-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.

 
 

.  

:


Βιογραφικ

      Ο Ικωβος Καμπανλλης γεννθηκε στη Νξο στις 2 Δεκμβρη 1921, τανε το 6ο απ τα 9 παιδι του Στφανου Καμπανλλη, εμπειρικο φαρμακοποιο και της Αικατερνης Λσκαρη. Ο πατρας καταγταν απ τη Χο, εν η μητρα προερχταν απ παλι ξεπεσμνη αρχοντικ οικογνεια της Πλης.
δη απ μαθητς στο δημοτικ, διακρνεται για τη κλση του στη λογοτεχνα. νας θρλος τυλγει την οικογνεια των Καμπανλληδων: στο γενεαλογικ τους δντρο εμφανζονται τα ονματα Θαλασσινς και Καμπανλλης απ τη πλευρ του πατρα. Οι Θαλασσινο ζοσαν αρχικ στη Μικρ Ασα μα φγανε κποτε για τη Χο. Εκε κποιος πργονος του συγγραφα σθηκε απ σγουρο θνατο απ μια γυναικεα μορφ που θεωρθηκε πως ταν η Παναγα. κτοτε ο θρησκευτικς δεσμς των Καμπανλληδων με το πρσωπο της Παρθνου γινε λο και πιο ισχυρς και δεν προδθηκε ποτ οτε μετ την αναχρηση της οικογνειας του Ικωβου στην Αθνα.
     Απ τα παιδικ του χρνια, ποτ δεν θα ξεχσει τι 1ος αποκλυψε το ταλντο του στη γραφ, τον προφτη -πως τον λεγε: ο δσκαλος του. Πργματι απ τα σχολικ χρνια εχε το δαμονα του θετρου μσα του και το απδειξε σε πολ μικρ ηλικα ταν, χοντας λβει δρο απ να πλουσιπαιδο το Παραμθι Χωρς νομα της Πηνελπης Δλτα, αποφσισε, μαζ με τους συμμαθητς του, να το σκηνοθετσει και να το ανεβσει για λο κενο το καλοκαρι. Μετ τις 2 πρτες τξεις του Γυμνασου, που χει συμμαθητ τον Μανλη Γλζο, -με τον οποο θα παραμενει αχριστος φλος του μχρι το τλος- ντονα βιοποριστικ προβλματα αναγκζουν την οικογνεια να μεταφερθε στην Αθνα.
     Το 1935 ο πατρας του, χνει το φαρμακεο κι αποφασζει να μετακομσει με την οικογνει του στην Αθνα. Αρχζουν ττε τα χρνια της δυσκολας για τον Ικωβο απ' ταν εγκαθστανται στο Μεταξουργεο. Tη μρα εργζεται και το βρδυ σπουδζει σχεδιαστς τεχνικο σχεδου στη νυχτεριν Σιβιτανδειο Σχολ. ταν εκενα τα δσκολα χρνια της μεταξικς δικτατορας που για να σπουδσει κανες πρεπε να δανειστε κρυφ τα βιβλα απ κποιο παλι βιβλιοπωλεο της οδο Αθηνς.
Την δια εποχ, στη περιοχ που μενε, στο Μεταξουργεο, γνωρζεται με συνομηλκους του που χουνε κοινς λογοτεχνικς ανησυχες πως οι: Τσος Λειβαδτης, Κστας κι Αλξανδρος Κοτζις, Δημτρης Χριστοδολου και Ρνος Αποστολδης. Παρλληλα, εμπλουτζει τις γνσεις του με αναγνσεις βιβλων, κυρως λογοτεχνας κι ιστορας, που του αποκαλπτουνε την ανθρπινη περιπτεια αλλ και τα μυστικ της γραφς.


              Η Οικογνει του, ο διος δεξι κι ο Γιργος μπροστ, μικρτερος!

     Εναι μως αυτ η εποχ που το διβασμα του γνεται πθος: ο Ντοστογιφσκυ του ανογει τις πρτες του αντικομφορμισμο που θα τον οδηγσει αργτερα, στο ξεκνημα του Β' Παγκ. Πολ., να σχεδισει μ' να μυστικ φλο, τον Γ. Ζ., να σωτριο ταξδι στη Μση Ανατολ που μως δεν πραγματοποιθηκε ποτ, γιατ το χρηματικ ποσ που χρειζονταν ταν υπρογκο. Αποφασζουν να περσουνε στην Ελβετα μσω Αυστρας. Στη Βιννη μως ο φλος, παρνει πσω το λγο του, γυρζει στην Ελλδα κι ο Ικωβος αποφασζει να συνεχσει μνος. Στη διαδρομ απ Βιννη προς Ελβετα σ' ναν λεγχο συλλαμβνεται στο νσμπρουκ και μεταφρεται στη Βιννη γι' ανκριση, θεωρεται νοχος για πολιτικ εγκλματα, καταλγοντας στο στρατπεδο συγκντρωσης κι εξντωσης, Μαουτχουζεν.
     Εκε θα παραμενει ως τις 5 Μη 1945, ταν το στρατπεδο απελευθερθηκε απ τον αμερικανικ στρατ. Οι συγκρατομενοι του, 1100 λληνες κι Ελληνοεβραοι, τον εκλγουν αντιπρσωπο τους στη Διεθν επιτροπ που φροντζει για την ανρρωση και την επιστροφ τους στην Ελλδα και στο Ισραλ. Απ αυτος, μνο λγες 100δες θα επιστρψουν στη πατρδα. Τελευταος απ' αυτος, μαζ με μα ομδα λληνο-εβραων κατευθυνμενοι στη Παλαιστνη, εναι ο Καμπανλλης που θα γυρσει στην Ελλδα, Αγουστο του 1945. Αργτερα, θα γρψει τις τρομερς εμπειρες του σ' να μοναδικ αυτοβιογραφικ μυθιστρημα με τον ομνυμο ττλο, Μαουτχουζεν.
     Στην Αθνα, που χει απελευθερωθε απ τον γερμανικ ζυγ αλλ μαστζεται απ ντονες πολιτικς αναταραχς. Το 1945 εναι επσης η χρονι που θα του αποκαλυφθε η θεατρικ του κλση. Στη διρκεια του χειμνα, ολτελα τυχαα, θα βρεθε στο Θατρο Τχνης να παρακολουθε τη παρσταση των Kaldwell & Kirland, Για να Κομμτι Γη, σκηνοθετημνη απ κποιο Κρολο Κουν και με ηθοποιος μερικος γνωστους σε αυτν καλλιτχνες, πως οι Λαμπτη, Μεταξ, Φωκ, Διαμαντπουλος. Μαγεεται, ο εσωτερικς κσμος του ταρσσεται κι η παρσταση γνεται το ναυσμα για τις 1ες πνευματικς του αναζητσεις, ανησυχες κι αμφιβολες. Δεν μπορε ν' αντιληφθε πως μια θεατρικ παρσταση, που εναι εντελς φανταστικ, κατφερε ν' αναστατσει μ' αυτ τον τρπο ναν επιστρφοντα απ στρατπεδο συγκντρωσης, μρτυρα τσων αποτρπαιων καταστσεων. Αποφασζει τσι να δοκιμσει τη τχη του σαν ηθοποις. Δνει εξετσεις σε διφορες δραματικς σχολς αλλ παρ' λο που του αναγνωρζεται κποιο ταλντο απορρπτεται συνχεια λγω λλειψης απολυτηρου.



     Εν τω μεταξ, το 1946, διορζεται στο ττε Υπουργεο Αεροναυπηγικς δχως ποτ μως να παει να ψχνει τον δρμο του προς το θατρο. Η 1η ευκαιρα να προσεγγσει την ηθοποια του δνεται απ το φλο του Πλο (Πελοπδα) Κατσλη που του προτενει να συμμετσχει, στο ραδιφωνο της ΕΙΡ, στη ραδιοφωνικ εκφνηση των ργων Ρωμαος Κι Ιουλιττα και Πελας Και Μελλισνθη του Metterling. Πεπεισμνος απ το θεατρικ ταλντο του νεαρο Ικωβου, ο Κατσλης ζητ απ την επιτροπ του Εθνικο Θετρου να τον επανεξετσουν ως εξαιρετικ ταλντο. Φνηκε να ανογει ο δρμος της σκηνς αλλ ο ττε διευθυντς, Ροντρης, αποφασζει να τον απορρψει πλι. Με κλειστ πλον το δρμο απ τα παρασκνια, θα δοκιμσει το δρμο του θετρου απ τη κεντρικ πρτα, σαν δραματουργς.
     Στερομενος μως τυπικν προσντων (απολυτριο γυμνασου), δεν μπορε να φοιτσει ως ηθοποις στις δραματικς σχολς κι αφιερνεται στη συγγραφ θεατρικν ργων. 1
ο του ργο το: νθρωποι Κι Ημρες (1946), που παραμνει ανκδοτο. Με το Χορς Πνω Στα Στχυα (1950), που ανεβανει απ τον θασο του Αδαμντιου Λεμο, εγκαινιζει τη μακρι πορεα του στη νεοελληνικ σκην. Ακολουθον: Ο Κρυφς λιος, Ο Μπαμπς Ο Πλεμος, Οδυσσα Γρισε Σπτι και τα μονπρακτα: Η Οδς, Ο Γορλας Κι Η Ορτανσα κ. ., που θα παιχτον πολ αργτερα. τσι αφοσιθηκε μνο στο γρψιμο. Τον ανακλυψε ο Αδαμντιος Λεμς. Το 1ο θεατρικ ργο του ταν Χορς Πνω Στα Στχυα, που παρουσιστηκε τη θεριν θεατρικ περοδο του 1950 απ το θασο Λεμο στο θατρο Διονσια της Καλλιθας.
      Το 1954 κι εν συνεργαζταν ακμη με το ραδιφωνο της ΕΙΡ, κνοντας διασκευς παγκοσμως γνωστν θεατρικν ργων, γνωρζει τη δισημη καλλιτχνιδα Μελνα Μερκορη που του ζητ να πρωττυπο κεμενο να παρουσιαστε στο Θατρο Ρεξ τον επμενο χειμνα. Ο Καμπανλλης γρφει για τη Μελνα τη Στλλα Με Τα Κκκινα Γντια, ργο που θα μεταφερθε αμσως στο σινεμ, σε σκηνοθεσα του Μιχλη Κακογιννη, γνωρζοντας αμσως ως ταινα τερστια επιτυχα. Η πετυχημνη αυτ ταινα ματαινει τη προγραμματισμνη παρσταση. Η προβολ της ταινας σε ξνα φεστιβλ κινηματογρφου επιβλλει αμσως τους συντελεστς της διεθνς. Την δια χρονι θα ξαναλειτουργσει το Θατρο Τχνης που τανε κλειστ απ το 1948.



     Εκμεταλλευμενος τη κινηματογραφικ επιτυχα της Στλλας, γρφει το σενριο μιας λλης ταινας, Ο Δρκος, που θεωρεται ταινα-σταθμς στην ιστορα του νεοελληνικο κινηματογρφου και της παγκσμιας ταινιοθκης και στο τλος του 1955 προτενει στο Εθνικ Θατρο, νο θεατρικ ργο με ττλο, Η βδομη Μρα Της Δημιουργας. Επιτλους το ταλντο του αναγνωρζεται επισμως κι Η βδμη Μρα θα εγκαινισει τη 2η σκην του θετρου. Ανοξουν οι πρτες του σημαντικτερου Ελληνικο θετρου μες απ τις επευφημες μας ευρεας κριτικς κι ενς πολυριθμου κοινο. Το 1957 το θεατρικ ργο του Καμπανλλη, Αυτς Και Το Παντελνι Του, ανεβανει στο Θατρο Τχνης με 2 λλα μονπρακτα του Λουτζι Πιραντλλο και του ντον Τσχωφ σ' να ρεσιτλ υποκριτικς του Βασλη Διαμαντπουλου.. Το ρεσιτλ αυτ απκτησε ττοια επιτυχα που αντ για τις δο προγραμματισμνες παραστσεις παχτηκε 11 φορς!!!.
     Ττε ο Κουν ζητ απ τον συγγραφα να του διαβσει μρος του τελευταου του ργου κι ο Καμπανλλης του διαβζει 3 πρξεις της Αυλς Των Θαυμτων, που λειπε ακμα το φινλε. Ο Κουν ενθουσιζεται αντιλαμβνοντας τι αυτ το κεμενο ταν ,τι λειπε ακριβς απ το ελληνικ θατρο κενης της εποχς. Προγραμματζει αμσως το ανβασμα της Αυλς για το χειμνα του 1958 στο Θατρο Τχνης με σκηνικ Γιννη Τσαροχη και μουσικ Μνου Χατζιδκι και το ργο παχτηκε ασταμτητα για λη τη σεζν, σε σκηνοθεσα Κωστ Μιχαηλδη και το επμενο καλοκαρι ανβηκε στο Βασιλικ Θατρο Θεσσαλονκης και ξαν στην Αθνα τον επμενο χειμνα, χωρς διακοπ. Αυτ το ργο λοιπν, τον καθιερνει σαν αναμορφωτ της νεοελληνικς δραματουργας. Η απχηση της παρστασης οδηγε στην ανανωση της συνεργασας του με τον Κουν και την επμενη σεζν.



     Το 1959, θα παρουσισει στο Θατρο Τχνης το 3ο ργο της ρεαλιστικς 3λογας του με ττλο, Η Ηλικα Της Νχτας. Η πολιτικ δισταση που ανδυε αυτ το ργο, τσο διαφορετικ απ τα προηγομενα, δεν ρεσε στους περισστερους δημιουργντας τσι να ργμα στη κριτικ. Ωστσο ο συγγραφας δεν αποθαρρνθηκε και δχτηκε τη πρταση των Μαρας Αλκαου και Βασλη Διαμαντπουλου να γρψει να καινοργιο ργο για τα εγκανια του Θετρου τους, στην οδ Στουρνρα, πραγματοποιντας τσι το παλι του νειρο: τη διασκευ για τη σκην του λατρεμμνου του Παραμθι Χωρς νομα, της Δλτα, τσι στε να πειραματιστε σε νους τρπους κφρασης. Θμα της πολιτικς ξαψης της περιδου ομφωνα απορρφθηκε. Η σκηνικ αυτ αλληγορα, παρ' λο το καλ καστ Διαμαντπουλου-Αλκαου, παρ τους εξαιρετικος συντελεστς της και τη συμβολ του Μνου Χατζιδκι στη μουσικ, δε γνεται δεκτ και σντομα κατεβανει. Αρκετ πληγωμνος, θα μετοικσει πρτα στο Λονδνο, που θα παραμενει μχρι το 1962 κι πειτα στη Κπρο. Στην Αθνα θα επιστρψει νοιξη του 1963.  Ωστσο, τα ργα Η Αυλ Των Θαυμτων και Παραμθι Χωρς νομα, θ' αναδειχθον ως τα πιο αγαπητ και πολυπαιγμνα θεατρικ του.
     Η αντιμετπιση αυτν των ργων και το ντονο ασταθς πολιτικ κλμα της ταραγμνης 10ετας του '60, τον προβληματζει που βρσκεται σε κρσιμη περοδο καμπς κι αναθεωρσεων των εκφραστικν του μσων. Αποφασζει να επισκεφθε το Λονδνο και θα μενει εκε για κποιο διστημα, να ενημερωθε για τις νες καλλιτεχνικς και θεατρικς τσεις. Καρπς αυτς της εμπειρας εναι το ργο Η Γειτονι Των Αγγλων (1963), που ανεβανει στο θατρο Ρεξ, μλις επιστρφει στην Ελλδα, απ το θασο της Τζνης Καρζη, σε μουσικ Θεοδωρκη, παρουσιζοντας να νο σκηνικ λγο εν εδη λακς περας. Απ λη τη παρσταση, το κοιν θα εκτιμσει πνω απ' λα, τα τραγοδια που αποτελον ακμη και σμερα κομμτι του ρεπερτορου του λακο τραγουδιο. Το 1964 ο συγγραφας γρφει για την Αμερικνικη τηλεραση NBC, το σενριο του ργου Η Ελλδα Της Μελνας και ξεκιν τη συνεργασα του με την εφημερδα Ελευθερα του Πνου Κκκα.



    Το 1960, διασκευζει το υλικ που εχε γρψει μεταξ των ετν 1943 και 1945 με θμα το Μαουτχαουζεν και το δημοσιεει σε αυτοτελ δοκμια στην εφημερδα που εργζεται. Η συνεργασα του με την εφημερδα Ελευθερα θα διακοπε στις 15 Ιουλου της διας χρονις κατ την διρκεια πολιτικν γεγοντων. Η εμπειρα του, ωστσο, στο ναζιστικ στρατπεδο συγκεντρσεως που τον απασχολοσε πολλ χρνια πριν, αποτυπνεται στο χρονικ του, Μαουτχουζεν. Μαρτυρα που κυκλοφορε σε βιβλο, αρχικ απ τις εκδσεις Θεμλιο (1961) κι εν συνεχεα απ τον Κδρο, γνεται αμσως εκδοτικ επιτυχα και με τις συνεχες επανεκδσεις μχρι σμερα, αναδεικνεται ως επτευγμα της αντιπολεμικς λογοτεχνας. Η απχηση του βιβλου τον παρακινε να γρψει τους στχους των 4 τραγουδιν του ομνυμου κκλου, που μελοποιε ο Μκης Θεοδωρκης και παρουσιζονται με μεγλη επιτυχα στην Ελλδα και στο εξωτερικ ως σμερα.
     Τον Οκτβρη του 1964, η Τζνη Καρζη θα πρωταγωνιστσει στο Ββα Ασπασα του, ργο που προκλεσε πλεμο ανμεσα στους κριτικος: απ πολλος το δρμα κατηγορθηκε σαν προσβλητικ για τη μνμη των γυναικν που πρταξαν το στθος τους στα ρματα των Γερμανν στη Κατοχ -πως γραψε ο Κλρας στη Βραδυν -αλλ οι πιο δισημες προσωπικτητες της εποχς θλησαν να υπερασπιστον δημοσως αυτ το ργο ως νδειξη τιμς στο θρρος των ανταρτν στη πιο σημαντικ περοδο της σγχρονης ιστορας, την Αντσταση. Ανμεσ τους ο Ανδρας Παπανδρου, ο Μκης Θεοδωρκης κι ο Μανλης Γλζος.
     Το 1966 οι καιρο εναι πλον ριμοι τσι στε ο Κουν να μπορσει ν' ανεβσει το Οδυσσα Γρισε Σπτι, γραμμνο απ το 1953, που 'χε θεωρηθε ακατλληλο για το Εθνικ Θατρο εδ και 13 χρνια. Ο σκηνοθτης δολεψε μρα-νχτα σ' αυτ το ργο και στο ντεμποτο του το δρμα αναγνωρστηκε ως ο 2ος θεμελιδης λθος στη θεατρικ καρριρα του συγγραφα. Απ το 1966 ως το 1969 βρισκμαστε πλον στα χρνια της δικτατορας κι η λογοκρισα κβει τα φτερ σε κθε αππειρα ελεθερης κφρασης. Ο Ικωβος παει κθε θεατρικ δραστηριτητα αφιερνοντας κθε ενργεια του στον κινηματογρφο. Με τον αδερφ του Γιργο σκηνοθετε, το 1970, τη ταινα, Το Καννι Και Το Αηδνι που τιμθηκε στο Φεστιβλ Θεσσαλονκης. (Σημ.: Ο  Γιργος Καμπανλλης ο ηθοποις, ταν ο μικρτερος αδελφς του).



     Το 1971 προσαρμζει στη σκην το διγημα του
Κφκα, Η Αποικα Των Τιμωρημνων, παρουσιστηκε στη Πειραματικ Σκην της Πλης της Μαριτας Ριλδη. Την επμενη χρονι ο θασος Να Πορεα, να σπνιο σμπλεγμα εξαιρετικν ηθοποιν, θα ξαναπαρουσισει το Παραμθι Χωρς νομα που, πως εχε δη συμβε και με τον Οδυσσα του Κουν, αυτ μως τη φορ να σημεινει τερστια επιτυχα παραμνοντας στη σκην μχρι το επμενο καλοκαρι. Το Μεγλο Μας Τσρκο (1973), που ανεβζει ο θασος Καρζη-Καζκου, με μουσικ Σταρου Ξαρχκου κι εξελσσεται σε αντιδικτατορικ εκδλωση. Το Κουκκ Και Το Ρεβθι (1974) κι Ο Εχθρς Λας (1975), που ανβηκαν απ τον διο θασο κι ανγαγαν τον Καμπανλλη σε σμβολο αντστασης κθε μορφς φασισμο. Με το ργο, Πρσωπα Για Βιολ Κι Ορχστρα (1976), που διαρθρνεται σε 4 μονπρακτα: Ο Πιστς νθρωπος, Ο Πανηγυρικς, Ο νθρωπος Και Το Κδρο κι Η Γυνακα Και Το Λθος κι ανβηκαν σε σκηνοθεσα του Κουν, τελειοποιε τη γραφ και το φος που 'χε εγκαινισει με το μονπρακτο Αυτς Και Το Πανταλνι Του.
     Εκενα τα χρνια τανε τρομερ για το θατρο: η δικτατορικ αστυνομα παρακολουθοσε χωρς ανοχ κθε παρσταση κι η λογοκρισα ακρωτηραζε ανελητα ακμη και τα πιο ακνδυνα κεμενα. Μετ απ εξαντλητικ κπωση ο Καμπανλλης κατφερε να δει στη σκην το ργο Το Μεγλο Μας Τσρκο, μια ψευτοκωμωδα με λεπτ και συγκαλυμμνη στιρα που κατφερε να ξεγελσει ακμη και τη λογοκρισα. Τη κωμωδα ανβασε στην σκην ο θασος Καζκου-Καρζη στο θατρο Αθναιον το 1973. Στη διρκεια της πρεμιρας το μνυμα σκπιμα κρυμμνο στους λογοκριτς φνηκε μως να καταβλλει κυριολεκτικ τους θεατς, μ' αποτλεσμα την επμβαση της δικτατορικς αστυνομας και τη διακοπ του ργου. στερα απ τα ασχη του Πολυτεχνεου η Καρζη κι ο Καζκος συνελφθησαν κι οι παραστσεις συνεχστηκαν στο θατρο Ακροπλ, χι χωρς προβλματα απ τις Αρχς: κθε φορ που η λογοκρισα κοβε μα σκην, την επμενη μρα ο θασος το παρουσαζε με τον διο τρπο κι η αστυνομα τανε συνχεια τοιμη για να επμβει.
     Το 1976 ο Κουν ανεβζει λοιπν το Πρσωπα Για Βιολ Κι Ορχστρα, 4 μοναδικς πρξεις απ' που Η Γυνακα Και Το Λθος εγκωμιστηκε ομφωνα σαν καλλτερο παρδειγμα νεοελληνικο κοινωνικο δρματος. Κι εναι ακμη ο Κουν που το 1978 ανεβζει στο Θατρο Τχνης Τα Τσσερα Πδια Του Τραπεζιο που αποτελοσε μια ροπ του συγγραφα προς το αστικ δρμα και παρουσιστηκε μ' επιτυχα λο το χειμνα. Μονχα το 1980, 28 χρνια αφο εχε γραφτε, θα παιχτε Ο Μπαμπς Ο Πλεμος απ τον θασο του Λαζνη, που θα το ξαναπαρουσιαστε το 1987 στο Κρατικ Θατρο Βορεου Ελλδας σε σκηνοθεσα του διου του Καμπανλλη. Το 1981 με απατηση του ΠΑΣΟΚ, που εναι πλον στην εξουσα, ο Καμπανλλης αναλαμβνει την διεθυνση του εθνικο ραδιοφνου της ΕΡΤ και μετ απ λγο του προσφρεται επσης η Υποδιεθυνση της Εθνικς Τηλερασης ΕΡΤ, που θα προσπαθσει βελτωση των ψυχαγωγικν προγραμμτων. Παρ' ολ' αυτ, τον Ιονιο του 1988 θα εγκαταλεψει τη θση του αρνομενος να καλπτει τις παρνομες εισβολς της κυβρνησης της δεξις στη διεθυνση του καναλιο.
 Το 1978 ξεκιν εν τω μεταξ, η κδοση των Απντων του με τον ττλο Θατρο, που κυκλοφορον απ τις εκδσεις Κδρος. Στη σειρ αυτ χουν εκδοθε οι 9 πρτοι τμοι (Α-Θ), που το θεατρικ κεμενο συνοδεουνε, φωτογραφικ υλικ και μικρ ανθολγιο κριτικν των πρτων παραστσεων τους.


    Ακοραστος δημιουργς, μετ απ 8 χρνια απουσας ο Καμπανλλης επιχειρε δυναμικ επιστροφ στη σκην με το ργο Ο Αρατος Θασος (1989), που παζεται σε σκηνοθεσα Γιργου Μιχαηλδη στο Εθνικ Θατρο. Το 1990, 40 χρνια μετ απ τη 1η θεατρικ του παρσταση θα δει τον Οδυσσα του στο Ηρδειο σε σκηνοθεσα Κουν, στη διρκεια του Φεστιβλ Αθηνν. Θα 'ναι η 1η φορ που νας σγχρονος λληνας συγγραφας θ' ανεβαστε σ' επσημη εκδλωση αυτο του Φεστιβλ. Το κοιν κυριολεκτικ κατλαβε το θατρο για να συγχαρε το δημιουργ και τους παραγωγος. Ο Καμπανλλης ομολογε πως εκενη υπρξε απ τις πιο ικανοποιητικς στιγμς της καρριρας του. Η 10ετα του '90 εναι περοδος περισυλλογς για τον συγγραφα που δισημος πια σ' λη τη χρα, προσκαλεται να μιλσει σε συνδρια για τη κουλτορα και το θατρο. Το Μη του 1990 ο συγγραφας υπρξε επσης φιλοξενομενος του Τμματος Νεοελληνικς Γλσσας και Λογοτεχνας του Πανεπιστημου της Νπολι L’ Orientale να δσει σειρ διαλξεων για τη κατσταση του σγχρονου ελληνικο θετρου.
     Ο προβληματισμς του για τις σγχρονες σχσεις στη φθνουσα μικροαστικ κοινωνα της εποχς κι οι προκλσεις τυχοδιωκτισμο και διαφθορς, εκφρζονται στο ργο Ο Δρμος Περν Απ Μσα (1991), που θεωρεται ιδεολογικ συνχεια του Αρατου Θισου, ανεβανει στο Πειραματικ Θατρο Της Πλης της Μαριττας Ριλδη σε δικ του σκηνοθεσα. Η σγκρουση του ατμου με τη πραγματικτητα εντοπζεται στο μονπρακτο Ο Επικδειος (1997), που αν και γραμμνο παλιτερα, τρα αρχζει να ερμηνεεται στη σκην Της διας χρονις εναι κι Ο Πανηγυρικς κι Ο Επικδειος που παρουσιαστκανε ξαν στο ρεσιτλ του Παπαγεωργου δπλα με τη μοναδικ πρξη του '59 Αυτς Και Το Παντελνι Του. Με τη 3λογα Ο Δεπνος (Γρμμα Στον Ορστη, Ο Δεπνος, Προδος Θηβν, 1993), που ανεβανει σε δικ του σκηνοθεσα στο Εθνικ Θατρο, συνομιλε μ' λληνες και ξνους συγγραφες του παγκσμιου θετρου που γρψαν ργα βασισμνα σε θματα και μορφς της αρχαας τραγωδας. Διανογει απ 'δω να νο κκλο ργων του, πειραματικο χαρακτρα, που τον αποκαλε Σπουδς Κι Αππειρες.



    Τα πιο σγχρονα δρματα ορζονται απ τον διο τον συγγραφα σαν μελτες και δοκιμς γιατ πρκειται για πειραματικ και πρωτοπρα ργα. Μσα σ' αυτ το πλασιο εντσσεται και το ργο Στη Χρα Ιψεν, που δνει μια να ερμηνεα του ργου του ψεν Βρυκλακες κι χει θερμ υποδοχ στο Διεθνς Φεστιβλ ψεν στο σλο. Τα επμενα ργα: Η Τελευταα Πρξη, Μια Συνντηση Κπου Αλλο, Μια Κωμωδα, Οι Δσκολες Νχτες Του Κυρου Θωμ, διευρνουνε και συμπληρνουνε τη θεατρικ του προσφορ. Το τελευταο εναι μια ενδελεχς μελτη ηρων, συνομηλκων του συγγραφα, μ' ανησυχες κι αγωνες για τη φθορ του σματος, συνδεδεμνες με υπαρξιακ ερωτματα. Ασχολθηκε επσης με τη δημοσιογραφα στις εφημερδες Ελευθερα (1963-65), Αννδοτος (1965-66) κι απ το 1975 στα Να. Υπρξε επσης μλος της Εταιρας Ελλνων Θεατρικν Συγγραφων.
     Ο Καμπανλλης, εκτς απ θεατρικς συγγραφας, πεζογρφος και δοκιμιογρφος, υπρξε και στιχουργς. γραψε τραγοδια, που η μελοποηση τους με τη μουσικ των Μνου Χατζιδκι, Μκη Θεοδωρκη, Σταρου Ξαρχκου, συνβαλαν στην εξλιξη του νεοελληνικο τραγουδιο, γναν επιτυχες και τραγουδιονται μχρι σμερα. Εξσου γνιμη ταν κι η συμβολ του στο νεοελληνικ κινηματογρφο ως σεναριογρφου (Νκου Κονδουρου Ο Δρκος (1956), Γρηγρη Γρηγορου, Η Αρπαγ Της Περσεφνης (1956), Ντνου Δημπουλου Το Αμαξκι (1957) και Βασλη Γεωργιδη Τα Κορτσια Στον λιο (1968)) αλλ ενοτε κι ως σκηνοθτη σε δικς του ταινες πως Η Χιοντη Και Τα Εφτ Γεροντοπαλκαρα (1960) και Το Καννι Και Τ' Αηδνι (1968). Μεγλο μρος της δραστηριτητας του αφιρωσε επσης στο Ραδιφωνο με πλθος εκπομπν ως συγγραφας και παραγωγς με πρωττυπα θματα διασκευς λογοτεχνικν-θεατρικν ργων. 



     Το 1999 συνβαλε στην κνηση αποκντρωσης της καλλιτεχνικς αγωγς, υποστηρζοντας την ιδα του ηθοποιο Δημτρη Παπαγιννη και του Λμπρου Μχου, Δημρχου Δμου Αγας Βαρβρας, για την δρυση της 1ης Δημοτικς Αντερης Σχολς Δραματικς Τχνης. Απ το 2003 ως το 2007 διετλεσε Πρεδρος της Βουλς των Εφβων, διαδεχμενος τον Αντνη Σαμαρκη. Στα τελευταα χρνια προς τιμ των 50 ετν καρριρας του, τιμθηκε με τις πιο υψηλς διακρσεις στα πανεπιστμια της Αθνας κα της Θεσσαλονκης κι ανακηρχθηκε μλος ad honorem της Ακαδημας Αθηνν.
     Για την λη προσφορ του ως συγγραφα αλλ κι ως ευαισθητοποιημνου πολτη, τιμθηκε με πολλς διακρσεις κι αναγορεθηκε επτιμος δημτης πολλν πλεων. Εκλχτηκε επτιμος διδκτωρ της Φιλοσοφικς Σχολς του Πανεπιστημου της Κπρου (1996), της Ανωττης Σχολς Καλν Τεχνν του ΑΠΘ (1999) και του τμματος Θεατρικν Σπουδν της Φιλοσοφικς Σχολς του Πανεπιστημου Αθηνν (1999). Εξελγη παμψηφε κι αναγορεθηκε Ακαδημακς (1999), εγκαινιζοντας την δρα του Θετρου στην Ακαδημα Αθηνν. Ο Πρεδρος της Δημοκρατας του απνειμε το παρσημο του Αντερου Ταξιρχη του τγματος του Φονικα (2000).
     Πθανε στις 29 Μαρτου 2011, λγω νεφροπθειας, λγο μετ το θνατο της αγαπημνης συζγου του, Νκης.
     Ο Καμπανλλης συνετλεσε στε το νεοελληνικ θατρο να βγει απ την απομνωση που βρισκταν και το οδγησε απ την ηθογραφα και την επιθερηση, στον κοινωνικ ρεαλισμ, στον ποιητικ συμβολισμ, στη στιρα και στην αφαρεση. Θεωρεται πατριρχης του νεοελληνικο θετρου κι ο κριος εκφραστς των καταστσεων που βινει η κοινωνα μας το τελευταο μισ του 20ου αι. Συνοδοιπροι του εναι οι: Λ. Αναγνωστκη, Δημ. Κεχαδης. Γ. Σκορτης, Μ. Ευθυμιδης, Μ. Ποντκας, Γ. Διαλεγμνος, Α. Πνου, Β. Κατσικονορης κ.. Μετ το θνατο του δημιουργθηκε το Αρχεο Καμπανλλη και το Θεατρικ Μουσεο Ικωβος Καμπανλλης στη Νξο.


     Τα θεατρικ του ργα, που υπερβανουνε τα 40, διδαχτκανε και διδσκονται απ' λους σχεδν τους νεολληνες σκηνοθτες κι χουνε παιχτε απ τις κρατικς σκηνς (Εθνικ Θατρο, ΚΘΒΕ και διφορα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.) της Ελλδας, της Κπρου (Θ.Ο.Κ.), καθς κι απ ιδιωτικος θισους. Τα κεμενα του χουνε μεταφραστε και παιχτε στις ΗΠΑ, Αγγλα, Γαλλα, Γερμανα, Ιταλα, Ισπανα, Αυστρα, Ουγγαρα, Πολωνα, Σουηδα, Ρουμανα. Βουλγαρα, Νορβηγα, Λιθουανα, Τουρκα, Ισραλ, Αυστραλα και Κνα.

ΘΕΑΤΡΙΚΑ

Χορς πνω στα στχυα - Θασος Αδαμντιου Λεμο, 1950
βδομη μρα της δημιουργας - Εθνικ Θατρο, Β' Σκην, 1955-56
Αυτς και το παντελνι του και η Κρυφ ζω του Γουρεν Μττυ (μονπρακτα) - Βασλης Διαμαντπουλος, 1957
Η Αυλ των Θαυμτων - Θατρο Τχνης, 1957-58
Η ηλικα της νχτας - Θατρο Τχνης, 1958-59
Ο Γορλας και η Ορτανσα - Θασος λσας Βεργ, 1959
Παραμθι χωρς νομα - Νο Θατρο Βασλη Διαμαντπουλου - Μαρας Αλκαου 1959-60
Γειτονι των αγγλων - Θασος Καρζη, 1963-64
Ββα Ασπασα - Θασος Καρζη, 1966-67
Οδυσσα γρισε σπτι - Θατρο Τχνης, 1966-67
Αποικα των τιμωρημνων - Πειραματικ Θατρο Μαριττας Ριλδη, 1970-71
Ασπασα - Θασος Καρζη-Καζκου, 1971-72
Το μεγλο μας τσρκο - Θασος Καρζη-Καζκου, 1972-73
Το κουκ και το ρεβθι - Θασος Καρζη-Καζκου, 1974
Ο εχθρς λας - Θασος Καρζη-Καζκου, 1975
Πρσωπα για βιολ και ορχστρα - Θατρο Τχνης, 1976-77
Τα τσσερα πδια του τραπεζιο - Θατρο Τχνης, 1978-79
Ο μπαμπς ο πλεμος - Θατρο Τχνης, 1981
Ο αρατος Θασος - Εθνικ Θατρο, 1988
Ο δρμος περν απ μσα - 1992
Τρεις σε μοναξι (Ο πανηγυρικς, Αυτς και το παντελνι του, Ο επικδειος) - Θατρο Στο, 1992, Θανσης Παπαγεωργου.
Σιλωμ και Ο κρυφς λιος" - Θατρο Τζνη Καρζη, 2016



ΣΕΝΑΡΙΑ

Στλλα σε σκηνοθεσα Μιχλη Κακογιννη.
Ο δρκος σε σκηνοθεσα Νκου Κονδουρου.
Το Ποτμι σε σκηνοθεσα Νκου Κονδουρου.
Αρπαγ της Περσεφνης σε σκηνοθεσα Γρηγρη Γρηγορου.
Το καννι και τ' αηδνι σε σκηνοθεσα Ικωβου & Γιργου Καμπανλλη.
Κορτσια στον λιο σε σκηνοθεσα Βασλη Γεωργιδη.

     Επσης ο Ικωβος Καμπανλλης συνγραψε και το βιβλο Μαουτχουζεν, που εξιστορε σα ζησε στο στρατπεδο συγκντρωσης και εξντωσης απ το 1943 ως το 1945. Η διγηση γνεται σε δο χρνους, καθς ο αφηγητς αναφρεται εναλλξ στη ζω στο απελευθερωμνο πλον στρατπεδο και στη ζω κατ τη διρκεια της αιχμαλωσας. Η αφγηση, συνταρακτικ απλ και ανθρπινη, παρχει πληροφορες για τις θηριωδες που λαβαν χρα στα στρατπεδα συγκντρωσης κατ τη διρκεια του Β' Παγκοσμου Πολμου, αλλ ρχνει φως και σε μα πιο γνωστη πτυχ του δρματος: της επανκτησης της ζως απ τους επιζσαντες μσα απ την περιγραφ των αντικειμενικν συνθηκν αλλ και της ψυχολογικς κατστασης των θυμτων τις πρτες μρες της απελευθρωσς τους. Το βιβλο κυκλοφορε απ τις Εκδσεις Κδρος.


Εκδσεις των ργων του
Καμπανλλης Ικωβος, Μαουτχουζεν, Εκδσεις Θεμλιο (1961), Εκδσεις Κδρος (1995)
Καμπανλλης Ικωβος, Η αρπαγ της Περσεφνης: Σενριο για την ομνυμη ταινα του Γρηγρη Γρηγορου, εκδ. Αιγκερως (1996)
Καμπανλλης Ικωβος, Θατρο, τομ 1-8, εκδ. Κδρος (1999-2010)

===============

                                         Μαουτχουζεν

   "Στο Ες‐Ες Στρατόπεδο Συγκεντρώσεως του Μαουτχάουζεν έμεινα κρατούμενος απʹ το καλοκαίρι του 1943 μέχρι το τέλος του πολέμου. Έχουνε περάσει είκοσι χρόνια από τότε και μόνο τώρα νιώθω σε θέση να θίξω και να καταγράψω το μέρος αυτό της ζωής μου και της ζωής τόσων άλλων. Σήμερα, που βλέπω τη ʺσυνάντηση του παρελθόντοςʺ με το ʺπαρόνʺ, ξεκαθαρίζουν στη σκέψη μου γεγονότα που δεν είχα καταλάβει. Ίσως να τα κατάλαβα τώρα...".
     Αυτά γράφει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης για το βιβλίο του. Το βιβλίο είναι μια αληθινή ιστορία. Μαουτχάουζεν ήταν ένα στρατόπεδο συγκντρωσης των Ες‐Ες, στην Αυστρία, στη διάρκεια του πολέμου. Στο μακρύ κατάλογο των κρατουμένων ήταν γραμμένος κι ο Καμπανέλλης. Έζησε τη φρίκη της ναζιστικής θηριωδίας που αφηγείται εδώ με δραματικό και συναρπαστικό τρόπο. Το Μαουτχάουζεν είναι το μόνο πεζό έργο του συγγραφέα. Με γυρίσματα προς τα πίσω ξαναζωντανεύει η εποχή που το Μαουτχάουζεν ήταν Ες‐Ες Στρατόπεδο Συγκντρωσης κι Εξντωσης. SS Konzentrazion und Vernichtungs Lager. Η αφήγηση ακολουθεί τους απελευθερωμένους ως τη μέρα που πήραν το δρόμο για τη νέα τους ζωή, στη μεταπολεμική Ευρώπη.



     Το Μαουτχάουζεν είναι αληθινή ιστορία, όπως τη ξανάζησα τις ώρες που ξανάβλεπα παλιές σημειώσεις και προσπαθούσα να τη θυμηθώ.
     Οι σελίδες αυτές αρχίζουν με την απελευθέρωσ μου απ το Μαουτχάουζεν στις 5 Μη 1945.       
1963           Ι. Κ.

==================

Τα σημδια ρχονταν απ γη κι ουραν...


ταν Απρλης. Κι ταν χλια εννιακσα σαρντα πντε. Εχαμε αρχσει να το ξρουμε πως ο πλεμος πει να τελεισει... Τα σημδια ταν πολλ. Τα μεγφωνα που ταν μσα στις παργκες για ν' ακομε τ' ανακοινωθντα της Βρμαχτ και τους λγους του Χτλερ εχαν απ καιρ βουβαθε.
Κθε μρα ο ουρανς τριζε απ εκατοσταρις αμερικνικα βομβαρδιστικ που ρχονταν απ' τη μερι της Γαλλας. να απγεμα μετρσαμε πνω απ χλια. Οι Ες‐Ες βγαιναν απ' τις παργκες τους και τα κυνηγοσαν με βλαστμιες. στερα ανβανε τσιγρα, αρχζανε τα καλαμπορια, σπου να τους πισει υστερα απ τα γλια.
Ο οντερσαφ φρερ Λεμπ, γραμματας στην Πολιτικ Διεθυνση, κλεβε φα απ' την κουζνα των αξιωματικν και μας το μοραζε για να μας αποδεξει πσο πονψυχος εναι.
Οι Ες‐Ες δεσαν ναν Πολων αγκαλι με τσσερις πεθαμνους και τον φησαν τσι τσσερις μρες στην απομνωση. ταν την πμπτη μρα βγκε, γριζε απ παργκα σε παργκα κι λεγε πως οι πεθαμνοι του επαν τι «ο Στλιν θα 'ρθει το Μη».
Τις νχτες βλπαμε λμψεις χαμηλ στον ορζοντα. Νχτα με τη νχτα οι λμψεις ρχονταν πιο κοντ στο στρατπεδο. νας Ες‐Ες με φναξε να του ξελασπσω με το σκοφο μου τις μπτες που φοροσε. στερα με διταξε να τις παστρψω με τη γλσσα μου. νας φλος του τον πλησασε και πισανε ψιλ ψιθυριστ κουβντα. Τον κουσα να λει πως οι δικο τους «ρχονται για μσα».
Στο δσος που κκλωνε το στρατπεδο οι μελλοθνατοι πριν εκτελεστον ανογανε τους λκκους τους. Σ' να λκκο, το χμα που σωριζανε στο πλι ξανακλησε τρεις φορς μσα, τσι σαν να θερατο αρατο φτυρι να το 'σπρωχνε. Ο Ες‐Ες που εππτευε, χλμιασε, πγε και το ανφερε στο διοικητ. Τον σκοτσανε στο διδρομο του Διοικητηρου με την κατηγορα «ηττοπαθς».
Την τελευταα βδομδα του Απρλη εδαμε σωρος χαρτι να καγονται κοντ στη μερι που ταν τα εργαστρια. Καγανε τα αρχεα. Εξαφανζανε τους κατλογους των ντουφεκισμνων, των κρεμασμνων, των σκασμνων με γκζι, των πνιγμνων στο Γαλζιο Δοναβη, των φαγωμνων απ σκυλι, των ξεπνοσμνων απ βασανιστρια. Ο Ρσος ταγματρχης Πιργκωφ σαν εδε τις φωτις επε: «Τους κανε για δετερη φορ».
Στο γπεδο, εκε που λλοτε οι ομδες των Ες‐Ες παζανε ποδσφαιρο με ομδες που ρχονταν απ' τα γρω χωρι και τα εργοστσια, εκπαιδεανε τρα εθελοντς που φεγανε  γραμμ για το μτωπο. Οι εθελοντς ταν λοι τους γροι βαρυποιντες, φερμνοι απ μια κοντιν φυλακ. Τους πεθανανε στα γυμνσια και στις φωνς... «Χτλερ Ζιγκ‐Ζιγκ‐Ζιγκ!». Το απγεμα γυρζανε στις παργκες τραγουδντας βραχν, παρφωνα, ξεθυμασμνα...

Στην πατρδα ανθε
να λουλουδκι
και το λεν...
ιν‐τσβο‐ντρι... ρρικα!

Ο βαρνος φον Λιντενχους που δολευε σκουπιδιρης στη μεγλη πλατεα, κθε που τους βλεπε να περνον, τραγουδοσε κι αυτς...

Το παλι μας το γραμμφωνο
ξεκορδισε...
ιν‐τσβο‐ντρι...
και το λεν... Τρτο Ριχ!

να πρω, στα ξαφνικ, να αμερικνικο καταδιωχτικ σβοριξε πνω απ' τις παργκες και τα γραφεα. Κατβαινε τσο χαμηλ λες κι θελε να προσγειωθε στην πλατεα. στερα ρχισε τα παιχνδια. Βλθηκε να πολυβολε στα παρθυρα του Διοικητηρου. Οι Ες‐Ες φοβισμνοι μην πσουν και βμβες, βγκαν στο δρμο. Το καταδιωχτικ τους κυνηγοσε μια πνω μια κτω, κβοντας επικνδυνες βλτες. Ξαφνιασμνοι κι αλαφιασμνοι σκουντοσαν ο νας πνω στον λλο. Μαζνονταν, σκρπιζαν, σκνταφταν, γλιστροσαν, πφτανε.
Εμες τρμαμε μην πει αυτς ο «κου μπυ» και τρακρει πνω σε κνα πργο. Ιδρωμνοι, βρμικοι, λαχανιασμνοι οι Ες‐Ες ρθανε και χωθκανε ανμεσ μας. Τα αμπχον τους ανεβοκατεβανανε απ' τις κοφτς ανσες, οι ζνες τους τρζανε, ο αγρας μριζε σωματλα και φβο.
Ο «κου μπυ» με το καταδιωχτικ κανε ναν γριο κκλο, τσι σα να τον χραζε πνω σε τζμι, κι φυγε.
Οι Ες‐Ες μενανε φωνοι, ασλευτοι και μας κοιτζανε στα μτια. Τους κοιτζαμε και μεις κατματα, φωνοι, ασλευτοι, σε στση προσοχς, ακολουθντας την πειθαρχα που θλανε. Πραν πρτοι τα μτια τους, κοταξαν αλλο. Καθς γυρζανε στα γραφεα τους ρχισαν να ψχνουν στο δρμο και τις πρασις και να μαζεουν τα πργματα που τους εχανε πσει.
Κι μως, σο πλθαιναν τα καλ σημδια, τσο πιο κοντινς γινταν ο κνδυνος για μας. Το ομαδικ ξεπστρεμα εχε αρχσει απ βδομδες. Ο θλαμος του γκαζιο και οι φορνοι δουλεανε μρα και νχτα. Κμανε αρχ με τους ρρωστους και συνεχσανε με κενους που εχαν ρθει απ λλα στρατπεδα. Οι μελλοθνατοι περιμνανε στην ουρ τη σειρ τους.
Ο διοικητς κανε απανωτς επιθεωρσεις, σκλιαζε που τσοι μελλοθνατοι περιμνανε στην ουρ. Φναζε τι πρεπε να βρεθε τρπος ν' αυξηθε η «απδοση». Ο υποδιοικητς λεγε τι δεν υπρχει πια αρκετ γκζι για να κμει κι λλους θαλμους. Και το πετρλαιο που να 'ναι θα τελεισει. Ο διοικητς σκλιαζε χειρτερα. «Να βρετε λλου εδους αριο» φναζε «κι σο για κασιμα υπρχουν βουν απ ξλα. Εγ δε θλω να στερσω οτε τα κασιμα απ' τη γερμανδα νοικοκυρ οτε το πετρλαιο απ' την πολεμικ μας βιομηχανα. Αλλ δεν μπορ να παραδεχτ τι εμαστε ανκανοι να κνουμε σωστ τη δουλει μας».
Ο υποδιοικητς επμενε ν' αποφασιστε η εκκαθριση με τα πολυβλα και οι νεκρο να θβονται σε λκκους που θα σκβουν οι διοι. «Γκζι και πετρλαιο» διαμαρτυρταν «δεν χω, οτε τα μεταφορικ μσα για να φρω. Εν σφαρες διαθτω φθονες».
Ο διοικητς λεγε κοφτ πως αυτ αποκλεεται. «Δεν χω καμι ττοια εντολ απ' το Βερολνο».
 Η κουβντα γινταν πλι στους μελλοθνατους που καραδοκοσαν ν' αρπξουν τ' αποτσγαρα που ριχναν οι συνομιλητς. στερα ο διοικητς σεργινιζε κατ μκος του σωρο των νεκρν που ταν αραδιασμνοι σε απανωτς στρσεις πως τα ξλα στις ξυλαποθκες. Κουνοσε στεναχωρημνος το κεφλι του και φναζε: «Θα εμαστε τυχερο αν δε φανε καννας Χμμλερ απ δω να δει το χλι μας».
Στα μσα του Απρλη ρθε, ως φανεται, η εντολ απ' το Βερολνο. Στο δσος, που με την νοιξη οι βαλανιδις, οι οξις, οι καστανις εχαν φουντσει κι οι φτρες ανβηκαν ως τα γνατα, οι μελλοθνατοι ανογανε τους λκκους τους, κατβαιναν μσα κι να πολυβλο τους ριχνε σο το δυνατν λιγτερες σφαρες. Μια λλη εντολ απ' το Βερολνο εχε συστσει «αιματηρς οικονομες στα πυρομαχικ».
Ωστσο η εκκαθριση οτε και τρα εχε «απδοση». Οι Ες‐Ες φεγανε για το μτωπο. Η φρουρ λιγστεψε. Μλις που φτανε να μας φυλει. Τα εξωτερικ συνεργεα που δουλεανε στο σιδηροδρομικ σταθμ, στο λιμνι του ποταμο, στα χωρφια, πψανε να βγανουνε.
τσι τλειωσε ο Απρλης. Κι ρθε ο Μης. Ο διοικητς εχε μρες να φανε. νας κρατομενος τον εδε στο νειρ του. «Ο διοικητς εχε γνει ψρι και κολυμποσε στο παρακλδι του Δοναβη που κυλοσε πσω απ' το λατομεο».
Την πρτη του Μη τρεις νεαρο αξιωματικο οπλισμνοι με αυτματα φγανε σα σφουνας μ' να φολκς‐βγκεν, για να ξετρυπσουν και να εκτελσουν επιτπου τον προστμενο της Πολιτικς Διευθνσεως. Ο στουρμ φρερ Σουλτς εχε φορσει την τυρολζικη κυνηγετικ του φορεσι και ρα χαρματα καβλησε μια μοτοσικλτα και χθηκε. Οι τρεις, που φγανε για να τον βρονε, χθηκαν κι αυτο.
Αυτς τις τελευταες νχτες οι λμψεις εχαν ρθει πολ κοντ μας. Σαν αστραπς απ βροχ που ρχεται. Αρχσαμε ν' ακομε και τους βρντους των κανονιν και να μετρμε την απσταση.
Στις 2 του Μη οι μγειροι που πγαιναν ξημερματα στην κουζνα εδαν στο δυτικ πργο ναν αλλιτικο φρουρ. Αλλιτικος ταν κι ο φρουρς στη σκοπι του κλβανου που ταν η πιο κοντιν. Και διακρναμε καθαρ το ντουφκι να τρμει στα χρια του. Η σκοπι ταν πσω απ' το πυκν ηλεκτροφρο συρματπλεγμα. Ωστσο αυτς τρεμε και τσριζε να κνουμε πρα. ταν ηλικιωμνος, ντυμνος με καφετι στολ και χωρς μπτες. Μας επε πως εναι της Πολιτοφυλακς. Πως οι Ες‐Ες φγανε τη νχτα. λοι. Πρε θρρος, φησε χμω το ντουφκι του, νοιξε το σακδι του, πρε δυο μλα και μας τα πταξε. Μπλξανε στο συρματπλεγμα και μενανε εκε. κανε να μας πετξει λλα.
Ποιος νοιαζτανε τρα για μλα.
Σσσωμο το στρατπεδο ρχισε να βουζει και να σαλεει. Οι παργκες αδεισανε, η πλατεα πηξε. Αρχσανε κι λλοι φρουρο να ρχνουν μλα και φτες κουραμνα. Οι αντερο τους ζτησαν να μιλσουν με μια δικ μας επιτροπ. Και τα μεγφωνα, που τσο καιρ εχαν βουβαθε, ξανακοστηκαν. Η φων του ομιλητ ταν γλυκερ και τρεμουλιρικη. Σαν τα γρμματα παλιο καλλιγρφου που τρα το χρι του τρμει. Επε πως αν δεν τους πειρξουμε οτε κι εκενοι θα μας πειρξουν. Εξγησε πως αυτο δεν εναι Ες‐Ες οτε Βρμαχτ, εναι Πολιτοφλακες. λοι τους απλο νθρωποι, επιστρατευμνοι, οικογενειρχες. Η διαταγ που χουν εναι να μη μας αφσουν να ξεχυθομε στη χρα. Αυτ θα εναι επικνδυνο και για μας. Πρπει να κνουμε υπομον σπου να 'ρθουν οι συμμαχικς δυνμεις.

Η ελευθερα ρθε το Μη...


Στις 5 του Μη, λγο πριν απ' το μεσημρι, να θερατο αμερικνικο τανκ, καπνισμνο και σημαδεμνο απ' τον πλεμο, γκρμισε την πλη του Μαουτχουζεν και μπκε στον περβολο. Οι πολεμιστς μας κοταζαν σαστισμνοι, περφανοι, περλυποι... Καλ που κνανε και μενανε κει ψηλ, στη ρχη του τανκ. Γλιτσανε απ τσες μχες. Απ' τη χαρ μας δε θα γλιτνανε. Ουρλιζαμε, ξεσκζαμε τα ροχα μας, ταρακουνιμαστε σα δαιμονισμνοι. Στριμωχνμαστε, ποδοπατιμαστε για να φτσουμε κοντ στο τανκ. Πολλο πφτανε πνω και φιλοσανε τα καπνισμνα σιδερικ κι λλοι χτυποσανε πνω τα κεφλια τους και κλαγανε.
Ξαφνικ ρχισαν ανμεσ μας να φυτρνουν σημαες. Αμερικνικες, ρσικες, εγγλζικες, ισπανικς της Δημοκρατας, τσχικες, πολωνζικες, ελληνικς, γιουγκοσλβικες, ιταλικς... λες καμωμνες απ ματισμνα κουρλια και χοντροβελονι. Οι πιο πολλς μυρζανε λαδομπογι. Οι σημαες μας ανψαν ακμα πιο πολ. Πηδοσαμε, αλαλζαμε. Ταυτχρονα στα χαμηλ γνονταν λλες δουλεις. νιωσα δυο χρια να γατζνονται στο πδι μου. σκυψα να δω. Δυο Ισπανο, τον ναν τον ξερα, εχαν ρξει μπρομυτα ναν επισττη και τον πετσοκβανε με σουγιδες. Εδα κι παθα να λευτερσω το πδι μου απ' τα χρια του. μα το κατφερα να τραβηχτ, πτησα πνω στην κοιλι ενς λλου επισττη που τον εχαν πνξει μ' να λουρ. λλοι εχαν αποκμει απ' το συνωστισμ, πσανε, ποδοπατηθκανε και ξεψυχοσανε στα πδια μας.
Χυθκαμε προς τα ξω με τις σημαες ψηλ. ταν κι λλο τανκ ξω απ' την γκρεμισμνη πλη και πιο πρα λλο. Κοντ στο Διοικητριο σταματσαμε, πψαμε να φωνζουμε, ξανοξαμε σε μκρος και κοιτζαμε το τι γινταν εκε... Οι γυνακες του Μαουτχουζεν ανεβανανε το δρμο, ουρ ατλειωτη, εν οι πρτες εχαν κιλας μπει στα χτρια. Στριμχνονταν στις πρτες, σπζανε τα τζαμιλκια στα παρθυρα, λλες για να μπουν, λλες για να βγουν. Αυτς που βγανανε κρατοσανε σφιχταγκαλιαστ κουρτνες, στφες απ τα πιπλα, τσχες απ μπιλιρδα, τραπεζομντιλα, πετστες, σεντνια, μαξιλαρφυλλα, κουρτινκια. Περνοσανε με τα λφυρ τους ανμεσ μας κι ανμεσα απ' τις σημαες. Και καθς εμες εχαμε σωπσει και τις κοιτζαμε σπαιναν κι αυτς. Τα πρσωπ τους ταν μαλλιαρ απ' την αδυναμα, τα μαλλι κουρεμνα, φοροσαν πανταλνια και σακκια γεμισμνα με κουρλια για να μας κρατνε ζστα.
Δεν περιμνανε να βρεθονε τσι ξαφνικ τσο κοντ σε ντρες. Σα να ντρεπντανε που ταν φτιαχτες. Τα μτια τους που φγγανε αρχσανε να πεταρζουν, τα πδια τους πασχζανε να περιορσουν το σαματ απ τα ξυλοππουτσα και με λα τους τα σουσομια και το περπτημα ταν σα να λγανε «περιμνετε και θα δετε». Απ' τ' αριστερ ερχταν πλθος απ ντρες. ταν αυτο που μνανε ξω απ' τον περβολο. ρχονταν απ' τ' οπλοστσιο και την αποθκη τροφμων. Κουβαλοσαν ντουφκια, αυτματα, σακι ζχαρη, ντενεκδες με τυρ, κιβτια σφαρες. Μας επανε να πμε στην αποθκη τροφμων να δομε.
Πγαμε. Ο Ες‐Ες αποθηκριος τανε κρεμασμνος στην πρτα μ' να παλοκι μπηγμνο στο στθος. Δυο δικο μας του χνανε κομμτια παττα στις τρπες των ματιν. νας λλος φναζε: «Τρα δε θα ξαναπε πια "νιχτς καρτφελν"».
Φγαμε ευχαριστημνοι. Πραμε ελεθεροι τον περιφερειακ δρμο. Οι γυνακες εξακολουθοσαν να τρεχολογον πνω‐κτω.
Μια παρα Ρσοι, αιχμλωτοι ως χθες, εχαν οικονομσει μια μεσοφωνα και χορεανε στη μση του δρμου. Πιο κτω ο κριος Κντακ, αρχηγς του αυτοκρατορικο κμματος της Αυστρας ‐ τσι μας λεγε ‐ εχε ανεβε πνω σ' να καζνι, απ' αυτ που κουβαλοσαν το φα στα συνεργεα, κι βγαζε λγο: «Η δημοκρατα σκτωσε την Αυστρα. Η δημοκρατα την καμε δρο στον Αδλφο Χτλερ. χι πια δημοκρατα στην Αυστρα. γγλοι, Γλλοι, Ρσοι, Αμερικνοι ξαναφρτε τους Αψβοργους στη Βιννη...».
Μια παρα γυνακες που περνοσανε, φανεται πως τον περαξαν κι ο Κντακ συνχισε το λγο του τσι: «στη Βιννη... μα παχνεις, λα να με βρεις...».
Δυο καθολικο παπδες και τρεις καλγριες διασχζανε αργ το δρμο μ' να περεργο αυτοκνητο που το οδηγοσε νας Αμερικνος στρατιωτικς παπς. Αργτερα μθαμε πως το περεργο αυτοκνητο το λνε «τζιπ».
Απ' τον πνω δρμο κατβαινε να πλθος που κρατοσε μια στενμακρη κκκινη σημαα και τραγουδοσε να τραχ τραγοδι. Πλημμρισε το δρμο και το τζιπ με τις καλγριες και τους παπδες χθηκε ανμεσα. ταν κι ο φλος μου ο Τεοντρ Σβτιτς μαζ. Μια γυνακα που τους κοταζε με χαρ ρτησε: «Τι εστε σεις;». Και κποιος φναζε: «Εμαστε Σρβοι παρτιζνοι του Ττο! Ο Μιχαλοβιτς στη φυλακ».
Ξαναγρισα στον περβολο. Οι Αμερικνοι ξεφορτνανε τνους φρμακα και φαγι. Η πλατεα ταν πντα γεμτη κι ο καπνς απ' τ' αμερικνικα τσιγρα πγαινε σννεφο. Οι σκοτωμο συνεχζονταν. Στην παργκα No 3 δυο επισττες κετονταν στο τσιμεντνιο πτωμα του καμπιν. Τον να τον ντουφεκσανε, τον λλον τον λιντσρανε ως θαντου.
Δυο αυτοκνητα, απ' αυτ που τα λνε «τζιπ», φγανε ολοταχς απ' τον περβολο φορτωμνα Αμερικνους στρατιτες και οπλισμνους δικος μας. ρθε να μνυμα πως στο χωρι Σαν Γκοργκ ο δμαρχος κρυβε Ες‐Ες. Ο Αντνης απ' τους Αμπελοκπους με χαιρτησε κουνντας να αυτματο και μου φναξε: «Θα σου φρω ναν Ες‐Ες να παζεις».
Στον περβολο ταν και κτι γυνακες που τις εχα ακουστ, αλλ τις βλεπα για πρτη φορ. ταν θρεμμνες, καλοντυμνες, βαμμνες κι εχαν και αρκετ μαλλ στο κεφλι. ταν οι αγαπητικς αυτν που επιστατοσαν στα μεγλα πστα. Αρχιραφτδες, αρχιμγειροι, αρχιμαραγκο, αποθηκριοι. Μ' αυτος τους επισττες οι Ες‐Ες εχαν φιλες γιατ κνανε διφορες κομπνες μαζ. Κλβανε τα τρφιμα, τα υλικ, τα εργαλεα, βγζανε πντε χρυσ δντια απ' τους κρατομενους δηλνανε δο. Οι επισττες οικονομοσαν απ' λα, ταν αφεντικ. Μχρι που καταφρανε να 'χουν τις αγαπητικς τους σε ιδιατερη παργκα. Δεν μποροσαν να κοιμονται μαζ, μως λο και κτι κνανε. Στο μεταξ τις ταζανε, τις ποτζανε, τις ντνανε. Τις ετοιμζανε.
Αλλ οι πιο πολλο επισττες ταν Γερμανο βαρυποιντες. σοι δε φγανε εθελοντικ για το μτωπο, φοβηθκανε να μενουν στο ελευθερωμνο στρατπεδο και το στρψανε παρα με τους Ες‐Ες. σοι μενανε, λλοι ταν κιλας στον λλο κσμο κι λλοι δεμνοι χειροπδαρα. Τις γυνακες που ετοιμσανε τις εχανε τρα παραλβει τα παλικαρκια. Σπανιλοι, λληνες, Ιταλο. Αυτς χαχανζανε ευχαριστημνες και τα χαχανητ τους μπερδεονταν με μουσικ τζαζ και διφορες υγειονομικς οδηγες που ακογονταν απ' τα μεγφωνα.
σο περνοσαν οι ρες, η κνηση κι η ζω στο Μαουτχουζεν λλαζε. Το απγεμα δεν βλεπες πια παρτες οτε κουγες τραγοδια. Οι παρες εχαν σκορπσει, ο καθνας πγαινε μνος του κι οι κουβντες που κουγες συνχεια ταν:
Πο τον πγανε στερα;
Πο φνηκε για τελευταα φορ;
Ποιος ταν μαζ;
Ποιος τον εδε;
Υπρχει πιθαντητα να ζει;
Ποιος μπορε να ξρει;
Ποιον να ρωτσω;
Πολλο κρατοσαν μολβι και χαρτ και σημεινανε τις πληροφορες που μαζεανε. στερα κνανε συνδυασμος κι υπολογισμος κι αποδεχνανε στον εαυτ τους πως ο δικς τους «οπωσδποτε πρπει να γλτωσε».
Τη νχτα, σοι τα εχανε μιλημνα με τις αγαπητικς ξεκινσανε για νυχτρι στην παργκα τους. ταν ξω απ' τον περβολο. Οι Αμερικνοι τους σταματσανε στην πλη και δεν τους αφσανε να βγουν. «Πλι φερμπτεν» επαν απορημνοι κι αλλξανε δρμο. Κψανε τα συρματοπλγματα του ανατολικο φρχτη και βγκανε. Μταιος κπος. Οι Αμερικνοι φυλγανε τις παργκες των γυναικν και δεν φηναν να περσει αρσενικς. Οι εραστς γυρσανε πσω ξω φρενν, δεν καταλαβανανε τι σι απελευθρωση ταν αυτ. Οι λλοι τους κοροδεανε τους λγανε «σα δεν ντρπεστε, εναι ρα για ττοιες δουλεις;». Αυτο, στα παλι τους τα παποτσια, δεν τους κρατοσες με τποτα. Πγανε στον Αμερικνο ταγματρχη, τον ονομσανε «ελευθερωτ» και κνανε τα παρπον τους. Ο «ελευθερωτς» τους εξγησε τι λγοι υγεας και ασφλειας επιβλλουν αυτ το μτρο και τους συμβολεψε να κνουν λγες μρες υπομον. Οι εραστς πισαν να του εξηγον πως οι γυνακες που θα πνε εναι τοιμες και περιμνουνε. Πως πρπει να καταλβει τη λαχτρα τους. Εδ δεν πρκειται για να απλ κομισμα με γυνακα. Εδ πρκειται για παραπνω... Ο ταγματρχης επε πως τους καταλαβανει γιατ επ δυο χρνια που εναι στρατιτης δεν εδε τη γυνακα του. Πρπει μως να τους πει «χι».
Ττε τραβξανε προς τη μερι του τοχου που κλεινε τον περβολο απ' τα δυτικ. Απ' αυτ τη μερι οι παργκες των γυναικν ταν αφλαχτες. Ο τοχος ταν ως πντε μτρα ψηλς. Σρανε απ' το φορνο το καρτσι που κουβαλοσαν τους πεθαμνους, βλανε πνω κιβτια, καζνια, κρεμσανε να σκοιν και περσανε ξω. Τρα κανες δεν τους κοριδευε. σα‐σα που πολλο μλιστα τους βοηθσανε να πνε. ταν οι πρτοι που θα κοιμονταν με γυνακες. Αρχσαμε να τους σεβμαστε.

Ο λακς δικαστς με το μοσχρι...

Τα μαγειρεα δουλεανε χωρς σταματημ κι εμες μασοσαμε λη μρα. Το στρατπεδο εχε γεμσει ψωμ, μακαρνια, παττες, κορν‐μπιφ, μπισκτα, σοκολτες, οδοντογλυφδες, οδοντβουρτσες, οδοντπαστες, τσχλες, προφυλακτικ, μαρμελδα, σαπονια, φωτογραφες απ χορετριες του Μπροντγουαη.
μασταν τα χαδεμνα παιδι της επιμελητεας του αμερικνικου στρατο και του Διεθνος Ερυθρο Σταυρο. Μαζεαμε ,τι μας δνανε κι ,τι βρσκαμε. Ακμη κι εκενα που δεν μποροσαμε να μεταχειριστομε. Η μανα της ιδιοχτησας εχε ξυπνσει μσα μας παμφγα.
Ο καιρς φρονμεψε τη χαρ μας, ρθαν οι μρες για δουλει. Καθαρσαμε, νοικοκυρψαμε τις καλτερες παργκες και βλαμε τους αρρστους σε καθαρ σεντνια. Οι γιατρο δουλεανε μρα και νχτα, σε κθε κουκτα κρμονταν ορο, οι ρρωστοι κρατιονταν στη ζω με τα φρμακα. Μας κοταζαν σα να μας λνε: «Μη μας αφνετε!»
Ανογαμε τους λκκους στο δσος και ξεθβαμε τους ντουφεκισμνους. Τρα που σταμτησαν τα πολυβλα, τα πουλι ξαναγυρσανε στο δσος κι ακομπανιρανε τη δουλει μας με κελαηδματα. Μεταφραμε τους πεθαμνους στο γπεδο, που τελικ γνηκε νεκροταφεο. Τους θβαμε χρια τον καθνα, ανθρωπιν. Κπου‐κπου μως κναμε λθη στο θψιμο κι αντ να βζουμε σταυρ στους Χριστιανος και στρο στους Εβραους, βζαμε στρο στους Χριστιανος και σταυρ στους Εβραους. Οι φανατικο κι απ' τις δυο μερις διαμαρτυρθηκαν. λλοι λγανε: «Οι νεκρο πντως καταλαβανουνε πσο σοφ εναι κτι ττοια λθη».

Στον επισιτισμ μας βοηθοσαμε κι οι διοι. Κθε βρδυ πολλο απ' αυτος που εχαν πει βλτα στα γρω αγροχτματα, γυρζανε κουβαλντας να μοσχρι, να χορο, γαλοπολες, κουνλια, χνες, καλθια αυγ, λεκνες φρσκο βοτυρο. Οι Αμερικνοι στεναχωριονταν μ' αυτ την κατσταση. Δε θλανε να γνεται πλιτσικο στα αγροκτματα. Αυτο οι αγρτες εναι αθοι, λγανε. Κι να βρδυ σταματσανε στην πλη τον κριο Βαγγλη και με συνοδεα να στρατιτη του επανε να πει αμσως πσω το σπρο μοσχρι που εχε φρει.
Ο κριος Βαγγλης ταν απ' την Πτρα. Ψηλς, στεγνς, με καμπουρωτ μτη, ηλιοψημνος, λιγομλητος και αυστηρς. Το πανταλνι που φοροσε τλειωνε στις γμπες και τα μανκια του σακακιο λγο πιο κτω απ' τους αγκνες. ταν κατλαβε πως θλουνε να πει πσω το μοσχρι, ζτησε διερμηνα για να τους απαντσει. ρθε ο διερμηνας κι ο Βαγγλης ρχισε να λει:
«Να μεταφρζεις καλ ,τι σου λω. Θα τους εξηγσω αμσως γιατ πρα το μοσχρι και γιατ δεν πρκειται να το πω πσω!
»Σμερα το πρω πγα μια βλτα στην εξοχ, πως κνω κθε μρα απ ττε που χρη στη γενναιτητ τους εμαι ελεθερος νθρωπος. Κατ τις δκα η ρα χτπησα την πρτα σ' να πλοσιο αγροτσπιτο και τους παρακλεσα ευγενστατα να μου δσουν μια κοπα ζεστ γλα και μια φτα ψωμ. Μου επαν πως δεν χουν τποτα και να φγω!» Μετφρασ το.
»Φυσικ εγ δεν φυγα. Τους επα τι αν δε μου δσουν αμσως ,τι επα θα τους βλω φωτι. Φρανε αστραπιαα μια φτα ψωμ και λγο γλα σ' να ντενεκδι και τ' αφσανε χμω λες και μουνα καννας σκλος.» Μετφρασ το.
»Τους επα τι θα πρω το γλα μου στην τραπεζαρα τους αλλις θα 'χουν κακ ξεμπερδματα. Μου ανοξανε την πρτα και με πγανε στην τραπεζαρα. Μου φρανε μια κοπα γλα και μια φτα ψωμ. Οτε να ψχουλο ψωμ παραπνω, οτε μια σταγνα γλα. Μλις τλειωσα, το αφεντικ μου επε να φγω.» Μετφρασ το.»
Τον ρτησα γιατ εναι τσι σκληρς μ' ναν νθρωπο που ταν δυο χρνια στο κτεργο. Απντηση: Δε φταω 'γ που σουνα στο Μαουτχουζεν, οτε ξρω τι γινταν εκε! Το στρατπεδο, του λω, εναι μνο μισ ρα απ δω και τα συνεργεα δουλεανε και στα χωρφια! Μπορε και στα δικ σου χωρφια! Πς δεν ξρεις τι γινταν εκε!
» Απντηση: Δεν ξρω απολτως τποτα.»
Μετφρασ το.
»Επειδ, του λω, εσαι ττοιο κοπρσκυλο, πες να μου ετοιμσουν για το μεσημρι να κοτπουλο βραστ, νοιξ μου το ραδιφωνο και καθρισ μου και μερικ μλα. Μου φρανε ,τι ζτησα γιατ εδανε πως δεν αστειεομαι. μως λη την μερα κανες τους δε με ρτησε τι εμαι, ποιος εμαι, τι ταν το στρατπεδο, τι γινταν εκε μσα. Λξη.» Μετφρασ το.
»Το απογεματκι ακοω φωνς στην πρτα. Δυο Ρσοι απ' το Μαουτχουζεν ζητοσανε λχανα. Οι αθοι Γερμανο αγρτες τους βρζανε και τους διχνανε. Πγα, νοιξα την πρτα, τους βαλα μσα και τους επα να προυνε σα λχανα θλουνε.
»Με την ευκαιρα κανα και μια βλτα στο χτμα και στις αποθκες. Απ ζωνταν και πετομενα λλο τποτα. Και στις αποθκες τους φσκα τα καπνιστ χοιριν, τα λουκνικα, τα σαλμια, τα βοτυρα και τ' αλερια. Επα στους Ρσους να προυνε κι ,τι λλο θνε. στερα ειδοποησα τους αθους Γερμανος αγρτες τι σπου να γνουνε νθρωποι, θα τους κνω παρα κθε μρα απ' το πρω ως το βρδυ. Ως πρτη δση πρα το σπρο μοσχρι. Αριο θα πρω λλο χρμα. Μετφρασ το και τελεισαμε».
Ο κριος Βαγγλης πρασε την πλη παρα με το σπρο μοσχρι και το παρδωσε στη κουζνα.
να πρω ξπνησα απ φωνς και τρεχαλητ. Χαλοσε ο κσμος. Ντθηκα ρον‐ρον και βγκα.
Απ' λες τις παργκες, ντυμνοι, ντυτοι, μισοντυμνοι, βγανανε και τρχανε προς την πλατεα. Εκε πλθος πολ εχε κυκλσει τα κρατητρια που τα φρουροσαν Αμερικνοι στρατιτες.
«Κρεμλα, κρεμλα» φωνζανε οι δικο μας. «Βγλτε τους ξω! Δστε τους σε μας».
Οι Αμερικνοι εχαν πισει Ες‐Ες του Μαουτχουζεν και τους κουβαλσανε αργ την περασμνη νχτα. Ριχτκαμε να φμε τον τοχο για να τους προυμε στα χρια μας. ρθε ο υπολοχαγς Μακ Φηλντ πνω σ' να ψηλ φορτηγ αυτοκνητο και μας βγαλε λγο:
«λοι τους ‐ επε ‐ θα τιμωρηθον κατ πως τους αξζει. Εναι εγκληματες πολμου και θα περσουν απ ειδικ διασυμμαχικ δικαστριο που δε θα χαρσει κστανα. Σας το υπσχομαι. Δεν πρπει να τους πειρξουμε πριν γνουν οι ανακρσεις και οι καταθσεις. Θα κνουμε για τον καθνα ναν παχ φκελο. Σας το υπσχομαι. Ο κσμος ολκληρος πρπει να μθει τι θηρα ταν αυτο οι Ες‐Ες. χουμε πολλ δουλει να κνουμε. Πρπει να φρουμε στο φως λα σα γνανε. Γιατ πρα απ' την τιμωρα αυτν των κακοργων εναι και κτι λλο πιο σπουδαο! Αυτς ο πλεμος, ο πιο γριος που γινε ποτ, αυτς ο πλεμος που μλις τλειωσε, πρπει να 'ναι ο τελευταος. Η ανθρωπτητα δεν πρπει, ταν τον αναφρει, να λει "ο περασμνος πλεμος". Αλλ... "ο τελευταος πλεμος". Κι τσι θα εναι. Σας το υπσχομαι».
Ο υπολοχαγς Μακ Φηλντ μας πεισε. Εχε κι ο διος συγκινηθε με το λγο του, ειδικ μα λεγε «σας το υπσχομαι».
στερα ρχισαν να μεταδδονται απ' τα μεγφωνα διφορες ανακοινσεις:
«Ο Χτλερ αυτοκτνησε. Το πτμα του βρθηκε στον κπο της Καγκελλαρας στο Βερολνο».
«Ο Ες‐Ες διοικητς του Μαουτχουζεν Φραντς Ζρας τραυματστηκε θανσιμα κατ τη δωξ του απ νδρες της αμερικνικης στρατιωτικς αστυνομας».
Μουσικ τζαζ...
«Ο Ες‐Ες υποδιοικητς του Μαουτχουζεν Γκοργκ Μπαχμγερ αυτοκτνησε αφο πρτα δηλητηρασε τη γυνακα του και τα τρα του παιδι ηλικας επτ, πντε και δο ετν».
«Ο ταγματρχης Πτρικ παρακαλε να παραδσετε λα τα πλα που βρσκονται στα χρια σας. Κθε υπδειξη των αμερικνικων αρχν εναι μνο για το καλ σας».
Μουσικ τζαζ...
«Ο ταγματρχης Πτρικ παρακαλε πως κθε εθνικτητα εκλξει ναν αντιπρσωπ της για το σχηματισμ μιας διοικητικς επιτροπς. Το Μαουτχουζεν, σπου να φγετε για τα σπτια σας, πρπει να διοικηθε απ σας τους διους. Εσες ξρετε τα προβλματ σας καλτερα απ κθε λλον».
«Τις τελευταες μρες σημεινονται πολλο θνατοι απ εντερικ. Επαναλαμβνουμε τι οφελονται στην απτομη πολυφαγα. σοι χετε ευκοιλιτητα ζητστε αμσως απ' το ιατρεο το φρμακο... και ακολουθστε αυστηρ αυτ τη δαιτα...».
Το απγευμα ρθαν στην παργκα μου ο Αντνης, απ' τους Αμπελοκπους, ο στρατηγς Κ., ο κριος Βαγγλης, ο Ιωνς, ο Πτρος απ' τη Θβα, ο Θανσης απ' τη Θεσσαλονκη και μου επανε πως οι λληνες με διαλξανε για αντιπρσωπ τους στην επιτροπ. Ρτησα γιατ.
Γιατ τσι! μου επανε.
στερα ο Πτρος μου ανγγειλε τρβοντας τα χρια του, πως «χουμε και αυτοκνητο». Το βρκε στην λλη χθη του Δοναβη. Καθρισε τον αγκυλωτ σταυρ που εχε πνω και του κοτσρησε μια ελληνικ σημαιολα. Ως αντιπρσωπος μπορ να ζητσω αμερικνικη δεια κυκλοφορας και αριθμ «και εμαστε τρλα».
Οι λληνες που βρεθκαμε ζωντανο μασταν ως χλιοι ντρες και σα με διακσιες γυνακες, λες Εβραες.
Την λλη μρα λοι οι αντιπρσωποι επισκεφθκαμε τον ταγματρχη Πτρικ. Οι λλοι αντιπρσωποι ταν μεγλοι νθρωποι, σοβαρο. Ο Ρσος ταν συνταγματρχης, αιχμλωτος πολμου, ο Τσχος εχε κμει ιδιατερος του προδρου Μπνες, ο Ιταλς ταν αδελφς ξδερφος του Τολιτι, ο Ισπανς ταν καθηγητς Πανεπιστημου. Η αφεντι μου μουν πολ νος, μεγλη παραφωνα ανμεσα στο λακ επτροπο του Ττο που αντιπροσπευε τους Σρβους και στο στρατηγ του ιππικο που αντιπροσπευε τους Πολωνος. Γι' αυτ και το πρτο πργμα που ρτησε ο ταγματρχης Πτρικ ταν τι αντιπροσωπεω εγ.
Στην παργκα No 1 του περβολου στεγστηκαν τα γραφεα της επιτροπς. Με βοηθος τον Ιων και τον Θανση οργανσαμε το «ελληνικ μας γραφεο» κι αρχσαμε δουλει. Εχαμε να κνουμε καταλγους των νεκρν. Καταστσεις για τις αναχωρσεις, για το που θλει να πει ο καθνας και καθεμι. Τι ανγκες εχαμε, τι επιθυμες.
τσι, μ' λα αυτ τα καλ πργματα και τις καλς φροντδες, το Μαουτχουζεν λλαξε ψη. Οι τριντα τσες χιλιδες του στρατπεδου δεν ταν πια αξεχριστοι και ξεχασμνοι ο νας ανμεσα στον λλον. Οι λληνες ξαναγνανε λληνες, οι Σρβοι Σρβοι, οι Ρσοι Ρσοι...
«Χωρζουμε», επε κποιος. Κι ταν αλθεια.

Λγο συχο πνο κι να φρεμα...

ταν ο στουρμ φρερ Σουλτς, ο προστμενος στην Πολιτικ Διεθυνση, βαλε την κυνηγετικ του φορεσι και το 'σκασε, δυο Ισπανο (δημοκρτες), ο Γιοζφ Μπιλνα κι ο Καζιμρ Κλεμντες, δυο Τσχοι, ο Μλος Στρνσκυ, ο Γιαροσλβ Μτυς κι εγ αποφασσαμε να κλψουμε μια στοβα ολκληρη βιβλα του «αρχεου», που δεν εχαν ακμη ριχτε στη φωτι. Φυσικ, πριν απ' την απφαση αναρωτηθκαμε «μα καλ... αν το καταλβουν δε θα μας καθαρσουν αμσως;...». Ο Γιαροσλβ Μτυς απντησε: «Αν εναι να μας σκοτσουν, θα το κνουν και χωρς αυτ την αιτα... Δε βλπετε;... Απ' τα στρατπεδα που εκκενσανε καθαρσανε πρτα‐πρτα λους σους δουλεανε στα γραφεα... Ξρουμε πρα πολλ... Κανονικ δε γλιτνουμε... Αν σσουμε αυτ τα βιβλα... Λω να το παξουμε...».
πειτα θλησε να δσει θρρος και σε μας και στον εαυτ του και συνχισε: «Δετε ερημι, καταντσαμε σα Γραφεο αντιπροσωπειν. Ο μπερσαρφ φρερ Φσελ κυνηγ τον Σουλτς, ο Ντοπελιτερ εκπαιδεει τους Πολιτοφλακες στο Σαν Γκοργκ, ο Μλλερ τρχει να βρει τρπο να τηλεφωνσει στη φρου Μλλερ στο Ρτενμπουργκ, κι ο Λεμπ εκε μσα πνει συνχεια καφδες και κλαει».
Τα βιβλα σθηκαν και παραδθηκαν στον Αμερικνο διοικητ. Απ μια πρτη καταμτρηση εδαμε πως στο Μαουτχουζεν εχαν εξοντωθε κοντ 240.000 κρατομενοι. σοι γλιτσαμε μασταν περπου 30 χιλιδες. νας στους εννι.
Η τχη του καθενς απ μας ταν κυκλωμνη απ οχτ θαντους.
Ωστσο το «μητρο» του στρατοπδου δεν δειχνε πουθεν τον αξοντα αριθμ 270.000 κτι παραπλσιο. Για να μην εναι φοβερς ο αριθμς των «εισερχομνων» και «εξερχομνων» οι λογιστς του Μαουτχουζεν δνανε στους καινοριους τος αριθμος των νεκρν. τσι οι εισερχμενοι στο στρατπεδο δεν ξεπρασαν ποτ τον αριθμ 140 χιλιδες.
Οι Αμερικνοι μας ρωτοσαν τι ξρουμε για τους δεκαπντε αγνοομενους αεροπρους. Το μνο που ξραμε ταν πως τον περασμνο Γενρη τους εχαν φρει στο στρατπεδο. Τους εχαμε δει να στκουν στον τοχο αριστερ απ' την πλη. Οι Ες‐Ες βολταρζανε μπροστ τους ευχαριστημνοι, με χρια πσω. Ο ρμπατντινστ φρερ Μπεμ τους κανε νημα πως θα τους περσουν θηλι στο λαιμ. Οι Αμερικνοι αεροπροι γλασαν και κποιος απντησε με νημα στον Μπεμ πως «εναι τρελς».
Τι απγιναν οι δεκαπντε δεν ξραμε. Αλλ για τους λλους που εχαν φρει το φθινπωρο του σαρντα τσσερα ξραμε πολλ, εδαμε πολλ. ταν σαρντα πντε αεροπροι. Ολλανδο, Εγγλζοι, Αμερικνοι. Τους σκτωσαν λους στη σκλα του λατομεου. Τους φρτωναν να κομμτι βρχο στη ρχη κι σους δεν τα κατφερναν ν' ανβουν τα διακσα εκοσι πντε σκαλοπτια του «Στινμπρουχ Γκρμπεν» τους χτυποσαν με ξλα ως θαντου. Τα ξλα ταν παρμνα απ καλοπια του μπετν διαλεγμνα να 'χουν καρφι πνω. Μισος σκτωσαν τη μια μρα, μισος την λλη. Και τις δυο μρες φησαν τους νεκρος στη σκλα ως την ρα που σταμτησε η δουλει. Τα συνεργεα που δολευαν στο λατομεο, ταν στο βραδιν γυρισμ ανβαιναν τη σκλα, βλεπαν τα καλουπξυλα να κρμουνται πνω στους σκοτωμνους γαντζωμνα απ' τα καρφι που 'χαν μπει στα κεφλια, στ' αυτι, στους μους, στις κοιλις.
Και τα δυο εκενα βρδια, ταν παραταχθκαμε στην πλατεα για το προσκλητριο, τα μεγλα χειρμαξα του κρεματριουμ φορτωμνα με τα σματ τους πρασαν αργ απ μπροστ μας. Το δετερο βρδυ, ρθε στο προσκλητριο κι ο υποδιοικητς Μπαχμγερ. Τα χειρμαξα σταμτησαν στη μση της πλατεας. Ο Μπαχμγερ στθηκε ανμεσα στα δυο χειρμαξα και μας επε δυο λγια:
«ταν στο μλλον στρφετε τα μτια σας στο γερμανικ ουραν για να δετε τ' αεροπλνα των Αγγλοεβραων και των Αμερικανοεβραων, μην ξεχντε πως λα τελεινουν εδ κτω! λες σας οι ελπδες, βρωμσκυλα της Ευρπης, θα κουβαληθον πνω σ' αυτ τα αμξια».
Ο Ισπανς ζωγρφος Μανουλ Μονχιος ξενυχτοσε με τα σβρακα ξω απ' την παργκα του κνοντας βλτες, παραμιλντας κι ανβοντας το επμενο τσιγρο με τ' αποτσγαρο του προηγομενου.
Σ' σους ρχονταν ‐κι αυτο με τα σβρακα‐ να τον ανταμσουν, λεγε: «Ο Διεθνς Ερυθρς Σταυρς κι οι Αμερικνοι μς φεραν πολλ. μως κτι που δε μς φεραν εναι λγο συχο πνο».
Λγο συχο πνο... Απ' τις 5 του Μη, απ' τη μρα που η ζω στο Μαουτχουζεν παψε να 'ναι εφιλτης, ο εφιλτης κρφτηκε στον πνο μας και γνηκε νειρο. ταν αλλιτικα νειρα, αλλιτικοι εφιλτες. Ο Πτρος απ' τη Θβα σπραξε απ' το φβο που τον σφιγγε, μογκριζε χωρς να μπορε να ξυπνσει και να γλιτσει. «Η φων μου πνγεται» λεγε, «σα να μου βουλνουνε το στμα! Τα μτια κολλνε, δεν ανογουνε».
Ξραμε καλ τι εννοοσε. λοι το διο παθαναμε, γι' αυτ κι εχαμε μαζευτε σε κοντιν κρεβτια. Μλις κποιος ρχιζε να μουγκρζει, οι διπλανο τινζονταν αμσως να τον ξυπνσουν και να τον γλιτσουν.
Τι εδες Πτρο;
Η μνα μου καθτανε στο τραπζι μας, εχε τη λμπα του πετρελαου και μου 'γραφε να γρμμα. Εγ το 'χα σκσει απ δω κι μουν κτω απ' το τραπζι. Της μιλοσα και δε μ' κουγε. Της πιασα τα πδια αλλ οι κλτσες ταν γεμτες χυρο... κουσα κτι φωνς που ερχτανε απ μια τρπα που εχε το πτωμα... Κοταξα κι ταν απ κτω το Μαουτχουζεν κι λοι οι Ες‐Ες ταν στην πλατεα και δεχνανε προς τα πνω. Αρχσανε ν' ανεβανουν σε κτι σιδερνιες ανεμσκαλες, ν' ανεβανουν τρχοντας...
Βγκαμε απ' την παργκα. Ο Πτρος κοταξε τη σκοτειν καμινδα του κρεματριουμ. Ανσανε. ναψε να αμερικνικο τσιγρο. Ωραα καπν και μυρωδτα, επε.
Αλλ δεν του 'φταναν αυτς οι αποδεξεις. Τρβηξε, με τα σβρακα, προς την πλατεα. Ο Αμερικνος στρατιτης που εχε βρδια στην πλη παιζε με τη μοναξι του και την ησυχα της νχτας. Τραγουδοσε:

«Δεξε μου το δρμο να πω σπτι,
σε στερι, σε θλασσα,
σε κματα εγ πντα
λω το διο τραγοδι.
Δεξε μου το δρμο να πω σπτι...»

Ο Πτρος μεινε μαζ του. θελε σνει και καλ να μθει τα λγια.
Κθε πρω οι πιο πολλο ξυπνοσαμε με την δια αγωνα: «Σε ποιν θα τα πομε λ' αυτ; Πο θα τα πομε; Ποιος θα τ' ακοσει; Πο θα παραδοθον σα εδαμε;»
Υπομον, λεγε ο υπολοχαγς Μακ Φηλντ. Απ μρα σε μρα περιμνουμε τους δικαστικος. Κρατστε σημεισεις για τις καταθσεις σας. Δε θα μενει κανες που δε θ' ακουστε. Σας το υπσχομαι.
Ο Μης του σαρντα πντε ταν ζεστς. Τα απογματα μριζαν καλοκαρι. Ο Ιωνς, ο Θανσης κι εγ πγαμε στην παργκα που μνουν οι γυνακες για να γρψουμε καταλγους κι ατομικς καρτλες.
Το πλακστρωτο μπροστ στην παργκα ταν φρεσκοπλυμνο. Στην πρτα στεκταν μια κοπλα που φοροσε μια φοστα απ καρ τραπεζομντιλο. Την κρατοσε σφγγοντας τα χρια στη μση. Τ' αδνατα πδια της χνονταν μσα στις αρβλες. Μια λλη, με χακ πανταλνι, γονατισμνη πλι της καρφτσωνε το στρφωμα της φοστας και μετροσε τον ποδγυρο μ' να σανδι αριθμημνο με μολβι.
Μσα ακουγταν κνηση απ γυναικομνι και γουρ‐γουρ απ ραπτομηχανς. Τις χαιρετσαμε και παραμερσανε για να περσουμε. Στο κτω κρεβτι μιας κουκτας, η Ραχλ στρωνε με προσοχ να πατρν απ εφημερδα πνω σε μια κτρινη κουρτνα κι λεγε: «Ποια πρε πλι το ψαλδι, που εναι το ψαλδι;». Πνω απ' το κεφλι της κρμονταν σταυρωτ τα ξιπλητα πδια μιας λλης που καθταν στο πνω κρεβτι. Τα νχια της ταν βαμμνα με κκκινο μολβι. ραβε κουμπι πνω σε μια ζακτα απ πεσκρι. Δπλα η Σντρα κι λλες δυο κνανε πρβα μπροστ σ' να ντουλαπφυλλο με καθρφτη στερεωμνο σε αντιστλι. Η Σντρα κρατοσε να μαξιλρι, βγαζε μπαμπκι απ μσα και το 'δινε σε μιαν λλη που το 'στρωνε για βτα στον μο μιας τρτης. Απ' τα πρσωπ τους η κιτρινλα εχε αρχσει να φεγει, τα μαλλι στα κεφλια τους ρχισαν να μαυρζουνε. Η Βικτωρα τλιγε με σπρη κορδλα μια αγκρφα απ αντρικ ζνη, και μια μικρ, που φοροσε να τρυπωμνο φρεμα απ κλυμμα πολυθρνας, ρωτοσε παρακαλεστ «ποιανς περισσεουνε δυο‐τρα κουμπι». Στα μεγλα τραπζια του φαγιο σιδερνανε με κτι σιδερικ που μοιζανε ανταλλακτικ αυτοκιντου. Το χερολι τους ταν φτιαγμνο απ σρματα τυλιγμνα με κουρλια και σπγκο. Τα πυρνανε σε φουφοδες απ γκαζοτενεκ. Κποια, που σιδρωνε να μπλουζκι κομμνο απ μαξιλαροθκη, δεν εχε ξηλσει το κεντημνο «Γκοντεν Μργκεν». Στους στλους των κρεβατιν κρμονταν πατρν σχεδιασμνα σε φλλα του «Σινιλ» και του «Φλκισερ Μπεομπχτερ». Σ' να πατρν για μανκι βλεπες τη φωτογραφα του Γκαμπελς, σ' να πτο διβαζες να απ τα τελευταα ανακοινωθντα της Βρμαχτ, σ' να στθος μιας ζακτας μια αεροφωτογραφα του Κβεντρυ στις φλγες.
Κοντ στα παρθυρα ταν τρεις ραπτομηχανς και πσω απ κθε ρφτρα περιμνανε ουρ οι λλες για να γαζσουν.
ξω, αντκρυ στα παρθυρα, στα πεζολια της πρασις, ντρες διφοροι εχαν στρογγυλοκαθσει κι απολαμβνανε το βουητ απ' το γυναικομνι και το γουρ‐γουρ απ' τις ραφτομηχανς. Μλις το βουητ σταματοσε, κουγες απ' τον περβολο φωνς πλθους που παρακολουθοσε ποδσφαιρο.
Εδαμε πως αν δεν τλειωνε το ρψιμο θα 'ταν αδνατο να κνουμε «γραφικ εργασα» και την αναβλαμε. Ρωτσαμε τη Βικτωρα αν θα 'θελε να μας βοηθ στη δουλει και δχτηκε. Συμφνησαν κι λες οι γυνακες κι επαν πως θλουνε τη Βικτωρα γι' αρχηγνα. Καθς κναμε να φγουμε ο Ιωνς γρισε κι επε στη Βικτωρα: «Αυτ εκε πρα εναι δικ μας; Πρτη φορ τη βλπω». Σε μια απ' τις τελευταες κουκτες μια κοπλα καθισμνη σταυροπδι προσπαθοσε να ρψει μια γβα. Η βελνα μγκωνε στο σκληρ δρμα και δεν βγαινε. Την πιανε με τα δντια και την τραβοσε. «Εναι Λιθουαν» επε η Βικτωρα. «θελε να μενει μαζ μας γιατ δεν υπρχουν λλες Λιθουανς. Εναι καλ κοπλα, τη λνε... Στσου να δεις πως τη λνε». Η Βικτωρα της φναξε να πει τ' νομ της και κενη απντησε κοιτζοντς μας: «Γιανντα Ρμκουτι, Λιθουαν».
Το βραδκι στολιστκαμε, μπκαμε στο αυτοκνητο με την ελληνικ σημαα και πραμε το δρμο για το χωρι Μαουτχουζεν. ταν η πρτη φορ που κατβαινα στο χωρι και καθς ξανβλεπα το δρμο φοβθηκα. Ο Ιωνς, ο Θανσης, ο Πτρος, ο Αντνης τραγουδοσαν «τα μτια τα δικ σου τα μτια...». Εχα περσει απ' τον διο δρμο ταν μας φρνανε στο στρατπεδο. Σε κενη την «παραλαβ» οι λληνες μασταν σαρντα τρεις. Μεναμε τσσερις. νας πριν πεθνει μου εχε στελει να σημεωμα πνω σ' να κομμτι σπρο παν. Τον λεγαν Τλη, ταν απ' τη Θεσσαλονκη.
Τη στιγμ που μπαναμε στο χωρι ναψαν τα φτα. Η πλατεα ταν γεμτη απ δικος μας. Και τα καφενεα κι οι μπιραρες. Οι πιο πολλο φοροσαν ακμη τα ριγωτ ροχα. Σεργιανοσαν με γυνακες του στρατπεδου, φλερτρανε, μιλοσαν επιδεικτικ. Μια μικρ ορχστρα σ' να καφενεο παιζε το «πτερλε, ντου λμπες, πτερλε...». Οι Σπανιλοι εχαν διπλαρσει τα κορτσια του χωριο. Στην προβλτα της πλατεας Γερμανο πρσφυγες απ' τ' ανατολικ, γροι, γρις και γυναικπαιδα φωνζανε και κλαγανε για να μπουν στο σλπι και να περσουν στην απναντι χθη του Δοναβη.
«Πμε πρτα για κρασ» επε ο Πτρος και κορνροντας για να κνει μπογιο πρασε την πλατεα και φρενρησε μπροστ σ' να Γκαστχουζ. Εχε μπλικους θαμνες μσα. Ντπιους, απ' το στρατπεδο και μια παρα Ρσους στρατιτες. Πλησισαμε στον πγκο κι ο Αντνης επε γερμανικ στο μαγαζτορα:
Μνο δυο μπουκλια.
Δεν χω πια καννα μπουκλι, απντησε κοφτ ο Γερμανς.
χεις, ψιθρισε γερμανικ ο Αντνης και συνχισε στα ελληνικ: Και πρσεχε πως μου μιλς.
Μπορες και μνος σου να δεις τι δεν χω τποτα! απντησε πλι ο μαγαζτορας.
Ο Αντνης νευρασε και επε στα ελληνικ εν ταυτχρονα το το μετφραζε με παντομμα:
«Εγ δε θλω να δω! Να πιω θλω».
Ο μαγαζτορας κλαψορισε: «Κι εγ θλω να κερδζω πουλντας κρασ αλλ που εναι το κρασ;» Ο Ιωνς θμωσε και χτπησε τη γροθι του πνω στο πγκο:
χεις και θα μας δσεις. Φερστεν;
Ο Γερμανς τα χρειστηκε και συνχισε να κλαψουρζει:
Αν εχα δε θα σας δινα; Τρελς εμαι να μη σας δσω; Αφο εσες κνετε ,τι θλετε τρα πια. Το μτι του Πτρου πρε πως οι Ρσοι πνανε κρασ κι ο μαγαζτορας βιστηκε να μας πληροφορσει πως «οι σντροφοι» το φρανε μαζ τους.
Αλλ για κακ του τχη νας «σντροφος» κτι κατλαβε, σηκθηκε, ρθε στον πγκο, νοιξε το πορτλο και χθηκε στο εσωτερικ. Ο μαγαζτορας κοταξε. Ακοστηκε γκλiν‐γκλαν απ μποτλιες κι ο Ρσος ρθε με πντε μπουκλια στην αγκαλι. φησε τα τρα μπροστ μας και κρτησε τα δο.
«Σπασμπα» επε ο Αντνης.
Νιτ σπασμπα, απντησε ο Ρσος.
Πντε δολρια, σφριξε ο μαγαζτορας.
Νιτ ντλλαρ, ντιτσε μαρκ, ξανπε ο Ρσος.
Δεκαπντε μρκα ξανασφριξε ο μαγαζτορας.
Ο Ιωνς βγαλε μρκα και πλρωσε το Ρσο. Αυτς συμπλρωσε και το δικ του χρος και τα 'δωσε λα μαζ στο Γερμαν.
Ντνκε σεν, επε δαγκωτ.
Ντιτ ντνκε σεν, κουλτορα, απντησε αυστηρ ο Ρσος στρατιτης, και πηγανοντας προς το τραπζι του μουρμοριζε «χολιρα φασστα...»
Με τα μπουκλια περ πολλο πγαμε στην πλατεα για να βρομε τραπεζκι στο παιθρο. Ανταμσαμε τη Χνα, τη Βικτωρα, τη Σντρα κι λλες δυο Ελληνδες, που δεν τις ξερα. Τις καλσαμε. «Αν δεν εναι μνο απ ευγνεια» επε η Χνα, «μνο που πρπει να πομε και στη Λιθουαν, γιατ ρθαμε παρα στο χωρι.
Η Λιθουαν εχε πει να δει το σλπι. Προθυμοποιθηκα να πω να την καλσω κι αυτν. Φοροσε να στρατιωτικ πανταλνι με κκκινη ργα στο πλι, αντρικ πουκμισο και σακκι. Μου επε πως ξερε και γερμανικ και λγα ιταλικ. Δχτηκε την πρσκληση, αλλ θελε να δει το σλπι δυο λεφτ ακμη.
Κοταξα για τους λλους. Εχαν καθσει στο καφενεο με την ορχστρα.
Σας λνε Γιανννα, τσι δεν εναι;
Γιανννα, Γιανννα Ρμκουτι. Εσς πς σας λνε;
Της το επα και το βρκε δσκολο αλλ επε πως θα το συνηθσει. Πρα θρρος και τη ρτησα αν θλει να πμε με το σλπι αντκρυ και να ξαναγυρσουμε.
Δεν εναι δσκολο; Τσος κσμος περιμνει για θση...
Πγα στον υπεθυνο. ταν ντυμνος σαν χωροφλακας. Του 'δειξα την ταυττητ μου ως μλος της Επιτροπς. Εγ κι η δεσποινς, του επα, θλουμε να μπομε στο σλπι.
Βρντηξε τα τακονια του:
Αμσως!
σπρωξε τα γυναικπαιδα και τους γρους να παραμερσουν και φναξε το σλεπιτζ να μας βλει σε καλ θση γιατ εμαι της «Επιτροπς». Μας χαιρτησε στρατιωτικ και ξαναβρντηξε τα τακονια του.
Το σλπι ταν κιλας γεμτο πρσφυγες, μπγους, καρτσια. Η Γιανννα κοταξε τα μωρ. Μια γυνακα μς επε πως εναι βδομδες που περπατνε. ρχονται με τα πδια απ' τη Σιλεσα.
Δε συγκινθηκα καθλου.
Η Λιθουαν εχε πσει σε συλλογισμος. Ακουμπισμνη στο παραπτο κοταζε το ποτμι.
Στην αντκρυ χθη διφοροι μαυραγορτες και σωματμποροι περιμνανε τους πρσφυγες. Τους λγανε πως αν χουν χρυσαφικ γι' ανταλλαγ, δνουν ψωμ, παστ χοιριν, γλα του κουτιο, αλερι, μαργαρνη... Στα κορτσια κνανε πρταση να μενουνε εδ, να τις βλουν σε πρτης τξεως δουλει με πρτης γραμμς πληρωμ. Θυμθηκα τη γερμανικ κατοχ στην Ελλδα. Τρα βλεπα τη Γερμανα στο διο χλι.
Ωστσο το κφι μου εχε χαλσει. Μετνιωσα που φησα την ωραα μου παρα γι' αυτν την Λιθουαν. Μπορε να ταν νστιμη αλλ δε μιλοσε καθλου. λο εγ πρεπε να βρσκω κτι να λω. Στο γυρισμ σηκθηκε ελαφρ αερκι, κανε ψχρα. βγαλα το σακκι μου και της επα να το φορσει. Αρνθηκε γιατ, πως επε, μουν κι εγ πολ αδνατος. Με ρτησε πσα κιλ εμαι.
Πω καλ, απντησα, σντομα θα 'μαι πενντα.
στερα της επα να πει μια φρση στα λιθουανικ. Δεν εχα ακοσει ποτ οτε μια λξη απ' αυτ τη γλσσα. Σκφτηκε λγο και συλλβισε...
«σταβε μλιου λμπα, σντιενα νκτις α τικ πας μνιε».
Τι θα πει;
Εναι μια παροιμα, απντησε. Δεν μπορ να τη μεταφρσω... Εγ ακοω λη τη μρα τα κορτσια που μιλον ελληνικ... Μ' αρσουν... Πες μου κι εσ κτι.
Ξαφνικ στμωσα, δεν βρισκα τποτα καλτερο και επα... «σπρη πτρα ξξασπρη κι απ' τον λιο ξεξασπρτερη...».
Δσκολη γλσσα, μουρμορισε, σα να τρχει νερ.
Την πρα και καθσαμε στο απγκιο που κνανε μια στοβα πιπλα. Ανοξαμε τα φλλα μιας ντουλπας και καθσαμε μσα. Τη ρτησα αν κατεβανει συχν στο χωρι.
Σμερα, επε, εναι η τρτη φορ. Αλλ' αυτ εναι η πρτη που ξαναμπανω στο σλπι. Δεν εχα το θρρος να μπω.
Σκφτηκα λγο τα λγια της και τη ξαναρτησα «γιατ δεν εχε το θρρος, τι τρχει με το σλπι;»
ταν μας φρνανε στο Μαουτχουζεν, απντησε, μας πρασαν με σλπι. Γι' αυτ κατβαινα στο χωρι. θελα να ξαναμπ και να ξαναπερσω. Αλλ δεν εχα παρα και φοβμουνα.
Θυμθηκα πως κι εμνα μ' εχε πισει φβος ταν το απγεμα ξαναπρασα το μρος που οδηγοσε στο στρατπεδο.
Σπασε λγο κι στερα επε:
θελα να ξαναμπ στο σλπι, τσι ελεθερη, καταλαβανετε;
Καταλαβανω. Τι γινε ττε με τους Ες‐Ες πνω στο σλπι, γινε τποτα;
Η Γιανννα επε: «Μλις το σλπι φησε την χθη ο Ες‐Ες που ταν επικεφαλς ρχισε να μας λει πως μσα στο στρατπεδο πρπει να 'χουμε αλληλεγγη μεταξ μας, αλλις δε γλιτνουμε. Εκε μσα, λεγε, οτε ο Θες θα μας δει ποτ οτε κανες λλος. Βοθεια και λεος δεν μπανει. λες οι τρπες με τον υπλοιπο κσμο εναι φραγμνες. ,τι κνετε σεις οι διες. Το μνο που μπορετε να περιμνετε εναι να βοηθ η μια την λλη... Θα σας δεξω αμσως τι θλω να πω... "Ποια απ σας ξρει να κολυμπ;" Μερικς γυνακες σηκσανε τα χρια τους... Ωραα, επε ο Ες‐Ες. λα εδ εσ, η ψηλ"... ταν μια Γιουγκοσλβα μχρι τριντα χρονν... στερα φναξε σε μιαν λλη απ' αυτς που δεν ξεραν κολμπι... "λα δω κι εσ, για σνα φροντζω. Βλτε το δεξ σας χρι πλι‐πλι". Πρε να σρμα κι δεσε τα χρια τους γερ. Τις φερε εδ κρη‐κρη και επε: "Δεξτε μου τρα αν εστε γυνακες σκλες. η μια θα σσει την λλη, θα πνιγετε κι οι δυο".
»Τις σπρωξε και τις ριξε στο νερ. σπου να πνιγονε παλεανε με το νερ πνω απ μισ ρα. Στην αρχ το σλπι σταμτησε για να τις βλπουμε. στερα τις ακολοθησε γιατ το ρεμα τις παρσερνε. μα βουλιξανε, ο Ες‐Ες επε στο σλεπιτζ να κνει κι αυτς μια αναφορ πως οι δυο γυνακες πγανε να το σκσουν κολυμπντας».
Η Γιανννα σπασε πλι για λγο κι στερα ρτησε απ πιο δρμο με φρανε μενα.
Απ' το σταθμ, επα. Μας φρανε με το σιδηρδρομο.
Θλεις να πμε και στο σταθμ;
Δεν ξερα αν θλω κι κανα πως το σκφτομαι. Με το κοκαλιρικο χρι της σφιξε το δικ μου. Το πρσωπ της, που ταν μικροκαμωμνο, γμιζε απ δυο μεγλα γαλαν μτια.
Μη φοβστε, επε, θα πμε μαζ. Εσες ρθατε παρα στο σλπι, εγ θα 'ρθω παρα στο σταθμ. Αυτ που νιωθε η Λιθουαν το 'χα νισει κι εγ. θελα κι εγ να περσω «τσι ελεθερος» απ παντο. Παντο που με εχανε πει χωρς τη δικ μου θληση, παντο που την κθε μου κνηση την παρακολουθοσε νας βορδουλας, να ραβδ, μια κλοτσι, να αυτματο. ταν σμπως η ελευθερα μας να 'ταν σκρπια σ' λα εκενα τα μρη. πρεπε να πμε να τη μαζψουμε.
Δχτηκα να πμε παρα στο σταθμ και χρηκε. Κολακετηκε που της δθηκε η ευκαιρα να προστατψει κποιον. Μου 'σφιγγε το χρι σ' λο το γυρισμ.
Η πλατεα του χωριο ταν ακμα πιο γεμτη απ πριν, πιο φωτισμνη, πιο χαρομενη. Χορεανε κιλας. Το «Λμπεθ γουκ» σκιζε. Τα ξυλοππουτσα βροντοκοποσαν στις πλκες. Οι ριγωτς φορεσις του κτεργου εχαν «παραφρονσει». Ο Πτρος κι ο Θανσης σαν καλλφωνοι που ταν ξρανε και τα λγια:

«Συνταγ στους χορευτς
πρτα λγο περπατς

και ξαφνικ
φωνζεις δυνατ
ωωω!»

Θα προτιμοσα να μναμε κι εμες να χορψουμε, αλλ η Λιθουαν δισχιζε βιαστικ την πλατεα κι εγ δεν τλμησα να της πω «πμε λλη φορ στο σταθμ. Χορεετε;». Φοβθηκα μη δε με πρει για σοβαρ.
Μπορε επειδ ταν νχτα... Μπορε επειδ εχα πολλς φορς ξαναθυμηθε και σκεφτε εκενο το σταθμ... Μπορε επειδ τσι γνεται μα περσει καιρς... τρα που ξανβλεπα το σταθμ δεν μοιαζε... Πγα και στθηκα στις γραμμς. Η Λιθουαν με κοταζε απ' την πλατφρμα...

Μια πολιτεα με θανατηφρα σνορα...

...Ταξιδεουμε απ' τα χαρματα μσα σε φορτηγ βαγνια. Εναι θεοσκτεινα. Οι πιο πολλο χουμε κιλας περσει σαρντα μρες στην απομνωση και τσσερις μνες σ' να μικρ στρατπεδο κοντ στο Ζμερινγκ. ταν κι νας Εβραος εκε. Οι Ες‐Ες σχηματζανε ναν ανοιχτ κκλο γρω του και φωνζανε: «Μπλα». Ο Εβραος ρχιζε να τρχει απ' τον να στον λλο κι αυτο τον κλοτσοσαν στα πδια, στην κοιλι, στα πλευρ, στο κεφλι. Το ποδσφαιρο σταματοσε ταν η «μπλα» μενε ασλευτη πνω στη λσπη απ χμα και αμα.

ταν βαρθηκαν να παζουν κθε μρα το διο παιχνδι, τον πνξανε σ' να ρμα που κυλοσαν μσα οι οχετο.
Το τρανο που μας πει σταματ σε πολλος σταθμος. Τ' λλα βαγνια εναι κανονικ. Απ' το διο τρανο ταξιδιτες κατεβανουν. λλοι ανεβανουν. Σωπανουν και κολλμε τ' αυτι στα τοιχματα. Ακομε ττοιες κουβντες:
Μια γυνακα: Να πεις στην λγκα να μη στεναχωριται για την ομπρλα... νας ντρας: Πρα τα ρστα μου απ' το μπαρ; Α, ναι, εδ εναι!...
λλος ντρας: χετε λλα πργματα;
λλος ντρας: Αυτ εναι λα, ευχαριστ.
λλος ντρας: Εγ κρι μου! Τ' νομ μου εναι Γκντερτ... Καλ σας ταξδι... λλη γυνακα: Χλμουτ, μη με γελσεις...
ντρας: Κουταμρες, την Κυριακ θα 'μαι πσω.
Ακομε τα παραγγλματα και τη σφυρχτρα του κθε σταθμρχη, αλλ οτε που εμαστε καταλαβανουνε, οτε που πμε. Σταματμε πλι.
Ξεκλειδνουν τις συρτς πρτες και τις ανογουν. Εναι μρα ακμα. Ο λιος πφτει καταπρσωπο και μας στραβνει. μως καλτερα τσι. Ο σταθμς εναι μικρς, επαρχιακς, με δντρα, μπλοκαρισμνος απ Ες‐Ες. Ο αξιωματικς τους παρακαλε τους ταξιδιτες που κατεβανουν να περσουν γργορα. Παρακαλε κι αυτος που εναι να μπουν στο τρανο να περιμνουν λγο.
Η παραλαβ μας απ' τους Ες‐Ες του Μαουτχουζεν γνεται ονομαστικ. Ταυτχρονα μπανουμε στη γραμμ πντε‐πντε. Οι ταξιδιτες που εναι στην πλατφρμα και στα βαγνια δε μας πολυπροσχουν. Οτε οι σιδηροδρομικο. νας μλιστα ελεγκτς χει καθσει στη σκλα, ανογει το «τρμος» και πνει καφ. Αυτ μας φανονται σαν «καλ σημδια». Η ελπδα πινει να ριζνει. Τη βοηθ κι ο απογευματινς λιος κι να τερστιο γελαστ πρσωπο σε μια διαφμιση μπρας που μας κλενει πονηρ το μτι. Ο διπλανς μου ψιθυρζει «φανεται πως θα δουλψουμε στο χωρι». λλος λει «το πολ‐πολ στα χωρφια». Κι στερα λλος «οι Γλλοι αιχμλωτοι που δουλεουνε στα χωρφια περννε καλ. Πολλο το σκνε».
Παρνουμε το δρμο του χωριο. Δεξι κι αριστερ σπτια. Λοξοκοιτομε στα παρθυρα και βλπουμε τα πιπλα που εναι μσα. «Καλ σημδια».
νας ντρας ανεβασμνος σε μια καρκλα βφει τα παραθυρφυλλα. Μια γυνακα ακουμπ στο παρθυρο. Μαθτριες περννε με ποδλατα. Σταματον. Τις ακομε που κτι λνε στα πεταχτ με τους Ες‐Ες. Κτι «για το ργο που 'χει απψε ο κινηματογρφος». Εμες δεν μπορομε να μιλσουμε μεταξ μας, μως συνεννοομαστε κι τσι... «Καλ σημδια, καλ σημδια».
Ο δρμος περν ανμεσα σε μαγαζι. Γυνακες κι ντρες κνουν τα ψνια τους. Οι πιο πολλο χαιρετιονται με τους Ες‐Ες. Απ να κουρεο βγανει κποιος με τη σαπουνδα στα μοτρα και λει στον Ες‐Ες αξιωματικ που υπγραφε την παραλαβ μας: «Να μην ξεχσεις ρα εννα απψε, σπτι, μαζ με την ννυ. Σμφωνοι;»
«Θα 'ναι παντρεμνος, σκεφτμαστε λοι. ννυ θα 'ναι η γυνακα του. Μπορε να 'χει και παιδι. Καλ σημδια».
Φτνουμε σε μια πλατεα. Αριστερ κυλ θολς ο Δοναβης. Σ' να στλο εναι να παν απ λαμαρνα: να κεφλι με κρνος φρζει το στμα με το δχτυλο κι απ κτω γρφει: «Μθε να σιωπς χωρς να σπας».
Μλις περνμε την πλατεα ο αξιωματικς φωνζει «αλτ». να κουβρι μαλλ κυλει ανμεσα στα πδια της πεντδας που εναι μπροστ μου. Ο Ες‐Ες σηκνει το πδι του και κοπαν πολλς φορς με το τακονι της μπτας τα δχτυλα αυτν που πτησαν το κουβρι. Το σηκνει και τυλγοντς το πλησιζει στην πρτα ενς φορνου και το δνει σε μια γυνακα που στκει εκε.
«Εμπρς... μαρς». Τα σπτια σιγ‐σιγ αραινουν, μπανουμε σ' να πλατ χωματδρομο ανμεσα στα χτματα. Ο λιος χει κατβει, κνει ψχρα. Κπου‐κπου βδια μουκανζουν. Αρχζει η ερημι. Δε βλπουμε πια σπτια. Οτε ακομε μουκανσματα. Σ' λλο στλο, λλο παν απ λαμαρνα:
«Μην προχωρτε πρα απ' αυτ το σημεο. Οι παραβται συλλαμβνονται. Εις περπτωσιν αποπερας διαφυγς, εκτελονται επ τπου».
Λγο πιο πρα νας εσταυρωμνος απ' αυτος που φυλνε τα σταυροδρμια στη Γερμανα. Δπλα, μια δεκαρι μπιτνια για γλα.
«Αλτ!..». Δεξι κι αριστερ φυλκια. Στη μση μπρα για τα τροχοφρα. Πνω η επιγραφ: Ες‐Ες. Στρατπεδο Συγκεντρσεως Μαουτχουζεν.
Απ' τα πλευρ κθε φυλακου φρχτης απ πυκν σειρ συρματοπλγματα, ψηλς ως τρα μτρα, φεγει και χνεται μσα στο δσος και στη νχτα που χει πια ρθει.

Δεν χουμε πια ψευδαισθσεις. Στο βθος βλπουμε το «Μαουτχουζεν» καθισμνο σαν κστρο στην κορφ του λφου. Μια μακρι σειρ ηλεκτρικο γλμποι δεχνουν το δρμο. σο πλησιζουμε, οι λεπτομρειες φανερνονται. Ψηλ πτρινο τεχος. Συρματπλεγμα στη ρχη με ηλεκτρικος μονωτρες. Ψηλο πτρινοι πργοι με πολυβλα. Το σμα «νεκροκεφαλ» στην κορφ της στγης. Μια καμινδα που βγζει φωτι. Τιναχτ φωτι τσι πως στα διυλιστρια πετρελαου.
Ο αρας μυρζει καμνο κρας... Προσχουμε πως το χαλκι του δρμου εναι ανμιχτο με αποκαδια. Ανμεσ τους βλπουμε κομμτια κκαλα. Κανες δε μιλ... Ποιος τολμ να πει: «χεις ακοσει πως απ' τους ανθρπους βγζουν σαπονι κι λλα χημικ προντα;»
χουμε φτσει στον περιφερειακ δρμο. Δεξι μας παργκες με βερντες και πρασις. Ες‐Ες στρατιτες κθονται στα πεζολια.
Αριστερ να γπεδο ποδοσφαρου χαραγμνο με σπρες γραμμς. Δπλα μια σειρ παργκες φραγμνες με συρματπλεγμα. Πλι ηλεκτρικο μονωτρες. Επιγραφ: Νοσοκομεον.
Ανηφορζουμε προς την κεντρικ πλη. Ο δρμος εδ εναι γεμτος πινακδες:
Ταχυδρομεον, Λσχη Αξιωματικν, Εστιατριον, Οδοντιατρεον, Ιατρεον, Διεθυνσις Υποχρεωτικς Εργασας, Πολιτικ Διεθυνσις, Κομμαντατορ.
Η πλη ανογει. Εναι δφυλλη. Ως τρα μτρα το κθε φλλο. Απ πσω δυο πργοι με πολυβλα. Στο κεφλι της πλης μια ειδοποηση:

«Εσες που μπανετε αφστε ξω κθε ελπδα».

Εμαστε μσα. Η πλη κλενει. Η πλατεα εναι δεια, κατφωτη και πεντακθαρη. Μια σειρ παργκες αριστερ. Δεξι πετρχτιστα χτρια.
Ο διοικητς εναι εδ μαζ με λλους αξιωματικος. Ακομε πως λεπει νας πεθαμνος... πρεπε να 'ναι 166 και εναι 165. Ο διοικητς φεγει φωνζοντας πως «απαιτε να βρεθε ο λλος». Οι αξιωματικο τραβον προς τη μερι που εναι ανμεσα στο πρτο χτριο και στη μσα μερι του ψηλο τοχου. Οι 165 πεθαμνοι εναι αραδιασμνοι στο τσιμντο, λλοι μπρομυτα, λλοι ανσκελα. Ξαναρχζουν το μτρημα.
Μας λνε να γδυθομε και να κνουμε τα ροχα μας μπογαλκι. Παραδνουμε ,τι χουμε σε κατδικους που κθονται σε μια σειρ τραπζια. Χρια τα ροχα, χρια τα ρολγια, τα δαχτυλδια, τα λεφτ. Ο Ες‐Ες αποθηκριος πινει κπου‐κπου καννα ρολι καννα χρυσαφικ και το κοιτζει με προσοχ. Μλις δει κτι και του αρσει, αρχζει να χτυπ αφηνιασμνος αυτν που του ανκει και να φωνζει: «Χρυσ ρολι, βρωμσκυλο, ε; Γουρονι, υπνθρωπε, θα σου δεξω εγ εσνα!...».
ποιος παραδνει, κατεβανει στα υπγεια λουτρ. Κοιτζουμε τα ντους που εναι στο χαμηλ ταβνι και περιμνουμε. λλοι κατδικοι με ξυρφια και ψαλδια ρχονται και κθονται σε σκαμνι. Καθνας χει πλι του ναν τενεκ σαπουνδα. Γονατζουμε μπρος τους. Μας κουρεουν και μας ξυρζουν τα μαλλι, τα γνια, τις μασχλες, τα σκλια. ταν τελεισει το ξρισμα, μας μοιρζουν απ να κομμτι σαπονι και μας στλνουν κτω απ' τα ντους. Παρακολουθομε τι θα κνουν οι μπαρμπρηδες και οι λλοι. Θα φγουν; Θα μας αφσουν μσα μονχους; Δε φεγουν.
φθονο ζεστ νερ μας περιχνει. στερα, βρεγμνοι και τουρτουρζοντας βγανουμε στην πλατεα. Μας δνουν μακρι σβρακα, πουκμισα, πανταλνια, σακκια, σκοφο. λα ριγωτ με σπρη και μπλε γραμμ. Μας δνουν και ξυλοππουτσα.
νας πανψηλος κατδικος μχρι εξντα χρον, φαλακρς, με γυαλι, περν απ κοντ και μας κοιτζει. πως λοι οι παλιο του Μαουτχουζεν, τσι κι αυτς φορ ροχα πολιτικ σημαδεμνα μπρος‐πσω με κκκινη λαδομπογι. Ρχνει το τσιγρο που καπνζει τσι που να μπορε κποιος απ μας να το πρει με τρπο, και ρωτ αυτος που μας δνουν ροχα «απ που μας φρανε...».
Μας πηγανουν στις παργκες της καραντνας. Ρωτμε: «Τι ταν εκενοι οι 165 νεκρο;» Μας απαντον: «Οι νεκρο της ημρας».
Εναι κι λλοι πολλο εδ: Ρσοι, Γλλοι, Τσχοι. Μαθανουμε πως θα μενουμε στο Μαουτχουζεν δυο‐τρεις βδομδες. στερα θα μας στελουν ξω. λλους σε εργοστσια, λλους σε κινητ συνεργεα που επισκευζουν βομβαρδισμνες γφυρες και σιδηροδρομικς γραμμς, λλους στα λατομεα. Πιο τυχερο εναι σοι μνουν εδ, στο κεντρικ στρατπεδο. Μαθανουμε ακμα πς λειτουργε να στρατπεδο συγκεντρσεως και τι ακριβς εναι. Πνω‐πνω εναι ο διοικητς, ο Ες‐Ες σταντρτεν φρερ Ζρας, μπιστος νθρωπος του Χμμλερ. στερα ρχεται ο υποδιοικητς ο στουρμ φρερ χουπτ Μπαχμγερ και μετ ο μπερστορμ φρερ Σουλτς, προστμενος στην Πολιτικ Διεθυνση. Πιο φοβερς μως απ' λους εναι ο υπεθυνος της υποχρεωτικς εργασας μπερσαρφ Φρερ Μπεμ. Σ' λα τα γραφεα και τα πστα, τ' αφεντικ εναι ββαια οι Ες‐Ες αξιωματικο, υπαξιωματικο, στρατιτες. χουν μως για βοηθος και για επισττες παλιος κατδικους. Πολλο απ' αυτος εναι ποινικο κατδικοι, κοινο κακοργοι, που τους φραν απ διφορες φυλακς για να 'ναι δικο τους νθρωποι. Αυτο χουν πρσινο τργωνο στο στθος «κι απ' αυτος να φυλγεστε». λλοι μως εναι πολιτικο κατδικοι και τους χουν στα γραφεα επειδ εναι καθηγητς, επιστμονες, μορφωμνοι νθρωποι. λοι οι πολιτικο κρατομενοι χουν κκκινο τργωνο, οι Εβραοι χουν κτρινο στρο, οι ατσγγανοι και οι χωρς υπηκοτητα μαρο τργωνο. Οι ομοφυλφιλοι βυσσιν. Σε κθε παργκα υπρχει νας μνιμος υπεθυνος που τον λνε «ο αρχαιτερος», νας γραμματας και δυο θαλαμρχες, νας για κθε θλαμο. Οι κατδικοι του κεντρικο στρατοπδου δουλεουν στο λατομεο, φορτνουν μμο του Δοναβη σε βαγνια και αυτοκνητα, χτζουν αποθκες κι εργοστσια, δουλεουν στα χωρφια. Υπρχουν κι να πλθος λλες δουλεις. Καθαριστς, μαραγκο, σιδερδες, μπογιατζδες, νοσοκμοι, μγειροι, κουβαλητς των πεθαμνων. «Αλλ ,τι και να γνει, που και να σας στελουν, σ' ποια δουλει και να σας βλουν, εκενο που πρπει να προσχετε εναι να μην αρρωστσετε. Η αρρστια που θερζει εδ εναι η δυσεντερα. Φυλαχτετε γιατ μλις καταλβουν πως εσαι ρρωστος σε στλνουν στο νοσοκομεο. Εκε δε γλιτνεις. Μλις σας πισει ευκοιλιτητα να κνετε κρβουνο το ψωμ σας και να το τρτε. Εναι η μνη ελπδα».
Στις οχτ και μισ, κθε κνηση σταματ. λοι στα κρεβτια και τα φτα σβνουν. Το πρω στις ξι εμαστε λοι ρθιοι. Τα κρεβτια στρωμνα. Παρνουμε μισ λτρα καφ ερζτς και βγανουμε ξω. Απαγορεεται να μνεις στο θλαμο. Στις εφτ μαζευμαστε στην πλατεα για το προσκλητριο. Κθε παργκα χωρει πεντακσους και μπανουμε σε δκα σειρς των πενντα. Η πλατεα γεμζει απ χιλιδες κρατομενους, που στκουν ασλευτοι κι αμλητοι. Γνεται η καταμτρηση και τα συνεργεα αρχζουν να φεγουν για ξω.
σοι δε δουλεουν, πως εμες, πρπει να περπατον πνω‐κτω στο δρμο μπροστ στην παργκα τους.
Το μεσημρι λλο προσκλητριο χωρς τα συνεργεα που δουλεουν μακρι.
στερα γυρζουμε στις παργκες για το συσστιο. Μια λτρα σοπα απ χορταρικ. Οι καραβνες εναι λιγοστς, τα κουτλια σπνιο εδος. Εκοσι νθρωποι παρνουν φα στην δια διαρκς καραβνα, γιατ το πλσιμο απαγορεεται πριν τελεισει η διανομ. Η σοπα εναι καμωμνη απ κτι σπρα γογγλια μεγλα σαν πεπνια. λλοι ξερννε με την πρτη κουταλι, λλοι στο τλος κι λλοι οτε δοκιμζουν. Εναι αρχ ακμα.
Στις ξι, βραδιν προσκλητριο. λη η πλατεα γεμτη πλι πως το πρω. Ακολουθε το βραδιν συσστιο. Διακσα πενντα γραμμρια ψωμ μαρο σαν το χμα και εκοσι γραμμρια μαργαρνη. Μλις γνει η διανομ πλακνουν απ' τις λλες παργκες διφοροι εμπορευμενοι και μαυραγορτες που παρνουν το ψωμ και δνουν δυο τσιγρα, τη μαργαρνη και δνουν μισ τσιγρο...
Στο μεταξ μρα και νχτα η φλγα βγανει απ' την καμινδα του φορνου χωρς σταματημ κι ο αρας που αναπνουμε μυρζει κρας που καγεται, ανθρπινο κρας.
Δετερη βδομδα στην παργκα της καραντνας. Εναι απομεσμερο και ψιλοβρχει. Ο πανψηλος φαλακρς κρατομενος με τα γυαλι, που εχα πρωτοδε ξω απ' τα λουτρ, περν το δρμο μπρος πσω. στερα στκει ανμεσ μας και ρωτ: «Ποιος εναι ο νεαρς απ' την Αθνα;»
Κοιτζω ανσυχα τους λλους. «Τι με θλουν;» στερα προσχω τα σματα που χει στο στθος του σακακιο. Κκκινο τργωνο. Στη μση να D. Ο αριθμς του εναι εννι χιλιδες τσο. Δηλαδ πολιτικς κρατομενος, Γερμανς, με δυο‐τρα τουλχιστο χρνια στο στρατπεδο. Δεν χω τι λλο να κνω και λω: «Εγ εμαι...»
Ο Γερμανς κνει να βμα προς το μρος μου, με κοιτ για λγο σιωπηλς ανμεσα απ' τα γυαλι, το χελι του τρμει κι αρχζει να λει: «Ρετσνα, φντα, Φληρο, ντλασσα, να βαρ γλυκ»... Σωπανει λγο και ξαναρχζει... «Καλημρα, καλησπρα, ευχαριστ, πολ, σμερα, αριο, κοκκινλι, καρω πολ, μαρντες».
Ξεσπ σ' να κοφτ γριο γλιο. Σωπανει πλι, βγζει να μεγλο σκορο μαντλι, σκουπζει τη βροχ στη φαλκρα του, στα μγουλα και λει στα γερμανικ μια μια λξη: «μεινα τρα ωραα χρνια στην Αθνα. Κθε νχτα πηγαναμε στο Φληρο. μουν γενικς αντιπρσωπος μιας γερμανικς βιομηχανας ηλεκτροεργαλεων. χω πολλος λληνες φλους. Καλος φλους».
Σημεινει τα στοιχεα μου σ' να χαρτ. «Νομαρ ντρα, εφτ, εφτ, ντρα, ντσσερα». Μου χνει στην τσπη να πακτο τσιγρα και μου σφγγει το χρι. «Τ' νομ μου εναι Σνιντερ, Βλχελμ Γιχαν Σνιντερ... ουφ‐βντερζεν». Και φεγει...
Δυο μρες μετ ο γραμματας της παργκας με ρτησε τι εναι εκενο το «επγγελμα σχεδιαστς» που χω δηλσει... Του επα πως χω σπουδσει σε μια τεχνικ σχολ και εμαι διπλωματοχος. ταν Τσχος και κτι επε στα τσχικα που μντεψα πως σμαινε «κι επειδ εσαι διπλωματοχος κτι τρχει στα γφτικα».
Με ξαναρτησε αν ξρω να γρφω τους λατινικος χαρακτρες κι αν εμαι καλλιγρφος. Επα ναι. Με πρε για βοηθ του και μ' βαλε να καθαρογρφω τις ατομικς καρτλες.
«Θα γρφεις σο πιο αργ μπορες χωρς να φανεται τι το κνεις επτηδες. Μ' αυτ το κλπο θα σε κρατσω εδ σπου να τελεισουν οι αποστολς στα εργοστσια και στ' λλα επικνδυνα μρη. στερα βλπουμε. Επσης κοταξε να μθεις γερμανικ το γρηγορτερο. μα νας Ες‐Ες σου μιλει γερμανικ και συ απαντς «ιχ φερστεν νιχτς» οτε ψλλος στον κρφο σου. Τα γαλλικ σου εναι καλ για μας, αλλ χι γι' αυτος! Κομπρ; Και κτι λλο: Λξη για λα αυτ σε καννα. Χθηκες κι εσ κι εμες...»
Τρα η Γιανννα κι εγ περπατοσαμε στο δρμο για το Μαουτχουζεν «τσι ελεθεροι». Αλλ ταν πολς ο δρμος κι ανφορος, κι η Γιανννα κουρστηκε. ταν και το στρατιωτικ πανταλνι που φοροσε χοντρ και σκληρ κι που ακουμποσε της τρωγε το πετσ. Κθε τσο και λιγκι μου ζητοσε συγγνμη και τραβοσε τον καβλο για να πει πιο κτω. σκισα το μαντλι μου στα δυο και της δεσα τα γνατα. Το λγο πετσ πνω στις κλειδσεις εχε ερεθιστε και την τσουζε. Καθς ανβαζε τα μπατζκια πνω απ' τα γνατα, λεγε πως απ' τις 5 του Μη εχε κιλας πρει τσσερα κιλ. Στο μεταξ εχαμε καταργσει τον πληθυντικ. Δεν λεγα «δεσποινς» οτε λεγε «κριε».
Καθσαμε σε μιαν κρη του δρμου περιμνοντας καννα περαστικ αυτοκνητο. Για να μην κρυνει ακομπησε με την πλτη στο στθος μου κι εγ νοιξα το σακκι μου και την τλιξα μσα. Μας χωροσε νετα και τους δυο. Πρασα και τα χρια μου γρω της.
Μλις βολετηκε, κοιμθηκε. Ροχλιζε κιλας λιγκι. Το κουρεμνο της κεφλι μριζε αμερικνικο σαπονι.
Απ' την κτω μερι του δρμου προβολες απ αυτοκνητο πσανε δυο‐τρεις φορς πνω στα δντρα.
Ξπνα της επα, ρχεται αυτοκνητο.
Κοιμταν για καλ. Το αυτοκνητο πλησαζε ολοταχς. Την γειρα με προσοχ στα χρτα και πγα να κνω σινιλο για στοπ. Ττε το αμα μου πγωσε... Αυτο που ταν στο αυτοκνητο τραγουδοσαν να γερμανικ τραγοδι. «Ξανρχονται» επα πνιχτ... Οι Αμερικνοι μας εχαν πει να φυλαγμαστε γιατ ακμα υπρχαν «φωλις των Ες‐Ες, ακαθριστες». Οι προβολες εχαν πσει κιλας πνω μου. Στο μεταξ η Γιανναν κουσε μες στον πνο της το «κακ» τραγοδι και την εχε πισει υστερα. Στργκλιζε και στριφογριζε κουτουλντας πνω στα δντρα, μην ξροντας ποιο δρμο να πρει... τρεξα τη βοτηξα και της χωσα τα μοτρα στο σακκι μου, για να μην ακουστον οι φωνς της. Το αυτοκνητο σταμτησε, το τραγοδι παψε... Απ' την καρτσα του αυτοκιντου πδηξαν τρεις στρατιτες με τ' αυτματα και κποιος επε αμερικνικα: «Εναι κανες εκε;...» Επιτλους πραμε ανσα. «Ναι, επα, εστε Αμερικνοι, τσι δεν εναι;»Θλετε βοθεια; ξαναρτησε ο Αμερικνος και μας φτισε μ' να μεγλο φανρι. Προχωρσαμε στ' αυτοκνητο κι ανεβκαμε στην καρτσα που ταν φσκα στρατιτες. Τη Γιανννα τη νμισαν και κενη για ντρα κι ταν της κνανε θση να καθσει στον πγκο, της επανε: «Κθισε δω, νεαρ».
Χαθκατε; ρτησε κενος με το φανρι.
Φοβηθκαμε, απντησα.
Κι θελα να συνεχσω και να του πω: «Μα εναι αστεα αυτ;» αλλ το αυτοκνητο ξεκνησε, οι στρατιτες ξανρχισαν το διο γερμανικ τραγοδι:

Φρχτεν, φρχτεν
σβινερι κρχτεν,
κροχτεν χοντερι
αλ κλο, κλο

κλο, κλο, κλο...

Κλοτσοσαν το πτωμα της καρτσας, γορλωναν τα μτια τους αγριεανε τη φων τους. Παζανε τους γερμαναρδες και διασκεδζανε του καλο καιρο. Η Γιανννα ξεθρρεψε, ρχισε να γελ και σε λγο να τραγουδ μαζ τους. Το διο κι εγ: «Φρχτεν, φρχτεν, σβινερι...»
Αφσαμε τη Γιανννα στις παργκες των γυναικν. Οι στρατιτες αυτ τη φορ της επαν: «Γκουντ νιτ γιανγκ λαντη».
Βρκα καρφιτσωμνο στο μαξιλρι μου να σημεωμα απ' τον Σνιντερ. «,τι ρα και να γυρσεις, λα στις φυλακς να με δεις. Θα πιομε ουσκι εκε που λλοτε πθαιναν για δυο σταγνες νερ».
Η επιτροπ κι οι Αμερικνοι εχαν αναθσει στον Σνιντερ τη διεθυνση των φυλακν. δειξα στους στρατιτες την ταυττητ μου και επα πως με ζητει «ο ντκτορ Σνιντερ».
Πρτη φορ μπαινα δω μσα. Κοταζα τη σειρ τις κλειδωμνες πρτες. Τι ησυχα! Απστευτο πως πσω απ καθεμι μποροσε να 'ναι φυλακισμνος νας Ες‐Ες, πως ο Μπεμ, ο Μλλερ, ο Φσελ. Απστευτο τι μποροσε τρα να τους χωρει να κελ... Και τι τρομαχτικ ησυχα!
Ο Σνιντερ καθταν στο γραφεο της φυλακς μπροστ σ' να σωρ απ φωτογραφες, γγραφα, ντοκουμντα κθε λογς.
Κθισε... χεις πιει ποτ απ' αυτ;... Ναι, αλλ θα το 'χεις ακουστ, εναι ουσκι. Τι βλκες που εναι οι Γερμανο! Πστεψαν ναν παρφρονα που φναζε «δε θλουμε βοτυρο, θλουμε καννια». Οι γγλοι κι οι Αμερικνοι δε θα πιστεανε ποτ εκενον που θα τους λεγε «δε θλουμε ουσκι θλουμε καννια». Να γιατ οι Γερμανο χνουν πντα τον πλεμο. Κθε φορ παουν να πιστεουν στο βοτυρο και πιστεουν στα καννια... Αν δε σ' αρσει το ουσκι, μη στεναχωρισαι. λα τα καλ πργματα εναι δσκολα στην αρχ... Εναι σπου να τα καταλβεις... Ο ταγματρχης Πτρικ μου ζτησε να αναλβω τη διεθυνση των φυλακν και να βοηθσω τους Αμερικνους της στρατιωτικς δικαιοσνης στη σνταξη των καταθσεων. μουν τοιμος να φγω μεθαριο. Αλλ με χαρ μου θα μενω γι' αυτ τη δουλει. Θα γυρσω πιο συχος σπτι μου μα θα ξρω πως δεν πρκειται να γλιτσει κανες απ' αυτος... δωσα τ' νομ σου για να κνεις κατθεση... Θα καταθσει κι ο Καζιμρ Κλεμντες κι ο Μτυς κι ο Μπαλνα κι ο Μλος Στρνσκυ... Εδ εναι τα βιβλα που εχατε κρψει... Οι Αμερικανο λνε πως θα 'πρεπε να πρετε παρσημο... Κουβλησα κι να κρεβτι εδ, για να μη χνω την ρα μου στην παργκα... χω πρα πολ δουλει να κμω... ννοια σου και θα σου τους περιποιηθ μια χαρ εγ λους αυτος τους νιτσεκος και ροζενμπεργκικος δολοφνους... Δεν πρκειται να φγω απ' το Μαουτχουζεν πριν βεβαιωθ τι οι φκελο τους εναι αρκετ δκαιοι για μια δικαστικ απφαση «εκατοντκις εις θνατον δι' αγχνης».
Τι κνουν τρα; ρτησα τον Σνιντερ. Τι λνε;
Δε λνε τποτα. Σκφτονται! Χα, χα! Μλιστα στα ξαφνικ ρχισαν να σκφτονται! Ξαφνικ ανακλυψαν το μυαλ τους! μως, μη γελιμαστε! Αν γινταν να τους ξαναφρεις στα πστα τους, θα ξανακνανε τα δια και χειρτερα! μως αυτο θα δικαστον. Θα κρεμαστονε. Εντξει! λους τους λλους ποιος θα τους δικσει; Τα εκατομμρια, τα πολλ εκατομμρια πολτες που τα ξρανε λα και τα ανχτηκαν λα... Ποιος θα τους δικσει; Νομζεις τι λες αυτς οι δολοφονες γνονταν μνο στα κρυφ στο ουσβιτς, στο Νταχου, στο Γκοζεν, στο Μαουτχουζεν; Βλκα... Αυτ λα ρχισαν στο Μναχο και στο Βερολνο απ' το 1933!... Με γιορτς και τραγοδια! Θα σπσω το κεφλι ποιου θα 'χει τη γουρουνι να μου πει πως δεν εχε ιδα. Μπορες να φανταστες τι αυτο οι αγαθο δθεν αγρτες, σε ακτνα τουλχιστον πενντα χιλιμετρα γρω απ' το Μαουτχουζεν, δεν ξρανε τι γνεται εδ μσα;... Εναι δυνατν εννι ολκληρα χρνια που υπρχει εδ το στρατπεδο να μην εδανε τποτα, να μην ακοσανε τποτα, να μην καταλβανε τποτα; Μπως δε βλπανε τα συνεργεα απ' τους σκελετος που δουλεανε κτω στο χωρι, στα χτματα, στις σιδηροδρομικς γραμμς;... λοι τα ξρανε... Ολκληρη η Γερμανα απ' κρου εις κρον και θα σου το αποδεξω αμσως... χω εδ την απδειξη τοιμη, για να την χω πρχειρη στην τσπη μου και να τσακζω στο ξλο ποιον δθεν ανδεο Γερμαν πολτη χει αντρρηση. Κοταξε καλ αυτ το χρτη της Γερμανας πριν την πρει ο διβολος! Βλπεις λους αυτος τους κκλους; χω μαρκρει τα στρατπεδα συγκεντρσεως! Ο κθε κκλος καλπτει κταση ακτνας πενντα χιλιομτρων. Τι αποδεικνεται; Πως η μισ Γερμανα εναι μσα στους κκλους. ρα, οι μισο Γερμανο ξραν οπωσδποτε για τα στρατπεδα συγκεντρσεως και τα στρατπεδα εξοντσεως!... στερα απ' αυτ, αγαπητ μου, μου εναι δσκολο να πιστψω πως ο μισς γερμανικς λας ξερε κι ο λλος μισς δεν εχε ιδα. λλωστε τις διες θηριωδες που καναν τα Ες‐Ες στα στρατπεδα, τις κανε με την δια ευκολα η Βρμαχτ στα κατεχμενα εδφη. λοι τα ξρανε!... λα τα ξρανε. Μην πιστεετε καννα!... Μην τους πιστψετε ποτ!... Αν προσπαθσουν να σας ξεγελσουν, θα πει πως δε θλουν να διορθωθον.
Ο Σνιντερ ταν τρα γριος, χτυποσε τη γροθι του πνω στο τραπζι. στερα πεσε στην καρκλα του κι χωσε το πρσωπο μσα στα χρια.
Πιες λγο ουσκι...
Πγαινε κοιμσου, πγαινε κοιμσου! Αριο θα 'μαι καλ, λα αριο!...
Γρισα στην παργκα μου. Κθισα στο κρεβτι μου και κοταζα ξω το φρχτη με τα συρματοπλγματα. λλοτε ταν ηλεκτροφρα. Τρα ταν καλ φωτισμνα για να μην πλησισει κανες απρσεχτος και γρατσουνιστε. νιωθα βρος και κακοκεφι. Ο τρμος που πραμε με τη Γιανννα στο δρμο εξαιτας εκενου του τραγουδιο... στερα οι φυλακς κι σα επε ο Σνιντερ, σβοριζαν στο μυαλ μου...
πεσα να κοιμηθ κι ρχισα, πως κθε νχτα, να στριφογυρζω πλι βασανιστικ στο στρμα και να μην μπορ να διξω εκενη την τυραννικ σκψη... «Σκψου να ξυπνσεις απ σφυρχτρες για πρωιν προσκλητριο... Σκψου να δεις πλι τους Ες‐Ες να περννε αργ μπρος απ' τις γραμμς και να μετρνε... Σκψου να 'ναι νειρο πως ρθαν οι Αμερικνοι... Πρτη φορ εναι που βλπεις ττοιο νειρο; Κρτα το σο μπορες αυτ το ωραο νειρο, βρε βλκα... Γιατ πιζεις τον εαυτ σου να κοιμηθε συχα; Σκω πνω, ντσου, πγαινε βλτα».

   (τλος αποσπσματος -εναι οι πρτες σελδες και τα 5 πρτα κεφλαια του βιβλου)


 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers