Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ποίηση 

Τότε Που Κοίταζα Τα Σύννεφα Από ...Κάτω (40-45 ...Πεζός)

 

                Ωραία Πύλη

Ζωή, ένα μικρό ποτάμι που πηγάζει κι εκβάλλει στην ίδια πηγή
Νερό, χωρίς έμβια, χωρίς καράβια, χωρίς γλάρους
Θολό κυλά σιωπηλά

Ευδαιμονία επιπλέουσα, τύποι ωραίοι, σειρήνες-νεογνά καλούν
Αισθήματα, πολυτελείς κυρίες που ώζουν κάτω από τη γούνα
'Ανθη πλαστικά νάυλον

Γύρω μου ψυχές ανάλαφρες, κενές
Κιτρινισμένα σώματα άηχα με παγωμένο αίμα
'Αδεια βλέμματα

Καμιά φωνή δε περνά απο τσίγκινες καρδιές
Δε περνά καν το στεγνό μου λαρύγγι  
Πόνος, συσσίτιο αδιανέμητο

Ζωή, κακό όνειρο
Αγωνιώδης εικόνα κυνηγημένου από εφιάλτη
Ψυχή διαταραγμένη με απουσία

Φάτνη δεν βρίσκεται πιά εύκολα από μάγους
Όνειρα χαμένα, αξίες ερμαφρόδιτες, αμφιβολία
Κόσμος ιδανικός

Καλοπέραση επίπλαστη στο νησί της Καλυψούς
Αγάπη, κήπος πατημένος βάρβαρα από ξυπόλητους
'Αμυαλος όστις κοιτάζει πίσω

Πορεία ταχιά στο επόμενο νησί, με μπουκέτα ανθών τσακισμένων
'Αμυαλος όστις μιλά γι' αυτά
Συμφέρον, η επόμενη όμορφη πύλη                                                       
                                                         Δεκέμβρης 2001
 
    Ο Πολεμιστής Του Φωτός

Σύννεφα που περάσανε μ' αγγίξανε στα χείλη.

Ποτό γυναίκας, κόκκινο, μεθυστικό σταφύλι.

Ποιά μοίρα τάχα κρύβεται στου κόσμου τα αλώνια;

Θείος αυτός που όνομα καλό θα φέρνει αιώνια.

Φορτώθηκα της μάχης μου το σκουριασμένο δόρυ,

στα μονοπάτια τ' ουρανού εσένα ψάχνω κόρη.

Φωτιά που δεν με άγγιξες, καημός που δε πονάει.

Του Κάστρου πόρτες ανοιχτές: ο Αφέντης σας περνάει!

Όλα τα είδα μα τα μάτια μου είναι τυφλά.

Όλα τα γνώρισα και τίποτε δεν ξέρω.

Την Ιστορία που σ' αιώνια κομμάτια με χαλά

τρόπαιο Νίκης μες στον κόσμο μου θα φέρω!

Πύργος που δεν γκρεμίστηκε, αυτή 'ναι η καρδιά μου!

Αϊτός που δε λαβώθηκε, πετάει στα όνειρά μου!

Οδύσσεια που τέλειωσε και μία άλλη αρχίζει,

στα μάτια του πολεμιστή το παρελθόν γυρίζει!

Εσύ που με προϋπαντείς με όμορφα τραγούδια,

το ματωμένο μου σπαθί στόλισε με λουλούδια.

Για σας, ω σκλάβοι, η κόλαση ανοίγει αγκαλιά της!

Εσείς ανήκετε εκεί! Εσείς είστε παιδιά της!
                      
                                           Δεκέμβρης 2001
                         Ποίημα

Με τη κακιά τη Μάγισσα επάλεψα, στη Νύχτα
Πέντε φορές τη ξάπλωσα αλλά χαμένος βγήκα
Τα τρομερά τα βότανα, τα ξόρκια και τις μπόλιες
Να πολεμώ δε βάσταξα κι έπεσα σκοτωμένος

Το αίμα μου εξέρανε το πράσινο χορτάρι
Τα όρνια κατασπάραξαν τις κουρασμένες σάρκες
Τα κόκαλα μου μείνανε να δείχνουνε τη στράτα
Και ξωτικά μαλώσανε να κλέψουν τη ψυχή μου

Μονάχ' η Μνήμη μου 'μεινε -γαλάζια πεταλούδα-
Οπού πετά στα τρίστρατα, σε όμορφα λιβάδια
Με το μικρό κορμάκι της καρπίζει τα λουλούδια
Και σ' ένα κόρφο μυριστό πάει να ξαποστάσει

Με των φτερών το παίξιμο δροσίζει μια καρδούλα
Με των ποδιών το πιάσιμο φιλεί γλυκά τη σάρκα
Με τη μικρούλα της ματιά τυλίγει τη θωριά του
Με τη ψιλή φωνούλα της  'στορεί το θάνατό μου
                                                                          Δεκέμβρης 2001
                     Παγίδα

Αναζητώντας το δαυλό
Που θα δρόσιζε τη μαύρη ψυχή της μέρας
Ανατάραξε τη τρεμουλιαστή γαλήνη της λίμνης
Έδιωξε όλα τα ωδικά από τους κάκτους

Γονάτισε στα πίσω χέρια και τέλεσε δέηση μαζί και θυσία στα έντομα
κι επικαλούμενος αταραξία
Ετράπη σ' άτακτη ονείρωξη

Οι πλήγες στο κορμί ιάθηκαν
Σε κόκκινα χωμάτινα κάπαλα
Η μνήμη αυτοκτόνησε πέφτοντας
Από σχεδόν δυο μέτρα
Σ' αναμένα δάχτυλα μ' ένα ιερό γέλιο

Ξυπνησε κάθιδρος νιώθοντας πως είχε ξεσπάσει
Πόλεμος ιερός πλέον
Κίτρινα μαργαριτί άπνοα λεμφοκύταρα
Τα υπεύθυνα για τη λαχτάρα
Μήνυσαν κήρυξη γελώντας πνιχτά

Ξετύλιξε τη πένα 
Τη γέμισε τρομαγμένος
                                                 Δεκέμβρης 2001
Προ-Θέσεις

Ουσία
Περι-ουσία η
Παρ-ουσία
Συν-ουσία η
Εξ-ουσία
Αν-ούσια η
Απ-ουσία

Γνωστό πόσο πτωχές οι λέξεις
Ανα-κατεύονται, εμ-πλουτίζονται και
Πάλι λίγες είναι

Γνωστό πόσον αισθήματα κι
Ανα-μνήσεις κλαίνε -γελάνε-
Ψυθιρίζουν, κραυγάζουν

Τα χημικά
Έπονται και
Δι-έπονται
Δρέπονται κι
Εν-δρέπονται

Μα πάντα, πάντα, πάντα
Αγνές και μη
Μετράνε
Καθ-ορίζουν και δι-έπουν οι
Προ-θέσεις
                                            Μάρτης 2002

                   Προ-Ορισμός

Αναχαράζω λέξεις, που έδρεψα απ' ώρα
Εγκάθειρκτος στης Ποίησης, τη πλουμιστήν αιώρα

Και τις περνώ μ' εμβρίθειαν εις τον χλωμόν τον πάπυρον
Οπού δε κιτρινίζεται αλλά κρατεί επ' άπειρον

Προορισμός ειν' οι καρδιές, σα δρόμοι με λιθάρια
Οι κεφαλές και τα μυαλά που κύπτουν σα κριθάρια

Να τις ακούν, να διώχνουνε αμέσως τα τελώνια
Οπού κρεμάνε τις ψυχές, ζεμένες μες στ' αλώνια

Εγώ να καμαρώνουμαι, πως τάχα κάτι κάνω
Να μου 'βλογούν το μνήμα μου, σα τύχει και πεθάνω
                                                                             Αύγουστος 2002
          Μωβ-Ολ

Απόβραδο στο κέντρο της πόλης...
Ένα στενάκι ακόμα 
'Αδεια μάτια -υπνόβάτες
"Ω φίλα άστρα και πότνια νύξ..."
Πότνια, ω πότνια νύξ.
Το χέρι του Van Gogh
Καλλιτέχνη, δεξί χέρι
Τα κοράκια στο μούγχρωμα λίγο πριν το στενό
Θάρρος ή αλήθεια
Θάρρος για να πω την αλήθεια
Ποιός είναι ο φονιάς
Δε τον είδα, ήταν τα κοράκια...
Μπορώ να περιπουγράψω
Δεν είδα γιατί νύχτωνε...
Φίλα άστρα, φίλα μου τ' άστρα -αν τα δεις-
Φίλα ω φίλα άστρα
"...ξυνερώσα μοι, παράπεμψον..."
Βράχηκε το χαρτί
Μα το μελάνι έγινε σα πινελιά Van Gogh
Εκεί λίγο πιο πάνω απ΄τα κοράκια
"... Κύπρις, έκδοτον άγει..."
Ο Dali μιλά κι από το στόμα του βγαίνουν μυρμήγκια
Στρεβλά πλην αλάνθαστα ρολόγια
Τικ-Τακ
Βράδυ στην άκρη του κόσμου...
                                                                Οκτώβρης 2002

       Εξάρχεια 2003

Μικρά, πουλάνε χαρτομάντηλα
Νεαρές, κάνουν εντύπωση
Νεαροί, ζητούν τσιγάρα ή λίγα ψιλά
Μαύροι, πουλάνε CDs
Μαγαζάτορες, τρίβουν τα χέρια τους
Πολύ ή λίγο διάσημοι, μαζεύουν τις απαραίτητες ώρες "πτήσης" για να συμπληρώσουν το ...ένσημο image
Αγωνιστές-αναρχικοί, αποκαμωμένοι πια απ' τους αγώνες, παίρνουν και δίνουν ουσίες κι ύστερα ξεκουράζονται, βρωμώντας ιδρωτίλα
Γριούλες, πουλάνε βότανα ή σεμεδάκια
Σκεπτικιστές-μικροφιλόσοφοι, αγοραπωλούν βιβλία ή τα ανταλλάζουν, συνομιλώντας δυνατά, για ν' ακούει ο διπλανός, το μεγαλείο τους, καθώς εκθέτουν λύσεις, ιδέες, προτάσεις, πίνωντας μπύρα, που ο αφρός της, ξασπρίζει τις άκριες του μουστακιού ή του σοφιστικέ γενείου τους
Όλοι φαίνονται και δείχνουν πως κάτι έχουν να κάνουν σ' αυτή τη μικρή κα(λ) (κ)όπαθη πλατεία
Εγώ, αναρωτιέμαι: Τι διάλο θέλω εδώ;
                                                             Οκτώβρης 2003
                    Σεντόνια

Κάθε φορά που ξαπλωθώ, με παίρνει απ' το χέρι
η μυρωδιά σου όμορφο, γλυκό μου περισ-ταίρι

Πλένω τα και ξεπλένω τα, καλά-καλά και πλέρια
μα κάθε βράδυ με πετάς πολυ ψηλά στ' αστέρια

Να τα πετάξω δε μπορώ, δε λεν' και να πλυθούνε
και κάθε νύχτα το μυαλό, σε 'σε το οδηγούνε

Είναι καιρός που μίσεψες σε τόπους μακρινούς μου
Μα δε ξεκόλλησ' από 'σε, σε σένα τρέχει ο νους μου

Στο ξύπνιο μου σ' αναζητώ, στον ύπνο μαρτυράω
Και να γευτώ το μέλι σου ξανά, το λαχταράω

Είν' ο καιρός μου δύσβατος, μα 'σε δίνω ευκή μου
Να 'σαι καλά κι ολόχαρο, πεντάγλυκο πουλί μου
                                                                           Δεκέμβρης 2003

Ένα Κορίτσι, Το Πιάνο Του, Το Γλυπτό & Ένας Οδοιπόρος

Κρύφτηκ' ο ήλιος στο βουνό
κι εχάθη η σκιά της.
Λαξεύτηκ' ο αχάτης,
σ' ένα κορμί γυμνό.

Ήχοι του πιάνου μακρινοί
κι αλήτικες οι νότες.
Εμάζευά τες, τότες
-καλή ώρα, βραδυνή.

Η μνήμη μ' έδωκε πνοή,
σα τώρα, που βαδίζω.
Κόσμους πια δε γνωρίζω.
Μόνος ξυπνώ, πρωί.
                                            Γενάρης 2004

 Ρακο-Συλλέκτης

Στους πρόποδες της Λογικής
η κορυφή του Κόσμου.
Ξαρμάτωτος θα διεκδικείς
το άρωμα τ' Αόσμου.

Με όνειρα το στόλισες
και μ' άνθη τη λαβή του,
μα ο Θεός που όρισες
το έκαμε σπαθί του.

Ασέλωτ' άτι καβαλάς,
αδάμαστο ακόμα
κι ενώ καλπάζεις και γελάς
ευρίσκεσαι στο χώμα.

Που να 'βρεις βράχο να σταθείς;
Να ποντιστείς, ποτάμι;
Οι λέξεις που 'χες για να πεις
επήγανε χαράμι.

Μονάχος περιπατητής
στου Λόγου τα σοκάκια,
γυρεύεις -μάτην- να "ντυθείς",
ποιητικά σακάκια!
          
                                          Γενάρης 2004

ΧΑΪ-ΚΟΥ Ι

Θέλω να γράψω
ένα χάι-κου έξοχο
μα δε ξέρω πως.

Μορφή που σβήνει
στου δειλινού τη θλίψη
κι αφήνει κενό.

Κρατώ στο χέρι
άνθη ανεπίδοτα.
Ήταν για κείνη!

Σκέψεις δαιμόνια,
με τριγυρίζουν πάλι,
νυχτός πεσούσης.

Εφιδρωμένα
τα κλινοσκεπάσματα,
μεσίστια πείνα!

Δε βρίσκω λόγια.
Έτσι, αναπάντεχα
μόνο δακρύζω.

Με πλημμυρίζει
οδήνη αμφίοχθος.
Ηδονής πένης!

Να γράψω θέλω
ένα έξοχο χάι-κου
μα δε βρίσκω πως.

ΧΑΪ-ΚΟΥ ΙΙ

Γκρίζα ξανοίγουν
τα χαρωπά πρωϊνά,
σ' απόλυτη θλίψη.

Με κέρμα λοιπόν
πληρώνεις τη λαχτάρα,
ενός πρωϊνού;

Ένα φιλί σου
ετοιμοπαράδοτο
πέταξε πέρα.

Έγινε άστρο
το γελαστό σου δάκρυ.
Ψηλάθε φέγγει.

Κλείνεις τα μάτια
καθώς αποκοιμάσαι
πέφτει σκοτάδι.

Σιχάθηκα τες
φόρμες, ρίμες και λέξεις.
Με παγιδεύουν.

Μου 'ναι δύσκολο
να γράψω δίχως λόγια.
Τα πήρες μαζί!

Μελαγχολικά
τα δειλινά αλλάζουν,
σε πηχτό σκότος!
                           
         Φλεβάρης 2004

                Ασύνταχτο

Δεν είμαι ερωτικά μαζί σου μωρό μου!

Μπορεί να μου χαρίσεις τα πάντα
Σπίτια, μέσα, αμάξια, χρήματα
Μα δε θα 'ξερα τι να τα κάνω

Μπορεί να μου εξασφαλίσεις είσοδο
Στις καλύτερες παραστάσεις:
θέατρα, Cinemas, συναυλίες
Μα θα 'πληττα θανάσιμα εκεί μέσα

Μπορεί να μου παράσχεις όλα τα καλά
Φαγιά, εδέσματα, ποτά,
λουλούδια κι ότι άλλο
Μα θα 'μαι σε κενό, για δε μου λείπουν αυτά

Μπορεί να γίνεις
ασπίδα προστασίας γύρω μου
Από κάθε τι που θα μπορούσε να μου τύχει
Μα μ' αρέσει ο κίνδυνος μωρό μου

Μπορεί να στα 'παιρνα όλα
Για να μη πεις πως δε προσπάθησες
Μα πως να στο πω μωρό μου
Δεν είμαι ερωτικά μαζί σου

Και θα πασχίσω να στη φέρω (λες εσύ)
Θα προσπαθήσω να καλυφτώ (λέω εγώ)

Όμως αφού επιμένεις... να τα λέμε που και που...

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Είμαι ερωτικά μαζι σου μωρό μου

Μπορεί να μη μου χαρίσεις τίποτε
Σπίτι, μέσο, αμάξι, κανά ψιλό
Μου προσφέρεις το κορμί σου

Μπορεί να μη πάμε ποτέ σε παράσταση
Θέατρο, cinema, συναυλία
Μα κοιτάζω σένα

Μπορεί να μην έχουμε όλα τα καλά
Φαΐ, γλυκάκι, ποτό, λουλούδι κι ότι άλλο
Μα πίνω νερό και γεύομαι σένα

Μπορεί να μη με προφυλάσσει η αγάπη σου
Από κανένα κακό σ' αυτό το κόσμο
Μα μ' αρέσει ο κίνδυνος μωρό μου

Μπορεί να είμαι ερωτικά μαζί σου
Κι αλήθεια να με μαγεύει όλο τούτο
Μα πως να στο πω μωρό μου
Δε καλύπτεις τις ανάγκες μου

Και θα πασχίσω να στη φέρω (λες εσύ)
Θα προσπαθήσω να καλυφτώ (λέω εγώ)

Όμως αφού επιμένεις... να τα λέμε που και που...
                                                                            Αύγουστος 2004

                   Οβολόν...

Πάντα, παντού στη ζωή,
ζητούσανε τον οβολόν μου
είτε τον είχα, είτε όχι
για ένα πιάτο φαΐ,
για ένα ποτήρι νερό
-ναι, ακόμα και για ένα ποτήρι νερό-
για ένα φιλί, μιαν αγκαλιά, ένα λουλούδι,
για ένα χαμόγελο, ένα κόκκινο στρωμένο χαλί
-φαΐ, νερό και χαλί, το κατανοώ,
 μα νερό, χαμόγελο, αγκαλιά
;-

Πάντα ζητούσανε τον οβολόν μου
είτε τον είχα, είτε όχι
Αν τον είχα, πέρα περνούσα και στη χαρά
και στη λαχτάρα και στη πεποίθησή μου
αν όχι, κανείς δεν έδινε με πίστωση
-κι αυτό με τη πίστωση, το κατανοώ επίσης-

Με πληγώνει τώρα η σκέψη πως κάποιοι ήρθανε
δήθεν με πίστωση να δώσουνε,
μα ξέρανε καλά
πως εκείνη τη στιγμή κι είχα κι ήθελα να δώσω
και πεινούσα
μα κάνανε πως δε ξέρανε
αντίθετα,
όταν δεν είχα πράγματι
κι ας πεινούσα κι ας ήθελα
δε με πλησιάζανε καν.

Πάντα ζητούσανε τον οβολόν μου
είτε τον είχα, είτε όχι
-κι ας πούμε πως έτσι ειν' εντάξει,
 το κατανοώ
-
μα πέθανα από πείνα και δίψα
με στρεβλά τεντωμένην, αδειανή παλάμη
έδινα πολλάκις λάθος,
χωρίς να παίρνω
και πολλάκις δεν έδινα υποψιασμένος
-ίσως άδικα-
σωστό, λάθος, ποιός ξέρει;
Ποτέ δε θα μάθω

Πάντα ζητούσανε τον οβολόν μου
είτε τον είχα, είτε όχι
-κι ας πούμε πως έτσι είναι το σωστό.
 Τάχα ποιος νοιάζεται;-
μα πέθανα από λαχτάρα
και οργή και θλίψη
μ' ανοιχτό από έκπληξη
τ' αδειανό στόμα,
γιατί προς το τέλος,
δεν είχα τίποτε στη τσέπη
-ξόδι-

Πάντα ζητούσανε τον όβολον μου
είχα, δεν είχα
κάθε τι ήθελε οβολόν
και πέθανα
-κι είναι εντάξει-
κι ο ψυχοπομπός να με περάσει πέρα
μου γύρεψε κι αυτός τον οβολόν μου
-αυτό δε μπόρεσα να το καταλάβω-
                                                        Αύγουστος 2004

 Περι...Γραφής Συνέχεια...

μια κομμένη γιορτή
μια λαμπρή γιορτή
στα χείλια σου
ένας πυρακτωμένος συναγερμός
το φως του ήλιου
στα μαλλιά σου
ένα λαγήνι γεμάτο υποσχέσεις
στις ανακλάσεις του μισόφωτου
τα μάτια σου

μια εικασία μια προσδοκία
μιαν απορία
εκεί στη βαθιά ρυτίδα
ανάμεσα στα φρύδια σου
μια πύλη σε ομηρική ραψωδία
μια γλυκειά πύλη
στη κοιλιά σου

αδυνατώ
                                              Νοέμβρης 2004

        Ολιγωρία

Μονάχη έννοια μου το ξυλάκι
που μάζεψε τα μαλλιά σου...
Οδηγώ, αγόμενος, έγκλειστος
διαγουμίζω το πρόθυμο, ολάνοιχτο φρούτο...

Μονάχη έννοια μου το ξυλάκι
στις ερημιές των κόσμων...
Θόρυβος, κρότοι, έκρηξη
ακούω μονάχα το βογγητό
τον μόχθο, το καψάλισμα που τσιτσιρίζει...

Μονάχη έννοια μου το ξυλάκι
στην άκρη του κρεβατιού...
Κινούμαι παλλόμενος, ακίνητος
αλληλοσυγκρουόμενα σωματίδια,
σπινθιρίζουνε, στάλες λυωμένο κερί...

Μονάχη έννοια μου το ξυλάκι
στην άκρη τούτου του κόσμου...
Παρόν... Παρών!
Ράβε. Στάξε. Πέτρα.
-Δε ξέρω πως σταματά τούτο το πράμα-...
Τυλίξου... Κρατήσου...

Μόνη έννοια μου το ξυλάκι,
που 'δεσε τα μαλλιά σου...
Τίποτ' άλλο!
                                                   Δεκέμβρης 2004


                                                                                              

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers