Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Πεζά 

Ιστορία Χωρίς Τίτλο...

 

     ...Κάποτε, είχα γνωρίσει μια κοπέλα και κάναμε πολύ καλή συντροφιά. Ο λόγος γι' αυτό, ήταν -μάλλον- που 'χαμε αρκετά κοινά σημεία επαφής. Ξέρετε πως ειν' αυτά τα πράματα! Λένε πως τα ετερώνυμα συνήθως έλκονται και θα συμφωνήσω, αναγκαστικά, μ' αυτό. Εν τοιαύτη περιπτώσει, έχει βάση ήδη, με την έννοια πως ανήκαμε σ' αντίθετα φύλα. Ωστόσο, μέσα μου πιστεύω ακράδαντα, πως ακόμα και σε φαινομενικά εντελώς ετερόκλητες καταστάσεις, το εσώτερο "μάτι" μας, αναζητεί ν' αναγνωρίσει, τα έστω λιγοστά τυχόντα κοινά στοιχεία, για να νιώσουμε ασφαλέστεροι.
     Να μη πολυλογώ, υπήρχαν τέτοια μεταξύ μας κι εδώ θα αναφέρω δυο από δαύτα, χάρη στην ιστορία που θέλω να διηγηθώ. Το πρώτο ήταν, ο τρόπος που ήμασταν κι οι δυό ερωτευμένοι, με τον ίδιο τον Έρωτα, αυτόν καθ' αυτόν, ως θεότητα, ιδέα, νόημα ζωής, αξία κι ότι άλλο. Ας το αφήσουμε λοιπόν στην άκρη κι ας πάμε παρακάτω, μιας κι ο κύριος λόγος σύλληψης κι υπάρξης τούτου εδώ του κειμένου, είναι το δεύτερο. Μισό, αυτό καθ' αυτό κι άλλο μισό, επείδη τήρησα την υπόσχεση που της είχα δώσει τότε... αλλά βιάζομαι...
      Το δεύτερο κοινό, ήταν πως πίναμε το καφέ μας με τον ίδιο τρόπο! Σκέτος ελληνικός, σε μεγάλο φλυτζάνι! Πρέπει να τονίσω, πως συνήθως προτιμώ άλλου είδους καφέδες, μα όταν πίνω ελληνικό -και συμβαίνει συχνά-, έτσι ακριβώς τον πίνω! Εεεε είπα "ακριβώς" ενώ δεν είναι έτσι! Εκείνη συνήθιζε πάντα να προσθέτει ένα παγάκι! Ω πόσες και πόσες φορές, κατά τη διάρκεια της γνωριμίας μας, δε τη πείραξα γι' αυτό το συνήθειο! Εκείνη δε μου αντιγύρισε ποτέ λόγο και πάντα μα πάντα, χαμογελούσε. Ένα αινιγματικό χαμόγελο επίγνωσης, χαριεντιστικό, θλιμμένο -ναι καλά ακούσατε: θλιμμένο- και κάπως ερωτικό θα μπορούσα, με κάμποση τόλμη, να προσθέσω!
     Τόσα χρόνια που περιφέρω το κουφάρι μου, στο μάταιο τούτο κόσμο, έχω μάθει πια αρκετά καλά, να βλέπω κάπως βαθύτερα και θα ζητούσα εμπιστοσύνη σ' ότι λέω. Ήταν λοιπόν ένα μίγμα συναισθημάτων, τούτο το χαμόγελο, αν κι αρχικά δεν είχα δώσει τόση βάση! Σιγά- σιγά, αυτό το πείραγμα, έγινε το παιχνίδι μας -ίσως να 'ταν "μου"- κι όσο περνούσε ο καιρός κι επέμενα να το κάνω, τόσο έβλεπα να πυργώνεται ένα μυστήριο γύρω απ' αυτό. Όμως, προς Θεού, μη φανταστείτε πως είχα μαντέψει, τι μου μελλόταν ν' ακούσω! 'Αμπα... με τίποτε...! Πάλι όμως βιάζομαι...
     Ένα γλυκό καλοκαιριάτικο δείλι, από 'κείνα τα εξαίσια δειλινά, που η καρδιά άλλο δε θέλει από την ανάπαυση, που μπορει να εξασφαλίσει μια γλυκιά ματιά, μια οικεία αγκαλιά, ένα χάδι ή μια καλή παρέα τέλος πάντων, τη πέτυχα κάπως θλιμμένη. Καθίσαμε να πιούμε το καφεδάκι μας κι ...έκανα πάλι, ως συνήθως, το πείραγμα. Σκέφτηκα πως αυτό, την έκανε πάντα να χαμογελά, άρα θα 'διωχνε, έστω λίγο, τις κακές της σκέψεις. Επίσης, πρέπει να 'μολογήσω, ήταν κι ένα πείραμα, με σκοπό που δεν αφορά την ιστορία, όπως κι η αιτία της θλίψης της. Πάλι χαμογέλασε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
     Ήταν γύρω στα τριανταπέντε. Μακριά σκούρα, σπαστά, καστανά μαλλιά, καλοκαμωμένη και ψηλή κοπέλα. Όταν χαμογελούσε όμως γινόταν άλλος άνθρωπος... τέλος πάντων... παρασύρομαι ξανά...
     Εκείνο το δείλι, αρπάζοντας την ευκαιρία, μα και για να πάρω εντελώς τη σκέψη της από 'κει, τη ρώτησα -πρώτη φορά- γιατί το κάνει αυτό! 'Αρχισα μάλιστα να επιχειρηματολογώ, πως τάχα, χαλά η γεύση του καφέ, πως τάχα με το κρύο, τελβεδιάζει κι ένα σωρό τέτοια. Μ' 'εκοψε αφοπλιστικά και μου 'πε:
-"Για να μη καώ"! και χαμογέλασε ξανά, προσθέτοντας και νοσταλγία, στο ήδη πλούσιο μίγμα του χαμόγελού της.
     Περιττό να πω πως ...τα 'χασα μ' αυτή τη τόσο προφανή απάντηση. Δε περίμενα ν' ακούσω καν απάντηση. Ωστόσο κατάλαβα πια διαισθητικά, πως κάτι πιο βαθύ υπήρχε, κάτω απ' αυτό το μυστηριώδες χαμόγελο! 'Αφησα να κυλήσει λίγος σιωπηλός χρόνος για να το χωνέψω κι είπα ηλίθια:
-"Εε... σιγά μη καείς! Λίγο να τον αφήσεις, θα πέσει η πρώτη άψα και μετά ρουφάς γλυκά, προσεκτικά και με θόρυβο... βρίσκω πολύ αδύνατο τον ισχυρισμό σου..." τη τελευταία φράση την είπα πειρακτικά, χαμογελαστά, για να ξεγλυστρήσω. Είχα καταλάβει πως έλεγα αστήρικτες κουταμάρες κι έτσι, πάσχισα να τις μαζέψω.
     Εκείνη όμως πιάστηκε απ' αυτό. Ήταν η κατάλληλη στιγμή; Το δείλι; Η θλίψη; Ο τρόπος που αντέδρασα; Ακόμα και τώρα δεν έχω καταλάβει τι επέδρασε. Κάρφωσε τα όμορφα καστανά της μάτια, ολόϊσια στα δικά μου και μίλησε:
-"Έχει την ιστορία του... θα σου τη πω αλλά μ' έναν όρο: Θέλω να τη γράψεις εσύ κάποτε..."!
-"Γιατί δε τη γράφεις μόνη σου"; απάντησα αιφνιδιασμένος, κολακευμένος, συγκινημένος, χαμένος κι όλ' αυτά μαζί. "Αφού γράφεις θαυμάσια"! πρόσθεσα μπερδεμένα...
-"Έτσι"! μου αντιγύρισε κοφτά, γελαστή. "Λοιπόν συμφωνείς";
-"Να σου πω..." προσπάθησα να κερδίσω χρόνο, ώστε να σκεφτώ κατάλληλη απάντηση, τέτοια ώστε, να μπορώ να διατηρήσω ανοιχτή, μια ενδεχόμενη άρνησή μου, χωρίς να θυμώσει. "...γράφω πολύ και για πολλά θέματα, αλήθεια, μα πάντα, πάντα, μόνον αν κάτι με κεντρίσει. 'Αρα μπορώ να σου υποσχεθώ εύκολα, πως αν με κεντρίσει η ιστορία σου, θα τη γράψω σίγουρα. Αν όχι δε θα μπορέσω και μη μου θυμώσεις σε παρακαλώ. Μπορεί να 'χουμε κοινά μα δεν έπεται πως ερεθιζόμαστε με τον ίδιο τρόπο...και παρακαλώ, μη πιστέψεις πως δεν αξίζει... Λοιπόν τι λες"; τέλειωσα τη φράση πιστεύοντας πως είχα κάμει το καλύτερο δυνατό...
     Έσκυψε, ήπιε μια γουλιά καφέ κι άναψε ακόμα ένα τσιγάρο, σκεφτική. Ύστερα μουρμούρισε "εντάξει" και τότε μόνο σήκωσε πάλι τα μάτια της, στα δικά μου. 'Αρχισε να λέει:
     ......................
     -"Μεγάλωσα στη Κρήτη. Ερωτεύτηκα στα δώδεκα... Διακοπές καλοκαίρι, στο χωριό της μάνας μου, με τη ξαδέρφη μου την Αργυρώ, -ίδια ηλικία- και τη γιαγιά μας. Όλο κι όλο το χωριό, καμμιά σαρανταριά ψυχές...
     "Η γιαγιά είχε δυό αδερφές: την 'Αννα και τη Δέσποινα. Η 'Αννα, απάντρευτη κοντά στα εβδομήντα, έμενε μόνη στο πατρικό τους. Όλοι στο χωριό τη φωνάζαν Τρελαννιώ! Τα μαλλιά της πάλλευκα, μακριά μέχρι τα γόνατα, επιδερμίδα λευκή και γαλανά μάτια. Όμορφη!
     "Ένα μεσημέρι Κυριακής, η γιαγιά είχε φτιάξει ψαρόσουπα. Μας φώναξε, μένα και την Αργυρώ, να πάμε λίγη στη Τρελαννιώ. Φτάσαμε στο σπίτι της, δώσαμε το πιάτο με το φαγητό της γιαγιάς και παίξαμε στην αυλή με τα νερά. Έπειτα καθίσαμε δίπλα στη καρέκλα που 'πλεκε η Τρελαννιώ και μ' ολη τη παιδική μου αθωότητα, τη ρώτησα γιατί τη φωνάζουν έτσι.
     "Χαμογέλασε, μας κοίταξε και ρώτησε αν θέλουμε καφέ. Πρώτη φορά θα πίναμε καφέ, εγώ κι η Αργυρώ... Μας έφτιαξε σκέτο ελληνικό, σε μεγάλο φλυτζάνι μ' ένα παγάκι μέσα, για να μη καούμε κι άρχισε να μας λέει...
     "Όταν ήταν στα δεκάξι, οι γυναίκες κάθε πρωΐ κατέβαιναν στο κάμπο και μάζευαν τα σταφύλια. Είχε κατέβει με τις αδερφές της μέσα στ' αμπέλια και για μια στιγμή, χάθηκε. Όπως σήκωσε το κεφάλι να βρει τις άλλες, είδε ένα καβαλάρη με πολύχρωμα ρούχα, μακριά μαλλιά και μουστάκια! Τη ρώτησε πως τη λένε και της ζήτησε λίγα σταφύλια...
     "Γύρισε μετά από τρεις ώρες στις αδερφές της, αναμαλλιασμένη, ξεζωσμένη, χαμογελαστή και τους είπε τι έγινε! Εκείνες δε τη πίστεψαν. Τους έλεγε, βλέπεις, πως την άγγιξε ένας Δροσουλίτης. Τη κορόϊδευαν! Τη πήγαν στον παπά του χωριού να τη διαβάσει και στον πρόεδρο!
     "Η Αννα δε παντρεύτηκε ποτέ... Κάθε πρωΐ, χαράματα, κατέβαινε στο κάμπο, μέχρι λίγο πριν πεθάνει και πάντα χαμογελούσε...
     "Από τότε, κάθε βράδυ στο χωριό, ξενυχτούσαμε, εγώ κι η Αργυρώ, για να βρούμε το Δροσουλιτη μας και για ψέμματα, παίρναμε πλαστικά δαχτυλίδια, από το καφενείο του χωριού, τάχα πως μας τα 'φερε ο Δροσουλίτης! Φοβερός ανταγωνισμός...
     "...Από τότε, πίνω πάντα έτσι το καφέ μου: ελληνικό σκέτο, σε μεγάλο φλυτζάνι, μ' ένα παγάκι.
.."
     .....................
     Η λιτή, κοφτή μα τόσο πλούσια διήγηση, ξέρω πως δε μπορεί ν' αποδοθεί σε γραπτό, αν παράλληλα δεν υπάρχει κι η εικόνα της φίλης μου, όσο μιλούσε, τα ελάχιστα λεπτά που αυτή διήρκεσε... Πάλι θα γυρέψω εμπιστοσύνη...
     Όχι μόνο με κέντρισε, μα σε λίγα λεπτά, είχα στο μυαλό μου, ολάκερο τούτο το κείμενο. Είχε πολύ όμορφη φωνή, γεγονός, μα 'κείνο το δείλι, την άκουσα ομορφώτερη από ποτέ. Με μάγεψε, με συνεπήρε και της το 'πα αμέσως μόλις κατάφερα να συνέλθω...
-"Δηλαδή σου άρεσε! Θα τη γράψεις"; χάρηκε σα μικρό κοριτσάκι και για να σπάσει αυτό το λεπτό περίβλημα που μας είχε τυλίξει, πρόσθεσε πειραχτικά και παιχνιδιάρικα: "Σ' ερέθισε γλυκέ μου";
-"Πράγματι"! Γέλασα και της ζήτησα -εκνευριστικά τυπικός όπως πάντα- καθαρά κι επίσημα, την άδεια για να κάνω αυτό το γραπτό, καθώς και να το ..."ντύσω" με τη δική μου ..."παρουσία", που 'χα ήδη σκεφτεί.
-"Χαίρομαι που θα τη γράψεις... εγώ δε θα μπορούσα και δε ξέρω αν θα 'θελα... Όσο για την άδεια, στην έχω δώσει εξ αρχής. Αλλά γιατί θα το ..."ντύσεις" όπως λες";
-"Μην ανησυχείς... Τη δική σου διήγηση δε θα την αγγίξω. Είναι η δική σου ιστορία... Το "ντύσιμο" αφορά σ' όλο το υπόλοιπο και φυσικά περιγράφει το δικό μου προσωπικό διαχωρισμό, απ' αυτή..." και κλείνοντάς της πονηρά το μάτι, χαμογελαστός, πρόσθεσα: "Δική σου η ιστορία, δικός μου ο ερεθισμός"! Γέλασε κι εκείνη. Καλή της ώρα, όπου κι αν βρίσκεται, ότι κι αν κάνει.
     Κράτησα μέσα μου, ολάκερο τούτο το κείμενο. Όσο χρειαζόταν, για να ωριμάσει κι ίσως να ωριμάσω κι εγώ. Όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, κάθισα και το 'γραψα...

     "Επειδή ..."                                    Σεπτέμβρης 2004

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers