-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

Dali &  

. E O DALI: & &


                           Κκνοι Ανακλομενοι Σε Ελφαντες

     (Οι δυο κσμοι: Υδτινος κι εναριος. Δυο διαφορετικς απψεις, εξαρτομενες, απ το που βρσκεται το μτι του παρατηρητ. Εναι εκπληκτικ, αξιοπρσεκτο, το πσο εκολα πλανερς εναι κι οι δυο πλευρς. Μπορε ντως, κτω απ το νερ, τα πδια των ελεφντων, να ταλαιπωρον, τις φωλις των μικρν καβουριν. Τα οποα, βγανοντας στην επιφνεια για να διαμαρτυρηθον, στρφονται στους κκνους και τους φωνζουν να πνε να κολυμπσουν αλλο. σως πλι, ψαρκια του αφρο, να βουτνε στα βαθι, για να γλυτσουν απ τα ρμφη των κκνων και να τσαλαπατινται γρια, απ τα μεγλα ποδρια των ελεφντων. 'Αλλα πιο τυχερ καιροσκοπικ ντα, να επωφελονται και να κερδζουν εκ των δυο καταστσεων. Οι κκνοι πντως κολυμπνε πνω στην επιφνεια κι οι ελφαντες τσαλαπατνε κτω απ' αυτν, ανεξαρττως, και σταθερ. Πσον εκολα μπορε να ξεγελαστε το μτι; Και ποιος κσμος εκ των δυ εναι ο αληθινς;)

Κατακερματισμς & Κλιμκωση Απστασης Μεταξ Αλθειας-Ψεδους

     Η Λευκ, μια κρη μορφη, ροδομγουλη και γλυκι σα πριγκηπσα, χθηκε μια νχτα ξαφνικ. Δηλαδ, υποθσανε πως πρπει να εξαφανστηκε μες στη νχτα μιας και το βρδυ αργ, καληνχτισε μ' να ολγλυκο φιλ τους γονιος και το μικρτερ της αδελφ κι πεσε για πνο. ταν η τελευταα φορ που την εδαν. Το πρω σα μπκε ο αδελφς να τη ξυπνσει δε τη βρκε. Το κρεβτι χρησιμοποιημνο -γνωστο για πσο, το παρθυρο ανοιχτ να χσκει κι οι κουρτνες να κινονται μσα-ξω απ το αερκι, μα 'κενη πουθεν. Κανες δεν εδε τποτε. Μτε να βγανει, μτε να τη βγζουν. ταν πια συνειδητοποησαν πως λειπε κι χι για κποιο πρωιν περπατο, αναστατθηκαν λοι. Η ανασττωση σταδιακ, γινε ανησυχα, φβος και μετ δκρυ, σαν εδαν πως δεν επστρεφε.
     ταν ρχισαν να κυλον μρες, βδομδες, ρχισαν ν' αποδχονται την ιδα πως δε θα τη ξαναδον πια. Πως εχε πσει θμα αρπαγς, με γνωστα κνητρα. Λτρα πντως δε ζτησε κανες ποτ. 'Αρα τοτη η ιστορα που θα πω, δεν αφορ τη Λευκ τσο, σο το παλικρι που τη λτρεψε και σαν την χασε 'κενο το πρω, νιωσε να χνει το κσμο. Δεν εχε βρει ακμα το θρρος να της το πει φυσικ και κντεψε να τρελαθε.
     Λυγερκορμος, γενναος κι αρκετ ξυπνος νθρωπος, σκφτηκε πως οι δικο της θα κνουν λα τα λογικ και συνθη για να τη βρουν κι τσι σλωσε το σπρο λογ του (τη φναζε Λευκ τη φορδα του), πρε το σπαθ κι ρχισε, μη χνοντας χρνο, ρευνες, αλλ χι με τους συνθεις τρπους. 'Αλλαξε αμφεση κι ανακατετηκε με τον υπκοσμο σιγ και διακριτικ κανε ερωτσεις. Δυστυχς δε βρκε καλς και στριες απαντσεις. Το δχως λλο, τι εχε γνει, εχε γνει καλ και μυστικ. Ωστσο, πιτερο σα φμη παρ σα στοιχειοθετημνη ποψη, κυκλοφοροσε απ τη πρτη στιγμ, πως την εχε κλψει ο Μαρος Βαρνος.
     Ποιος ταν αυτς ο Μαρος Βαρνος; Κανες δε τον ξερε, δε τον εχε δει ποτ, μα λοι ξρανε πως ταν αδστακτος κι τι θελε το αποκτοσε με το καλ με το γριο. Εχε ανθρπους στις διαταγς του, μα τις δουλεις αυτς -λγαν οι φμες- τις καμε μονχος του. Ηλικα και ποθε κρατοσε η σκοφια του δε ξρανε, αλλ απ τη πορεα της φμης, τον λογαριζανε μεταξ σαρντα και πενντα ετν. σο για τη καταγωγ, οι γνμες δισταντο. 'Αλλοι λγανε, πλουσιπαιδο που η οικογνει του κατπεσε κι λλοι, πως ταν φτωχπαιδο γενναο και τολμηρ που κρδισε σιγ-σιγ ,τι εχε. Αν κρνουμε απ τις φμες θα 'χε δη πολλ.
     Εκε πντως που οι φμες συμφωνοσαν, εναι πως κακ με τη πλρη ννοια του ρου κτι εγκληματικ, δεν εχε κνει. Αυτ φυσικ γιατ δεν αδικοσε καννα φτωχ, μτε κλεβε, μτε σκτωνε, -λγαν, φυσικ μνο στα κρυφ, γιατ στα φανερ κανες δεν τον πιανε στο στμα, ετε απ φβο μερικο, ετε απ απιστα στο μθο του μερικο λλοι- τι κι αν ρπαζε το 'κανε απ' αυτος που αδικοσαν απ' αυτος που 'χαν. Φυσικ στα μτια του κσμου ταν παρνομος, αλλ στις ελεθερες σκψεις και συνειδσεις των απλν ανθρπων, ταν κτι σα Ρομπν των Δασν, με τη διαφορ πως αυτς δεν δινε πουθεν τι ρπαζε.
     Πντως, βσει πντα των φημν μσα στον υπκοσμο, ποτ δεν εχε κλψει νθρωπο, πως τρα. Αυτ ταν να στοιχεο που αδυντιζε αρκετ αυτ την εικασα. Μα πλι, αν χι αυτς, ττε ποιος θα μποροσε να το 'χει κνει; Αυτ η μχρι στιγμς αναπντητη ερτηση, σο μενε τσι, ισχυροποιοσε ξαν τη φμη.
     Γιατ τον λεγαν Μαρο Βαρνο; 'Αλλοι λγαν, εξ αιτας του χρματος της περιβολς κι τι δροσε σκοτειν, σε μαρες νχτες χωρς φεγγρι, -πως αυτ της αρπαγς- λλοι γιατ εχε μαρο λογο κι λλοι, λγω της μαρης του ψυχς. σο για το "Βαρνος" μλλον ταν ρος που επικρτησε σως, λγω της υποτιθμενης καταγωγς. Πντως κανες δεν ξερε να πει με βεβαιτητα.
     λ' αυτ ο νεαρς τα 'μαθε μσα σε δο μρες κι αμσως σκφτηκε να δεχθε ως σωστ αυτ τη φμη, μιας κι απ' σο φανταζταν, κανες δε θα τη λμβανε υπ' ψη. τσι, ρχισε να δρα αναλγως. θελε να ριχτε στο κατπι αυτο του ρπαγμα, μα δεν ξερε προς τα που να κατευθυνθε. Προσπθησε να σκεφτε σα να ταν ο διος στη θση του. Πς θα μποροσε να 'χει μθει για τη κοπλα; ταν επσης πεισμνος πως η αρπαγ εχε ερωτικ κνητρο. 'Αγνωστο αν εκενη εχε ενδσει χι σ' αυτ. Για να ριχτε πσω του, θερησε επσης πως αυτ ταν αρνητικ. Πως ο Μαρος Βαρνος ενργησε σα κλφτης. Μα αν ταν τσι, ττε θα 'πρεπε να την εχε δει πρτα, να 'χε μθει τα κατατπια, σε κποια επσκεψ του στη περιοχ. Μ' αυτ τη σκψη, ρχισε να ρωτ πανδοχεα και να ζητ στοιχεα επισκεπτν τα τελευταα χρνια. Αυτ πρε λλες τρεις ημρες, γιατ πρεπε να το κνει κρυφ. Δεν ταν αστυνομικς κι ο γκος αυτς της ρευνας μεγλος.
    Πουθεν δε βρκε τομο που να 'χε επισκεφθε το τπο με μαρη περιβολ μαρο λογο. Κανναν αριστοκρτη μ' ανλογη συνοδεα. Σκφτηκε να ψξει για κποιο γοητευτικ μεσλικα, που να 'χει κτι σπουδαο πνω του και να δεχνει καλογυμνασμνος. Μτ' αυτ απδωσε και ττε κατλαβε πως λο αυτ το διστημα, ψαχνε με λθος τρπο. Αυτς που θα 'θελε να κλψει τη Λευκ, αν ταν τσο γοητευτικς, θα μποροσε να το 'χε κνει με τον ευθ δρμο, κλβοντας τη καρδι της. 'Αρα, ετε θα την εχε προσεγγσει και θα εχε δεχθε απρριψη -επαμε, πως εχε βλει στο νου, το ενδεχμενο πως η κοπλα δεν φυγε με τη θλησ της-, ετε δεν της φανρωσε καννα απ τα σχδι του, αλλ σγουρα θα την εχε συναναστραφε.
     Τα δο αυτ απαιτοσαν κτι σημαντικ. Να την εχε επισκεφθε στο σπτι της. Και μιας και δε κατφερε να τη κερδσει, σως να 'χε κποιο κουσορι. Συνθως οι νθρωποι που 'χουν κποιο πρβλημα, σκληρανουν ποικιλοτρπως τη στση τους ναντι των λλων. Τρμουν μσα τους την απρριψη.
     ταν λοιπν στρεψε τον νου του σε αυτ τον συλλογισμ κι κανε διακριτικς ρευνες, προς αυτ τη κατεθυνση, εχε σαφ και γργορα αποτελσματα, με τη βοθεια της καλς τχης. Πλην μως, αυτς ο νθρωπος τον οποον, κτοτε, αυτς μσα του θ' αποκαλοσε Μαρο Βαρνο, ταν μλλον απθανο να σρνει γρω απ το νομ του ττοια φμη. ταν νας κουτσς, κοντς και παχουλς ανθρωπκος, μλλον τσιγκονης και θρασδειλος. Αλλ ταριαζε θαυμσια στο συλλογισμ και σκφτηκε να ψξει τα χνη του. χοντας περιγραφ, ρχισε να τον αναζητ στις γρω περιοχς.
     Δε βρκε τποτε, μα δεν απογοητετηκε. Διερυνε το νοητ κκλο ερευνν λγο ακμα, σκεπτμενος πως σως εχε αποφγει τα αμσως κοντιν χωρι. Μτε στο δετερο στο τρτο κκλο βρκε κτι. Κι τι εχε αρχσει να πιστεει πως εχε κνει λθος υπολογισμος, η τχη συντρεξε λλη μια φορ. Ο ποπτος, εχε καταλσει σ' να στβλο στο τταρτο κκλο. Αλλ ταν συνκρινε τις ημερομηνες στο περπου, κατλαβε πως αυτ θα 'χε γνει κατ τον ερχομ κι χι στη φευγλα.
     Τρα που 'χε να στοιχεο, μποροσε να σκεφτε καλτερα. Οι τσσερις αυτο κκλοι γρω απ τη πλη του, δεν εχαν μεγλες αποστσεις μεταξ τους κι τσι νας νθρωπος στω και με κποιο πρβλημα, θα μποροσε να τις διασχσει. Αν μως εχε και μια κοπλα μαζ, που θα 'πρεπε να τη κρβει, να τη περιποιεται και που δε θα 'ταν μαθημνη σε δρμους μ' λογο, θα 'ταν πολ δσκολο χωρς στσεις. Ο πμπτος κκλος συνιστοσε πολ μεγλη απσταση για κτι ττοιο. Θα πρπει να κατλυαν υπαθρια λο αυτ το διστημα, αλλ να 'χε και τα δοντα για κτι ττοιο. Ο καιρς βοηθοσε, ρα η επιλογ του χρνου δρσης ταν προεπιλεγμνη. Οι προμθειες μως; Στη πλη του, δεν εχε σκεφθε να ψξει κι τσι επστρεψε φουριζος, ρωτντας σ' λα τα μαγαζι, αν ψνισε κτι, οτιδποτε, αυτς ο νδρας. Μταια! Μα ττε πς; 
     σως πρεπε να ρωτσει στο χωρι κενο που 'χε καταλσει κατ τον ερχομ του. Εκε πραγματικ βρκε το λαυρκι που ζητοσε. Πολλ πργματα για προμθειες, που φυλσσονται εκολα, που δε χαλνε, μα πρσεξε πως πουθεν δεν εχε αγοραστε κτι, που να πρδιδε τωριν μελλοντικ γυναικεα παρουσα. ταν ντως πολ οξυδερκς ο τπος. Απ' το σπτι της λευκς δεν εχε λεψει απολτως τποτε, ρα, θα 'ταν μλλον με το νυχτικ. τσι την ρπαξε, φορντας της τη ζακτα.
     Θα 'χε φρει απ τπους μακρινος γυναικεα πργματα και θα της τα 'δωσε στο δρμο. βαλε πλι κτω το χρτη της περιοχς και τρβηξε μια νοητ ευθεα απ τη πλη του, προς το χωρι που 'χε μθει γι' αυτν. Την επεξτεινε και στο πμπτο κκλο πια, κοταζε τα γρω χωρι, κοντ στη προκταση της ευθεας αυτς, σαν επμενο στχο. Εχε κνει τη σκψη πως αφο ρθε απ αυτ τη πλευρ, θα 'φευγε απ 'κει επσης, πργμα που αποδεχτηκε τελικ λθος. Τον εχε λλη μια φορ υποτιμσει. ρθε εξ επτηδες ανποδα, φυγε απ την εντελς λλη πλευρ κι ντεξε μλιστα μχρι τον κτο κκλο, που ξανκανε την εμφνισ του, για πολλς προμθειες και μλιστα μνος. 
     Στο δρμο για τα χωρι του βδομου προς τον γδοο κκλο, απ λλη μια εξοργιστικ ενοια της τχης, βρκε μια μεγλη ξανθι τοφα μαλλι. Επιτλους! Μχρι τρα εχε σαφες μεν, μα ενδεξεις. Τρα πια εχε την απδειξη, πως εκενος ο τπος εχε κλψει τη Λευκ του. Κατλαβε επσης, λλη μια πονηρι του. Την εχε πρει σχεδν γυμν με σκοπ να τη ντσει ντρα. Ροχα εχε φθονα γι' αυτ. Απ 'δω και πρα, πιθανν να κνανε κοινς εμφανσεις. Θα φοβταν να την αφσει μνη και δε θα 'θελε να τραβ τη προσοχ. Θα περιριζε απλ τις δημσιες εμφανσεις "πηδντας" να κκλο τη φορ.
     Στον βδομο δεν εχε βρει κτι. 'Αρα στον γδοο θα 'βρισκε σγουρα. Αυτ η εμμον κι η βεβαιτητα που η τχη του 'χε φρει με τις μποκλες της, σωσε την αναζτηση γιατ στον γδοο κκλο, ρωτντας τα κλασσικ, δε βρκε τποτα. βγαλε πλι το χρτη κι νωσε τα σημεα επαφς. Επειδ ταν ββαιος πως στο κκλο αυτ θα 'χε εμφανισθε, ρχισε να σκφτεται αλλις. Κατ' αρχ, θα μποροσε πια να αλλξει ρτα και φυσικ δε θα 'πρεπε να ρωτ για ναν ντρα κουτσ, μεσλικα, μα για δυο ντρες στω για κποιο κποια πρσωπα που αγραζαν προμθειες για δρμο. Οι προηγομενες ταν κτι παραπνω απ αρκετς, ρα θ' ντεχαν για μιαν υπρβαση απστασης.
     Πργματι, σ' εντελς λλο σημεο της ευθεας, κποιο νεαρ ξανθ παλικρι με μορφα κοριτσστικα χαρακτηριστικ, εχε αγορσει πολλς προμθειες. Αυτ η πληροφορα τον αποσβλωσε. Η Λευκ μνη της; Σγουρα με κποιο τρπο την εχε φοβερσει και το δχως λλο, κρυμμνος κπου, θα τη παραφυλοσε. Αυτ φυσικ δε θα μπορσει να το μθει, αλλ πια, νιωθε πως κτι του 'χε ξεφγει χωρς να μπορε να το προσδιορσει.
     Παρκαμψε τον νατο κκλο και μπκε στο δκατο. Ακριβς τρεις μνες μετ την απαγωγ. Ξεκνησε απ τα κοντιν με την να ευθεα χωρι, μα τποτα. Σκφτηκε να ξαναγυρσει στην παλι ευθεα αλλ προς την μερι την τωριν. Εκε, να παλικρι εχε πρει προμθειες. Στον δωδκατο κκλο πια, πγαν μαζ γι' αυτς. Ο νος κατλαβε πως εχαν χαλαρσει τα μτρα. Σε μια μπνευση της τελευταας στιγμς, ρτησε τη περιγραφ του λλου ντρα, μα του επαν πως δε τον εχαν προσξει.
     Στον αμσως επμενο κκλο που 'πρεπε να ψξει, ταν μια μεγλη πλη. Δυσκολετηκε πολ, μα ττε ξαφνικ του 'ρθε στο νου αυτ που τσο καιρ του ξφευγε. Η Λευκ ταν φυσικ κοπλα κι εχε ιδιατερες ανγκες. Πς καλυπτταν ραγε; Δε μποροσε να γυρσει πσω στα μρη που πρασε, να ρωτσει αν κποιος ντρας αγραζε ττοια. Ωστσο, θα 'χε τον νου του στο μλλον. Εχε κνει το λθος να σκεφθε σαν ντρας.
     Απ 'δω και πρα οι αποστσεις μεγλωναν κι τσι ρχισε να μη παρακμπτει τποτε. Στον επμενο κκλο, σε κπως πιο λοξ πορεα, εθεθησαν μαζ. Ζτησε να του περιγρψουν το κουτσ, μεσλικα, κοντ και παχουλ ντρα που συνδευε τ' μορφο ξανθ παλικρι και ττε, κουσε με μεγλη του κπληξη κι απογοτευση σως, πως δεν ταν κουτσς, μτε κοντς παχουλς, μτε και πολ μεσλικας, ο δετερος ντρας. Φοροσε μαρα ροχα, ταν καλοστεκμενος, ευλγιστος, καλογυμνασμνος και γοητευτικς.
     Ο νος ρχισε ν' αμφιβλλει και το τσμπημα αυτ γινε ακμα πιο ντονο ταν, αναζητντας σε μαγαζι γυναικεων, πληροφορες για μια μορφη κοπλα, του επαν, πως μια χαρομενη, πανμορφη νεαρ με πολ κοντ και περεργο κορεμα, εχε ψωνσει του κσμου τα καλοδια και μλιστα, ο ντρας της, -τσι του επαν- πλρωνε χαμογελντας, τη κθε της επιθυμα.
 -"Εκενη ταν ευτυχισμνη"; ρτησε.
 -"Ναι!" του απντησαν αβαστα.
    Συνχισε να 'ναι στο κατπι τους, απ συνθεια κι απ τρομερ περιργεια. Εχαν κυλσει πντε μνες απ ττε κι φτασε σε μια μορφη παραθαλσσια πλη. Εκε σο κι αν ψαξε στα μαγαζι, δε βρκε τποτα. Ττε σκφτηκε το λιμνι και τα καρβια. Ρτησε αν εχε αγορσει εισιτρια, κποιο ζευγρι, μα του απντησαν αρνητικ. Πρπει φυσικ να πω εδ, πως σο προχωροσαν μχρι τοτο το σημεο, τσο και ξεθρρευαν οι δυο τους. ταν σκφτηκε πως εχαν πλι αλλξει πορεα κι ετοιμαζταν να συνεχσει αλλο τις ρευνες, τους εδε! 
     Πρασαν σχετικ κοντ του, χωρς να τον δουν -γιατ ουσιαστικ, δε περμενε να τον δει εκε κι πως εναι γνωστ, βλπουμε συνθως τι θλουμε τι περιμνουμε να δομε- μ' αυτς κοκλωσε. μεινε να τους παρατηρε μχρι που χθηκαν απ το οπτικ του πεδο. Συνλθε γργορα κι σπευσε να τους ξαναβρε. Ευτυχς, γιατ λγο ακμα και θα τους εχε χσει. Ακολοθησε απ μακρι κι εδε πως μπκαν στην αυλ ενς πολ μεγλου κι μορφου αρχοντικο. Μοιζανε χαρομενοι κι ευτυχισμνοι οι δυο τους.
     Αποφσισε να μενει λιγκι στη πλη και να μθει περισστερα. Δε χρειστηκε πολς καιρς για να μθει τα πντα. τι δηλαδ ξεραν να πουν οι κτοικοι γι' αυτν, γιατ για 'κενη, πως ταν φυσικ, δε γνριζαν τποτα. 
     ρθε στο τπο τους πριν χρνια. Εμφανστηκε ως μπορος με χρμα κι αγρασε το σπτι αυτ που 'ταν σχεδν ερεπιο. Σε λγο χρονικ διστημα, το 'χε ανακαινσει, επεκτενει κι ομορφνει. Εχε φρει μαζ του δο μπιστους ανθρπους και τους βαλε σε καριες θσεις. λες τις λλες, τις κλυψε απ τη περιοχ. Συνολικ απασχολοσε εκοσι περπου τομα στο σπτι. Εχε ανοξει και δο μεγλα εμπορικ καταστματα που 'κει απασχολοσε καμι τριανταρι. λα τοτα σε σντομο χρονικ διστημα.
     Κατ καιρος, φευγε ταξδι για δουλεις, που μπορε να κρατοσαν αρκετ. Με τις γυνακες κανε θραση, μα καμι δε κρατοσε πολ. Καμι μως δεν μενε παραπονεμνη γιατ δε τη κοριδευε και περνοσαν καλ σο ταν μαζ. ταν γενναιδωρος παντο -λνε- αλλ σε καμι δεν επε πως θα τη παντρευτε. ταν ρωτιταν πνω σ' αυτ, λεγε πως δεν εχε βρει τη κατλληλη πως δεν εχε 'ρθει ο καιρς του ακμα -αναλγως ποιος ρωτοσε-. Γενικ ταν λιγλογος, μετρημνος κι ευγενικς. λοι τον συμπαθοσαν. που κι σο μποροσε -και μποροσε συχν- βοηθοσε.
     Διακριτικς, τποτε δεν κανε στα φανερ. Τη πλη την ευεργτησε ουκ ολγες φορς αφιλοκερδς και μυστικ. Δε διεκδκησε ποτ κποιο αξωμα κι ταν κυκλοφοροσε στο δρμο, χαιρετοσε τους πντες και πντα με ξεχωριστ εγκαρδιτητα. Μσω των δυο μπιστν του, βφτισε, προκισε και καλοπντρεψε φτωχ τομα, παρασκηνιακ. δωσε δουλεις, βοθησε κσμο κι εν γνει, να μεγλο μρος της ευημερας της πλης, οφειλτανε σ' αυτν. Λογικ, δεν εχε εχθρος και στο τελευταο ταξδι, φερε μαζ, τη πριγκηπσα της καρδις του. Ως φανεται, κπου 'κει ξω, υπρχε 'κενη που τσο καιρ αναζητοσε.
     Κνανε τους γμους τους σεμν, διακριτικ και τρα, ζουν μαζ στο Μεγλο Σπτι. τσι το λγανε. Κανες δε ξρει φυσικ ποθε κρατει η σκοφια τους. Μνον εικασες περ της καταγωγς. Πως και καλ ταν γνος πλοσιας οικογνειας που κατπεσε μα 'κενος τελικ κρδισε τη ζω του με το εμπριο πως ταν φτωχο και τελικ 'κενος κρδισε την μεγλη του μχη εργαζμενος. Ο διος δε μιλ ποτ μτε για τη καταγωγ, μτε για τα ταξδια του.
     Αυτ μαθε ο νος με το σπρο λογο και τη μεγλη ανικανοποητη αγπη. Κποιο πρω εγκατλειψε τη πλη, για το ταξδι της επιστροφς. Εκτς των προμηθειν και της ξανθις μποκλας, φερε μαζ του και το βαρ φορτο του μεγλου μυστικο. ταν φτασε στο τπο του κποιο δελι, αρκετς μρες αργτερα, η κατσταση εκε δεν εχε αλλξει. Οι νθρωποι κνανε τα δια με πριν πργματα και μνον η Λευκ λειπε.
     Γρισε κατευθεαν σπτι. φαγε επιτλους να μορφο σπιτικ γεμα, πλθηκε καλ και κοιμθηκε, πειτα απ τσους αποδοτικος πλην μως αρκετ κουραστικος μνες αναζτησης. Την λλη μρα το πρω, που ξπνησε, βγκε ξω για να περπατο. Σκφτηκε πως ταν τσο χρηστο που 'μαθε τσα πργματα. Σ' αυτ το περπατο που διρκεσε πολ, κατλαβε πως θα προτιμοσε την αρχικ αλθεια. Αυτ που 'λεγε πως η Λευκ εχε πσει θμα αρπαγς χωρς τη θλησ της κι τι δε θα τη ξανβλεπε ποτ.
     Τρα πια ξερε πως δεν ταν τσι τα πργματα. Σχεδν βλεπε καθαρ πια, πς μπορε να 'χαν γνει. Ο Μαρος Βαρνος σε κποιο ταξδι του την εχε δει και την εχε ερωτευθε. βαλε στχο να τη κνει δικ του και τον υλοποησε αμσως μλις μπρεσε, αρπζοντς την. Εκενη στην αρχ μτε ξερε ποιος και τι ταν. Αλλ τελικ στο δρμο γοητετηκε απ αυτν και τρα πια ταν γυνακα του. ταν γοητευτικς, πλοσιος, νετος, τις κντρισε το ενδιαφρον και την γυναικεα ματαιοδοξα, φερμενος ρομαντικ.
     Τι περεργο! λο αυτ το διστημα απ τη στιγμ που 'χε μθει κι πειτα, δεν εχε νισει τσο ντονα την οριστικ απλει της, σο σε τοτο το περπατο. μεινε ρες να κοιτ τον δειο ορζοντα μχρι που σουροπωσε για τα καλ.
     Την λλη μρα επισκφθηκε το πατρικ της. Εδε τους δικος της να δεχνουν τσο θλιμμνοι, σο και ττε που τους εχε επισκεφθε. Ρτησε πλι τα τυπικ κι ταν εδε πως δεν εχαν τποτε νετερο τους λυπθηκε. δη νιωθε το βρος αυτς της αμοραστης αλθειας, να βαρανει και με λλοθι πως ταν κρμα να λυπνται δικα, θλησε να τους ανακουφσει και να ανακουφιστε. Πσχισε να τους το φρει κπως μαλακ και πταξε πως, σως τελικ η Λευκ να 'χει μια καλ τχη κι τι μπορε τρα που μιλνε να 'ναι ευτυχισμνη. Με μεγλη του κπληξη, εδε ν' αλλζουν αμσως θμα, να ρωτνε τα δικ του να και που 'χε χαθε τσο καιρ. Μετ ρχισαν να φλυαρον, μην αφνοντς του ζωτικ χρο και χρνο να συνεχσει αυτ που 'χε δη αρχσει. πειτα προφασιζμενοι δουλεις, τον ...διωξαν διακριτικ.
     ταν σηκθηκε να φγει, ακμα νιθοντας μσα του μεγλη πεση να τους μιλσει, ο πατρας της Λευκς τον πρε παρμερα να του μιλσει για δθεν δουλεις. Εκε, αφο δχτηκε διακριτικ ανκριση, που κατ να μυστριο τρπο, διαπστωνε πως εν πριν ταν απ μνος του τοιμος να ξεφουρνσει αβαστα το μεγλο μυστικ, τρα, στις ερωτσεις αυτς απαντοσε φειδωλ και σχεδν μονολεκτικ. Φανεται μως τι ακριβς για τους διους λγους κι ο πατρας θελε να ξεφουρνσει μιαν αλθεια που πεζε και τους δικος του μους.
     ταν νιωσε πως απ' σα κουσε, εχε απναντ του ναν νθρωπο που γνριζε δη πολλ, τσα που σως δεν πρεπε -γνωστο πς τα εχε καταφρει- και που σως αποτελοσε κνδυνο, ξεφορνισε λη την αλθεια. Ββαια τον ρκισε στην αγπη της Λευκς, να μη πει ποτ και πουθεν τποτε. Η να φλοδα αλθειας ρπισε λλη μια φορ το νεαρ μιας και πλι ταν απρβλεπτη.
     ,τι εχε γνει, ταν προσχεδιασμνο καιρ πριν, για να προφυλαχτε ο γαμπρς του. Βλπετε οι φμες τον θελαν παρνομο κι αν ο γμος γινταν κανονικ, θα γνονταν ντρος, πολλς συναναστροφς κι αδικριτες ερωτσεις. Ο Μαρος Βαρνος δε το 'θελε αυτ και μλιστα νας λγος που δεν εχε ακμα παντρευτε ταν κι αυτς. Δεν εμπιστευταν εκολα κανναν, εκτς των δο αδελφν του, αλλ κι αυτος δεν τους εχε συστσει στον κσμο τσι, παρ σαν μπιστους.
     ταν γνρισε τη Λευκ νιωσε να παλαβνει. ταν τοιμος ακμα και να τα τινξει λα στον αρα, μα τελικ σκφτηκε λο αυτ το σχδιο κι λα πγαν κατ' ευχ. Τους εμπιστετηκε την ιδιτητ του ταν πια εχε σιγουρευτε πως θα προσττευαν τον ντρα που θα 'κανε ευτυχισμνη την αγαπημνη τους θυγατρα κι τσι γινε. Ο νος γρισε να φγει αποσβολωμνος και μτε καλ-καλ κουσε την ερτηση του πατρα, για το πς μαθε μια τσο καλοκρυμμνη αλθεια.
     Περπτησε και πλι σκεφτικς προσπαθντας να χωνψει και να επεξεργαστε λα τοτα που 'χε ακοσει. ταν τελεωσε το περπατ του, εχε βγλει συμπρασμα, πως δεν ξερε αν πρεπε να θαυμζει το Μαρο Βαρνο να το λυπται. Χρη μιας συγκεκριμνης ..."σταδιοδρομας" και για την σο το δυνατ καλτερη προστασα αυτς, εχε παραμερσει πολ σημαντικ πργματα που σ' λλους ανθρπους δνουν μεγλη χαρ. Ειδικ η φρση εκενη του πατρα της Λευκς, για την απουσα επσημης αναγνρισης των δο αδελφν του κι η παρουσασ τους σα δυο απλο μπιστοι, του 'χε καρφωθε στο μυαλ.
     Ευφυς και περεργος καθς ταν, δεν την φησε ανεπεξργαστη. Πστευε πως εχε πια κατανοσει αρκετ, το τρπο σκψης του Μαρου Βαρνου, απλ σε μερικ σημεα εκενος υπρβαλε με ττοιο τρπο που υπερβαινε τα δικ του δεδομνα. Δεν ργησε να διακρνει σ' αυτ, λλη μια θυσα χρη στη κλυψη των στοιχεων καταγωγς του. Σγουρα κπου θα 'τανε γνωστ πως τρα αδλφια με τις συγκεκριμνες ηλικες... και φυσικ χι κοντ στους τπους εκενους, που τρα 'κενος δραστηριοποιεται. 'Αρα κπως τολμηρ, θα μποροσε ν' αποκλεσει τη ταπειν καταγωγ και να στραφε προς τις ευγενες ρζες και τη πτση.
     πιασε τον εαυτ του να εξακολουθε κεντρισμνος, να θλει τη πλρη διαλεκανση αυτς της ιστορας. Θα 'πρεπε να φγει αρκετ μακρι και προς αντθετη κατεθυνση απ' αυτ που διγραψε ο Μαρος Βαρνος και να πισωγυρσει το χρνο τουλχιστον καμι δεκαπενταρι χρνια. Να μθει ποιος ευγενς καταστρφηκε οικονομικ και για ποιους λγους, που να 'χε τρεις γιος που ττε φυσικ θα 'ταν νεαρο. Μετ απ' αυτ την απφαση, νιωσε ξαν θλψη που αυτς ο νθρωπος, αναγκστηκε να ζσει τσο συγκαλυμμνα κι ακμα και τις μεγλες του στιγμς, να πρπει να συγκρατε, να τις καλπτει και το χειρτερο, να πρπει να τις προσχεδιζει ελεγχμενα και προσεκτικ.
     Χρειστηκαν πολ επμονες, εππονες μεθοδικς και χρονοβρες ρευνες, για να του αποκαλυφθε λλο να σημαντικ κομμτι αλθειας. Ββαια πλι βοηθθηκε εξοργιστικ απ τη τχη. Αρκετ μακρι κι αντθετα απ το τπο που 'χε στσει τρα το Μεγλο Σπτι του ο ντρας της Λευκς, βρθηκαν οι ρζες του. Αριστοκρατικ και πολ πλοσια οικογνεια, που δο γενις -παππο και πατρα- λανθασμνων επιλογν, τσο σε ενοια προσπων σο και σε οικονομικς τοποθετσεις, σε συνδυασμ μ' αλγιστες σπατλες σε ερωμνες, τζγο κι λλου εδους κενδοξα, εχαν φρει στο χελος της καταστροφς το οικσημο. Ωστσο ταν αρκετ ισχυρ για να γκρεμιστε και θα 'χε σωθε αν δεν εχε βλει ουσιαστικ το χερκι του κποιος πολυμχανος ευνοομενος μλιστα της οικογνειας, για το τελικ ισχυρ κι αποφασιστικ σπρξιμο.
     Η πτση ολοκληρθηκε λοιπν περ τα εκοσι τη πριν. Ο παππος πθανε ξαφνικ απ εγκεφαλικ εν ο πατρας εχε αυτοκτονσει μια μρα πριν. Η μητρα παθε να τρομερ σοκ, απ το οποο δε συνλθε ποτ και πθανε μερικ χρνια αργτερα σ' να συλο φτωχν. Εχε ζσει μως αρκετ για να μθει -αν μποροσε να καταλβει δηλαδ- πς ο "Ιοδας" εχε δολοφονηθε γρια στο λουτρ του, πιθανν απ κποια πληγωμνη ερωμνη -τσι λγεται- μα...
     Ο νος φαντζεται δη τον μεγλο, ευασθητο, αλαφροσκιωτο, ποιητ και καλλιτχνη γιο της, σε κποια απ τις επισκψεις του στο συλο, να της εξιστορε ανσχυρα κι χρηστα πλον, μα με κποια ικανοποηση, πως το κθαρμα εχε ψοφσει πως του ξιζε και πως παιδετηκε αρκετ να βγει η μαρη ψυχ του. Φυσικ μαθανοντας λγο πριν το τλος, ποιανο ταν το υπατιο χρι. Οι τρεις γιοι της οικογνειας και μια κρη, που χθηκαν τα χνη της αμσως μετ την πτση, -ταν παντρεμνη, εχε δη να παιδ κι ταν μεγαλτερη απ τα αγρια- παρακολοθησαν ανσχυροι λο το ντρο και τη ταπενωση που ακολοθησε.
     πειτα κι οι τρεις μαζ, εγκατλειψαν τη πλη κι πιασαν δουλει τριγρω. Μετ το θνατο του "Ιοδα" μα και της μητρας, τους χασαν οριστικ και σε λγο τους ξχασαν λοι. Απ 'κει και πρα ψχνοντας τριγρω, μαθε λγα σκρπια και μικρς σημασας πργματα για τους τρεις αχριστους αδελφος. Πως εργστηκαν λιγκι σε αρκετς δουλεις και πως στο τλος, ασχολθηκαν δειλ και με το εμπριο. Ο ποιητς, Μαρος Βαρνος εχε μετατραπε σ' να μεγλο αδελφ, πατρα, ηγτη και τα κατφερνε καλοτσικα.
     Πριν χαθονε τα χνη τους, εχαν εργασθε σε κποιον Εβραο, τσιγκονη, μπορο και τοκογλφο. Αιματορρουφχτρα ολκς και λγεται πως διατηροσε αμθητη περιουσα. Αλλ ταν τον βρκαν κρεμασμνο σχημα -απ κποιον απελπισμνο χρεοφειλτη επανε- δε του βρκανε και πολλ. Τα αγρια κλψανε σιωπηλ τον ευγενικ τους αφντη κι πειτα εγκατλειψαν τη πλη, αναζητντας τη τχη τους αλλο. Για την αδελφ δε κατφερε να μθει απολτως τποτα. Λες κι νοιξε η γη και τη κατπιε.
     Επστρεψε στο πατρικ του σκεπτμενος πως δεν εχε να μθει τποτε λλο. Εχε κνει τσο δρμο σ' αυτ την ιστορα. Απ πο ξεκνησε και τελικ που κατληξε. Σα χθες του φαινταν η αρχ κι πειτα που εχε ξσει πολλς φλοδες απ μιαν αλθεια καλοκρυμμνη κι αναρωτιταν αν του δινταν η ευκαιρα να διαπιστσει μπως υπρχαν κι λλες. Μχρις εδ, μποροσε να φανταστε να μρος, με μικρς πιθαντητες σφλματος. Σγουρα τα αγρια εχαν σκοτσει δο ανθρπους και τους εχαν πρει τα περιουσιακ στοιχεα. Μετ, καλπτοντας τα χνη τους, εχαν εγκατασταθε σο πιο μακρι μποροσαν, χωρς ν' αποκλεεται να 'χαν επαναλβει τα δια κι αλλο, πριν φτσουν εκε.
     Σγουρα επσης, εκε που ταν εγκατεστημνοι δεν εχαν προβε σε ττοιες ενργειες. Θα στοιχημτιζε επσης με ββαιο κρδος, πως μτε ολγυρα εχαν κνει κτι, μ' εξαρεση την αρπαγ της Λευκς. Μα κι αυτ το κτι, ταν για καλ σκοπ και καλ προσχεδιασμνο. Θα μποροσε να το πει κανες και ρομαντικ.
     Το μυστριο της αδελφς, ρθε κι εγκαταστθηκε στο νου του καθς πλησαζε τη πλη. ταν τσο απορροφημνος ταν μπκε στο πατρικ του, που ανησχησε τη μητρα του. Τον ρτησε αν συμβανει κτι μα 'κενος τη παρακλεσε να του βλει να φει και πγε να πλυθε. ταν βγκε κι κατσε στο τραπζι, εκενη κατσε κοντ του. Του μλησε για τη Λευκ και του πταξε παρηγορητικ λγια, δεχνοντς του πως εχε καταλβει τι νιωθε. κπληκτος αυτς απ τη αντληψ της και φυσικ χοντς της απλυτη εμπιστοσνη, της επε λη την ιστορα χωρς ν' αφσει τποτα ξω. Εκενη μεινε να κοιτζει αποσβολωμνη κι φωνη. Του 'στρωσε να κοιμηθε σιωπηλ. ταν εκενος εχε πια βυθιστε στον πνο, φτιαξε μια βαλτσα, του φησε να λιγλογο σημεωμα που εξηγοσε πως θα 'λειπε μερικς μρες για δουλεις -πργμα σνηθες- και βγκε.
     Ο νος κοιμθηκε αρκετ. Του 'χε λεψει η στοργ της μνας, το σπιτικ φα, το κρεβτι του και τρα του 'δινε και καταλβαινε. ταν ξπνησε κι εδε το σημεωμα δε παραξενετηκε. Προσπθησε πλι στις μρες που κλησαν, να ξαναπρει τους ρυθμος της ζως του, πως πριν την αρπαγ. Η μητρα του ργησε κπως αυτ τη φορ, μα ταν επστρεψε στερα απ δο βδομδες δειχνε πολ κουρασμνη και γερασμνη. Η ζω εχε αρχσει να γνεται πλι ρουτνα για το νεαρ, πνω που 'χε συνηθσει τη περιπτεια κι ρχισε να πλττει. Ακριβς εκε, συνβη κτι συνταρακτικ. Επστρεψε η Λευκ!!!
     Μεγλο σοσουρο γινε και φυσικ ακοστηκε μια ιστορα για τα μτια και τα αυτι του κσμου, μα ο νεαρς κατλαβε πως κτι κακ εχε συμβε. 'Αφησε να περσουν μερικς ημρες, να κοπσει ο θρυβος κι επισκφθηκε το σπτι της. Το δχθηκαν μασημνα. Τη Λευκ δε την εδε διλου. Ευχθηκε κι αυτς πως κι οι λλοι, επε κι κουσε τα τυπικ κι ταν ταν να φγει, ο πατρας της, τον πρε πλι παρμερα, δεχνοντας πως θελε να του μιλσει.
     ταν μειναν μνοι, τον ρτησε μπως ξερε τι εχε συμβε καθς ο νεαρς βρισκταν πρσφατα στο μρος, που η Λευκ εχε το σπιτικ της. Αυτ η ερτηση τον φησε ναυδο. Η Λευκ εχε επιστρψει μια νχτα και μλιστα σε κακ χλι, τελοσα πιθανν σε σοκ, δεν εχε πει σχεδν τποτε. Μνον εχε δσει οδηγες να πουν, πως εχε πσει θμα αρπαγς και τελικ εχε καταφρει να ξεφγει απ αυτος που σκπευαν να την πουλσουν σκλβα. Δεν θυμταν τποτε κι σο πιο γργορα σβηνε αυτ η υπθεση και ξεχνιταν, τσο το καλτερο.
     Ας πομε πως τσι θα 'ταν λα κπως καλ, μα η μητρα της κατλαβε σγουρα, πως η Λευκ ταν γκυος στους πρτους μνες. Ο νος απντησε πως λειψε μνες σ' αντθετη κατεθυνση απ 'κει και πως δεν ξερε τποτε, πραν απ' αυτ που 'χαν πει τη προηγομενη φορ. Πρσθεσε στο τλος, τι ττε που την εχε δει, φαινταν ευτυχισμνη. Ο πατρας μεινε σκεφτικς αρκετ ρα. πειτα του 'πε πως μιας κι η Λευκ δε προτθετο να μιλσει κι αυτς δεν εχε κανναν μπιστο και γνστη κι οτε πρεπε να πει ο διος εκε, θελε να τον στελει -με το αζημωτο φυσικ- να μθει τι συνβη. Να μιλσει μνο στον διο ταν επιστρψει. Ο νος αρνθηκε την αμοιβ μα δχτηκε την αποστολ. Χαιρτησε λγοντας κποια παρηγορητικ-καθησυχαστικ λγια.
     Γρισε σπτι και χωρς να βιζεται, ετοιμστηκε για το ταξδι. Δεν φυγε αμσως, αναβλλοντας σκπιμα την αναχρηση κι ακριβς λιγκι πριν ξεκινσει, πρασε απ το πατρα της, να μθει μπας κι υπρχε τποτε νετερο. Του κκου. Ξεκνησε λλη μα φορ κυνηγντας την αλθεια κι αυτ τη φορ δε μποροσε να φανταστε τι θα μθαινε.
     Σαν φτασε, εγκαταστθηκε σο πιο ρεμα κι αθρυβα μποροσε. 'Αφησε πρτα τις φμες και τις σκρπιες κουβντες, να πσουν απ μνες τους πνω του κι απλ μερικς φορς τις ενθρρυνε διακριτικ. να που δικρινε αμσως, ταν πως η πλη εχε αλλξει. Κτι τη βραινε.
     μαθε λοιπν πως ο ρχοντας κι οι δυο μπιστο του -αδελφο του- εχαν δηλητηριαστε με σχημο τρπο, απ γνωστο μχρι στιγμς πρσωπο κι γνωστα ατια. Επσης, πως η μορφη σζυγος εχε πθει ισχυρ σοκ και μετ απ τη μερικ ανρρωσ της, εχε επιστρψει στη μακριν πατρδα της. Οι δουλεις και το αρχοντικ 'μεναν ακφαλα κι ακμα δεν ξρει κανες τι μλλει γενσθαι. Η σζυγος φυσικ εναι η μνη νμιμη κληρονμος μιας και ο θανν δεν εχε αφσει διαθκη. Μλιστα, αν δεν εχε πθει τσο ισχυρ σοκ, που απ μνο του ενδεκνυε την αθωτητ της, θα 'ταν η βασικ ποπτη. σως ακμα στο βθος του μυαλο των ερευνητν, να υπρχει αυτ η πιθαντητα.
     Εχε πρσβαση, εχε κνητρο, μιας κι η περιουσα ταν αμθητη. Ωστσο στα μπειρα μτια φαινταν, πως η Λευκ δεν ταν μτε τσο στυγερ, μτε υπολογστρια, υπρξε δε και πολ ευτυχισμνη. Επσης δε φαινταν τσο καλ ηθοποις και πραγματικ ταν χλια. Εξλλου ταν εκοσι δο ακμα κι απ' σο μθανε δεν ταν απ φτωχ οικογνεια.
     Ο νος μζεψε λα αυτ που πφτανε πνω του τχα αδιφορα, μα τα κατγραφε πολ προσεκτικ στον νου του, για επεξεργασα. Εχε επσης διαρρεσει απ το γιατρ που τη κουρριζε κατ την διρκεια του σοκ, πως η Λευκ ταν γκυος στο δετερο μνα. ταν πια εδε πως δεν εχε να μθει τποτε λλο, εφρμοσε τη παλι καλ μθοδο. Ανακατετηκε με τα χαμηλ στρματα και προσπθησε να μπει στο δυτο αυτο του μυστηρου. μως εδ, αυτ η μθοδος δεν απδωσε, γιατ κανες δεν ξερε τποτα λλο και φυσικ η φμη του Μαρου Βαρνου ταν ανπαρκτη. Αν ταν αλλις, δε θα επλεγε να μενει εδ. Μτε η τχη τον βοθησε κπου -σως γιατ δεν εχε για να τον βοηθσει- κι τσι ρχισε να μνει πραγος.
     Σκεφτταν κι επεξεργαζταν τις πληροφορες, κνοντας περιπτους. ταν μορφη τοτη η πλη. Τελικ μιας και το κνητρο δεν ταν η κληρονομι -γιατ κι ο διος δε πστεψε στιγμ, πως η Λευκ ταν δολοφνος- θα 'πρεπε να 'ναι κτι λλο. Ετε ερωμνη, ετε λλου εδους εκδικητικ μανα. Αν ταν ερωτικ, απ γυνακα απογοητευμνη, ττε μλλον θα επλεγε να σκοτσει αυτν και τους δυο. Αν ταν ντρας θυμωμνος απ κερτωμα, το πιθαντερο, μετ το γμο να 'χε ηρεμσει να 'χε σκοτσει τη γυνακα του να μη περμενε τσο. Μλλον θα πρπει τολμηρ σως, να αποκλεσει αυτ την εικασα.
     Επαγγελματικ παρελθντος εκδκηση στκει καλτερα. Απλ αυτ η σκψη, απκλειε αυτματα λους τους μνιμους κτοικους τοτης της πλης, γιατ εδ ταν αγαπητς, δεν εχε τον κριο γκο εργασιν και δραστηριοττων κι εν πσει, δε θα περμενε κανες δεκαπντε χρνια και περιπλον, παρ θα το 'χε κνει νωρτερα. πειτα, τη πλη αυτ τη ζοσε, της δινε δουλει, την ευεργετοσε κι τσι μνο κποιος απ' ξω θα εχε κτι κακ να προσψει. σο για την εκδκηση νεκα παρελθντος, πλι κποιος απ' ξω θα πρπει να 'τανε, γιατ εδ δε τον γνριζε κανες. "Εκτς απ μνα" σκφτηκε και ττε εδε το συσχετισμ.
     Παρλογος μεν αλλ μλλον εχε θελ του, βλει στα χνη του Μαρου Βαρνου, εκενον που τελικ τον σκτωσε. πειτα ο φνος ταν τριπλς, ρα κενος, ξερε την αληθιν ιδιτητα των εμπστων. Αναθυμθηκε σο πιο καλ μποροσε λα τα βματα ερενης κι εδε πως εχε φανε αρκετ διακριτικς και προσεκτικς. 'Αρα μλλον απκλειε πιθαν προσεκτικ ερευνητ και παρατηρητ. Εχε μιλσει περ αυτν μνο σε δο τομα. Στη μητρα του και στο πατρα της Λευκς. Σε κανναν λλο. Μτε κουβντα. Ο πατρας εχε κνητρο τη περιουσα καθς επσης μπορε να 'θελε να 'χε τη κρη του κοντ. Τραβηγμνο μεν, αλλ σκοτνοντας και τα αδλφια μλιστα, θα γλτωνε οριστικ απ αντεκδικσεις.
     Ττε γιατ τον κλεσε για να του αναθσει κτι ττοιο; Εδ σκλωσε. Το φησε, γιατ αμσως το μυαλ του πγε στην επμενη σκψη. Πς; Ττε σκφτηκε απ την επμενη, ν' αρχσει την λλη καλ μθοδο. Αναζτηση ατμων που επισκφθηκαν τη πλη κενες τις ημρες και που φεγοντας, αγρασαν προμθειες για μακρ ταξδι. Μα αυτ, θα το εχαν δη ελγξει οι αρχς του τπου. Σ' αυτ τη σκψη, εχε φτσει στο πανδοχεο του, που τον περμενε νας κριος. Εξεπλγη ακμα πιτερο, σαν μαθε πως ταν της ερευνητικς ομδας της Αστυνομας.
     Τον πραν στο τμμα ευγενικ και σε λγη ρα εχαν πειστε πως ταν, αν χι νοχος, ο βασικς ποπτος. Εχε επισκεφθε τη πλη πριν και μετ -ο φονις επιστρφει στον τπο του εγκλματος λνε-, εχε φερθε παρξενα, εχε ρωτσει λεπτομρειες. ντας αιφνιδιασμνος στην αρχ, "μσησε" τις απαντσεις του. Με μια φρση: στο σκοτδι που τους περβαλλε γρω απ την υπθεση αυτ, θα τους αρκοσε, να μικρ κερκι και τοτος εδ, ταν μλλον μεγαλτερη πηγ φωτς.
     ταν εδε κι αποεδε, κατλαβε πως πρεπε κτι να πει, κτι να τους δσει απ την αλθεια του, γιατ το πργμα παιρνε απρβλεπτα σχημη τροπ. Ττε, σκεπτμενος πονηρ, τους ξεφορνισε πως ταν μπιστος απεσταλμνος του πατρα της κοπλας και πως εχε σταλθε και τις δο φορς απ' αυτν. Τη πρτη για να μθει διακριτικ πς περνοσε η κρη του και τρα για να μθει τι εχε συμβε.
     Αυτ φνηκε πειστικ. Μα γειρε την ελογη ερτησ τους. Γιατ δεν ερχταν ο διος; Δεν ταν κακ ο πεθερς να επισκεφθε τη κρη του, μτε θα 'ταν κτι κακ, να θλει να μθει. Ο νος μως εχε πρει φρα: γιατ εχε τις δουλεις του, μα και γιατ θελε να μθει την αλθεια, χι απ την επιτηδευμνη στση μιας εθιμοτυπικς επσκεψης. πειτα, λοι ξρουν πως οι γονες καμι φορ εναι παρλογοι. "'Αλλωστε" υπερθεμτισε, "εγ μπορ ν' αποδεξω, πως για μεγλο διστημα μουν πολ-πολ μακρτερα απ 'δω και φυσικ ο διος ο πατρας θα σας βεβαισει τα λεγμεν μου".
     Επειδ λεγε αλθεια, στω και σα μεμονωμνη αλθεια, το πρσωπ του φεγγε και δχθηκαν να καλσουν εκε το πατρα. Μα οτε κουβντα πως εκενος θα 'βγαινε απ το κελ πριν ξεκαθαριστε η θση του. Πργματι, μεινε στο κελ και σκφθηκε πως αν ο πατρας της ταν νοχος, εχε βλει μονχος του, το κεφλι στη καρμανιλα.
     Σε δο περπου εβδομδες, φτασε με συνοδεα εκενος, που φυσικ εχε ακοσει το τμμα ψεδους του νεαρο κι εχε ξενιστε απ' αυτ. Εχε μθει πια τι εχε συμβε κι ρχισε να υποψιζεται το νεαρ. Αγαποσε τη Λευκ. Αυτ φαινταν κι σως να 'χε κνει καμι βλακεα. τι ταν ικανς και τετραπρατος, αυτ ταν ββαιο. Γι' αυτ και με την υποψα αυτ, δεν στερξε πλρως στην ιστορα του νεαρο. Οι αστυνμοι πια εχαν το κερκι τους, ο πατρας ναν ικαν ποπτο κι ο νεαρς πια ρχισε να βεβαινεται, πως ο πατρας εχε κνει την ζημι.
     Οι αστυνμοι ρχισαν να πιζουν, θλοντας να μθουν την αιτα αλλ και τον τρπο που 'γινε το γκλημα. Προσπθησαν να τον σπσουν, με πολλς ευρηματικς μεθδους μα τποτα. Δχθηκαν λοιπν ερωτικ αντιζηλα και διεκδκηση-εκδκηση και προσπθησαν να το υποστηρξουν. Με την προδο του καιρο και καθς δε βρισκταν τποτε λλο να το ανατρψει, θλησαν να στσουν δκη. Μα ο πατρας, παρλο που δεν στερξε στην ιστορα, εχε παραδεχθε πως ο νεαρς τη μρα 'κενη ταν στο τπο του κι τσι δεν τλμησαν. Υπθεσαν λοιπν πως κποιον λλο εχε βλει και ρωτοσαν ποιν. Ο νεαρς δεν ντεξε και τους επε να κνουν λεγχο για κενες τις ημρες, ποιοι μπκαν-βγκαν απ τη πλη.
     Αυτ εχε γνει δη, μα τρα, θα μποροσαν να το ξαναδον με να ζση και να στοιχεα. τσι την λλη μρα, μπκαν στο κελ και του 'παν πως μνο μια γυνακα εχε μπει στη πλη, πληρντας λες τις προδιαγραφς. Πγε η καρδι του στο τπο της. Αλλ πλι...
     Κυλοσε ο χρνος και τποτα δεν λλαζε. Οι αστυνομικο σκφτηκαν να κνουν λεγχο σπτι του και να ελγξουν το λλοθ του. τσι τον πραν δεμνο με συνοδεα για το ταξδι. Η πλη εχε μθει, πως υπρχε νας ποπτος για το θνατο του αγαπημνου τους ευεργτη και παραλγο να το λιντσρουν. Με τα πολλ 'φτσανε στο τπο του και πγαν κατευθεαν σπτι. Η μητρα λειπε και ψξανε τα πντα. Σε κποιο σακολι βρκαν τη ξανθι, λαμπερ ακμη, τοφα των μαλλιν της Λευκς κι αυτ τους βαλε σε μεγλη υποψα. ταν αυτ που εχε κψει για να ντυθε ντρας στην φευγλα της και που ο νεαρς ερωτοχτυπημνος, τα 'χε βρει και περιμαζψει.
     Αφο τελεωσαν την ρευνα χωρς λλα ευρματα, κνοντας το σπτι νω-κτω, θλησαν και πλι να τον πισουν. Μετ απ λγο καρπο φυσικ χρονικ διστημα, μπκε μσα η μητρα του. Τα 'χασε κυριολεκτικ κι αφο συνλθε και της εξγησαν, δειξε να 'ναι στο κσμο της για λγο. Οι αστυνομικο προσπθησαν να της το φρουν ββαια μαλακ κι σο να 'ναι κατανησαν τη θση της. Εκενη σηκθηκε και προς κπληξη λων βγκε. ταν γρισε, ταν ντυμνη αλλις. Οι αστυνμοι κι ο νος, αναγνρισαν τη περιγραφ της γυνακας εκενης. Ψχραιμη, σα να 'ταν κποια λλη -τσι φνηκε στο γιο της- κοταξε κατματα τον επικεφαλς κι επε απλ, σα να 'λεγε το καιρ, πως εκενη σκτωσε τα ...αδλφια της!
     Τη νεκρικ σιγ, σπασε στερα απ κμποσο χρνο ο γιος της, ρωτντας την, γιατ. Μιλντας πλι στον διο τνο, επε πως ταν πολ μεγλη κι σχημη ιστορα και πως το μνο που θα 'λεγε ποτ -πργμα που το τρησε αυστηρ ως το τλος- ταν πως, ανεξαρττως που στο τλος εχαν κνει πολ καλ, ταν κι οι τρεις τους, αιματοβαμμνοι φονιδες και στριξαν τον μετπειτα βο τους, στην αρπαγ και στο αμα.
     Οι αστυνμοι θλησαν να τη μεταφρουν αμσως, μα τους ζτησε λγο χρνο να φτιξει λγα πραγματκια που θα πρει μαζ. Επειδ αργοσε να κατβει, πγαν οι διοι πειτα απ ρα και τη βρκαν νεκρ, δηλητηριασμνη με το διο δηλητριο. Εχε αφσει να σημεωμα στο γιο της, που του ζητοσε συγνμη, πως τον υπεραγαποσε και πως κανε αυτ που 'κενη νμιζε σωστ πντα, ανεξαρττως κστους. Στην Αστυνομα γραψε πως ομολογε, παρθετε τις ανατριχιαστικς λεπτομρειες και τους συνστηνε ετε να το χρησιμοποισουν, αλλ θα βγαιναν πολλ στην φρα, ετε να κλεσουν συχα την υπθεση διαφυλσσοντας στο τλος, αυτ το μεγλο καλ που 'χαν κνει τα αδλφια της. πειτα απ μια σντομη κουβντα με το γιο, αποφσισαν πως η δετερη πρταση ταν κι η σωστ.
     Ο γιος περεργος για τις λεπτομρειες του φνου, μαθε ρχνοντας μια ματι στην λλη επιστολ, πως το δηλητριο εχε μπει στις φρουλες. Απ μικρ συνθιζαν να τις τρνε αυτ την εποχ, σε μια μεγλη γαβθα, πασπαλισμνες με ζχαρη. ξερε πως δεν φηναν κανναν λλον να φει απ τις δικς τους κι τσι δε θα κινδνευε λλος. σο για το πς μπκε, ζτησε μυστικ ακραση απ το μεγλο, λγοντας πως εναι η αδελφ τους και πριν αρχσουν να μιλνε, τους δειξε τις φρουλες που 'χε φρει μαζ, ζητντας να τους τις φτιξει η δια να φνε. ριξε πολλ ζχαρη και πολ δηλητριο, τις σερβρισε κι ρχισε να μιλ, ποντροντας στη βουλιμα τους, χωρς αυτ να φει καθλου. ταν βεβαιθηκε πως εχανε πεθνει, φυγε συχα και κρυφ πως εχε ρθει.
     ταν μεινε μνος ο νεαρς και τακτοποησε τη κηδεα, -επαν πως πθανε απ συγκοπ- ρχισε να κνει πλι περιπτους και να σκφτεται λη αυτ την σχημη ιστορα. Τον φησαν ελεθερο, λγοντας πως οι ρευνες εχαν σταματσει στον εντοπισμ αυτς της γνωστης γυνακας και πως αυτς ταν αποδεδειγμνα αθος.
     Σκεφτταν τη Λευκ και πσο την αγπησε. Πση προσπθεια θα χρειαζταν για να την επαναφρει απ το κσμο που εχε κλειστε; Μα τελικ δεν χρειστηκε, γιατ η καημνη εχε πολ δσκολη εγκυμοσνη και τελικ πολ δσκολη γννα. φερε στο κσμο να νεκρ κοριτσκι κι στερα απ λγα λεπτ εξουθενωμνη, φησε τη τελευταα της πνο. Ο νεαρς κλαψε πολ, μα πως συνθως συμβανει, σ' ελογο χρονικ διστημα εχε αρχσει να επουλνει τα τραματ του.
     Μ' να πργμα δε θλησε να καταπιαστε ποτ, σεβμενος την επιλογ της μνας του. Δεν ψαξε να μθει τι εννοοσε εκενη λγοντας "πολ μεγλη και σχημη ιστορα". Εχε δη μθει και μλιστα με οδυνηρ τρπο τι θα πει να σκαλζεις τις φλοδες της αλθειας.
     Τη τοφα των μαλλιν της Λευκς πντως, τη κρτησε κρυφ ενθμιο, μχρι το τλος της ζως του.

                                      Επικτστειον

     Αλθεια και ψεδος. Δυο ννοιες αντθετες και, θα τολμοσα να πω, αρκετ παρεξηγημνες, καστη απ τη δικ της μερι. Υπρχει σγουρα μια απσταση Χ μεταξ τους, που 'ναι αριστη. Δε χρειζεται να μας απασχολσει το μκος της, αρκε να πομε πως ποικλλει απ απειροελχιστο μχρι χαδες. Απλ θα ρξουμε μια ματι στα τυχντα, ενδιμεσα στδια, τοτης της απστασης, απ τη μα ννοια ως την λλη. Αφο φυσικ προσπαθσουμε να ορσουμε μ' εληπτο και κοινς αποδεκτ τρπο τις ννοιες αυτς.
     Αρχζω απ την αλθεια. Αλθεια εναι να γεγονς που συνβη συμβανει και που μπορον να το βεβαισουν λοι ανεξαιρτως -αυτκοοι, αυτπτες κλπ.- ανεξαρττως τοποθετσεως, αντληψης, πεποιθσεων πνευματικο επιπδου. Θα τοποθετοσα και τη φρση "σοι χουν σας τας φρνας" αν και πιστεω πως θα περιριζα κπως τον ρο κι εναι κατανοητ κι ελογο. Αν λοιπν θσω ως απλυτη αλθεια, τον νω ορισμ και τον θεωρσω ως βση, ως να σνολο, ,τι δεν τον πληρε απ καθλου, λιγκι ως και πολ, εναι υποσνολο αυτο.
     τσι ο ορισμς αυτς καθαυτς, με τη προσθκη για τη λογικ, μικρανει το αρχικ σνολο κατ τι, χωρς μως ν' αλλζει και το αληθιν γεγονς. Δεν το αλλζει γι' αυτος που το αντιλφθηκαν μεσα κι δη χουν σχηματσει γνμη πως εναι αλθεια. Αλλ δεν εναι λοι οι νθρωποι πρωτογενς αντιληφθντες, τσι, πως εναι αντιληπτ, τοτος ο ορισμς χει ισχ για λους εκενους που ταν αλλο. Εκε, πως θα 'χουν λοι προσξει, αρχζουν τα οιασδποτε μορφς, προβλματα. Στη μεταφορ, στη διγηση, στη διαβεβαωση, αλλ κι απ την λλη μερι, το βαθμ εμπιστοσνης, τη δεκτικτητα, τη συμπθεια και διφορα λλα προσωπικ φλτρα του ακοοντος.
     Για κενους που δε βρσκονται μπροστ σ' να "αληθιν" γεγονς λοιπν, υπρχουν δο μορφς αλθειας: εκενο που γινε πραγματικ κι εκενο που τους μεταφρθηκε. Συχν κι εδ η απσταση μεταξ των δο αυτν, εναι απ απειροελχιστη, ως αβυσσαλα. Χωρς να αποκλεσουμε τη πλρη τατιση το πλρες ψεδος.
     Η προσπθεια που μνει να γνει, αν δε δεχθομε ανεπεξργαστα και τυφλ τι μας πουν, εναι να τεκμηρισουμε τσι τα πργματα, στε ν' αποδεξουμε πως οι δο αυτς μορφς αλθειας, εναι ουσιαστικ μια.
     Αλθεια ψεδος; Αυτο που στσανε την επιστμη της 'Αλγεβρας για ν' αποφγουν λα τοτα τα δυσδικριτα ρια και να χτσουν την αλθεια της και μνον αυτν, θεσπσανε ρητ πως: "Ισχει μνον τι αποδεικνεται" κι φησαν να εννοηθε εξ ορισμο, πως οτιδποτε λλο εναι ψευδς. Απλ χρησιμοποησαν μιαν λλη πιο εηχη λξη: Εικασα. Μια δυνητικ αλθεια μχρι να αποδειχθε, επσης, να δυνητικ ψεδος, πλι αν αποδειχθε. Γιατ ναι, στην 'Αλγεβρα μτε το αναπδεικτο ψεδος γνεται δεκτ. 'Αρα λοιπν εκε, μπορομε εκολα να θσουμε τους δο ρους φοβα κι ανμεσ τους να χος -στο οποο θα προσθσουμε μνο τη λξη- εικασιν. 
     Αλθεια --> Χος Εικασιν <-- Ψεδος. Θα μενω λιγκι στην 'Αλγεβρα, γιατ εκτς της σαφνειας των δο κρων, διακρνεται και μια σαφνεια στο μσο. Καμι εικασα που δεν χει ακμα αποδειχθε σαν αληθιν ψευδς, δε θεωρεται λιγτερο περισστερο χαζ ξυπνη. Δηλαδ, ακμα κι αν κποιος, μπορε να σκεφτε να τη χαρακτηρσει τσι, δε θα τολμσει να το κνει δημσια. 
     Η ζω μως δεν εναι σα την 'Αλγεβρα κι στω χι μνο 'Αλγεβρα. Απαιτε γργορες κινσεις, σκψεις, επεξεργασες, αποφσεις, χωρς να 'χει τη διακριτικ ευχρεια ν' αναζητ και τις αποδεξεις. πειτα, εισρχονται αστθμητοι παργοντες: τα "πιστεω", τα "θλω", τα "μπορ" κι ο προσωπικς τρπος επεξεργασας στοιχεων, τσι απαντται αυτ που εγ θα 'λεγα: "Υπροχη Αβεβαιτητα".
     Τι εναι ψεδος; Κτι που δεν χει συμβε κι αυτ επσης μπορον να το διαβεβαισουν. Ποιοι; σοι φυσικ σαν παρντες. Που; Εκε που δε συνβη. Μα ττε λεν αλθεια! Και πς εμες μθαμε τι συνβη; Εικσαμε τι θα μποροσε να συμβε κποιος/οι μας επαν ψματα; Στη πρτη περπτωση το ψεδος το σχηματσαμε μνοι μας. Στη δετερη, ετε αυτο που μας το 'παν το 'καναν εξ επτηδες, για να κερδσουν κτι εναι απλ μυθομανες. Επσης, μπορε να ισχει, πως μας λνε μια δικ τους μορφ αλθειας.
     Μπορομε επσης να ορσουμε το ψεδος, ως το μηδενικ υποσνολο της αλθειας πιο σωστ, το σνολο εκενο που σαν τομ με το σνολο αλθειας δεν χει καννα κοιν. Μαθηματικ: η τομ των δο αυτν συνλων εναι το μηδν. Αν λοιπν δεχθομε τι και το ψεδος εναι να σνολο, τσι πως ορσθηκε και το βλουμε σα βση με μηδενικ τομ ως προς το σνολο αλθειας, ττε μπορομε εκολα μα χι ευκλως διακριτ, να ορσουμε λα τα ενδιμεσα στδια μεταξ τους με τις εκστοτε κατ καιρος τομς τους. Αλλ επαμε, εκολα μπορομε να ορσουμε μσω 'Αλγεβρας κι εδ εναι ζω. να απλ παρδειγμα:
"Ξημερνει" μια αληθιν φρση για ποια σημεα γης ξημερνει ντως εκενη τη στιγμ. Ειπωμνο τσι γενικ, αληθεει. Για να τρισευτυχισμνο νθρωπο, δεν εναι πλρως αληθιν. Εκενος θα 'λεγε: "Ξημερνει μια υπροχη μρα" (ακμα και αν ταν βροχερ). Εν, νας τριςδυστυχισμνος: "Ωχ ξημρωσε! Ποιος ξρει τι κωλομρα...!" κλπ. (ακμα κι αν ταν να υπροχο, ηλιλουστο, ανοιξιτικο πρωιν). Παρατηρομε τι κι οι δυο ξεφεγουν απ το βασικ σνολο αλθειας αλλ κι απ το βασικ σνολο ψεδους. Στη πραγματικ ζω λοιπν, σπνια χουμε κτι γνσια αληθιν κτι γνσια ψετικο; Εννο κτι που να μπορσουμε να το εντξουμε σ' να απ τα δο βασικ σνολα.

"Ξημερνει".
"Ξημερνει μια υπροχη μρα"
( μπα).
"Αχ, ας μη ξημρωνε ποτ".
"Σμερα ο λιος βγανει στα μτια
- στο κορμ στα μαλλι κλπ.-".
"Οι πρτες ακτνες βομβαρδζουν με φως τη καρδι μου, μα η σκψη μου πετ σ' λλες ανατολς που 'χασα".
"ξω βγανει ο λιος μα εγ χω σκοτδι".
"Δε ξημερνει για μνα".
"Δε ξημερνει"
.
----------------------------------------------------

"Για μιαν αλθεια
 και για την υπροχη
                                 Νομβρης 2003
 αυτ αβεβαιτητα..."

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers