-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.

 
 

 

Belli Gioconta:


             Gioconda Belli

                                     
Βιογραφικ

     Η Γιοκντα Μπλλι (Gioconda Belli) γεννθηκε στις 9 Δεκμβρη 1948 στη Μανγουα της Νικαργουα κι εναι βραβευμνη συγγραφας, πεζογρφος και ποιτρια. χει βραβευτε πολλκις κι χει δσει διαλξεις σε διφορα Πανεπιστμια. Μοιρζει πλον τη ζω της στη Νικαργουα και στο Λος ντζελες, εναι παντρεμμνη κι χει 4 παιδι. Τα βιβλα της χουνε μεταφραστε σε πολλς γλσσες κι χουν εκδοθε σε πολλς χρες.
     Μεγλωσε σε μια πλοσια οικογνεια, ο πατρας της εναι ο Humberto Belli Zapata κι ο αδελφς της εναι ο Humberto Belli. Παρακολοθησε οικοτροφεο στην Ισπανα, αποφοτησε απ τη Βασιλικ Σχολ Santa Isabel στη Μαδρτη και σποδασε διαφμιση και δημοσιογραφα στη Φιλαδλφεια. Παντρετηκε κι απκτησε τη 1η της κρη στα 19, ταν επστρεψε στη Νικαργουα. Ξεκνησε τη καρριρα της στη Pepsi-Cola ως σνδεσμος με το διαφημιστικ γραφεο της εταιρεας, Publisa, το οποο στη συνχεια τη προσλαβε σαν μμισθο στλεχος. Μσω ενς απ τους συναδλφους της στο διαφημιστικ γραφεο, η Belli γνρισε τον Camilo Ortega, ο οποος τη παρουσασε στους Sandinistas και της ζτησε να συμμετσχει στην ομδα.



     Το 1970, εντχθηκε στον αγνα ενντια στη δικτατορα Somoza, κι ορκστηκε στο κνημα απ τη Leana Ortega, σζυγο του Camilo Ortega. Η δουλει της για το κνημα την οδγησε στην εξορα στο Μεξικ το 1975. Επιστρφοντας το 1979 λγο πριν απ τη νκη των Sandinistas, γινε διεθνς σνδεσμος Τπου του FSLN το 1982 και διευθντρια του State Communications το 1984. Στη διρκεια αυτς της περιδου γνρισε τον Charles Castaldi, Αμερικαν δημοσιογρφο του NPR και τονε παντρετηκε με 2ο γμο το 1987. Ζει τσο στη Μανγουα σο και στο Λος ντζελες απ το 1990. κτοτε φυγε απ το FSLN κι γινε σημαντικς επικριτς της κυβρνησης Ορτγκα.



     Το 1970, η Belli δημοσευσε τα 1α της ποιματα στο λογοτεχνικ αφιρωμα της εφημερδας της Νικαργουα La Prensa. Το 1972, κρδισε το βραβεο Premio de Poesía Mariano Fiallos Gil απ το Universidad Nacional Autónoma de Nicaragua. Το 1988, το βιβλο της La Mujer Habitada (Η Υποταγμνη Γυνακα), να ημι-αυτοβιογραφικ μυθιστρημα που θεσε για 1η φορ ζητματα φλου στις επαναστατικς αφηγσεις της Νικαργουα, της δωσε μεγαλτερη προσοχ. αυτ το βιβλο χει δημοσιευτε σε πολλς γλσσες κι τανε στη λστα ανγνωσης σε 4 πανεπιστμια στις ΗΠΑ. Το μυθιστρημα ακολουθε δο παρλληλες ιστορες: την αυτχθονη αντσταση στην Ισπανικ και σγχρονη εξγερση στη Κεντρικ Αμερικ με διφορα κοιν σημεα: χειραφτηση γυναικν, πθος και δσμευση για απελευθρωση. Το 2000, δημοσευσε τη αυτοβιογραφα της, δνοντας μφαση στη συμμετοχ της στο επαναστατικ κνημα, με ττλο, El país bajo mi piel, που δημοσιετηκε με τον αμερικανικ ττλο, The Country Under My Skin στις ΗΠΑ. Με αυτ ταν φιναλστ για το βραβεο βιβλων των Los Angeles Times το 2003.



     Η Belli συνεχζει να εκδδει κι υποστηρζει πως η ποηση εναι το πιο σημαντικ ργο της κι ταν αποδκτης του Premio Casa de las Américas το 1978. Το 2008 λαβε το Premio Biblioteca Breve για το βιβλο της El infinito en la palma de la mano (Το πειρο Στη Παλμη Του Χεριο), μια αλληγορα για τον Αδμ και την Εα στον παρδεισο. Το 2010 εξδωσε το βιβλο της με ττλο Crónicas de la Izquierda Erótica, αλλ πρεπε να αλλξει σε El País de las Mujeres, αφο ο προηγομενος ττλος ταν πολ παρμοιος με αυτν του βιβλου της Ana María Rodas του 1973: Poemas de la Izquierda Erótica. Το βιβλο αφηγεται την ιστορα ενς κσμου που διπεται απ γυνακες. Στο μυθιστρημα απεικονζει μια ομδα γυναικν που αναλαμβνουν την εξουσα μσω ενς Πολιτικο Κμματος που ονομζεται "Partido de la Izquierda Erótica". Αυτ εναι το διο νομα με να κνημα που δημιουργθηκε απ γυνακες στη 10ετα του '80, στο οποο ανκε η Belli, η οποα εχε ονομαστε ως φρος τιμς στο ργο της Rodas.



     Αντιτχθηκε στη δικτατορα του Anastasio Somoza Debayle. Απ το 1970, ταν ρχισε να γρφει τα ποιματ της κι πως πολλο διανοομενοι της γενις της, εντχθηκε στις τξεις του Εθνικο Απελευθερωτικο Μετπου Sandinistas (FSLN), εκενη την εποχ μια παρνομη και διωκμενη οργνωση, σκοπς της οποας ταν η ανατροπ του καθεσττος Somoza. τανε κρυφ αγγελιαφρος, μετφερε πλα, ταξδεψε σ' λη την Ευρπη και τη Λατινικ Αμερικ μαζεοντας πρους και διαδδοντας παντο τις δρσεις για τον αγνα των Sandinistas. γινε μλος της Πολιτικς-Διπλωματικς Επιτροπς FSLN. Το 2018, η Belli πρε θση ενντια στη κυβρνηση του Daniel Ortega, η οποα προκυψε απ τις εκλογς του 2016 κι γινε ενεργ μλος του Κινματος Ανανωσης Sandinistas.



     Ας δσω το λγο σε μια γυνακα τρα, που αγαπ τη Ποιτρια κι χει μεταφρσει τα ποιματ της στα ελληνικ:
     
     Απ τις αντερες σφαρες και τα δυσθερητα ψη του ερωτικο βιματος ς το οδυνηρ αγκλωμα της απουσας και το πικρ αμετκλητο το για πντα χαμνου, η ποηση της Μπλλι ανογει τις πλες της στον αναγνστη και του επιτρπει να νισει κατσαρκα τους στχους που διαβζει. Ποηση ζωνταν, γεμτη νταση κι εικνες, θυμζει καρδι που σφζει πνω στο χρι του. Στχοι αισθησιακο, σε καμμα μως περπτωση συναισθηματικο, αποτυπνουνε τη σχση αγπης/ρωτα ανμεσα σε δυο ανθρπους, αφενς δχως υποκριτικ σεμνοτυφα και "καθωσπρεπισμ", αφ' ετρου με αντληψη, σκψη κι εμπειρα κατασταλαγμνες. τσι, ο αναγνστης απολαμβνει μιαν ασθηση βθους κι φιξης στην ουσα των πραγμτων και του αισθματος, κτι που μπορε να χαρακτηριστε ως ιδανικ γεφρωση ανθρπινου και θεου. Η Μπλλι περιγρφει τον ρωτα πως τονε ζομε κι πως θα θλαμε να τονε ζομε, χι ωστσο μσω εξιδανκευσης, αντιθτως, ακριβς μσω μιας "εκλογικευμνης αισιοδοξας" πως θα την ονμαζα. Εναι αυτ το "παρ τατα" που συνιστ ουσα της ζως και νημ της. Εναι η υπερνκηση των εμποδων κι η στση μας μετ την αναγνριση μιας μη ιδανικς κατστασης ως ττοιας, που δνουν αξα στο βωμα και την πρξη μας. Η αγπη που περιγρφει η Μπλλι εναι η αγπη που "δεν θυμται λγια για μπρτσα πλαδαρ", ετε τα λγια χουν ειπωθε ετε χι, εν πντως τα πλαδαρ μπρτσα υπρχουν.

     Πρα απ' το εγ και το εσ, τη γυνακα και τον ντρα, η ποησ της (κι η ερωτικ δεν αποτελε εξαρεση) εναι ποηση γινη, με τη φση κυραρχη. Σ' αυτ συναντ κανες σχεδν πντα τον κεραυν, τη βροχ, τη ευωδι της νοτισμνης γης, μα και πλθος πουλιν (κολβρι, χελιδνια, γλροι) και δντρων, μ' κδηλη ββαια προτμηση στην ερυθρνα. Στη ποητρια Μπλλι βρσκουμε ακμη τη γυνακα που αγαπ τον τπο της, τη Νικαργουα κι ολκληρη τη Λατινικ Αμερικ, αλλ και την αντρτισσα (υπενθυμζω τι υπρξε αγωνστρια κατ τη Νικαραγουαν Επανσταση εναντον του Σομζα), αφο και σ' να ερωτικ ακμη ποημα δεν παραλεπει ν' αναφερθε στα αναχματα. Εκε θα πρπει να τη περιμνει "ο ντρας που θα την αγαπ" κι εκε, μαζ οι δυο τους, θα πρπει ν' αγωνζονται. Πρκειται για μια ποηση γεμτη ζω, καθλου παρξενο για μια ποιτρια με τη πεποθηση πως "για να μπορες να γρφεις, πρπει πρτα να ζεις"!
     λενα Σταγκουρκη


===================


λες οι μεταφρσεις εναι της λενας Σταγκουρκη:

1. Διατρχοντς σε (Recorriéndote)

Θλω τη σρκα σου να δαγκνω,
σρκα αλμυρ και λο ρμη,
ξεκινντας απ´τα μορφα τα μπρτσα σου,
δια με κλαδι ερυθρνας,
να συνεχζω προς το στθος αυτ που τα νειρ μου τ’ ονειρεονται
αυτ το στθος-σπηλι που το πρσωπ μου κρβω
ανασκαλεοντας την τρυφερδα,
αυτ το στθος που τμπανα αντηχε και ζω συνεχ.
Εκε για κμποσο να μνω
μπλκοντας τα χρια μου
στο δασκι αυτ απ θμνους που βλαστανουν,
απαλ και μαρο κτω απ’ το γυμν μου δρμα,
να συνεχζω στερα στον αφαλ
προς το κντρο εκενο απ’ που ξεκινς να γαργαλισαι,
και ολονα να σε δαγκνω, να σε φιλ,
σπου εκε να φτνω,
στο μικρ εκενο μρος
-κρυφ και μυστικ-
που χαρεται στην παρουσα μου
που προχωρ για να μ’ υποδεχτε
και προς εμνα προελανει
με λην του τη δναμη την πυρωμνη, ανδρικ.
στερα στα πδια σου να κατεβανω
στρεα σαν τις πεποιθσεις σου τις αντρτισσες,
τα πδια αυτ που το ανστημ σου ορθνουν
που σε φρνουνε σε μνα
και εμνα συγκρατον,
που τα πλκεις τη νχτα στα δικ μου
τα απαλ και θηλυκ.
Τα πλματ σου να φιλ, ρωτ μου,
που τσο, δχως μου, τους μνει να διαβον
και πλι πσω ν’ ανεβανω, σκαλ το σκαλ,
σπου τα χελη να πιζω στα δικ σου,
σπου λη να γεμζω απ’ το σλιο, την ανσα τη δικ σου,
σπου μσα μου να εισβλλεις
με τη δναμη του ιλγγου
και με το πγαινε να με κατακλζεις και το λα σου
σαν θλασσα ανμερη,
σπου ν’ απομνουμε οι δυο μας ιδρωμνοι τεντωμνοι
στων σεντονιν πνω την μμο.


2. Σαν γτα (Como gata boca arriba)


Σαν γτα, σε θλω, ανσκελη
με κοιλι αναθρσκουσα σε θλω,
νιαουρζοντας μσα απ’ τη ματι σου,
μσα απ τοτον τον ρωτα-κλουβ
τον βαιο
τον γεμτο γρατζουνσματα
σαν σε νχτα με φεγγρι
σαν δυο γατι ερωτευμνα
που τον ρωτ τους ομιλον στις στγες
ζευγαρνοντας με λυγμος και με κραυγς
μ’ αισχρλογα, χαμγελα και δκρυα
(απ εκενα που κνουν το κορμ ν’ αναρριγ απ χαρ)

Σαν γτα, σε θλω, ανσκελη
κι απ’ τη φυγ με υπερασπζω,
τη λιποταξα απ’ τη μχη,
απ αδιξοδα και νχτες δχως να μιλομε,
αυτν τον ρωτα που με ζαλζει,
που γρη με γεμζει,
γονιμτητα
και πισπλατα τη μρα μ’ ακολουθε
προκαλντας μου ργη.

Δεν φεγω, να φγω δεν θλω, να σ’ αφσω,
στα κρυφ σε ψχνω
γουργουρζοντας,
σε ψχνω ξεμυτζοντας πσω απ’ τον καναπ,
πηδντας πνω στο στρμα σου,
λυκνζοντας την ουρ μου στα μτια σου μπροστ,
σε ψχνω με τα τεντματ μου πνω στο χαλ,
φορντας τα γυαλι για να διαβσω
βιβλα οικιακς οικονομας
να μην γυρν αλλοπαρμνη και το σπτι να ξρω να διοικ,
φαγητ να μαγειρεω
και τα δωμτια να συγυρζω
στε δχως σκνη ν’ αγαπιμαστε και δχως αταξα,
ν’ αγαπιμαστε τακτοποιημνα,
τξη βζοντας σε τοτο το χος
επανστασης, δουλεις και ρωτα,
σε κατλληλο χρνο κι ακατλληλο,
τη νχτα, τα χαρματα,
στο μπνιο,
γελντας εμες, διοι γατι εξημερωμνα,
γλεφοντας τις μουσοδες μας σαν γατι υπερλικα, κουρασμνα
απ’ το διβασμα της εφημερδας στα πδια του καναπ.

Σαν γτα, σε θλω, ευγνωμονοσα,
παχει απ’ την προσοχ και τα χδια τα πολλ,
σαν γτα, σε θλω, ισχν
καταδιωκμενη, κλαψιρα,
σαν γτα σε θλω, ρωτ μου,
σαν γτα, Τζιοκντα,
σαν γυνακα,
σε θλω.


3. Σντομες παραδσεις ερωτισμο (Pequeñas lecciones de erotismo)

I
Να διατρχεις να κορμ
σε λην του την κταση την αιολικ
θα πει το γρο να κνεις του κσμου
και δχως πυξδα στα τσσερα του ορζοντα σημεα να περιδιαβανεις
νσους κλπους χερσονσους φργματα υδτων μανισμνων
Υπθεση εκολη δεν εναι –παρτι ηδονικ–
Μην θαρρες πως μια μρα, μνο, νχτα σε σεντνια στρωμνα
για τοτο θα σου φτσει
Οι προι μσα κρβουν μυστικ, πολλ φεγγρια να γεμσουν

II
Το κορμ, χρτης αστρικς σε κδικα μυστικ
ν’ στρο θ’ απαντσεις κι σως θα πρπει ν’ αρχινσεις
τη ρτα σου να διορθνεις ταν σννεφο, τυφνας κποιο ουρλιαχτ βαθ
ργη σε γεμσουν
Μια χοφτα που οτε καν την εχες υποψιαστε

III
Φορς πολλς το διο σημεο να επιμεληθες
Συνντησε τη λμνη με τα νοφαρα
Χιδεψε με την γκυρ σου του κρνου την καρδι
Βυθσου μσα να πνιγες κι απλσου
Μην απαρνηθες τη μυρωδι τη ζχαρη το αλτι
τους ανμους τους βαθες το πλθος τα φωτοστφανα των πνευμνων
Ομχλη στο νου
και στα πδια ργος
Θαλασσοχαλασμς γλαρωμνος τα φιλι

IV
Δχως φβο στον χομο να βαλθες στη φθορ την αβαστη
Μην ποθες στην κορφ να αποφτσεις
Καθυστρησε στου παρδεισου την πλη σο μπορες
Νανορισε τον κπτωτο γγελ σου ανακατεοντς του τα πυκν μαλλι
με το ξφος φωτις ασφετριστης
Δγκωσε το μλο

V
Μρισε
Πνεσε
Αντλλαξε βλμματα σλιο μουσκψου
Κυλσου εντπωσε λυγμος σρκα που στζει
Ερημα το πδι στο τελεωμα του κρου
Καταδωξ το ψξε μυστικ του βματος μορφ της φτρνας
Τξο του βηματισμο που γενν κολπσκους βδισμα τοξωτ
Απλαυσ τα

VI
κουσε εσ κοχλι της ακος
πς η υγρασα στενζει
Λωβς που στα χελη σιμνει χος της ανσας
Προι που φουσκνουν και ρη μικροσκοπικ γεννον
Ασθηση σπασμο σρκας επαναστατημνης στο ρυθμ
Πηγ απαλ του αυχνα που στη θλασσα του στθους ξεχνεται
Παλρροια της καρδις ψιθρισ του
Εντπισε των νερν τη σπηλι

VII
Διαπρασε τη γη του πυρς την πστη την καλ
και τρελς διπλευσε το σμξιμο των ωκενειων υδτων
Δισχισε τα φκια και κορλλια αρματσου βγκηξε στναξε
Αναδσου με κλδον ελαας κλψε υπονομεοντας χδια κρυμμνα
Ξεγμνωσε ματις της κπληξης
Γκρμισε τον εξντα απ τα ψη πνω του ματκλαδου
Τξωσε τα φρδια κι νοιξε τα παρθυρα της μτης

VIII
Ανσανε στναξε
Πθανε λιγκι
Γλυκ αργ πθανε
Πλεψε κντρα στου ματιο την κρη
Την ηδον παρτεινε
ρθωσε το κατρτι κι νοιξε πανι
Βλε ρτα και πλρη προς την Αφροδτη
το στρο της πρωας
–η θλασσα δια με κρσταλλο αδειαν υδραργυρικ–
κι αποκοιμσου
ναυαγς.

4. Απ το ημερολγιο της Αριδνης (Del diario de Ariadna)

Μ’ ριξαν στης Κρτης το λαβρινθο
γνωρζοντας τον ρωτ μου για το Μινταυρο
και βρσκομαι παγιδευμνη σε μια γωνι
σε μια χαραμδα που εκενος να με δει δεν το μπορε.

Τσο κοντ μου βρσκεται
που ως και την ανσα του ακοω.
Δεν ψχνει να με βρει, γνωρζοντς με δσμια
του προσεχτικο του γρφου που εξφανε για να με πισει.
Τον γνωρζω και συνμα δεν τον κατανο,
τον αγαπ και ταυτοχρνως τον απεχθνομαι:
γρυπνη τις νχτες με κρατ η θελλα των χων του.

Βλπω το φως στην εσοδο·
αχ να μποροσα να βγω,
να σου δειχνα, Θησα, το τρωτ σημεο,
μα τρμω, προσμνω
– εδ σ’ αυτ το σπλαιο του χρνου,
αρατη και διφανη,
υπολογζοντας υποψιασμνη
πς να τον γλιτσω απ’ τα χρια σου, Θησα –
να με φωνξεις: Αριδνη! Αριδνη!
για να σου παραδσω τον μτο τον λαμπρ
που μ’ αυτν για πντα θα τον βγλεις
απ τοτον τον λαβρινθο της ζως μου.

5. Ο προορισμς ετοτων των ποιημτων (Del qué hacer con estos poemas)

Σκφτομαι, τα ποιματ μου να συγκεντρσω,
στοιχισμνα στη σειρ σαν μια γραμμ τυφνες
και σε βιβλο να τα εκδσω, ωραο και ασγκριτο, για χρη σου.
να βιβλο που οι δυο μας θα ’μαστε ευτυχες
ατθασοι σαν δυο συνδιαλεγμενα γατι,
να βιβλο που στου χρνου σου το χρνο θα αιωρεται
και που στα εγγνια σου εσ θα επιδεικνεις
λγοντς τους
με το καμρι λατρεμνου αρσενικο:
«Για κοιτξτε πσο μ’ αγπησε ετοτη η γυνακα.»

6. Εγ που σ’ αγαπ (Yo, la que te quiere)

Εγ εμαι η αδμαστη γαζλα σου,
ο κεραυνς που σχζει το φως στο στθος σου
Εγ εμαι ο νεμος ο ανμερος στο βουν
και η κψα η πυκνωμνη της φωτις του πεκου.
Εγ τις νχτες σου θερμανω,
ανβοντας ηφαστεια στα δυο μου χρια,
μουσκεοντας τα μτια σου με τον καπν των κρατρων μου.
Εγ ρθα σε σνα ντυμνη την βροχ και την μνμη,
γελντας το γλιο το αναλοωτο των χρνων.
Εγ ο δρμος ο ανεξερενητος,
το φως που διαλει τα σκοτδια.
Εγ αστρια αποθτω ανμεσα στη σρκα τη δικ σου και δικ μου
και σε διατρχω ολκληρο,
δρομκι το δρομκι,
με την αγπη μου ανυπδητη,
και το φβο μου αννδυτο.
Εγ εμαι να νομα που τραγουδ και το ερωτεεσαι
απ την λλη την πλευρ του φεγγαριο,
εμαι η προκταση του χαμγελου και του κορμιο σου λου.
Εγ εμαι κτι που αυξνει,
κτι που γελει και κλαει.
Εγ,
που σ’ αγαπ.

7. Μια καθημεριντητα διακριτικ (Discreta cotidianidad)

Α! ποιος θα φανταζταν βλποντς μας σμερα
καθς καταπιανμαστε με τοτα και με κενα
καθς κουμπνεις το πουκμισο εμπρς απ’ τον καθρφτη
κι εγ στρνω το κρεβτι
χνοντας την κρη του σεντονιο κτω απ’ το στρμα
πως πνω του χθες τη νχτα κυλιμασταν γυμνο
δχως χνος της ευπρπειας που μ’ αυτν μας βλπει
ο κσμος.
Ποιος θα ’λεγε πως αναμαλλιαζμαστε πνω στο μαξιλρι
πως στενζουμε και τυλιγμαστε σαν φδια
με δντια λερωμνα απ’ το μλο του Δντρου της Ζως.

Μιλς για σα χεις να κνεις,
για τις υποχρεσεις σου που σε καλον στην πλη.
Εγ σηκνω το ροχο και τελεινω με το ντσιμο.
Το κρεβτι δη στρωμνο. Το κλυμμα στη θση του. Τα μαξιλρια.

Οι κουρτνες τραβηγμνες, ο λιος.
Μυστικ κρατομε τη λαγνεα μας
πως λλωστε λοι.
Κι εγ, μια ακμη απ εκενες που σμερα θα γρψουν στα γραφεα τους,
θα φροντσουν τα παιδι τους θα παραδσουν μθημα,
διερωτμενες αν εναι ακμη αυτς οι διες
που με τον ερχομ της νχτας
παραδθηκαν στην παραφορ.

8. Τα πντα χριν της αγπης (Todo sea por el amor)

Πργματα τσα χω κνει για χρη σου
που πρπει ειδικ να προσξω
μην και η ιστρησ τους στ’ αφτι σου ως παρπονο ηχσει·
γιατ τα πντα χουν γνει απ αγπη —
και αυτς ακμη οι αστραπς και οι κυκλνες που ελευθρωσα
απ’ της Πανδρας το κουτ
που ο διος μια μρα μου βαλες στα χρια,
ναι, αληθεει πως πνεσαν πολ,
πως πολλς φορς τη σρκα μου την ξσκισαν απ’ τη ρζα
και μνα μ’ βαλαν να ψχνω την καρδι μου
με το φβο μην δεν ακοσω το στρατιτη βηματισμ της,
τα πντα απφαση δικ μου και νηφλια,
δικ μου απλεια κι απλαυση δικ μου,
και μσα τους μ’ αντκρισα πιτερο ακμη γυνακα
ικαν γι’ αναρριχσεις κι ακροβασες,
μ’ επιμον νου πεισμωμνου,
και που μ’ αυτ πορετηκα σε μονοπτια γνωστα,
συνεπαρμνη απ’ την οσμ την εγγτατη της ευτυχας,
ψχνοντς σε πσω απ χειρονομες, πρτες κλειστς
κι απ’ τον τρπο που φηνες τα ροχα σου
κι ταν σε βρκα
διπλατα σου ανοχτηκα
σαν κλουβ γεμτο αηδνια
γνωρζοντας επσης πς εναι
να στρο να χεις εκτυφλωτικ στα σωθικ σου.

Λοιπν, με παρπονα να σφλλω δεν θλω—
υπεθυνη με κρνω για τον λιο και τη σκι,
μως, αχ αγπη μου, πσο με πον
που -ντας εγ στον ουραν σου
σαν αστρι περιπλανμενο,
σπλαχνα αναρτημνο στο σμπαν σου-,
τη λμψη μου δεν ανακλυψες,
οτε με κατοκησες
το φως μου κατακτντας,
παρ τλμησες μονχα
να με ψηλαφσεις —
σαν τον τυφλ
μες στα σκοτδια.

9. Σαν καντι (Como tinaja)

Τις ημρες τις καλς,
της βροχς,
τις ημρες που αγαπηθκαμε
ολοκληρωτικ,
που ολονα ανογαμε
ο νας στον λλον
σαν σπλαια μυστικ,
τις ημρες εκενες, αγπη μου,
το κορμ μου σαν καντι
λο το δωρ το απαλ συγκντρωσε
που πνω του σταξες∙
και τρα
σε τοτες τις ημρες της ξηρασας
που η απουσα σου πον
και τη σρκα σκζει,
δωρ ξεπηδ απ’ τα μτια μου
γεμτο απ’ την ανμνησ σου
για να ζωογονσει την ξρα του κορμιο μου
τσο δειου, και τσο γεμτου απ σνα.

10. Η πνθιμη μοναξι της Κυριακς (En la doliente soledad del domingo)

Εμαι εδ -
γυμν,
πνω στα μοναχικ σεντνια
τοτης της κλνης που σε ποθ.

Το κορμ μου κοιτζω,
ροδαλ και λεο στον καθρφτη,
το σμα μου
που υπρξε η ακρεστη γη των φιλιν σου,
αυτ το σμα το γεμτο αναμνσεις
απ’ το ανμερο πθος σου,
που πνω του πλεψες μχες λο ιδρτα
σε ατλειωτες νχτες στεναγμν και γλιων
και αχν σπηλαων μου εσωττων.

Τα στθη μου κοιτζω
που χαμογελντας τα συνταριαζες
στην παλμη του χεριο σου,
και που σαν μικρ πουλι τα πεζες
στα κλουβι σου απ πντε σιδερβεργες,
εν να λουλοδι εκρηγνυταν
προσκροοντας με την στεφνη του
στη γλυκει σου σρκα.

Τα πδια μου κοιτζω,
απαλος κι ατρμονους ειδμονες των χαδιν σου,
που νευρικ και γργορα στις κλειδσεις σου τυλγονταν
για να σ’ ανοξουνε τους δρμους της απωλεας
προς το διο κντρο το δικ μου
και την χλοερ βλστηση του ρους
που εξφανες μχες βουβς
εστεμμνες ηδον,
προανηγγειλμνες απ εκπυρσοκροτσεις
και πρωτγονους κεραυνος.

Με κοιτζω, μα δε με βλπω,
καθρφτης δικς σου εναι αυτς που πνθιμα ξαπλνει
πνω σ’ αυτν τη μοναξι της Κυριακς,
νας καθρφτης ροδαλς,
εκμαγεο κεν που αναζητ το λλο του ημισφαριο.

Βρχει — αλπητα βρχει
στο πρσωπ μου
και σκφτομαι μονχα τη μακριν αγπη σου
καθς σκεπζω
με τις δυνμεις μου λες
την ελπδα.

11. Η επιστροφ (El retorno)

Στο ημερολγιο...
η απουσα.
Παρθυρα λευκ
απ’ που ξεγλιστρ
η μορφ σου.
Με ανακουφζει η μοναξι.
Τεντνει το δρμα μου.
Τους χους ξαναβρσκω
της εστερης ζως,
που τα λγια σου τους εχαν σιγσει.
Οι μρες απορροφον την πικρα.
ξω πφτουν οι πρτες βροχς.
Η μοναξι μου μυρζει νοτισμνη γη.
Ανμους γεμζει η κοιλι μου.
Λγες ημρες ακμη και θα σβσουν
οι γραμμς οι ακριβες του προσπου σου.
Και ττε απ’ την αρχ θα σε ποθ
ξαν.
Θ’ αποκλεσω λθη και οργ.
Η νοσταλγα θα με μουσκεει
και εγ η δια υγρασα θ’ αναδνω.
Απ’ τα λευκ παρθυρα
τα μτια σου θα με θωρον τα πρτερα,
εκενα της αγπης.
Φθαρμνη θα προσμνω
την ανσταση της σρκας
αυτο που υπρξαμε.
Η ψυχ μου θ’ αποσρει τις βιτρνες
της αισιοδοξας.
Στα παρθυρα καναβορι θα σκορπσω
και θα προσμνω το σκληρ σου ρμφισμα,
το βλμμα σου, βλμμα πουλιο.
Σκιρτντας.

12. Εμμον (Permanencia)

Δσκολο να πεις:
Σ’ αγαπ,
κοτα πσο χρνο, απσταση και προσποηση
επνδυσα εμπρς στον τρμο της λξης ετοτης,
ετοτης της λξης σαν φδι
που πλησιζει αθρυβα, παραμονεει
και που αρνεσαι μια, δυο, τρεις, πολλς φορς,
διχνοντς την σαν σκψη κακ,
αδυναμα
και παρπτωμα,
σαν κτι που το λμε ανεπτρεπτο

- αυτ το ργος το πρωταρχικ
που στου κσμου τις απαρχς μς πλησιζει,
στο λεξιλγιο το βασικ της ψασης και της επαφς,
στο σκοτδι της σπηλις,
στον ντρα και τη γυνακα
που διχνουν γλεφοντας τον φβο του σαματ -

Ν’ αναγνωρζεις
εμπρς στον καθρφτη
το χνος,
την απουσα κορμιν που συνομιλον πλεγμνα.
Να νιθεις πως υπρχει
μια γρια αγπη
γκλειστη για λγους λογικς,
καταδικασμνη εις θνατον απ εξντληση,
δχως να δοθε σε λλον κανναν
παρ κυριευμνη απ να μνο πρσωπο αναπφευκτο.

Μρες να διαβανεις σηκνοντας το χρι,
σημανοντας την επμενη συνντηση,
μνο και μνο για να το μετανισεις.
Να μην αντχεις το φβο,
τη δειλα,
τον τρμο στον χο της φωνς.
Να δραπετεεις σαν ελφι, τρομαγμνο απ’ την δια του την καρδι,
κραυγζοντας να και μνο νομα στη σιωπ
κι τσι να κνεις θρυβο,
να γεμζεις με φωνς λλες,
μνο και μνο για να συνεχσεις να διαλεσαι
και να αυξνεις τον τρμο
που προκαλε νας παντοτιν χαμνος ουρανς.

13. Απλς επιθυμες (Sencillos deseos)

Σμερα θα ’θελα τα δχτυλ σου ιστορες να γρφουν στα μαλλι μου
θα ’θελα στον μο φιλι
χουχολιασμα
τις αλθειες τις πιο μεγλες να ξεστομζεις
τα πιο μεγλα ψματα—
να μου ’λεγες ας πομε
πως εμαι η γυνακα η πιο ωραα του κσμου
πως πολ μ’ αγαπς
και λλα ττοια,
τσο απλ,
τσι χιλιοειπωμνα,
τις γραμμς του προσπου μου να διαγρφεις
και στα μτια χρονα να με κοιτζεις,
λες κι η ζω σου ακρια απ’ το χαμγελ τους να εξαρτιταν
λους τους γλρους αναστατνοντας στον αφρ.
Πργματα ττοια θα ’θελα, πως το κορμ μου να περιδιαβανεις,
δρμο δεντροστοιχισμνο και μυρωδικ,
το πρωτοβρχι να ’σουν του χειμνα,
αφνοντς σε να πσεις πρτα αργ
κι στερα κατακλυσμιαα.
Πργματα ττοια θα ’θελα, πως να κμα τρυφερδας τραν
που τα μλη μου θα ’λυνε,
ναν κοχυλιο αχ
να κοπδι ψαριν στο στμα
κτι ττοιο
εθραυστο και γυμν
σαν να νθος τοιμο στο πρτο φως του πρωινο να ενδσει
να σπρο απλς δντρο
λγα χορταρκια
να χδι που θα μ’ κανε να λησμονσω
και πρασμα του χρνου
και πλεμο
αλλ κι αυτος ακμη τους κινδνους του θαντου.


14. Οι καννες του παιχνιδιο για τους ντρες που θα ’θλαν ν’ αγαπον γυνακες... Γυνακες
              (Reglas del juego para los hombres que quieran amar a mujeres mujeres)

I
Ο ντρας που θα μ’ αγαπ
θα ξρει να διατρχει του δρματος τις πτυχσεις,
το βθος να συναντ των ματιν μου
και αυτ που μσα μου φωλιζει να γνωρζει:
το διφανο χελιδνι της στοργς.

II
Ο ντρας που θα μ’ αγαπ
να με κατχει δεν θα θλει σαν πραμτεια,
οτε σαν τρπαιο να μ’ εκθτει κυνηγιο,
θα ξρει να ’ναι στο πλευρ μου
με την δια αγπη
που εγ θα εμαι στο πλι του

III
Η αγπη του ντρα που θα μ’ αγαπ
θα ’ναι δυνατ σαν τον κορμ ερυθρνας,
προστατευτικ και στρεη σαν εκενην,
και καθρια σαν Δεκμβριου πρω.

IV
Ο ντρας που θα μ’ αγαπ
δεν θ’ αμφιβλλει για το χαμγελ μου
οτε απ’ τον γκο θα τρομζει των μαλλιν μου,
θα σβεται τυ λπη και σιωπ μου
και με χδια θα μ’ αγγζει στην κοιλι σαν μια κιθρα,
μουσικ να ξεπηδει και χαρ
απ τα βθη μσα του κορμιο μου.

V
Ο ντρας που θα μ’ αγαπ
σε μνα θα βρσκει
την αιρα ν’ αποθτει
τον βαρ σωρ των ανησυχιν του,
τη φλη που μαζ της θα μοιρζεται τα μυστικ τα πιο κρυφ του,
τη λμνη που θα επιπλει
δχως το φβο μπως η γκυρα του συμβιβασμο
την πτση το απαγορεσει σαν θελσει να γνει πουλ.

VI
Ο ντρας που θα μ’ αγαπ
ποηση θα κνει τη ζω του,
φτιχνοντας την κθε μρα
με το βλμμα του στραμμνο στο μλλον.

VII
Μα πνω απ’ λα τοτα,
ο ντρας που θα μ’ αγαπ
την Πλη πρπει ν’ αγαπ,
χι ως ιδα αφηρημνη
βγαλμνη απ’ το μανκι,
μα σαν κτι συγκεκριμνο και απτ,
ενπιον του οποου θ’ αποδδει μπρακτα τιμς
και θα προσφρει τη ζω του αν χρειαστε.

VIII
Ο ντρας που θα μ’ αγαπ
το πρσωπ μου θ’ αναγνωρζει μες στο ανχωμα,
θα μ’ αγαπ γονατιστς στη γη
καθς μαζ οι δυο θα βλλουμε
κατ του εχθρο.

IX
Η αγπη του δικο μου ντρα
θα αγνοε το φβο του δοσματος,
οτε θα τρμει μην βρεθε μες στη μαγα του ρωτα
σε μια πλατεα κατμεστη απ’ τα πλθη.
Θα μπορε να φωνζει «σ’ αγαπ»
ψηλ στα κτρια να το γρφει
υπερασπζοντας το δικαωμ του να νιθει
το πιο μορφο κι ανθρπινο απ’ τα αισθματα.

X
Η αγπη του δικο μου ντρα
δεν θα του ξεγλιστρ στις κατσαρλες
στις πνες του μωρο,
θα ’ναι δροσερ αερκι
διαπερνντας σννεφα ονερων και περασμνων ημερν,
αδυναμες που, αινες τρα, μας κρατοσαν χωρισμνους
σαν ντα λλου αναστματος το καθνα.

XI
Η αγπη του δικο μου ντρα
δεν θα μου κολλει ετικτες και ταμπλες,
αρα θα μου αφνει ελεθερο και χρο,
τροφ ν’ αναπτυχθ και καλτερη να γνω,
σαν μια Επανσταση
που την κθε μρα κνει
αρχ για μια να νκη.

15. Κοιμσαι (Te duermes)

Κοιμσαι πλι μου.
Σιωπηλ βυθζεσαι σ’ εκενον τον κσμο
που εγ μια οποιαδποτε γνωστ σου μακριν μπορ να εμαι,
η παρα σου στο παγκκι του πρκου η ερωμνη
που μλις φησες για να καταφγεις σ’ εκενη τη χρα, που, αμοιβαα, στερομαστε τις λξεις.

Με συγκινε να σε βλπω να κοιμσαι, βυθισμνον στα σεντνια
παραδομνον στον πνο, αινιγματικ
κλεισμνον στο κορμ σου.
Θα κοιμηθ κι εγ και ττε σως ξυπνσεις
κι ,τι τρα σκφτομαι, σκεφτες, σως
τυλιγμνη να με φανταστες σε κποιο δντρο λο κλνια
απ’ αυτ που ξρεις πως πολ με συναρπζουν και με πλησισεις αγγζοντς με,
αποτραβντας με απ τη σιωπ αυτς της στσης
σαν ραδιφωνο σβηστ, φρνοντς με ξαν προς το μρος σου
προς τον ρωτα που ο πνος μας χρισε.

16. Δηση (Petición)

Την αγπη να ντυθ
που εμαι γυμν -
που μοιζω πολιτεα
ακατοκητη,
απ χους βουβ,
κι απ τριγμος τερετζω,
φλλο ξεραμνο, αναιμικ του Μρτη.

Την ηδον να τυλιχτ
αφο στον κσμο αυτ δεν ρθα για τη λπη
που φαρδι μου πφτει
σαν ροχο ξνο.

Ξαν θλω να νισω τη φλγα,
την αλμρα να ξεχσω των δακρων
-τις τρπες στους κρνους
και το χελιδνι το νεκρ στο μπαλκνι-.

Ξαν να με δροσσει του χαμγελου η αρα,
κμα λο καμπλες
θλασσα πνω στους βρχους της παιδικτητς μου,
στρο μες στα χρια,
δδα αινια του δρμου προς τον καθρφτη
που ξαν θα κοιταχτ
ολκληρη επνω ως κτω,
προστατευμνη
κρατημνη απ’ το χρι,
απ’ το φως,
απ χορτρι καταπρσινο και υφαστεια-
γεμτα κολβρια τα μαλλι μου,
δχτυλα, που βγανουν απ’ το κουκολι πεταλοδες,
ο αρας μπλεγμνος στα δντια μου,
επιστρφοντας στην τξη του,
να σμπαν κατοικημνο απ κενταρους.

Την αγπη να ντυθ
που ’μαι γυμν.

17. Αυτ θα πει αγπη (Esto es amor)
   "Αυτ θα πει αγπη− ποιος το ζει, το ξρει"
                 (Lope de Vega)

Ο νους αρνεται τα μορφα να ξεχσει,
αρπζεται απ’ αυτ και κθε πνο παραβλπει,
με τρπο μαγικ παραδομνος στο ωραο.

Λγια δε θυμμαι για μπρτσα πλαδαρ,
παρ τη δικ σου πντα λεπτ μση∙
θυμμαι την απαλ, ακριβ, καθρια διαφνεια των χεριν σου,
τις λξεις σου σε να χαρτ που βρσκω παραπρα,
την ασθηση της γλκας το πρω.

Ωραο γνεται και το πεζ,
μα η αγπη το ακουμπσει με του Φονικα τα φτερ,
στχτη απ’ το τσιγρο μου που εναι ο καπνς
μετ τον ρωτα,
ο κοινς καπνς,
ο αφαιρεμνος απαλ απ’ το στμα δχως λξη,
γνωρζοντας βαθει πως ,τι ο νας, αυτ κι ο λλος
ταν οι δυο σ’ αλλλους ανκουν.

Δεν σε καταλαβανω και θα ’θελα να σε μισ,
θα ’θελα να μη νιθω πως τρα
την κψα των δακρων μου στα μτια
για λον αυτν τον χρνο προς το κεν,
προς τον κρο ασμαντων ημερν,
που αθνατες επιστρφουν στην ηχ μσα του γλιου σου,
και σ’ αγαπ, τρας αποκαλυπτικ της ββλου των ημερν μου
και σε κλαω, ποθντας να μισσω
κθε τι που κποτε μ’ κανε να νισω
νθος σπνιο σε παρδεισο ανακτημνο,
που κθε ευτυχα θα ταν δυνατ,
και με πονς στο σμα το ευασθητο και ξηρ απ χδια,
εγκαταλειμνο δη μνες στον χο των φιλιν,
λξεων ψιθυριστν γλιων την ρα του μπνιου.

Σε ποθ με την αγριτητα του κκτου μες στην ρημο
και ξρω πως δεν θα ’ρθεις
ποτ σου δεν θα ’ρθες
και πως αν ρθεις, αδναμη θα δειχτ πως δεν πρπει,
κι αντιστκομαι, μη γνω βρχος,
Ταρπιος,
Σπαρτιτισσα που την ανμπορη αγπη της ρχνει, να μη ζσει,
και σε κρβω και σε φυλ μες στο σκοτδι
και ανμεσα στα γρμματα τα μαρα των γραπτν μου,
γυρτ σαν λβας ποταμ στις μπλε πνω γραμμς του τετραδου
που μου θυμζουν πως η γραμμ εναι ευθεα,
αν και ο κσμος καμπλος
σαν των γοφν μου την γραμμ.

Σ’ αγαπ και σ’ το φωνζω που και να ’σαι,
κι ας μην ακος
τη μνη λξη που μπορε να σε σσει απ’ την κλαση
που κατεργζεσαι, σαν τυφλς καταστροφας
της πιο δικς σου, καταπιεσμνης τρυφερδας
που εγ γνωρζω και που απ’ τη γνση της
ποτ πια δεν θα μπορσεις να ξεφγεις.

Και ξρω πως η δψα μου μονχα με το δωρ το δικ σου ξεδιψ
και πως λλος καννας να μου δσει να πιω δεν μπορε,
οτε αγπη, οτε ρωτα, οτε κλαδ ανθισμνο
δχως εγ να τον μισσω στην προσπθει του να σου μοισει,
και γι’ λλες φωνς να ξρω δεν θλω
κι ας με πον η νοσταλγα της στοργς
και της συζτησης, βαθεις και διεξοδικς, μεταξ των δυο,
γιατ μονχα εσ κατχεις τον κδικα τον μυστικ
για το κλειδ των λξεν μου
και μνο εσ μοιζει να κατχεις
τον λιο, το φεγγρι, το σμπαν της χαρς μου,
και για τοτο θα ’θελα να σε μισ πως δεν μπορ,
πως ξρω πως ποτ δεν θα μπορσω
αφο με μγεψες με τη δισκι σου γεμτο με βοτνια
και νοσταλγες και σπθα αναμμνη
και μακρσυρτες σιωπς
και μηρο θα με κρατς των ηρκλειων χεριν σου
κι εγ θα εξαλωθ, Αφροδτη θα γνω σε μια θελλα δαφνφυλλων,
και το ζον στην ατμσφαιρα, που νιθει τον ερχομ της βροχς,
θα ξρει πως πια δεν υπρχουν σννεφα,
οτε εξτμιση,
οτε ποτμια,
τι ο κσμος αποξηρθηκε
και πως ποτ πια δεν θα βρξει,
οτε χινι θα υπρξει οτε κρο οτε παρδεισος
που κποιο πουλ να σπσει θα μπορσει
του θρνου τη σιωπ.

18. Θα παντρευτομε χειμνα (Nos casaremos en invierno)

Τρα θα παντρευτομε που βρχει κατακλυσμιαα.
Εσ κι εγ και η γη, μαζ θα γιορτσουμε
το χλωρ των κορμιν,
το φλο των ανθν,
τη γρη του γλιου
κι λα τ’ στρα τ’ ουρανο
που μπερδεμνα καταφτνουν
στη στλα μσα της βροχς.
Χειμνες θα σπερουμε στην αγπη
για να τη δομε να βλαστανει
στο ρυθμ των φυτν.
Τα σννεφα θα σμξουμε,
να γεννηθε ο κεραυνς,
και η γης με το νερ να να γνουν.
Θα παντρευτομε με ουραν συννεφιαστ,
εν βροντονε οι οροφς
σαν πολυβλα
και των βατρχων το τραγοδι
απ τον κπο αντηχε
μαζ μ’ ακολουθα ιπτμενων μυρμηγκιν.
Χωρς σκις, αγπη μου, θα παντρευτομε,
με το κεφλι ακλυπτο
σε μιαν αυλ υγρ
που γη μυρζει,
δχως λλη δψα
παρ την εδικ γι’ αλλλους,
με βρεγμνα ροχα,
εννοντας των δυο τις υποχρεσεις,
για να ’ρθε η καταιγδα
που λα θα τα πλνει,
σαν τη βροχ, αγπη μου, καθς θα παντρευτομε.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers