωτρα του. Εκενη τη στιγμ θα μποροσε να του προσφρει τα πντα, παρλο που δεν τον ξερε διλου, εκτς μνο τι του σωσε τη ζω. Ο Φ. απ' τη πλευρ του νιωσε "πλοσιος" και γεμτος γιατ ακμα και τσο θλιος κι χρηστος
-σο πστευε πως ταν- εχε καταφρει να φανε τσο χρσιμος κπου! τσι, εκενη τη στιγμ, δεν βλεπε πως χρειαζταν κτι λλο, πρα απ' αυτ την ασθηση κι αγνοντας κι αυτς τα του λλου. Ο Π. μλησε:
 -"Φλε μου!!! Σωτρα μου! Δε ξρω πς να σ' ευχαριστσω! Αυτ που καμες για μνα ... τι να πω; Πες μου σε παρακαλ, υπρχει κποιος τρπος να σου δεξω την ισβια ευγνωμοσνη μου"; Εχε δκρυα στα μτια και πστευε μχρι στξεως τι λεγε! Ο Φ. απντησε:
 -"Αγαπητ μου! Εσαι τρα καλτερα; Αυτ χει σημασα. Τ' λλα εναι περιττ και πστεψ με δεν κανα και τποτε σπουδαο! τι μου υπαγρευε η λογικ κι η ανθρπινη μου υπσταση! Δε χρειζεται να μ' ευχαριστες επειδ καμα το καθκον μου σα καθνας"! Εχε δακρσει κι αυτς κι επσης πστευε τι λεγε.
 -"Ναι! Εμαι καλ τρα κι αυτ χρη σε σνα κι ας λες εσ ,τι θες. 'Ακου, χω αργσει δη σε κποιο σημαντικ ραντεβο κι τσι πρπει να φγω αμσως, ωστσο πρε τη κρτα μου κι ποτε μα ποτε μπορσεις χρειαστες κτι, λα σε παρακαλ να με 'βρεις. Σε παρακαλ κου τι σου λω, φεγω τρα! Καλ σου βρδυ και πλι σ' ευχαριστ"!
 -"Να πας στη καλ τχη και να προσχεις φλε μου! Ελπζω μνο να 'σαι καλς νθρωπος και να μην σωσα καννα ...τρας", του 'πε γελντας τρανταχτ "και δεν υπρχει καννας λγος να μ' ευχαριστες! Καλ σου βρδυ και χρηκα που σε γνρισα"!
 -"Εγ να δεις πσο χρηκα"!
     Επαν (και τα πστευαν λα! το επαναλαμβνω) και πγε ο καθνας στο δρμο του. Ο Π. ειδοποησε με το κινητ πως καθυστρησε μεν αλλ ρχεται, στη σσκεψη των μεγαλοστελεχν της εταιρεας του. ταν φθασε κει, γεμτος ακμα απ' το συμβν κι χοντας δει κμποση απ τη ματαιτητα πσω απ τα εφμερα, κανε τη καλτερη παρουσαση κι δρεψε εντυπσεις, χειροκρτημα, ψφο εμπιστοσνης και πρασε τις νες στρατηγικς! Αυτς μακροπρθεσμα θα δνανε -βσει της προσδοκας του- μια να και δυνατ πνο στην εταιρεα, μσα σε λιγτερο απ χρνο.
     Ο Φ. δεν κανε κτι διαφορετικ απ λλες βραδις μα τι κι αν κανε, το 'κανε με πιτερο κφι και δε θα 'ναι τραβηγμνο να πομε, πως δεν νιωσε τσο αισθητ τη πενα του, εκενη τη νχτα!
      Κι οι δυ κοιμθηκαν "γεμτοι"...

Ημρα 1
     Την λλη μρα η ασθηση πληρτητας εχε κπως κοπσει. Ο φτωχς δεν ντεχε να κουβαλ μσα του, μνος, να τσο μεγλο φορτο. Αφο το μετφερε, κακν κακς λο το πρωιν μχρι το απγευμα, μη βρσκοντας κατλληλα "αυτι" -βσει του δικο του σκεπτικο- τελικ το εκμυστηρετηκε σε μια παρα, παρμοιας μ' αυτν κατστασης. Μλις ολοκλρωσε τη διγηση, ρχισαν να πφτουν οι ερωτσεις σα βροχ! λοι ταν κεντρισμνοι κι ερεθισμνοι απ' την ιστορα κι χι ..."γεμτοι" απ' αυτν, εν παρλληλα οι κοιλις τους "μιλοσαν", προς ρας, με πιο εληπτη διλεκτο:
 -"...και πς σου φνηκε; ταν καλς νθρωπος";
 -"Πλοσιος; χεις τη κρτα του επες";
 -"Δεξ' τη μας" κλπ...κλπ, λα σα τους φανονταν ελογα να ρωτηθον.
 -"Εεε ... ναι ... καλς μου φνηκε. Α κι νετος οικονομικ. Μισ να δω τη κρτα, μλις διαπστωσα πως μτε ονματα δεν ανταλλξαμε. Επε πως βιαζταν πρα πολ", απντησε αμχανα, τσον απ' την αντδραση τους σο κι απ' τη τελευταα του διαπστωση! Δεν εχε βγλει καλ-καλ τη κρτα και κποιος την ρπαξε:
 -"Για να δομε κι εμες! Πωπω... ρε συ αυτς εναι μεγλος και τρανς! Πτυχες το πρτο αριθμ του λαχεου και μην εσαι μαλκας! 'Αμα σου 'πε να πας να το βρεις τσι και χρειαστες κτι, μη κθεσαι καθλου, να πας αμσως"! Επε αυτς που κρατοσε τη κρτα.
 -"Ναι ρε δκιο χει! Δε μπορε, κτι θα κνει και για σνα! Στο κτω-κτω τη ζω του 'σωσες"! Επε κι νας λλος.
 -"Ρε παιδι, σιγ! κανα ,τι θα 'κανε ο καθνας απ μας! πειτα δε θλω να τον κνω να νισει πεση η υποχρωση"! ανταπντησε ο "σωτρας".
 -"Α καλ! Εσαι μαλκας τελικ τσι; Ρε ντε και δε θα του πρεις τη μπουκι απ το στμα! Αν δεν σουν εσ, χι μνο μπουκι λλα μτε στμα θα 'χε"!
 -"Καλ σου λει ρε! Στο φινλε, ζτα του καμα δουλτσα. Δε μπορε να μην χει κτι για τον νθρωπο που χρωστει τη ζω του"!
 -"Μα... δε ξρω... εναι ραγε σωστ αυτ"; επε ο Φ, εμφανς κλονισμνος, αλλ και προβληματισμνος απ τη τροπ που 'χε πρει η κουβντα. φυγε απ' τη συντροφι λγο αργτερα, δειος σα πατικωμνος κεφτς. Εχε διηγηθε το συμβν για να εισπρξει επανους και ψυχολογικς "θωπεες" κι αντ' αυτο, εχε δρψει βρεις και κοροδες! Τ' αποθματ του συμβντος που γεμζανε τη ψυχ του, αρχζαν να εξαντλονται γοργ και σ' αυτ βοηθοσε κι η πενα, που βρκε πρσφορο δαφος για να εντοντερη δρση!

     (ταν πσει κανες σε Λσπη, πρπει να μενει ψχραιμος κι σο πιο ακνητος γνεται, γιατ αλλις, βουλιζει γρηγορτερα. Αν προσδοκ πως μπορε να σωθε γργορα, απ μνος με κποια βοθεια, σως τα καταφρει να παραμενει ρεμος για σο πρπει! Αν χι, ττε δσκολα μπορε να επιβληθε στο νστικτο της επιβωσης, που τον κνει να τινζεται απεγνωσμνα και που τελικ επισπεδει τον θνατο δια πνιγμο!)

     Λγο πριν τον πρει ο πνος, εχε αρχσει να σκφτεται τι θα λεγε σε μια συνντηση, να κνει σχδια στηριγμνα στη βοθεια κι εχε θυμηθε παλι του ταλντα και παλις δεξιτητες. Πρλαβε επσης να 'δει τον εαυτ του καλοντυμνο, ζεστ, χορτασμνο κι νετο. Η ελπδα πο 'ταν κρυμμνη εχε επιστρψει πλι για να φωλισει στο μυαλ του, παραμερζοντας εκολα μια μικρ κι αδναμη αμφιβολα που κανε να ξεπηδσει -κι αν δε με δεχτε;- κλενοντας τη μσα στο σεντοκι με τα χρηστα. Δεν εχε κτι να στηρξει το γιατ να μη τον δει ο λλος και δε θα του ζητοσε πια και κτι τρομερ! ταν πλοσιος και του εχε σσει τη ζω ρε γαμτο! Με μια γλυκι κνηση των βλεφρων, καλωσρισε την ελπδα, με μια αυστηρ, διωξε την αμφιβολα και μετ ο πνος κρδισε τη μχη με την νταση και τη πενα! Το απθεμα του εχε μεν αδεισει, αλλ ρθαν λλα για να καλψουν το κεν που φησε αυτ! Κοιμθηκε πλι γεμτος και χαμογελαστς!

     (Η Λσπη εχε αρχσει να καταπνει, ευχαριστημνη, το θμα της κι τσι πως αυτ σπραζε, της χριζε πιτερη ηδον απ το να τον κατπινε αμσητο κι απαθ!)

     Την δια μρα, ο πλοσιος ξπνησε χωρς να ξρει μτε που βρσκεται. Το απθεμα του συμβντος το 'χε ξοδψει, στη δσκολη σσκεψη κι εχε γεμσει με τον θραμβο του εκε! βλεπε μλιστα νειρο πως κποιο τρας τον κυνηγοσε αλλ εχε καταφρει να ξεφγει. ταν τελικ συνλθε εντελς κι εδε τι ταν στο κρεβτι του κατλαβε ταυτχρονα πως εχε κοιμηθε αρκετ! Σμερα εχε μεγλο φρτο στο γραφεο και πετχτηκε πνω! Στο δρμο για την εταιρεα σκεφτταν τι μγκας, ξυπνος και σωστς ταν! Τσο πολ που ακμα κι ο Θες δεν τον εχε εγκαταλεψει. Τον σωσε δεχνοντας του και το δρμο για να επιβληθε στους μετχους και να ξεπερσει τη στενωπ! Εχε γεμσει με την ασθηση αυτ! Μια αμφιβολα που υπβοσκε -ραγε θα τα καταφρω να σσω και να ανεβσω την επιχερησ μου;- με μια απτομη κνηση του χεριο, τσι πως θα διωχνε μια μγα, την στειλε πσω στο σεντοκι της! 
     Πρασε λη σχεδν τη μρα του, κνοντας επαφς, σχεδιασμος, μελτες και χαρσσοντας τις επιμρους λεπτομρειες για τη να μορφ στρατηγικς που εχε εμπνευστε. Το βραδκι πρε το μεγλο του εαυτ και πγε να τον κερσει καναδυ θλασσες πιοτ και μια πανκριβη ερωτικ συνοδ για να τον νανουρσει καλτερα! 
     Λγο πριν τον καταβλλει ο Μορφας, σκεφτταν πως εχε τα πντα και τρα πια το 'ξερε καλ, πως θα τα περιφρουροσε κι αξιοποιοσε στο πακρο!

     (Η Λσπη γλυψε τα λσπινα χελια της με λαχτρα! Τοτος 'δω δε κουνιται σχεδν καθλου μα δε τη περαζε! Μπανει μσα της αργ, ηδονικ κι εκτς αυτο, ξερε πως λγο πριν το κορμ της του σκεπσει τα ρουθονια θα τσινοσε σα παλαβς χαρζοντας της καθυστερημνους, μα πιο ντονους κι αλλεπλληλους οργασμος!)

Ημρα 2
     Ο φτωχς ξπνησε το πρω κι νιωσε πως ακμα δσταζε να κνει το αποφασιστικ βμα. "Μπως εναι νωρς ακμα"; "Μπως τον πετχω σ' ακατλληλη στιγμ"; Κι λλα ττοια "μπως"!

     (Η Λσπη εδε πως παψε να παλεει κι φησε μια θορυβδικη παχι μπουρμπουλθρα, για να τον τρομξει!)

     Κλεσε μια φορ το τηλφωνο της κρτας και μλις το σκωσε μια κοπλα, το 'κλεισε βιαστικ. Κατ το μεσημερκι φθασε ξω απ τα γραφεα της εταιρεας και θαμπθηκε. Μα και πλι δε βρκε θρρος για να μπει κι φυγε πλι ρεμος.

     (Μπλουυυρμπ!)

     Το βρδυ πεσε για πνο πεινασμνος και κπως πιο ρεαλιστς αλλ ακμα αισιδοξος!

     (Γαμτο του!)

     Αμφιβολες, ελπδες, νειρα, σχδια, λα ανκατα. Εδε στον πνο του πως εχε πσει σε ναν βλτο κι να χρι με πανκριβο ρολι, δαχτυλδι και μανκι, του απλωνταν, μα στεκταν κπως ψηλτερα. Αδυνατοσε ν' απλσει το χρι του, γιατ βεντουζριζε στη λσπη κι αν κανε κινσεις για να το φτσει, βολιαζε πιτερο. Ξπνησε ιδρωμνος στο μσο της νχτας. Κατλαβε πως ταν νειρο και κοιμθηκε ξαν αυτ τη φορ μονοροφι μχρι το ξημρωμα. 
     Ο πλοσιος πρασε κι αυτ τη μρα του ακριβς πως τη προηγομενη. Μνο το νομα του μπαρ και το πρσωπο της ερωτικς συνοδο λλαξαν.

     (Μπλουυυυρμπ!)

     Κοιμθηκε ευτυχς κι ανακουφισμνος πλην μως εχε την ασθηση πως κτι του ξφευγε. "Τι ταν αυτ"; Ω αριο που θα 'ταν πιο ξστερος να θυμηθε να το μελετσει!

     (ΜΠΛΟΥΥΥΥΡΜΜΠ!)

     Κοιμθηκε βαρι, δχως νειρα μχρι το πρω.

Ημρα 3
     Ο φτωχς ντεξε λο το πρω μα η πενα τον πεζε κι τσι κανε το τηλεφνημα γρω στο μεσημερκι. Το σκωσε πλι μια κοπλα -η δια; λλη; που να θυμται!- κι απντησε μηχανικ:
 -"Εταιρεα Χ... παρακαλ";
 -"Καλησπρα σας"...επε κενος δειλ, "θα 'θελα τον κριο Δ..."
 -"Ποιος τονε ζητε"; επε κενη, μπειρη στα τηλεφωνματα, εχε καταλβει πως κποιος ζτουλας πντως χι κποιος σημαντικς, ρα ενοχλητικς, ζητοσε να μιλσει με το Αφεντικ της, που της εχε ξεκαθαρσει πως δεν θελε να τον διακπτουν χωρς λγο!
 -"Εεε... δε με ξρει... δηλαδ... θλω να πω... δε ξρ... εεε... δε θα θυμται τ' νομα μου... ωστσο θα χαρε να μ' ακοσει... δηλαδ... τσι πιστεω! 'Αλλωστε εκενος μου το ζτησε, μλιστα μου 'δωσε και τη κρτα του". Τη τελευταα φρση την επε θαρρετ και με ζση, θεωρντας τη μλιστα εμπνευσμνη!
 -"Ξρετε... δεν αντιλγω... αλλ τρα εναι πολ απασχολημνος. Μου 'χει μλιστα επμονα ζητσει να μη τον ενοχλσω εκτς αν εναι κτι σημαντικ. Εργζεται σκληρ ξρετε κι ο χρνος του εναι λιγοστς και πολτιμος..."
 -"Ωστσο... δε θα τον απασχολσω πολ..."
  -"...τρα παρακαλ πστε μου, εναι κτι τρομερ σημαντικ;" του 'πε καλπτοντας σκπιμα τα λγια του και σα να μην εχε κενος καν μιλσει.
 -"Εεε... ομολογ πως χι, αλλ..."
 -"Ττε, ακοστε τι θα κνουμε και θα συμφωνσετε μαζ μου, εμαι ββαιη:" Του πρε πλι τον αρα και το λγο! Αλμονο αν δεν ταν αυτ μπειρη τσα χρνια στην υπηρεσα -και στα γνατ του- ποια θα 'ταν; "Θ' αφσετε νομα και τηλφωνο κι αν θλετε μου λτε και το λγο που τον γυρεετε και μλις λασκρει λιγκι θα του τα δσω να επικοινωνσει μαζ σας! Πς σας φανεται; Δεν εναι τλεια λση";
 -"Μα ββαια... πως... Αλλ δε με ξρει και δεν χω τηλφωνο! Ποια ρα συνθως ειν' εκαιρος για να του μιλσω και να ενοχλσω σο το δυνατ λιγτερο;" επμεινε εκνευριστικ για κενην αυτς, ντας αποφασισμνος να μην αφσει και τη σημεριν μρα να πει χαμνη!
 -"Μμμ... τι να σας πω; Δοκιμστε πλι σμερα μετ τις πντε το απγευμα μα δεν εγγυμαι τποτε. Γεια σας." Του πταξε κι κλεισε τη γραμμ, μη περιμνοντας καν το δικ του "γεια", μιας κι εχαν αρχσει να χτυπνε κι λλες γραμμς. 
     Εκενος νιωσε πανικ και προσπθησε να το καταπολεμσει, αντλντας απ' τις ελπδες του και βλθηκε να σκοτνει την ρα του μχρι να πει πντε! "χι.. χι πντε, επε μετ τις πντε", σκφτηκε, "αλθεια, πτε εναι το 'μετ τις πντε'; Πεντμιση; Μπα! Αν ταν ττε, θα του 'λεγε να πρει ττε! 'Αρα εναι κπου πριν..."

     (Επιτλους κινεται πλι σπασμωδικ γιατ της Λσπης της εχαν σχεδν τελεισει οι μπουρμπουλθρες!)

    "...επσης το διο ισχει και για τις πντε και τταρτο, ρα πλι κπου ανμεσα, αλλ' χι και πντε κι να λεπτ, μτε και πντε και δεκατσσερα λει, θα πρω κατ τις πντε και δκα, που το θεωρ τι καλτερο για τη περπτωση", ολοκλρωσε τη θολωμνη σκψη του. Ικανοποιημνος που 'χε λσει κι αυτ το οξ πρβλημα, συνχισε να σκοτνει την ρα του.

     (Τι απογοτευση! Αλλ ννοια σου... που θα πει; Οι λγες σπασμωδικς κινσεις ελχιστα τον εχαν βυθσει μσα της και δε πρκανε να φτιξει νες φουσκλες!)

     Η ρα δε περνοσε με τποτε και τα πντα μσα του εχαν αδεισει απ' τη προσμον! ταν φτασε πντε, ττε σκλωσε ακμα χειρτερα! νιωθε πως εχε πσει σε κποιο παχρρευστο πολτ κι λα συνβαιναν πια σε αργ κνηση. Πντε και τσσερα... πντε και ξη... πντε κι οχτ... Πντε κι εννι δεν ντεξε λλο και κλεσε!
     Το σκωσε μια λλη και του 'πε πως το Αφεντικ εχε βγει. Απογοητευμνος -κι ανακουφισμνος απ μιαν λλη πλευρ, πο 'χε μεταθσει τη ...θαρραλα κνηση του σε λλη μρα- αναρωτθηκε, αν εχε πρει πντε κι να, θα τον εχε ραγε πετχει; Δε βαρισαι!
     Πρασε λο το υπλοιπο μχρι να τον πρει ο πνος μσα στην απογοτευση και τη θλψη, για την ατυχα και την αδικα που επικρατε στο κσμο! Ωστσο λγο πριν κοιμηθε -για να μπορσει να ξαναστσει λο εκενο το πλγμα ελπδας κι ονερων που τσο του 'ταν πια ζωτικ- σκφτηκε πως τελικ εναι πντα δσκολο το να μπορσει κανες να δει κποιο πολ σπουδαο! Και στο κτω-κτω του 'χε σσει τη ζω ρε γαμτο! τσι κπως γμισε το σακολι της ψυχς του, αλλ με την αμφιβολα να 'χει καταλβει μεγαλτερο μρος και μλιστα δε κατφερε να τη κλεσει εκολα πσω στο σεντοκι της!
     Ο πλοσιος πως, κθε μρα, εχε την δια ρουτνα και εκενη την ρα του πρτου τηλεφωνματος ντως ταν πολ απασχολημνος. Το απγευμα μως λγο πριν τις πντε θλοντας να σπσει τη ρουτνα του σκφτηκε να φωνξει μσα τη γραμματα -την μπειρη επ των τηλεφωνημτων- για να της υπαγορεσει μερικ ...υγρ σμφωνα και ...μακρ φωνεντα! Εχε μρες να της ...υπαγορεσει κι επιφρτισε την λλη γραμματα να διχνει λες τις κλσεις και να μη τους διακψει κανες και για κανναν απολτως λγο!
     Στο κτω-κτω το δικαιοται να ...διαλειμματκι, τσι δεν εναι;
     Το βρδυ σκφτηκε -μιας κι ταν στις καλς του! Και γιατ να μην ταν λλωστε;- να τη πει για φαγητ, αλλ βαρθηκε γργορα να κνει καλς πρξεις και χορττος απ' λα, μα ρκος στη κοραση, κοιμθηκε αμσως μλις γρισε σπτι! Η κοπλα φυσικ μ' λη αυτ τη φτιξη ξχασε να του κνει νξη για το ενοχλητικ τηλεφνημα του αγνστου!

Ημρα 4
     Την λλη μρα ο φτωχς ξπνησε νωρς και πγε στην εταιρεα χωρς να διστζει πια. Μπκε στην αθουσα αναμονς. Η γραμματας εχε καλψει τα σημδια στο λαιμ της με να πολ κομψ φουλρι. "μορφη κοπλα" σκφτηκε και της ζτησε να δει το Αφεντικ.
 -"χετε ραντεβο;" τονε ρτησε σκοπα, μιας και τα ραντεβο του τα 'κλεινε η δια, απλ θελε να τον κνει να νισει βολα και να του τονσει εμμσως, πως δεν εχε καμα δουλει εκε.
 -"χι!" επε αυτς ξεθαρρεμνος, "εμαι κενος που πρε χτες τηλφωνο! Θυμστε";
 -"χι"! Επε αυτ εν θυμτανε το τηλφωνο, εχε γνωρσει και τη χροι της φωνς του. Εχε δει μως επσης, πως ταν τρισθλιος ρα... "Τλος πντων, χωρς ραντεβο δε μπορετε να τον δετε και παρακαλ πηγανετε γιατ θα καλσω την ασφλεια κτιρου!" επε και του γρισε τη πλτη, κνοντας πως πιανε το τηλφωνο. Μσα της παρακαλοσε να μην εναι καννας Φασαρας κι λπιζε να 'ναι απ' αυτος που συνθως τρομζουνε και φεγουν αμσως. Εκενος μως χι μνο δεν φυγε μα πταξε, απελπισμνα, το τελευταο χαρτ στο τραπζι.
 -"Ξρετε... του 'σωσα τη ζω κποιο βρδυ και μου 'πε πως αν θελσω κτι να 'ρθω να τον βρω. Ορστε μου 'δωσε και τη κρτα του! Δστε..." κι τεινε το τρεμμενο χρι του, που κρατοσε τη χιλιοπιασμνη πια κρτα, σα να 'ταν εκε πνω λο το νημα της ζως!

     (Η Λσπη πανευτυχς κατπινε, κατπινε κι βγαζε χαρομενες μα τρομακτικς μπουρμπουλθρες!)

     Εκενη εξεπλγη και κλονστηκε! Δεν εχε ακοσει το περιστατικ! Βλπετε Εκενος δεν νιωσε την ανγκη να το μοιραστε με καννα, γιατ θα 'ταν σα να παραδεχταν τη κουταμρα του, που κντεψε να τον σκοτσει.
 -"Πως επατε σας λνε"; του 'πε ντονα προβληματισμνη, σταθμζοντας πιθαντητες.
 -"Με λνε Φ... μα... πως σας επα δε ξρει τ' νομ μου, μλιστα σως δε θυμται μτε το παρουσιαστικ μου! ταν νχτα βλπετε και μετ δεν επαμε και πολλ... βιαζτανε πολ... πστε του μνο πως θα 'θελα να τον δω στω και για λγο".
 -"Καλ... περιμνετε λιγκι παρακαλ". Αν λεγε αλθεια -που μλλον λεγε- ττε πρεπε να μιλσει στο Αφεντικ της. Ετε τσι, ειτ' αλλις η απφαση ας ταν δικ του. Στη σκψη αυτ, ανασκωσε τους μους και μπκε στο γραφεο του!
     Ο πλοσιος εχε δσκολη μρα κι νιωθε κπωση -που οφειλταν εν μρει και στη κραιπλη- εχε και κτι μικροαναποδις κι λα αυτ μαζ εχανε τρσει την υπομον και τη διθεση του! Μλις εδε τη μικρ, θερησε σα μια καλ ευκαιρα να ξεσπσει κι αφο τη περιλουσε με τα διφορα, της επε να τσακιστε ξω! Εκενη υπμεινε τα πντα και του 'πε τα καθκαστα! μεινε σκεφτικς για μερικ δευτερλεπτα, συνοφρυθηκε πειτα, μα τελικ τα μτια του στραψαν:
 -"Πρασ μου τον αμσως! Ακος; Αμσως!" επε με μεγλη δση υπερβολς! Τσακστηκε να τον εξυπηρετσει λυπημνη απ' το φρσιμ του.

     (Η Λσπη δεν βλεπε τη κοπελι! Γιατ εκενη την εχε καταπιε
καιρ τρα... ΜΠΛΟΥΥΥΥΥΡΜΠ
!)

     Ο φτωχς, περιχαρς μπκε στο γραφεο κι εδε ναν νθρωπο που μετ βας γνρισε, να 'ρχεται γελαστς προς το μρος του και να του σφγγει το χρι! Τονε πανεψε, τονε κανκεψε του πρτεινε κερσματα, επιδεικτικ μιλντας στο ντικταφν:
 -"Δεσποινς σας παρακαλ για το επμενο τταρτο να μη μας ενοχλσει κανες! γινα σαφς; ΚΑΝΕΙΣ!" κι κλεισε χωρς να περιμνει να μθει αν ντως εχε γνει μιας κι εχε πετχει να καθορσει μ' αυτ το τχνασμα, το χρνο που θα διθετε στον "Σωτρα" του!

     (να πλατ λσπινο χαμγελο πενας... ΜΠΛΟΥΥΥΥΥΡΜΠ!)

 -"Φλε μου τι μπορ να κνω για σνα; χι-χι μην αντιδρσεις! Ξρω να εκτιμ τι μου δνουν, καλ κακ και μπορ ν' ανταποδδω! Εναι για μνα σημαντικ! Πες μου λοιπν, τι";
 -"Μα... εγ ρθα να σας γνωρσω απλ... να δω τον νθρωπο που 'τυχε, τα πεπρωμνα μας να διασταυρωθον στω και για λγο..."
 -"Ε λοιπν εσαι τμιος", τονε δικοψε τεχνηντως, "λλοι στη θση σου φλε μου, θα 'χαν εκμεταλλευτε εν πση θα το 'χανε προσπαθσει και θα ζητοσαν να σωρ: Δουλει, λεφτ, δρα κλπ... και φυσικ σιγ μη μασσω! Εγ φλε μου δεν γινα πρεδρος τοτης της εταιρεας τσι τυχαα! Ξρω να βλπω τον 'Ανθρωπο σαν Ιδα, πνω και πρα απ' τα υλικ αγαθ και φυσικ ν' αναγνωρζω το Καλ απ' το Κακ! Εσ μως ΕΙΣΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΝΘΡΩΠΟΣ κι ντως χρηκα πολ που -πως εστοχα επες- τα πεπρωμνα μας διασταυρθηκαν στω και τσο λγο! Η ζω μας επιφυλσσει να σωρ εκπλξεις και προφανς τσο πρεπε, τσο διασταυρθηκαν! Θλω λοιπν -κντρα στις πεποιθσεις σου κι εγε και πλι- να σου κνω να συμβολικ δωρκι και παρακαλ χι μταιες αντιρρσεις".
 -"Μα..."
 -"Σιωπ! Κι εχομαι ποτ μα ποτ, να μη τχει σε σνα κτι κακ, πως εμνα ττε, αλλ να ξρεις πως αν εμαι παρν, θα δσω και τη ζω μου για να το αποτρψω! Πρσεξε... δε θα το 'κανα ποτ, για κανναν λλο και να σου πω την αλθεια μου, εγ ποτ δε θα 'κανα ,τι κανες εσ για μνα!" επε κι νοιξε το συρτρι του γραφεου του, βγαλε απ μσα να φκελο, τονε γμισε προσεκτικ μ' ν' αρκετ σεβαστ ποσ, τον κλεισε και του τον βαλε με το...ζρι στη χιλιοφθαρμνη τσπη του πανωφοριο του!
 -"Επειδ με πτυχες σε μια δσκολη φση, γι' αυτ, το ποσ δεν εναι μεγαλτερο, αλλ εναι συμβολικ και μες απ τη καρδι μου κι αυτ εναι που μετρει! Η σκψη μου απ 'κενο το βρδυ κι εντεθεν σκεπζει την παρξη σου! Σ' ευχαριστ λλη μια φορ που υπρξες νθρωπος με ψυχ και τιμιτητα! χι μη λες τποτε, ντε τρα γιατ πνγομαι και τα λμε κποια λλη στιγμ".
     Ο φτωχς φυγε κι ταν μετ απ ρα πολλ, νοιξε το φκελο, εδε πως αυτ τα χρματα θα του 'φταναν να περσει αρκετ καλ για καναδυ μνες. Πγε κι φαγε καλ και ...συνχισε να κνει τι και πριν...
     Ο λλος κλεσε τη γραμματα του για να "γργορο"! νιωθε πλι γεμτος και κεφτος απ' τον εαυτ του για τη καλ του πρξη! Μετ συνχισε να κνει ,τι κθε μρα -πριν και μετ το συμβν-...

     (Η Λσπη εχε πια ηρεμσει και χνευε τη τροφ της, αφνοντας
που και που καν θορυβδες ρψιμο-μπουρμπουλθρα. Πνω στην επιφνει της εχαν μενει μονχα κτι χαρτι που δεν χουν βρος για να βουλιξουν! Κτι που οι νθρωποι τα λνε χαρτονομσματα, και μια κρτα... Μπλουυυυυυυυρμπ ...ρετηκε λλη μια φορ!)

                                                                    Φλεβρης 2004

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers