-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.

 
 

 

3: ... !

                                               Πρλογος

     Αυτ τα ρθρα χουνε σαν σκοπ το να δεξουνε στον κσμο τη μεγαλειτητα που υπρχει σε κθε γυνακα αρκε να το θελσει και να το κυνηγσει. Η σημεριν μως κοπλλα του 27ου ρθρου, Γυνακες Του Κσμου, με τη παρουσα της ρχεται να εκπληρσει κι λλα κνητρα σ' αυτ τα γραπτ. Για να 'μαι ειλικρινς, οτε την εχα ξανακοσει αλλ και μετ που μαθα τ' νομ της, δεν με κντρισε κτι στε να το στσω. Αγαπ πολ τη ποηση του Καρυωτκη, τον τρπο που σκφτεται, που στνει το στχο και το σκεπτικ του, απ μια μερι, μπορ να το κατανοσω. Δεν εμαι μως δα και τσο πεσσιμιστς, στε να παραιτηθ απ' λα και να φγω κι αν μου αρσει η ποηση αυτ εναι... εξ αναπδου. Μνον τσι μπορε κανες να τον ανεχτε: Δηλαδ, τ ωραα που το θτει εκενος, ρα εγ Δεν πρπει να το κνω τσι.
     Εχα στη κατοχ μου λοιπν τα παντ του και τα διβαζα κι να απ τα αγαπημνα μου, ταν η Σταδιοδρομα του. Αυτ το ποημα, εμνα μου λει -πραν απ τη στιχουργικ του ανλυση- τι εχε μεγλην ιδα για τον εαυτ του (λογικ) αλλ πστευε πως δεν επρκειτο ποτ να πρει τη "σωστ" του θση στη κλμακα των ποιητν, κι πειτα ρθε κι η σφιλη, κι πειτα τανε κι η
Πολυδορη στη μση. λα τοτα σ' αυτν μετρσανε μαζικ και διαφορετικ απ τον τρπο που θα τα μετροσαμε μεις. Σκφτηκε λοιπν πως το κορτσι του, ποτ δεν θα τανε για κενον, -η Μαρα ταν ελυθερο πνεμα και δεν φυλακιζταν εκολα- λγω της νσου του. Σκφτηκε πως κποια στιγμ, που θα... δημοσευε σε κποιο περιοδικ, ποιματ του, στην λλη, παρλλη σελδα, θα υπρχε επσης μια γυνακα, -που ξερε καλ Αυτς πως παρνουνε τους επανους τους- μια τυχαα γυνακα λοιπν ποιτρια, θα φιλοξενονταν στο διο περιοδικ εφημερδα, μ' εκενον.
     Αυτ τα δυο, γεμσανε το περστροφ του. τσι γραψε τη Σταδιοδρομα του κι ρπαξε να τυχαο γυναικεο νομα, απ' αυτς τις... ποιτριες του κιλο, -οτε καν εχε διαβσει ποτ κτι δικ της- ττοιο στε να μετρσει σωστ και να του δνει και ρμα κι τανε κποια μισογνωστ ττε νεαρ ποιτρια, η Κλεαρτη Δπλα-Μαλμου. Εδ προσωπικ πιστεω πως κανε μεγλη χαζομρα κι χι γιατ εκενη τανε και καλ η τλεια θεραπανιδα ποησης, αλλ ανθρωπνως λθος που μαρτυρ αυτ που προανφερα: ταν αλαζν και με μεγλη ιδα για τον εαυτ του -κι χι τι δεν ξιζε, αλλ το να 'σαι μεγλος, πει σ' λα, εσαι μεγλος, χι. Κι αυτς, εδ υπρξε μικρνους και κακς, αλλ εντξει, δεν τον δικαιολογ, ταν μως ρρωστος και καταδικασμνος και του παραχωρ κπως το ελαφρυντικ αυτ.



     Η Κλεαρτη, εξ σων εδα, κουσα και διβασα, προς τιμ της, δε φνηκε ν' αντδρασε κι αυτ εναι το πρτο υπρ της -και μη ξεχνμε πως ο εν λγω, τα 'χε βλει και με τον Μαλακση (αυτς ψιλοαντδρασε πντως). Τρα με το ρθρο αυτ, θα προσπαθσω να δεξω πσο κακ λθος εχε και παρλληλα, απ τη στιγμ που διβασα το ποημ του κι μαθα πως η κοπλλα ταν υπαρκτ κι χι τυχαα φτιαγμνο, ψετικο νομα, νιωθα τψεις για πρτη του. Αυτς λοιπν ταν ο λγος που ξεκνησα να το γρψω και παρλληλα, να συμπληρσει κι λλον να στχο: να δεξει πως κανες και καμμι δεν εναι ασμαντοι, ακμα κι απ τον Καρυωτκη και τον ποιο. Το 'χω πθει κποτε κι εγ ν' αντιμετωπιστ τσι και ξρω καλ πως εναι να τρως σκατ στη μορη, μην χοντας κνει κτι κακ παρνομο να πειρξεις κποιο τομο, απλ να... καθσεις δπλα σε τομα αλαζονικ -που στη πραγματικτητα δεν αξζανε μια. πως κποιος λλος που 'πε πως λοι οι σημερινο ποιητς εναι μαλκες -και μνον αυτς δηλαδ εναι ποιητρα. Αμ δε ρε φλε! Αν δεν εσαι απ μσα σου πρτα ποιητς, απ' ξω σου ποτ δεν θα γνεις. Μακρι να 'ταν τι πιστεαμε να γινμασταν αμσως κι ννοια σου, εγ θα 'μουν ο Ροκφλλερ!
     Πλι μ' πιασε πολυλογα και πμε να γνωρσουμε τη κοπλλα, που την χουμε τσην ρα να περιμνει στο σαλνι...

    (Σημ.: Ο σαρκασμς του προς τον Μαλακση εναι δηκτικτερος, προς τη Κλεαρτη πιο πιος. Απ την λλη, κρνει σκπιμο να του βλει απολογητικ υποσημεωση που διευκρινζει: "Οι στχοι αυτο απευθνονται στον κοσμικ κριο κι χι στον ποιητ, που δεν θα μποροσε να του παραγνωρσει κανες το σημαντικ ργο". Για τη Κλεαρτη, καμμι υποσημεωση, καμμι αναγνριση στο ργο της. Κι εγ ρχομαι να συμπληρσω, τη γνμη μου: Και στα 2, ξανκανε το διο μγα λθος, απλς μ' λλα λγια -κι επιπροσθτως, ακμα δεν την εχε γνωρσει πραγματικ, μιας και δεν εχε πει ακμα με μετθεση στη Πρβεζα). Π. Χ.

                                             Εισαγωγ

     Τη  Κλεαρτη Δπλα-Μαλμου, δεν τη γνριζα. Μου συστθηκε μμεσα, βλποντας τ' νομ της, στο γνωστ ποημα του Καρυωτκη, Σταδιοδρομα. Υπρξε αξιολογτατη ποιτρια κι εκενος πολ δικος μαζ της, στη προσπθεια του να χτυπσει τα Ιερατεα που πντα κυβερνον λες τις εκφνσεις της ζως μας. Ας το θυμηθομε λοιπν:


_________________________

      Σταδιοδρομα

         20 Νομβρη 1927

Τη σρκα, το αμα θα βλω

σε σχμα βιβλου μεγλο.

"Οι στχοι παρχουν ελπδες"
θα γρψουν οι εφημερδες.

"Κλεαρτη Δπλα-Μαλμου"
και δπλα σ' αυτ, τ' νομ μου.

Τη ψυχ και το σμα μου πλι
στη δουλει θα δνω, στη πλη.

Αλλ με τη δση του ηλου,
θα πηγανω στου Βασιλεου.

Εκε θα βρσκω λους τους λλους
λγιους και διδασκλους.

Τα λγια μου θα 'χουν ουσα
κι η σιωπ μου μια σημασα.

Θηρεοντας πργματα αινια,
θ' αφσω να φγουν τα χρνια.

Θα φγουν και θα 'ν' η καρδι μου
σα ρδο που πτησα χμου.
______________________

     Παραξενεμνος και πιασμνος απ κενο το νομα, ρχισα να την αναζητ, γυνακα των αρχν του 19ου αι., λυρικ ποιτρια και πεζογρφος, που χνεται μες στην αχλ του χρνου και μες στις σελδες των προπολεμικν περιοδικν της εποχς της, να πνευματικ τλος που σως την αδικε, διτι βρκα το -κμποσο- ργο της αρκετ ενδιαφρον, περισστερο σως κι απ γνωσττερων ποιητν. ψαξα σο μπρεσα μα δεν βρκα παρ 2-3 ποιματα της και τοτα τα ελχιστα βιογραφικ της στοιχεα κι εν εναι πραγματικ τραγικν οι περισστεροι να πεθανουν χωρς να τους θυμται κανες, τραγικτερο σως αν εσαι νθρωπος του πνεματος, το να σε θυμονται πιτερο απ το ργο σου, απ κενη τη φιλολογικ δικη-αναφορ του Καρυωτκη.
    Στις μρες μας, η Κλεαρτη, πρσωπο σχεδν μυθικ, μιας και πολλο δεν πιστεαν τι υπρχε καν, ως την αναγγελα θαντου της απ τις εφημερδες, στκει σε μια πλατεα της Λευκδας, ανμεσα σ' λλους Επτανσιους ποιητς και λογους, ως ανδριντας, απλ προκειμνου να θυμζει πως κποτε υπρξε κι εκενη και πρσφερε στα Ελληνικ Γρμματα το κατ δναμη. Πντα μου αρσαν οι "γνωστοι ποιητς των αινων" και πντα θα μιλ και για σους δεν μπορονε πλον. Αξζει τη προσοχ μας, χαμνη πια μεταξ λθης κι αιωνιτητας.

  Βιογραφικ

     Η Κλεαρτη Δπλα-Μαλμου γεννθηκε στη Πρβεζα, το 1886 (ειρωνεα της τχης ο Καρυωτκης αυτοκτνησε εκε). Πρασε μως τα παιδικ της χρνια στη Λευκδα, απ' που καταγταν ο πατρας της και το 1909 εγκαταστθηκε με την οικογνει της στην Αθνα. Τλειωσε το γυμνσιο, ολοκλρωσε τις εγκκλιες σπουδς της με μαθματα κατ’ οκον και φοτησε στην Ανωττη Σχολ Καλν Τεχνν, χωρς ν' αποφοιτσει μως. Τη 1η της εμφνιση στη λογοτεχνα τη πραγματοποησε στα 12 της, με δημοσευση ποιημτων σε παιδικ περιοδικ.
    Εμφανστηκε στα ελληνικ γρμματα με δημοσευση ποιματς της στο περιοδικ Παναθναια.  Υπρξε μλος της συντακτικς επιτροπς του περιοδικο Ελληνς. Δημοσευσε κριτικ ρθρα σ' εφημερδες και στα περιοδικ Ο Νουμς και Πινακοθκη. γραψε ποηση, διηγματα, ταξιδιωτικς εντυπσεις, χρονικ ρθρα και μετφρασε ποηση απ τα ιταλικ. Λυρισμς της καθημερινς, μικροαστικς ζως, υπερσπιση των ηθικν αξιν, αλλ και στρεος ρεαλισμς, με σαφες αξιολογικος διαχωρισμος, του καλο απ το κακ, του ηθικο απ το ανθικο. Σζυγος του Γεωργου Μαλμου. Σποδασε ξνες γλσσες, Γαλλικ κι Ιταλικ.
     ταν η 1η γυνακα πεζογρφος που τιμθηκε με το Βραβεο της Ακαδημας Αθηνν, το 1930, για το ργο της Για Λγη Αγπη. Ακολοθησαν συνεργασες της με τη Πινακοθκη του Δ. Καλογερπουλου, το Νουμ, του Δ.Ταγκπουλου, τη Να Εστα του Ξενπουλου κι λλα ντυπα. Το 1922 εξδωσε τη 1η της ποιητικ συλλογ που 'χε ττλο Στο Διβα Μου κι ακολοθησε η συλλογ διηγημτων Για Λγη Αγπη το 1929, και τιμθηκε γι' αυτ. Ακολοθησαν ποιητικς συλλογς και πεζ και το 1938 τιμθηκε απ τη κθεση Παιδικο Βιβλου για το ργο, Ιστορες Για Μεγλα Παιδι. Εκτς απ ποηση και πεζογραφα ασχολθηκε με λογοτεχνικ μετφραση και δημοσευσε ρθρα και ταξιδιωτικ κεμενα. 

Ι.Ποηση
Στο Διβα Μου, Ελευθερουδκης, 1922.
Οι Δρμοι Της Ζως, 1955.

ΙΙ.Πεζ:
Ιστορες Για Μεγλα Παιδι, 1938.
Για Λγη Αγπη κι λλα διηγματα, Ι.Ν.Σιδρης, 1929.
Γυναικεες Ψυχς, Γκοβστης, 1935.
Ο Μεγλος Ποταμς, Διηγματα (πριν και μετ το 1940), Γκοβστης, 1952.
Με Χαμνη Πυξδα: Ο Καιρς Της Σκλαβις Απ Τη Σκοπι μου, Φξης, 1961.

ΙΙΙ.Μετφραση:
Καρλου Μπωντλαρ, Τα νθη του κακο, Γκοβστης, 1966.
_______________________



                                Κλεαρτη Δπλα-Μαλμου

     Ανκει πως χει επικρατσει να ονομζεται, στη λογοτεχνικ γενι του '10. Μεγαλωμνη σε λγιο περιβλλον -ο πατρας της τανε γιατρς με σοβαρ φιλολογικ και λογοτεχνικ ενδιαφροντα κι η μητρα της ασχολιτανε με τη ζωγραφικ. Το 1909 που εγκαταστθηκε στην Αθνα και συμπλρωσε τις σπουδς της, φοτησε και στη Σχολ Καλν Τεχνν, για να καλλιεργσει τη κλση της στη ζωγραφικ. Ωστσο, απ πολ νωρς, αφνοντας ,τι λλο, αφιερθηκε ολοκληρωτικ στη Λογοτεχνα, που την εχε κερδσει απ παιδ. Κατ δλωσ της "πρωτογραψε στχους, λαν μελαγχολικος, στα 12 της κι ρχισε να δημοσιεει σε παιδικ περιοδικ". Το 1922 τυπνεται στις εκδσεις Ελευθερουδκη η 1η ποιητικ συλλογ της με τον ττλο Στο Διβα Μου. Το 1929 δημοσιεει το 1ο της πεζ ργο, μια συλλογ διηγημτων με ττλο Για Λγη Αγπη. Το 1936 δημοσιεει τις Γυναικεες Ψυχς, 2η συλλογ απ διηγματα, το 1938 τις Ιστορες Για Μεγλα Παιδι, που πρε Β' Βραβεο στην κθεση Παιδικο Βιβλου, το 1952 εκδδει τον Μεγλο Ποταμ, να σειρ απ διηγματα και το 1955 τη 2η ποιητικ συλλογ της Οι Δρμοι Της Ζως.
     Η τραγικ εμπειρα της κατοχς, της εμπνει το χρονικ Με Χαμνη Πυξδα, που εκδδει, τελειωμνο απ το 1947, 14 χρνια αργτερα, το 1961. Το ως σμερα ργο της συμπληρνεται με μετφραση ποιημτων του Μπωντλαρ, Τα νθη Του Κακο, το 1966, που, πως και τα περισστερα ποιματα της 2ης συλλογς, τα 'χε γρψει και κατ να μρος, δημοσιεσει στη διρκεια του Μεσοπολμου. Πρπει να προστεθονε κι λλες της μεταφρσεις απ την ιταλικ ποηση, ρθρα, τεχνοκριτικ και κοινωνικ, ταξιδιωτικς εντυπσεις, καθς και μια σειρ απ διηγματα. Επσης χρημτισε μλος του συμβουλου της Εταιρας Ελλνων Λογοτεχνν επ 9 χρνια. ργα της, πεζ και ποιματα, χουνε μεταφραστε στα γερμανικ, σουηδικ και πολωνικ κι χουνε περιληφθε σε ανθολογες. Πλατει εξ λλου, ανθολγηση του ργου της χει γνει και στην Ελλδα.
     Η ποιτρια, απ γενι ηπειρτικη κι επτανησιτικη, χει πρει απ τα Επτνησα την αγντητα και την αρμονα του λυρισμο κι απ την πειρο τον ηρωικ παλμ και τη νοικοκυροσνη του στχου. Αλλ το κριο γνρισμα της ποιητικς προσφορς της εναι τι βλπει τον κσμο, τη ζω και τη φση, ως γυνακα. 80 ποιματα, μικρ και μεγλα, Στο Διβα Μου σε 15σλλαβους μ' αψεγδιαστη τεχνικ, μαρτυρνε τη πηγαα διθεση και την ειλικρνεια της γυναικεας ευαισθησας.
     λλο της γνρισμα εναι που βλπει το κθε τι σαν ζωγρφος. Αξιοποιε, με το ρυθμ και το λγο, σε εικνες σπνιες και γεμτες γραφικ κλλος, τη ζωγραφικ εμπειρα της. Οι Δρμοι Της Ζως εναι ριμος καρπς της λεπτασθητης υμνωδο της αγπης και της γαλνης. Διαιρονται σε 3 μρη: Τα τραγοδια της νιτης, ερωτικς χαμς, τρυγητς. Ο ερωτισμς της γυνακας σ' λους τους αναβαθμος του. Το κρυφ παρθενικ ασθημα, η δειλα του κοριτσιο, στερα η ωρμανση με το πθος, η ηδον, η οδνη και τλος ο τρυγητς, σε μιαν ολοκλρωση της χαρς και του πνου, που μετουσινεται σε γαλνη, ακμη και στο αντκρυσμα του θαντου.



     Εδ υπρχει κι ο στοχασμς κι η γαλνια φιλοσφηση, αλλ κι ο δυνατς αισθησιασμς, που της εχε χαρσει στη 1η της συλλογ τη Σαλμη και τα Γαροφαλα. Η ποησ της εναι πραγματικ γεμτη θηλυκτητα, αλλ το νστικτο της μητρτητας επεκτενεται πρα απ τη ποιτρια κι αγκαλιζει λα τα πλσματα του Θεο. Το Ξεριζωμνο Δντρο, αυτς ο γγαντας, που πφτει βαρς κτω απ το πελκι του ξυλοκπου, εναι το σμβολο του ανθρπου, του νικημνου απ τη μορα κι η αγρμπελη, που πεθανει μαζ του, σφιχταγκαλιζοντς τον, εναι η αγπη του, που παραστκεται στην ανθρπινη δυστυχα. Η ποιητικ της βρσκεται, απ την αρχ ως το τλος, στη παρδοση, εναι μως στρεη κι αναδεχνει το γνριμο και κοιν στχο με τη μαγεα της μουσικς, του πηγαου αισθματος και της ειλικρνειας. Ξρει ν' αποφεγη το περιττ και να δνει σ' απσταγμα λυρισμο, τους παλμος της ψυχς της. Τα ποιητικ αυτ προσντα στθηκαν τα πλα, για να μεταφυτεσει τσο εχυμα τα νθη Του Κακο στο δικ μας χμα. Το κατρθωσε σχετικ -στη ποιητικ μετφραση το σχετικ εναι νμος- να μη χσουνε το βρος και την ατμσφαιρα, που μας γοητεει στο πρωττυπο.
     Το κριο μως ργο της Μαλμου εναι τα διηγματα, το χρονικ και το παιδικ της βιβλο. πως στο ποιητικ της ργο, τσι κι εδ, στα πεζ της, ο ρωτας χει κυραρχη θση με την ευχαρστηση και με τη σκληρ ψη του. Οι βαθτατα ψυχολογημνοι κι ολοζντανοι ρως της χρωστνε τη μορα τους στο θεκ αυτ δρο, πως ονομζει, τον ρωτα. Αλλο φωτισμνοι απ τη ρδινη λμψη του, σε μιαν αγπη ευτυχας, αλλο νοσταλγντας και δνοντας λη τους την παρξη για λγη αγπη. Ψυχς παραγνωρισμνες, στραγγαλισμνες απ την ρνηση και τη προδοσα, ζονε μες στο μαρτριο απ την αβσταχτη στρηση της φυσικς αυτς ευδαιμονας.
     Για το 1ο της βιβλο της, λει ο Τλλος γρας, η κριτικ εχε λγες επιφυλξεις. Αλλ με την εξλιξη, η παλι ατλεια γνεται προτρημα κι η συγγραφας προχωρε στη κατκτηση του ρεαλισμο και στην αδρτητα της μορφς. Ο κσμος της ανκει στην αστικ και μικροαστικ κοινωνα, με πλασιο την Αθνα. Οι γυνακες της εναι βαθι κατανοημνες, αδικημνες μες στο κοινωνικ σνολο, καθεμι με το δρμα της, σχεδν πντα ερωτικ. Ο αντρικς εγωισμς του ρωμιο κνει τη γυνακα να βρσκεται πντα σε μυνα και να γνεται κποτε πονηρ.
     Αλλ κι οι αντρικο τποι στα διηγματ της, καλ ψυχογραφημνοι, χουνε την υπσταση και το δρμα της. Οι Γυναικεες Ψυχς εναι να βιβλο παργορο για τους νικημνους αυτος καρτερικος τπους, εναι 15 διηγματα, που προβλλουνε ποικιλα θεμτων: τον ρωτα, τον ελεθερο γμο, το γμο, τη κοινωνικ ανιστητα, τον ανθρωπισμ. Ξεχωρζουνε 2 δραματικς ιστορες: Οι Σκλες Οι Ψηλς κι Εκενοι Που Δεν χουν Στον λιο Μορα. Ο Μεγλος Ποταμς εναι ο συμβολισμς της ζως, που παρασρει τα πντα, χαρζει τη περα μαζ και τη πκρα, την ευφορα και τη χαρ, το σκρτημα και το πθος, τη θλψη. 14 διηγματα -παραπταμοι- συγκλνουν, ο καθνας με τη ρο του, στο μεγλο ποτμι της Επαγγελας. Μες στο ρμα του καθρεπτζεται η ζω σ' λες τις εκφνσεις, μια ζω-θυρμα στα χρια της μορας. Τα δια αφηγηματικ και ζωγραφικ προτερματα συναντμε κι εδ: παρατρηση, οξυδρκεια για ιδες και καταστσεις, που μας δνονται σε ιδιτυπο κι ολοζντανο φος. Ξεχωρζει η Χελιδονοφωλι (βλ. παρακτω).



     Στο Με Χαμνη Πυξδα, παθανει και δονεται απ τη πικρ εμπειρα της Κατοχς. Εχε τελεισει σαν ργο απ το 1947 αλλ τυπθηκε μλις το 1961. Παρ τατα κρατ, μετουσιωμνη σε τχνη, τη λβα που το 'χε γεννσει: Τη μεγλη δοκιμασα ενς λαο, την απραντη πκρα του, την ορμ και την εξρμηση, τλος, που 'γινε εποποια. Οι Ιστορες Για Μεγλα Παιδι εναι 12 διηγματα που πλουτζουνε τη παιδικ μας λογοτεχνα, χωρς να δημιουργον το συνηθισμνο, στο δσκολο αυτ εδος, αντιπαιδαγωγικ κλμα μιας ηθικολογας στεγνς, υποβλλουν ευγενικ συναισθματα, λιτ, ψυχολογημνα σωστ και μεταπλασμνα με τχνη. Το S.O.S. δνει πολ παραστατικ μιαν αληθιν ιστορα: τον ηρωισμ του ασυρματιστ Θεοδρου σε ναυγιο. Τη ξενοιασι και το γλντι των επιβατν του υπερωκενειου, στερα μονομις τη σιγ, την εξαλλοσνη, τον πανικ κι ανμεσα σ' λο το σλο, νας νθρωπος μνει καθηλωμνος στη θση του: Ο Κωνσταντνος Θεοδρου που τα παγωμνα του χρια στλνουν αδικοπα το SOS. Το διγημα αυτ διδσκει, με τη μαγεα της τχνης, την αξα της αρετς του ανθρπου και συνοψζει να στρεο χαρακτηρισμ για τη πεζογρφο Μαλμου: η τρυφερ της καρδι χτυπ σ' λα τα διηγματ της.
     Απ φηβη επιβεβαωσε το ανυπταχτο φρνημ της, την ευαισθησα και κλση της προς κθε τι που υποδλωνε ηρωικ σλληψη ζως. Κι εναι χαρακτηριστικ πως παιδ εκλεκτς και προβεβλημνης οικογνειας, -ο παππος της εχε σπουδαα θση στην Ινια Πολιτεα κι απ τους προγνους της, εκενη θαμαζε το γρο Δπλα, τον κλεφταρματωλ και μχρι το θνατο αφοσιωμνο συμπολεμιστ του Κατσαντνη. Στρατετηκε απ νωρς στο φεμινιστικ κνημα, εντχθηκε στο Κμμα των Φιλελευθρων, λτρεψε το Βενιζλο, στον πλεμο υπηρτησε εθελντρια νοσοκμα, στη Κατοχ ακολοθησε με συνπεια τη σημαα του ΕΑΜ, μετ την απελευθρωση αγωνστηκε στις τξεις των ειρηνιστικν οργανσεων, στη διρκεια του εμφυλου δεν παψε να εκδηλνει με παρρησα την αγπη κι αλληλεγγη της, προς κθε διωκμενο κι ιδιατερα στους συναδλφους της λογοτχνες. Ο Λουντμης σ' επιστολ του τη προσφωνε "ακριβ μου αδελφολα" και την ευχαριστε για τα βιβλα που του στλνει.
     ταν η Μπετα Κιτσκη δραστρια του ΕΑΜ, -που συνχισε τη δρση της και στις μρες του μεταδεκεμβριανο κρτους- καταδικστηκε σε θνατο, η Κλεαρτη φοβα την υπερασπστηκε μ' επιστολ της στο ΒΗΜΑ το 1948. Η επιστολ της κλεινε με την παρακτω φρση: "Πς εναι δυνατν να πιστψω τι καταδικστηκε σε θνατο ως προδτρια, αυτ η παλληκαρσια Κρητικι, η φλογερ πατριτισσα, η Μπετα Κιτσκη"; Τελικ η Κιτσκη δεν εκτελστηκε αλλ αποφυλακστηκε μ' επιβαρυμνη ανεπανρθωτα την υγεα της. γινε σμβολο στις ψυχς των Ελλνων και τ' νομ της δθηκε σε πολλ κορτσια της εποχς. Σ' ευχαριστρια επιστολ της προς τη Κλεαρτη, φανεται ολοφνερα η ευγνωμοσνη, η εκτμηση κι η αγπη της προς το πρσωπ της.



  "Ο Μεγλος Ποταμς, πτε γαλνιος, σιωπηλς, αινιγματικς, πτε οργισμνος, ματωμνος, πορεεται προς τη θλασσα. Δντρα ανθισμνα σκβουν πνω του, σννεφα καθρεφτζουν τις σκυθρωπς τους μορφς, λιοι ακοντζουν σπταλα τα διαμντια τους, φεγγρια ωχριζουν τα μαραμνα τους νειρα, νθρωποι ξεδιψον εκε, μηχανς τρφονται με τη δναμ του, ερωτευμνοι ρεμβζουν με τα τραγοδια του. Ο Μεγλος Ποταμς πορεεται προς τη θλασσα. Να, να ανθοπταλο στροβιλζεται για λγο και χνεται, να μερμγκι στη σχεδα ενς χυρου ποντοπορε, μια πεταλοδα ναρκισσεεται κοιτντας τη μικρογραφημνη νθινη πολιτεα των φτερν της, και, να, πλι ξερριζωμνοι κορμο δντρων λαχανιζοντας στο ρεμα του, τυμπανισμνα πτματα μαχν, δοκο καψαλισμνοι και σημαες -βγγοι και γλια, θνατος και ζω. Κει μσα ο ουρανς χαμογελει στον εαυτ του. λα ραγζονται εκε μσα, συντρβονται, πιο κτω ξαναφανονται -φεγουν, αλλζουν, χνονται. Ο Μεγλος Ποταμς, ρεμος, ββαιος, αδυσπητος, πορεεται προς την Αινια Θλασσα, αλλζοντας λους τους θρνους σ' να τραγοδι -στο τραγοδι της κνησης- στο ακατανκητο, θριαμβευτικ Τραγοδι της Ζως".

     Υπρξε ποιτρια του μεσοπολμου η Κλεαρτη, που 'βλεπε αυτ που θα 'φερναν οι μελλοντικο καιρο και την ενδιφερε οι επιθυμες των γυναικν να γνουνε πραγματικτητα. Γι' αυτ στο πεζογραφικ ργο της αποκαλπτει τη τρομαγμνη ψυχ των γυναικν και διεκδικε ως φεμινστρια. Κι εδ δχθηκε κποιες φορς τα αντρικ πυρ. Ποις επε πως ταν εκολο να 'σαι γυνακα κενη την εποχ ακμα και σμερα; Μακρι μως η γυναικοκτονα ν' αφοροσε μνο τη λογοτεχνα!
    Η ποησ της χει αποτιμηθε ως ποηση της γυναικεας ευαισθησας και της ζωγραφικς ενργειας των φυσικν εικνων, ως ποηση των λεπτν αισθημτων και του χαμηλφωνου λυρισμο. Κατ γενικ κριτικ ομολογα, συνδυζει τη λυρικτητα και τη μουσικτητα της Επτανησιακς Σχολς (της οποας και θεωρεται απ τους τελευταους επγονους) και την αδρτητα των ηπειρτικων δημοτικν τραγουδιν και της ποησης του Βαλαωρτη.
     Ρυθμισμνη σχεδν αποκλειστικ στον αμβο κι αυστηρ μμετρη (με προτμηση προς την αξιοποηση της 4στιχης στροφς με σταθερ ομοιοκατληκτα σχματα), η ποησ της χει ταυτιστε απ τη κριτικ με τη συχν χρση του 15σλλαβου στχου, που, ωστσο, αν και υπερτερε σαφς ποσοτικ στη 1η της συλλογ, εν τλει ισορροπε με τη χρση του 11σλλαβου στη 2η. Τα ποιματ της μπορον grosso modo να διακριθον σε 5, συχν συμπληρωματικς, θεματικς περιοχς: πρκειται για τα ποιματα που εμπνονται απ τη δημοτικ και λαογραφικ παρδοση, τα φυσιολατρικ ποιματα, τα πολεμικ και κατοχικ ποιματα, τα ποιματα της λξης του θαντου και, τλος, τα ερωτικ.
     Οι 2 τελευταες κατηγορες ποιημτων, που εναι κι οι πλον επιτυχημνες στο συνολικ της ργο, συνδονται με τη προβολ του ποιητικο εγ και παρουσιζουνε μιαν αντρροπη κι ωστσο παραπληρωματικ λξη της ποιητικς φωνς, απ' τη μια προς την εκμηδνιση (η λξη "εκμηδενισμς" απαντται κι ως ττλος 4στχου στους Δρμους Της Ζως) κι απ την λλη προς την φεση στη διονυσιακ ηδον. Η διπλ αυτ λξη προς τον ρωτα και το θνατο εναι σαφς εμπνευσμνη απ τη μπωντλαιρικ μαθητεα της. Κποτε οι 2 ροπς οδηγονε στοιχισμνες σ' ναν (νεανικ) "Θνατο γλυκ" (Στο Διβα Σου) στον ριμο "Ερωτικ Χαμ" (Οι Δρμοι Της Ζως).



     Λγες ε­ναι οι "γρ­φου­σες" Ελλη­ν­δες, που μνουν στις Ιστο­ρες της Νε­ο­ελ­λη­νι­κς Λο­γο­τε­χνας. Αν­με­σα τους με­τριο­νται στα δ­χτυ­λα, αυτς που ε­πιλ­ξανε να εμ­φα­νι­στονε στα γρμ­μα­τα με 2πλ ε­π­θε­το. Οι πα­λι­τε­ρες ε­ναι ­σες με τους ρ­ρε­νες γρ­φο­ντες, που φ­ρουνε δι­πλ επ­θε­τα. Εκε­νοι τι­μο­σανε τους 2 πα­τρο­γο­νι­κος κλ­δους, ε­κε­νες, τον πα­τρι­κ και το γα­μ­λιο. Πχ.­, στους 183 πε­ζο­γρ­φους απ ιδρσεως ελ­λη­νι­κο κρ­τους ως δι­κτα­το­ρα, α­πα­ντ­νται 25 ­που μ­νο μια δια­τη­ρε 2­πλ ­νο­μα ­να­ντι τριν αν­τρν. Αντι­στο­χα στη ποησ­η, στους 169, α­π την ε­πο­χ του Πα­λα­μ μ­χρι και τη πρ­τη με­τα­πο­λε­μι­κ γε­νι, εναι μ­λις 15, 5 εξ αυ­τν με 2­πλ ­νο­μα ­να­ντι ε­νς ν­τρα.
     Κα­τ κα­ν­να, για τις ­παν­δρες, το ­νο­μα το κα­θο­ρ­ζει η σχ­ση με­τα­ξ του χρ­νου νμ­φευ­σης κι ε­κε­νου της 1ης συγ­γρα­φι­κς εμ­φ­νι­σης. Σε ο­ρι­σμ­νες πε­ρι­πτ­σεις, ω­στ­σο, πα­ρεμ­βα­νει κα­θο­ρι­στι­κ η προ­σω­πι­κ­τη­τα της "γρ­φου­σας" σε σχ­ση με ­κε­νη του ε­κλε­κτο της. Λ.χ., η Γα­λ­τεια Κα­ζα­ντζ­κη ξε­κι­ν ως Αλε­ξου, ε­π­σης η Ρ­τα Μπο­μη-Πα­π, ως Μπο­μη, με­τ το γ­μο, ­μως, η μεν 1η δια­γρ­φει το πα­τρι­κ, ε­ν, η 2η το δια­τη­ρε, προ­σθ­το­ντας το συ­ζυ­γι­κ. Ως ­να βαθ­μ, πα­ζει ρ­λο κι η ε­πο­χ. λλο γ­μος το 1911 κι λλο το 1936. πως δε­χνει κι η πε­ρ­πτω­ση της Τα­τι­νας Γκρ­τση-Μιλ­λι­ξ, που πρω­το­δη­μο­σιεει συ­ζευγ­μ­νη, ­χο­ντας δια­τη­ρ­σει το ε­π­νυ­μο της 2πλ. Αλλ ­τσι κι αλ­λις, οι πε­ρισ­σ­τε­ρες α­π τις γρ­φου­σες, α­κ­μη κι ε­κε­νες, που το ­νο­μ τους γρ­φτη­κε στις δλ­τους της Ιστο­ρας, σπα­νως α­να­φ­ρο­νται. Αποτελε ε­ξα­ρε­ση, μα με 2πλ ­νο­μα, -α­π τις πολ­λς που ­με­νανε στα ψι­λ γρμ­μα­τα της Ιστο­ρας- κ­θε τ­σο, ­λο και κ­ποιος τη μνη­μο­νεει. Αφορ­μ δεν στ­κε­ται η ­δια, ο­τε το ρ­γο της.
     Τι ε­πι­ζη­το­σε ο Κα­ρυω­τ­κης να δε­ξει; Ο Γ. Π. Σαβ­β­δης, στη σχο­λια­σμ­νη κ­δο­ση των Απ­ντων Κα­ρυω­τ­κη του 1992, α­φ­νει τη πι­θα­ν­τη­τα ο 2ος στ­χος του 2­στι­χου να ε­ν­χει "τυ­πο­γρα­φι­κ α­βλε­ψα της ε­φη­με­ρ­δας", προ­τε­νο­ντας ως σω­στ­τε­ρη την πα­ραλ­λα­γ "και δ­πλα σ' αυ­τν τ' ­νο­μ μου". Στην ε­π­με­νη 20­ε­τα, ο προ­βλη­μα­τι­σμς γ­ρω α­π το γρ­φο του εν λ­γω δ­στι­χου ­μει­νε με­τω­ρος α­ν­με­σα στο πρω­τ­τυ­πο και τη διορ­θω­τι­κ ει­κα­σα του Σαβ­β­δη. Ο Απ. Μπε­ν­τσης, το 2004, στη με­λ­τη του για τον Κα­ρυω­τ­κη, σχο­λι­ζει: Το ποιη­τι­κ υ­πο­κε­με­νο δεν α­να­φ­ρει το δι­κ του ­νο­μα, ε­ν πα­ρα­θ­τει ο­λ­κλη­ρο της συ­να­δλ­φου. Δη­λ­νει μ' αυτ τον τρ­πο, πως αυ­τ ε­ναι γνω­στ, ε­ν αυ­τς γνωστος. Δια­πι­στ­νου­με ­τι το "αυ­τ" α­να­φ­ρε­ται σε μια γυ­να­κα, μι­λ­ για κενη, σαν να μην ­ταν πρ­σω­πο, αλ­λ πργ­μα. Ο Τ. Κα­για­λς σπε­δει να τονε διορ­θ­σει, ­δεχνωντας πως τ' ­νο­μα βρ­σκε­ται ε­ντς ει­σα­γω­γι­κν, ο­π­τε το ου­δ­τε­ρο γ­νος της α­ντω­νυ­μας ε­ναι ορ­θ. Συ­νε­χ­ζει, ερ­μη­νεο­ντας τις προ­θ­σεις του ποιη­τ: "Εκε­νο, που φα­ντ­ζε­ται με α­πο­τρο­πια­σμ δ­πλα στο ­νο­μ του, δεν ε­ναι η συγ­γρα­φ­ας, αλ­λ το εμ­βλη­μα­τι­κ ο­νο­μα­τε­π­νυ­μ της".



     Ο Μπε­ν­τσης ε­πι­ση­μα­νει τη δια­κει­με­νι­κ σχ­ση, που υ­πρ­χει με­τα­ξ 2στι­χου και ποι­μα­τος του Εγγο­ν­που­λου, με ττ­λο, Κλε­αρ­τη Δ­πλα-Μα­λ­μου, α­π τη συλ­λο­γ Στη Κοι­λ­δα Με Τους Ρο­δ­νες, που ­χει ως μ­ττο: "Κλε­α­ρ­τη Δ­πλα-Μα­λ­μου, / και δ­πλα σ’ αυ­τ τ’ ­νο­μ μου. / Κ. Κα­ρυω­τ­κης". Ει­κ­ζει α­ντι­πα­ρ­θε­ση του νε­τε­ρου προς τον πρε­σβ­τε­ρο ποιη­τ: Ο Εγγο­ν­που­λος "α­πο­κα­θι­στ τη Κλε­α­ρ­τη ως πρ­σω­πο", ε­ν το κα­ρυω­τα­κι­κ "αυ­τ" ε­χε υ­πο­τι­μη­τι­κ ση­μα­σα. Ο Κα­για­λς ε­πι­μ­νει: "χι μ­νο δεν α­πο­κα­θι­στ τη συγ­γρα­φα μα με­τα­τρ­πει μια σκω­πτι­κ α­να­φο­ρ στο ­νο­μ της σε ­κομ­ψο λ­βε­λλο (­που χρε­νει στον Κα­ρυω­τ­κη, -η υ­πο­γρα­φ του εμ­φα­ν­ζε­ται φαρ­δει-πλα­τει κ­τω α­π τον πα­ραλ­λαγ­μ­νο στ­χο)".
     Υ­πρ­χει κι η πα­λαι­τε­ρη ερ­μη­νεα του Κ. Βολ­γα­ρη. Στο βι­βλο του για τον Κα­ρυω­τ­κη, το 1989, σχο­λι­ζει τη σχ­ση των 2 ποιη­τ­ν: "Η α­γω­νι­δης αι­σιο­δο­ξα του Εγγο­ν­που­λου για την α­τρ­μο­νο ζω του Κα­ρυω­τ­κη τον κ­νει να του στλνει καρ­τ-πο­στλ της Πρ­βε­ζας με το ποη­μα Κλε­α­ρ­τη Δ­πλα-Μα­λ­μου". Η αλ­λη­γο­ρι­κ ερ­μη­νεα βρ­σκε­ται μλ­λον πιο πλρης στα αι­σθ­μα­τα του Εγγο­ν­που­λου, κα­θς συμ­φω­νε και με την α­π­φαν­σ του, "στο Με­σο­π­λε­μο οι πραγ­μα­τι­κ Με­γ­λοι ­ταν αυ­το μ­νοι οι 3: Κα­ρυω­τ­κης, Παρ­θ­νης και Κ­ντο­γλου". λλω­στε, το μ­ττο, με τις πα­ραλ­λα­γς που ε­πι­φ­ρει στο 2­στι­χο και την υ­πο­γρα­φ του Κα­ρυω­τ­κη χω­ρς το αρ­χι­κ του πα­τρ­νυ­μου, ­χει ­τυ­πο χα­ρα­κτ­ρα ε­πι­στο­λς. να ποη­μα δ­κην ε­πι­στο­λς, με την ει­κ­να της Πρ­βε­ζας, που ε­δε αυ­τς δ­πλα σε κε­νη με τις κρ­γες και τις κου­ρο­νες του Αυ­τ­χει­ρα. να ποη­μα, που το­πο­θε­τε τον Τρι­πο­λι­τσι­τη α­ν­με­σα σε δυο Πρε­βε­ζ­νους, τη Δ­πλα και τον προ­σφι­λ του ­ρωα, Οδυσ­σα Ανδρο­τσο, τον Μου­τσα­ν, γιο του προ­ε­πα­να­στα­τι­κο Ανδρα Βρο­τση, γνω­στο κι ως Μου­τσα­ν.
     Να προ­σθ­σω και μια πτυ­χ του ποι­μα­τος, που πι­θα­νν δια­φε­γει των ση­με­ρι­νν με­λε­τη­τν. Για τον Εγγο­ν­που­λο, το μττο θα πρ­πει να ­ταν πργ­μα­τι εμ­βλη­μα­τι­κ, κα­θς π­ντρευε τον Ευ­ρυ­τ­να κλε­φταρ­μα­τω­λ Βα­σ­λη Δ­πλα, νο­ν του Κα­τσα­ντ­νη, με τη Σου­λι­τι­κη οι­κο­γ­νεια των Μα­λα­μαων. τσι, στο ποη­μα, υ­πρ­χει συμ­με­τρα α­ν­με­σα σε 2 ζε­γη η­ρωι­κς πε­σ­ντων προ και κα­τ τη διρ­κεια της Ελλη­νι­κς Επα­ν­στα­σης. Δεν α­πο­κλεε­ται, ο Εγγο­ν­που­λος, με την υ­περ­ρε­α­λι­στι­κ του προ­σγ­γι­ση, ν' α­κοει στις κα­ρυω­τα­κι­κς κρ­γιες το στ­χο του δη­μο­τι­κο ­σμα­τος: "πολ­λ τουρ­κι μας πλ­κω­σε μα­ρη σαν κα­λια­κο­δι".
     Ο Σβ­βας Πα­λου, το 2011 στο βι­βλο του, Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κ κι λ­λα, σχο­λι­ζει με το τρ­πο του, με­τα­ξ ει­ρω­νεας και ρο­μα­ντι­σμο: "Πρ­πει να αναλο­γι­στο­με ­λοι μας τη π­κρα της ευ­γε­νος δ­σποι­νας, ποι­τριας και πε­ζο­γρ­φου Κλε­α­ρ­της Δ­πλα-Μα­λ­μου, ­ταν συ­νει­δη­το­ποη­σε πως δεν ­ταν πα­ρ ο στ­χος του Κα­ρυω­τ­κη. Κι ­μως, ε­κε­νη δεν θα πρ­πει να πι­κρ­θη­κε, δε­δο­μ­νου πως, για τους συ­γκαι­ρι­νος της, ­ταν γνω­στ συγ­γρα­φ­ας δη".



     Η 1η ποιη­τι­κ συλ­λο­γ της, ε­χε κυ­κλο­φο­ρ­σει αρ­χς 1922. Η 2η του Κα­ρυω­τ­κη, Νη­πεν­θ, το 1921. Για το δι­κ της βι­βλο ε­χαν δη­μο­σιευ­τε του­λ­χι­στον 3 κρι­τι­κς, με­τα­ξ των ο­ποων μια ευ­νοκ του Ξε­ν­που­λου, ε­ν, για του Κα­ρυω­τ­κη 6. Αμφ­τε­ρα ε­χανε πα­ρου­σια­στε στο πε­ριο­δι­κ Ο Νου­μς, αλ­λ α­π δια­φο­ρε­τι­κος κρι­τι­κος. Στο πε­ριο­δι­κ, ­μως, ο αρ­μ­διος ε­χε γρ­ψει και για τα 2. ταν ο Μ. Εσπε­ρι­νς στο ε­τ­σιο Δελ­το του Εκπαι­δευ­τι­κο Ομ­λου. Πι­στεου­με πως ο κα­ρυω­τα­κι­κς στ­χος ορ­μ­ται α­π' αυ­τς τις 2 κρι­τι­κς, που δη­μο­σιε­τη­καν στον 10ο τ­μο του 1922 και ­που κυ­κλο­φ­ρη­σε το 1923. Αυ­τς ­ταν κι οι τε­λευ­ταες κρ­σεις για τα ποιη­τι­κ τους βι­βλα. Δη­μο­σιε­τη­καν εν πα­ρα­τ­ξει μα­ζ με λ­λες ε­πτ, συ­γκε­ντρω­μ­νες στο τ­λος του τ­μου, με κοι­ν ττ­λο, Βι­βλιο­κρι­σες και κοι­ν υ­πο­γρα­φ. 4η στη σει­ρ του Κα­ρυω­τ­κη, 8η της Δ­πλα-Μα­λ­μου. Ο κρι­τι­κς ε­χε στα­θε αυ­στη­ρς και για τις δυο, πι­τε­ρο για ­κε­νη του Κα­ρυω­τ­κη. Οπ­τε θα τα­ρια­ζε σε αμ­φ­τε­ρες ως συ­μπ­ρα­σμα, ο 1ος στ­χος α­π το 2ο 2στι­χο του ποι­μα­τος Στα­διο­δρο­μα: "Οι στ­χοι πα­ρ­χουν ελ­π­δες". Αυ­τς ο στ­χος ζευ­γα­ρ­νει με τον στ­χο, "θα γρ­ψουν οι ε­φη­με­ρ­δες" και προ­η­γε­ται του 2στι­χου της Κλε­α­ρ­της.
     Ει­κ­ζω πως ο Κα­ρυω­τ­κης, μ' αυ­τ το ποη­μα, σαρ­κ­ζει τη μελ­λο­ντι­κ τ­χη της 3ης συλ­λο­γς του, κα­θς φα­ντα­σι­νε­ται πως θα ε­ναι ­μοια με της προ­η­γο­με­νης. Εκκι­νε α­π τον πρ­το στ­χο του πρ­του ποι­μα­τος της 2ης, "Δι­κ μου οι Στ­χοι, απ’ το α­μα μου, παι­δι", πα­ραλ­λσ­σο­ντς τον, "Τη σρ­κα, το α­μα θα β­λω / σε σχ­μα βι­βλου με­γ­λο". Συ­νε­χ­ζει, στο ε­π­με­νο 2στι­χο, με την ε­τυ­μη­γο­ρα των κρι­τι­κν και κα­τα­λ­γει με την ει­κ­να α­π τις σε­λ­δες του ε­ντ­που που φι­λο­ξ­νη­σε τη τε­λευ­ταα κρι­τι­κ πα­ρου­σα­ση του βι­βλου του, ­που τη δια­δ­χθη­κε σιω­π και, πι­θα­νς, α­πο­λη­τα α­ντ­τυ­πα, πα­ρα­κα­τα­θ­κη στο Βι­βλιο­πω­λεο του Βα­σι­λεου, "το στ­κι του". Για­τ, ­μως, ε­πι­λ­γει τη Δ­πλα κι ­χι κ­ποιον λ­λο α­π τους κρι­ν­με­νους; Συμ­βλ­λει, σ­γου­ρα, η ο­μοιο­κα­τα­λη­ξα και το μτριμα, ε­πι­προ­σθ­τως, ­μως, ε­ναι κι η πιο α­δ­να­μη πε­ρ­πτω­ση. χι ­σον α­φο­ρ στο βι­βλο της, που, το πι­θα­ν­τε­ρο, ο Κα­ρυω­τ­κης α­γνο­ε, αλ­λ ε­πει­δ ε­ναι "γρ­φου­σα" και δη πρω­το­εμ­φα­νι­ζ­με­νη.
    σο για τον υ­πα­τιο κρι­τι­κ αυ­τς της κει­με­νι­κς ει­κ­νας, ε­ναι ψευ­δ­νυ­μος. νοι­ξη του 1924, ο Κα­ρυω­τ­κης γνω­ρ­στη­κε με τον Ε. Ιων­νου, γνω­στ ­δη ως Τλ­λο γρα. Τ­τε, ­σως κι ευ­θς ε­ξαρ­χς, ­ξε­ρε πως ε­κε­νος κρ­βε­ται π­σω α­π το ψευ­δ­νυ­μο Μ. Εσπε­ρι­νς, που ο γρας χρη­σι­μο­ποη­σε μ­νο σε αυ­τ τη δη­μο­σευ­ση. Πα­ρα­μ­νει ζη­το­με­νο το κα­τ π­σο το γν­ρι­ζε η Δ­πλα. Ο γρας δη­μο­σευ­σε κρι­τι­κς για 2 α­κ­μη βι­βλα της, αυ­τ πε­ζο­γρα­φι­κ, το 1929, υ­πο­γρ­φο­ντας με τα αρ­χι­κ του και το 1935, ο­λο­γρ­φως. Π­ραν αυ­τν, γρφει το λμ­μα της Με­γ­λης Ελλη­νι­κς Εγκυ­κλο­παι­δεας, με­τα­ξ πλε­στων λ­λων, κατ τη κα­τρ­τι­σ της (1926-1934). Το συ­γκε­κρι­μ­νο πρ­πει να γρ­φτη­κε με­τ τη βρ­βευ­σ της α­π την Ακα­δη­μα, το 1930.
    Η Κλεαρτη Δπλα-Μαλμου πθανε στην Αθνα το 1977, στα 91 της, μλλον ξεχασμνη απ' λους κι λα -και προπαντς σιωπηλ. Η σθεναρ προσωπικτητ της αναχατισε τις αντιξοτητες των εποχν και στθηκε ως το τλος συνεπς στ' ραμ της, μια λογοτεχνα που οδηγε σ' να καλλτερο κσμο. ταν απ τις πιο γνωστς Ελληνδες ποιτριες και πεζογρφους της εποχς. Η μοσα της εχε λυρικ ντα κι εξφραζε τον συναισθηματικ της κσμο με καλοδουλεμνους στχους. Σε μερικ απ τα τραγοδια της ξεχειλζει ο ερωτικς παλμς. Στη Λευκδα στο Μποσκτο, το πρκο κοντ στο λιμνι, η προτομ της στκει κι ατενζει σε θση σηματωρο το απραντο γαλζιο της αιωνιτητας. Στχοι απ την μικρ ωδ που γραψε προς τιμ της ο Παλαμς ψιθυρζονται μαζ με τον πελαγσιο αχ:


Στη ποιτρια Κλεαρτη Δπλα-Μαλμου

Στης Ινιας φωτοθλασσας τη γιορτ
το προσκνημα μας σμιξε του Ποιητ.

Φλγα τον εζοσε μσα του περισσ
στης Ινιας φωτοθλασσας το νησ.
Στης Ινιας φωτοθλασσας το νησ
προσκυντρα ρθες του Διβα σου ψλτρα εσ.

Με τραγοδι αν ρθες, τ’ φησες να το πει,
μνη εσ κρυφαγρικντας το, η σιωπ.
Μα ταν τμα το τραγοδι σου στη χλωρ,
στου πελου την ερημτισσα Μαδουρ.

Κρατει πντα, παντο, γοβα της και κορφ,
ζωντανετρα, του Αστραπγιαννου τη στροφ.
Και γυρζαμε. λα, ορζοντες, τα βουν,
τ’ ακρογιλια, η ρα, η σκψη μας, γαλην.

Δειλιν μια γλκα, θλασσες, ουρανο.
Στο καρβι ξφνου χνεται μια φων,
κρυσταλλνια φων, κι ψελνε -Μοσα Εσ-
της Ινιας φωτοθλασσας το νησ.

Το νησ που κι εσ γννησε, δροσαυγ
στου λεβντη στχου πρινη την πηγ.

             Κωστς Παλαμς

=================


     Απ τη συλλογ Ο Μεγλος Ποταμς, διλεξα το διγημα Η Χελιδονοφωλι. να ζευγρι νων ανθρπων οι πρωταγωνιστς του, που μχονται για τη ζω τους, για το δικαωμ τους στον ρωτα και την ευτυχα, για ,τι αγαπον. 2 νθρωποι που επλεξαν να πορεονται μαζ στη ζω, προσπαθντας να ξεπερσουν τις δυσκολες και τα εμπδια με μνα εφδια την αγπη τους και τη δουλει τους. Απναντ τους μως ορθνονται η σκληρτητα και η αναλγησα της οικογνειας της κοπλλας κι να κρτος ψυχρ κι δικο εκφρασμνο στο πρσωπο ενς χωροφλακα και στις αδυσπητες υπηρεσιακς αποφσεις που ρχονται να συνθλψουν τη ζω και τα νειρα των ηρων…
     Αξζει να προσεχτον η ψυχογραφικ ικαντητα της συγγραφως κυρως στην απδοση των συναισθημτων και των αντιδρσεων της νεαρς κοπλλας κι η διθεση της ηρωδας χι απλ να εναντιωθε στα οικογενειακ και κοινωνικ στερετυπα για τη γυνακα αλλ να αντισταθε στην επιβολ τους, προβλλοντας την εικνα μιας γυνακας μαχμενης που αρνεται να αποδεχθε τη μορα που της χουν προετοιμσει. Απλ στο περιεχμενο του και στην αφγηση, αλλ βαθι ανθρπινο εμπνευσμνο απ την δια τη ζω, προκαλε ντονα συναισθματα, αγγζει τη καρδι κι εναι γραμμνο σε ζωνταν κι εκφραστικ δημοτικ γλσσα.

                                         Η Χελιδονοφωλι

     Φασαρεμνη πντα η μρα με τις γνοιες, τις δουλεις της, τους ανθρπους. Κ’ η Βγενολα χανε τον εαυτ της. Εκενον τον κρυφ εαυτ της που τσο θελε να κουβεντιζουνε μαζ. ψαχνε, ψαχνε, μα λο της ξφευγε. Μονχα ταν τα χρια τα σκοτειν της νχτας φτιχνανε γρω της να στεφνι, κι’ αυτ ζρωνε στο στρμα της σε μια κχη του σπιτιο, μονχα ττε τον ξανβρισκε. Ττες, συγνεφκια ανλαφρα ταξδευαν οι συλλογς της, κ’ η καρδι της τσο φουσκωμνη απ αγπη, αναγλιαζε μυστικ, τριαντφυλλο που αναδνει ανοιχτ τους μσκους του: Γιννο μου!..Γιννο μου…
     μως με την αυγ του Θεο μια στενοχρια την πνιγε. Το ξαρει. Πλι θ’ αρχσουν οι δικο της, γονιο κι αδρφια, το τροπρι της γκρνιας: Τι νειρο εδε απψε; λλαξε γνμη; Τι θα τον κνει τον ξυπλητο; Εκενος ο λλος που τη γρευε ετανε γαμπρς. Καρτερε την απντηση.
Η κοπλα εχε βαρεθε πια να λει τα δικ της και ν’ αντιμιλε. πειτα κατλαβε πως τσι τους αγριεει λους περισστερο. Γιαυτ τρα στερα σαν ρχιζε η γκρνια, αυτ βολωνε το στμα. Χαμλωνε τα μτια τα πλατι, και σαραντακλεδωνε στο χωριτικο μυαλ της τη θεμελιωμνη απφαση: Το Γιννο εγ θα πρω. Θα τον πρω! Οι δικο της ευχαριστημνοι που τη βλπανε δχως μιλι, λγανε αναμεταξ τους: Βνει μυαλ· θα τ’ αποφασσει για τον λλον. Ας κνει κι αλλοις. 
     Το σπιτκι του πατρα της ετανε κοντ στον πευκι, κμποσο ξω απ τη μικρ πολιτεα κ’ η Βγενολα εχε την ευκολα ν’ ανταμνει το Γιννο της. Ξαμολιονταν τα πρωιν για τις δουλις τους και κπου θα τον λχαινε να του πει αρπαχτ την καλημρα της. Και τα βρδια, πσω απ τις χοντρς φραγκοσυκις που μντρωναν το χτμα των γονιν της, εκενος την περμενε: Κυρ μου, εσ! Βγεντσα μ’ αχ! θα με ζουρλνεις τον ρμο.
Τργονταν οι δυο τους στα φιλι και γριζε η κοπλα στο σπτι με μπαμπουλωμνα τα σαγνια. Το κτρινο μαντλι κρυβε τα σημδια που στραπατσριζαν το στμα της το φραουλνιο. Κι αξεθμαστος μσκος πντα η λαχτρα τους: Αγκαλιασμνους να τους βρσκει ο λιος, η μρα να κερνει το ξανθ της μλι στη διπλ χαρ τους, κ’ η νχτα να τους γνφει με μισκλειστα μτια γελαστ: Ελτε!
     Μα πς να παντρευτονε; Πο εναι το σπιτκι τους; Οι οικονομες του Γιννου δε φτνανε ακμα να νοικισουνε μια καμαρολα. Μια καμαρολα μοναχ. Τποτες λλο δε θλουνε. Τα λοσα, τα προικι και τα σεντοκια, εναι για κενους που δεν χουνε προικι τους την αγπη. Μονχα μια κλειστ φωλι τος χρειζεται για να μη ζηλεει ο κσμος.
     Στο μεταξ ο Γιννος ρπαζε ποια δουλει του παρουσιαζταν. Εργτης, περιβολρης, χτστης, μανβης. Δουλει μοναχ να βρσκεται για να φουσκνει απ λγο λγο το κομπδεμα. Και τα βρδια τα κουβντιαζε κρυφ με τη Βγενολα. Αποφσισαν μως, για νχουν την ησυχα τους, ταν ανταμνονται καμμι φορ ξω, μπροστ στον λλον κσμο, στους δρμους, στην εκκλησι, να καμνονται τον αδιφορο. Κατφεραν και κρφτηκαν τσο καλ που στο σπιτικ της Βγενις ξαφνιστηκαν ταν εδανε πως το κορτσι δε γρισε στο σπτι μια βραδι. Το ζευγρι εχε στεφανωθε τ’ απγιομα σ’ να ρημοκλσι του βουνο. Και σαν τρβηξαν πια ο παπς και ο κουμπρος, αυτο κατβηκαν τρεχτοι την κατηφρα γιατ βιζονταν να φτσουν στο φτωχικ μονοκμαρο σπιτκι που ο Γιννος εχε νοικισει εκε ξω στην πλαγι.
     Ετανε αρχς του χινπωρου με νοτερς ανσες κι ολκληρος ο πευκνας σουσοριζε δια θλασσα. Κ’ τσι κυλντας απαλ τα πρσινα κματ του, βγανε το σπρο σπιτπουλο εκε δα στο μονοπτι σαν να κομμτι αφρ. να γρο τους οι μπουμπουκιασμνες κυκλαμις εδανε στ’ νειρ τους τους νιπαντρους να χνονται μσα στο σπιτκι και την παρλλη μρα την αυγ μ’ ανοιγμνα καλ τα νωπ ματκια τους, τους ξαναεδανε να βγανουν απ την κμαρα αγκαλιασμνοι. Δυο μρες και δυο νχτες εχανε ρουφξει την αγπη δχως ανασασμ σαν διψασμνοι που ετανε. Εκε δα στο κατφλι φλησε ο Γιννος τη γυνακα του, πρε την τσπα στον μο και τρβηξε για τη δουλει.
     Οι γονιο της Βγενις δεν εχανε μτια να την ιδονε. Κι πως γνηκε ο γμος δχως το θλημ τους, γλτωσαν και τα προικι. Οτε την καλημρα δεν θελαν της θυγατρας τους, λγανε. Μα ο Γιννος, ο Γιννος ο λεβντης με το ψηλ κορμ και τα μτια τα γλυκ, στκονταν κολνα στη γυνακα του: Ας τους να λνε. Τι σε γνοιζει; εγ εμαι για σνα!
     Τα πολλ τα λγια αυτς δεν τξαιρε. Αυτς ξαιρε να πρττει. Το σκδι του το πρτο το πτυχε κ’ η κοπλα γνηκε δικι του. Τρα εχε λλο σκδιο στο κεφλι του. Ο διολος να σκσει, αυτς θα χτσει να δικ τους καμαρκι. Θα το χτσει στον μικρ τπο που του εχε αφσει ο πατρας του απνω στο βουν. Ετανε νας χερστοπος κακομαντρωμνος με ξερολιθι. Μ’ αυτ το σκδι τους στο νου, η Βγενι βλεπε συχν στον πνο της πως βρισκε στο δρμο να κομπδεμα. Κοταζε ολγυρα μη την εδανε, και το τσπωνε. Ονειρεονταν και ξυπνητ πως νας μπρμπας της απ’ την Αμερικ της στελνε, λει, λεφτ, πολλ λεφτ: Για τη Βγενι, λεε η γραφ του. Για να χτσει να σπιτκι. Με την ελπδα του σπιτιο κουβαλοσανε τρα κ’ οι δυ τους σαν τα χελιδνια ,τι μποροσανε για τη φωλι τους. Μζευαν την πτρα σιγ-σιγ κι ταν τους τχαιναν τποτε οικονομικ υλικ απ παλις οικοδομς, ο Γιννος τ’ αγραζε με τη δουλει του.
     Ο χειμνας κντευε να βγει κι αυτς ταν εχε καιρ πγαινε και δολευε στο χτμα τους. Ξεχορτιριαζε, πστρευε τον τπο απ τις πτρες, μτραγε και χραζε το θεμλιο του σπιτιο. Δολευε κοντ του κ’ η Βγενι και δολευε αψ σα ντανε να τελεισει αμσως και το σπτι. Μα τρα στερα ο ντρας τη σταμταγε ανσυχος: σε τρα, παρτα τα εσ. Απ κμποσες μρες μια χαρ ξεχελιζε στις καρδις τους: Το παιδ! ρχεται το παιδ τους. Κ’ πρεπε να βρεθε τοιμο το σπιτπουλο να τους συμμαζψει τον λλο χειμνα.
     Το βρδυ, πλι στη χαμηλ γωνι που καγανε τα κοτσουρα πολεμντας το στερν μαρτιτικο κρο, κνανε τους λογαριασμος τους για το χτσιμο. χουμε τοτο, μας λεπει εκενο. Ας τ’ αρχσουμε κ’ χει ο Θες. Θα τα καταφρουμε. Να μπομε κτω απ δικ μας κεραμδι. Αυτ εναι ολο το παν. Δεν θα μας τρει η γνοια, το νοκι, το ξεσπτωμα. ξω λσσαγε η μνητα του αγρα, η καμινδα της γωνις τον σβοριζε μσα της σαν τρομπνα και μαζεμνοι οι δυο τους με το αγννητο σαν γεννημνο κοντ τους, χαμογελοσαν στ’ ραμα του μελλομενου σπιτιο.
     Κ’ ρθε η νοιξη με τα λα της. Μσα στο χτηματκι στκονταν η πτρα, νας σωρς καφετς κι σπρος και χρυσς κτω απ’ τον λιο, υπκουο σταλιασμνο κοπδι που θα ξυπηρετοσε τ’ αφεντικ. τοιμο το κκκινο, το κοσκινισμνο χμα, στο λκκο του ο ασβστης ο γαλατερς.
Κ’ επε ο ντρας μια μρα: σωσε. Απ αριο, γυνακα, θα βλουμε θεμλιο!… Με το λγο τοτον, η ψυχ της γυνακας χρτασε απ σιγουρι: Θα βλουμε θεμλιο!…
     Δεν καλοκοιμθηκε εκενο το βρδυ η Βγενι με τις συλλογς που τη φουντναν! Α, ναι. Τρα πια δε θχει ανγκη κανναν. Ας της κρεμνε τα μοτρα οι δικο της. Τι λες εκε; Ο Γιννος της νναι καλ. Γριζε και κοταζε στο πλευρ της τον κοιμισμνον ντρα, και πνω στα στρεα σουσομια της ειδς του αναπαονταν σα σε λιμνι απνεμο η ψυχ της. Και την λλη μρα που ετανε σκλη, ξεκνησαν με την ευχ του Θεο.
Τα γυρσματα του μονοπατιο απνω στην πλαγι του βουνο χνονταν φαγωμνα απ’ το βιαστικ τους περπτημα. Σκουντημνα στο διβα τους, ξχυναν την ευωδι τους η αλυγαρι και το μελισσχορτο. Ντο και το χτμα τους! Το βρκανε να τους καρτερε σαν να πρμα ζωνταν. Γρω του λο το δσος ανσαινε πλατει, γερ κ’ ευτυχισμνο.
     Μσα στ’ ανοιγμνο θεμλιο σφαξε ο νοικοκρης τον κκορα τον καμαρωτ με τα μαρα φτερ. Και το ζευγρι κανε ατλειωτους σταυρος την ρα που ο παπ Γιργης γιαζε το θεμλιο. νας τσλιγκας και δυ περαστικο παραστθηκαν και φχθηκαν καλορζικο το σπτι.
Η Βγενι δε μιλοσε, δεν λεγε οτε να φχαριστ, τσο νας κμπος τς σφιγγε το λαιμ. Της φαινταν πως θα την προυν τα κλμματα απ’ τη χαρ. Οι ξνοι φγανε κι ο Γιννος βλθηκε μ’ ρεξη στη δουλει.
     Το σπτι μας, το σπιτκι μας, ο Γιννος μου! λεγε απ μσα της η γυνακα και τσο περισστερο κολλιονταν στον καινοργιο κσμο που μπκε με το θλει της. Και κθε βρδυ, στερα απ’ την ξενοδουλει του αντρς της και τις Κυριακδες ταχτικ, ρχονταν οι δυ τους και δουλεανε. Εκενος χτιζε, εκενη κουβαλοσε το πηλοφρι. Μην το παραφορτνεις, την ορμνευε.
     ντε ντε φτρωνε ο τοχος απ’ τη γης, σηκνονταν και κοταζε τα γρω του με περιργεια. Χρισαν κποια ρα και τα κουφματα, η πρτα, το παραθρι. Τρα φνηκε πια το σκδιο της κμαρας απλωτ κ’ ευχριστο, βουτηγμνο στο δσος. Τα κλαρι το φλαγαν να γρο, μεγλες πρσινες ανοιχτς φτερογες. Απ πρα, απ μακρυ ρχονταν το ξγναντο κ’ φερνε ως το κατφλι της πρτας τις ανηφορις του βουνο τις βελουδνιες.
Τρα η Βγενολα γριζε μσα στο ξσκεπο σπτι και λογριαζε. Λογριαζε πο θα στσει το κρεβτι τους, πο θα βλει την κασλα. Θαγορσει με την ρα και καρκλες. Θα κρεμσει στον τοχο κ’ ναν καθρφτη. Απ κενους τους καθρφτες με τη χρυσ κορνζα που αστραποβολνε εκε που τους πουλνε στα μαγαζι στη χρα. Μα εναι ακριβο. Δε θα γνει καννα θμα; Δε θα την αξισει ο Θες;
     Θε μου, γιατ λοι να περιμνουμε απ τη χρη σου; ποιον να πρωτοπρει απ μας το μτι σου και ποιον να πρωτοπροφτσεις ; Γιατ νας λλος εδ κτω, νας μικρς θες, νας πλοσιος, να μην πει: Βγενι! να κορτσι μου, πρε τοτον τον καθρφτη που περισσεει απ το σπτι μου. Μα δε βαρυσαι, ας μνουν κ’ οι καθρφτες και τα λοσα τους. Η Βγενι θα βλει την κονια του παιδιο της για στολδι. Θα την σιγουρψει απ δθε μερι για να μην το του φυσει το παραθρι και πρει καννα κρωμα. Θα κνει κ’ να κοττσι απ πσω απ το σπτι για τις κοτολες. Δεν πρπει νχουνε πιο στερα και το φρσκο τ’ αυγ για το παιδ;
     λα τοτα τα σκδια τλεγε στο Γιννο το βρδυ, σα στρνονταν να δειπνσουν. Και τα σκδια αυτ, θαρρες κ’ ετανε μαγεμνα και με τα μγια τους του ξεγελοσαν τις γνοιες και την κοραση. τσι η λλη μρα βρισκε το Γιννο ορεξτο κ’ τοιμον για κπους. Μα κ’ η γυνακα του δεν κθονταν. Ξενοδολευε κ’ εκενη που βρισκε κι σο της ετανε μπορετ για να προοδεσει το χτσιμο. Πτε-πτε μως αναγκζονταν να σταματσουν γιατ σνονταν τα υλικ. Ττε κνανε πιο μαρες οικονομες, δεν τργανε σο πρεπε, μετργανε το χει τους δραχμ τη δραχμ και κποτε πλι ξαναρχζανε απομοναχιασμνοι μσα στο δσος, διοι πρωτπλαστοι.
Μα ρθε μρα που δυσκολτερα παρουσιστηκαν τα πρματα. Τρα χουμε τις μεγλες σκοτορες, λεγε ο Γιννος, γιατ βλπεις εναι τα παρθυρα , εναι η σκεπ. Αυτ δε φτινονται με πτρα και με χμα που τα μαζνεις απ τα βουν του Θεο. Χρειζεται ξυλεα, χρειζονται μαστροι, πα να πει λο παρδες. Την ρα που τα ντουβρια στκονταν τοιμα πια μ’ λο το μπι τους, η δουλει ξανασταμτησε. Πρασε κμποσος καιρς μσα στο καλοκαρι ως που οι νοικοκυραοι να βρεθονε με δναμη να ξαναβλουν μπροστ. πειτα, με το μπα του Αλωνρη, ο Γιννος αποφσισε να ρξει τη σκεπ.
– Τι να σου πω, γυνακα, δεν παρνει λλο αναβολ. Θα τα μαζξω τα χρειαζομενα πως μπορ και θα σκεπσω. Μονχα ττε θμαι ξγνοιαστος.
Η Βγενι σ’ λα συμφωνοσε.
– ,τι ξαρεις εσ θα κνεις.
– Κ’ εσ θα γεννσεις, και χειμνας ρχεται με τις βροχς. Αν μενει ξσκεπο το γιαπ δεν εναι για καλ του. Τι να κνουμε; Δεν τα θλω τα χργια, μα τ’ αποφσισα. Λω να πρω λγα δανεικ απ τον κουμπρο μας. Αλλοις δε γνεται.
     Εχαν αρχσει κιλας οι πρτες χινοπωριτικες συγνεφις κ’ πεσε το πρωτοβρχι. Βιαστικς ο Γιννος να σκεπσει, παρτησε τις ξνες δουλεις και κνησε για το δικ του γιαπ. Απ κοντ η γυνακα του με τα τσανκια με το μεσημεριαν τους φαγητ δεμνα στη μπλια. Ο Γιννος εχε πρει σμερα κι λλον ναν εργτη. Μπκαμε, θα χορψουμε, εξγησε στη γυνακα του.
     Ως τα τρα η δουλει γνονταν συχα συχα εκε απνω, μσα στο δσος, γιατ οι πτρες καθς χτζονταν δεν ακογονταν. μως με το σκρωμα της σκεπς, καθς καρφνονταν τα καδρνια, το δσος γιμισε αντλαλους: γκπα! γκοπα!…
     Τι να μαστορεουν, επε μοναχς του ο καινοργιος χωροφλακας που εχε ξανοιχτε στο σουλτσο σμερα χασομρικα. Πρε λοιπν σιγ – σιγ το δρμο κι ανηφριζε κι ανηφριζε με τα χρια μπλεγμνα απ πσω του. Οι βρντοι λο του δεχνανε το δρμο το σωστ. Κπου πρα, ανμεσα απ τα πρσινα κλαρι του πευκνα ανακλυψε το γιαπ.
     Ζγωσε, στθηκε και καλημρισε. Οι νοικοκυραοι απντησαν πρσχαρα στην καλημρα του. Περμεναν μλιστα ν’ ακοσουν και τη γνμη του για το σπτι που μαστρευαν. Στθηκε, στθηκε ο χωροφλακας δχως λλο λγο να πει, κ’ στερα ρτησε:
– χετε δεια;
– δεια! ξαφνιστηκε ο Γιννος.
– Ναι, δεια.
– Ο τπος εναι δικς μου. Τον κλερονμησα απ’ τον πατρα μου. Τι δεια; Τα χαρτι του εν τξει. Εδ κθε χρνο στοιβζω και τους τενεκδες για το ρετσνι σαν χτυπω τα πεκα. Καννας δε μκανε παρατρηση.
– Καλ αυτ, μα δεια οικοδομς λμε.
– Δεν ξαιρα πως εδ ξω…
– Παρτα τα και πγαινε να κανονιστες.
– Να στσουμε πρτα τη σκεπ.
– Οτε να καρφ! Απαγορεεται.
     Ο Γιννος κιτρνισε. Ποιος ξαρει τι ργητες θα του παρουσιαστονε τρα. Αμ τα ξαρει δα τα χαρτι τους και τα γραφεα τους που να τους πρει ο διολος τον πατρα! δεν τα ξαρει; Ο κουμπρος του που εχε μπλξει με δατα, χτκιασε ο νθρωπος. Κ’ ρχεται και χειμνας, κατλαβες; Πρπει το γρηγορτερο να σκεπαστε το σπτι. Τι θα γνει;
     Η Βγενι συγχισμνη κατσε σε μια πτρα. Το πτο της κ’ η φουσκωμνη κοιλι της ανεβοκατβαιναν, τα ρουθονια της πεταροδιζαν. Ε μωρ, πς αρχνησε τοτη η μρα και πς φασκελθηκε υστερτερα.
     Κατβηκε ο Γιννος απ το γιαπ, κατβηκε κι ο λλος εργτης. Μαζψανε τα σνεργ τους, μζεψε κ’ η Βγενι με βρντους τα τσανκια της, και πισανε τον κατφορο. Μπροστ-μπροστ πγαινε ο χωροφλακας με τα χρια μπλεγμνα πσω του, με το σβρκο το χοντρ ξεχειλισμνο στο περιλαμιο, αδιφορος, αλγιστος, αντιπαθητικς. Η Βγενι βραζε, ο Γιννος φυσομανοσε, μα ο λλος ο εργτης τους δινε κουργιο: Δεν εναι τποτε, μια δυ μρες ργητα λο-λο. Αυτ εναι.
     Οι δυο μρες γνηκαν τσσερις, γννηκαν μια βδομδα, μνας ολκερος. Η υπθεση του Γιννου βαλμνη σε χαρτι με υπογραφς, με βολες και με χαρτοσματα, σρνονταν οκν σαν σερπετ απ χρι σε χρι υπαλληλικ, απ γραφεο σε γραφεο. Εχε γνει στοιχει, σωστ στοιχει που τρωγε αρατο τις μρες και τις νχτες του ζευγαριο, γιατ η δια η ργητα τους βανε σ’ ανησυχα. Κτι δυσκολες, λει, παρουσιζονταν. Ο Γιννος χανε τη δουλει του κ’ τρεχε. Τποτα δεν ωφλησαν τα τρεχματα, τα παρακλια, οι μετνοιες του. "Απαγορεεται η οικοδμησις του γηπδου διτι κατ το εγκεκριμνον σχδιον πλεως ο δημσιος δρμος πρκειται να διλθη δια μσου αυτο".
- Και τρα; Τι θα γνει με το σπτι μου; ρτησε ο Γιννος σα χαμνος.
– Θα το γκρεμσεις.
     Ετανε να βροχερ πρωιν ταν ο διος ο χωροφλακας και δυο εργτες ρθανε στο χτηματκι του Γιννου. Απ κοντ πρβαλε κ’ εκενος με τη γυνακα του. Κατακτρινοι κ’ οι δυ τους, στθηκαν παρμερα σα ντανε τρα πιο ξνοι μσα σ’ αυτν την ιστορα του σπιτιο τους που πρναγε σ’ λλα χρια. Μσα τους μως ακμα παρακαλγανε το Θε να κνει καννα θμα.
     Οι λλοι, κτι ρετσινδες κ’ οι εργτες, τριγρισαν το γιαπ και το κοιτζανε βουβο και συγχισμνοι. Κ’ ετανε σα να μλλονταν να γνει επ τπου καμμι βρβαρη πρξη, καμμι απνθρωπη καθαρεση. Σκλωσαν οι εργτες στο γιαπ κι αρχσανε να γκρεμζουνε. Γκπα! γκοπα! ακογονταν μσα στον πευκνα καθς ξηλνονταν η αρχινισμνη σκεπ. Ο Γιννος δε βσταξε. Πρε το δρμο κ’ φευγε για να μη βλπουν τα μτια του τη συμφορ τους. νας σωρς κουβρι η γυνακα του σε μια γωνι, κλαιγε μ’ αναφυλλητ, λαβωμνο ζο στην κχη του.
     μως εκε που δεν το περμενε καννας, πετχτηκε ολρθη η Βγενι κ’ μπηξε στριγγλις φωνς που καταξσκισαν την καρδι του πευκνα: -Χαρι και προκοπ να μη δεις ποτ σου, παλισκυλο! Κακοργε! τιμε! τιμε! ρπαξε μια πτρα χοντρ και την πταξε κατ’ απνω στο χωροφλακα. Οι ντρες την κρτησαν και την τραβοσανε.
     Το δσος σπραζε, βογγοσε κ’ κλαιγε απνω απ τη συμμζωξη, απνω απ τη χαλασμνη χελιδονοφωλι, στον τπο που διλεξαν να σιγουρψουν τις αγπες τους τα χελιδνια.
_______________________

                Λευκδα

Πεισματικ τα βροχονρια δρνανε
τον τπο μας κθε χειμνα
Κι πως του Ιονου πελγου τα κματα
χτυπιοντανε σ’ γριον αγνα,

στο λευκαδτικο λιμνι τρυπναν
πλεομενα κυνηγημνα
απ’ τον κουρσρο το βορι, ανεμζοντας
πανι στα ξρτια ξεσχισμνα.

Μαστιγωμνοι απ' τη βροχ διαβανανε
κτω απ’ το σπτι μας ψαρδες,
σαν ξωτικ βαρι κι αμλητα
στις μαρες τους τις νιτσερδες.

Και γρω μας της γειτονις παιδπουλα
στα σπτια τρυπωμνα τρα,
χαζεαμε απ’ τα κλειστ παρθυρα
με δος και με χαρ την γρια μπρα.

Χουχολιζα το τζμι κι λο γραφε
το δχτυλ μου ζωγραφις, λουστες:
δρκους, δελφνια, πλαα, φτεροκραβα
γοργνες, σγνεφα, αστραπς σπαθτες…
                                                                      (Οι Δρμοι Της Ζως)
                   Τργος 

Τ' γουρο φροτο πρε να χρυσσει
για μας στον κλνο, το ποθοσα τσο!
Στον κπο μως κι αν μουνα και μ' ση
λαχτρα στο πλευρ σου οτε ν’ απλσω,

στη σρκα του το χρι να ζυγσει
δεν θελα, μην τχει και πληγσω
την χραντη δροσι του πρν μεστσει
και τις χλωμς του χρες μαραζσω.

Μα σμερα που ξπνησε - χαρ μου!-
στην ριμη την ρα κποιου γμου
κι ο αβσταχτος χυμς σου για μας στζει

αλργα κθε "ακμα"! Στην ακμ του
τρα το νιθω, αριο μαζ του.
ο τργος θα ‘χει κτι απ μαρζι.

          Πς θελα Να Πθαινα…

Πς θελα να πθαινα, τσι απλ κι ωραα…
Να ’ναι το πρκο σιωπηλ, περλυπη η αλα,
και πρα, προς το σβσιμο των δντρων, καβαλρη
να βλπω να ’ρχεται σ’ εμ το Χρο να με πρει,

να ξεπεζεει το κομψ κορμ με σβελτοσνη,
να μου προσφρει τ’ σαρκα τα δχτυλα βοθεια,
κι εγ να νιθω πλι του μια ττοια εμπιστοσνη,
κι τσι σαν κμα ανπαψης στα πικραμνα στθια.

Πσο καθριο της ζως το νημα μπροστ μου!--
Κι εν θα κνει μου τιμς εκενος σαν ιππτης,
εγ καθς τριαντφυλλο να βγλω την καρδι μου,
να του τη δσω με ορμ μιανς αγπης πρτης!
                                                                                 (Να Εστα, 1931)
                 Βρδι

Πς κατεβανει θαμπ το βρδι
αλαφροπτητο και βουβ.
πιαστα γρω μου πλκονται μγια,
χωνεει μσα μου κτι ακριβ.

Ψυχς τα δντρα συλλογισμνες,
μουρμορα πρα στα πρα νερ.
Τ’ αποσταμνο του κορμ ξαπλνει
πλατς ο δρμος, και τρυφερ

λα αγγιγμνα απ’ την γιαν ρα
γλυκανασανουν-παιδιο καρδι.
Μσα στα μτια μου, μσ την ψυχ μου,
βουνο βελοδο, πεκου ευωδι…

κι τσι μονχη, ζως μια στλα
στον λων μσα το θεο χαμ,
κτι απ’ το τρμισμα νοιθω του φλλου
κτι απ’ τον κρφιο της γης παλμ.

     Ενας Τφος Στο Δσος

Αννυμος σταυρς στο ρμο δσος,
στο χμα που το φοσκωσε ο θυμς
φλγας θαμμνης νου, καρδις ανθρπου
και του κσμου του που ταν τξου φως!

Πουλι στα πηχτ δντρα δε λαλονε
γιατ’ εναι σκοτεινς οι φυλλωσις’
και του διαβτη η συλλογι μπλεγμνη
στο πικρ τρα του νεκρο, στο χτες…

Χρυσ ψυχ του λιου που πλανισαι;
Της κοινωνας που εναι η ζεστασι;
Μοναχικς ο τφος τοτος μοιζει
στη σκυθρωπ του δσους ερημι,

λκνο μ’ να παιδ παρατημνο
που το πον ως να τχω γεννημνο,-
Φγε, μου λει τ’ ολγυρο μαρζι…
Μενε! Ικετευτικ το μνμα κρζει.

Στον τφο τον αννυμον απνω
χαιδευτικ το χρι μου ακουμπ.
Ζεστ το χμα σαν ψυχ, σαν σμα,
κ’ η απαλμη μου ακοει ναν παλμ…

            τιτλο

Πνμα του ολθρου πρασε,
συντρφι του πολμου

και ρμαξε τον τπο.
Με τη γοργδα
επρασε του κεραυνο.

Και του τρανο του ανασασμο
η παγωνι η χαλστρα,

θαντου αφκε μοδιασμα
στη γρω πλατωσι.

Στ’ αποκαδια των σπιτιν
και στους σωρος τη στχτη

παραπονιρικοι καημο
πνιχτ μοιρολογνε.

Των πατημνων χωραφιν
τα νιοβγαλμνα φτρα,

βραχνς τα δρνει ασκωτος,
το φονικ ποδρι.

Σωρο-σωρο τα πτματα
κι η ματωμνη λσπη…

Στο κρο και στην ερημι,
σα φδι η ανατριχλα

σιωπηλ γλιστρει.

Κι να κεφλι απμερα,
μ’ ολνοιχτα τα μτια

κοιτζοντας ψηλ,
τσι βουβ κι ασλευτο,
λες πως αναθυμιται

του ρημαγμνου σπιτικο
την πονοπνχτρα γλκα,

στο τζκι τη φωτι…

     Πρωτλειο σως, αλλ να απ τα πρτα αντιπολεμικ ελληνικ ποιματα -και γραμμνο χι για κποιον γενικ αφηρημνο πλεμο, αλλ για τον Β Βαλκανικ πλεμο, το δκαιο και νικηφρο -αλλ χι λιγτερο φονικ γι' αυτ. Η ποιτρια 17 χρονν δημοσιεει το κεμενο κι υπογρφει Κλεαρτη Δπλα.


====================


                                Συμπερσματα-Απψεις

     Πρτο και βασικ: ταν πρκειται να κνουμε κριτικ, σ' να ργο -ανδρς γυναικς, ,τι ργο- πρπει οπωσδποτε να γνωρζουμε το βιογραφικ του δημιουργο. Αν δεν ξρουμε τποτα για τη ζω του, καλν εναι να μενουμε σιωπηλο. Π.χ.., Πε, Κφκα, Καρυωτκης κλπ, πρπει κι οφειλουμε να τους αναγνωρσουμε να ελαφρυντικ, γιατ κατ κποιους τρπους καστος τανε καταδικασμνος, και το 'ξερε!
     Δεν μπορομε να μεινουμε κποιο τομο, πσω μλλον συνδελφο, επειδ εμες εμαστε αλαζνες -και πρπει να το ξρουμε πως εμαστε.
     Αν τελικ μας ξεφγει, -λμε τρα- πρπει κι οφελουμε να ζητσουμε συγγνμη και με το σωστ τρπο. Π.χ., χι να σε χσω σε δημσιο χρο και να 'ρθω μετ να σου γυρψω συγγνμη ιδιαιτρως. Αυτ απλ με κνει πιτερο αλαζνα, γιατ κρατ και τη πττα ολκερη και τον σκλο χορττο.
     Εδ μη περιμνετε κριτικ της Κλεαρτης Δπλα-Μαλμου, γιατ για πολλος λγους, δεν εμαι ο αρμδιος να το κνω και δεν χω ττοια διθεση -σπνια την χω. Εδ κρνεται ο νθρωπος βσει πρξεν του και σ' αυτ χω ποψη: ταν -πως και να το δει κανες- πολ μειωτικς ο τρπος που χειρστηκε τη Κλεαρτη, ο Καρυωτκης κι δικος, πει και τλειωσε. Μετ δε, δεν δοκμασε με κποιο τρπο, να το πρει πσω να το μεισει κπως, στω με μια δημσια συγγνμη, ρα 2 λθη μαζεμνα, που δεν θα τα 'χες για κποιον νθρωπο, ποιητ και μλιστα υψηλο επιπδου. Κι λλα 2 με τον Μαλακση σον 4 και να μη βλω και τη Πολυδορη μσα και γνουνε πιτερα. Και μιλ τρα νας λτρης της ποησης του, φανταστετε...
     Θερησα σκπιμο να γρψω για κενη, που ποτ δε μλησε και τρα πια δεν μπορε. Υπρξε πντως αξιλογη το κατ δναμη κι σα μποροσε πιο πολλ, κανε στη ζω της, ζησε αξιοπρεπς και πθανε συχα! Για μνα, πολλ μπρβο της για λα!
     Πρα πολλς πληροφορες και ποιματα απ το Στκι του κυρου Σαραντκου, τον οποο κι ευχαριστ δημσια κι αφνω τον σνδεσμ του εδ, πατστε:      Νκος Σαραντκος

                                                 Τ  Ε  Λ  Ο  Σ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers