-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Turgeniev Ivan Sergeyevich:


Αυτ που 'χει σημασα εναι τι 2Χ2 μας κνει τσσερα
                                              κι λα τ' λλα εναι ανοησες.

 Βιογραφικ
 

     Ο IΒν Σεργκγιεβιτς Τουργκνιεφ (Иван Сергеевич Тургенев) τανε Ρσος μυθιστοριογρφος, ποιητς και θεατρικς συγγραφας με μια παρξενη ζω: δεν νυμφετηκε ποτ κι απκτησε μια κρη εκτς γμου που την φησε στη φροντδα μιας φιλενδας του. Τσακθηκε με τον καλλτερ του φλο τον Τολστι -κι χι μνο- και πθανε λυπημνος σε λλη πλη, εν σε λλη ζησε, σε λλη θαυμστηκε και σε λλη γεννθηκε.
     Υπρξε ο πρτος Ρσος συγγραφας του 19ου αι.που απκτησε παγκσμια φμη ως μυθιστοριογρφος, ποιητς και δραματουργς. Τα ργα του προσφρουν τη ρεαλιστικ απεικ­νιση των Ρσων χωρικν κι εμπεριστατωμνες μελ­τες της ρωσικς διανησης για τη προθηση της χρας στη να εποχ. Τα πολλ χρνια που 'ζησε στη Δυτικ Ευρπη ως ανεπσημος πολιτιστικς πρεσβευτς, οφειλτανε να μρος στο προ­σωπικ και καλλιτεχνικ του εππεδο ως φιλελεθε­ρου απναντι στο αντιδραστικ τσαρικ καθεστς,κι λλο μρος στον επαναστατικ ριζοσπαστισμ που κυριαρχοσε σε μεγλο βαθμ στους σγχρονους καλλιτεχνικος κκλους της Ρωσας. Στα γραπτ του διαχετανε το βαθ ενδιαφρον του χι μνο για το μλλον της πατρας γης, αλλ και για μια ολοκλρωση της τχνης που θα εξασφλιζε τη θση του στη ρωσικ λογοτεχνα. Απ την λλη, η απλυτη αντθεση κι εχθρτητ του προς τη σοσιαλιστικ ιδεολογα μελλε να γνει η βση του ιδεολογικο του φιλελευθερισμο και της μπνευσς του για το ραμ του σχετικ με το ρλο της διανησης.
     ταν ο μοναδικς Ρσος συγγραφας επσης, με μια ομο­λογουμνως ευρωπακ νοοτροπα κι ευαισθησα. Παρ' λο που στη γεντειρ του τυχε ν' αποκτσει καλ παιδεα στα σχολεα της Μσχας και της Αγας Πετροπολης, θεωροσε πως η μρφωσ του κυρως λαβε χρα μετ τη βουτι του στη θλασσα της Γερμανας τα χρνια 1838-41 στο πανεπιστμιο του Βερολνου. Εκε κανε φιλες μ' εξχουσες προσωπικτητες της δικς του γενις κι αυτς ξπνησανε το ενδιαφρον του για τη φιλοσοφα του Χγκελ (1770- 1831). Τον εχε συνεπρει το ιδανικ για την αφιρω­ση της ζως του και του ταλντου του στο μλλον της Ρωσας. Στη γεντειρ του επστρεψε απ' το Βερολνο με τη βαθι πεποθηση της ανωτερτητας της Δ­σης και της αδριτης ανγκης ν' ακολουθσει η Ρωσα τον δρμο της εκδυτικοποησης.
    Γεννθηκε στις 9 Νομβρη 1818 στο Οριλ της Ρωσας κι τανε γιος ενς αξιωματικο, του Σεργκι Τουργκνιεφ και μιας πλοσιας και δυναμικς γυνακας, της Βαρβρα Πτροβνα, που η μορφ της διαφανεται σε διφορα ργα του. Μεγαλνοντας ο διος σε περιβλλον που κυριαρχοσαν οι ταξικς διακρσεις και το χσμα πλουσων και φτωχν, φορτστηκε με μεγλη μπνευση κατ της κοινωνικς αδικας. Απ' τη πλευρ τoυ πατρα του, απστρα­του αξιωματικο το ιππικο, καταγταν απ παλι αριστοκρατικ οικογνεια, εν η μητρα του, η αυταρχικ Βαρβρα Πτροβνα Λουτοβνοβα, κτοχος μεγλης κτηματι­κς περιουσας στο Σπσκογιε-Λουτοβνοβο, επηραζε τσο τη ζω του νεαρο Τουργκνιεφ σο και των 5000 χιλιδων δουλοπροικων που εχε στην εξουσα της. Η δεσπζουσα μορφ της στη διρκεια της παιδικς κι εφηβικς ηλικας και στην αρχ της νετητς του υ­πρξε ζωνταν παρδειγμα για τη κυριαρχα των ηρωδων στα μεγλα μυθιστορματ του..Η ζω στο Σπσκογιε-Λουτοβνοβο υπρξε για τον Τουργκνιεφ μια πηγ ειδυλλιακς μπνευσης και συνμα το πλασιο για πολλ απ τα ργα του, αλλ ταυτχρονα τον κανε να μισσει τη δουλοπαροικα και να μεταβληθε σε ορκισμνο αντπαλ της. Μικρτερη -αλλ χι ανπαρκτη- ταν η επιρρο που σκησε στον μελλοντικ συγγραφα ο πατρας του, Σεργκι Τουργκνιεφ.


                                            Το σπτι του στη Ρωσα

    Τo 1827 η οικογνεια μετακομζει στη Μσχα, που ο νεαρς Ιβν αρχικ με οικοδιδα­σκλους και στη συνχεια, απ το 1834, φοιτντας στο πανεπιστμιο της Μσχας κι αργτερα στο πανεπιστμιο της Αγας Πετροπολης χει την ευκαιρα να λβει κποια σημαντικ μρφωση. Το 1833 ρχισε να σπουδζει φιλολογα στο Πανεπιστμιο της Μσχας και το επμενο τος ρθε σε επαφ με τον Ζουκφσκι, τον Γκγκολ και τον καθηγητ Πλτνεφ, με τον τελευταο να γνεται οδηγς στα πρτα λογοτεχνικ του βματα. Το 1838 μετβη στο Βερολνο για να συνεχσει τις σπουδς του κι εκε ζυμθηκε πολιτικ χοντας στο πλευρ του σημαντικς φυσιογνωμες σαν τον Μπακονιν, τον Στανκεβιτς και τον Αννκοφ. Ως αποτλεσμα, κανε μλημ του να προωθσει τον εξευρωπασμ της Ρωσας και να υποστηρξει τις ιδες του με τη λογοτεχνα, χωρς μως να επιτρπει στη κοινωνικ κριτικ να υποβαθμζει τη τχνη της γραφς του. Το διστημα 1838-1841 φοιτ στο πανεπιστμιο του Βερολνου, που ρχεται σ' επαφ με σημαντικς προσωπικτητες του καιρο του. Μετ τη γνωριμα του με τη πραγματικτητα της γερμανικς κοινωνας θεωροσε τι μορφθηκε πραγματικ μνο αφτου βοτηξε στη θλασσα της Γερμανας. Εκενη την εποχ γνωρζεται και με τον Μιχαλ Μπακονιν. Η συναναστροφ του με τον κκλο αυτο τον ωθε να μελετσει τις φιλοσοφικς απψεις του Χγκελ, που αποτελοσαν το υπβαθρο πολλν επαναστατικν ιδεν και που του ενπνευσαν το ιδανικ να αφιερσει τη ζω και το ταλντο του στο μλλον της Ρωσας. Επιστρφοντας στη Ρωσα, εναι απλυτα πεπεισμνος για την υπεροχ της Δσης και την ανγκη εξευρωπασμο της Ρωσας, εν πρπει να ειπωθε τι υπρξε ο μνος Ρσος συγγραφας με δεδηλωμνες δυτικοευρωπακς απψεις και προτιμσεις.



     Μετ την επιστροφ του στη Ρωσα το 1841, εργστηκε στο Υπουργεο Εσωτερικν αλλ σντομα σταμτησε κι τσι αφιερθηκε περισστερο στη πεζογραφα αλλ επεκτθηκε ταυτχρονα και στη δραματουργα. Η λογοκρισα, μως, δεν επτρεψε να ανεβον λα τα θεατρικ του ργα επ σκηνς, μερικ απ τα οποα σμερα θεωρονται ορσημα στην ιστορα του ρωσικο θετρου. Το 1843 γνωρζεται με τη Γαλλδα λυρικ τραγουδστρια Πωλν Βιαρντ-Γκαρσα. Ανμεσ τους θα αναπτυχθε μια σχση που θα τον επηρεσει σ' λη τη μετπειτα ζω του. Η σχση τους θεωρεται πλατωνικ, μως ορισμνες επιστολς του, που πως κι λα τα γραπτ του, διακρνονται για τις εξαιρετικς απψεις του και για την κομψτητα του φους, υποδηλνουν τι μεταξ τους υπρξε μια στεντερη σχση. Γενικ πντως στις επιστολς του αναδεικνεται μλλον ως λτρης κι ως νθερμος θαυμαστς της, ρλος ο οποος φανεται πως τον ικανοποιοσε. Δεν νυμφετηκε ποτ, αλλ απ μια γυνακα που υπηρετοσε τη μητρα του στο Σπσκογιε-Λουτοβνοβο απκτησε μιαν εξγαμη κρη, που τη φροντδα της ανθεσε αργτερα στη Πωλν..Η γνωριμα του με τη τραγουδστρια της περας Πωλν, που ταν κι ο μεγλος αλλ ανεκπλρωτος ρωτας της ζως του, τον υποκνησε να κνει συχν και μεγλα ταξδια στην Ευρπη για να βρσκεται κοντ της.
     Δεδομνου του γενικο αρνητικο κλματος στη Ρωσα για τις πολιτικο-κοινωνικς ιδες του, η αρνητικ κριτικ στο μυθιστρημ του Πατρες Και Παιδι (1863) στθηκε αφορμ να φγει οριστικ με πρτο σταθμ του το Μπντεν-Μπντεν της Γερμανας, εν σντομα μετακμισε στο Λονδνο και τελικ, το 1871 γινε μνιμος κτοικος του Παρισιο λγω του γαλλογερμανικο πολμου. Εκε εδε επιτλους μεγλη αναγνριση, καθς εξελγη αντιπρεδρος του Διεθνος Λογοτεχνικο Συνεδρου το 1878, εν το επμενο τος του απονεμθηκε τιμητικς ττλος απ το Πανεπιστμιο της Οξφρδης. Εκενα τα τελευταα του χρνια ακμη κι η Ρωσα του επεφλασσε θερμς υποδοχς ποτε την επισκεπτταν.



     Εναι ββαιο πως η οικονομικ νεση τον βοθησε να σπουδσει στν Αγ. Πετροπολη και στο Βερολνο, να ταξιδψει στο εξωτερικ και να ζσει αρκετ χρνια στο Παρσι κι ασφαλς να δημοσιεσει χωρς προβλματα λα τα ργα του. Επσης εναι προφανς τι ζησε μα ζω αρκετ διαφορετικ απ την αυτν που ζησε ο Ντοστογιφσκι, που, ειρσθω εν παρδω, δεν εχε ποτ καλς σχσεις. Αλλ ο Τουργκνιεφ βρθηκε σε ρξη και με τον λλον γγαντα της Ρωσικς Λογοτεχνας, τον Τολστι. Τη 10ετα του 1850, γραψε μεταξ λλων τα ποιματα Μια συνομιλα κι Αντρι, καθς και κριτικ ρθρα. Μια προσπθει του να διοριστε καθηγητς στο Πανεπιστμιο της Αγας Πετροπολης δεν καρποφορε. Τελικ, αποφασζει να παραιτηθε απ τη θση του στη δημσια διοκηση κι ρχισε να δημοσιεει πεζογραφματα που σκιαγραφε τον τπο του βουλου διανοουμνου.
     Απ τα διηγματα αυτ, περφημο ταν το Ημερολγιο ενς περιττο ανθρπου, που δημοσιεεται το 1850. Ο χαρακτηρισμς αυτς, του περιττο ανθρπου, μεινε παροιμιδης ως χαρακτηριστικ πολλν ασμαντων, αδναμων κι βουλων διανοουμνων, πρωταγωνιστν των ργων του αλλ και γενικτερα της ρωσικς λογοτεχνας. Το 1852 εκδδεται νας κκλος διηγημτων του με ττλο Σημεισεις ενς κυνηγο. Στα διηγματα αυτ περιγρφει διφορους τπους γαιοκτημνων, δουλοπροικων καθς κα σκηνς απ τη ρωσικ παιθρο. Οι Σημεισεις ενς κυνηγο αφ' ενς βοθησαν τους αναγνστες των αντερων κοινωνικν τσεων να συνειδητοποισουν την ανθρπινη ποιτητα των χωρικν, αφ' ετρου συνβαλαν στη κοινωνικ μεταρρθμιση που οδγησε στην κατργηση της δουλοπαροικας.


                Τα σπτια, αριστερ της Γαλλας, δεξια το αρχοντικ

     Με το που κυκλοφορε η 1η κδοση των διηγημτων, που προηγουμνως εχανε δημοσιευθε σε διφορα τεχη του περιοδικο Σγχρονος, συλλαμβνεται, φυλακζεται για να μνα στις φυλακς της Αγας Πετροπολης και καταδικζεται σε 18μηνο κατ' οκον περιορισμ στο Σπσκογιε. Η επσημη αιτιολογα για τη τιμωρα αυτ απ τις τσαρικς αρχς, ταν μα νεκρολογα του για τον Γκγκολ, που 'χε δημοσιεσει παραβιζοντας τους κανονισμος της τσαρικς λογοκρισας. μως η κριτικ της δουλοπαροικας, πως αυτ εκφρστηκε στις Σημεισεις, οπωσδποτε σε τνους χαμηλος κι μμεσους, αλλ καταφανς στις περιγραφς της σκληρτητας των γαιοκτημνων προς τους χωρικος, ταν ο πραγματικς κι εμφανς λγος για να υποστε τη τιμωρα αυτ. Στη διρκεια της φυλκισς του στην Αγα Πετροπολη γρφει το περφημο διγημ του Μουμο, που περιγρφει τη σκληρτητα της δουλοπαροικας.
    Το 1855 δημοσιεεται το θεατρικ του ργο νας μνας στην εξοχ, να πραγματικ αριστοργημα που δεν ανβηκε στο θατρο απ επαγγελματικ θασο μχρι το 1872. Πρκειται για κτι το πρωτοφανς στο ρωσικ θατρο και δεν εκτιμθηκε απ το κοιν και τους κριτικος παρ μνο μετ το 1908, πειτα απ την επιτυχα των παραστσεων των ργων του Τσχωφ απ το θατρο Τχνης της Μσχας. Εξαλλου, μνο μετ απ το ανβασμ του σε σκηνοθεσα του Κονσταντν Στανισλφσκι στο διο θατρο το 1909, αναγνωρστηκε τι επρκειτο για να απ τα σημαντικτερα ργα του ρωσικο θετρου. Δημοσιεεται το μυθιστρημα του Γικοφ και Πασυνκφ που εναι εμφανς τι η συγγραφικ τχνη του Τουργκνιεφ εξελσσεται προς συνθεττερες μορφς, πως αποκαλπτει η ολοκληρωμνη περιγραφ των χαρακτρων του ργου κι η ευασθητη αλλ απαισιδοξη απδοση των αντιξοοττων του ρωτα στα διηγματ του Φουστ και Μια αλληλογραφα. Με την ττα της Ρωσας στον Κριμακ Πλεμο (1854- 1856), η γενι του, "οι νθρωποι της 10ετας του 1840", ρχισε να θεωρεται πως ανκει στο παρελθν. Εκδδεται το μυθιστρημ του Ροντιν (1856) που διαπνεταν απ πνεμα ειρωνικς νοσταλγας για τις αδυναμες και την αναποτελεσμα­ ικτητα που σαν τσον κδηλες στη γενι της προη­γομενης 10ετας και το 1858 η συλλογ διηγημτων του σια.



    Το 1859 εκδδεται το μυθιστρημ του Η Φωλι Των Ευγενν. Σ' αυτ πως και στο Ροντιν μο­λοντι δεν συμπαθοσε ορισμνες απ τις τσεις της σκψης της νετερης ριζοσπαστικς γενις που αναδθηκε μετ τον Κριμακ Πλεμο, προσπθησε ν' αναπαραστσει με βαθι ειλικρνεια τις θετικς φιλο­σοφικς αντιλψεις των νων ανθρπων, η στση των οποων απναντ του, ιδιατερα των σημαντικτερων εκφραστν των νων ιδεν πως ο Ν. Τσερνισφσκι κι ο Ν. Ντομπρολιομποφ, τανε γενικ ψυχρ ταν δεν ταν ανοιχτ εχθρικ. Ο μλλον μαλθακς χαρα­κτρας του υφστατο τη πρκληση της σθεναρς αποφασιστικτητας των νετερων συγχρνων του, χαρακτηριστικ που υποδλωνε τις νες επαναστατικς διαθσεις που ο Τουργκνιεφ δεν αποδεχταν. Ο φιλελευθερισμς του μποροσε ν' αποδεχθε την ιδα των βαθμιαων αλλαγν, αλλ ταν αντθετος προς ριζοσπαστικτερες αντιλψεις, ιδιατερα στην ιδα της επανστασης των χωρικν. Το 1860 εκδδεται η νουβλα Πρτη Αγπη, περιχει πλθος αυτοβιογραφικν στοιχεων κι αντανακλ τη μεγλη εντπωση που προκλεσε στον συγγραφα ο ρωτς του για τη πριγκπισσα Ε.Λ. Σαχφσκαγια, που το 1833 εχε να ειδλλιο με τον πατρα του. πως αναφρει η Ν.Α. Οστρφσκαγια στα Απομνημoνεματ της, ο Τουργκνιεφ δλωσε:

   "Στην Πρτη Αγπη, απεικνισα τον πατρα μου. Πολλο με κατηγρησαν γι' αυτ, και μλιστα με κατηγρησαν για το γεγονς τι ποτ δεν το κρυψα. Εγ μως πιστεω τι δεν υπρχει κτι σχημο σ' αυτ. Δεν εχα λγους να το κρψω. Ο πατρας μου υπρξε πολ ωραος ντρας. Και τοτο μπορ να το πω, επειδ εγ δεν του μοιζω καθλου, στο πρσωπο μοιζω στη μητρα μου. Εκενος ταν πολ ωραος, με πραγματικ ρσικη ομορφι. Συνθως το φρσιμ του τανε ψυχρ, ταν απρσιτος, αρκοσε μως να θλει να γνει αρεστς και ττε στο πρσωπ του και στους τρπους του φανερωνταν κτι το ακαταμχητα γοητευτικ. Συνθως αυτ συνβαινε με τις γυνακες που του ρεσαν".

     Την δια χρονι δημοσιεεται και το μυθιστρημ του Την Παραμον, που πραγματεεται τα προβλματα που λθε αντιμτωπη η νετερη γενι των διανοουμνων απ τις παραμονς του Κριμακο Πολμου μχρι τις παραμονς της χειραφτησης των δουλοπροικων, μσα στο κλμα των κυοφορομενων αλλαγν. Το 1862 εκδδεται το μυθιστρημ του Πατρες Και Γιοι, το σπουδαιτερο ργο του σμφωνα με κποιους λογοτεχνικος κκλους χι μως και το πιο δισημο. πειτα απ τη συνντηση του Τσερνισφσκι με τον Χρτσεν, ηγετικ φυσιογνωμα του φιλελευθερισμο και προσωπικο φλου του Τουργκνιεφ, στο Λονδνο το 1859, η αντιπαρθεση ανμεσα στη παλαιτερη και τη νετερη γενι των Ρσων διανοουμνων εξελ­χθηκε σε πλρη σγκρουση. ταν φανερ πλον τι δεν μποροσε να υπρξει καννας συμβιβασμς ανμεσα στον φιλελευθερισμ της γενις του και στους επαναστατικος πθους των νετερων διανοουμνων. Ο διος δεν μποροσε παρ να αισθνεται την προσωπικ του εμπλοκ σε αυτ τη ρξη. Καρπς αυτς της ασθησης της προσωπικς εμπλοκς του εναι αυτ το μυθιστρημ του, που κατρθωσε να περιγρψει με αξιοσημεωτη ισορροπα και σε λο τους το βθος τα ζητματα που δχαζαν τις δυο γενις. Το θαυμαστ σ' αυτ εναι η απλυτη κυ­ριαρχα του Τουργκνιεφ πνω στο θμα του και η πε­ριγραφ λων των χαρακτρων του ργου στους ο­ποους προσδωσε τον αυθορμητισμ των πραγματικν ζωντανν ανθρπων.


                                            Η Βιαρντ εν δρσει

    Μετ τη σχεδν ομφωνα εχθρικ υποδοχ του ργου του απ το σνολο των ομτεχνων και της κριτικς, βαθι πληγωμνος εγκαταλεπει τη Ρωσα το 1864. Ταξιδεει στο Μπντεν-Μπντεν της Γερμανας που διμεναν δη οι Βιαρντ κι εγκαθσταται κοντ τους. Η ρξη του με τον Τολστι και τον Ντοστογιφσκι, αλλ κι η γενικτερη απομκρυνσ του απ τους λογοτεχνικος κκλους της Ρωσας τον οδηγονε στην εξορα με τη πραγματικ ννοια του ρου, πργμα ιδιατερα φανερ και στα διηγματ του Φαντσματα που δημοσιεεται αυτ τη χρονι, και Αρκετ που κυκλοφρησε την επμενη χρονι. Το 1867 εκδδεται το μυθιστρημα Καπνς το μοναδικ της περιδου αυτς, που η πλοκ του εκτυλσσεται στο Μπντεν-Μπντεν και που παρουσιζει με σατιρικ πικρ τνο, σχεδν σαν καρικατορα, τους διανοομενους τσο της Αριστερς σο και της Δεξις. Ο Γαλλογερμανικς Πλεμος του 1870-1871 αναγκζει τους Βιαρντ να εγκαταλεψουν το Μπντεν-Μπντεν κι ο Τουργκνιεφ τους ακολουθε στη σντομη παραμον τους πρτα στο Λονδνο και μετ στο Παρσι. νας ανλογος αναπροσανατολισμς σημεινεται και στις αντιλψεις του. Η λλοτε φιλογερμανικ θρμη του σβνει κι η θλψη τονε κυριεει. Στο Παρσι της 10ετας του 1870 αναδεικνεται σε τιμημνο πρεσβευτ των ρωσικν γραμμτων και συνδεται στεν με τη Γεωργα Σνδη, τον Γκυστβ Φλωμπρ, τους αδελφος Γκονκορ, τον νεαρ Εμλ Ζολ και τον Χνρυ Τζαημς, εν το 1878 εκλγεται αντιπρεδρος του Διεθνος Λογοτεχνικο Συνεδρου που συνλθε στο Παρσι και το 1879 τιμται απ το Πανεπιστμιο της Οξφρδης.
    Στη συλλογ διηγημτων του Οι Ανοιξιτικοι Χεμαρροι, που δημοσιεεται το 1872, πως και σ' λα τα προηγομενα ργα του μας δνει την εικ­να της κουλτορας της αριστοκρατας που αποχωρε απ το προσκνιο της ιστορας και της κοινωνας για να τη διαδεχθον οι μεσοαστο κι οι δημοκρτες. Μεταξ των ργων του ξεχωρζουν, Το ημερολγιο ενς περιττο ανθρπου (1850), Τα σημειματα ενς κυνηγο (1852), Πατρες και παιδι (1862), ο Ροντιν (1856), ο Καπνς (1867) κι ο Χερστοπος (1877). Στα περισστερα εξ αυτν ασχολεται με κοινωνικ και πολιτικ ζητματα της Ρωσας, αν και παρακολουθοσε τις εξελξεις εκ του μακρθεν, καθς και με ζητματα των ανθρωπνων σχσεων. Γενικ θεωρεται πως εν η νεολαα ανταποκριντανε θετικ στις προσεγγσεις του, η ρωσικ Intelligentsia ταν αρνητικ πολλς φορς προς αυτς. Τα περισστερα ργα του χουν μεταφραστε στα ελληνικ. Ανεξαρττως των πολιτικν τοποθετσεων του, που πολλς φορς δεν εναι σαφες, της ρξες του με τους μεγλους της Ρωσικς Λογοτεχνας, του κοσμοπολιτισμο του, που δεν συνδυζεται πντοτε με την ορθ γνση των ρωσικν πραγμτων, ακμη και του ασταθος χαρακτρα του, κατατσσεται αναμφιβλως μεταξ των σπουδαων της παγκσμιας λογοτεχνας.


                                                Η μητρα του

     Η μητρα του Ιβν, η Βαρβρα Πετρβνα, τανε τσο βναυση και σκληρ, που στη κακα δεν τη ξεπερνοσε παρ μνο η δικ της μητρα, η γιαγι του για την οποα ο διος διηγονταν το ακλουθο επεισδιο: Η γιαγι του υπφερε απ παρλυση στα γερματ της και περνοσε το μεγαλτερο μρος του χρνου της καθηλωμνη στη πολυθρνα. Μια μρα θμωσε τρομερ με τον νεαρ υπηρτη που τη φρντιζε κι ρπαξε να κοτσουρο και τονe χτπησε στο κεφλι με τση δναμη, που ο μικρς πεσε ανασθητος στο πτωμα. Το θαμα ταν ιδιατερα δυσρεστο, οπτε η ηλικιωμνη κυρα τρβηξε το παιδ κοντ της, ακομπησε το ματωμνο κεφλι του στη πολυθρνα της, το σκπασε μ' να μαξιλρι του καναπ και κθισε πνω του, σπου του κοψε την ανσα, πιθαντατα για να πψει να την αναστατνει ο ανρμοστος πδακας του αματος που ανβλυζε απ’ το κεφλι του. Η μητρα του δεν ταν καλλτερη απ τη γιαγι του. ταν αναφερταν στους υπηρτες, τους αποκαλοσε υποτακτικος και τους φερτανε σαν σκουπδια και χειρτερα. Στους υποτακτικος απαγρευε να κνουνε παιδι για να μη παραμελονε τις υποχρεσεις τους και τα λγα βλαστρια που παρ' λ' αυτ ρχονταν στον κσμο κατ λθος, τον εγκατλειπαν αμσως, αφο νεογννητα ακμη τα πετοσε σ' να λκκο με λασπνερα. Οτε στους γιους της φερτανε καλλτερα. Δεν σταμτησε να τους ξυλοφορτνει μχρι που γνονταν ολκληροι ντρες, αλλ και στα εγγνια της φερταν σχημα. Αγαπημνο θμα της ταν η εξγαμη κρη που εχε αποκτσει ο Ιβν με μια μοδστρα που δολευε στο σπτι τους. Η φιλστοργη γιαγι βασνιζε την εγγον, επωφελομενη απ τα συνεχ ταξδια του και συχν διασκδαζε ντνοντς τη σαν νεαρ δεσποινδα, με σκοπ να την επιδεικνει στους καλεσμνους της. ταν μως τους ρωτοσε με ποιον μοιαζε η μικρ κι αυτο ομφωνα απαντοσαν με τον Ιβν Σεργκγιεβιτς, τον γιο της, αμσως διταζε να της βγλουνε τα μορφα ροχα και να τη στελουνε πσω στη κουζνα.



     Ο μεγλος ρωτας της ζως του ταν η Πωλν Βιαρντ, γνωστ επσης ως Λα Γκαρσα, που πρπει να ταν και το αληθιν της νομα, δεδομνου τι επρκειτο για Ισπανδα τσιγγνα, τραγουδστρια της περας και χορετρια. τανε παντρεμνη με τον κριο Βιαρντ, που ταν 20 χρνια μεγαλτερς της και που δεν εγκατλειψε ποτ, οτε στα 5 χρνια που αντιστεκταν στις ερωτικς προτσεις του Ιβν, οτε ταν τελικ τις αποδχτηκε. Αντιθτως μλιστα, ταν εκενος που χρειστηκε να προσαρμοστε στη κατσταση κι εναι γνωστ πως ζοσε μαζ με το ζευγρι μεγλα χρονικ διαστματα, διατηρντας αδερφικς σχσεις με τον Βιαρντ και... συζυγικς με τη Γκαρσα. Η Βιαρντ ταν σχημη, αλλ σαγηνευτικ γυνακα, μια πολ ισχυρ προσωπικτητα που δεν της λειπε το ταλντο και για την οποα διαθτουμε να λογοτεχνικ πορτρτο φιλοτεχνημνο απ τη πνα του ποιητ Χινε:

   "Υπρχουν στιγμς στη γεμτη πθος εκτλεση των ρλων της, κυρως ταν ανογει διπλατα το πελριο στμα της με τα αστραφτερ κατλευκα δντια και χαμογελ τσο βναυσα γλυκ και τσο υπροχα σκληρ, που χει κανες την ασθηση τι δεν θ' αργσουν να εμφανιστον λα τα τερατδη φυτ και ζα της Ινδας και της Αφρικς".


                        Πνακας του Ρπιν πορτρατο του Ιβν το 1874

     Η Βιαρντ στο τλος τον απτησε με να ζωγρφο, οπτε η σχση τους διακπηκε, αλλ χι για πντα. Προς το τλος της ζως του γραφε λιμπρτα για τις οπερτες που ερμνευε κενη και μλιστα παιζε σε αυτς, ρποντας στο πτωμα περιτριγυρισμνος απ οδαλσκες, μεταμφιεσμνος σε Τορκο σουλτνο. Η βασλισσα Βικτρια απολμβανε τις οπερτες, αλλ επκρινε την αναξιοπρπεια ενς τσο μεγλου ντρα. Τις διες αμφιβολες συμμεριζτανε κι ο Τολστι, αφτου εδε τον Τουργκνιεφ να χορεει κανκν με να δωδεκχρονο κοριτσκι σε να κεφτο γλντι γενεθλων. Για κενη τη βραδι σημεωνε αυστηρ στο ημερολγι του: "Ο Τουργκνιεφ…. Το κανκν. Θλιβερ". Οι δο συγγραφες εχαν αρκετς διαφορς, αλλ τους νωνε μα αρκετ δυνατ φιλα. Οι διαφορς τους φτασαν στο αποκορφωμα ταν, μετ απ μια ντονη συζτηση για τον εξευρωπασμ χι της Ρωσας, ο Λων προκλεσε τον Ιβν σε μονομαχα κι απατησε να αγωνιστον με τουφκια. Ο Τουργκνιεφ ζτησε συγγνμη, αλλ ταν αργτερα κουσε τι ο Τολστι εξακολουθοσε να τον διαβλλει, τον προκλεσε κενος σε μονομαχα. Ανβαλλαν μως την αναμτρηση λγω ενς ταξιδιο. Ττε ζτησε συγγνμη ο Τολστι και πρασαν τσι 17 χρνια, σπου στο τλος σταμτησαν ν' αναβλουνε τη μονομαχα. Την ακυρσανε και συμφιλιθηκαν.


                                   Η Πωλν Βιαρντ - Γκαρσα

     Δο βδομδες πριν πεθνει, ο Ιβν παργγειλε απ' τον φλο του, Μωπασσν, να του φρει να πιστλι στην επμενη επσκεψ του. Εχε καρκνο στο νωτιαο μυελ κι υπφερε απ φριχτος πνους. Πρασε τις τελευταες του μρες σε παραλρημα, αποκαλντας Λαδη Μακβδ, τη Πωλν Βιαρντ και κατηγορντας την επειδ δεν τον παντρετηκε. Κι η αλθεια εναι πως τη περιγραφε πντα τη σχση τους με τη φρση "ανεπσημος γμος". πεσε σε κμα, απ το οποο βγκε μνο για να πει στη Πωλν: "λα πιο κοντ… πιο κοντ. ρθε η ρα να πομε αντο… πως οι Ρσοι τσροι… Ιδο η βασλισσα των βασιλισσν. Πσα καλ χει κνει". Ο Ιβν Τουργκνιεφ πθανε στις 3 Σεπτμβρη 1883, σε ηλικα 64 ετν, στο Μπουζιβλ κοντ στο Παρσι κι η ταφ του γινε στο νεκροταφεο Βλκοβο της Αγας Πετροπολης. Η Βιαρντ επε γι' αυτν: "ταν ο πιο θλιμμνος νθρωπος του κσμου".



ΕΡΓΑ:

   * Το ργο του Ιβν Σεργκγιεβιτς Τουργκνιεφ διακρνεται απ κενο των διασημτερων ομοτχνων του για την σκπιμη λλειψη υπερβολς, την ισορρο­πα στη φρμα και την ιδιατερη φροντδα του για την αισθητικ μορφ του. Αν διφερε απ τους μεγλους συγ­ χρνους του, τον Ντοστογιφσκι και τον Τολστι, ως προς το μγεθος του ργου του, διφερε και κατ το τι πστευε πως η λογοτεχνα δεν θα πρεπε να δνει απαντσεις στα ερωτηματικ της ζως. Συνθετε τα μυθιστορματ του βσει μιας απλς φρμας, που μονα­δικς σκοπς της ταν να φωτσει τον χαρα­κτρα και το πεπρωμνο μας μνο μορφς, του ρωα της ηρωδας του. Η αξα των ηρων του γκειται κυ­ρως τι αποτελον λεπτομερ, επιδξια κοι­ νωνιοψυχολογικ πορτρατα. Η σημαντικτερη απ τις τεχνικς του μεθδους ταν η περιγραφ των συνε­πειν που προκαλε η εσοδος ενς νου προσπου σ' να μικρ κοινωνικ κκλο που με τη σειρ του ελγχει τον νεοφερμνο κυρως μες απ τη σχση του με την ηρωδα, που πντα ανκει στο χρο του μυθιστορματος. Παρ τις διαφαινμενες προοπτικς ευτυχας των ηρων του, στο τλος η σχση οδηγεται πντα στη καταστροφ. Η φμη του επισκιστηκε απ κενη των λλων δυο μεγλων, μως η διαγεια, η αβρτητα και κυρως η εξαιρετικ του ασθηση πως το πραγματικ ωραο εναι πολτιμο για τη ζω, προσδδουνε στα ργα του μαγικ γοητεα που παραμνει αλβητη στη δοκιμασα του χρνου.



   * Στην αυτοβιογραφικ του νουβλα, Η Πρτη Αγπη, περιγρφει το δικ του πρτο ρωτα και τη σχση του πατρα του με το ερμενο πρσωπο. Με μια γργορη ματι το βιβλο χει λα τα χαρακτηριστικ του ρομαντικο ρωτα: η ντονη παρουσα της φσης, το μοτβο του ανεκπλρωτου ρωτα, τα ντονα αισθματα ζλιας και φυσικ το θνατο. Ο Ιβν εδ αντθετα με τα λοιπ παρμοια κεμενα, μοιζει σα να βρσκεται να βμα μετ το θνατο του Βρθερου, του Γκατε. Μας δεχνει την οπτικ του ρωτα μετ τη πτση, μετ τη τυχαα στιγμ. Σαυτ, ο θνατος επρχεται, κατ το δοκον, αλλ αυτ τη φορ χι στον διο τον ρωα, ο θνατος επρχεται στους πραγματικος εραστς της νουβλας, στους οποους πντως σγουρα δεν ανκει ο Βλαντιμρ Πετρβιτς, αφο στην ουσα ο ρωτς του εναι μιμητικς (μιμεται τον ρωτα του πατρα του για τη Ζηναδα). Η ιστορα προχωρε, λαμβνοντας ως αφορμ, μια συζτηση μεταξ ανδρν για τον πρτο ρωτα, κτι που μας παραπμπει ευθς αμσως στο πλατωνικ  Συμπσιο.
     Αν και Ρσος, χει φγει απ τη Ρωσα κι χει γνωρσει τη ρομαντικ παρδοση που κρατ απ το ιπποτικ μυθιστρημα του 17ου αι., που την ενσωματνει, τεχνηντως, μ' να τρπο που δεν παει ν' απαντ στην ιδιατερη πατρδα του. Η ιστορα της τχνης, εναι μια ιστορα γεμτη απ αντιθσεις. Το εκστοτε καλλιτεχνικ ρεμα στκεται απναντι στο λλο επιβεβαινοντας ταυτχρονα τον εαυτ του και την ετερτητ του. Η διαμχη που μανεται στην εποχ του, εναι του ρομαντισμο με τον κλασσικισμ. Χωρς ποτ να επιλγει ξεκθαρα ανμεσα στα δο, φανεται να κατανοε την αντθεση των δο αυτν ρευμτων, αξιοποιντας πτε το να και πτε το λλο. Εν αρχικ υιοθετε τη θεματικ του ρομαντισμο κρατ κποια απσταση απ τα παραδοσιακ κλισ. Το ζενθ της αντθεσης γκειται στον τρπο που συνδυζεται η φρμα με το περιεχμενο. Ο Τουργκνιεφ μως, με ρομαντικ θεματικ, σκπιμα αποφεγει τις εκφραστικς υπερβολς, δνοντας, αντθετα, σημασα στη συμμετρα, στην ισορροπα της φρμας και στην αισθητικ μορφ.
     Σε αντθεση με τα ψυχογραφικ πορτρατα του Ντοστογιφσκι, χρωματζει με ψυχρ χρματα μια ολκληρη εποχ, δημιουργντας μια αντστιξη ανμεσα στην αισθητικ του πραγματικ ωραου της ζως και την ασχμια που ρχεται ν' αποκαλψει η λογοτεχνικ αλθεια. Δεν εναι τυχαο τι ο Μπκετ εμπνεται απ τη νουβλα και γρφει τη δικ του πρτη αγπη. Κοιν σημεα με τη νουβλα του Τουργκνιεφ δε βρσκουμε τσο στο φος, σο στη θεματικ (ρωτας, θνατος, σχση με πατρα, ζλεια, διαμεσολαβημνη ερωτικ εμπειρα).

     Μελτη ργων Μεταξ Τουργκνιεφ-Κονδυλκη "Πρτη Αγπη"  του Μπμπη Δερμιτζκη, απ το Λξημα



   * Λγες φορς χει καταφρει να μυθιστρημα να γνει επκεντρο σφοδρν συγκροσεων κι αντιπαραθσεων, χι μνο λογοτεχνικν αλλ και πολιτικν- ιδεολογικν. Το Πατρες Και Γιοι (1862) ανκει σ' αυτ τη σπνια κατηγορα γιατ κατρθωσε να προκαλσει σλο την εποχ που εκδθηκε αναστατνοντας και διχζοντας τον πνευματικ κσμο της Ρωσας εξαιτας των κοινωνικν και πολιτικν ζητημτων που θετε με τρπο επεγοντα κι επιτακτικ. Με το κορυφαο του αυτ μυθιστρημα, ο Τουργκνιεφ, φιλοδυτικς ο διος, μλησε για το χσμα των γενεν κι ανδειξε συγχρνως, με τρπο μοναδικ την ανελητη σγκρουση μεταξ φιλελεθερων και ριζοσπαστν επιχειρντας να χαρτογραφσει εξχως διεισδυτικ τις αντιφσεις και τις παλινωδες των μεν και των δε, που λγο μετ οδγησαν στην κρηξη της ρωσικς επανστασης.
     Η Ρωσα την επμενη της κατργηση της δουλειας: Οι πατρες: σπλαχνικο, λγο κουρασμνοι, σκεφτικο, αλλ και πεπεισμνοι τι μια γερ δση αγγλικο φιλελευθερισμο θα λσει τα προβλματα μιας χρας που εναι ακμη φεουδαρχικ. Οι γιο: μελαγχολικο, πικραμνοι, πρωρα απογοητευμνοι, που μισον κθε ιδα μεταρρθμισης, που πιστεουν μνο στην ρνηση, στο ξεκαθρισμα, στη καταστροφ οποιασδποτε τξης. Σαν μλετ πριν απ την επανσταση, ο Μπαζροφ προχωρ πρα απ να πα­ρλογο θνατο, η υστεροφημα του μετεωρζεται ανμεσα στους δαμονες του Ντοστογφσκι και στους μπολσεβκους του 1917. Το αριστοργημα του Τουργκνιεφ για τη σγκρουση των γενεν μοιζει τσο φρσκο, ειλικρινς και συναρπαστικ σο ταν για τους αναγνστες που πρτοι ρθαν καταπρσωπο με τον δισημο ρω του. Η αμφιλεγμενη απεικνιση του Μπαζροφ, του μηδενιστ καινοργιου ανθρπου, σκαρε τη ρωσικ κοι­νωνα ταν το μυθιστρημα δημοσιετηκε το 1862. Η εικνα της ανθρωπτητας, που χρη στην επιστμη απελευθερνεται απ παμπλαιες συμβσεις και προκαταλ­ψεις, μπορε να αποβε απειλητικ για οποιουσδποτε πολιτικος θρησκευτικος θεσμος κι εναι ιδιατερα δραστικ στις μρες μας.



     Ο Τουργκνιεφ υπρξε μετριοπαθς, φιλελεθερος, εχθρς απναντι σ' λες τις πστεις που κνουνε τους ανθρπους να χνουνε τη λογικ και την ννοια του μτρου. σως να νμισε τι με αυτ θα ξρκιζε τις πιο αγωνιδεις προαισθσεις του, εξημερνοντς τες στην αγκαλι της οικεας του ρωσικς φσης, με μια κλασσικ μυθιστορηματικ δομ τπου Ποσκιν -πως την εχε επεξεργαστε για να συνδσει τον νο ρεαλισμ με την αρμονικ σλληψ του για τη τχνη. Τα πθη που το βιβλο του αποδσμευσε στους συγχρνους του γκρμισαν τις εθραυστες μυνς του· γι' αυτ το λγο κι οδηγθηκε σε μεγλη απγνωση. Σ' εμς πλι, λη η ομορ­φι που εκπμπει το βιβλο, βρσκεται στην ανησυχητικ δυσαρμονα του πλαισου και του μηνματος, στην νταση που επιβλλει αυτ το εκρηκτικ φορτο που οι αλυσιδωτς αναφλξεις θα αντηχσουνε σ' λο τον κσμο.
     Πτρα του σκανδλου στθηκε ο Μπαζροφ, κεντρικς χαρακτρας του βιβλου και μετπειτα δεσπζουσα, εμβληματικ μορφ ολκληρης της ρσικης λογοτεχνας. Υπρμαχος των θετικν επιστημν, θιαστης του κρατου εμπειρισμο και του ωφελιμισμο, ο Μπαζροφ, φοιτητς της ιατρικς, σκανδαλζει τον περγυρ του και χαρακτηρζεται νιχιλιστς. Απορρπτει με πθος παρωχημνες αξες κι ιδανικ, δεν πιστεει τποτα και διακηρσσει απερφραστα τις αρχς του. Διεκδικε μιαν ελευθερα νευ ρων και δε διστζει να προπαγανδσει τη σγκρουση και τη καταστροφ. Μοναχικς, δυσπροσρμοστος, αλαζονικς, μετακινεται συνεχς απ τπο σε τπο σε μια διαρκ προσπθεια να ξορκσει την ανα του. Η υποτιθμενη ανωτερτητα των ιδεν του κνει ενοτε το φρσιμ του επηρμνο και περιφρονητικ απναντι σ' σους τον αμφισβητον. Οι βεβαιτητς του εναι ακλνητες και τις υπερασπζεται σθεναρ κι ανυποχρητα. Απεχθνεται την υπερβολ του συναισθματος και την αμετροπεια του λυρισμο, απορρπτει κθε μορφς ιδεαλισμ κι εναι φανατικ υπρμαχος ενς αδιαπραγμτευτου, ακραου υλισμο. Συγχρνως ευαγγελζεται μιαν λλη κοινωνα, απαλλαγμνη χι μνο απ την αριστοκρατα αλλ κι απ κενους τους καταπιεσμνους που δεν διαθτουν ισχυρ ταξικ συνεδηση, ικαν να τους οδηγσει στην αποτναξη του ζυγο. Σα γνσιος μηδενιστς, μιλ με ωμτητα γνεται κυνικ ψυχρς κι ερων αλλ δεν παει να διαθτει και κποιες απροσδκητες σπθες απροσποητης ζεστασις και χιομορ, που τον καθιστονε κατ καιρος συμπαθ κι ανθρπινο.
     Εκτς μως απ τον Μπαζροφ που εναι ο αδιαμφισβτητος πρωταγωνιστς, υπρχει κι νας ακμη εκπρσωπος της νας γενις των γιων. Πρκειται για το νεαρ Αρκντι, που ξεκιν σα φλος, ομοδετης και συνοδοιπρος του που στο πρσωπ του βλπει να μντορα, αλλ στο τλος διαφοροποιεται και συνειδητ απομακρνεται απ το μηδενιστικ ραμα. Ο Αρκντι διαθτει αθωτητα και καλωσνη, διαπνεται απ θετικ συναισθματα και δυσκολεεται να αναγνωρσει αντιπλους ανταγωνιστς πνω στα πρσωπα των λλων. Δεν μπορε, λοιπν, να ακολουθσει το μισαλλδοξο και μηδενιστικ πργραμμα του Μπαζροφ εξαιτας της εγγενος φιλτητας, που τον χαρακτηρζει. λλωστε μολοντι νιθει βολα κι αμχανα κατ καιρος στη συναναστροφ με το γονι του, δεν παει ν αγαπ με ζση τον πατρα του και του εναι εντελς αδνατο να τονε θεωρσει νοχο κι υπλογο, μνο και μνο επειδ ανκει σε λλη γενι.


(Η σνταξη του λογοτεχνικο περιοδικο Sovremennik : Ivan Gontcharov, Ivan Tourgeniev, Léon Tolstoy, Dmitry Vassilievich Grigorovich, Alexandre Vassilievich Drujinin. ταν ο Tolstoy ταν ακμη αξιωματικς του Τσρου (φωτο με στολ), ο Ιβν τον εχε δεχτε και τον εχε συμβουλψει να παραιτηθε απ το στρατ και ν' αφοσιωθε στο γρψιμο. Κι οι 2 με τα γραπτ τους κατaγγελανε τη δουλοπαροικα, παρνοντας το μρος των απλν χωρικν. Το 1860 που 'γραφε τη Πρτη Αγπη, μοιρσε τη γη του με τους μουζκους που ανκαν στα κτηματ του, εν ο Tolstoy, στη διαθκη του, φησε λη του τη περιουσα στο "δοκιμαζμενο λα".)

     
Αλλ οι δυο νοι διαφρουνε και σ' ,τι χει να κνει με την αγπη. Ο Μπαζροφ συναντ την ρνηση, ταν εξομολογεται τον ρωτ του στη γοητευτικ Οντιτσβα, που τη νιθει πνευματικ συγγεν καθς εναι κι αυτ υπρμαχος ενς παρμοιου υλισμο με το δικ του. Αντθετα, ο Αρκντι βρσκει θερμ ανταπκριση στην αθα Κτια, που μοιρζεται μαζ του τον διο ενθουσιασμ κι εναι τοιμη να τον ακολουθσει. Ο ψυχρς Μπαζροφ προσχωρε στον ρωτα παθιασμνος αλλ αντοιμος και συντρβεται απ το βρος μιας αναπντεχης απρριψης. Μετ απ' αυτ, η ζω του ακολουθε μια θλιβερ και φθνουσα πορεα, που καταλγει στην αρρστια και το θνατο. Εντελς ανακλουθος με τις θεωρες του, πφτει στη παγδα εκενων ακριβς των συναισθημτων, που νμιζε πως δεν τον αγγζανε και δεν τον αφοροσαν. Η ερωτικ του παραφορ αλλ κι η ζση που δεχνει για την υπερσπιση των ανατρεπτικν πολιτικν του θσεων δεν μπορον παρ να τοποθετσουν αυτν το δηλωμνο υλιστ και πολμιο κθε ιδεαλισμο, στο πνθεον των ρομαντικν ηρων, πργμα που ο διος θα απεχονταν με σφοδρτητα.
     σο για τους πατρες, αυτο διαγρφονται με συμπαθητικ χρματα κι εναι γενικ καλβολοι και καλοπροαρετοι. Ο πατρας του Αρκντι, αν κι αριστοκρτης, προσπαθε με τον τρπο του να προγει τις μεταρρυθμσεις σε φελος των πρην δουλοπροικων που εργζονται στα κτματ του κι εμφορεται απ φιλοδυτικς ιδες προδου κι εκδημοκρατισμο, μολοντι ανκει στην ρχουσα τξη. Εναι επσης ανθρωπιστς και διαπνεται απ ν αυστηρ περ δικαου ασθημα, που δεν του επιτρπει ν' ανχεται την αδικα, ιδως τη προερχμενη απ τη τξη του. χει μεταδσει στον Αρκντι τη δικ του αγπη για τη φση και τη τχνη κι χει καταφρει να εμπνεσει στο γιο του πστη κι αφοσωση στο ανθρωπιστικ ραμα, που ο διος πρεσβεει.
     Ο πατρας του Μπαζροφ μοιζει να ενσαρκνει το μεγαλεο της περφημης σλβικης ψυχς κι εναι αρχετυπικς Ρσος, που βρσκει το νημα της ζως στην ορθοδοξα και τη πατρδα. Γινος, ανεπιτδευτος, εγκρδιος και μεγαλθυμος λειτουργε σε αρμονα με τη φση και διαπνεται απ πρωτογεν ανεπεξργαστη καλοσνη, που πλημμυρζει και νοηματοδοτε ολκληρη την παρξ του. Ο μικρς ανχεται μετ πολλν βασνων την απελπισμνη αγπη και τα διαχυτικ φερσματα των δικν του εν ο διος εμφανζεται σχεδν ψυχρς απναντ τους. Πντως, απ την κβαση του μυθιστορματος καταλαβανουμε πως ο Τουργκνιεφ προκρνει τη συνεννηση και τη μετριοπθεια μεταξ των γενεν θεωρντας μταιη τη σγκρουση. Οι γιοι θα γνουνε κι αυτο με τη σειρ τους πατρες, τα ιδανικ που αξζει να ζσουνε θα σωθονε και με αγπη θα μεταλαμπαδευτονε στους επμενους, η σκυταλοδρομα θα συνεχιστε επ' πειρον.
     Οι φιλοδυτικο-φιλελεθεροι, ταυτισμνοι με το φος και το θος των πατρων, εδανε πνω στον Μπαζροφ λα τα κραυγαλα ελαττματα των ορκισμνων ριζοσπαστν-επαναστατν αλλ και δυσφρησαν με το ανλαφρο, ενοτε κωμικ-σαρκαστικ φος του συγγραφα απναντι σε δικς τους συμπεριφορς και νοοτροπες. Οι ριζοσπστες που λγο-πολ ταυτστηκαν με τον Μπαζροφ κι αναγνρισαν πνω του τον εαυτ τους νιωσαν προσβεβλημνοι απ τον αμφιλεγμενο τρπο που σκιαγραφθηκε η προσωπικτητα του κεντρικο (αντι;)ρωα. Οι νοι, οι γιοι, αγανκτησαν με τον μονοκμματο, τραχ Μπαζροφ, που κλθηκε να τους αντιπροσωπεσει δνοντας φων στη γενι τους. Παρομοως, οι σλαβφιλοι δυσαρεστθηκαν θεωρντας τον Μπαζροφ τυπα ταγμνο στο δικ τους στρατπεδο. Ο Τουργκνιεφ βρθηκε στη δνη ενς φοβερο κυκλνα δεχμενος διασταυρομενα πυρ απ παλιος και νους, συντηρητικος και προοδευτικος, ευρωπαστς και μη. Μετ απ' αυτ, αποφσισε να εγκαταλεψει τη Ρωσα. Παραδξως, μνον ο Ντοστογιφσκι μλησε θετικ υποστηρζοντας τον Τουργκνιεφ, παρ την ιδεολογικ αντθεση και την πγια σλαβοφιλα του. τσι, το βιβλο πρασε στην ιστορα κι αποτελε μχρι σμερα αξεπραστο σημεο αναφορς κι ασγκριτο λογοτεχνικ ργο υψηλς αισθητικς.

      *  Μετ την αποτυχα του να καταλβει μια θση καθηγητ στο πανεπιστμιο της Αγας Πετροπολης και παραιτομενος απ τις κυβερνητικς υποχρεσεις του ρχισε να δημοσιεει σντομα ργα πρζας. ταν μελτες με θμα τον βουλο κι αδναμο διανοομενο χωρς θληση, τυπικς της δικς του γενις. Η πλον δισημη ταν η νουβλα του Το Ημερολγιο Ενς Περιττο Ανθρπου (1850), που προσδιδε το επθετο περιττς σε τσο πολλος παρμοιους με τον ρω του ανθρπους με α­δναμη θληση, πνευματικος πρωταγωνιστς στα ργα του και στη ρωσικ λογοτεχνα γενικτερα. Ταυτχρονα δοκμασε να γρψει και κποια θεα­τρικ ργα πως το νας Φτωχς Κριος (1848) μιμομενος προφανς το φος του παλαιτερου του Νικο­λι Γκγκολ (1809-1852). να απ αυτ, το Γεροντοπαλλκαρο (1849), εναι το μνο που ανβηκε στη σκη­ν ενσω ο συγγραφας ακμα ζοσε, εν τα υπλοι­ πα απορρφθηκαν απ τη τσαρικ λογοκρισα. Το ­νας Μνας Στην Εξοχ γραμμνο το 1855 ανβηκε για πρτη φορ το 1872. Η αναγνρισ του απ τους κρι­τικος και τους θεατς, ως μεγλου θεατρικο συγ­γραφα, ρθε μετ την επιτυχα των θεατρικν ργων του Τσχωφ στο θατρο Τχνης της Μσχας και με την ενεργ ανμειξη του Κ. Στανισλφσκι το 1909.

λλα ργα:

     Εδ θα βρετε μια κριτικ του φλου Μπμπη Δερμιτζκη για βιβλο και ταινα, του Τουργκνιεφ με ττλο: σια

    Εδ θα βρετε μια κριτικ του διου για Πρτη Αγπη και Αντσρ:

    Εδ του διου για το Ημερολγιο Ενς Περιττο Ανθρπου:

Η Ερρικα Μπγιου διαβζει 4 ποιματα του Ιβν Τουργκνιεφ σε μετφ. στα ελληνικ της Ευγενας Κριτσφσκαγια

Μυθιστορματα
1857 - Μια φωλι ευγενν (Дворянское Гнездо)
1860 - Τη παραμον (Накануне)
1862 - Πατρες και γιο (Отцы и Дети)
1867 - Ο καπνς (Дым)
1877 - Χερστοπος (Новь)

Διηγματα - Νουβλες
1850 - «Το ημερολγιο ενς περιττο ανθρπου» (Дневник Лишнего Человека)
1852 - «Αφηγσεις ενς κυνηγο» (Записки Охотника)
1854 - «Μουμο» (Муму)
1855 - «Το ραντεβο κι ο Ικωβος Πσιγκοφ» (Яков Пасынков)
1856 - «Φουστ: ιστορα σε εννα επιστολς» (Фауст)
1858 - «σια» (Aся)
1860 - «Πρτη αγπη» (Первая любовь)
1870 - «Ο βασιλις Ληρ της στππας» (Степной король Лир)
1872 - «Ανοιξιτικοι χεμαρροι» (Вешние Воды)
1881 - «Το τραγοδι του ρωτα θριαμβευτ» (Песнь Торжествующей Любви)
1882 - «Κλρα Μλιτς» (Клара Милич)

Θεατρικ ργα
1843 - «Αφηρημδα» (Неосторожность)
1851 - «Η επαρχιτισσα» (Провинциалка)
1847 - «που εναι αραχνοφασμνο, εκε σχζεται» (Где тонко, там и рвется)
1849/1856 - (Завтрак у предводителя)
1850/1851 - «Συνομιλα στον μεγλο δρμο» (Разговор на большой дороге)
1846/1852 - «Ο απνταρος» (Безденежье)
1857/1862 - «Οικογενειακ βρος» (Нахлебник)
1872 - «νας μνας στην εξοχ» (Месяц в деревне)
1882 - «να απγευμα στο Σορρντο» (Вечер в Сорренто)

Ελληνικς μεταφρσεις
Ροντιν : Ζ.Νσιουτζικ (ΠΛΕΘΡΟΝ)
Μια φωλι ευγενν : Μ.Δημητρου (ΑΝΟΙΧΤΗ ΓΩΝΙΑ)
Τις παραμονς : Ζ.Νσιουτζικ (ΦΙΛΙΠΠΟΤΗΣ)
Πατρες και παιδι : Α.Σαραντπουλος (Σ.Ι.ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ)
Καπνς : ρης Αλεξνδρου (ΓΡΑΜΜΑΤΑ)
Σημεισεις ενς κυνηγο : Α.Σαραντπουλος (Σ.Ι.ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ)
Πρτη αγπη : Γιννης Μαγκλς (Σ.Ι.ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ)
Ανοιξιτικες μπρες : Γ.Καραβασλης (ΓΡΑΜΜΑΤΑ)
νας μνας στην εξοχ : Αλξης Σολομς (ΔΩΔΩΝΗ)
σια (η γλυκι ννα) : Λεωνδας Καρατζς (ΕΡΑΤΩ)


                                                 Η κηδεα του

      Την επομνη του θαντου του, ο Γλλος συγγραφας και φλος του Γκυ Ντε Μωπασσν, γραψε νεκρολογα γι' αυτν που δημοσιετηκε στην εφημερδα Le Gaulois στις 5 Σεπτμβρη 1883, που παρατθεται παρακτω:

    Ο μεγλος Ρσος μυθιστοριογρφος, Ιβν Τουργκνιεφ, που διακρυττε τη Γαλλα ως πατρδα του, μλις απεβωσε μετ απ να μνα τρομακτικς αγωνας. ταν νας απ τους πιο αξιοσημεωτους συγγραφες του αινα μας και ταυτχρονα νας νθρωπος απ' τους πιο ντιμους, ειλικρινες, ευθες κι αφοσιωμνους που θα μποροσαμε ποτ να γνωρσουμε. Η μετριοφροσνη του γγιζε τα ρια της ταπειντητας. Δεν θελε καθλου να μιλνε γι' αυτν στις εφημερδες και δεν ταν λγες οι φορς που εγκωμιαστικ ρθρα για το πρσωπ του τον πλγωναν τσο πολ σα να επρκειτο για προσβολς. Κι αυτ, γιατ δεν αποδεχτανε, πρα απ τη δημοσευση του λογοτεχνικο ργου του, τη κυκλοφορα οποιουδποτε κειμνου σχετικ με τη προσωπικ του ζω. Μχρι κι η κριτικ των ργων τχνης του μοιαζε ως απλυτη αμετροπεια. ταν πλι κποιος δημοσιογρφος τχαινε σε ρθρο σχετικ με κποιο απ' τα βιβλα του ν' αναφρει κι ορισμνεςπληροφορες για τον διο και τη ζω του, ο Ιβν φανρωνε χι μνο την ενχλησ του αλλ και τη ντροπ που νιωθε ως συγγραφας κι νθρωπος στου οποου το λεξιλγιο η μετριοφροσνη τανε συννυμη της σεμντητας.
     Σμερα, με αφορμ το θνατ του, θα 'θελα να πομε λγα περισστερα πργματα για το ποιος ταν αυτς ο σημαντικς νθρωπος. Η πρτη φορ, λοιπν, που αντκρυσα τον Ιβν Τουργκνιεφ τανε στο σπτι του Γκυστβ Φλωμπρ. Η πρτα νοιξε. νας γγαντας εμφανστηκε, νας ασημοκφαλος γγαντας, πως λμε στα παραμθια. Εχε μακρι λευκ μαλλι, παχι λευκ φρδια, τερστια λευκ γενειδα και μσα σ’λην αυτ την ασημνια αστραφτερ λευκτητα που ακτινοβολοσε, βλεπες το πρσωπ του. να πρσωπο καλοσυντο κι ρεμο με ελαφρς ντονα χαρακτηριστικ. να πρσωπο σα παρακλδι ενς ποταμο, που ξεχειλζουνε τα κματ του ακμη καλλτερα, να πρσωπο σαν αυτ του Αινιου Πατρα. ταν νας ντρας πολ ψηλς, μεγαλσωμος, γεμτος αλλ χι χοντρς. Οι κινσεις αυτο του κολοσσο μως ταν σαν τις κινσεις ενς μικρο παιδιο, ντροπαλς και συγκρατημνες. Η φων του τανε γλυκι, σχεδνμαλακ, λες κι η παχι του γλσσα στριφογριζε μες στο στμα του με δυσκολα. Ορισμνες φορς δσταζε στο λγο του καθς ψαχνε μια συγκεκριμνη λξη στα γαλλικ για να εκφρσει αυτ που σκεφτταν. Τη λξη την βρισκε πντα με εκπληκτικ σαφνεια κι αυτ η ελαφρι διστακτικτητα δινε στο λγο του ιδιατερη γοητεα.
     ξερε ν' αφηγεται μ' να τρπο μαγευτικ, προσδδοντας στο παραμικρ που 'λεγε καλλιτεχνικ σπουδαιτητα και διασκεδαστικ χροι. Τον αγαποσαμε χι μνο για το υψηλ του πνεμα αλλ και για τη καλοσυντη και πντα κπληκτη αφλει του. Διτι αυτς ο συγγραφας, ο ιδιοφυς μυθιστοριογρφος που 'χε ταξιδψει σ' λο τον κσμο, εχε γνωρσει λους τους σημαντικος ανθρπους της εποχς του, εχε διαβσει ,τι μπορε να φανταστε κανες κι ξερε να μιλ λες τις ευρωπακς γλσσες πρ' απ' τα ρωσικ, ταν απροσδκητα αφελς. μενε κπληκτος και σαστισμνος μπρος σε πργματα που μοιζαν απλ για τα σχολιαρπαιδα του Παρισιο. Ανφερα δη πως η αισθητ πραγματικτητα τον πλγωνε. Το πνεμα του δεν εκλπησστανε καθλου απ' το οποιοδποτε γραπτ κεμενο αλλ' αντθετα διεγειρταν απ το παραμικρ που βωνε σαν εμπειρα. ταν απλς, καλοσυντος κι υπρμετρα ευθς, πρθυμος σο κανες, αφοσιωμνος σο ελχιστοι παραμνουνε και πιστς στους ζωντανος αλλ και νεκρος φλους του.
     Οι λογοτεχνικς του απψεις τανε τερστιας αξας και το φσμα που αυτς εκτενονταν πραγματικ ουσιδες. Ο διος δεν κρινε ποτ το οτιδποτε με στεν περιορισμνη ματι εφσον δεν πστευε στις γενικτητες. Μ' αυτ το πνεμα κατφερε να καθιερσει να συγκριτολογικ στοχασμ μεταξ των ργων παγκσμιας λογοτεχνας, που ταν εκ βαθων γνστης. Εν ολγοις, κατρθωσε να διευρνει το πεδο των παρατηρσεων του δημιουργντας για παρδειγμα, αντιστοιχες ανμεσα σε δυο βιβλα που γρφτηκαν σε διαφορετικ γλσσα στις δο κρες του πλαντη. Παρ τη προχωρημνη του ηλικα και το επερχμενο τλος της συγγραφικς του καριρας, οι ιδες του πνω στα γρμματα ταν ιδιατερα προχωρημνες και μοντρνες. Απρριπτε τις παλις συγγραφικς φρμες που χρησιμοποιοσαν διφορα τεχνσματα κι επιδξιους συνδυασμος με δραματικ τνο, σημεινοντας τι αξζει να μιλμε για τη ζω μνον ταν μιλμε για τη ζω, για τις βιωμνες δηλαδ εμπειρες ως χουνε, χωρς μηχανορραφες και φανφαρνικες περιπτειες.
     Το μυθιστρημα, κατ τη γνμη του, αποτελε τη πιο σγχρονη λογοτεχνικ φρμα που μλις τρα εναι που ξεφορτνετα ιτα τεχνσματα της παραμυθας που εξ αρχς εχεν υιοθετσει. Μχρι και σμερα το μυθιστρημα μας αποπλανοσε με συναισθηματικ θλγητρα κι αφελες φαντασισεις. Ωστσο, στις μρες μας που η αισθητικ εξευγενζεται, πρπει ν' απορρψουμε λ' αυτ τα καττερα μσα, ν' απλοποισουμε και ν' ανυψσουμε αυτ τη τχνη που 'ναι η τχνη της ζως, που οφελει να 'ναι η ιστρηση της ζως. Τις φορς που του αναφραμε τις αυξημνες πωλσεις βιβλων που ανκουνε στο λεγμενο παραπλανητικ εδος, απαντοσε: "Οι νθρωποι με κοιν πνεμα εναι πολλο περισστεροι απ' αυτος που 'ναι προικισμνοι μ' ναν εκλεπτυσμνο νου. λα εξαρτνται απ' τη νοητικ κλση του ανθρπου που απευθυνμαστε. Εναι συχν φαινμενο να βιβλο που αρσει στο πλθος να μην αρσει καθλου σε μας. Κι ακμη κι αν μας αρσει, να 'στε σγουροι πως θα 'ναι για τελεως λλους λγους, εκ διαμτρου αντθετους".
     Το ισχυρ χρισμα της παρατηρητικτητας που διθετε τονε βοθησε ν' αντιληφθε το φυτεμνο σπρο που θα οδηγοσε στη Ρωσικ Ο Επανσταση, πολ πριν αυτ λβει ευρεα δημοσιτητα. Στο περφημο βιβλο του Πατρες Και Γιοι (1862) αποτπωσε την αναδυμενη αυτ ψυχικ κατσταση των Ρσων. Σα φυσιοδφης που βαφτζει επ τπου να γνωστο ζο που μλις ανακλυψε, εχε δη αποκαλσει νιχιλιστς τις μισαλλδοξες θρησκευτικς ομδες των οποων την παρξη ξεχρισε μσα στο αναστατωμνο λακ πλθος. Γρω απ' αυτ το μυθιστρημα ξσπασε μεγλος θρυβος. Ορισμνοι αστειολογοσαν εν λλους τους εξργισε. Κανες πντως δεν θελε να πιστψει ,τι προμνυε ο συγγραφας. Η λξη νιχιλιστς παρμεινε, ωστσο, σαν ρος που χαρακτριζε την εκκολαπτμενη σκτα των φανατισμνων, της οποας την παρξη ουδες μποροσε να αρνηθε λγο καιρ αργτερα. Απ ττε ο Τουργκνιεφ ρχισε να εμβαθνει ακμη πιτερο, μ' αυτ το ανιδιοτελς πθος που χαρακτηρζει πολλος καλλιτχνες, στην ρευνα της εξλιξης του επαναστατικο δγματος που 'χε καιρ τρα προαισθανθε, αναγνωρσει κι αποκαλψει.
     Ο διος δεν ανκε σε καννα πολιτικ κμμα και συχν πεφτε θμα επιθσεων τσο απ' τους μεν σο κι απ' τους δε. Παρ' λ' αυτ, αρκστηκε στο να παρατηρε και να γρφει σπου δημοσευσε διαδοχικ τα μυθιστορματα Καπνς (1867) και Χερστοπος (1877), ργα που μαρτυρον με το πιο αποκαλυπτικ τρπο τα στδια εξλιξης των νιχιλιστν, τις δυνμεις και τις αδυναμες αυτν των ταραγμνων νοητικ ανθρπων, τις αιτες των αποτυχιν τους καθς κι αυτς της ανπτυξς τους. Η φιλελεθερη νεολαα τονε λτρευε και κθε φορ που επστρεφε στη Ρωσα τον υποδχονταν σε κλμα θερμν επευφημιν. χαιρε θαυμασμο απ' λους εν η εξουσα τονε φοβτανε και καχποπτα τον αντιμετωπζανε τα διφορα εξτρεμιστικ κμματα. Ωστσο, δεν επστρεφε μετ χαρς στη χρα του, παρ' λο που την αγαποσε σφοδρ, εξαιτας των αναμνσεων που 'χε απ' τις μρες που πρασε στη φυλακ μετ τη δημοσευση της συλλογς διηγημτων Αφηγσεις ενς κυνηγο (1852).
     Εναι αδνατον να κνουμε εδ και τρα ανλυση του ργου αυτο του μεγλου λογοτχνη, που θα παραμενει ως μα εκ των θαυμασττερων ιδιοφυν της ρωσικς λογοτεχνας. Θα 'ναι πντα -στο πλι του φλου του και ποιητ Ποσκιν, που εκτιμοσε βαθι, του ποιητ Λρμοντοφ και του μυθιστοριογρφου και θεατρικο συγγραφα Γκγκολ- νας απ' αυτος που η Ρωσα οφελει τη μεγλη κι αινια αναγνρισ της. Ο Τουργκνιεφ δωσε σ' αυτ το λα κτι το αθνατο κι ανεκτμητο: μια καθαυτ τχνη, ργα αξχαστα, μα αγλη τσο πολτιμη κι φθαρτη σο καμα λλη εφμερη δξα! Οι νθρωποι σαν αυτν κνουνε πολ περισστερα για τη πατρδα τους απ' ,τι λλοι, πως για παρδειγμα ο πργκιπας του Μπσμαρκ: αγαπιονται απ τα υψηλ πνεματα λου του κσμου, λων των χωρν της γης.
     Στη Γαλλα ταν φλος του Γκυστβ Φλωμπρ, του Εντμν ντε Γκονκορ, του Βικτρ Ουγκ, του Εμλ Ζολ, του Αλφνς Ντοντ κι λων των λοιπν αναγνωρισμνων καλλιτεχνν. Αγαποσε πολ τη μουσικ και τη ζωγραφικ. Στη διρκεια λης του της ζως βρισκτανε σε συνεχ αναζτηση ντελικτων κι εξεζητημνων απολασεων και ζοσε πντα στους κλπους της τχνης, στο δονομενο πυρνα των λεπτεπλεπτων εντυπσεων και των ακαθριστων αισθημτων που αυτ προσφρει. Καμμα ψυχ δεν υπρξε τσον ανοιχτ, τσο εκλεπτυσμνη και διεισδυτικ, καννα ταλντο πιο μαγευτικ, καμμα καρδι πιο πιστ και πιο γενναιδωρη.
________________________
 Ο Σημ. δικ μου και με λο το σεβασμ: Το κεμενο γρφτηκε και δημοσιετηκε απ τον Μωπασσν (;) στην εφημερδα Le Gaulois, στις 5 Σεπτμβρη του 1883, κι η Ρσικη Επανσταση γινε 17 Οκτβρη 1917, ρα ερωτ εγ ο μαλκας τρα, πως διλο ξερε ο Μωπασσν η Le Gaulois, πως θα γινταν η Ρωσικ Επανσταση, τσα χρνια πσω; ρα εναι πλαστ δημοσευση και δεν εναι του Μωπασσν, κποιος πανξυπνος θελε να προσθσει λγη σλτσα, με αφορμ το μεγλο αυτ μυθιστρημα "Πατρες Και Γιο" και νμισε πως η μεταχρνολγηση θα περσει απαρατρητη. Πργμα που το θεωρ πιθαντερο.
__________________


                                   Η τελευταα αγπη του Σαβνα

ΡΗΤ:

Πιτερο ανυπφορος κι απ' αυτν που χει πντα δικο, εναι κενος που νομζει πως χει πντα δκιο.

Θεωρ πως εναι υπροχο ταν κποιος κρυφ προσεχεται για σνα και δεν ξρω λλη πιο βαθι και καθαρ αγπη.

Αυτ που 'χει σημασα εναι τι δο επ δο μας κνει τσσερα κι λα τ' λλα εναι ανοησες.


========================

                                          Το Σπουργτι
                 (Воробей)

     Eπστρεφα ἀπὸ τὸ κυ­ν­γι βα­δ­ζον­τας στὴν ἀ­λ­α τοῦ κ­που. Ὁ σκ­λος ἔ­τρε­χε μπρος μου. Ξφ­νου, ἔ­κο­ψε τὸ βη­μα­τι­σμ του καὶ προ­σπ­θη­σε νὰ πε­ρ­σει ἀ­πα­ρα­τ­ρη­τος, σὰν νὰ ὀ­σφραι­ν­ταν μπρο­ς του κ­ποι­ο θ­ρα­μα. Κο­τα­ξα κα­τὰ μῆ­κος τῆς ἀ­λ­ας κι εἶ­δα ἕ­να νε­α­ρὸ σπουρ­γ­τι μ’ ἕ­να κτρινο γ­ρω ἀ­πὸ τὸ ρμ­φος καὶ χνο­δι στὸ κε­φ­λι του. Εἶ­χε π­σει ἀ­π’ τὴ φω­λι του (ὁ ἀ­­ρας κλυ­δ­νι­ζε δυ­να­τὰ τὶς ση­μ­δες στὴν ἀ­λ­α) καὶ κα­θ­ταν ἀκνητο, τεν­τ­νον­τας ἀ­βο­­θη­τα τὰ νε­ο­γν­νη­τα φτε­ρ του. Ὁ σκ­λος μου τὸ πλη­σ­α­σε ἀρ­γ, ὅ­ταν ξαφ­νι­κ, ὁρ­μν­τας ἀ­πὸ ἕ­να κον­τι­νὸ δν­τρο, ἕ­να ἡλι­κι­ω­μ­νο, μαυ­ρ­στη­θο σπουρ­γ­τι ἔ­πε­σε σὰν π­τρα μπρο­στὰ ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὴ μου­σο­δα του -κι ἀ­να­μαλ­λι­α­σμ­νο, πα­ρα­μορ­φω­μ­νο, μὲ μιὰ ἀπελπισμ­νη κι ἀ­ξι­ο­λ­πη­τη κραυ­γ, ἀ­να­π­δη­σε δ­ο πε­ρ­που φο­ρὲς μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ δν­τια τοῦ ἀ­νοι­χτοῦ στ­μα­τος τοῦ σκ­λου. Ὅρ­μη­σε νὰ τὸ σσει, κλυ­ψε μὲ τὸ σῶ­μα του τὸ γν­νη­μ του…
     Ὅ­μως ὅ­λο το μι­κρ του σῶ­μα ἔ­τρε­με ἀ­πὸ τὴ φρ­κη, ἡ φω­νο­λα του εἶ­χε γ­νει τρα­χιὰ καὶ βρα­χνι­α­σμ­νη, ἔ­σβη­νε ἀ­πὸ τὸν φ­βο, θυ­σ­α­ζε τὸν ἑ­αυ­τ του! Π­σο τε­ρ­στιος θὰ τοῦ φαι­ν­ταν ὁ σκ­λος, σὰν τ­ρας! Κι ὅ­μως, δὲν ἀρ­κ­στη­κε στὸ ψη­λ, ἀ­σφα­λὲς κλα­δ του… Μιὰ δ­να­μη, ἰ­σχυ­ρ­τε­ρη ἀ­πὸ τὴ θ­λη­σ του, τὸ ἔ­σπρω­ξε ἀ­πὸ κεῖ. Ὁ Τρε­ζρ μου στα­μ­τη­σε, ὀ­πι­σθο­χ­ρη­σε. Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ πὼς ἀ­να­γν­ρι­σε αὐ­τὴ τὴ δ­να­μη. Ἔ­σπευ­σα νὰ τρα­β­ξω στὴν ἄ­κρη τὸν σα­στι­σμ­νο σκ­λο κι ἀ­πο­μα­κρν­θη­κα γε­μ­τος σε­βα­σμ. Να, μὴ γε­λᾶ­τε. Ἔ­νι­ω­σα σε­βα­σμὸ γι’ αὐ­τὸ τὸ μι­κρ, ἡ­ρω­­κὸ που­λ, γιὰ τὸ ξ­σπα­σμα τῆς ἀ­γ­πης του. Ἡ ἀ­γ­πη, σκ­φτη­κα, εἶ­ναι ἰ­σχυ­ρ­τε­ρη ἀ­πὸ τὸν θ­να­το ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὸν φ­βο τοῦ θα­ν­του. Μ­νο μ’ αὐ­τν, μ­νο μὲ τὴν ἀ­γ­πη ἀν­τ­χει κα­νεὶς στὴ ζω­ὴ καὶ προ­χω­ρᾶ.

                                                                                     Ἀ­πρ­λης 1878

-------------------------------

             Το Ημερολγιο Ενος Περιττο Ανθρπου

Στο χωριουδκι Προβατοπηγ.
20 Μαρτου 18...
     Ο γιατρς μλις φυγε. Τελικ, παρ' λη την πονηρδα του, κατφερα να βρω την κρη! Τον ανγκασα επιτλους να μιλσει ανοιχτ. Ναι, θα πεθνω και μλιστα πολ γργορα. Τα ποτμια ξεπαγνουν και με το τελευταο χινι σως φγω κι εγ κολυμπντας... Για πο; νας Θες ξρει! Μπορε και για τη θλασσα. Εντξει, λοιπν! Αν εναι να πεθνω, ας πεθνω την νοιξη. Αστεο μως δεν εναι ν' αρχζω το ημερολγι μου δυο βδομδες πριν πεθνω; Αλλ πο εναι το κακ; Γιατ πσο λιγτερες εναι δεκατσσερις μρες απ δεκατσσερα χρνια απ δεκατσσερις αινες; Μπροστ στην αιωνιτητα, λνε, λα εναι να τποτα - μλιστα. Αλλ σε αυτ την περπτωση κι η δια η αιωνιτητα εναι να τποτα. Μoυ φανεται μως τι μπανω σε μεταφυσικος στοχασμος κι αυτ εναι κακ σημδι. Μπως δειλιζω; Καλλτερα ν' αρχσω να μιλω για κτι. ξω χει υγρασα, φυσει αρας και αυτ για μνα εναι απαγορευτικ. Για ποιο θμα να μιλσω; νας ντιμος νθρωπος δεν μιλει για τις αρρστιες του. Να γρψω μια νουβλα -χι, δεν εναι δικ μου δουλει, δεν χω τη δναμη να κνω συλλογισμος για ζητματα υψηλο επιπδου και οι περιγραφς του δικο μου περιβλλοντος οτε καν με απασχολον, αλλ αν δεν κνω τποτα πλττω και παραεμαι τεμπλης για να διαβσω. Ε, λοιπν, θα διηγηθ στον εαυτ μου λη μου τη ζω. Υπροχη ιδα! Μπροστ στον θνατο θα εναι και κσμιο και δεν θα προσβλλει κανναν. Αρχζω λοιπν.
     Γεννθηκα πριν απ τριντα χρνια σε μια αρκετ πλοσια οικογνεια γαιοκτημνων. Ο πατρας μου ταν νας μανιδης χαρτοπακτης κι η μητρα μου μια κυρα με χαρακτρα... πολ ενρετη. Μνον που εγ δεν χω γνωρσει λλη γυνακα που το ηθικ της ψος να χει συντελσει στη δημιουργα τσο λγης ευτυχας. Την συνθλιβε το βρος των αρετν της και τους παδευε λους, αρχζοντας πρτα-πρτα απ' τον διο τον εαυτ της. Στη διρκεια των πενντα χρνων της ζως της οτε μια φορ δεν ξεκουρστηκε, οτε μια φορ δεν σταρωσε τα χρια της. Αιωνως καταγινταν με μικροπργματα και πγαινε κι ερχταν σαν τα μυρμγκια, χωρς καννα λγο, κτι που δεν μπορομε να πομε και για τα μυρμγκια. Το αεικνητο σαρκι της την τρωγε μρα και νχτα. Μια φορ μνο την εδα τελεως ρεμη, συγκεκριμνα στ ο φρετρο την επομνη του θαντου της. Κοιτζοντς την μου φνηκε- μα την αλθεια- τι το πρσωπ της εχε μιαν κφραση συγκαλυμμνης κπληξης. Με τα μισνοιχτα χελη της, με τα πεσμνα μγουλα και με τα μειλχια ακνητα μτια της, ταν σαν να βγαζε μια πνο που λεγε: «Τι καλ που δεν σαλεω!» Ναι, ωραα, τι καλ ν' απαλλαγ κι εγ επιτλους απ την βασανιστικ ασθηση της ζως, απ' το ανσυχο και πιεστικ συνασθημα της παρξης! Αλλ δεν εναι αυτ το θμα.
     Μεγλωσα σχημα κι χαρα. Ο πατρας και η μητρα με αγαποσαν και οι δο, αλλ αυτ δεν μ' κανε να αισθνομαι πιο νετα. Ο πατρας μσα στο διο του το σπτι δεν εχε καμμα εξουσα, ως νθρωπος ασμαντος και φανερ παραδομνος σ' να επασχυντο και ολθριο ελττωμα. Εχε επγνωση της κατπτωσς του και μην χοντας τη δναμη να ξεκψει απ' το αγαπημνο του πθος, προσπαθοσε τουλχιστον με την γλυκι πντοτε και σεμν εμφνισ του, με τις ταπεινφρονες υπεκφυγς, ν' αποσπ τη συγκατβαση της υποδειγματικς γυνακας του. Η μανολα μου δεχτα ν ντως την ατυχα της με εξαρετη και μεγα­ λοπρεπ καρτερα, μια αρετ μσα στην οποα υ­ πρχε τση πολλ υπερευασθητη περηφνια. Ποτ και για καννα λγο δεν κατηγοροσε τον πατρα μου, του δινε δε χωρς μιλι τα τελευ­ τα α της χρματα και πλρωνε τα χρη του. Εκενος της πλεκε το εγκμιο και μπροστ της και κατ την απουσα της, μα το να κθεται στ ο σπτι δεν το υ ρεσε και εμνα με χιδευε στα κρυφ, σαν να φοβταν μπως με μολνει με την παρουσα του• αλλ τα παραμορφωμνα χαρα­ κτηριστικ του αππνεαν ττε τση καλοσνη, το νευρικ χαμγελο στα χελη του γινταν τσο συγκινητικ, τα κασταν μτια με τις λεπτς ρυτδες τριγρω ακτινοβολοσαν με τση αγπη, ­ στε θελ μου σφιγγα το μγουλ μου στ ο δικ του, το υγρ και ζεστ απ τα δκρυα. Σκοπιζα με το μαντλι μου τα δκρυα και αυτ πλι τρε­ χαν μνα τους, σαν το νερ που υπερχειλζει απ να γεμτ ο ποτρι. ρχιζα κι εγ να κλαω και εκενος με παρηγοροσε χαδεοντας τη ρχη μου και φιλντας με σε λο μου το πρσωπο με τρε­ μμενα χελη. Ακμα και τρα, εκοσι και πλον χρνια απ' τον θνατ του, ταν θυμμαι τον καημνο τον πατρα μου, βουβ αναφιλητ πν­ γουν τον λαιμ μου και η καρδι μου χτυπει, χτυπει με τση ζση, με τση πκρα, υποφρει απ μια τσο μελαγχολικ συμπνια, σμπως να της μενε πολς καιρς ακμα για να χτυπει και να συμπονε.
     Η μητρα μου, τουναντον, απευθυνταν σ' ε­ μνα πντοτε με το ν διο ευγενικ αλλ ψυχρ τρπο. Ττοιες μητρες, ηθικοπλαστικς και δ­ καιες, τις συναντει συχν κανες στα παιδικ βι­ βλα. Με αγαποσε, αλλ εγ δεν την αγαποσα. Μλιστα! Απφευγα την ενρετη μητρα μου και αγαποσα με πθος τον φαλο πατρα μου. Αλλ αρκετ για σμερα. Εναι αρχ ακμα. Και για το τλος, ποιο και αν εναι αυτ, δεν χω λγο να σκοτζομαι. Αυτ εναι δουλει της αρρστιας μου.
21 Μαρτου
     Ο καιρς σμερα εναι καταπληκτικς. Ζεστς, ο­ λοκθαρος. Ο λιος παιχνιδζει χαρομενα στ ο λιωμνο χινι. λα λμπουν, αχνζουν, στζουν. Τα σπουργτια ξεφωνζουν σαν τρελ κοντ στους νοτισμνους σκοτεινος φρχτες. Ο υγρς αρας ερεθζει τρομερ και γλυκ το στθος μου. Η νοιξη, ρχεται η νοιξη! Κθομαι κοντ στ ο πα­ ρθυρο και κοιτζω τον αγρ πρα απ' το ποταμ­ κι. Ω, φση, φση, πς σ' αγαπ! Μσα απ τα σπλχνα σου, μως, βγκα ανκανος ακμα και να ζω. Πρα μακρι πηδει με τ' ανοιχτ φτερ του το αρσενικ σπουργτι. Φωνζει - και κθε χος της φωνς του, κθε αναμαλλιασμνο φτερ στ ο μικρ του σωματκι ανασανει υγεα και δναμη... Και τι γνεται στερα; Τποτα. Εναι γερ και χει δικαωμα να φωνζει και ν' αναμαλλιζεται. Εγ, μως, εμαι ρρωστος και πρπει να πεθνω -αυτ εναι λο. Δεν αξζει να πω περισστερα. Οι κλαψιρικες επικλσεις στη φση εναι φοβε­ ρ αστεες. Ας γυρσουμε, μως, στ η διγηση.
     Μεγλωσα, πως χω δη πει, πολ σχημα και χαρα. Αδελφος κι αδελφς δεν εχα. Ανα­ τρφηκα στο σπτι. Γιατ πς θ' απασχολιταν η μητερολα, αν μ' βαζαν σε καννα οικοτροφεο δημσιο δρυμα; Γι' αυτ δεν εναι εξλλου τα παιδι; Για να μην πλττουν οι γονες; Τον περισ­ στερο καιρ μναμε στο χωρι και πτε πτε πη­ γαναμε στη Μσχα. πως συνηθζεται, εχα παι­ δαγωγος και δασκλους. Μου χει μενει ιδια­ τερα στ η μνμη νας ξερακιανς και κλαψιρης Γερμανς, ο Ρκμαν, να εξαιρετικ αξιολπητο και χτυπημνο απ' τη μορα πλσμα που μταια λιωνε απ μια βασανιστικ λαχτρα για την μα­ κριν πατρδα του. Μερικς φορς, μσα στην φο­ βερ πνιγηρτητα του στενο προθαλμου, εμπο­ τισμνου πρα για πρα με την ξιν μυρωδι του ζυμωμνου κβας, καθταν δπλα στη σμπα, αξριστος ο θειολης μου ο Βασλης, που κουγε στο παρατσοκλι Γκουσνια, φορντας το δικ του παμπλαιο κοζκικο ημπαλτο απ μπλε χοντρ­ πανο και παιζε χαρτι με τον αμαξ Πτοπ, ο οποος φοροσε την να, λευκ σαν τον αφρ, προ­ βατσια κπα του και τις ακαταμχητες γρασο­ μνες μπτες, εν ο Ρκμαν πσω απ το χρισμα τραγουδοσε στα γερμανικ:

Καρδολα μου, καρδολα μου γιατ 'σαι λυπημνη;
Τι εν' αυτ που σ' κανε να εσαι πικραμνη;
Σε ξνη χρα εμαστε, εδ εναι ωραα.
τι θα 'θελες καρδολα μου να χεις για παρα;

     Μετ τον θνατο του πατρα μετακομσαμε μνιμα στη Μσχα. Εγ μουν ττε δδεκα χρο­ νν. Ο πατρας μου πθανε μια νχτα απ α­ ποπληξα. Εκενη τη νχτα δεν θα την ξεχσω. Κοιμμουν βαθι πως κοιμονται συνθως λα τα παιδι, αλλ θυμμαι πως ακμα και μσα στον πνο μου αισθανμουν να βαρ και ρυθμικ αγκομαχητ. Ξαφνικ νιωσα κποιον να με πι­ νει απ την πλτη και να με σκουντει Ανογω τα μτια, μπροστ μου ο θειολης.
«Τι συμβανει;» -

«Ελτε, ελτε, ο Αλεξι Μιχαλιτς τελεινει...» Εγ τρχω σαν τρελς απ' το κρεβτι στη κρεβα­τοκμαρα... Κοιτζω - ο πατρας ξαπλωμνος με γερμνο πσω το κεφλι, κατακκκινος, υποφρει αγκομαχντας. Στις πρτες μαζεονται οι υπηρ­ τες με τα πρσωπ τους τρομαγμνα. Στον δι­ δρομο κποιος με δυνατ φων ρωτει: «Ειδο­ ποησε κανες τον γιατρ;» Βγζουν το λογο απ' τον στβλο, οι πρτες τρζουν, εν το σπερματσ­ το καει στ ο πτωμα του δωματου και η μητε­ ρολα εδ τρομερ αναστατωμνη, χωρς ωστ­ σο να χνει οτε την κοσμιτητ της οτε τη συ­ νασθηση της προσωπικς της αξιοπρπειας. Π­ φτω πνω στ ο στθος του πατρα, τον αγκαλι­ ζω, αρχζω να ψελλζω: «Πατρα, πατρα...» Εκε­ νος ακνητος στο κρεβτι μισκλεινε παρξενα τα μτια. ριξα μια ματι στ ο πρσωπ του και μια ανυπφορη φρκη μο κοψε την ανσα. Απ' την τρομρα που πρα, ρχισα να τιτιβζω σαν να πουλκι που το πινεις απτομα - με τρβηξαν και με πγαν πιο πρα. Την προηγομενη ακμα μρα, σαν να εχε μια προασθηση τι πλησιζει ο θνατος, με χιδευε θλιμμνος με τση ζεστασι. Στ ο σπτι φεραν ναν υπναλο και παχδερμο γιατρ με μια ντονη μυρωδι βτκας. Ο πατρας μου πθανε κτω απ' το νυστρι του και την λλη μρα, τελεως χαμνος απ τη λπη, στεκμουν με το κερκι στα χρια μπροστ στο τραπζι που κειτταν ο μακαρτης και κουγα μηχανικ σαν ανητος τον μπσο ψαλμ του νεωκρου, που τον δικοπτε πτε πτε η αδνατη φων του ιερα. Τα δκρυ μου κθε λγο και λιγκι τρεχαν στα μ­ γουλα, στα χελη, στον γιακ, στο προστθιο του πουκαμσου μου. Μαυρισμνος απ' το κλμα, κο­ ταζ α επμονα και προσεχτικ την ακνητη ψη του πατρα σαν κτι να περμενα απ αυτν. Η μητρα μου στο μεταξ κανε αργ αργ μετ­ νοιε ς μχρι κτω στο πτωμα, σηκωνταν πλι αργ αργ και κανε τον σταυρ της πιζοντας δυνατ τα δχτυλα στ ο μτωπο, στους μους και στην κοιλι της. Στο μυαλ μου δεν εχα οτε μα σκψη, νιωθα να βρος, αλλ αισθανμουν συγ­ χρνως τι μσα μου γνεται κτι φοβερ... Ο θ­ νατος ττ ε με κοταξε κατ πρσωπο και με πρσεξε...
     Μετακομσαμε στη Μσχα μετ τον θνατο του πατρα για ναν πολ απλ λγο: ολκληρο το κτμα μας εχε βγει στ ο σφυρ για χρη και πουλθηκε, εκτς απ να χωριουδκι, το διο εκενο στ ο οποο διγει μχρι τλους τη ζω της η μεγαλοπρεπς παρξ μου. Ομολογ τι παρ' λο που ττ ε μουν ακμα νος, λυπθηκα ωστσο για την πληση της φωλις μας. Στην πραγματι­ κτητα, μως, λυπμουν μνο για τον κπο μας. Με αυτ τον κπο με συνδουν μοναδικς, σχε­ δν φωτεινς αναμνσεις. Εκε μια συχη ανοι­ ξιτικ η βραδι θαψα το ν καλτερο φλο μου, να γηραλο σκυλ χωρς ουρ και με στρεβλ πδια, τη Τρξα. Εκε κπου κπου, κρυμμνος στο ψηλ χορτρι, τρωγα τα μλα που κλεβα, κκκινα και γλυκ μλα απ' το Νβγκοροντ. Εκε τελικ δικρινα για πρτη φορ ανμεσα στους θμνους με τα ριμα σμουρα την καμαριρα Κλαδια, η οποα παρ την πλακουτσωτ μτη τη ς κα ι τ η συνθει α ν α χαχανζε ι μσ α απ ' τ ο τσεμπρι της, μου προκαλοσε να ττοιο τρυφε­ ρ πθος, στε στην παρουσα της μλις που αν­ πνεα και κοκκλωνα χωρς να βγζω χνα. Μια φο­ ρ, ταν μια λαμπερ Κυριακ, ταν ρθε η σειρ της να ασπαστε το αρχοντικ μου χρι παρ λγο να ριχτ να φιλσω τα στραβοπατημνα παπο­ τσια της απ τραγδερμα. Θε μου! Πρασαν στ' αλθεια απ ττε εκοσι χρνια; Πρασε ραγε τ­ σος καιρς απ ττ ε που καβλα στο πυρξανθο, τριχωτ λογ μου διτρεχα κατ μκος τον παλι φρχτη του κπου μας και πατντας στους αναβο­ λες ανασηκωνμουν για να τραβξω τα δχρωμα φλλα απ τις λεκες; σο ζει ο νθρωπος, δεν νιθει την προσωπικ του ζω. Καθς περνει ο καιρς, μως, την αντιλαμβνεται σαν να ανλα­ φρο φσημα του αγρα.
     Ω κπε μου, ω δρομκια με τα χαμκλαδα κο­ ντ στη μικρ λιμνολα! Ω μικρ, αμμουδερ γω­ ντσα με το γερασμνο φργμα, εκε που πιανα τι ς πστροφες! Κι εσες ψηλς σημδες, με τα μα­ κρστενα γερμνα κλωνρια, που απ μσα τους ακογεται πτε πτε το λυπητερ τραγουδκι του χωρικο απ' τον χωματδρομο, διακοπτμενο απ τα στατα σκουντματα του κρου — στλνω σ' εσς το τελευταο μου αντο!... Εγκαταλεποντας τη ζω, σ' εσς και μνο απλνω τα χρια μου. Θα θελα για λλη μια φορ να αναπνεσω την πικρ φρεσκδα της αψιθις, τη γλυκι μυρωδι του μαυροσταρου στους αγρος της πατρδας μου. Θα θελα ν' ακοσω απ μακρι λλη μια φορ το διακριτικ χτπημα της ραγισμνης καμπνας στην εκκλησα της ενορας μας. Να ξαπλσω λλη μια φορ στη δροσερ σκι του θμνου κτω απ' τη βελανιδι, στην πλαγι του γνωστο φαραγ­ γιο. Να συνοδεσω με τα μτια τα κινητ χνη του αρα που τρχουν σαν σκοτειν ρεμα πνω στ ο χρυσαφνιο χορτρι... Αχ! Προς τι λ' αυτ; Μα σμερα δεν μπορ να συνεχσω, θα το κνω αριο.
22 Μαρτου.
     Σμερα πλι κνει κρο και χει συννεφι. Αυτς ο καιρς εναι πολ πιο κατλληλος. Ταιριζει με το ργο μου. Η χθεσιν μρα εντελς τοπα ξ­ πνησε μσα μου μια πληθρα απ περιττ αισθ­ ματα και αναμνσεις. Αυτ μλλον δεν θα ξανα­ γνει. Οι συναισθηματικς διαχσεις εναι σαν τη γλυκριζα. Στην αρχ την αισθνεσαι καλ, κ­ πως υποφερτ, αλλ μετ το στμα δεν τη δχε­ ται. Θ' αρχσω απλ και ρεμα να διηγομαι τη ζω μου.
     τσι λοιπν, πγαμε στη Μσχα... Κι ωστσο σκπτομαι: αξζει ραγε να διηγη­ θ με λεπτομρειες τη ζω μου; χι, σγουρα δεν αξζει... Η ζω μου καθλου δεν ξεχωρζει απ' τη ζω πλθους λλων ανθρ­ πων. Το πατρικ σπτι, το πανεπιστμιο, η υπηρε­ σα μου σε χαμηλβαθμες κυβερνητικς θσεις, η αποχρηση, ο μικρς κκλος φλων, η αξιοπρεπς φτχεια, οι σεμνς απολασεις, οι χωρς φιλοδο­ ξες ασχολες, οι σχεδν ανπαρκτες επιθυμες -πστε μου, σας παρακαλ, σε ποιον δεν εναι γνω­ στ λ' αυτ; Και γι' αυτ δεν θ' αρχσω να διη­ γομαι τη ζω μου, πσω μλλον που γρφω για την δικ μου προσωπικ ευχαρστηση. Και αν το παρελθν μου ακμα και σ' εμνα τον διο δεν παρουσιζει κτι οτε πολ ευχριστο οτε πολ δυσρεστο, ακριβς αυτ σημανει τι δεν χει κτι ξιο προσοχς. Καλτερα να προσπαθσω να περιγρψω στον εαυτ μου τον χαρακτρα μου.
     Τι νθρωπος εμαι;... Μπορε να μου πουν τι καννας δεν το ρωτει αυτ. Συμφων. Αλλ εγ βλπετε πεθανω, μα τον Θε πεθανω, αλλ πριν πεθνω, νομζω τι δικαιομαι ως συγχωρητος να χω την επιθυμα να μθω τι στ ο καλ εδος πουλιο μουν;
Αφο σκφθηκα καλ και ωραα αυτ το ερ­ τημα και χωρς ωστσο να χω καμα ανγκη να εκφραστ πολ πικρ για τον εαυτ μου, πως κνουν οι νθρωποι οι οποοι εναι πολ σγουροι για την αξιοπρπει τους, πρπει να ομολογσω να πργμα: μουν νας τελεως παραπανσιος νθρωπος στον κσμο μλλον να τελεως πα­ ραπανσιο πουλ. Και αυτ σκοπεω να το αποδε­ ξω αριο, επειδ σμερα βχω σαν γρι προβατ­ να και η νταντ μου, η Τερεντιβνα, δεν θα με α­ φσει σε ησυχα: «Ξαπλστε, πατερολη μου, πιε­ τε το τσι...» Ξρω γιατ επιμνει, θλει και αυτ να πιει τσι. Λοιπν! Γιατ χι! Γιατ να μην αφσω τη φτωχ γριολα να βγλει τρα, στα τελευ­ τα α μου, λο το δυνατ φελος απ' τον κρι της;... σο υπρχει ακμα καιρς.
23 Μαρτου
     Πλι χειμνας. Πφτουν πυκνς νιφδες χιονιο. Περιττς, περιττς... Ωραα λξη σκφτηκα. ­ σο πιο πολ εμβαθνω στον εαυτ μου και σο πιο προσεχτικ εξετζω λη την περασμνη μου ζω, τσο πιο πολ βεβαινομαι για την αυστηρ αλ­ θεια αυτς της λξης. Περιττς - ακριβς. Στους λλους ανθρπους αυτ η λξη δεν ταιριζει... Υπρχουν νθρωποι κακο, καλο, γνωστικο, κου­ το, ωραοι, σχημοι• περιττο μως... χι. Δηλα­ δ προσξτε με: και χωρς αυτος τους ανθρπους η υφλιος σγουρα θα μποροσε να βρει τον δρ­ μο της... αλλ η ματαιτητα δεν εναι η βασικ τους ιδιτητα οτε το διακριτικ τους γνρισμα, εν και σ' εσς, ταν μιλτε γι' αυτος, η λξη «περιττς» δεν εναι η πρτη που θα σας ρθει στη γλσσα. μως εγ... για τον εαυτ μου τποτα λλο δεν επιτρπεται να πω: περιττς - αυτ και μνο. τομο υπερριθμο - τελεα και παλα. ταν κανα την εμφνισ μου, η φση προφανς δεν τα υπολγισε καλ και εξαιτας αυτο ξεμπρδεψε μαζ μου πως θα ξεμπρδευε με ναν αναπντεχο και απρσκλητο μουσαφρη.
     Δεν εναι τυχαο αυτ που επε για μνα νας χωρατατζς, μεγλος λ­ τρης της πρφας, τι δηλαδ η μητρα μου δεν εχε μαζ μου καλ χαρτωσι. Μιλω τρα για τον διο μου τον εαυτ ρεμα, χωρς καννα χλιασμα... Παλι ιστορα! Σε λη τη διρκεια της ζως μου βρισκα τη θση μου μονμως πιασμνη, σως και διτι ψαχνα χι εκε που πρεπε. μουν υπερβο­ λικ δσπιστος, συνεσταλμνος, ευερθιστος, πως λοι οι ρρωστοι• και εκτς αυτο, πιθανν λγω υπερβολικς ευθιξας γενικ εξαιτας της τυχης συγκρτησης του χαρακτρα μου, ανμεσα στα αισθματα και στις ιδες -και ανμεσα στις εκφρσεις αυτν των συναισθημτων και των ιδεν- βρισκταν να ανεξγητο, παρλογο και ακατανκητο εμπδιο. Κι ταν αποφσισα να νι­ κσω με τη βα αυτ το εμπδιο, να σπσω τον φραγμ, οι κινσεις μου, η κφραση του προσπου μου, λη μου η παρξη παιρνε μια ψη βασανιστι­ κς ντασης, καθς χι μνο φαινμουν αλλ και γινμουν πραγματικ αφσικος και ψυχρς. Αυτ το νιωθα και βιαζμουν να κλειστ στον εαυτ μου. Ττε χτυποσε μσα μου νας περεργος συνα­ γερμς. Μελετοσα προσεχτικ τον εαυτ μου στην κθε του λεπτομρεια, κανα σγκριση με τους λλους, θυμμουν ακμα και τα πιο φευγαλα βλμματα, τα χαμγελα, τις συζητσεις του κ­ σμου στις οποες θελα να συμμετχω, τους σχο­λαζα λους απ την σχημη πλευρ τους, γελοσα σαρκαστικ για την αξωση που εχα «να εμαι πως λοι» και ξαφνικ μσα στο γλιο μου, θλιμ­ μνος και εξαντλημνος ολκληρος, πεφτα σε μια παρλογη μελαγχολα και στερα ρχιζα πλι τα δια - με δυο λγια τριγριζα σαν τον σκουρο στη ρδα. Ολκληρες μρες περνοσαν τσι με την βα­ σανιστικ και γονη αυτ δουλει. Και τρα, λοι­ πν, κντε μου τη χρη, πστε μου κι εσες σε ποιον και σε τι χρειζεται νας ττοιος νθρωπος; Γιατ γινε αυτ μ' εμνα, ποια εναι η αιτα της επμονης αυτς φασαρας με τον διο μου τον εαυ­ τ; Ποιος ξρει; Ποιος θα μου το πει;

     Θυμμαι, κποτε ταξδευα απ τη Μσχα με την μαξα. Ο δρμος ταν καλς, αλλ ο αμαξς δπλα στα τσσερα λογα εχε ζψει και το βοη­ θητικ. Αυτ το δυστυχισμνο, το πμπτο και εν­ τελ ς χρηστο λογο, δεμνο πως πως στο μπροστιν μρος της μαξας μ' να κοντχοντρο σχοιν που του κοβε αλπητα τον μηρ, του τρι­ βε την ουρ, το υποχρωνε να τρχει με τον πιο α­ φσικο τρπο και δινε σε λο του το σμα τη μορφ που χει το κμμα της στξης, μου προκα­ λοσε πντοτε βαθι συμπνια. Επα στον αμαξ τι τοτη τη φορ, κατ τη δικ μου γνμη, θα μποροσε να κνει και χωρς το πμπτο λογο... Εκενο ς δε ν μλησε , μν ο τναξε το ν λαιμ του , χτπησε με το μαστγιο το λογο καμι δεκαρι φορς πνω στην ισχν ρχη του και κτω απ τη φουσκωμνη κοιλι του και χι χωρς ειρωνικ χαμγελο ξεστμισε: «Μπερδετηκε για τα καλ με το σχοιν! Τι στο διολο παθε;»
     Να που μπερδετηκα κι εγ... Ευτυχς που ο σταθμς δεν εναι μακρι.
     Περιττς... Υπσχομαι στον εαυτ μου να α ποδεξω το δκαιο της γνμης μου και θα τηρσω αυτ την υπσχεση. Δεν θεωρ αναγκαο να ανα­ φερθ σε χιλιδες μικρολεπτομρειες καθημερι­ νν περιπτσεων και συμβντων, τα οποα ω­ στσο στα μτια κθε λογικο ανθρπου θα χρη­ σμευαν ως ακαταμχητες αποδεξεις προς φε­ λ ς μου, δηλαδ προς φελος της ποψς μου. Κα­ λτερα ν' αρχσω κατ' ευθεαν απ μια αρκετ σο­ βαρ περπτωση, μετ την οποα πιθανν δεν θα μενει καμι αμφιβολα σχετικ με την ακρβεια τη ς λξης περιττς. Το ξαναλω, δεν σκοπεω να μπω σε λεπτομρειες, αλλ και δεν μπορ να αντι­ παρλθω να αρκετ αξιοπερεργο και εξαιρετικ περιστατικ και πιο συγκεκριμνα, την παρξενη συμπεριφορ των φλων μου (εχα και εγ κπο­ τε φλους) κθε φορ που τους συναντοσα και ταν ακμα περνοσα για λγο απ' το σπτι τους. λο ι τους αισθνονταν κυριολεκτικς βολα. ταν με συναντοσαν χαμογελοσαν κπως αφ­ σικα, δεν με κοταζαν στα μτια οτε στα πδια, πως κνουν μερικο, αλλ πιο πολ στα μγου­ λα• μετ μου σφιγγαν βιαστικ το χρι και λε­ γα ν πλι βιαστικ:
 «Ε! Γεια σου, Τσουλκατοριν!» (η τχη με χρωσε με αυτ το παρατσοκλι) «Α, να κι ο Τσουλκατοριν». Αμσως παραμριζαν και μεναν για λγο ασλευτοι, σαν να προσπαθοσαν κτι να θυμηθον. Εγ τα βλεπα λα αυτ, δι­ τι δεν μο λεπει η οξυδρκεια, οτε το χρισμα της παρατρησης και γενικ δεν εμαι κουτς. Και ακμα, πτε πτε ρχονται στο μυαλ μου σκ­ ψεις αρκετ διασκεδαστικς, χι τελεως ασυν­ θιστες, αλλ επειδ εμαι νας περιττς νθρω­ πος και χω μσα μου φερμουρ, αισθνομαι ­ σχημα να εκφρσω τη σκψη μου, πσω μλλον α­ φο ξρω εκ των προτρων τι θα την εκφρσω πολ σχημα. λλες φορς πλι βλπω τους λ­ λους να μιλον απλ και ελεθερα, με τση γρηγο­ ρδα... Δηλαδ, για να εμαι ειλικρινς, σχετα με το φερμουρ μου εχα και εγ αυτν τη φαγο­ ρα να μιλω αρκετ συχν, αλλ τις λξεις τις πρφερα κανονικ μνον ταν μουν νος, εν στα πιο ριμα χρνια μου σχεδν κθε φορ τα κατφερνα να συγκρατ τον εαυτ μου. Πολλς φορς λω χαμηλφωνα: «Να, τρα καλτερα να σωπανουμε για λγο» . Και ησυχζω. Για να σω­ πανουμε, εμαστε λοι ικανο. Ειδικ οι γυνακες μας, αυτ κνουν. Μια περφανη Ρωσδα κοπλα σωπανει τσο δυναμικ, στε ακμα και σε ν­ θρωπο που εναι προετοιμασμνος, παρμοιο θαμα εναι ικαν να του προκαλσει ελαφρι τρε­ μολα και κρο ιδρτα. Αλλ το θμα δεν εναι αυτ, οτε και να κριτικρω τους λλους. ρχο­ μαι στην αφγηση που υποσχθηκα.

     Εδ και λγα χρνια, χρη στη συγκυρα τε­ λεως ασμαντων, αλλ πολ σοβαρν για μνα περιστσεων, πρεπε να μενω ξι περπου μνες στην επαρχιακ πλη Ο... Η πλη αυτ εναι χτι­ σμνη πολ στενχωρα πνω σε μια πλαγι. Εκε ζουν οχτακσιοι περπου κτοικοι σε μια ασυν­ θιστη φτχεια, μσα σε μικρ παλισπιτα• και Θε μου, μη χειρτερα, στον κεντρικ δρμο που τον λνε λιθστρωτο ασπρζουν αραι και που κτι φοβερς πλκες απ τραχ ασβεστλιθο, ε­ ξαιτας των οποων ακμα και τα κρα παρακμ­ πτουν τον δρμο. Ακριβς στ ο κντρο της απ­ στευτα ακατστατης πλατεας ανυψνεται να μικροσκοπικ κιτρινωπ οικοδμημα με σκοτει­ νς τρπες, μες στις οποες κθονται νθρωποι με μεγλες τραγισκες και προσποιονται τι κνουν δθεν εμπριο. Απ' το οικοδμημα αυτ, λοιπν, προεξχει να ασυνθιστα ψηλ παρδαλ κονταρξυλο και δπλα σε τοτο, για την τξη και κατ' εντολ του προσταμνου, φυλσσεται το φορτο του κιτρινωπο σανο και περπατει μια κτα που ανκει στο δημσιο. Με δυο λξεις, στην πλη Ο... μνεις που θλεις. Τις πρτες μρες εκε, παρ λγο να τρελαθ απ' την πλξη. Πρπει να πω για τον εαυτ μου τι μλο που εμαι νας νθρωπος περιττς, δεν εναι ουσιαστικ απ δικ μου επιθυμα. Ο διος εμαι ρρωστος, αλλ μως ,τι εναι ρρωστο δεν μπορ να το υποφ­ ρω... Απ την ευτυχα θα λεγα τι δεν απχω πο­ λ, προσπθησα να την πλησισω και απ' τα δεξι και απ τ' αριστερ... Γι' αυτ δεν αποτελε κ­ πληξη που μπορ κι εγ να πλττω πως κθε λλος θνητς. Στην πλη Ο... βρισκμουν για υπη­ ρεσιακος λγους...
     Η Τερεντιβνα χει ορκιστε κατηγορηματικ να με ξεθεσει. Να να δεγμα της συνομιλας μας:
ΤΕΡΕΝΤΙΕΒΝΑ: Ααχ, πατερολη μου! Τι εναι λ' αυτ που γρφετε; Σας κνει κακ να τα γρφετε.
ΕΓ: Ναι, εναι πληκτικ, Τερεντιβνα!
ΑΥΤ: Πιετε το τσι σας και ξαπλστε. Να δσει ο Θες να θολσετε, να σας πρει ο πνος.
ΕΓ: Μα δεν θλω να κοιμηθ.
ΑΥΤ: Αχ, πατερολη μου! Τι πθατε; Ο Κριος μαζ σας! Ξαπλστε λοιπν, ξαπλστε, θα εναι πιο καλ.
ΕΓ: Και να ξαπλσω και να μην ξαπλσω, πλι θα πεθνω, Τερεντιβνα!
ΑΥΤ: Θες φυλξοι. Κριε ελησον... Λοιπν, θλετε λγο τσι;
ΕΓ: Δεν θα ζσω οτε μια βδομδα, Τερεντιβνα!
ΑΥΤ Κουταμρες πατερολη! Τι εναι αυτ που λτε;... Πω τρα να βλω το σαμοβρι.
     Ω, γερασμνο, κιτρινιρικο, φαφοτικο πλ­ σμα! Για σνα, εγ δεν εμαι στ' αλθεια νθρωπος!
24 Μαρτου.
     Φοβερ παγωνι. Την δια ημρα της φιξς μου στην πλη Ο... οι υπηρεσιακς δουλεις που ανφερα πιο πνω με υποχρωσαν να επισκεφθ κποιον Οζιγκιν, Κ­ ριλλο Ματθιτς, ναν απ τους κυριτερους δημο­ σους υπαλλλους της περιφρειας. Αλλ γνωρ­ στηκα μαζ του , πως λνε, τον πλησασα στε­ ρα απ δο εβδομδες. To σπτι του βρσκεται στον κεντρικ δρμο και ξεχωρζει απ' λα τ' λλα για το ψος του, τη βαμμνη σκεπ του και απ δυο λιοντρια στην εσοδ του, εκενης της ασυ­ νθιστης ρτσας που κπου κπου μοιζουν με κακομοτσουνα σκυλι σαν αυτ της Μσχας. Και μνο απ' τα λιοντρια θα μποροσε κανες να συμπερνει τ ι ο Οζιγκιν εναι νας νθρωπος επορος. Και πραγματικ, εχε στη δολεψ του τετρακσιους περπου αγρτες. Στο σπτι του δε­ χταν λ η την αφρκρεμα της κοινωνας στην πλη Ο... και φημιζταν για τη φιλοξενα του. Στο σπτι του ερχταν και ο δμαρχος με το ντρζκι (ελαφρι τετρτροχη επιβατικ μαξα) κα τα δυο πυρξανθα λογα, ασυνθιστα βαρς και ογκδης, σαν να ταν τυλιγμνος με πολλς κουβρτες. ρχονταν και λλοι υπλληλοι. νας δικηγρος πλσμα κιτρινωπ και μοχθηρ, νας χωρατατζς χωρομτρης γερμανικς καταγωγς με χαρακτηριστικ ταταρικ, νας αξιωματικς συγκοινωνιν, στοργικ ψυχ, τραγουδιστς, αλ­ λ και κουτσομπλης, 0 πρην ηγτης της περιφ­ ρειας, νας κριος με κκκινα μαλλι, με χτυπητ προστθιο πουκαμσου, παντελνια εφαρμοστ και με υπερβολικ ευγενικ κφραση προσπου, η οποα εναι τσο χαρακτηριστικ στους ανθρ­ πους που χουν υπρξει υπδικοι.     
     ρχονταν επ­ σης και δυο τσιφλικδες, φλοι αχριστοι, χι πια νοι, μλιστα και καχεκτικο, απ τους οποους ο μικρτερος εξουθνωνε συνεχς τον μεγαλτερο και του βολωνε το στμα με την δια πντοτε παρατρηση: «Λοιπν αρκετ. Σεργκι Σεργκιτς, λθο ς κνετε. Τη λξη πρμπκα την γρφετε με μπ. Ναι, κριοι», συνχιζε με λη τη θρμη της πε­ ποθησς του, απευθυνμενος στους παρντες, «ο Σεργκι Σεργκιτς γρφει χι πρμπκα, αλλ μπρμπκα». Και λοι οι παρντες γελοσαν, μλο που πιθανν καννας τους δεν ξεχριζε για κ­ ποια ιδιατερη ικαντητα στην ορθογραφα. Και ο δστυχος Σεργκι Σεργκιτς σπαινε και μ' να σβησμνο χαμγελο σκυβε το κεφλι. Αλλ ξεχνω τι η ρα περνει και εγ επιδδομαι σε λε­ πτομρειες. Λοιπν, χωρς περιττ λγια, ο Οζι­ γκιν ταν παντρεμνος και εχε μια κρη, την Ελι­ ζαμπτα Κυρλλοβνα και εγ αυτ την κρη την ερωτεθηκα.

     Ο διος ο Οζιγκιν ταν νας νθρωπος με­ τρων δυνατοττων, οτε κακς οτε καλς, η δε γυνακα του χανε τον ρυθμ της μπροστ ακμα και σ' να αδναμο κοτπουλο. Η κρη τους μως δεν μοιαζε στους γονες της. ταν ομορφοτσι­ κη, με ζωηρ πνεμα και μειλχιο χαρακτρα. Τα γκρζα, φωτειν μτι α της κοταζαν καλψυχα και ολισια κτω απ τα παιδικ ανασηκωμνα φρδια της. ταν σχεδν πντοτε χαμογελαστ και επσης γελοσε αρκετ συχν. Η δροσερ φω­ ν της ηχοσε πολ μορφα. Οι κινσεις της σαν ελεθερες, γργορες και κοκκνιζε χαρομενα. Ντυνταν χι υπερβολικ κομψ. Της πγαιναν μνο τα απλ φορματα. Εγ γενικ δεν κανα α­ μσως γνωριμες• και αν με κποιον αισθανμουν νετα απ' την πρτη φορ -κτι εξλλου που σχε­ δν ποτ δεν γινταν- ομολογ τι θα ταν σ­ γουρα προς φελος της νας γνωριμας. Με τις γυνακες δεν ξερα καθλου πς να συμπεριφερθ και μπροστ τους κατσοφιαζα παρνοντας ­ φος αγριωπ δειχνα τα δντια με ναν βλακ­ δη τρπο και απ την αμηχανα μου στριφογριζα τη γλσσα μου στο στμα. Με την Ελισαβτα Κυ­ ρλλοβνα, αντιθτως, νιωσα απ την πρτη στιγ­ μ σαν στο σπτι μου. Να πς γινε αυτ. Μια φο­ ρ, ρχομαι στον Οζιγκιν κποια ρα προ του φαγητο και ρωτω: «Εναι μσα;» Μου απαντον:
«Μσα, ντνονται, παρακαλ περστε στ ο σαλ­ νι». Προχωρ στ ο σαλνι. Κοιτζω προς το παρ­ θυρο που στκεται μια κοπλα με σπρο φρεμα, με την πλτη της γυρισμνη προς το μρος μου, χοντας στα χρια της να κλουβ. Εγ, ως συν­ θως, λιγκι σκβρωσα. Αλλ εντξει, μνο που απ ευγνεια ξερβηξα. Εκενη γρισε γργορα, μα τσο γργορα που οι μποκλες της χτπησαν στο πρσωπ της, με εδε, υποκλθηκε και μου ­ δειξε χαμογελντας να κιβτιο γεμτο ως τη μση με σπρους. «Σας πειρζει;» Εγ, εννοεται και πως συνηθζεται σε ττοιες περιπτσεις, ­ κλινα πρτα το κεφλι και ταυτχρονα λγισα γργορα και σιωσα τα γνατα (σαν να με χτπησε κποιος απ πσω στους τνοντες), κτι που ως γνωστν εναι νδειξη ριστης ανατροφς και νεσης στους τρπους. στερα χαμογλασα, σ­ κωσα το χρι και προσεχτικ και μορφα κανα με αυτ δυο φορς μια περιστροφικ κνηση στον αρα. Η κοπλα αμσως γρισε την πλτη της, βγαλε απ' το κλουβ μια σανιδολα, ρχισε να ξνει δυνατ την επιφνει της μ' να μαχαρι και ξαφνικ, χωρς ν' αλλξει θση, επε τις ακλου­ θες λξεις: «Αυτ εναι το γερκι του πατρα... Σας αρσουν τα γερκια;» - «Προτιμ τα καναρ­ νια», απντησα εγ, χι χωρς κποια νταση. «Κι εγ επσης αγαπ τα καναρνια, μα κοιτξτε το πσο ωραο εναι. Κοιτξτε, δεν φοβται. (Εγ αποροσα που ο διος δεν φοβμουν.) Ελτε κο­ ντ. Το λνε Ππκα». Πλησασα και σκυψα. «Στ' αλθεια, δεν εναι πολ χαριτωμνο;» Γρισε προς το μρος μου το πρσωπ της, αλλ στεκμασταν τσ ο κοντ ο νας στον λλον που αναγκστηκε να γερει λγο πσω το κεφλι για να με κοιτξει με τα φωτειν ματκια της. Την κοταξα κι εγ• ολκληρο το νεανικ, σαν τριαντφυλλο πρσωπ της, τσο χαμογελαστ που απ' την ευχαρστησ μου δεν μπρεσα να συγκρατσω κι εγ το χαμ­ γελ μου. Η πρτα νοιξε και μπκε ο κριος Οζιγκιν. Αμσως τον πλησασα και ρχισα να του μιλω ελεθερα, μη ξροντας κι ο διος πς μεινα να γευματσω και τελικ παρμεινα λη τη βραδι. Την λλη μρα ο υπηρτης του Οζιγκιν, ξερακιανς και κοντφθαλμος, καθς μου βγαζε τη χλανη, μου χαμογλασε σαν να μουν φλος του σπιτιο.
     Να βρω να συλο, να χτσω στω μια πρχει­ ρη φωλι, να μθω τις καθημερινς χαρς, τις σχσεις και τις συνθειες, τοτη την ευτυχα εγ, ο περιττς νθρωπος δχως οικογενειακς ανα­ μνσεις, μχρι τρα δεν την χω δοκιμσει. Αν κτι μσα μου, στω και οτιδποτε, μου θμιζε λουλοδι και αν η σγκριση δεν ταν τσο χτυπη­ τ, θα λεγα σγουρα τι απ εκενη την ημρα ­ λαμψε η ψυχ μου. λα μσα μου και τριγρω μου λλαξαν στη στιγμ! λη μου η ζω φωτστηκε με αγπη, κυριολεκτικ λη μχρι την τελευταα της λεπτομρεια, σαν να σκοτειν, παρατημνο δω­ μτιο στο οποο φεραν να αναμμνο κερ. Ξ­ πλωνα να κοιμηθ, σηκωνμουν, ντυνμουν, τρωγα πρωιν, κπνιζα το τσιμποκι, λα διαφο­ ρετικ απ πρτα• και ακμα αναπηδοσα στον δρμο, μα την αλθεια, λες και στις πλτες μου εχαν ξαφνικ φυτρσει φτερ. Θυμμαι, οτε να λεπτ δεν βρθηκα σε αβεβαιτητα ως προς το ασθημα που μου ενπνευσε η Ελισαβτα Κυ­ ρλλοβνα• την αγπησα με πθος απ την πρτη μρα και απ την πρτη κιλας μρα ξερα τι ερωτεθηκα. Την βλεπα κθε μρα επ τρεις ε­ βδομδες. Αυτς οι εβδομδες σαν η πιο ευτυχι­ σμνη περοδος της ζως μου, αλλ η ανμνησ τους μου φρνει κατθλιψη. Δεν γνεται να σκ­ πτομαι μνον αυτς, διτι θελ μου παρουσι­ ζεται και ,τι επακολοθησε και μια φαρμακερ θλψη κυριεει αργ αργ ως το μεδολι την συ­ γκινημνη μου τρα καρδι.
     ταν ο νθρωπος εναι καλ, το μυαλ του - ­ πως εναι γνωστ- εργζεται πολ λγο. να ρε­ μο και ευχριστο ασθημα, να ασθημα ικανο­ ποησης διαποτζει λη την παρξ του και τον κατακυριεει και η συνεδηση της προσωπικτη­ τς του εξαφανζεται. Ευδαιμονε, πως λνε οι κακοαναθρεμμνοι ποιητς. Και ταν τελικ παρρχεται αυτ η «μαγεα», ο νθρωπος πτε πτε αγανακτε και λυπται που μσα στην ευτυχα του δινε τσο λγη προσοχ στον διο του τον εαυτ, που δεν συλλογιταν, δεν αναπολοσε, δεν συνχιζε διπλ τις απολασεις του... σαν τον πα­ νευτυχ νθρωπο, ταν μλιστα αξζει να συλλο­ γιστε για τα αισθματ του! Ευτυχισμνος ν­ θρωπος - οτε μγα στο σπαθ του. Γι' αυτ και ε­ γ, ταν θυμμαι αυτς τις τρεις εβδομδες, ε­ ναι σχεδν αδνατον να κρατσω στο μυαλ την ακριβ, την συγκεκριμνη εντπωση, πσω μλ­ λον που στη διρκεια λου αυτο το χρνου τ­ ποτα το ιδιατερα υπροχο δεν γινε μεταξ μας... Αυτς οι εκοσι μρες εναι για μνα κτι το ζε­ στ , νεανικ και εοσμο, μια φωτειν περοδος στην γκρζα και ανιαρ ζω μου. Η μνμη μου γ­ νεται ξαφνικ αδυσπητα πιστ και καθαρ μ­ νον απ τη στιγμ που - μιλντας με τις λξεις εκενων των κακοαναθρεμμνων συγγραφων - πεσαν επνω μου τα χτυπματα της μορας.
     Ναι, αυτς οι τρεις εβδομδες... Εξλλου, χι τι δεν φησαν μσα μου καμι εικνα. Μερικς φορς, ταν συμβανει να σκπτομαι για πολλ ρα εκενη την εποχ, διφορες αναμνσεις ξφ­ νου αναδονται απ' το σκοτδι του παρελθντος και εμφανζονται απρσμενα σαν αστρια στο ν βραδιν ουραν για να συναντηθον με να ντο­ νο, προσηλωμνο βλμμα. Μου μεινε ιδιατερα στη μνμη νας περπατος σ' να μικρ δασκι στην κρη της πλης. μασταν τσσερα τομα: η γρι Οζιγκινα, η Λζα, εγ και κποιος Μπιζ­ μινκωφ, χαμηλβαθμος δημσιος υπλληλος στην πλη Ο..., νας ξανθς, καλοσυντος και συχος νθρωπος. Θα χρειαστε να σας πω περισ­ στερα γι' αυτν. Ο διος ο Οζιγκιν εχε μενει στ ο σπτι, επειδ απ' τον πολ πνο πονοσε το κεφλι του. Η μρα ταν θαυμσια, ζεστ και ­ συχη. Πρπει να σημεισω τι τα ψυχαγωγικ πρκα και οι κοινωνικο περπατοι δεν συγκινον και τσο τον Ρσο. Στις πρωτεουσες των νομν, στα επονομαζμενα δημσια πρκα, ποτ δεν θα συναντσετε ψυχ• το πολ πολ καμι γρι να κθεται αναστενζοντας σε κποιο ψημνο απ' τον λιο πρσινο παγκκι, κοντ σε να αρρωστη­ μνο δεντρκι - και αυτ, αν κοντ στην αυλ­ πορτα δεν υπρχει καμι λιγδιασμνη σανδα. Αν μως στα περχωρα υπρχει καννα δροσερ δα­ σλλιο με σημδες, οι μποροι και μερικς φορς οι δημσιοι υπλληλοι πηγανουν εκε ευχριστα τις Κυριακς και τις γιορτινς μρες με τα σαμο ­ βρια , τι ς πτε ς κα ι τ α καρποζια , βζου ν λ η αυτ την ευλογα κτω στο σκονισμνο χορτρι ακριβς δπλα στον δρμο, κθονται γρω γρω και τρνε πνοντας τσι με ρεξη μχρι να σκο­ τεινισει.
     να ττοιο ακριβς δασλλιο υπρχε ττε σε απσταση δο βερστιν απ την πλη Ο... Φθσαμε εκε μετ το γεμα, πιαμε ως συνθως τσι και στερα ξεκινσαμε κα οι τσσερις να περπατσουμε στο αλσλλιο. Ο Μπιζμινκωφ π­ ρε απ' το μπρτσο την γρι Οζιγκινα και εγ την Λζα. Η μρα τρα γερνε προς το βρδυ. Βρισκ­ μουν ττε στ ο αποκορφωμα της πρτης αγπης (δεν εχαν περσει περισστερο απ δο εβδο­ μδες απ ττ ε που εχαμε γνωριστε), βρισκ­ μουν σε μια κατσταση πθους και προσεχτικς λατρεας, ταν λη η ψυχ αγν και θελα ιχνη­ λατε την κθε κνηση του αγαπημνου πλσμα­ τος, ταν δεν μπορες να χορτσεις την παρουσα του, να ακοσεις τη φων του, ταν χαμογελς κοιτζοντας σαν μικρ ρρωστο παιδκι που γι­ νε καλ• αν εσαι λγο μπειρος, με την πρτη μα­ τι και απ εκατ βματα απσταση πρπει να ξρεις αυτ που σου συμβανει. Μχρι εκενη τη μρα οτε μια φορ δεν εχε τχει να πισω τη Λζα απ το μπρτσο. Περπατοσαμε μαζ πλι πλι, προχωρντας συχα στ ο πρσινο χορτρι. Ελαφρ αερκι φτερογιζε κυριολεκτικ γρω μας, ανμεσα στους σπρους κορμος των σημ­ δων, ρχνοντας στο πρσωπ μου την κορδλα του καπλου της. Εγ την παρακολουθοσα επμονα, σπου τελικ και συναινετικ γριζε προς το μ­ ρος μου και γελοσαμε κι οι δυ μας.
     Τα πουλι τιτβιζαν χαρομενα απ πνω μας και ο γαλανς ουρανς φτιζε χαδευτικ τη λιγοστ φυλλωσι. Το μυαλ μου θλωνε απ' το πλενασμα της ευχα­ ρστησης. Εδ σπεδω να παρατηρσω τι η Λζα δεν ταν καθλου ερωτευμνη μαζ μου. Της ρε­ σα και γενικ κανναν δεν απφευγε, αλλ δεν μουν εγ εκενος που θα γγιξε την παιδικ της ηρεμα. Προχωροσε κρατντας με αγκαζ, σαν να μουν ο αδελφς της. ταν ττ ε δεκαεπτ χρονν... Και στο μεταξ το διο αυτ βραδιν, μπροστ μου ρχισε μσα της εκενος ο εσωτερι­ κς και συχος αναβρασμς που προηγεται της μεταλλαγς ενς παιδιο σε γυνακα... μουν μρτυρας αυτς της μεταλλαγς λης της παρ­ ξης, αυτς της αθας αμηχανας και της ανσυχης περισυλλογς. Πρτος εγ παρατρησα αυτ την απτομη απαλτητα της ματις, την χτυπητ α­ πιστα της φωνς - και ω ανητε, ω περιττ ν­ θρωπε... για μιαν ολκληρη εβδομδα δεν ντρπη­ κα να κνω την υπθεση τι εγ, εγ ο διος ­ μουν η αιτα αυτς της μεταλλαγς! Να πς γινε.

     Περπατοσαμε αρκετ ρα μχρι το βραδκι και μιλοσαμε πτε-πτε. Εγ μουν σιωπηλς πως λοι οι πειροι ερωτευμνοι και εκενη δεν εχε σως τι να μου πει, αλλ συλλογισμνη κου­ νοσε κπως ιδιατερα το κεφλι της δαγκνο­ ντας στοχαστικ να κομμνο φυλλαρκι. Μερι­ κς φορς πγαινε μπροστ τσο αποφασιστικ... και στερα ξαφνικ σταματοσε, με περμενε και κοταζε τριγρω με ανασηκωμνα τα φρδια της και με να ελαφρ ειρωνικ και αφηρημνο χαμ­ γελο. Την προηγομενη μρα διαβζαμε και οι δυο μαζ τον «Αιχμλωτο του Καυκσου» (γνωστ διγημα του Τολστι). Με τι α­ πληστα με κουγε στηρζοντας το πρσωπ της στα δυο της χρια και ακουμπντας με το στθος στο τραπζι!   
     ρχισα να της μιλω τρα για την χθεσιν μας ανγνωση. Εκενη κοκκνισε, με ρ­ τησε αν δωσα πριν ξεκινσουμε στ ο πουλκι καν­ ναβορι, μετ πιασε να τραγουδει δυνατ κ­ ποιο τραγουδκι και ξαφνικ σπασε. Το δασλ­ λι ο απ την μια πλευρ του προς την κρη ταν αρκετ ψηλ και κατληγε σ' ναν απτομο γκρε­ μ. Κτω κυλοσε να ελικοειδς ποταμκι και πρα απ αυτ στον απραντο χρο απλνονταν ατελεωτα λιβδια, πτε αναδοντας ελαφρ μιαν αχλ σαν κματα, πτε σαν να φαρδ στρω­ μνο τραπεζομντιλο που το δικοπταν εδ και εκε χαρδρες. Εγ και η Λζα βγκαμε πρτοι στην κρη του δασυλλου. Ο Μπιζμινκωφ εχε μενει πσω με τη γρι. Βγκαμε, κοντοσταθκα­ με και θελ μας μισοκλεσαμε και οι δυο τα μ­ τια. Ακριβς απναντ μας, στη μση μιας πυρακτωμνης καταχνις, δυε νας πορφυρς τερ­ στιος λιος. Ο μισς ουρανς καιγταν παρνο­ ντας κκκινο χρμα και οι κκκινες αχτδες χτυ­ ποσαν περνντας πνω απ' τα λιβδια, ρχνο­ ντας μια ροδοκκκινη αντιφεγγι ακμα και στην σκιερ πλευρ των φαραγγιν και πεφταν σαν πρινο μολβι στο ποταμκι, στα σημεα που αυτ δεν κρυβταν πσω απ τους κρεμαστος θ­ μνους, και μετ ακουμποσαν κυριολεκτικ στο στθος του γκρεμο και του δασυλλου.
     Στεκμα­ σταν περιλουσμνοι μσα σ' να φλογερ μεγα­ λεο. Δεν εμαι σε θση να μεταδσω λη τη φο­ βερ μεγαλοπρπεια αυτς της εικνας. Λνε τι σ' ναν τυφλ το κκκινο χρμα φαντζει σαν χος σλπιγγας. Δεν ξρω κατ πσο η σγκριση εναι σωστ, αλλ στ' αλθεια ταν να κλεσμα σε αυτ το φλεγμενο χρυσφι του αρα μες στο λυκφως του δειλινο, με την βαθυκκκινη λμψη του ουρανο και της γης. Φναξα απ' τον ενθου­ σιασμ μου και αμσως γρισα προς τη Λζα. Εκενη κοταξε κατευθεαν στον λιο. Θυμμαι τη λμψη του ν' αντανακλ σαν δυο μικρς φωτεινς κηλδες στα μτια της. ταν κατπληκτη και βαθι συγκινημνη. Στην δικ μου ξαρση δεν απα­ ντοσε και για πολλ ρα μενε ακνητη με σκυ­ φτ το κεφλι... Εγ πλωσα το χρι μου και εκε­ νη γρισε απ' την λλη μερι και ξαφνικ βαλε τα κλματα. Την κοταξα με μια κρυφ, σχεδν χαρομενη απορα...
     Η φων του Μπιζμινκωφ ακοστηκε δυο βματα πιο πρα. Η Λζα σκοπι­ σε γργορα τα δκρυα και μ' να δειλ χαμγελο κοταξε προς το μρος μου. Η γρι βγκε απ' το δασλλιο ακουμπντας στο χρι του ξανθο συ­ νοδο της. Με τη σειρ τους και οι δυο θαμασαν τη θα. Η γρι ρτησε κτι την Λζα και θυμμαι πως θελ μου ταρχτηκα ταν σε απντησ της αντχησε σαν ραγισμνο γυαλ η σπασμνη φω­ νολα της κρης της. Στο μεταξ ο λιος βασλε­ ψε, το λυκφως ρχισε να σβνει. Γυρσαμε πσω. πιασα πλι την Λζα απ το χρι. Στο αλσλλιο ακμα φεγγε και μποροσα να διακρνω καλ τα χαρακτηριστικ της. ταν ανσυχη και δεν σκω­ νε τα μτια. Το ροδοκκκινο χρμα, διχυτο σε λο το πρσωπ της δεν χανταν, λες και η Λζα στεκταν ακμα στις αχτδες του λιου που ­ δυε... Το χρι της μλις που πιανε το δικ μου.

Για πολλ ρα δεν μποροσα να βγλω μιλι, τ­ σο δυνατ χτυποσε μσα μου η καρδι. Μακρι, μσα απ' τα δντρα ξεπρβαλλε η μαξα. Ο αμα­ ξς ερχταν να μας συναντσει πνω στην αφρ­ τη μμο του δρμου.
«Λισαβτα Κυρλλοβνα», επα εγ, τελικ, «για­ τ κλαγατε;»
«Δεν ξρω», ταν ο δικς της αντλογος, στε­ ρα απ μια μικρ σιωπ• με κοταξε με τα ρεμα μτια της, υγρ ακμα απ' τα δκρυα -τ ο βλμμα της ταν τρα διαφορετικ- και μετ πλι ακο­ λοθησε σιωπ.
«Βλπω τι σας αρσει η φση...» συνχισα ε­ γ . Δεν ταν καθλου αυτ που θελα να πω και αυτ την τελευταα φρση η γλσσα μου μλις που την ψλλισε μχρι το τλος. Εκενη κονησε το κεφλι. Δεν μποροσα πια να προφρω τις λ­ ξεις... περμενα κτι... χι ομολογα -προς Θεο!- περμενα να βλμμα ευπιστας, μια ερτηση... Αλλ η Λζα κοταζε κτω και σπαινε. Ξαναεπα λλη μια φορ με μισ φων: «Γιατ;» Και απντη­ ση δεν πρα. Εκενη, το βλεπα, δεν νιωθε νετα, σχεδν ντρεπταν.
     πειτα απ να τταρτο της ρας καθμασταν δη στην μαξα και πλησισαμε στην πλη, με τ' λογα να τρχουν σε ρυθμικ τροχασμ. Περνο­ σαμε γργορα μσα απ' τον δροσερ αρα του δει­ λινο. Εγ ρχισα ξαφνικ την κουβντα, απευθ­ νοντας χωρς σταματημ τα λγια μου τη μια φορ στον Μπιζμινκωφ, την λλη στην Οζιγκι­ να, δχως να κοιτζω την Λζα, αλλ μποροσα να παρατηρσω τι απ τη γωνα της μαξας το βλμμα της οτε μια φορ δεν σταματοσε σ' εμ­ να. Στο σπτι λ ο ανασκιρτοσε, μως δεν θελε να διαβσει μαζ μου και γργορα πγε να κοιμη­ θε. Η απτομη αλλαγ, εκενη για την οποα λε­ γα, εχε γνει. Σταμτησε να εναι κοριτσκι και επσης ρχισε να περιμνει... πως εγ... για κ­ τι... Δεν περμενε για πολ.
     μως εγ το διο εκενο βρδυ γρισα στ ο διαμρισμ μου καταγοητευμνος. Το ανσυχο προασθημα υποψα που εχε γεννηθε μσα μου, εξαφανστηκε. Την αιφνδια προσποηση στη συ­ μπεριφορ της Λζας απναντ μου την λογρια­ ζα κοριτσστικη ντροπαλτητα, ατολμα... Μπως δεν εχα διαβσει χλιες φορς σε πολλ λογοτεχνικ ργα τι η πρτη εμφνιση της αγπης ανη­ συχε και φοβζει μια κοπλα: Αισθανμουν αρκε­ τ ευτυχισμνος και κατστρωνα δη στ ο μυαλ μου διφορα σχδια...
     Αν κποιος μου λεγε ττε στ ο αυτ: «Δεν λες την αλθεια, αγαπητ μου! Δεν εναι καθλου αυ­ τ που σε περιμνει, αδελφκι μου. Αυτ που σε περιμνει εναι να πεθνεις μνος μσα σ' να θλιο παλισπιτο, κτω απ' την ανυπφορη γκρ­ νια μιας γρις χωριτισσας, η οποα περιμνει πτε θα πεθνεις για να πουλσει πμφθηνα τις μπτε ς σου...»
     Μλιστα, ττε θελ σου θα πεις μαζ με κ­ ποιον Ρσο φιλσοφο: «Πς γνεται να μθεις αυτ που δεν ξρεις;» Αριο η συνχεια.
25 Μαρτου.
      Μια λευκ χειμωνιτικη μρα. Ξαναδιβασα αυτ που γραφα χθες και λγο λει­ ψε να σκσω λο το τετρδιο. Μου φανεται τι μακρηγορ και τα λω πολ μελρρυτα. Ωστσο, επειδ οι λλες αναμνσεις μου εκενου του καιρο δεν παρουσιζουν τποτα το ευχριστο, πρα απ εκενη την μοναδικ ευχαρστηση, την οποα εχε στον νου του ο Λρμοντωφ ταν λεγε τι εναι ευχριστο και οδυνηρ ν' αγγζεις το λκος μιας παλις πληγς, γιατ λοιπν κι εγ να μην ικανο­ ποισω τον εαυτ μου; Αλλ εναι ανγκη να ξ­ ρεις και το μτρο. Γι' αυτ και συνεχζω χωρς τρυφερτητες.
      Στη διρκεια μιας ολκληρης εβδομδας με­ τ τους περιπτους στην εξοχ, η θση μου στην ουσα οτε τσο δα δεν καλυτρεψε, μλο που η αλλαγ στη Λζα γινταν αισθητ μρα με τη μρα. Εγ, πως χω δη πει, ερμνευα αυτ την αλλαγ ως ευνοκ για μνα... Η δυστυχα των μοναχικν και διστακτικ ν ανθρπων -απ εγωισμ διστακτικν- συνσταται συγκεκριμ­ να στ ο τι εν χουν μτια ακμα και ορθνοι­ χτα, τποτα δεν βλπουν τα βλπουν λα σ' ναν ψετικο κσμο σαν μσα απ βαμμνα γυα­ λι. Οι διες τους οι προσωπικς σκψεις και πα­ ρατηρσεις εναι εμπδιο σε κθε τους βμα. Στην αρχ της γνωριμας μας, η Λζα απευθυνταν σ' εμνα ευκολπιστα κι ελεθερα, σαν παι­ δ. σως ακμα στη διθεσ της απναντ μου να υπρχε κτι περισστερο απ μια απλ, παιδικ προσλωση... Αλλ ταν γινε μσα της εκενη η παρξενη, σχεδν αιφνδια αλλαγ, στερα απ μια σντομη περοδο αμηχανας αισθανταν τον εαυτ της συνεσταλμνο μπροστ στην δικ μου παρουσα. θελ της στρεφε μακρι απ μνα το πρσωπ της και ταυτχρονα μελαγχολοσε συλ­ λογισμνη... Περμενε... τι; Η δια δεν ξερε... αλλ εγ... εγ, πως χω δη πει, χαιρμουν με αυτ την αλλαγ... Εγ, μα τον Θε, παρ λγο να κοκκαλσω -πως λνε- απ ενθουσιασμ. λλω­ στε εμαι τοιμος να συμφωνσω τι και λλος στ η θση μου θα μποροσε να ξεγελαστε... Και ποιος δεν χει εγωισμ; Ββαια λα αυτ ξεκαθ­ ρισαν μσα μου μνον με την προδο του χρνου, ταν πρεπε πια να κατεβσω τα δικ μου αδνα­ μα φτερ.
     Η παρεξγηση που προκυψε με την Λζα συνε­ χιζταν μια ολκληρη εβδομδα και εδ δεν υ­ πρχει τποτα το αξιοπερεργο. Τυχανει να χω παραστε μρτυρας παρεξηγσεων, οι οποες διαρκοσαν χρνια και χρνια. Και ποιος επε τ ι και η δια η αλθεια εναι πραγματικ; Το ψμα εναι τσο ανθεκτικ σο και η αλθεια, αν χι περισ­ στερο. Θυμμαι καλ τι ακμα και την τρ­ χουσα εβδομδα αραι και πο πλευε μσα μου να σκουλκι... αλλ ο φιλαρκος μας, νθρωπος μοναχικς —πλι θα το πω— εναι τσο ανκανος να καταλβει αυτ που το υ συμβανει, σο και αυτ που γνεται μπροστ στα μτια του. Και ε­ πιπλον, μπως η αγπη εναι φυσικ συνασθη­ μα: Μπως εναι χαρακτηριστικ γνρισμα του ανθρπου το ν' αγαπει; Η αγπη εναι αρρστια και για την αρρστια γραπτς νμος δεν υπρχει. Ας υποθσουμε τ ι η καρδι μου κποτε σφιγγ­ ταν σχημα και λα μσα μου γριζαν νω κτω. Πς θλατε να ξρω αν λα εναι δεν εναι εντ­ ξει, ποια εναι η αιτα, ποια η σημασα της κθε ασθησης ξεχωριστ;
     Αλλ πως και να 'χει το πργμα, λες αυτς οι παρεξηγσεις, τα προαισθματα και οι ελπδες βρκαν τη λση τους ως εξς:
Κποιο πρωιν, γρω στις δδεκα η ρα, μλις εχα μπει στον προθλαμο του κυρου Οζιγκιν, τα ν μι α γνωστη , ηχηρ φων ακοστηκ ε στ η σλα, η πρτα νοιξε διπλατα και υπ τη συνο­ δεα του νοικοκρη εμφανστηκε στο κατφλι ­ νας γεροδεμνος και ψηλς ντρας εκοσι πντε περπου χρονν, ο οποος ριξε βιαστικ στην πλτη τη στρατιωτικ χλανη που ταν απλωμνη στο ν πγκο, χαιρετθηκε θωπευτικ με το ν Κ­ ριλλο Ματθιτς, πρασε απ δπλα μου αγγζο­ ντας αδιφορα την τραγισκα του και εξαφαν­ στηκε κουδουνζοντας με τα σπιρονια του.
«Ποιος εναι αυτς;» ρτησα τον Οζιγκιν.
«Ο πργκιπας Ν.», μου απντησε εκενος με το πρσωπ του λο γνοια, «σταλμνος απ' την Πε­ τροπολη για να παραλβει τους νεοσλλεκτους».
«Και πο εναι αυτο οι νθρωποι;» συνχισε με αγανκτηση. «Κανες δεν ρθε να του δσει τη χλανη του».
Μπκαμε στη σλα.
«χει μρες που ρθε;»
«Νομζω χθες το βρδυ. Του πρτεινα να με­ νει εδ, αλλ δεν δχτηκε. Πντως μου φανεται πολ ευγενικ παιδ».
«χει πολλ ρα εδ σε σας;»
«Κοντ στη μα ρα. Με παρακλεσε να τον παρουσισω στην Ολυμπιδα Νικτιτσνα».
«Τον παρουσισατε;»
«Και ββαια».
«Και με την Λισαβτα Κυρλλοβνα αυτς...»
«Και μ' εκενην γνωρστηκε, ασφαλς». Εγ σιπησα.
«ρθε για πολ εδ, ξρετε;»
«Ναι, νομζω τι πρπει να μενει δο εβδομ­ δες, σως και περισστερο».
Ο Κριλλος Ματθιτς τρεξε να ντυθε.
     κανα λγες βλτες στη σλα. Δεν ξρω κατ πσο ο ερχομς του πργκιπα Ν. μου κανε ττε κποια ιδιατερη εντπωση, εκτς απ εκενο το συνασθημα αντιπθειας που μας καταλαμβνει συνθως με την εμφνιση ενς νου προσπου στο ν κκλο του σπιτιο μας. Στο ασθημα αυτ μπορε να ανακατετηκε ακμα και κτι σαν ζ­ λεια ενς διστακτικο και καχποπτου Μοσχοβ­ τη απναντι στον λαμπρ αξιωματικ της Πε­ τροπολης. «Ο πργκιπας», σκφθηκα, «εναι πρω­ τευουσινος και εμς θα μας κοιτζει απ ψηλ...» Τον εδα χι πνω απ να λεπτ, αλλ αμσως κατλαβα τι ταν καλς, ξυπνος και νετος. Αφο κανα λγες βλτες μσα στη σλα, σταμτησα στερα μπροστ στον καθρφτη, ­ βγαλα απ' την τσπη τη χτνα, δωσα στα μαλλι μου την αφροντισι ενς ζωγρφου και ξαφνικ, πως συμβανει μερικς φορς, βυθστηκα στην παρατρηση του διου του προσπου μου. Θυμ­ μαι, η προσοχ μου ταν ιδιατερα προσηλωμνη στ η μτη μου. Το πιο και ακαθριστο περγραμ­ μα αυτο του μλους δεν μου δινε ιδιατερη ικα­ νοποηση και ξαφνικ, στο σκοτειν βθος του γερμνου καθρφτη που αντανακλοσε σχεδν λ ο το δωμτιο, νοιξε η πρτα και εμφανστηκε η επιβλητικ κορμοστασι της Λζας. Δεν ξρω γιατ, αλλ δεν κονησα οτε το δαχτυλκι μου και διατρησα στο πρσωπ μου την κφραση που εχα. Η Λζα τντωσε το κεφλι, με κοταξε με προσοχ και ανασηκνοντας τα φρδια, δαγκ­ νοντας τα χελη και κρατντας την αναπνο της, σαν νθρωπος ευχαριστημνος που δεν τον αντε­ λφθησαν, κανε προσεκτικ προς τα πσω και τρβηξε προς το μρος της σιγαν την πρτα. Η πρτα τριξε ελαφρ. Η Λζα ανατρχιασε και κοκκλωσε στο ν τπο... Εγ δεν σλεψα καθ­ λου... Εκενη πλωσε πλι το χρι για τη λαβ της πρτας και χθηκε πσω της. Δεν χωροσε καμι αμφιβολα, η κφραση του προσπου της μλις εδε την αφεντι μου, ταν κφραση στην οποα δεν ξεχριζε τποτα λλο πρα απ' την επιθυμα να ξεκουμπιστε ευγενικ και ν' αποφγει τη δυ­ σρεστη συνντηση• και απ μια γργορη αντα­ νκλαση ικανοποησης την οποα πρλαβα να συλλβω στα μτια της, ταν της φνηκε τι κα­ τφερε ακριβς να ξεγλιστρσει απαρατρητη - λ' αυτ μιλοσαν ξεκθαρα: αυτ η κοπλα δεν μ' αγαπει. Για πολλ ρα δεν μποροσα να ξεκολ­ λσω τα μτια απ την ακνητη, βουβ πρτα που φνηκε πλι με την σπρη κηλδα στο βθος του καθρφτη. θελα να γελσω με την δια την τε­ ντωμνη κορμοστασι μου - κατβασα το κεφλι, γρισα στο σπτι και σωριστηκα στ ο ντιβνι. Αισθανμουν να ασυνθιστο βρος, τσ ο που δεν μποροσα να κλψω... Και ποιος ο λγος να κλψω; «Εναι ποτ δυνατν;» λεγα και ξανλε­ γα αδικοπα, ξαπλωμνος ανσκελα σαν ψφιος και με τα χρια σταυρωμνα στ ο στθος. «Εναι δυνατν;» Πς σας φνηκε αυτ το «εναι δυνατν;»
26 Μαρτου.
     Οι πγοι λινουν. ταν την λλη μρα, στερα απ πολλς εσωτερι­ κς διακυμνσεις μπκα αναστατωμνος στη γνω­ στ σλα των Οζιγκιν, δεν μουν πια ο νθρω­ πος που ξεραν τις τρεις αυτς εβδομδες. λοι οι προηγομενοι τρποι και συμπεριφορς μου που εχα αρχσει να τους ξεσυνηθζω με την επιρρο του καινοργιου για μνα συναισθματος, εμφα­ νστηκαν πλι αναπντεχα και με κατακυρευσαν σαν τον νοικοκρη που επιστρφει στο σπτι του. νθρωποι σαν εμνα, καθοδηγονται χι τσο απ τα θετικ γεγοντα, σο απ τις προσωπικς εντυπσεις τους. Εγ που μλις χθες κανα νει­ ρα για τους «ενθουσιασμος της αμοιβαας αγ­ πης», σμερα πια δεν εχα καμι αμφιβολα για τη «δυστυχα μου» και απελπστηκα τελεως, μλο που και ο διος δεν μουν σε θση να βρω κποιο λογικ στριγμα για την απγνωσ μου. Δεν μπο­ ροσα να ζηλεω τον πργκιπα Ν., οποιαδποτε και αν σαν τα προσντα του• απ μνη της η εμ­ φνισ του δεν ταν αρκετ στε να ξεριζσει με την πρτη τη συμπθεια της Λζας στ ο πρσωπ μου... Υπρχε, μως, πραγματικ αυτ η συμπ­ θεια; φερνα στη μνμη μου το παρελθν. «Και ο περπατος στο δσος;» αναρωτιμουν. «Και η κ­ φραση της Λζας στον καθρφτη;» συνχιζα. «Μα ο περπατος στο δσος μο φανεται... Αχ, Θε μου! Τι τιποτνιο πλσμα που εμαι!» φναζα δυνατ στ ο τλος. Αυτο του εδους οι ανεπωτοι και απερσκεπτοι συλλογισμο πηγαινορχονταν χ­ λιες φορς και στριφογριζαν σαν μοντονος ανε­ μοστρβιλος μσα στ ο κεφλι μου. Πλι θα πω τι γρισα στους Οζιγκιν το διο ανσυχος, κα­ χποπτος και ψυχρς, πως μουν απ παιδ...
     Βρκα λη την οικογνεια στη σλα. Ο Μπιζ­ μινκωφ καθταν πλι σε μια γωντσα. λοι σαν στα κφια τους. Ειδικ ο Οζιγκιν λαμπε τσο, που με την πρτη λξη του με πληροφρησε τι ο πργκιπας Ν. ταν μαζ τους χθες το απομεσμε­ ρο και μχρι το βρδυ. Η Λζα με χαιρτησε ρεμα. «Λοιπν» , επα στον εαυτ μου, «τρα κατα­ λαβανω για ποιο λγο εστε στα κφια σας». Ομολογ τι η δετερη επσκεψη του πργκιπα με προβλημτισε. Αυτ δεν το περμενα. Ο φλος μας γενικ περιμνει τα πντα στον κσμο, εκτς απ αυτ που πρπει να συμβε σε μια φυσιολογικ σειρ πραγμτων. Με κατεβασμνα μοτρα, πρα να φος ανθρπου προσβεβλημνου αλλ ωστ­ σο μεγαλψυχου. θελα να τιμωρσω την Λζα με τη δυσμνει μου, πργμα μως που με κνει να συμπερνω τι παρ' λα αυτ δεν εχα ακμα απογοητευθε τελεως. Λνε τι σε μερικς περι­ πτσεις, ταν σε αγαπον πραγματικ, εναι α­ κμα και καλ να παιδεεις το λατρευτ σου πρ­ σωπο, αλλ στη δικ μου θση αυτ θα ταν απε­ ρφραστα κουτ.
     Η Λζα με τον πιο αφελ τρπο απφευγε να στρψει σ' εμνα την προσοχ της. Μνον η γρι Οζιγκινα πρσεξε την πανηγυρικ σιωπ μου και με ρτησε μ' ενδιαφρον για την υγεα μου. Εγ, ββαια, μ' να πικρ χαμγελο της απντησα τι δξα τω Θε μουν πολ καλ. Ο Οζιγκιν παρ­ τεινε την κουβντα γρω απ' τον επισκπτη του, αλλ βλποντας τι του απαντοσα απρθυμα, α­ πευθυνταν πιο πολ στον Μπιζμινκωφ, ο οποος τον κουγε με μεγλη προσοχ. Και ξαφνικ μπ­ κε μσα κποιος να αναγγελει τον πργκιπα Ν. Ο οικοδεσπτης ευθς αναπδησε και τρεξε να τον προπαντσει. Προσλωσα αμσως να αετ­ σιο βλμμα πνω στη Λζα, η οποα εχε κοκκιν­ σει απ ευχαρστηση και κουνιταν στην καρκλα. Ο πργκιπας μπκε μσα, αρωματισμνος, εθυ­ μος, διαχυτικς...
     Επειδ δεν συγγρφω να διγημα για τον καλοπροαρετο αναγνστη, αλλ απλ γρφω για την προσωπικ μου ευχαρστηση, δεν χω κποιον λγο να καταφεγω στα συνηθισμνα τεχνσμα­ τα των κυρων λογοτεχνν. Θα πω τρα αμσως, χωρς περαιτρω αναβολ, τ ι η Λζα απ την πρτη κιλας ημρα αγπησε με πθος τον πρ­ γκιπα και ο πργκιπας την αγπησε κι εκενος - εν μρει επειδ δεν εχε τποτε λλο να κνει, εν μ­ ρει απ τη συνθεια να ξεμυαλζει τις γυνακες, αλλ επσης και για τον λγο τι η Λζα ακριβς ταν να πολ αξιαγπητο πλσμα. Το τι αγα­ ποσαν ο νας τον λλον δεν εκπλσσει καθλου. Εκενος, φανεται, σγουρα δεν περμενε να βρει ­ να παρμοιο διαμντι μσα σ' να τσο απασιο κοχλι (μιλω για την σιχαμερ πλη Ο...), αλλ και εκενη μχρι ττε οτε στον πνο της δεν εχε δει κτι που να μοιζει στω και λγο με αυτ τον λαμπρ, ξυπνο και γοητευτικ αριστοκρτη.
     Μετ τους πρτους χαιρετισμος ο Οζιγκιν με παρουσασε στον πργκιπα, ο οποος φρθηκε στο πρσωπ μου πολ ευγενικ. Γενικ ταν πολ ευγενς με λους και παρ την δυσανλογη απσταση που χριζε εκενον και τον δικ μας ασμαντο επαρχιακ κκλο, ξερε χι μνο να μη δυσκολεει κανναν, αλλ ακμα και να δεχνει σαν να εναι διος μ' εμς και μνο συμπτωματι­ κ να μνει στην Αγα Πετροπολη.
Αυτ η πρτη βραδι... Αχ, αυτ η πρτη βρα­ δι! Στις ευτυχισμνες μρες της νιτης μου οι δσκαλοι μς λεγαν και φερναν ως παρδειγμα το χαρακτηριστικ της αρρενωπς υπομονς εκε­ νου του νεαρο Λακεδαιμνιου, ο οποος αφο εχε κλψει μια μικρ αλεπουδτσα την κρυψε μετ κτω απ' τη χλαμδα του και χωρς να βγ­ λει οτε χνα την φησε να φει λα τα σωθικ του, προτιμντας με αυτ τον τρπο τον διο τον θνατο απ' την ντροπ... Δεν μπορ να βρω πιο καλ σγκριση για να εκφρσω τα ανεπωτα μαρ­ τρια που πρασα εκενο το βρδυ, ταν για πρ­ τη φορ εδα τον πργκιπα πλι στη Λζα. Το μο­ νμως αγωνιδες χαμγελο, η βασανιστικ παρα­ κολοθηση, η βλακδης σιωπ μου, η μελαγχολι­ κ και μταιη επιθυμα να φγω, λ' αυτ σαν μλλον αξιοσημεωτα στ ο εδος τους. Δεν ταν μνον η αλεπουδτσα που σκαβε τα σωθικ μου. Η ζλεια, ο φθνος, το ασθημα της μηδαμιντη­ τας, η ανμπορη κακα, λα με τυραννοσαν. Δεν μποροσα να μην αναγνωρσω τι ο πργκιπας ­ ταν αναμφισβτητα νας πολ αγαπητς νεαρς νθρωπος... Τον καταβρχθιζα με τα μτια μου. Μου φανεται στ' αλθεια τι κοιτζοντς τον ξεχνοσα ν' ανοιγοκλεσω τα μτια. Δεν μιλοσε μνο με τη Λζα, αλλ ββαια μιλοσε μνο για κενην. Εγ θα πρπει να του μουν φοβερ βαρε­ τς...     
     Πιθανν να μντεψε γργορα τι εχε να κνει μ' ναν αποδιωγμνο εραστ, αλλ απ συ­ μπνια, σο και απ βαθι συνασθηση απλυτης εκ μρους μου ασφλειας απευθυνταν σ' εμνα με ασυνθιστα θερμ τρπο. Μπορετε τρα να φανταστετε πσο προσβλητικ ταν αυτ για μνα! σο περνοσε η ρα, θυμμαι, προσπαθο­ σα να διορθσω το λθος μου. Εγ, (μη γελτε μαζ μου, ποιος κι αν εστε και τχει να πσουν τα μτια σας πνω σε αυτς τι ς γραμμς, πσω μλλον που αυτ ταν το τελευταο μου νειρο)... εγ, μα τον Θε, μσα στα ποικλα βσαν μου, φαντστηκα ξαφνικ τι η Λζα θλει να με τιμω­ ρσει για την αλαζονικ ψυχρτητα στην αρχ της επσκεψς μου, τι χει θυμσει μαζ μου και ε­ ρωτοτροπε με τον πργκιπα μνο απ αγανκτη­ ση... Βρκα την κατλληλη στιγμ και με πιο αλλ τρυφερ μειδαμα την πλησασα και μουρμορισα:

 «Φτνει, συγχωρεστε με... αλλ δεν εναι επειδ φοβθηκα». Και ξαφνικ, χωρς να περιμνω την α­ πντησ της, δωσα στο πρσωπ μου μιαν ασυν­ θιστα ζωηρ και τολμηρ κφραση, χαμογλασα με το ζρι, τντωσα το χρι πνω απ' το κεφλι προς την οροφ (θυμμαι, θλησα να διορθσω το σλι στον λαιμ) και ακμα μουν τοιμος να γυρσω στ ο να μου ποδαρκι, σαν να θελα να πω: «λα τελεωσαν, εμαι χαρομενος, ας εμαστε λοι χαρομενοι». μως δεν γρισα, απ φβο μπως πσω απ καννα αφσικο κοκκλωμα στα γνα­ τα... Η Λζα δεν με καταλβαινε καθλου, με κο­ ταξε κπληκτη στο πρσωπο και χαμογλασε βια­ στικ, σαν να θελε ν' απαλλαγε το γρηγορτερο και μετ πλησασε πλι τον πργκιπα. σο και αν μουν τυφλς και κουφς, δεν μποροσα μσα μου να μην παραδεχτ τι εκενη καθλου δεν θμωσε, οτε δυσανασχτησε μαζ μου ττε, απλοστατα δεν σκεπτταν εμνα. Το χτπημα ταν αποφασι­ στικ. Οι τελευταες μου ελπδες κατρρευσαν πα­ ταγωδς, πως νας γκος πγου που τον περνια­ σε ο ανοιξιτικος λιος και σκορπζει απρσμενα σε μικρτερα κομμτια. Χτυπθηκα κατακφαλα με την πρτη εφρμηση και σαν τους Πρσους στα περχωρα της Ινας, σε μια μρα χασα τα πντα. χι, δεν εχε θυμσει μαζ μου!...
     Αλμονο, κθε λλο! Την βλεπα σαν να δεν δρλλιο κοντ στην ακτ, να σκβει με απληστα πνω απ' το ποτμι, τοιμη να του προσφρει για πντα την πρτη νθηση της νοιξς της και λη της τη ζω. Σε ποιον τυχε να εναι μρτυρας τ­ τοιο υ πθους, αυτς ζησε πικρς στιγμς, αν ο διος αγαποσε χωρς να τον αγαπον. Για πντα θα θυμμαι αυτ την αχρταγη αυταπρνηση, αυτ το βλμμα, ακμα παιδικ και δη γυναι­ κεο, αυτ το ευτυχισμνο σαν ολνθιστο χαμ­ γελο, μαζ με τα μισνοιχτα χελη και τα κκκινα μγουλα... λ' αυτ που η Λζα προαισθανταν αμυδρ ταν κναμε τους περιπτους στο δασλ­ λιο εκπληρθηκαν τρα και εκενη δοσμνη ολ­ κληρη στην αγπη, ταυτχρονα ησχαζε και λα­ μπε σαν το καινοργιο κρασ ταν σταματει να βρζει, επειδ χει ρθει ο καιρς του...
     Εχα την υπομον να μενω εκενη την πρτη, αλλ και τι ς επμενες βραδις... μχρι το τλος! Με τποτα δεν μποροσα να ελπζω. σο περνο­ σαν οι μρες, η Λζα και ο πργκιπας συνδονταν λ ο και πιο πολ... Αλλ εγ χανα τελεως το α­ σθημα της προσωπικς μου αξιοπρπειας και δεν μποροσα να ξεκολλσω απ' το θαμα της δυστυ­ χας μου. Θυμμαι, μια μρα δοκμασα να μην πω, το πρω δωσα στον εαυτ μου τον λγ ο της τιμ ς μου να μενω στ ο σπτι... και στις οχτ η ρα το βρδυ (συνθως βγαινα στις επτ) σαν τρελς τινχτηκα πνω, φρεσα το καπλο και ασθμανοντας προστρεξα στη σλα του Κριλλου Ματθιτς. Η κατστασ μου ταν εντελς παρ­ λογη. Σπαινα επμονα, μερικς φορς μρες ολ­ κληρες δεν βγαζα μιλι. πως χω δη πει, ποτ δεν διακρινμουν για την ευφρδει μου. Τρα μως ,τι εχα στο μυαλ μου κυριολεκτικ εξα­ φανιζταν με την παρουσα του πργκιπα, αφνο­ ντς με γυμν σαν το γερκι. Εκτς αυτο, ταν μουν μνος, σο και αν πεζα το δστυχο μυαλ μου, γυροφρνοντας στη σκψη μου λα σα πα­ ρατηροσα σημεωνα στη διρκεια της προηγο­ μενης μρας, ταν μετ γριζα στον Οζιγκιν, μ­ λις που εχα τη δναμη πλι να παρακολουθ τα γεγοντα. Με συμπονοσαν σαν κποιον ρρω­ στο, το βλεπα. Κθε πρω παιρνα μια να ορι­ στικ απφαση, η οποα κατ να μεγλο μρος γεννιταν βασανιστικ στη διρκεια της απνας μου. Ετοιμαζμουν να εξηγηθ με τη Λζα, να της δσω μια φιλικ συμβουλ... Αλλ ταν τχαινε να εμαι μνος μαζ της, η γλσσα μου ξαφνικ σαν απολιθωμνη παυε να λειτουργε και περιμ­ ναμε και οι δο την εσοδο κποιου τρτου προ­ σπου.
     Μιαν λλη φορ θελα να φγω τρχοντας, εννοεται για πντα, αφνοντας στο αγαπη­ τ μου πρσωπο να γρμμα γεμτο κατηγορες• και μια μρα ρχισα να γρφω τοτο το γρμμα, μως το ασθημα του δικαου μσα μου ακμα δεν εχε χαθε τελεως, διτι κατλαβα τ ι δεν εχα το δικαωμα να κατηγορσω κανναν για τποτα και τσι ριξα στη φωτι το σημεωμ μου. Μιαν λλη φορ πλι, μες στη μεγαλοψυχα μου τα θυ­ σαζα ξαφνικ λα, δινα την ευλογα μου στη Λζα για την ευτυχισμνη της αγπη και απ τη γωνι μου χαμογελοσα μειλχια και με φιλοφρο­ σνη στον πργκιπα - αλλ οι σκληρκαρδοι ερα­ στς χι μνον δεν λεγαν να ευχαριστ για τη θυσα μου, οτε καν την πρσεχαν και πως φα­ νεται δεν εχαν ανγκη οτε απ τις ευλογες μου οτε απ' τα χαμγελ μου... Εγ ττε, απ αγα­ νκτηση, περνοσα απτομα σε τελεως αντθετη ψυχικ διθεση. δινα στον εαυτ μου την υπ­ σχεση, κουκουλωμνος μ' να αδιβροχο σαν τον Ισπαν, να μαχαιρσω απ μια γωνι τον ευτυχ αντζηλο και μετ φανταζμουν με κτηνδη ευ­ χαρστηση την απγνωση της Λζας... Αλλ πρ­ τον, στην πλη Ο... ττοιες γωνις υπρχουν πολ λγες και δετερον, ξλινος φρχτης, φανρι, φ­ λακας μακρι στ ο βθος του δρμου... δεν υπρ­ χει! Σε μια ττοια γωνι εναι κπως πιο κσμιο να εμπορεεσαι κουλορια παρ να χνεις ανθρ­ πινο αμα. Πρπει να ομολογσω τι μεταξ των λλων μσων για λυτρωμ, πως πολ αριστα εκφραζμουν καθς κουβντιαζα με τον διο μου τον εαυτ, σκφτηκα να μιλσω με τον διο τον Οζιγκιν... για να στρψω την προσοχ αυτο του ευπατρδη στην επικνδυνη θση της κρης του, στις θλιβερς συνπειες της απερισκεψας της...
    Μια φορ, μλιστα, νοιξα κουβντα μαζ του γι' αυτ την λεπτ υπθεση, αλλ μιλοσα τσο πο­ νηρ κι αριστα που εκενος με κουγε, με κου­ γε και ξαφνικ σαν μισοκοιμισμνος σκοπισε ντονα και γργορα με την παλμη λο του το πρσωπο, χωρς να προσχει τη μτη του, μετ ρουθονισε και απομακρνθηκε απ μνα πηγα­ νοντας στην λλη κρη. Δεν χρειζεται να πω τι εγ χοντας πρει αυτ την απφαση, διαβεβαω­ να τον εαυτ μου πως χω τις πιο ανιδιοτελες προθσεις, πως εχομαι το γενικ καλ και εκτε­ λ το καθκον ενς φλου του σπιτιο... Τολμ μως να σκεφτ τι ακμα και αν ο Κριλλος Ματ­ θιτς δεν κοβε τις διαχσεις μου, εγ ωστσο δεν θα εχα την παλληκαρι να τελεισω τον μο­ νλογ μου. Πτε πτε ρχιζα με σοβαρτητα αρ­ χαου σοφο να σταθμζω τα προτερματα του πργκιπα. λλες φορς παρηγοροσα τον εαυτ μου με την ελπδα τι μνον τσι θα ερχταν η Λζα στα λογικ της, τ ι η αγπη της δεν ταν πραγματικ αγπη... Αχ, χι! Με δυο λγια, δεν ξρω τι σκψεις ττε στριφογριζαν στον νου μου. να μνο μσον, το ομολογ ειλικριν, δεν πρα­ σε ποτ απ' το μυαλ μου και συγκεκριμνα, οτε μια φορ δεν σκφτηκα ν' αυτοκτονσω. Τον λγο που δεν μου ρθε στο μυαλ, δεν τον ξρω... σως ττ ε να εχα την προασθηση τι και να μην το κνω, δεν θα ζσω για πολ.

     Εναι αντιληπτ τι με αυτ τα αρνητικ δε­ δομνα η διαγωγ μου, η συμπεριφορ μου με τους ανθρπους, περισστερο απ κθε λλη φο­ ρ διακρινταν απ λλειψη φυσικτητας και απ νταση. Ακμα και η γρι Οζιγκινα, αυτ το α­ νητο εκ γενετς πλσμα, ρχιζε να με φοβται και μερικς φορς δεν ξερε απ ποια πλευρ να με πλησισει. Ο Μπιζμινκωφ, πντοτε ευγενι­ κς και τοιμος να σ' εξυπηρετσει, με απφευγε. Ττε λοιπν νμισα τι εχα συνδελφο, τι και εκενος αγαποσε την Λζα. Ποτ μως δεν απα­ ντοσε στους υπαινιγμος μου και γενικ μιλο­ σε ανρεχτα μαζ μου. Ο πργκιπας ταν μαζ του πολ φιλφρων, μπορε να πει κανες πως τον σε­ βταν. Οτε ο Μπιζμινκωφ οτε εγ... εμποδ­ ζαμε τον πργκιπα και τη Λζα, αλλ ο Μπιζμιν­ κωφ δεν τους απφευγε πως εγ, οτε και κοτα­ ζε σαν λκος σαν θμα - και συντασσταν ευχα­ ρστως μαζ τους ταν οι δυο τους το επιθυμο­ σαν. Αλθεια, σε αυτς τις περιπτσεις δεν δια­ κρινταν ιδιαιτρως για τ' αστεα του, αλλ και πρωττερα, ταν εχε το κφι του, πλι ταν κ­ πως συνεσταλμνος.
     τσι πρασαν κοντ στις δο εβδομδες. Ο πρ­ γκιπας δεν ταν μνον καλς και ξυπνος, παιζε στ ο πινο, τραγουδοσε, ζωγρφιζε αρκετ ικα­ νοποιητικ, ξερε να διηγεται. Τα ανκδοτα που αντλοσε απ αντερους κκλους της ζως της πρωτεουσας, καναν μεγλη εντπωση στους ακροατς και μλιστα τσο μεγαλτερη σο ο διος φαινταν να μην δνει κποια ιδιατερη ση­ μασα σε αυτ. Συνπεια αυτς, της αν θλετε, απλς κατερ­ γαρις του πργκιπα, ταν πως κατ τη διρκεια της βραχυχρνιας παραμονς του στην πλη Ο... εχε καταγοητεσει κυριολεκτικ λη την ντπια κοινωνα. Για κποιον που προρχεται απ τα α­ ντερα κοινωνικ στρματα, το να γοητεσει τον καθνα απ εμς, τους ανθρπους της στπας, ε­ ναι πντοτε πολ εκολο. Οι συχνς επισκψεις του πργκιπα στους Οζιγκιν (περνοσε μαζ τους λα τα βρδια) προκαλοσαν ββαια τη ζλεια των λλων κυρων ευγενν και δημοσων υπαλλλων, αλλ ο πργκιπας ως νθρωπος κοσμικς και ξυ­ πνος δεν απφευγε κανναν τους, πγαινε σε ­ λους, λεγε σε λες τις κυρες και τις δεσποινδες στω και μα θωπευτικ λξη, επτρεπε στον εαυ­ τ του να τρει με εξεζητημνο φος βαρι φαγη­ τ και να πνει ακριβ κρασι με εξαρετες ονομα­ σες - με μια λξη, συμπεριφερταν ριστα, προσε­ χτικ και επιδξια. Ο πργκιπας Ν. γενικ ταν νθρωπος με εθυμο χαρακτρα, κοινωνικς, φιλ­ φρων απ τη φση του και λγω της παροσης ευκαιρας ακμα και απ υπολογισμ. Πς λοιπν να μην τα προλαβανει λα και στην εντλεια;
     Απ' την ημρα που εχε ρθει, λοι στο σπτι βρισκαν τι ο καιρς περνοσε με ασυνθιστη ταχτητα. λα πγαιναν θαυμσια. Ο γροντας Οζιγκιν μλο που κανε τι τποτε δεν προσχει, πως φανεται στα κρυφ τριβε τα χρια του με τη σκψη να κνει ναν ττοιο γαμπρ. Ο διος ο πργκιπας οδηγοσε λη την υπθεση πολ ρεμα και κσμια, ταν ξαφνικ να αναπντεχο περι­ στατικ... Αριο η συνχεια. Σμερα κουρστηκα. Oι αναμνσεις αυτς με εξπτουν και με φρνουν με το να πδι στον τφο. Η Τερεντιβνα σμερα βρκε τι η μτη μου προεξχει και αυτ λνε εναι κακ σημδι.
27 Μαρτου.
     Οι πγοι συνεχζουν να λινουν. Η λη υπθεση βρισκταν σε μια κατσταση πως περιγρφεται πιο πνω. Ο πργκιπας και η Λζα αγαπινταν μεταξ τους και οι ηλικιωμνοι Ο­ ζιγκιν περμεναν να δονε τι θα γνει. Ο Μπιζ­ μινκωφ ταν ββαια παρν, γι' αυτν τι λλο να πει κανες; Εγ χτυπιμουν σαν το ψρι στον πγο και παρακολουθοσα με λες μου τις δυν­ μεις —θυμμαι πως εκενο τον καιρ εχα σκοπ τουλχιστον να μην αφσω τη Λζα να καταστρα­ φε στα δχτυα ενς αποπλανητ και γι' αυτ τον λγ ο ρχισα να προσχω ιδιαιτρως τις καμαρι­ ρες και το μοιραο «οπσθιο» εξστεγο, αν και απ την λλη μερι ονειρευμουν, μερικς φορς νχτες ολκληρες, με πση συγκινητικ μεγαλο­ ψυχα θ' απλσω με τον καιρ το χρι στο απατη­ μνο θμα και θα πω: «Ο πουλος σε απτησε, εγ μως εμαι αληθινς σου φλος... ας ξεχσου­ με το παρελθν και ας γνουμε ευτυχισμνοι!»- ταν διαδθηκε ξαφνικ σε ολκληρη την πλη το ευχριστο νο• ο ηγτης της περιφρειας σκπευε να διοργανσει ναν μεγλο χορ προς τιμν του αξιτιμου επισκπτη, στο κτμα του στην Γκορνο­ στγεβκα αλλις Γκουμπνικοβα. λοι οι αξιω­ ματοχοι και οι ιθνοντες της πλης Ο... λαβαν πρσκληση, απ' τον παρχο μχρι τον φαρμακοποι, ναν ασυνθιστο κελαηδιστ Γερμαν με την αυστηρ απατηση να χει την ικαντητα να μιλει καθαρ τα ρωσικ, εξαιτας της οποας χρησιμοποιοσε χωρς διακοπ και τελεως και­ ρα ντονες εκφρσεις, πως για παρδειγμα: «Ε­ γκ, με πρει το ντιολο, σμερα πολ καλ...» ρχισαν λοιπν, πως συνηθζεται, φοβερς προε­ τοιμασες.     
     νας μαγαζτορας με καλλυντικ πο­ λησε δεκαξι μπλε σκορα βαζκια κρμας προ­ σπου με την επιγραφ στα γαλλικ «Γιασεμ». Οι δεσποινδες φτιαχναν σφιχτ φορματα με μια βασανιστικ ζνη, η οποα δενε μ' ναν κμπο στ ο στομχι. Οι μητρες ψωναν στα κεφλια τους κτι φοβερ στολδια, αντ για σκοφιες δθεν. Οι κατακουρασμνοι πατερδες σαν ξ­ πλα, πως λνε, χωρς τα πισιν τους πδια... Η επιθυμητ μρα επιτλους φθασε. Μεταξ των προσκεκλημνων μουν κι εγ. Η απσταση απ την πλη μχρι την Γκορνοστγεβκα ταν εννι βρστια. Ο Κριλλος Ματθιτς μου πρτεινε μια θση στο αμξι του, αλλ εγ αρνθηκα... σαν τα τιμωρημνα παιδι που θλουν ναζιρικα να εκδι­ κηθον τους γονες τους και δεν τρνε στο τραπζι τ' αγαπημνα τους φαγητ. Εκτς αυτο αισθα­ νμουν τι η παρουσα μου θα δυσκλευε τη Λζα. Ο Μπιζμινκωφ με αντικατστησε.
     Ο πργκιπας πγε με την δικ του μαξα, εν εγ μ' να θλιο τετρτροχο που νοκιασα πανκριβα γι' αυτ την επσημη περπτωση. Δεν θα περιγρψω τον χορ. Τα πντα σαν πως θα πρεπε να εναι. Οι μου­ σικο με τις εξαιρετικ παρφωνες τρομπτες στις χορωδες, οι κθαμβοι τσιφλικδες με τις πα­ λις φαμλιες τους, το βιολετ παγωτ, η παχρ­ ρευστη σουμδα, οι λλοι με τις στραβοπατημ­ νες μπτες και τα πλεχτ βαμβακερ γντια, τα επαρχιτικα λιοντρια με τα σπασμωδικ παρα­ μορφωμνα πρσωπα κ.τ.λ, κ.τ.λ. Και λος αυτς ο μικρκοσμος περιφερταν γρω απ' τον λιο του -γρω απ' τον πργκιπα. Εγ χαμνος μσα στ ο πλθος, απαρατρητος ακμα και απ τις σαρα­ νταοκτχρονες κοπλες με τα κκκινα σπυρι στ ο μτωπο και τα γαλζια λουλοδια στ ο σκοτδι, κοταζα αδικοπα μια τον πργκιπα και μια τη Λ­ ζα. ταν ντυμνη πολ χαριτωμνα και πολ ω­ ραα εκενη τη βραδι. Χρεψαν μαζ μνο δυο φορς (εναι αλθεια, χρεψε μαζ της μαζορκα!) αλλ τουλχιστον σ' εμνα φαινταν τι μεταξ τους υπρχε κποια κρυφ, αδιλειπτη επικοι­ νωνα. Εκενος, χωρς να την κοιτζει και χωρς να της μιλει, δειχνε σαν ν' απευθυνταν σ' αυ­ τν, και μνον σ' αυτν.
     τα ν ωραος, λαμπρς και αγαπητς στους λλους, γι' αυτν και μνο. Και η δια ταν φανερ τ ι αισθανταν βασλισ­ σα του χορο - και αξιαγπητη. Το πρσωπ της την δια στιγμ που λαμπε απ παιδικ χαρ και απονρευτη υπερηφνεια, ξαφνικ φωτιζταν απ να λλο, πιο βαθ συνασθημα. Απ μσα της πνεε η ευτυχα. Αυτ λα τα βλεπα... Δεν ταν η πρτη φορ που χρειαζταν να τα παρατη­ ρσω... Αυτ στην αρχ με πκραινε, στερα μου φαινταν σαν να με ανασττωνε και τελικ μ' ε­ ξργιζε. Ξφνου νιωσα τον εαυτ μου ασυνθι­ στα κακν και θυμμαι που χρηκα ιδιαιτρως με αυτ την ασθηση και ακμα κρδισα και κποια εκτμηση για τον εαυτ μου. «Να τους δεξουμε τι ακμα δεν πεθναμε», επα απ μσα μου. ­ ταν ρχισαν ν' αντηχον οι προσκλητριες ιαχς της μαζορκας, κοταξα ρεμα τριγρω, πλησασα ψυχρ και θαρραλα μια μακροπρσωπη δεσποινδα με κκκινη και γυαλιστερ μτη, με ασχημο­ βαλμνο και ανοιχτ σαν ξεκομπωτο στμα και με ξερακιαν λαιμ που θμιζε λαβ κοντραμπ­ σου. Την προσγγισα και χτυπντας ξερ τα τα­ κονια μου την προσκλεσα να χορψουμε.
     Φοροσε να ροζ φρεμα, που το χρμα του φαιν­ τα ν λες και μλις εχε αναρρσει απ κποια α­ σθνεια. Πνω απ' το κεφλι της τρεμολιαζε μια ξεθωριασμνη και θλιμμνη μγα σε μια τερστια χλκινη σοστα. Και γενικ αυτ η κοπλα ταν, αν μποροσε κποιος να το πει τσι, μουλιασμ­ νη με μια ξινισμνη πλξη και μια χρνια αποτυ­ χα. Απ' την αρχ της βραδις δεν εχε κουνηθε απ' τη θση της και καννας δεν σκεπτταν να την προσκαλσει. νας δεκαεξχρονος νεαρς ξανθο­ μλλης, μη βρσκοντας λλη ντμα, εχε στραφε κποια στιγμ προς το μρος της, εχε αρχσει να την πλησιζει, μετ το σκφτηκε λγο, την κοτα­ ξε και μετ βιστηκε να κρυφτε μσα στ ο πλ­ θος. Μπορετε να φανταστετε τρα με πση ευ­ χριστη κπληξη δχτηκε την πρσκλησ μου! Την οδγησα μ' επισημτητα μσα απ τη μεγλη σλα, ψαξα να βρω δυο καθσματα και κθισα μαζ της στον κκλο της μαζορκας στα δκα ζευ­ γρια, σχεδν απναντι απ' τον πργκιπα, στον ο­ ποον ββαια εχαν παραχωρσει την πρτη θση.
     πως χω δη πει, ο πργκιπας χρευε με τη Λζα. Οτε εμνα οτε την ντμα μου ενοχλοσαν με προσκλσεις. Αυτ σημανει τι χρνος για συζ­ τηση μεταξ μας υπρχε φθονος. Να πω την αλ­ θεια, η ντμα μου δεν διακρινταν για την ικαν­ τητ της να προφρει τα λγια τη ς με ειρμ. Το στμα της χρησμευε πιο πολ για να στραβνει προς τα κτω, σχηματζοντας να παρξενο χα­ μγελο που ως τρα δεν το χω ξαναδε. Συνμα σκωνε ψηλ τα μτια, λες και κποια αρατη δναμη της τραβοσε το πρσωπο. Αλλ εμνα δεν μου χρειαζταν η ευφρδει της. Ευτυχς που νιωθα τον εαυτ μου κακ και η ντμα μου δεν μου ενπνεε καννα δισταγμ. βαλα μπροστ να κνω κριτικ στα πντα και στους πντες, ιδια­ τερα στους μπρβους της πρωτεουσας και στους κομψευμενους της Πετροπολης και τελικ διαχρισα τη θση μου μχρι ττοιου σημεου, στε η ντμα μου παψε σιγ σιγ να χαμογελει και αντ να σηκνει τα μτια της ψηλ, ρχισε ξαφνικ -κι αυτ απ την κπληξη της- να λοξοκοιτζει και μλιστα τσο παρξενα, σαν να ταν η πρτη φορ που παρατηροσε τι το πρσωπ της χει μτη. Κι ο διπλανς μου, ν απ κενα τα λιοντρια για τα οποα μλησα πιο πνω, δεν πρε οτε μια φορ το βλμμα του απ πνω μου και ακμα γρισε προς το μρος μου με μιαν κφραση ηθοποιο χαμνου πνω στη σκην, σαν να θελε να πει: «Κι εσ εδ λοιπν;»
     Εγ πντως συνχιζα να τραγουδ, πως λνε, σαν αηδνι, παρακολουθντας ταυτχρονα τον πργκιπα και τη Λζα. Δχονταν συνχεια προσκλσεις για χορ, αλλ εγ υπφερα λιγτερο ταν χρευαν οι δυο τους κι ιδως ταν κθονταν κοντ-κοντ και μιλοσαν μεταξ τους χαμογελντας μ' εκενο το μειλχιο χαμγελο το οποο δεν θλει να λεψει απ' το πρσωπο των ερωτευμνων εραστν, κυρως ττε δεν υπφερα τσο. ταν μως η Λζα φτερογιζε στην αθουσα με κποιον ασκη λιμοκοντρο κι ο πργκιπας με την γαλζια εσρπα τη ς στα γνατ του τη παρακολουθοσε ονειροπλα με το βλμμα του σαν να καμρωνε για την κατκτησ του, ττε, ω ττε, δοκμαζα ανυπφορα μαρτρια κι απ αγανκτηση μου ξφευγαν ττοιε ς κακβουλες παρατηρσεις που οι κρες των ματιν της ντμας μου ρχονταν κι ακουμποσαν στη μτη της! Στο μεταξ η μαζορκα πλησαζε προς το τλος... ρχισαν να κνουν την χορευτικ παραλλαγ, που την ονομζουν la confidente(ο εμπιστευτικς χορς). Σε αυτν τη φιγορα η ντμα κθεται στο κντρο του κκλου, διαλγει λλη ντμα μπιστη και της ψιθυρζει στο αυτ το νομα του κυρου με τον οποον επιθυμε να χορψει. νας καβαλιρος οδηγε στην μπιστη ντμα ναν ναν τους χορευτς και αυτ τους αρνεται ως του τελικ εμφανιστε κποια στιγμ ο καθορισμνος τυχερς.
     Η Λζα κθισε στη μση του κκλου και διλεξε την κρη του οικοδεσπτη, μια απ εκε­ νες τις κοπλες για τις οποες ο κσμος λει «ας πνε στο καλ». Ο πργκιπας ρχισε να ψχνει για τον εκλεκτ. χοντας παρουσισει μταια περ τους δκα νους (η κρη του οικοδεσπτη τος αρνθηκε λους μ' να ωραιτατο χαμγελο), τελικ στρφηκε προς το μρος μου. Εκενη τη στιγμ κτι το ασυνθιστο γινε μσα μου. νιωσα να τρεμουλιζει λο μου το κορμ και θελα ν' αρνη­ θ, αλλ μως σηκθηκα και πγα. Ο πργκιπας με οδγησε στη Λζα... Εκενη οτε καν με κοταξε. Η κρη του οικοδεσπτη κονησε αρνητικ το κεφ­ λι, ο πργκιπας γρισε προς το μρος μου και μλ­ λον παρακινημνος απ την κφραση ανατριχλας στ ο πρσωπ μου, μου κανε μια βαθι υπκλιση. Αυτ η χλευαστικ υπκλιση, αυτ η ρνηση που μου διαββασε ο θριαμβευτς αντζηλς μου, το αδιφορο χαμγελ του, η αδιαφορα και η λλει­ ψη προσοχς εκ μρους της Λζας - λα αυτ με αγανκτησαν... Πλησασα τον πργκιπα και μανια­ σμνος του ψιθρισα:
 «Εσες, θαρρ, θελσατε να με χλευσετε!»
     Ο πργκιπας κπληκτος με κοταξε περιφρονη­ τικ, μ' πιασε πλι απ' το χρι και καμνοντας τι με συνοδεει στη θση μου, μου απντησε ψυ­ χρ:
 «Εγ;»

 «Ναι, εσες!» συνχισα εγ ψιθυριστ, υπα­ κοοντς τον ωστσο, δηλαδ αφνοντς τον να με οδηγσει στη θση μου. «Εσες. Αλλ δεν χω σκοπ να επιτρψω σ' ναν τιποτνιο τυχρπαστο της Πετροπολης...»
     Ο πργκιπας χαμογλασε ρεμα, σχεδν συ­ γκαταβατικ, μου σφιξε το χρι και ψιθρισε:
 «Σας καταλαβανω, αλλ εδ δεν εναι ο χρος, θα τα πομε». Αμσως μετ μου γρισε τα ντα, πλησασε τον Μπιζμινκωφ και τον οδγησε στη Λζα. Ο κιτρινιρης υπαλληλσκος βγκε, ο εκλε­ κτς. H Λζα σηκθηκε να τον συναντσει.
     Εγ καθισμνος δπλα στην ντμα μου με τη θλιμμνη μγα στ ο κεφλι, νιωθα σχεδν σαν ρωας. Η καρδι μσα μου χτυποσε δυνατ, το στθος υψωμνο ευγενικ κτω απ' το κολλαρι­ σμνο επιστθιο, ανσαινα βαθι και γργορα και ξαφνικ κοταξα με ττοια μεγαλοπρπεια προς το γειτονικ λιοντρι, που κλτσησε θελ του με το γυρισμνο σ' εμνα ποδρι του. Ξεφορτθηκα αυτ το τομο και μετ φερα ναν γρο με το βλμμα λο τον κκλο των χορευτν... Μου φνηκε τι δυο τρεις απ τους κυρους με κοταξαν χι χωρς κ­ ποια αμηχανα, αλλ γενικ η συνομιλα μας με τον πργκιπα δεν εχε γνει αντικεμενο προσοχς... Ο αντζηλς μου καθταν τρα στο κθισμ του, τελεως ρεμος και με το χαμγελο στο πρ­ σωπο, πως πρτα. Ο Μπιζμινκωφ συνδευσε τη Λζα μχρι τη θση της. Εκενη του κανε απ φιλοφροσνη υπκλιση και αμσως στρφηκε προς τον πργκιπα, πως μου φνηκε, με κποια αγωνα. Ε­ κενος μως της απντησε μ' να χαμγελο, κνο­ ντας μια χαριτωμνη χειρονομα και θα πρπει να της επε κτι πολ ωραο, διτι αυτ κοκκνισε ολκληρη απ ευχαρστηση, χαμλωσε το βλμμα και στερα το σκωσε πλι και με μια χαδευτικ εππληξη το προσλωσε πνω του.
     Η ηρωκ διθεση που αναπτχθηκε αναπ­ ντεχα μσα μου δεν χθηκε μχρι το τλο ς της μαζορκας, ωστσο εχα πια σταματσει τις ευ­ φυολογες και την «κριτικομανα», παρ μνον κοταζα πτε πτε σκυθρωπ και αυστηρ την ντμα μου, η οποα φαινταν πια πως ρχιζε να με φοβται και κμπιαζε τελεως ανοιγοκλενο­ ντας αδικοπα τα μτια της, οπτε την οδγησα στ η φυσικ σιγουρι της μητρας της, μιας πολ παχις γυνακας με ξανθοκκκινη τκα (γυναικεο στολδι, καρφτσα πρπη) στ ο κεφλι... Αφο παρδωσα την φοβισμνη κοπλα ε­ κε που ανκε, απομακρνθηκα προς το παρθυ­ ρο, σταρωσα τα χρια μου και ρχισα να περι­ μνω τι θα γνει. Περμενα αρκετ ρα. Ο πρ­ γκιπας ταν συνεχς περικυκλωμνος απ' τον οικοδεσπτη και πιο συγκεκριμνα, περικυκλωμνος πως η Αγγλα απ τη θλασσα, δχως να υπολογζω ββαια και τα λοιπ μλη της οικογνειας του περιφερειακο ηγτη και τους λλους επισκπτες. Και εκτς αυτο δεν μποροσε να πλησισει ναν τσο ασμαντο νθρωπο σαν εμνα και ν' αρχσει την κουβντα μαζ του, χω­ ρς να προκαλσει την γενικ κπληξη. Αυτ η ασημανττητ μου, θυμμαι, ακμα μ' ευχαριστοσε ττε . «Φρνιμα!» σκφτηκα παρακολουθντας πς απευθυνταν ευγενικ πτε στ ο να πτε στ ο λλο αξιτιμο πρσωπο, τα οποα επι­ ζητοσαν την τιμ να τα προσξει στω και για μια στιγμ, πως λνε οι ποιητς. «χι δα, αγα­ πητ... θα με πλησισεις, εγ βλπεις σε πρ­ σβαλα». Τελικ, ο πργκιπας με επιδεξιτητα ξε­ φορτθηκε το πλθος των θαυμαστν του, π­ ρασε απ δπλα μου, κοταξε μια στ ο παρθυρο μια στα μαλλι μου, γρισε και ξαφνικ σταμ­ τησε σαν κτι να εχε ξεχσει.
 «Α, ναι!» επε απευθυνμενος σ' εμνα χαμογελαστ, «με την ευκαιρα, χω για σας μια δουλ­ τσα».
     Δυο τσιφλικδες, απ τους πιο ενοχλητικος, που ακολουθοσαν επμονα τον κμη, σως σκ­ φτηκαν τι η «δουλτσα» εναι υπηρεσιακ και με σεβασμ καναν πσω. Ο κμης μ' πιασε απ' το μπρτσο και με οδγησε στην κρη. Η καρδι μου χτυποσε στο στθος.
 «Εσες, νομζω», ρχισε παρατενοντας τη λξη εσες και κοιτζοντς με στο πιγονι με μια κ­ φραση περιφρονητικ, η οποα κατ περεργο τρ­ πο δεν μποροσε να ταιριζει καλτερα στο νεανι­ κ και μορφο πρσωπ του, «με επατε αυθδη;»
 «Επα αυτ που σκεπτμουν», αντεπα εγ υ­ ψνοντας τον τνο της φωνς μου.
 «Σςς... συχα», παρατρησε αυτς, «οι ντιμοι νθρωποι δεν φωνζουν. Θα θλατε σως να μο­ νομαχσετε μαζ μου;»
 «Αυτ εναι δικ σας δουλει», απντησα εγ τεντνοντας το κορμ μου.
 «Θα αναγκαστ να σας καλσω σε μονομα­ χα», επε αδιφορα, «αν δεν πρετε πσω τις εκ­ φρσεις σας».
 «Με τποτα δεν προτθεμαι να τις απαρνηθ», ανττεινα εγ με υπερηφνεια.
 «Αλθεια;» παρατρησε, χι χωρς κποιο ει­ρωνικ χαμγελο. «Σε αυτ την περπτωση», συν­ χισε στερα απ μια μικρ παση, «θα χω την τιμ να σας στελω αριο τον μρτυρ μου».
 «Πολ καλ», επα εγ με φων σο μποροσα πιο αδιφορη.
     Ο πργκιπας υποκλθηκε ελαφρ.
 «Δεν μπορ να σας απαγορεσω να με βρσκε­ τε ναν τιποτνιο νθρωπο», πρσθεσε μισοκλε­ νοντας υπεροπτικ τα μτια, «αλλ οι πργκιπες Ν. δεν μπορε να εναι τυχρπαστοι. Εις το επα­ νειδεν, κριε... κριε Στουκατοριν».
     Μου γρισε γργορα την πλτη και πλησασε πλι τον οικοδεσπτη, ο οποος εχε δη αρχσει ν' ανησυχε.
 «Κριε Στουκατοριν!... Εμνα με λνε Τσουλκατοριν...»
     Τποτε δεν βρκα να του πω για απντηση σε αυτ την τελευταα προσβολ, παρ μνο τον κο­ ταξα με λσσα.
 Αριο», μουρμορισα σφγγοντας τα δντια και αμσως ψαξα να βρω ναν γνωστ μου αξιω­ ματικ, τον λογχοφρο λαρχο Κολομπερντιγεφ, μανιδη γλεντζ και περφημο παιδ, στον οποο επα με λγα λγια για τη φιλονικα μου με τον πργκιπα και τον παρακλεσα να εναι ο μρτυρς μου. Αυτς ββαια συμφνησε αμσως και στερα πγα στο σπτι.
     λη τη νχτα δεν μπρεσα να κοιμηθ - απ την ταραχ μου, χι απ δειλα. Δεν εμαι δειλς. Και ακμα, πολ λγο σκεπτμουν για το πιθαν ενδεχμενο να χσω τη ζω μου, αυτ το υπρτα­ το αγαθ στον κσμο, πως διαβεβαινουν οι Γερμανο. Σκεπτμουν μνον τη Λζα, τις δικς μου χαμνες ελπδες, αυτ που πρεπε να κνω.
 «Πρπει ραγε να προσπαθσω να σκοτσω τον πργκιπα;» αναρωτιμουν και εννοεται πως θε­ λα να τον σκοτσω χι απ εκδκηση, αλλ απ την επιθυμα μου για το καλ της Λζας. «Εκενη μως δεν θ' αντξει αυτ το χτπημα», συνχιζα.
 «χι, ας εναι πιο καλ να σκοτσει εκενος εμνα!» Ομολογ επσης τι μου ταν ευχριστη η σκψη πς εγ, νας ασμαντος επαρχιτης, ανγκασα να τσο σοβαρ πρσωπο να μονομαχ­ σει μαζ μου.
     Το πρω με βρκε απορροφημνο με αυτς τις σκψεις. Κοντ στ ο πρωιν κανε την εμφνισ του ο Κολομπερντιγεφ.
 «Λοιπν», με ρτησε μπανοντας με θρυβο στην κρεβατοκμαρ μου, «πο εναι ο μρτυρας του πργκιπα;»
 «Μα για νομα του Θεο», απντησα εγ αγανακτισμνος. Η ρα εναι μλις επτ το πρω, ο πργκιπας ακμα οτε το τσι του δεν πρε, κοι­ μται τρα».
 «Σε αυτ την περπτωση», αντεπε ο ακοραστος λαρχος, «δστε εντολ να μου φρουν τσι. Απ χθες το βρδυ χω πονοκφαλο... Οτε καν γδθηκα και λλωστε», συμπλρωσε με να χασμουρητ, «γενικ σπνια βγζω τα ροχα μου».
     Του φεραν το τσι. πιε ξι ποτρια με ρομι, κπνισε τσσερα τσιμποκια, μου επε τι χθες αγρασε πμφθηνα να λογο που οι αμαξδες δεν το θελαν και τι σκοπεει να το εξασκσει δνοντς του το μπροστιν πδι και μετ α­ ποκοιμθηκε με τα ροχα στο ντιβνι και με το τσιμποκι στο στμα. Εγ σηκθηκα και τακτο­ ποησα τα χαρτι μου. να σημεωμα πρσκληση της Λζας, το μοναδικ σημεωμα που εχα λβει απ εκενη, το βαλα στο στθος μου αλλ μετ το ξανασκφτηκα και το πταξα στο καλθι. Ο Κολομπερντιγεφ ροχλιζε ελαφρ, με το κεφλι του κρεμασμνο πνω στο δερμτινο μαξιλρι. Θυμμαι πως κοταζα πολλ ρα το αναμαλλια­ σμνο, λεβντικο, αμριμνο και αγαθ πρσωπ του. Στις δκα η ρα ο υπηρτης μο ανφερε τον ερχομ του Μπιζμινκωφ. Ο πργκιπας εχε επι­ λξει αυτν για μρτυρα!
     Και οι δυο μαζ ξυπνσαμε τον βαθυκοιμισμ­ νο λαρχο. Εκενος σηκθηκε, μας κοταξε σαν α­ ποχαυνωμνος και με βραχν φων ζτησε βτ­ κα• μετ σιωσε το σμα του και αφο αυτς και ο Μπιζμινκωφ υποκλθηκαν, πγαν μαζ σε να λλο δωμτιο για να συσκεφτον. Η σσκεψη τω ν κυρων μαρτρων δεν διρκεσε πολ. πειτα απ να τταρτο μπκαν και οι δυο μαζ στην κρεβατοκμαρα. Ο Κολομπερντιγεφ με πληροφρησε τι «θα μονομαχσουμε σμερα, στι ς τρεις, με πιστλια». Εγ κλινα το κεφλι σε νδειξη συμφωνας. Ο Μπιζμινκωφ αμσως μας χαιρτησε και φυγε. τα ν κπως χλωμς και εσωτερικ ταραγμνος, σαν νθρωπος ασυνθι­ στος σε τεχνσματα αυτο του εδους, αλλ ωστσο ταν και ευγενς και ψυχρς. Εγ μπρο­ στ του νιωθα να ντρπομαι κπως και δεν τολ­ μοσα να τον κοιτξω στα μτια. Ο Κολομπερ­ ντιγεφ ρχισε πλι να διηγεται ιστορες για το λογ του. Αυτ η συζτηση ταν πολ ευ­ πρσδεκτη, διτι φοβμουν μην τυχν αναφρει τη Λζα. Αλλ ο καλς μου λαρχος δεν ταν κου­ τσομπλης και επιπλον περιφρονοσε λες τι ς γυνακες, τις οποες ονμαζε —νας Θες ξρει γιατ— σαλτα. Στις δο η ρα προγευματσαμε και στι ς τρεις βρισκμασταν στ η θση που θα ελμβανε χρα η μονομαχα - στ ο δι ο εκενο δασκι που κποτε περπατοσα με τη Λζα, δυο βματα απ εκενο τον γκρεμ.
     Φθσαμε πρτοι. Ο πργκιπας μως με το ν Μπιζμινκωφ δεν μας φησαν να περιμνουμε για πολ. Ο πργκιπας ταν, χωρς υπερβολ, φρσκος
φρσκος σαν το τριαντφυλλο. Τα κασταν του μτια, εξαιρετικ εγκρδια, κοταξαν μσα απ' το γεσο της τραγισκας. Κπνιζε αχυρνιο πο­ ρο και με το που εδε τον Κολομπερντιγεφ του ­ σφιξε θερμ το χρι. Ακμα και σ' εμνα υποκλ­ θηκε πολ ευγενικ. Εγ, τουναντον, νιωσα τον εαυτ μου χλωμ και τα χρια μου, προς μεγλη μου αγανκτηση, τρεμαν ελαφρ... το λαργγι μου εχε στεγνσει... Ποτ πριν δεν εχα μονομα­ χσει. «Ω, Θε μου», σκφτηκα, «μνο αυτς ο σκω­ πτικς κριος να μην εξλαβε τη συγκνησ μου για δειλα!» Απ μσα μου στελνα τα νερα μου σε λους τους διαβλους, αλλ κοιτζοντας τελι­ κ τον πργκιπα κατευθεαν στ ο πρσωπο και πινοντας στα χελη του να ανεπασθητο σχεδν ειρωνικ χαμγελο, ξαφνικ πλι οργστηκα και αμσως μετ ηρμησα. Στο μεταξ οι μρτυρς μας φτιαξαν να εμπδιο, μτρησαν τα βματα, γμισαν τα πιστλια. Ο Κολομπερντιγεφ πιο πολ εργαζταν. Ο Μπιζμινκωφ πιο πολ παρα­ κολουθοσε. Η μρα ταν μεγαλοπρεπς — χι χειρτερη απ μια μρα ενς αλησμνητου περι­ πτου. να πυκν μαβ χρμα του ουρανο περνοσε πως πρτα μσα απ' το επιχρυσωμνο πρσινο των φλλων. Το θρισμ τους, φανεται, μ' εκνεριζε. Ο πργκιπας συνχιζε να καπνζει το πορο του, ακουμπντας με την πλτη στον κορ­ μ μιας μικρς φιλρας...
 «Παρακαλ σηκωθετε, κριοι, εμαστε τοι­ μοι» , επ ε τελικ ο Κολομπερντιγε φ δνοντ ς μας τα πιστλια.
     Ο πργκιπας κανε μερικ βματα, σταμτησε και γυρζοντας πσω το κεφλι με ρτησε: «Α­ κμα επιμνετε να μην απαρνεστε τα λγια σας;» Εγ θελα να του απαντσω, αλλ με πρδωσε η φων μου και αρκστηκα σε μια περιφρονητικ χειρονομα. Ο πργκιπας χαμογλασε πλι και πγε και στθηκε στη θση του. Αρχσαμε τη μο­ νομαχα πλησιζοντας ο νας τον λλον. Εγ σ­ κωσα το πιστλι, σημδεψα στο στθος τον αντ­ παλ μου -τ η στιγμ αυτ ακριβς ταν ο εχθρς μου - αλλ ξαφνικ, σαν κποιος να με σκοντησε κτω απ' τον αγκνα, σκωσα ψηλ την κννη και πυροβλησα. Ο πργκιπας κλονστηκε, πλησασε το αριστερ του χρι στον αριστερ του κρταφο -να μικρ αυλκι αματος κλησε στ ο μγουλ του κτω απ' το λευκ καστρινο γντι. Ο Μπιζ­ μινκωφ ρχτηκε κοντ του.
 «Καλ», επε ο πργκιπας βγζοντας την τρυπημνη τραγισκα του, «αφο με χτπησε στο κεφλι και δεν πεσα, θα εναι καμμι γρατζουνι».
βγαλε ρεμα απ την τσπη το μπατστινο (απ λιν φασμα με πολ πυκν φανση) μαντλι του και το βαλε στα μουσκεμνα με αμα κατσαρ μαλλι του. Τον κοταξα εμβρντητο ς και δεν κουνιμουν απ' τη θση μου.
 «Παρακαλ, πηγανετε στο εμπδιο!» μου επε αυστηρ ο Κολομπερντιγεφ.
     Εγ υπκουσα.
 «Η μονομαχα συνεχζεται;» πρσθεσε αυτς απευθυνμενος στον Μπιζμινκωφ.
     Ο Μπιζμινκωφ δεν του απντησε. Ο πργκιπας, μως, χωρς να βγλει το μαντλι απ' την πληγ και μη δνοντας στον εαυτ του οτε καν την ικανοποηση να με βασανζει στο εμπδιο, φερε χαμογελντας αντρρηση. «Η μονομαχα τελεωσε», επε και πυροδτησε στον αρα. Εγ παρ λγο να κλψω απ αγανκτηση και μανα. Αυτς ο ν­ θρωπος με την μεγαλοψυχα του σε τελευταα αν­ λυση με δυσφμισε, με σφαξε. θελα ν' αντιδρ­ σω, θελα ν' απαιτσω να με πυροβολσει. Αλλ εκενος με πλησασε και μου τεινε το χρι.
 «λα ξεχστηκαν μεταξ μας, τσι δεν εναι;» εκστμισε με φων θερμ, φιλικ.
     Εγ κοταξα το χλωμ πρσωπ του, το ματω­ μνο μαντλι του και χοντς τα απολτως χαμ­ να, ντροπιασμνος και συντετριμμνος του ­ σφιξα το χρι...
 «Κριοι!» πρσθεσε, απευθυνμενος στους μρ­ τυρες. «Ελπζω τι λα αυτ θα μενουν μυστικ».
 «Εννοεται!» αναφνησε ο Κολομπερντιγεφ.
 «μως, πργκιψ, αν μου επιτρπετε...»
     Και ο διος πγε και του δεσε το κεφλι. Ο πργκιπας φεγοντας μου κανε λλη μια υπκλιση, αλλ ο Μπιζμινκωφ οτε καν με κο­ ταξε. Νικημνος, ηθικ νικημνος, επστρεψα με τον Κολομπερντιγεφ στο σπτι.
 «Μα τι χετε;» με ρωτοσε ο λαρχος. «Ηρεμ­ στε, η πληγ εναι ακνδυνη. Και αριο ακμα αν θλει, μπορε να χορεει. λυπστε που δεν τον σκοτσατε; Σ' αυτ την περπτωση ματαιοπονε­ τε, εναι καλ παιδ».
 «Γιατ με λυπθηκε;» μουρμορισα εγ στο τ­ λος.
 «Αυτ δα μας λειπε!» διαφνησε ρεμα ο ­ λαρχος... «Αχ, αυτο οι συγγραφες!»
     Δεν ξρω γιατ σκαρφστηκε να με ονομσει συγγραφα. Αρνομαι απολτως να περιγρψω τα βσαν μου εκενο το απγευμα που ακολοθησε μετ την τυχη μονομαχα μου. Το φιλτιμ μου υπ­ φερε ανεπωτα. Τψεις συνεδησης δεν εχα, αυτ που με εξντωνε ταν το ασθημα της βλα­ κεας μου. «Εγ και μνον εγ δωσα στον εαυ­ τ μου τ ο τελευταο, τ ο τελειωτικ χτπημα!» λεγα και ξανλεγα πηγαινοερχμενος με μεγ­ λα βματα στο δωμτιο. «Ο πργκιπας, πληγω­ μνος απ μνα και με συγχωρε... Τρα μλι­ στα, η Λζα εναι δικ του. Τποτα πια δεν μπο­ ρε να τη σσει, να τη συγκρατσει στην κρη του γκρεμο». ξερα πολ καλ τι η μονομαχα μας δεν μποροσε να μενει μυστικ, σχετα τι εχε πει ο πργκιπας. Σε κθε περπτωση, για τη Λζα δεν μποροσε να μενει μυστικ. «Ο πργκι­ πας δεν εναι τσο χαζς». μουρμορισα με λσ­ σα, «για να μην επωφεληθε...» Κι ωστσο κανα λθος. Για την μονομαχα και για την πραγματι­ κ της αιτα, ββαια, το γνριζε λη η πλη την επομνη, αλλ δεν ταν ο κμης που φλυαροσε, τουναντον. ταν εκενος με δεμνο κεφλι και με την προκαταβολικ κατασκευασμνη αιτιο ­ λογα παρουσιστηκε μπροστ στη Λζα, εκενη τα ξερε δη λα... Αν ταν ο Μπιζμινκωφ που τη ς μετδωσε το νο, αν ταν απ λλες πηγς που φθασε σ' εκενη, δεν μπορ να πω. Κι επιτ­ λους, μπως σε μια μικρ πλη εναι δυνατν κα­ νες να κρψει κτι; Μπορετε να φανταστετε πς το εξλαβε η Λζα, πς το εξλαβε λη η φα­ μελι του Οζιγκιν! Σε ,τι λοιπν αφορ εμνα, ξαφνικ γινα δκτης μιας γενικς οργς, μιας απχθειας, σαν να μουν να εδος αποβρσμα­ τος, νας παλαβς ζηλτυπος ανθρωποφγος. Οι λγοι γνωστο μου με απαρνθηκαν λες και μουν λεπρς. Οι αρχς της πλης απευθνθηκαν αμσως στον πργκιπα με την πρταση της παρα­ δειγματικς και αυστηρς τιμωρας μου. Μερικς θερμς και επμονες παρακλσεις του διου του πργκιπα απτρεψαν τη συμφορ που κρεμ­ τα ν πνω απ' το κεφλι μου. Αυτς ο νθρωπος ταν γραφτ απ τη μορα να μ' εξοντσει με κθε τρπο. Με τη μεγαλοψυχα του με χτπησε σαν τη σκεπ της ταφκασας.
     Περιττ να πω τι το σπτι των Οζιγκιν για μνα κλεισε αμσως. Ο Κριλλος Ματθιτς μου επστρεψε ακμα και να απλ μολβι που εχα ξεχσει εκε. Κανονικ, αυτ ς ακριβς δεν πρεπε να εναι θυμωμνος μαζ μου. πως λεγαν στην πλη, η δικ μου «πα­ ρλογη» ζλεια καθρισε, ξεκαθρισε -τρπο ς του λγειν- τις σχσεις του πργκιπα με τη Λζα. Στο πρσωπ του τσο οι διοι οι Οζιγκιν, σο και οι λλοι κτοικοι ρχισαν να προσβλπουν σαν σ' ναν γαμπρ. Στην ουσα αυτ δεν θα πρε­ πε να του εναι και τσο ευχριστο. Η Λζα, μως, του ρεσε πολ. Εκτς αυτο, ακμα ττε δεν εχε πετχει τους σκοπος του... Με λη την επιδεξι­ τητα ενς ξυπνου και κοσμικο ανθρπου προ­ σαρμστηκε στη να του κατσταση, αμσως μπκε, πως λνε, στ ο πνεμα του καινοργιου του ρλου...

     Εν εγ... εγ για δικ μου λογαριασμ, για λογαριασμ του μλλοντς μου δεν δωσα ττ ε σημασα! ταν τα βσανα φθνουν μχρι του ση­ μεου να υποχρενουν λον τον εσωτερικ μας κσμο να καταρρεσει και να γογγζει σαν το παραφορτωμνο κρο, θα πρεπε αυτ τα βσανα να σταματσουν να εναι κωμικ... Αλλ χι! Το γλιο χι μνον συνοδεει τα δκρυα ως το τλος, ως την εξντληση, αλλ και μχρι να στερψουν! Χτυπει και αντηχε εκε που η γλσσα μνει ­ φωνη και νεκρνει η δια η λπη... Και γι' αυτ, πρτον, επειδ δεν σκοπεω ακμα και στον διο μου τον εαυτ να φανομαι γελοος και δετερον, επειδ χω κουραστε φοβερ, αναβλλω τη συν­ χεια και με τη βοθεια του Θεο το τλος της διγησς μου μχρι την επομνη...
29 Μαρτου.
    Ελαφρι παγωνι• μχρι χθες λιωναν 0ι πγοι. Εχθς δεν εχα τις δυνμεις να συνεχσω το ημε­ ρολγι μου. Σαν τον Ποπρστσιν (κεντρικς ρωας στο ργο Το ημερολγιο ενς τρελο, του Νικολι Γκγκολ , τη περισστερη ρα μουν ξαπλωμνος στο κρεβτι και κου­ βντιαζα με την Τερεντιβνα. Να μια γυνακα! Πριν απ εξντα χρνια χασε τον πρτο της μνη­ στρα απ πανοκλα, επζησε λων των παιδιν της, η δια εναι αδικαιολγητα γρι, το τσι της το πνει σο γλυκ το θλει, εναι χορττη και ντυμνη ζεστ. Και τι νομζετε τι μου λεγε χθες λη μρα; Σε μιαν λλη γρι, τελεως ξεπουπου­ λιασμνη, πρσταξα να δσουν για γιλκο (αυτ φορει μπροστθια με τη μορφ γιλκου) ναν γιακ μιας παμπλαιας λιβρας, που ταν μισο­ φαγωμνη απ' τον σκρο... Και γιατ, παρακαλ, να μην το δσουν στην δια; «Μα εμαι η νταντ σας... Αχ, αχ, πατερολη μου, αμαρτνετε... Κι εγ που σας περιποιομαι τσα χρνια!» και τα λοιπ και τα λοιπ. Η σπλαχνη γρι μ' εξντλη­ σε κυριολεκτικ με τις παρατηρσεις της... Ας ε­ πιστρψουμε μως στην αφγηση.
     Υπφερα λοιπν σαν το σκυλ που του πτησαν τα οπσθια με κποια ρδα. Μνον ττε, μνον μετ την εκδωξ μου απ' το σπτι των Οζιγκιν μαθα τελικ πση ικανοποηση μπορε ν' αντλ­ σει ο νθρωπος ταν βλπει την δια του τη δυ­ στυχα, Ω, νθρωποι! Σωστ αξιολπητο γνος!... ντε, μως, αρκετ με τις φιλοσοφικς παρατη­ ρσεις... Πρασα μρες ολκληρες σε τλεια απο­ μνωση και μνον με τα πιο πλγια, μχρι και πο­ ταπ μσα μποροσα να μαθανω τι συνβαινε στην οικογνεια Οζιγκιν, τι κανε ο πργκιπας. Ο υπηρτης μου εχε γνωριστε με την πρτη εξα­ δλφη της γυνακας του αμαξ του. Αυτ η γνωρι­ μα μο δωσε κποια ανακοφιση και ο υπηρτης μου δεν ργησε να υποθσει, με δικος μου υπαι­ νιγμος και δωρκια, για ποιο ζτημα πρεπε να μιλσει με το αφεντικ του, ταν τα βρδια το βγαζε τραβντας τις μπτες. Πτε πτε τχαι­ νε να συναντσω στον δρμο ετε κποιον απ' την οικογνεια των Οζιγκιν ετε τον Μπιζμινκωφ τον πργκιπα... Με τον πργκιπα και με τον Μπιζ­ μινκωφ χαιρετιμουν, αλλ δεν νοιγα συζτη­ ση. Τη Λζα την εδα μνον τρεις φορς: μια φορ που ταν μαζ με τη μητρα της σ' να κατστημα μδας, μια φορ σε ανοιχτ μαξα μαζ με το ν πατρα, τη μητρα της και τον πργκιπα, μια φορ στην εκκλησα. Εννοεται πως δεν τολμοσα να την πλησισω και κοταζα μνον απ μακρι. Στο κατστημα ταν λο γνοια αλλ εθυμη... δινε παραγγελες περφροντις και πρβαρε τις κορδ­ λες. Η μανολα της την κοταζε με τα χρια σταυ­ ρωμνα στο στομχι, ανασηκνοντας τη μτη και χαμογελντας μ' εκενο το βλακδες και αφο­ σιωμνο χαμγελο, το οποο επιτρπεται μνον στις στοργικς μητρες. Στην μαξα με τον πρ­ γκιπα η Λζα ταν... ποτ δεν θα ξεχσω αυτν τη συνντηση!
     Οι γροντες Οζιγκιν κθονταν στις πσω θσεις της μαξας, ο πργκιπας με τη Λζα μπροστ. ταν πιο χλωμ απ' τι συνθως. Στα μγουλ της μλις φανονταν δυο ροζ γραμμς. ταν στραμμνη κατ το μισυ προς το μρος του πργκιπα και ακουμπισμνη στο τεντωμνο δεξι χρι της (με το αριστερ κρατοσε την ομπρλα) και τον κοταζε κλνοντας λιγωμνη το κεφαλκι της, κατευθεαν στο πρσωπο με τα εκφραστικ της μτια. Εκενην τη στιγμ του δθηκε ολκλη­ ρη δεχνοντς του για πντα την εμπιστοσνη της. Δεν πρλαβα να κοιτζω προσεχτικ την κ­ φρασ του -η μαξα πρασε απ δπλα μου πολ γργορα- αλλ μου φνηκε τι και αυτς ταν βαθι συγκινημνος.

     Την τρτη φορ την εδα στην εκκλησα. Δεν εχαν περσει περισστερες απ δκα μρες απ' την ημρα που την εχα συναντσει στην μαξα με τον πργκιπα, οτε περισστερες απ τρεις εβδο­ μδες απ' τη μονομαχα μου. Η δουλει για την οποα ο πργκιπας εχε ρθει στην Ο... εχε πλον τελεισει, αλλ καθυστεροσε ακμα την αναχ­ ρησ του. Απντησε στην Πετροπολη τι ασθε­ νε. Στην πλη περμεναν κθε μρα μια τυπικ πρταση απ' την πλευρ του προς τον Κριλλο Ματθιτς. Εγ περμενα μνον αυτ το τελευ­ ταο χτπημα, στε ν' αποσυρθ μια για πντα. Η πλη Ο... μο ταν ανιαρ. Δεν μποροσα να κ­ θομαι στο σπτι και απ' το πρω ως το βρδυ τριγριζα στα περχωρα. Μια γκρζα βροχερ μρα, καθς επστρεφα απ ναν περπατο που τον εχε διακψει η βροχ, μπκα για λγο σε μια εκκλησα. Η εσπεριν λειτουργα μλις ρχιζε και ο κσμος ταν πρα πολς. ριξα μια ματι τριγρω και ξαφνικ κοντ σ' να παρθυρο εδα να γνωστ προφλ. Στην αρχ δεν το γνρισα. Αυτ το χλω­ μ πρσωπο, αυτ το σβησμνο βλμμα, αυτ τα βαθουλωμνα μγουλα - σαν στ' αλθεια λα αυτ εκενη η δια Λζα που βλεπα εδ και δυο βδομδες:
     Κουκουλωμνη με το παλτ, χωρς καπλο στο κεφλι, φωτισμνη απ' το πλι με μια κρα αχτδα που πεφτε απ' το φαρδ λευκ παρθυρο, κοταζε ακνητη στο εικονοστσι και προσπαθοσε να προσευχηθε, προσπαθοσε να βγει απ κποια μελαγχολικ νρκη. Πσω της στεκ­ τα ν νας χοντρς με κκκινα μγουλα νεαρς Καζκος, με κτρινα φυσγγια στο στθος, κοιτ­ ζοντα ς με σταυρωμνα τα χρια στ ο στθος και με μια νυσταγμνη απορα την κοπλα του. Εγ ανατρχιασα ολκληρος, θελα να την πλησισω αλλ σταμτησα. να βασανιστικ προασθημα σφιξε το στθος μου. Μχρι το τλος του εσπερινο η Λζα δεν κουνθηκε. λος ο κσμος βγ­ κε, ο δικονος ρχισε να σκουπζει την εκκλησα, αλλ εκενη δεν φευγε απ' τη θση της. Ο Καζ­ κος την πλησασε, της επε κτι αγγζοντας το φρεμ της, αυτ κοταξε τριγρω, πρασε το χρι της πνω απ' το πρσωπ της και φυγε. Απ μακρι την συνδευσα μχρι το σπτι και στερα γρισα πσω.

 «Καταστρφηκε!» φναξα μπανοντας στο δωμτι μου.
     Ως ντιμος νθρωπος, δεν ξρω ακμα και τ­ ρα ποια ταν ττε τα συναισθματ μου. Θυμ­ μαι, σταρωσα τα χρια, πεσα στο ντιβνι και στρεψα τα μτια στο πτωμα. Αλλ δεν ξρω, μσα στη θλψη μου, μου φανεται σαν να υπρχε κτι που μ' ευχαριστοσε... Με κανναν τρπο δεν θα τ' ομολογοσα αυτ, αν δεν γραφα για λογαριασμ μου... ταν σαν να με τυραννοσαν βασανιστικ, φοβερ προαισθματα... αλλ ποιος ξρει, σως να μουν πολ πιο αναστατωμνος αν δεν εχαν επιβεβαιωθε. «Ττοια εναι η καρδι του ανθρπου!» θα φναζε τρα με εκφραστικ φων νας Ρσος δσκαλος τα παλι τα χρνια, υψνοντας τον παχ δεχτη του χεριο του, στο­ λισμνο μ' ασημνιο δαχτυλδι. Αλλ τι μας νοι­ ζει εμς τρα η γνμη του Ρσου δασκλου με την ιδιατερα εκφραστικ φων και με το δαχτυ­ λδι στο δχτυλο;
     πως και να χει το πργμα, τα προαισθμα­ τ μου αποδεχθηκαν σωστ. Αφνης στην πλη διαδθηκε η εδηση τι ο πργκιπας φυγε κατ­ πιν κποιας δθεν εντολς απ' την Πετροπολη, δχως να χει κνει καμι κουβντα οτε στον Κριλλο Ματθιτς οτε στη γυνακα του και τ ι της Λζας της απομνει πλον μχρι το τλος των ημερν της να θρηνε την παρασπονδα του. Η αναχρηση του πργκιπα ταν τελεως αναπντε­ χη διτι την παραμον ακμα ο αμαξς του, σμ­ φωνα με την διαβεβαωση του υπηρτη μου, με καννα τρπο δεν υποπτευταν την πρθεση του κυρου του. Αυτ το νο μο ναψε φωτις. Αμ­ σως ντθηκα και βιστηκα να πω στον Οζιγκιν, αλλ μετ που το σκφθηκα καλ, το βρκα πρ­ πον να περιμνω μχρι την λλη μρα. λλωστε δεν χανα τποτα μνοντας στο σπτι. Το διο εκενο βρδυ ρθε τρχοντας σ' εμνα κποιος Παντοπιππουλος, λληνας περαστικς, που ­ λως τυχαως εχε ξεμενει στην πλη Ο.... νας κουτσομπλης πρτου μεγθους, ο οποος περισ­ στερο απ' λους βραζε απ αγανκτηση ενα­ ντον μου για τη μονομαχα μου με τον πργκιπα. Στον υπηρτη μου δεν δωσε καν τον χρνο να μου πει τ' νομ του, μνο ρμησε στο δωμτι μου, σφιξε γερ το χρι μου, χλιες φορς μου ζτησε συγγνμη, με ονμασε παρδειγμα μεγαλοψυ­ χας και τλμης, περιγραψε τον πργκιπα με τα πιο μελαν χρματα και δεν λυπθηκε καθλου τους γροντες Οζιγκιν, τους οποους κατ τη γνμη του η μορα τος τιμρησε δικαως. Με την ευκαιρα γγιξε και το θμα της Λζας και μετ φυγε τρχοντας, αφο πρτα με φλησε στον μο. Στο μεταξ μαθα απ αυτν τι ο πρ­ γκιπας, σαν γνσιος ρχοντας, την παραμον της αναχρησης, πειτα απ ναν λεπτ υπαινιγμ του Κριλλου Ματθιτς απντησε ψυχρ τι δεν εχε την πρθεση να εξαπατσει κανναν και δεν σκπτεται να παντρευτε, μετ σηκθηκε, χαιρ­ τησε και αυτ ταν. 
     Ο κοντφθαλμος υπηρτης τους μλις με εδε πδηξε απ' το ν πγκο με γρηγορδα αστραπς, εν εγ πρ­ σταξα να με αναγγελει. Ο υπηρτης τρεξε και αμσως γρισε. «Παρακαλ, περστε», επε. Μπ­ κα στ ο γραφεο του Κριλλου Ματθιτς... Αριο η συνχεια.
30 Μαρτου.
     Παγωνι. Και τσι μπκα στο γραφεο του Κριλλου Ματθιτς. Θα πλρωνα πολλ λεφτ σε ποιον θα μπο­ ροσε να μου δεξει τρα το διο μου το πρσωπο εκενο το λεπτ, ταν αυτς ο αξιοσβαστος δη­ μσιος υπλληλος, αφο φρεσε βιαστικ τη ρ­ μπα του απ' την Μπουχρα, με πλησασε με απλω­ μνα τα χρια. Απ' το πρσωπ μου θα πρπει να αναδυταν νας συγκρατημνος θραμβος, μια συγκαταβατικ συμπνια και μια απεριριστη με­ γαλοψυχα... νιωθα τον εαυτ μου σαν τον Σκιπωνα τον Αφρικαν. Ο Οζιγκιν ταν προφανς σαστισμνος και περλυπος, απφευγε το βλμμα μου, κανε μικρ βματα επ τπου. Παρατρησα επσης τι μιλοσε δυνατ με κπως αφσικο τρπο και γενικ εκφραζταν πολ αριστα. Α­ ριστα αλλ με θρμη μου ζτησε συγγνμη, αρι­ στα ανφερε για τον προσκεκλημνο που φυγε, πρσθεσε και μερικς γενικς και αριστες παρα­ τηρσεις για τι ς απτες, για την αστθεια των γινων αγαθν και ξαφνικ νιωσε στα μτια του να δκρυ, βιστηκε να τραβξει ταμπκο, σως για να με ξεγελσει για τον λγο που τον ­ κανε να δακρσει... Χρησιμοποιοσε ρωσικ πρ­ σινο ταμπκο και εναι γνωστ τι αυτ το βοτ­ νι ακμα και τους γροντες τους αναγκζει να χ­ νουν δκρυα, που κνουν το ανθρπινο μτι να φανεται χαζ και παρλογο για λγες στιγμς. Εγ, εννοεται, φερμουν πολ προσεκτικ με τον γερκο• ρτησα για την υγεα της γυνακας και της κρης του και αμσως με τρπο επιδξιο κα­ τηθυνα τη συζτηση στο ενδιαφρον ζτημα για την οικονομικ μθοδο αλλαγς τη ς σπορς. μουν ντυμνος ως συνθως, αλλ το ασθημα της λεπτς ευπρπειας και μειλχιας συγκαταβα­ τικτητας που με διακατεχε, μου προκαλοσε μια ασθηση γιορτιν και δροσερ, σαν να φορο­ σα σπρο γιλκο κι σπρη γραβτα. να πργμα με ανησυχοσε: η σκψη γρω απ' τη συνντηση με τη Λζα... Ο Οζιγκιν τελικ πρτεινε ο διος να με συνοδεσει στη γυνακα του. Αυτ η αγαθ μα κουτ γυνακα, μλις με εδε στην αρχ σστι­ σε, αλλ το μυαλ της δεν εχε την ικαντητα να διατηρσει για πολ την δια εντπωση και τσι ηρμησε γργορα. Τελικ την εδα τη Λζα... Μπκε στο δωμτιο...
     Περμενα τι θα βρω μια ντροπιασμνη, μετα­ μελημνη αμαρτωλ και εκ των προτρων δωσα στ ο πρσωπ μου την πιο τρυφερ και ενθαρρυ­ ντικ κφραση... Γιατ να πω ψματα; Την αγα­ ποσα πραγματικ και διψοσα να χω την ευτυ­ χα να την συγχωρσω, να της δσω το χρι μου. Αλλ προς δικ μου ανεπωτη κπληξη, εκενη σε απντηση στην δικ μου εκφραστικ υπκλιση χαμογλασε ψυχρ και παρατρησε αδιφορα: «Α, εσες;» Και αμσως παραμρισε. Το γλιο της, α­ λθεια, μου φνηκε επιτηδευμνο και σε κθε περπτωση πγαινε σχημα στο σοβαρ αδυνατι­ σμνο της πρσωπο... Ωστσο δεν περμενα τ­ τοια υποδοχ... Την κοταζα με κπληξη... Τι αλ­ λαγ εχε γνει μσα της! Μεταξ του παιδιο πρτα και της γυνακας τρα δεν υπρχε τποτα το κοιν. Φαινταν σαν να χει μεγαλσει, σαν να χει τεντωθε προς τα πνω. λα τα χαρακτηρι­ στικ του προσπου της, ειδικ των χειλιν της, λες και σαν χαραγμνα... το βλμμα της εχε γ­ νει πιο βαθ, πιο σταθερ και σκοτειν. Παρμει­ να στους Οζιγκιν μχρι το γεμα. Εκενη σηκω­ νταν, βγαινε απ' το δωμτιο και ξαναγριζε, απαντοσε ρεμα στις ερωτσεις και σκπιμα δεν δινε σ' εμνα προσοχ. Εγ το βλεπα, θελε να με κνει να νισω τι δεν εμαι ξιος ακμα και για τον θυμ της, μλο που παρ λγο να σκοτ­ σω τον εραστ της. Τελικ χασα την υπομον μου. Ο φαρμακερς υπαινιγμς ξφυγε απ' τα χε­ λη μου... Εκενη ανατρχιασε, μου ριξε μια γργο­ ρη ματι, σηκθηκε και πλησιζοντας στο παρ­ θυρο εκστμισε ελαφρ με τρεμουλιαστ φων:
 «Μπορετε να λτε ,τι θλετε, αλλ να ξρετε τι αυτν τον νθρωπο τον αγαπ και πντοτε θα το ν αγαπ και καθλου δεν τον θεωρ νοχο μπροστ μου, τουναντον...» Η φων της ρχισε να τρμει, σταμτησε... θελε να δαμσει τον εαυτ της, αλλ δεν μποροσε, πλημμρισε στα δκρυα και φυγε απ' το δωμτιο... Οι γροντες Οζιγκιν συγχστηκαν... σφιξα το χρι και στους δυο, πρα μιαν ανσα, ψωσα τα μτια στον ουρα­ ν και απομακρνθηκα.
     Εμαι πολ αδναμος, ο καιρς που μου μνει εναι πολ λγος, δεν εμαι πως πρτα σε κατ­ στασ η να περιγρψω με λεπτομρειες εκενη τη να σειρ βασανιστικν σκψεων με τις σκληρς προθσεις και με τα λοιπ αποκυματα της επιλε­ γμενης εσωτερικς πλης, τα οποα γεννθηκαν μσα μου μετ την ανανωση της επαφς μου με του ς Οζιγκιν. Δεν αμφβαλλα τι η Λζα αγα­ πει ακμα και θ' αγαπει για πολ τον πργκι­ πα... Αλλ ως νθρωπος που εχε συμβιβαστε με το αναπφευκτο, εχα κι εγ ηρεμσει και μλι­ στα δεν κανα νειρα για την αγπη της. Επιθυ­ μοσα μνον τη φιλα της, να τυχανω της εμπι­ στοσνης της και του σεβασμο της, ο οποος σμφωνα με τη διαβεβαωση μπειρων ανθρπων λογζεται ως το πιο ελπιδοφρο στριγμα της ευ­ τυχας στον γμο... Δυστυχς φησα να ξεφγει απ' την προσοχ μου να αρκετ σοβαρ περιστα­ τικ και συγκεκριμνα τι η Λζα απ' την ημρα της μονομαχας με μσησε. Αυτ το μαθα πολ αργ.
     ρχισα λοιπν να επισκπτομαι το σπτι των Οζιγκιν, πως και πρτα. Ο Κριλλος Ματθιτς περισστερο απ ποτ με καλπιανε και με περι­ ποιταν. χω ακμα λγους να σκπτομαι τι ε­ κενον τον καιρ θα δινε σ' εμνα ευχαρστως την κρη του, μλο που μουν ανεπζηλος γα­ μπρς. Η κοιν γνμη καττρεχε τον διο και τη Λζα, αλλ εμνα τουναντον με εγκωμαζε μχρι τα ουρνια. Η συμπεριφορ της Λζας απναντ μου δεν λλαξε. Τον πιο πολ καιρ σιωποσε, ­ ταν υποτακτικ ταν την παρακαλοσαν να φει, δεν δειχνε καθλου εσωτερικ σημδια λπης, ωστσο λιωνε σαν το κερκι. Στον Κριλλο Ματ­ θιτς οφελω ν' αποδσω δικαιοσνη για τοτο: την λυπταν με κθε τρπο. Μνον η γρι Οζι­ γκινα κατσοφιαζε κοιτζοντας το καημνο της κοριτσκι. ναν νθρωπο δεν απφευγε η Λζα, κατοι δεν μιλοσε πολ μαζ του, συγκεκριμνα τον Μπιζμινκωφ. Οι γροντες Οζιγκιν απευθ­ νονταν σ' αυτν με απτομο, ακμα και ξεστο τρπο, δεν μποροσαν να τον συγχωρσουν που εχε παραστε μρτυρας στη μονομαχα. Αυτς μως συνχιζε να πηγανει κοντ τους, σαν να μην βλεπε τη δυσμνει τους. Μαζ μου ταν πολ ψυχρς και -παρξενο πργμα- εγ κυριολεκτικ τον φοβμουν.
     Αυτ συνχισε περ τις δο εβδο­ μδες. Τελικ, στερα απ μιαν υπνη νχτα, αποφσισα να εξηγηθ με τη Λζα, να της αποκα­ λψω την καρδι μου, να της πω τ ι σχετα με σα γιναν, σχετα με κθε εδους διαδσεις και κουτσομπολι, θα θεωροσα τον εαυτ μου πολ ευτυχισμνο αν με κρνει ξιον για το χρι της και επανακτσει την εμπιστοσνη της σ' εμνα. Εγ, μα την αλθεια και χωρς αστεα, φανταζ­ μουν τι παρουσιζομαι, πως λνε και οι χρη­ στομαθες, σαν να παρδειγμα ανεπωτης μεγα­ λοψυχας και τι εκενη απ κπληξη και μνον θα συμφωνσει. Εν πση περιπτσει, θελα να εξηγηθ μαζ της και να βγω επιτλους απ την αβεβαιτητα.

     Πσω απ' το σπτι των Οζιγκιν βρισκταν ­ νας αρκετ μεγλος κπος, ο οποος κατληγε σ' να δασλλιο με φλαμουρις, παραμελημνο και κατφυτο. Στη μση αυτο του αλσλλιου υψων­ ταν να παλι κισκι κινζικου τπου. νας φρ­ χτης απ καδρνια χριζε τον κπο απ να τυ­ φλ στεν δρομκι. Η Λζα μερικς φορς περπα­ τοσε ρες ολκληρες μνη της σ' αυτ τον κπο. Ο Κριλλος Ματθιτς το γνριζε αυτ και απαγ­ ρευε να την ενοχλον να πηγανουν κοντ της. Ας εναι, πως λεγε, η λπη της κποτε θα εξα­ ντληθε. ταν δεν την βρισκαν στο σπτι, αρκο­ σε μνον να χτυπσουν το καμπανκι πριν απ' το γεμα στο εξστεγο και αμσως εμφανιζταν με την δια επμονη σιωπ στα χελη και στο βλμμα, με κποιο τσαλακωμνο φυλλαρκι στ ο χρι. Και να που κποια στιγμ, βλποντας τι δεν τα ν στο σπτι, κανα τι ετοιμαζμουν να φγω, χαι­ ρετθηκα με τον Κριλλο Ματθιτς, φρεσα το καπλο και βγκα απ' τον προθλαμο στην αυλ και απ' την αυλ στον δρμο, αλλ αμσως ξεγλ­ στρησα με ασυνθιστη γρηγορδα πσω στην εξ­ πορτα και προχρησα δπλα απ' την κουζνα προς το ν κπο. Ευτυχς καννας δεν με πρσεξε.
     Χωρς να το πολυσκπτομαι, με γοργ βματα μπκα στο δασλλιο. Μπροστ μου, στο μονοπτι, στεκταν η Λζα. Η καρδι μου ρχισε να χτυπει δυνατ. Σταμτησα, πρα μια βαθι ανσα και θελα πια να την πλησισω, αλλ ξφνου, χωρς να γυρζει πσω σκωσε το χρι της και ρχισε ν' αφουγκρζε­ ται... Απ' τα δντρα, προς την κατεθυνση του τυ­ φλο δρομκου, ακοστηκαν καθαρ δυο χτυπμα­ τα σαν να χτυποσε κποιος στον φρχτη. Η Λζα χτπησε με τις παλμες, ακοστηκε ο αδνατος τριγμς της πορτολας και μσα απ' τα χαμδεν­ δρα βγκε ο Μπιζμινκωφ. Με σβελτδα κρφτη­ κα στ ο δντρο. Η Λζα σιωπηλ στρφηκε προς το μρος του... Σιωπηλ και αυτς την πιασε α­ γκαζ και οι δυο τους συχα πραν το δρομκι. Εγ κπληκτος τους κοταζα. Σταμτησαν, κο­ ταξαν τριγρω και τους χασα μσα στους θ­ μνους, πειτα φνηκαν πλι και τελικ μπκαν στο κισκι. Το κισκι ταν κυκλικ, μια μικρ κα­ τασκευ με μα πρτα κι να μικρ παρθυρο. Στη μση φαινταν να παλι τραπζι μ' να ποδαρ­ κι επικαλυμμνο με λεπτ πρσινο μοσκλο. Δυο ξεθωριασμνα ντιβνια σαν τοποθετημνα να σε κθε πλευρ, σε κποια απσταση απ τους γκρζους σκοτεινιασμνους τοχους. Εδ στις ασυνθιστα ζεστς μρες, τον παλι καιρ, πτε μα φορ τον χρνο και πτε συχντερα πιναν το τσι τους. Η πρτα δεν κλεινε τελεως, το πλα­ σιο εχε πσει απ' το παρθυρο απ καιρ και χο­ ντας γαντζωθε σε μια γωνι κρεμταν λυπητερ, σαν το σπασμνο φτερ ενς πουλιο. Πλησασα αθρυβα στο κισκι και προσεχτικ κοταξα απ' τη χαραμδα στο παρθυρο. Η Λζα καθταν σ' να απ' τα ντιβανκια με σκυφτ το κεφλι. Το δεξι της χρι ακουμποσε στα γνατ της και το αριστερ το κρατοσε ο Μπιζμινκωφ στα δυο του χρια. Την κοταζε με συμπνια.

 «Πς αισθνεστε σμερα;» την ρτησε με μισ φων.
 «Τα δια», του επε αυτ αντιλγοντας. «Οτε χειρτερα οτε καλτερα, λα δεια, φοβερ ­ δεια!» πρσθεσε σηκνοντας βαρθυμα τα μτια.
     Ο Μπιζμινκωφ δεν της απντησε.
 «Τι νομζετε», συνχισε εκενη, «θα μου γρψει πλι;»
 «Δεν νομζω Λιζαμπτα Κυρλλοβνα». Εκενη σιωποσε.
 «Και πραγματικ, τι χει να γρψει; Μου τα ε­ πε λα στο πρτο γρμμα του. Δεν μποροσα να γνω γυνακα του. Αλλ εγ μουν ευτυχισμνη... χι για πολ... αλλ μουν ευτυχισμνη».
     Ο Μπιζμινκωφ σκυψε το κεφλι.
 «Αχ», συνχισε αυτ με ζωντνια, «αν ξρατε πσο μου εναι αντιπαθς αυτς ο Τσουλκατο­ ριν... Μου φανεται πντοτε τι στα χρια αυτο το υ ανθρπου... βλπω το αμα του». (Ανατρχια­ σα πσω απ' τη χαραμδα). «Ωστσο», πρσθεσε με συλλογ, «ποιος ξρει, σως χωρς αυτν τη μο­ νομαχα... Αχ, ταν τον εδα πληγωμνο, νιωσα αμσως τι μουν ολκληρη αυτς».
 «Ο Τσουλκατοριν σας αγαπει», παρατρησε ο Μπιζμινκωφ.
 «Και τι μ' ενδιαφρει αυτ; χω μπως ανγκη απ' την αγπη κανενς;...» Σταμτησε και πρσθε­ σε σιγαν: «Εκτς απ' την δικ σας. Μλιστα, φλε μου, η δικ σας αγπη μο εναι απαρατητη, δ­ χως εσς θα εχα πεθνει. Με βοηθσατε να ξεπε­ ρσω φοβερς στιγμς...»
     Σπασε πλι... Ο Μπιζμινκωφ ρχισε με πα­ τρικ τρυφερτητα να της χαδεει το χρι.
 «Τι να κνουμε, τι να κνουμε, Λιζαμπτα Κυ­ ρλλοβνα!» επανλαβε μερικς φορς στη σειρ.
 «Μα και τρα», εκστμισε εκενη με φων πνιγ­ μνη, «μου φανεται τι θα πθαινα χωρς εσς. Μνον εσες με στηρζετε. Και εκτς αυτο μου τον θυμζετε... Εσες, βλπετε, τα ξρετε λα. Θυμστε πσο καλς ταν εκενη την ημρα... Αλ­ λ συγχωρστε με, σας κνω να αισθνεστε ­ σχημα...»
 «Μιλστε, μιλστε! Μα τι λτε; Ο Θες μαζ σας!» δικοψε ο Μπιζμινκωφ.
     Η Λζα του σφιξε το χρι.
 «Εστε πολ καλς, Μπιζμινκωφ», συνχισε
 «Eστε καλς σαν γγελος. Τι να κνω! Αισθνο­ μαι τι θα τον αγαπ μχρι να πεθνω. Τον συγ­ χρησα, τον ευγνωμον. Ας του δνει ο Θες ευ­ τυχα! Ας του δσει ο Θες τη γυνακα της καρ­ δις του!» Και τα μτια της πλημμρισαν με δ­ κρυα. «Μνο να μη με ξεχνοσε, μνο να θυμταν πτε πτε και τη Λζα του...» κανε μια μικρ πα­ ση και τλος πρσθεσε: «Πμε».
     Ο Μπιζμινκωφ φερε το χρι του στα χελη της.
 «Ξρω», ρχισε να του λει ζωηρ, «λοι με κα­τηγορον, λοι με πετροβολον. Ας εναι! Εγ ω­ στσο δεν θ' αντλλαζα τη δυστυχα μου με την δικ τους ευτυχα... χι! χι!... Με αγπησε λγο, αλλ με αγπησε! Ποτ δεν μ' εξαπτησε, ποτ δεν μου επε τι θα γνω γυνακα του. Εγ η δια ποτ δεν το σκφτηκα αυτ. Μνον ο καημνος πατερολης μου το λπιζε. Και τρα ακμα δεν εμαι τελεως δυστυχισμνη, μου μνει η ανμνη­ ση, σο φοβερς κι αν σαν οι συνπειες... Πνγο­ μαι εδ... εδ ταν που τον εδα για τελευταα φορ... Πμε ξω στον αρα».
     Σηκθηκαν. Μλις που πρλαβα να πηδξω στην κρη και να κρυφτ πσω απ' τη χοντρ φλα­ μουρι. Οι δυο τους βγκαν απ' το κισκι και σο μποροσα να κρνω απ' τον θρυβο των βημτων, πγαν στ ο αλσλλιο. Δεν ξρω πση ρα στεκ­ μουν ακνητος στη θση μου, φορτωμνος με κ­ ποια ακατονμαστη απορα και να που ξαφνικ ακοστηκαν πλι βματα. Ξαφνιστηκα και με προσοχ βγκα απ' την κρυψνα μου. Ο Μπιζμινκωφ κι η Λζα επστρεφαν απ' τον διο δρομκο. σαν κι οι δυο τους πολ συγκινημνοι, ειδικ ο Μπιζμινκωφ. Φαινταν να κλαει. Η Λζα κοντο­ στθηκε, τον κοταξε και με καθαρ προφορ επε τ' ακλουθα λγια:
 «Συμφων, Μπιζμινκωφ. Δεν θα συμφωνοσα αν θλατε μνον να με σσετε, να με βγλετε απ' τη δειν θση, αλλ εσες μ' αγαπτε, τα ξρετε λα και παρ' λα αυτ μ' αγαπτε. Εγ ποτ δεν θα βρω πιο αξιπιστο, πιο αληθιν φλο. Θα γνω γυνακα σας».
     Ο Μπιζμινκωφ της φλησε το χρι και εκενη λυπημνη του χαμογλασε και πγε στο σπτι. Ο Μπιζμινκωφ ρμησε στ ο δασκι και εγ πρα τον δρμο μου. Επειδ ο Μπιζμινκωφ σως να επε στη Λζα ακριβς αυτ που σκπευα εγ να της πω και επειδ εκενη θα του απντησε ακρι­ βς αυτ που θα επιθυμοσα ν' ακοσω απ την δια, δεν υπρχε λγος να σκοτζομαι. Δυο εβδο­ μδες μετ τον παντρετηκε. Οι γροντες Οζι­ γκιν σαν ευχαριστημνοι με οποιονδποτε γα­ μπρ.
 «Λοιπν, πστε μου τρα, δεν εμαι νθρωπος περιττς; Δεν παιξα σε λη αυτ την ιστορα τον ρλο του περιττο ανθρπου; Ο ρλος του πργκι­ πα... γι' αυτν δεν χω τποτε να πω, ο ρλος του Μπιζμινκωφ το διο κατανοητς... Αλλ εγ; Προς τι ανακατετηκα εδ;... Τι χρειζεται ο βλακδης πμπτος τροχς στην μαξα!... Αχ, θλ­ βομαι, θλβομαι!...» Να τι λνε αυτο που ρυμουλ­ κον: «λλη μια φορολα, λλη μια φορ». Μια μρα ακμα και λλη μια οτε πικρ οτε γλυκι.
31 Μαρτου.
     Εμαι σχημα. Γρφω αυτς τι ς γραμμς απ' το κρεβτι. Απ χθες το βραδκι ο καιρς ξαφνικ λλαξε. Σμερα εναι ζστη, μια μρα σχεδν κα­ λοκαιριν. λα λινουν, πφτουν, κυλον. Στον αρα μυρζει σκαμμνο χμα, μια βαρι, δυνατ, αποπνιχτικ μυρωδι. Απ παντο ανεβανει αχνς. Ο λιος βγζει φωτι, χτυπει. Νιθω σχημα, σαν να διαλομαι.
     θελα να γρψω το ημερολγι μου κι αντ γι' αυτ τι κανα; Διηγθηκα μα περπτωση της ζως μου, φλυρησα, οι αποκοιμισμνες αναμν­ σεις μου ξπνησαν και με παρσυραν. γραψα χω­ ρς να βιζομαι, με λεπτομρειες, σαν να εχα ακμα χρνια μπροστ μου. Αλλ τρα δεν χω τον χρνο να συνεχσω. Ο θνατος, ο θνατος ρ­ χεται. δη ακοω το φοβερ κρεσντο... Καταφθνει... ρχεται!..
     Αλλ πο εναι το κακ; Δεν εναι μπως αδι­ φορο ,τι και αν διηγθηκα; Μλις φανε ο θνα­ τος, χνονται και οι τελευταες γινες ματαιτη­ τες. Αισθνομαι τι ησυχζω. Θα γνω πιο απλς, πιο καθαρς. ργησα να βλω μυαλ!... Παρξενο πργμα! Ησυχζω - ακριβς. Αλλ ταυτχρονα... νιθω φρκη, μλιστα, φρκη. Στις δδεκα και μι­ σ, γερμνος πνω σε μια σιωπηλ, χανουσα ­ βυσσο ανατριχιζω, γυρζω με αχρταγη προσοχ και κοιτζω τα πντα γρω μου. Το κθε πργμα διπλ αγαπητ. Δεν χορτανω να βλπω το φτω­ χ μου και χαρο δωμτιο, αποχαιρετιμαι με κθε μικρ κηλδα στους τοχους του! Χορτστε μτια μου για τελευταα φορ! Η ζω φεγει, ομαλ και συχα απομακρνεται απ μνα, σαν την ακτ απ τα βλμματα των ναυτικν. Το γερασμνο, κιτρινωπ πρσωπο της νταντς μου, τυ­ λιγμνο με σκορο τσεμπρι, το σφυριχτ σαμοβ­ ρι στο τραπζι, η γλστρα με το γερνι μπροστ στο παρθυρο, και εσ φτωχ μου σκυλκι, Τρεζρ, το φτερ με το οποο γρφω αυτς τις γραμμς, το διο μου το χρι, σας βλπω τρα... Να εσες, να... Εναι ραγε δυνατν... σως ακμα και σμερα... να μη σας ξαναδ πια ποτ; Εναι βαρ για να ζωντα­ ν πλσμα ν' αποχωρζεται τη ζω! Τι μου χαδολο­ γισαι, καημνο μου σκυλ; Τι ακουμπς το στθος στο κρεβτι συσφγγοντας σπασμωδικ την κολο­ β ουρ σου και δεν κατεβζεις απ πνω μου τα καλοσυντα και λυπημνα σου μτια; μπως λυπσαι για μνα; νιθεις τι ο κριος σου σ­ ντομα πια δεν θα υπρχει; Αχ, αν μποροσα τσι να περσω με τη σκψη λες τις αναμνσεις μου, πως περν με τα μτια λα τα πργματα στ ο δωμτι μου! Ξρω τι αυτς οι αναμνσεις δεν εναι ευχ­ ριστες και οτε σημαντικς, αλλ δεν χω λλες.
 «Κεν, φοβερ κεν!» πως λεγε η Λζα.
     Ω, Θε μου, Θε μου! Να, τρα πεθανω... Μια καρδι ικαν και τοιμη ν' αγαπσει, σντομα θα πψει να χτυπει... Θα ηρεμσει ραγε για πντα, χωρς να χει δοκιμσει οτε μια φορ την ευτυ­ χα, χωρς να χει μεγαλσει οτε μια φορ κτω απ' το γλυκ βρος της χαρς; Αλμονο! Αυτ ε­ ναι αδνατον, αδνατον, το ξρω... Αν τουλχι­ στον τρα, πριν πεθνω -ο θνατος εναι ιερ πργμα, ανυψνει κθε πλσμα- αν κποια αγα­ πητ, λυπημνη, φιλικ φων τραγουδοσε απ πνω μου την αποχαιρετιστρια ραψωδα, μια ραψωδα για την προσωπικ μου λπη, ττε σως να συμφιλιωνμουν μαζ του. Αλλ να πεθνω απνευστ, ανητα...
     Μου φανεται πως αρχζω να παραμιλ. Αντο ζω, αντο κπε μου! Κι εσες, φλαμουρις μου! ταν θα ρθει το καλοκαρι, κοιτξτε να μην ξεχσετε να σκεπαστετε με τ' νθη σας απ πνω ως κτω... και οι νθρωποι ας χαρονται να ξαπλνουν στη μυρωδτη σας σκι, στ ο δροσερ νωπ χορτρι, κτω απ τον χαμηλφωνο ψθυρο των φλλων σας, σαν τα ενοχλε ελαφρ ο αγρας. Αντο, αντο σας! Αντο σε λα και για πντα!
Αντο, Λζα! γραψα αυτς τις δυο λξεις - και παρ λγο να γελσω. Αυτ αποτελε επιφνημα νομζω στα βιβλα. Σαν να γρφω μια συναισθη­ ματικ νουβλα σαν να τελεινω να απεγνω­ σμνο γρμμα...
     Αριο πρωταπριλι. Μπως πεθνω αριο; Αυ­ τ θα ταν κπως, σως και απρπεια. Ωστσο εμνα μου πει... Πσες σαχλαμρες επε σμερα ο γιατρς!...
1 Απριλου.
     λα τελεωσαν... Η ζω τελεωσε. Σγουρα σμε­ ρα θα πεθνω. ξω κνει ζστη... σχεδν πνιγη­ ρ... μπως το στθος μου αρνεται ν' ανασνει; Η μικρ μου κωμωδα παχτηκε. Η αυλαα πφτει. Εξοντωμνος πια, θα πψω να εμαι περιττς... Αχ, πσο φωτεινς εναι ο λιος! Αυτς οι τερστιες αχτδες ανασανουν την αιωνιτητα...
     Αντο, Τερεντιβνα!.. Σμερα το πρω καθταν στ ο παρθυρο δακρυσμνη... σως για μνα... αλλ και η δια μλλον δεν θ' αργσει να πεθνει. Την βαλα να μου δσει τον λγο της τι δεν θα χτυπει τον Τρεζρ.
     Μου εναι βαρετ να γρφω... πετω το φτε­ ρ... φτασε η ρα! Ο θνατος δεν πλησιζει με αυξημνο βρντο, πως η καρτσα το βρδυ στ ο λιθστρωτο, μα εναι εδ, φτερουγζει γρω μου, πως εκενη η ελαφρι πνο που κανε ν' αναση­ κωθον τα μαλλι του προφτη. Πεθανω... Ζστε, ζωντανο!
     Ας εναι στη δικ μου δση η ζω να παζει δροσερ κι η αδιφορη η φση ας εναι αινια λαμπερ.


 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers