Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ποίηση 

Τότε Που ...Ανέβαινα Στα Σύννεφα (25-30 Ετών ...Έφηβος)

 

           Μέθη

Ομόρροπα τρεκλίζω περιπαθής
Πλήρης ο ουρανός
Μου πήρε τρεις αιώνες να κατανοήσω πόσο μου λείπει
Το φώς από το πρόσωπό σου
Με ραίνουν τα άστρα πλήξη
Πρέπει να βγώ από το πρόγραμμα και να ενταχθώ σε σένα
Γουργουρίζει πεινασμένα ο νους μου
Νηστεύω το νερό
Νυ-στάζω τα μαλλιά σου προσκέφαλο

Α ήρθες επιτέλους γλυκειά μου
                                                  Φλεβάρης 1987

          Έκπληξη 

Σε είδα κι έλυσα τα πανιά
Σάλπαρα στο βλέμμα σου
Σε άγγιξα
Ήρθε θύελλα
Η βάρκα έρμαιο στα κύματα
Έλα κοντά μου
Κίνδυνος Μπότζι
Κόμπος δένει το λαιμό
Μη στέλνεις χάρτινα φιλιά
Έχω άδειες γλάστρες
                                      Φλεβάρης 1987

   Γυμνό Δείπνο

Γεύομαι τη σάρκα σου
Στάζουν στον ουρανίσκο σταγόνες που τρέφουν τις προσδοκίες σου
Μεθώ από τις αλμυρές αλκόολες
Πλημμυρίζουν τα χείλια λέμφους
Εκρήγνυμαι μέσα σου σπάζοντας σε πολλαπλά είδωλα
Στάζουν στο στέρνο μου και βάφουν το εφηβαίο σου
Ποτίζουν τις αλέες των αισθήσεων
Στραφταλίζουν πάνω στο κορμί σου
Αναπονέμητα παράσημα
Τρέφονται και τα πιο μικρά μου κύτταρα
Αυτά κυρίως που είναι υπεύθυνα για τη λαχτάρα
Καθώς βλέπω στο γλαρό αιμορραγούν σου βλέμμα
Πως πεινάς ακόμα
Να το χέρι μου δάγκωσέ το
Φάε με Γεύσου με Πιε με Ξεδίψασέ με και Χορτάσου
Όταν τα κεριά γύρω μας σβήσουν θα 'μαστε πάλι μόνοι
Νηστικοί
Υποτάξου σε μένα, μικρή οπτασία...
                                                            Μάρτης 1987

   Χαρταετός

Σαν όνειρο πετώ
λευκό χαρταετό
το σπάγγο του τεντώνω
και τονε καμαρώνω.

Τα ζύγια του γερά
και πλουμιστή ουρά
σφιχτά τονε κρατώ
κι ολόχαρος κοιτώ.

Σα το μικρό πουλί
γλυκά που κελαδεί
πετώντας όλη μέρα
σκίζοντας τον αιθέρα,

έτσι καμαρωτός 
και ο δικός μου αητός
πετά μαζί με μένα
τρελά και μαγεμένα.

Αχ ναμουνα κι εγώ
σα το χαρταετό
ψηλά λικνοπετώντας
τα πέρατα θωρώντας!
                                     Αύγουστος 1987
    
    Παράκληση

Αχ έπεσε του θανατά
μαννούλα, το παιδί σου.
Έλα λιγάκι να το δείς
και δος του την ευκή σου.

Δέκα γιατροί με πότισαν
και χίλιοι τσαρλατάνοι,
μα πιότερο μ' αρρώστησαν
και δεν αντέχω. Φτάνει!

Ο Χάροντας με κέρασε
απ' το πικρό ρακή του
και μόλις με ξεγέλασε,
σήκωσε το σπαθί του.

Έλα μαννούλα να με δεις.
Φέρε και την Ελένη.
Στο γάμο μ' τάχα να της πεις
πως είναι καλεσμένη.

Σα 'ρθείτε και τα μάτια της,
τα νιώσεις δακρυσμένα,
ρίχ' το όλο το φταίξιμο
στο δόλιωνε εμένα!

Να μη της πεις πως έφταιξε.
Μη της το πεις πως φταίει,
για του θανάτου τη φωτιά,
που τη καρδιά μου καίει.

Εγώ δεν έχω γλυτωμό.
Δεν έχω σωτηρία.
Είμαι πεσμένος σε γκρεμό,
με τρώνε τα θηρία!

Θεριά είναι οι τύψεις μου.
Τα λάθη μου, γκρεμός μου.
Εσύ π' αδίκως έδιωξα,
στερνό φιλάκι δος μου!
                                              Νοέμβρης 1987

Η Μεγάλη Μαντινάδα Του Νιού & Του Γέρου

Ο Νιός:
Αχ μου 'ρχεται καμνιά βολά να βάλω τση τσιρίδες
και να τη πιάκω μ' όχθρητα απέ τση δυό κοτσίδες.

Μα 'γω διψώ για το φιλί κι ατή βεργολυγιέται,
να τση μιλώ γλυκά-γλυκά κι ατή να χασμουριέται;

Σα πεινασμένος 'ρέγομαι το λυγιστό κορμάκι
και τούτη στρώνει πιάτο μου, πικρότατο φαρμάκι.

Σα τήνε 'δράχνω μου γλυστρά σα χέλι, απ' την αγκάλη
μπήζωντας τα γελάκια τση και μου λυγιέται πάλι.

Αχ να 'ποθάνω μου 'ρχεται να 'δω σα θα με κλάψει,
σα θα 'ρθει και στο μνήμα μου καντήλι να μ' ανάψει.

Θα με ξεχάσει γλήγορις ή θα μ' αποθυμιέται;
Αν έμπει αγάπη στη καρδιά, γοργά δε λησμονιέται.

Ωχ δυστυχής στη νιότη μου άλλος κανείς δεν είναι!
Πάρε μου τσούπα μ' τη καρδιά, μα με τα μένα μείνε.

Το κόρφο σου το πλουμιστό ν' αγγίξω κι ας κερώσω,
να του φιλήσω τση κορφές κι αππέ να μαρμαρώσω!

Θέλω σε και προσπέφτω σου, παράτα τα ναζάκια
κι έλα και πιάσε με σφιχτά και δόμου δυό φιλάκια!

Ο Γέρος:
Απόκαμα μωρέ παιδιά, ο δόλιος, αχ αλλοιά μου,
εγέρασα και βάρυνα και πάω πια καλλιά μου.

Μα μη με κλάψτε σας ζητώ, μον' παίξτε μου τραγούδια,
φέρτε κοπέλλες ξέπλεκες και νιούς, ξεπεταρούδια.

Φέρτε ρακή, φέρτε μεζέ κι αρχίστενε το μπάλο,
χορέψτε, διασκεδάσετε, ως να μη πάει άλλο!

Παίξτε κρυφτό, κυνηγητό, οι νιοί κι οι νιές στ' αμπέλια
και ζευγαρώστε στα  κρυφά, κοπέλες με κοπέλια!

Δε θέλω να 'χω κλάματα για συντροφιά μου πάνω,
μα με χαρές να ανεβώ, με γέλια να 'ποθάνω!

Όταν τηρώ σας, ψήλαθε, ευτύς να καμαρώνω
να ενθυμού τα γλέντια μου κι αππέ να ξανανιώνω.

Στέρξετε και ακούστε με, τα δάκρυα δε 'φελάνε.
μ' αρέσει ήχος χλουκιστός, ανθρώπων που γελάνε!

Αν κάποιο δάκρυ να χυθεί, έρτει των ομματιών σας,
στέρξτε πως θαν' για με πληγή κι από κακό δικό σας.

Μη κλάψεις γέροντα ποτέ, που δεις αποθαμένο,
μον' χαίρου σα που θα τον δεις, καλλιά αναπαμένο.

Όσο για τι 'χε, τι έχασε, έννοια σου, το 'χει ζήσει
κι απόκαμε να πηλαλά, γυρεύει να καθίσει.

Σαν είσαι νιός και νιούτσικος, άειντε για να προλάβεις
τση λίγες χάρες τση ζωής, γλήγορις ν' απολάβεις

και τρύγα πάμπολλους καρπούς, απ' τα δεντριά τση πλάσης.
Στοχάσου πως δε θα μπορείς να φας άμα γεράσεις.

Τι πέφτουνε τα δόντια σου και μνέσκουνε τα ούλα
κι άγουρο γλυκοκάρπισμα, όσο κι α θες ματσούλα.

Στραβώνουν τα ποδάρια σου και πλιο δε πηλαλάνε
και τ' άγουρα θηράματα, ευτύς σου ξεγλυστράνε.

Ζαρώνει σου η κορμοστασά και μνέσει σα σταφίδα
και χωρατεύει με τα σε κι εμπαίζει η μαρίδα!

Σαν είσαι και στεκάμενος στους χρόνους, πάλε τρέξε
κι ογλήγορις όσο 'ν΄καιρός να τα προκάμεις σπέψε.

Εγώ απόκαμα μαθές, γυρεύω το κιβούρι,
μον' παραχώστε με στη γης κι αρχίστε νταβατούρι!
                                                                           Δεκέμβρης 1987

                         Λίγο-Πολύ
 
Λίγα τα Λόγια τα γλυκά δεν κάνουν ρίμα.
Λίγα της Ομορφιάς τα μάγια μεσ' το κρίμα.
Λίγα κεράκια της Αγάπης για να κάψω.
Πολλές Ιδέες στο μυαλό μα πως να γράψω.

Λίγη η Αλήθεια που απλώνουν στα μπαλκόνια.
Λίγες φωλιές φέτος γεμίσαν χελιδόνια.
Λίγος ο Έρωτας και πώς να μας γεμίσει;
Πολύ αχνό χαμόγελο κι αυτό πάει να σβύσει.

Πολλά ξύλα -ναυάγια- εξέβρασε το κύμα.
Πολλοί εφέτος θα σκιαχτούν απ' του φιδιού το ντύμα.
Λίγα τα δάκρυα στα μάτια. Πώς να κλάψω;
Πολλοί νεκροί μου μείνανε και πρέπει πια να θάψω.

Λίγα της Αρετής πλουμίδια στη στολή σου.
Λίγα μηνύματα μου στέλνει η μορφή σου.
Πολύ-πολύ σε κοίταξα χωρίς να σε γνωρίσω.
Λιγάκι μοιάζεις μοναχά μ' αυτή που θ' αγαπήσω.

Λίγα γλυκά αρώματα που 'μείναν στα λουλούδια.
Λίγα μαγιάτικα πρωινά φορέσαν στα τραγούδια.
Λίγο Κουράγιο μ' απομένει να φωνάξω.
Πολλές οι τρύπες στο παλτό, θα το πετάξω.

Λίγες της Δόξας οι μυρτιές μεσ' τα κανόνια.
Λίγοι φαντάροι π' επιστρέφουν, στα βαγόνια.
Λίγες φωτιές πλέον εμείναν αναμμένες.
Πολλές ζωές για Λευτεριά πάνε χάμενες.

Πολύ το Αίμα -ποταμός- γοργά μας πνίγει.
Πολύς ο Πόνος ο βουβός που μας τυλίγει.
Πολλή ερημιά! Σάπια κουφάρια που βρωμάνε.
Πολλά νεκρόπουλα π' αδημονούν γιατί πεινάνε.

Πολύ που πάλιωσε αυτό το καλαμπούρι.
Λίγοι θα κλάψουν το ζητιάνο το καμπούρη.
Πολλά τα δέντρα π' ο χιονιάς θα τα ξεράνει.
Λίγα καράβια θα σφυρίξουν στο λιμάνι.

Λίγο κρασί μας έχει μείνει στο ποτήρι.
Λίγος κι ο Ήλιος στο σπασμένο παραθύρι.
Λίγο ψωμί μας περιμένει στο τραπέζι.
Πολλή Ντροπή για το παιδάκι που δεν παίζει.

Πολύς ο Ύπνος που τα βλέφαρά μας κλείνει.
Πολύς κι ο Κάματος, στιγμή δε μας αφήνει.
Λίγο ακόμα που μας έμεινε να ζούμε,
πολλή χαρά δεν απομένει να γευτούμε.

Λίγα αυγά θε να κλωσσήσουνε πουλάκια.
Λίγα θ' ηχήσουν -στο φινάλε- παλαμάκια.
Λίγες νυχτιές στην Ηδονή παραδομένες,
Πολλές πληγές που ξημερώσαν μολυσμένες.

Πολλές φωνές που απαιτούν να σταματήσω.
Λίγοι οι ψίθυροι που λεν' να συνεχίσω.
Λίγο-πολύ, κάπου μου ξέφυγε η Ουσία.
Πολυ ή λίγο; Μα δεν έχει σημασία.
                                                                   Μάρτης 1988

                  Λαγνεία

         Λ αύρο πυρπόλημα του νου
         Α νάσα ξεπνεμένη
         Γ άργαρο χόχλασμα χυμών
         Ν ιόσταλτη ανατριχίλα
         Ε ύκαμπτο λύγισμα μελών
         Ι κέτες και δεσμώτες
         Α λάφρωμα φορτίου
                                                        Απρίλης 1989

                  Ξέφρενη Οργή

Μια ολοκόκκινη σταγόνα αίμα έσταξε πάνω σ' ένα ολόλευκο σεντόνι.
'Αρχισε ν' απλώνει και να σκουραίνει...
Λένε, ειν' ανεξίτηλος λεκές - αν δε προσεχτεί στο πλύσιμο-
Μια πραγματικότητα π' αλλάζει δύσκολα...
Ένα κλισσέ που δε σταματά ν' ακούγεται!
Οι δρόμοι -προς τα πίσω- ολόκλειστοι και πια γνωστοί...
Προς τα 'μπρος, θολοί κι άγνωστοι...
Μας λένε πως να βγάλουμε το λεκέ μα όχι και πως να τον αποφεύγουμε!
Το σεντόνι γαριάζει μα είναι το αγαπημένο μας!
Το αίμα μας είναι ζωτικό.
Οι πληγές ανυπόφορες...
Η οργή απ' το λέκιασμα, ξέφρενη σα τον ήλιο!
Το άσπιλο, σπιλώθηκε.
Αύριο ... αύριο... θα το πλύνω...
Ή μήπως ν' αγοράσω καινούργιο σεντόνι;
                                                                      Μάης 1989
                           
                    Σκοτεινό

Το μυαλό μου αναπνέει ασθματικά
Το νιώθω να πάλλεται να τρέμει
Γεμίζω-αδειάζω ξεχειλίζω-πονώ
Ένα μικρό ρυάκι σάλιου τρέχει από την άκρη των χειλιών μου
Ένα δάκρυ από την άκρη των ματιών αρνείται να κατέβει στο ξεραμένο πρόσωπο Διστάζει
Το κορμί μου σφύζει και ξεχειλίζει από ανεπίδοτο Έρωτα
Λαχταρά να αγγίξει και να αγγιχτεί
Λερώνω ένα χαρτί
Χύνω σε ένα χαρτί
Αντί να γράφω στη σταρένια κοιλιά της
Περιορισμός-Ποινή-Σφάλμα
Δεσμός ενός φεγγαριού με το σώμα γεμάτο τρίχες
Ουρλιάζω από μέσα μου
Στριμωξιδι στην έξοδο
Λέξεις-χυμοί
Μια νύχτα άγρια κι άδεια
Αύριο  Αύριο  Αύριο  Χα
Αύριο ποιός θα με πιστεύει
Αύριο στο σταυρό θα 'ναι το δικό της κοντάρι που θα δοκιμάσει να κεντήσει
Να δει αν πέθανα επιτέλους
Ύστερα σα θα 'ρθουν οι μέρες θα ναι 'το δικό της χέρι που θα ρίξει
Ένα λουλούδι στο βουναλάκι με το χώμα
Μου λείπει
Ματώνω
Εκσπερματώνω
Εξπερ-Ματώνω Στο χαρτί
Με το φαλλό-στυλό μου
Μανιασμένα


                            Σεπτέμβρης 1989

                                                       

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers