-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

- 

&

   "Μια φορ κι να καιρ..."
     Η αρχ εναι πντα δια. Παραπμπει αυτματα, το νου του αναγνστη, σε παραμθι. Ωστσο χι... σο κι αν αυτ ακουστε περεργο κι απστευτο, τοτο δω, δεν εναι παραμθι. Τουλχιστον χι με την ευρεα ννοια του ρου. λα εναι παραμθια και καννα. Το θμα εναι, τι πιστεει κανες τι εναι διατεθειμνος να πιστψει.
"...ταν νας μικρς ψαρς..."
     Αυτ η ιστορα λοιπν, εναι εντελς μα εντελς αληθιν. Αν δυσκολεεται να το πιστψει κποιος, ας πομε ττε πως εναι σχεδν αληθιν. στω, χει αρκετ ψγματα αλθειας. Εναι αληθοφανς, εν πσει περιπτσει. Πως αλλις να πεσω, παρ μνον αν πω, πως κποιο πρσωπο, εμαι γω ο διος! Κποιο κποια εξ αυτν. σως πλι και να το νειρετηκα, ποιος ξρει; Συνθως τα μορφα νειρα, δε τα θυμμαστε το πρω σως κι τσι να πιστεουμε. Εκε που σκεφτμαστε πως "πει... χθηκε" και ξεχνμε τα πντα, μιαν λλη νχτα, που δε κολλ πνος μιαν λλη μρα, που 'χει να κποιο δροσερ καφτ περβλημα, μας ρχεται μια ιδα, για να παραμθι. κτι σα παραμθι. Που 'χει πολλς πιθαντητες, να 'ναι τ' νειρο που ξεχσαμε, σ' λλη σως μορφ. σως πλι κι ατφιο...
"...που κρδιζε τη ζω του δσκολα, ολημερς στη σκληρ ρμβη της πτρας και της θλασσας..."
     Κρδιζε, τρπος του λγειν. Ας πομε καλτερα τη λξη "βιοποριζταν". 'Αμπα... μτε κι αυτ ταιριζει απλυτα. Για να μαστε ακριβες, ακμα και στον μθο, πρπει να λμε αλθειες και μνον αλθειες. τσι, θα προσεγγσω τη μυθικ αυτ αλθεια - τχα τον αληθιν μθο- σο πιο καλ μπορ, λγοντας: "Εχεν αποφασσει να κνει επγγελμα, τη παιδικ διασκδαση και λατρεα του: Την ενασχληση με το μαγικ υγρ στοιχεο" -μπως στοιχει;
     Παρεμβανω μως, θλοντας να δσω σο πιο σαφ εικνα μπορ και τελικ μλλον πετυχανω αντθετο αποτλεσμα. τσι, καλτερα ν' αφσω το παραμθι να "τρξει", χωρς να παρεμβανω πολ, επισημανοντς σας, ακμα μια φορ, πως ,τι διαβσετε, εναι η απλυτη αλθεια, τσι πως τη συνλαβαν φυσικ οι δικς μου αισθσεις.
     Ας γυρσει λοιπν η ανμη κι ας τρξει το παραμθι, τσι πως τρχει ο μικρς ψαρς με το βαρκκι του, για να βγλει το μεροκματο. πως και τις προηγομενες μρες, στη σχετικ σντομη θητεα του ως ψαρς, χει καλς προσδοκες. Μια καλ ψαρι, που θα του προσφρει απλχερα, κενα που πεθυμ η ψυχ του. Στη σκψη αυτ, το βλμμα ξεμακρανει και γνεται γλυκτερο. Το χρι που κρατ το τιμνι αναγνωρζοντας τα σημδια, αναλαμβνει να ενεργσει μηχανικ. Το 'χει κνει πολλς φορς στο παρελθν, αφνοντας το παλικρι να βυθιστε ανενχλητο, στις μορφες σκψεις.
     Εμες δεν χουμε μθει ακμα, απ τον μχρι τρα ρου της ιστορας, τι θα πεθυμοσε να 'χει. Μπορομε μνο να κνουμε εικασες, που ακμα κι αν πετχουμε, προτιμμε να μη το ρισκρουμε. σως μας τις πει ο διος, αργτερα. τσι, δε θ' ακολουθσουμε τη πορεα του νου, αλλ του χεριο του. Εναι πιο εκολο, στην αμηχανα μας, να κινομαστε ...μηχανικ. 'Αλλωστε, πρτο το χρι θα διαπιστσει κτι περεργο στη πλεση της βρκας κι στερα ο νους. τσι θα 'μαστε κι εμες πρτοι που θα μθουμε...
     Απ μικρ παιδκι, λτρευε τη θλασσα! Τη φοβτανε στην αρχ, μα τονε γοτευε κι στερα λγο-λγο, ξεθρρεψε κι ρχισε να την ερωτεεται με πθος. Μζευε κοχλια, μορφα βτσαλα, πλατσοριζε κι αιωροντανε στα νερ της, με τη μθη της μειωμνης βαρτητας -νμο, που στο σχολει ποτ δε κατρθωσε να μθει- κι αυτ τον κανε να νιθει κπως σα να πετ. πειτα, καθς μεγλωνε κι βλεπε τους γροντες ψαρδες που μπαλνανε τα δχτυα  δολνανε τα παραγδια, ακμα-ακμα κι αν μερεμετζανε τις βρκες τους, θαμαζε και ζλευε. Κθε μρα και πιο πολ!
     Δεν βλεπε τα σκληρ πλματα, τ' αργασμνα, απ την αρμρα, κορμι, μτε τα κπια, οτ' κουγε τ' αγκομαχητ, τις κατρες τις βλαστμιες τους. Εκενος βλεπε πργκιπες-μαχητς κι ονειρεοτανε θαλασσινς, συναρπαστικς κι μορφες περιπτειες!
     Στο σχολει, τα μνα που κερδζανε το ενδιαφρον του, ταν οι θαλασσινς ιστορες! τσι ταν τλειωσε το δημοτικ, -με τα χλια ζρια-, δε θλησε με καννα τρπο, να συνεχσει παραπρα.
     ταν λοιπν, φτιανε ο καιρς, λο και κατα τη παραλα τον φερνε το βμα. Τσο πια, που 'γινε γργορα γνωστς κι αγαπητς σ' λους τους θαλασσινος ξωμχους της περιοχς. Τους μαθε και τους αγπησε κι αυτς, λους, με τα μικρ τους ονματα και τα παρατσοκλια. Απ τη καλ κι απ την ανποδη. Τους κουγε να μιλνε, να χαριεντζονται, να πειρζονται μεταξ τους, μχρι και να μαλνουνε. Αν μλιστα ξεκινοσανε να λνε θαλασσινς περιπτειες που 'χανε περσει οι διοι στα νερ, μαγευτανε πιτερο.
     ταν μεγλωσε λιγκι, αρχσανε να τον εμπιστεονται πιο σοβαρ. Του λγανε μυστικ της θλασσας, του ψαρματος, κρυφ μρη με πολ και καλ ψρι και σημδια του καιρο. Δειλ-δειλ, αρχσανε να τονε παρνουνε μαζ, σε καν εκολο και κοντιν μζεμα διχτυο παραγαδιο. Τους ρεσε φανεται, το κθαμβο βλμμα με τα γουρλωμνα μτια και το μισνοιχτο στμα, που 'παιρνε ο μικρς, σα τους παρακολουθοσε. Διαπιστσανε και τον αρχικ γαρμπο ζλο του, που γινταν εμπειρα και νισανε πως τοτο τ' αγρι ζοσε, ανπνεε και χρταινε, με τη θλασσα.
     Ττε, αρχσανε μιαν ανποδη πορεα, στη προσπθει τους να τον αποτρψουνε, σο πιο καλ, γργορα κι οριστικ, απ το επγγελμα, που βλπανε καθαρ, πως ο μικρς εχεν επιλξει τελεσδικα. Θυμντανε, βλπετε, τα δικ τους μικρτα, σκεφτντανε τις πκρες της δουλεις κι ψιμα στω, πασχσαν ν' αντιστρψουνε, αυτ που χτιζτανε τσα χρνια μσα του! Του κκου μως. σως να 'ταν αργ πια, σως και νωρτερα, να μη γιντανε τποτα.
     Εδανε κι αποεδανε και στο τλος νκησε η επιμον κι η λατρεα του μικρο. Ττε κι εκενοι, αρχσανε να του μαθανουνε, ακμα πιο σωστ και σοβαρ, το κθε τι. ταν η μασκτ του μικρο τους λιμανιο...
     Εδ θα κμω πλι, λλη μια παρμβαση, σχετικ με τη λξη "μικρ", που χρησιμοποι κατ κρον! λα σε τοτη την ιστορα, δχονται αυτ το ...μικρ επθετο! "Μικρς Ψαρς", "Μικρ Λιμνι", "Μικρ Βαρκολα"... Το παραμθιν μου αυτ αλθι, εναι μως μεγλο, πως τα ντρτια... τλος πντων, εναι ,τι θλει καθες...
     Η σχση μικρο-μεγλου, σε συνδυασμ με την απλαυση που μπορε να χαρζει, σως διχζει το ευρ κοιν. Θυμμαι κποτε, να πολ μορφο κορτσι, που φοροσε μικρ -τσο δα- σκουλαρκι στ' αφτ. Ε λοιπν, αυτ το μικρ, τοσοδολικο στλισμα, ταν η απαρατητη μικρ -μεγλης μως σημασας κι αξας- πινελι, που χριζε μιαν ανθρπινη τελειτητα, σ' να σνολο, που χωρς αυτν, ταν απλ ...μορφο! Η ακμα πιο συναρπαστικ θμηση εναι, μια μικρ στραφταλιστ σταγνα, θαλασσινο νερο, πνω στην μορφη, σταρνια, γυμν κοιλι της. Ριγ, πως και ττε που θλησα να ρουφξω αυτ τη λαμπερ στλα, πνωθ της. Να πρω με τα χελια μου, αυτ τη τελειτητα, να τη "χαλσω", για να ξαναγνει νθρωπος το πλσμα κενο, το θεκ, νθρωπος σαν εμνα, σαν εσς, σα τον καθνα μας. στε να μπορσω εγ ο κοινς θνητς, να το κλεσω στην αγκαλι μου δχως τψεις, κατεβζοντς το πσω στη γη μας.
     Μικρ-μεγλο λοιπν! Οι λτρεις του μεγλου, των μεγλων ψαρδων, των μεγλων κακιν με τις δυνατς μηχανς με τα μισθοφρικα πληρματα και των μεγλων λγων, ας σταματσουν εδ την ανγνωση -αν ξεγελαστκανε δηλαδ κι αρχσανε το διβασμα- τοτης της ιστορας.
   ...Ο μικρς ψαρς, ρχισε να μπανει ακμα πιο βαθι, στα μυστικ της αγαπημνης του. Μθαινε γργορα, -γιατ εναι πασγνωστο, πως μα σου αρσει κτι, δνεσαι ολοκληρωτικ-, κι τσι καλβολος, ευγενικς και πρθυμος καθς τανε, γινε βοηθς τους. Στην αρχ, βοηθς της ...στερις. Σντομα κι υπ την ανοχ των γονιν του, τνε παρνανε και σα βοηθ στη θλασσα. Μχρι να επιστρψει απ το στρατιωτικ, περιοριζτανε στο να βοηθ και να μαθανει.
     Η κακι ρα το 'φερε στερα απ τη θητεα του, να χσει και μλιστα σε σντομο χρονικ διστημα, τους γονιος του. Κληρονμησε κτι λεφτουδκια -τανε βλπετε μοναχοπαδι- κι στερα απ τον ελογο χρνο πνθους, κατφερε επιτλους ν' αρματσει πλρως, να βαρκκι και να ξεκινσει τη μοναχικ πλον, καριρα του.
   ...Τρα που η ιστορα μας τρχει μαζ με το βαρκκι, μετρ δη πνω απ δυο χρνια στη θλασσα, σα μοναχικς, μικρς ψαρς. Το χρι, απ τ' οποο εμες παρακολουθομε τη πορεα, πρτο κατλαβε πως κτι δε πγαινε καλ. Η βρκα, πρεπε να σκζει τα νερ, κντρα στο κυματκι. Ο καιρς τανε θαυμσιος, εκενο το ξοχο, καταγλανο, ανοιξιτικο απγευμα. Εκενη μως εντελς ξαφνικ, μεινε ακνητη. Κκαλο! Το χρι, ξαφνιασμνο και μη χοντας εξοσια για να επιληφθε της κατστασης, στειλεν επεγον μνυμα στο ...στρατηγεο.
     Πριν προκμει να φτσει το μνυμα, μια πανμορφη, γυναικεα μορφ, κανε την εμφνισ της μπροστ στη πλρη. Σκορα, μακρι μαλλι, που πνω τους εχανε μπλεχτε φκια, μικρ, τοσοδολικα, παρξενα κοχλια και στραφταλιστς σταγνες θλασσας, που ο λιος πσω της, τις κανε να φανονται σα μικρ-μικρ, διφανα και λαμπερ διαμντια. Ανοιχτ, καστανοπρσινα -δια με τρικυμισμνη θλασσα- μτια, με μεγλες βλεφαρδες και γραμμνα φρδια. Ρδινα, σαρκδη χελια και μια μικρ γουστζα μυτολα, που ζρωνε, καθς του χαμογελοσε!
     Ο μικρς ψαρς τα 'χασε! Χρι και νους, συμφνησανε πλρως κι ταν η κοπλα μλησε κι εδανε το λευκ απ τα μορφα δντια της, το χσιμο γινε μεγαλτερο! Φων δε κατφερε να βγλει απ τα χελια του, μτε και που κατλαβε τι του πε, αναγκζοντς τη να του το πει ξαν:
 -"ρα καλ, μικρ ψαρ. Για που το 'βαλες"; Εκενος ακμα χαμνος και ξπνοος, ψιθρισε:
 -"Ωωρα καλ σου κι εσνα... ππω για ψρεμα... Ππποια εσαι, του λγου σου και πως βρθηκες καταμεσς στο πλαγο";
 -"Εμαι η Μικρ Γοργνα. Πλττω που και που και βγανω βλτα, να πισω καμι κουβντα. Εσ πλττεις καθλου";
 -"Θα 'λεγα πως μχρι σμερα και με τσο καλ συντροφι, τη θλασσα, δεν χω πλξει ποτ. Μα τρα που σε βλπω, νιθω πως πρασα τη πιο πληκτικ ζω του κσμου"! Μτε και καλοκατλαβε τι επε, κενη μως δειξεν ευχαριστημνη και χαμογλασε ακμα πιο πλατι. Οι σταγνες λμψανε πιτερο, θαρρες, στα μαλλι της, που χε βρει κποιο να μιλσει...
 -"μορφα που τα λες! Εσαι χαριτωμνος και τσο διασκεδαστικς, τσι που τα χεις χαμνα! Πες μου μικρ ψαρ, ποια εναι τα νειρ σου";
 -"Τα νειρ μου..."; τα 'χασε ακμα περισστερο κενος. Τα παινματ της, ηχοσαν σα μουσικ στ' αφτι του. Ωστσο, προσπθησε να συγκεντρωθε και ν' απαντσει. "Τα νειρ μου..." επανλαβε μηχανικ, προσπαθντας να κερδισει καιρ και να μαζψει το νου του, "να... θα 'θελα... ααα μια πολ καλ ψαρι, γι’ απψε"!
 -"Μια καλ ψαρι; Πρα πολ καλ ψαρι... Αλθεια, αυτ θα θελες"; τονε ρτησε κενη χαμογελντας.
 -"Εεεε ..ναι! Θα το θελα πολ!" επε κενος, ταμπουρωμνος στην ...εκολην αυτ λση.
 -"Ττε... δε νομζω να χεις πρβλημα... απψε" του απντησε μισοκλενοντας τα μτια πειραχτικ και λγο πριν χαθε απ τα μτια του, μες στα καταγλανα νερ, του πταξε: "...και μλιστα χωρς καν κπο, γιατ εσαι τσο ...χαριτωμνος" και μεμις βοτηξε και χθηκε. Πρλαβε μνο να δει τη στραφταλιστ, χρυσοπρσινη -σα θλασσα- κρη της ουρς της.
     Πλι το χρι, που μαστε μεις κρυμμνοι, αντιλφθηκε πρτο, πως η βρκα, ρχισε πλι να κινεται κι στειλε, -πιστ στο καθκον- το σχετικ ραπρτο ... νωθεν! Φανεται μως, πως σμερα δεν εχε και πολλ τχη, γιατ ο ...καπετνιος, ταν τσο πολ σοβαρ, απασχολημνος και ...χαμνος, με το να προσπαθε να χωνψει και να κατανοσει ,τι εδε κι κουσε, που ργησε να επεξεργαστε τη πληροφορα. Κντεψε να περσει και το σημδι, που 'χεν ορσει να καλρει τα δχτυα του γι' απψε!
     Συνχισε την υπλοιπη δουλει, εντελς μηχανικ. Πρπει να οφελει σε θαμα, που δε μπρδεψε τα δχτυα, με το χαζ καλρισμ του. ταν επιτλους τα κατφερε, κατφυγε στο μρος που πγαινε πντα, για να περιμνει την ρα του μαζματος κι απμεινε να σκφτεται... Σκεφττανε την μορφη γοργνα και τι επανε. ψεξε τον εαυτ του, που χε σχεδν μουγκαθε μπροστ της. Ω! πσα και πσα θα μποροσε να της εχε πει και τελικ τι επε; Σματι και θυμτανε;
     Οτε κατλαβε πως κλησε τσος σιωπηλς χρνος κι σπευσε βιαστικ να μαζψει τα δχτυα. Τελικ μλλον τον εχε πρει ο πνος και μλιστα τ' νειρο που βλεπε πρπει να συνεχιζτανε, γιατ πως εξηγεται τσο ψρι να χωρσει στα μικρ του δχτυα! Με δυσκολα κατφερε να μαζψει και να ξεμπλξει τσα ψρια, που μλις και τα χρεσε η βαρκολα του.
    'Αργησε πολ να επιστρψει στο μικρ λιμανκι, μα μλις φτασε, λοι οι λλοι ψαρδες που τον εδανε, ζηλψανε. Αρχσανε τα πειργματα, τις ερωτσεις και τα επιφωνματα θαυμασμο! Εκενος αρκστηκε, να χαμογελ και να επαναλαμβνει συνεχς, πως απλ στθηκε τυχερς. ταν πια ξεπολησε τη ψαρι του, τσεπνοντας σωρ τα λεφτ, βλθηκε να κμει σχδια. Θα 'καμε τοτο, θα 'καμε τ' λλο κι να σμρι ιδες τονε συντροφψανε καθς επστρεφε στο σπιτκι του, να ξεκουραστε.
     Πρασε κμποσος καιρς που τα πργματα τανε συνηθισμνα. Πγαινε στο ψρεμ του, χωρς να πετυχανει μεγλες ψαρις και χωρς να συναντ την μορφη γοργνα, παρλο που τα 'θελε πολ και τα δυο. Μλιστα, πιασε τον εαυτ του να θλει πιτερο να ξαναδε την ξαφνικ επισκπτρια κι ας μη ξανπιανε ποτ του ψρι. Λαχταροσε τα μτια, το χαμγελο και τα στραφταλιστ μαλλι της, που στζαν ολκερα θαλασσιν νερ! Αναθυμτανε, πσον μορφα κινιντανε τα χελια της, ταν σχηματζανε λξεις.
     Πρτη του φορ, ρχισε να πλττει, μσα στη θλασσα. μενε μσα της λο και περισστερο μπας και τη πετχει, μα σο αυτ δε γιντανε, τσο και μαρζωνε. Μνον η προσδοκα του δινε δυνμεις για να συνεχζει. Οι κινσεις του γινντουσαν λο και πιο μηχανικς κι αυτ, πως τανε φυσικ, μεωσε τις επιδσεις του στο ψρεμα. ξω απ τη θλασσα, γιντανε πιο μελαγχολικς, πιο απμακρος κι αυτ τον απομκρυνε απ τους λλοτε φλους του, τους ψαρδες.
     Πρασε πνω απ χρνος τσι και ξαφνικ, τσι πως εχεν εμφανιστε κι εξαφανιστε, η μορφη γοργνα τονε ξανασταμτησε καταμεσς του πελγου. Η βαρκολα του πλι κοκλωσεν ακνητη κι η καρδι του φτερογισε. Σκωσε το σκυμμνο του κεφλι και την εδε στη πλρη, πλρια μορφη και χαμογελαστ, να στζει ολκερη θλασσα.
 -"Γεια σου χαριτωμνε μικρ ψαρ", του πταξε μισοκλενοντας ναζιρικα τα μτια της.
 -"Γεια σου κι εσνα, μορφη γοργνα", της επεν εκενος, που μσα του ταν ενθουσιασμνος, μα απ' ξω του, προσποιθηκε με κπο, τον μουτρωμνο! "που χθηκες τσο καιρ;» της βγαλε το παρπονο... "να 'ξερες πσο θελα να σε ξαναδ".
 -"Αλθεια; Ε λοιπν ... να 'μαι...! Χαρεσαι που με ξαναβλπεις";
 -"Εεεε ναι μα ... πρασε πνω απ χρνος... Τι απγινες; Εχα πια απελπιστε"!
 -"Ε και δε χαρεσαι; Τοτο σημανει πως δεν πληττα διλου, λο αυτ το διστημα", του αντιγρισε αφοπλιστικ. Εκενος λιωσε απ' αυτ που κουσε. Θμωσε επσης, μτωσε, μα τελικ υπερσχυσε η λογικ:
 -"Χαρομαι για σνα. Εγ πλι, απ μερι μου, πληξα αρκετ, λο τοτο το διστημα"! Τα λγια του κρβαν επιτμηση, μα κενη δεν δειξε να το καταλαβανει.
 -"Ω πολ λυπμαι γι' αυτ!" κι δειχνε πραγματικ λυπημνη, "Μα πως αυτ; Δεν εχες εκενη τη καλ ψαρι που ζτησες";
 -"Ναι ...δε λω ... αλλ... δεν εναι μνον αυτ στη ζω. Εναι κι να σωρ λλα..."
 -"Αλθεια; Πες μου ττε λοιπν, ποια εναι τα νειρ σου μικρ χαριτωμνε ψαρ";
 -"Να 'χω πολλς καλς ψαρις..." επε βιαστικ, μα σα το σκφτηκε λιγκι, πρσθεσε αυτ που 'χε μες στη καρδι του: "...αλλ και να μπορ να σε βλπω συχντερα"! Κενη μεινε λιγκι σκεφτικ...
 -"Γνονται και τα δυο, αρκε να σαι τοιμος ν' αναλβεις το κστος τους", του απντησε στερα απ λγο.
 -"ΑΜΕ!" ενθουσιστηκε κενος κι αμσως μετ συννφιασε... "αρκε να μπορ φυσικ..." ψλλισεν ανσυχα.
 -Εμαι σγουρη πως μπορες, ειδλλως δε θα στο πρτεινα". Κνει τσι και βγζει απ τα μαλλι της, να πανμορφο, παρξενο, μικρ κοχλι. Μτε σπνιο, μα μτε και συνηθισμνο. Του το δεχνει και του λει: "Το βλπεις αυτ το κοχλι; Θα πρπει να μου φρνεις να κθε φορ που θα με βλπεις και θα θλεις να χεις μια καλ ψαρι και να με ξαναδες πλι. Επσης, κθε φορ που θα συναντιμαστε, θλω να μη με κνεις να βαριμαι να λυπμαι. Αν τηρονται αυτ που ζητ, δε νομζω να υπρξει πρβλημα. Θα μπορες να με βλπεις σο συχν θλεις και παρλληλα θα χεις κι φθονο ψρι στη βαρκολα σου! Τι λες; Τα βρσκεις πολλ τοτα που ζητ";
 -"Νομζω πως δεν εναι και πολλ. Ζτησες λογικ τμημα θαρρ. Ξρεις που βρσκει κανες αυτ τα κοχλια";
 -"Ω μα ...παντο φαντζομαι. Απλ, επειδ εναι μικρ, χρειζεται κμποσο ψξιμο. Τα θλω ζωνταν και φρσκα, για να στολζω τα μαλλι μου κι χι δεια ψφια, που μυρζουν σχημα. Στο λω τοτο, γιατ θλω να σου εξηγσω, πως δε μπορες να μαζψεις πολλ, αν τα πετχεις κπου και να τα φυλξεις, για να μου τα φρνεις να-να! Τι λες λοιπν, θα τα καταφρεις; Εμαστε σμφωνοι";
 -"Πιστεω ναι..." επε κενος χαρομενα, "σο για τη πλξη σου, μπορες να με βοηθσεις λιγκι; Τι σου αρσει, τι χι, ...ξρεις... ττοιου εδους πληροφορες..."
 -"Μα αν στα πω λα τοτα, δε θα χει μτε γοστο, μτε θα μ' αρσει, να σ' χω καλοκουρντισμνο πινι! Να σαι ο εαυτς σου κυρως, αλλ παρλληλα, να χεις μτια κι αφτι ολνοιχτα, να με μαθανεις. Φεγω τρα... Α πρπει να σου πω, πως αν δεν ικανοποιηθον αυτ που σου ζητ, δε θα χεις τη ψαρι που ονειρεεσαι, μτε κι εμνα"! Επε και χθηκε πλι στα νερ. Η βαρκολα ξεκνησε ξαν εν μσα του εχανε πνιγε ερωτσεις, πως: Πως θα τη καλοσε κθε φορ, κι λλες ττοιες...
     Συνχισε προβληματισμνος να κνει μηχανικ τη δουλει του, μα και πλι, μολοντοτο, εχε πολ καλ σοδει. Ευχαρστησε μσα του την μορφη γοργνα κι επιστρφοντας στο λιμανκι, ρτησε τους λλους αν ξρανε που θα 'βρισκε το κοχλι. Τους το περιγραψε σο πιο καλ μποροσε, λοι μλιστα το δεχτκανε σα γνωστ, μα κανες δεν ξερε να πει ακριβς, μρη που αυτ ευδοκιμοσε. Μνον ο γερονττερος ψαρς, τονε κοταξε παρξενα κουνντας το κεφλι. Ξμεινεν επτηδες τελευταος κι ταν φυγαν οι λλοι, τονε βοθησε να ξεψαρσει, να τυλξει τα δχτυα κι ταν εχε πια ξεπουλσει, του πρτεινε να τονε κερσει μια ρακ. Αφο κτσανε σ' να κοντιν ταβερνκι, παραγγελανε κι ανταλλξανε μερικς συνηθισμνες φρσεις, ο γροντας, του πταξεν απτομα:
 -"Εδες κι εσ τη μικρ μορφη γοργνα";
     Ο μικρς, μεινε κπληκτος, κοιτζοντας το γρο, ανκανος να πει κτι! Ο λλος κονησε το κεφλι κι σκυψε κτω, κοιτντας τα βρμικα, ξυπλητα ποδρια του, πιτερο μονολογντας προς τον εαυτ του, παρ απναντι:
 -"Τι ρωτω; Σγουρος εμαι! πρεπε να το 'χα φανταστε, απ ττε που 'χες τη πρτη σου καλ ψαρι κι πειτα τη τσο αλλκοτη συμπεριφορ..."
 -"Μα..." σα που κατφερε να πει ο νεαρς κι στερα απ λιγκι πρσθεσε σα χαμνος, "...σε βρκε κι εσνα";
 -"Ναι! Πριν, κι εγ δε ξρω, πσα χρνια! Θλεις ν' ακοσεις την ιστορα μου, του γροντα";
 -"Ββαια! Εμαι τρομερ περεργος! Αλλ... επες πριν απ τσα χρνια. τσι δεν εναι";
 -"Ναι! μουνα κι εγ κποτε, μικρς ψαρς πως κι εσ, μα τη θυμμαι καλ, σα τρα".
 -"Ε ττε δε λμε την δια, παππολη! Εκενη, το πολ να 'ναι εκοσι-εικοσιδο χρον"!
 -"Θα μ' αφσεις να σου πω χι; Μετ κρνε μονχος σου..."
 -"Ναι. Φυσικ. Σ' ακοω λοιπν".
     Τρχει το παραμθι, σα μια καλοτξιδη (;) βαρκολα κι εγ δε μπορ να κρατηθ σιωπηλς. Δε θλω ν' αφσω το παππο ψαρ να μας πει τι εδε κουσε. Εναι πασγνωστο, πως κυνηγο και ψαρδες, εκτς που 'ναι παραμυθδες, πλατειζουν ασστολα τους λγους τους αν θνε να πονε κτι, με σκοπ να σε μπερδψουνε, για να συγκαλυφτε το παραμθι τους μσα σε διαδλους αχρστων πληροφοριν και λεπτομερειν. Ακμα και τα παραμθια λοιπν -κι ειδικ τα δικ μου- χουνε κι να ριο. Εναι ποτ εφικτ, να κρατσει νεαρς, μαθος, -στω ενθουσιδης- μικρς ψαρς, το ενδιαφρον μιας υπεραιωνβιας, μικρς, φθαρτης κι μορφης γοργνας; Μλιστα τσι, που αυτ να μη πλξει και με διρκεια σε τοτη του τη προσπθεια;
     Αυτ, χει το βυθ της, με τα τσα του στολδια, τις τσες εκπλξεις -ναι, ναι καλ διαβζετε: εκπλξεις!- κι εναι δυνατν επσης, να τις βρσκει κοχλια, κθε φορ, εν θα πρπει να κνει κι λλα πργματα σε τοτη τη ζω; Αν στω τα καταφρνει, εναι ποτ δυνατ, τα νειρ του να παραμενουνε στις καλς ψαρις μονχα; Το μεθσι της επιτυχας δε θα τον κνει πλημμελ στα ...καθκοντ του;
     Εναι πολλ που ακμα θα 'θελα να ρωτσω! Αλλ' ας ρξουμε ακμα μια ματι στα ξυπλητα, χοντροκομμνα, βρμικα και γεμτα κλους πδια του γρο-ψαρ! Το πλμα χει σκληρνει σε κλους και πια δε τον ενοχλε να περπατ, ακμα και σε καφτς κοφτερς πτρες. Τα νχια του σκληρ, ογκδη, χι πλον διφανα και λεα. Η αρμρα χει αργσει και χρωματσει το δρμα, μχρι αρκετ πνω απ τον αστργαλο, με σκουρτερες κηλδες. Τοτος ο νθρωπος, μπορε να μη πθει ποτ αρθριτικ, μα σγουρα πολ απχει απ τα νεανικ του νειρα. Αν μλιστα εμπιστευτομε, σα εξιστορε, εχε πολλς καλς ψαρις στη μεγλη και πολυτραχη -σα τη θλασσα- ζω του.
     Εκενο που πρπει να πω, τμια, εναι πως χω κοιτξει και τα πδια των λλων ψαρδων, στο μικρ μας λιμανκι κι ταν δια. Αυτ το 'κανα, σο εσες ακογατε τον μικρ ψαρ να ρωτ, για το κοχλι. Το κανα για σας. Να σας το πω, διακπτοντας ... βναυσα την ιστορα μου!
     Τι εναι λοιπν τα ...επλαστα νεανικ νειρα; Η πατνα που σκληρανει τα πλματα και τα νχια; Η κασιμη λη για το ντεπζιτο της βαρκολας μας; Η προσδοκα, μπας και δομε κι εμες την μορφη γοργνα; Η ανερεση του μικρο, δυσερετου, θαλασσινο κοχυλιο; Το μελνι στο στυλ μου, τρα δα; Μπορε! Μπορε πλι κι χι! Το σωστ ερτημα, μλλον εναι: "χουμε ανγκη απ' αυτ; Αν ναι, γιατ";
     τσι πως ταν φυσικ λοιπν, μλις ο γρος τλειωσε την ιστορα του, ο μικρς ψαρς την σβησε ολκερη απ το νου του! Ευτυχς δηλαδ! πειτα, ποτ κανες δε ξρει. Και πλι θα πω: "Ευτυχς δηλαδ"!
     Θα κλεσω τοτη την ιστορα, αφνοντς σας να φαντζεστε τον μικρ ψαρ, να ψχνει κοχλια κι μορφες ιστορες, για να ευχαριστσει την αγαπημνη του. Εγ, με την δει σας, θα παραμενω να τον παρακολουθσω ως το τλος...
     Εμαι περεργος να δω, πως τελεωνει αυτ η ιστορα...

 "Στη μικρ, μορφη
   Γοργνα και
                                     Οκτβρης 2003 
   τα νειρα..."

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers